σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Joe Deville – Μηχανισμοί είσπραξης χρεών: Μια σκιαγράφηση των οικιακών τεχνολογιών του συναισθήματος


    Joe Deville

    Ενώ ιστορίες εκτεταμένων κατασχέσεων έχουν ίσως το πιο ανθεκτικό ζήτημα της κρίσης στα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, ο Joe Deville φωτίζει κάποιες από τις πιο πεζές και καθημερινές πραγματικότητες του να ζει κανείς με δάνειο. Λόγω της κρίσης ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων και νοικοκυριών έχουν έρθει σε επαφή με ένα φάσμα τεχνικών που αποσκοπούν στην ανάκτηση του αναπτυσσόμενου όγκου οφειλομένου χρέους. Εν όψει των κάπως περιορισμένων κοινωνικο – τεχνικών μηχανισμών που έχει στη διάθεσή του ο πράκτορας που αναζητάει τον τρόπο να ισοφαρίσει το μη εξασφαλισμένο χρέος, ο Deville υποστηρίζει ότι ο συλλέκτης χρεών πρέπει να θέσει προκλήσεις που απευθύνονται στα συναισθήματά του εκπρόθεσμου οφειλέτη, λειτουργώντας σαν διασπαστικός υποκριτής του νοικοκυριού και να προσκολληθεί αναγκαστικά σε πεζές συνήθειες και πρακτικές ώστε να κατορθώσει να εισπράξει μέρος της εξόφλησης.



    Η τροχιά της παρούσας ύφεσης μπορεί, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ότι μετατόπισε την οικονομία από μια φάση δανεισμού σε μια φάση είσπραξης. Σε επίπεδο νοικοκυριών, αυτό σημαίνει ότι οι πρακτικές και οι τεχνολογίες είσπραξης φόρων έγιναν πιο ορατές, καθώς πάρα πολλά άτομα ήρθαν σε επαφή με ένα φάσμα τεχνικών που στοχεύουν στην απαίτηση του αυξανόμενου όγκου του ανεξόφλητου χρέους. Τα πιο ορατά και εντυπωσιακά μέτρα για την ανάκτηση αυτών των χρεών είναι οι κατασχέσεις, που γίνονται όλο και πιο κοινές τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το θέαμα ατόμων και οικογενειών που εξαναγκάζονται να βγουν απ’ τα σπίτια τους αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση των πραγματικών συνεπειών που έχει η εξάρτηση από εξασφαλισμένα δάνεια, ως μηχανισμός που παρέχει σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων ένα από τα πιο βασικά συστατικά στην ολοένα πιο περίπλοκη υλική υποδομή τους: μια στέγη πάνω απ’ τα κεφάλια τους.


    Αλλά τα σπίτια αποτελούν επίσης κομβικά σημεία περάσματος για τους πιστωτές που επιδιώκουν την επιστροφή των μη εξασφαλισμένων δανείων-μέσω πιστωτικής κάρτας, κάρτες καταστημάτων, συμφωνία αγοραπωλησίας με δόσεις ή μη εξασφαλισμένο δάνειο. Η μη αποπληρωμή αυτών των δανείων δεν καταλήγει άμεσα στην απώλεια σπιτιού. Αντίθετα, στις επαφές μεταξύ οφειλετών και πιστωτών (ή των υπηρεσιών τους), το σπίτι γίνεται ένας διαφιλονικούμενος χώρος μέσω του οποίου οι τεχνολογίες είσπραξης έρχονται αντιμέτωπες με τις ρουτίνες της οικιακής ζωής. Πιο συγκεκριμένα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο οφειλέτης που δεν πληρώνει τα μη εξασφαλισμένα δάνεια του, προστατεύεται (με εξαίρεση τα αγαθά που αγοράστηκαν με δόσεις) σε μεγάλο βαθμό από το νόμο από επισκέψεις δικαστικών επιμελητών στο σπίτι.[1] Το αποτέλεσμα είναι ότι, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει ένα χρέος σε σοβαρή καθυστέρηση, οι υπηρεσίες που προσπαθούν να το εισπράξουν διαθέτουν δυο μέσα, τις επιστολές και τα τηλεφωνήματα. Μέσω αυτών των δυο τεχνολογιών, ο εισπράκτορας χρεών επιδιώκει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να μετατρέψει το σπίτι σε χώρο οικονομικών υπολογισμών.[2]


    Αξίζει να κάνουμε μια παύση για να σημειώσουμε τις σημαντικές προκλήσεις που τίθενται στη βιομηχανία είσπραξης χρεών στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το γεγονός ότι περιορίζεται σ’ αυτό το (μετά βίας καινούργιο) ζεύγος κοινωνικο-τεχνικών μηχανισμών. Και τους δυο μηχανισμούς μπορεί κάποιος να τους αποφύγει (οι οφειλέτες συχνά ελέγχουν τα τηλεφωνήματα και δεν ανοίγουν τα γράμματα), κι ακόμη κι αν ένας οφειλέτης το κάνει, δεν υπάρχει η συγκινησιακή φόρτιση μιας συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο. (Στο ‘ελαφρό’ ειδησεογραφικό τμήμα της, μια εμπορική επιθεώρηση σημείωνε πρόσφατα ότι οι εισπράκτορες χρεών στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν κατέχουν ‘όλα τα εργαλεία που χρειάζονται’, σε αντίθεση με έναν τολμηρό Ρώσο εισπράκτορα που (όπως αναφέρεται) αύξησε τις επιστροφές του παίρνοντας μαζί του, πόρτα-πόρτα, μια αρκούδα. ‘Μας αρέσει αυτό το στιλ’, κατέληγε νοσταλγικά ο συγγραφέας).[3] Το σημερινό οικονομικό πλαίσιο διευρύνει αυτές τις δυσκολίες: σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, 93 από τις 387 μεγαλύτερες υπηρεσίες είσπραξης χρεών στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται σε οικονομικό κίνδυνο.[4] Ένας σημαντικός αριθμός εταιριών παλεύουν για να προσαρμοστούν στο γεγονός ότι τα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από αυξημένη οικονομική πίεση, απλώς δεν ανταποκρίνονται στις προτροπές των τεχνολογιών της είσπραξης φόρων όπως έκαναν στο παρελθόν. Όπως λέει ένας εκπρόσωπος της βιομηχανίας είσπραξης: ‘…Ενώ η βιομηχανία κατακλύζεται από περισσότερη δουλειά, οι επιχειρήσεις είσπραξης χρεών παλεύουν να πετύχουν διευθέτηση του χρέους με τον ίδιο τρόπο όπως πριν. Διαπιστώσαμε μια μεταστροφή στα πρότυπα αποπληρωμής προς την καταβολή μικρότερων ποσών σε μεγαλύτερη χρονική περίοδο, ενώ λιγότεροι οφειλέτες κάνουν μεγαλύτερες εφάπαξ αποπληρωμές’.[5] Ο οφειλέτης που δεν συμμορφώνεται θέτει, επομένως, στη βιομηχανία είσπραξης νέα και άγνωστα προβλήματα. Μολονότι ο όγκος της συνολικής είσπραξης μπορεί να αυξάνεται, το συνολικό ποσό που εισπράττεται επιτυχώς από τον κάθε οφειλέτη μειώνεται. Οι αριθμοί για τις αντιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις σε σχέση με τις τεχνολογίες είσπραξης χρεών ήταν λίγο-πολύ προβλέψιμοι, ενώ τώρα πρέπει να αποτιμηθούν και να εξεταστούν ξανά. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα τηλεφωνήματα που κάνουν οι πιστωτές κι οι υπηρεσίες είσπραξης χρεών, κι οι επιστολές που στέλνουν, δεν είναι παρά απόπειρες να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι μιας πίτας που συρρικνώνεται συνέχεια, πόσο μάλλον που ένας οφειλέτης είναι πιθανό να οφείλει χρήματα σε πάνω από μια δωδεκάδα ανταγωνιστές (παράδειγμα, οι πελάτες του Consumer Credit Counselling Service, που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, όφειλαν κατά μέσο όρο χρήματα σε 7.6 διαφορετικούς πιστωτές το 2008).[6]


    Οι δυσκολίες αυτές καθιστούν το σπίτι ένα καίριο πεδίο μάχης για τη βιομηχανία είσπραξης μη εξασφαλισμένων χρεών. Είναι ο χώρος όπου οι ανταγωνιστές συναντιούνται και προσπαθεί ο καθένας να αποκτήσει επαφή με έναν οφειλέτη που είναι είτε απρόθυμος είτε ανίκανος να πληρώσει. Ως τέτοιες, οι τεχνολογίες είσπραξης χρεών μπορούν να θεωρηθούν ότι παίζουν το ρόλο τους στη ‘χρηματοποίηση’ της καθημερινής ζωής, σύμφωνα με την αναπτυσσόμενη φιλολογία (στο έργο του Paul Langley ειδικότερα).[7] Το έργο αυτό χαρτογραφεί, μερικές φορές με συναρπαστικό τρόπο, τον τρόπο με τον οποίο η καθημερινή ζωή γίνεται όλο και περισσότερο ένας πόρος για τις ροές της παγκόσμιας οικονομίας. Νομίζω, ωστόσο, ότι δεν δίνει προσοχή στη συγκινησιακή διάσταση της ζωής του νοικοκυριού, στα ενσαρκωμένα, συγκινησιακά μπερδέματα που ανακύπτουν μεταξύ του οφειλέτη και του χρέους του. Όταν επικεντρωνόμαστε, μ’ αυτόν τον τρόπο, στην επίδραση, βλέπουμε σύμφωνα με το έργο του Brian Massumi, το σώμα όχι απλώς ως τοποθεσία για την παραγωγή ‘νοήματος’, αλλά ως ένα πάντοτε ανοιχτό αντικείμενο που βρίσκεται σε μια διαδικασία (παρόλο που αυτή η περίπλοκη ανοιχτότητα βρίσκεται σε δυναμική σχέση με τις διαδικασίες κλεισίματος και απλοποίησης και τις μεθόδους αφαίρεσης), ενώ επιχειρεί να αιχμαλωτίσει τον καινοφανή δυναμισμό που απορρέει από ανθρώπους, σώματα, σκέψη, συγκίνηση και τεχνολογίες που γίνονται διασυνδεδεμένες και διαμορφώνονται μαζί (becoming together).[8]


    Μπορούμε να δούμε τα πιθανώς περίπλοκα αποτελέσματα της συνύπαρξης του συναισθηματικού και οικονομικού παράγοντα στον οφειλέτη που δεν συμμορφώνεται, μέσα από το παράδειγμα της Ιβ, από την οποία πήρα συνέντευξη το 2008.[9] Η Ιβ είναι μετανάστρια πρώτης γενιάς από τη Νιγηρία και ανύπαντρη μητέρα τριών μικρών κοριτσιών, που ζει σε μια κατοικία που της παρέχει το κράτος, στο βόρειο Λονδίνο. Όταν τη συνάντησα, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την κοινωνική πρόνοια και είχε αποκτήσει σημαντικά χρέη (γύρω στις 10.000 λίρες), έχοντας χρησιμοποιήσει πιστωτικές κάρτες για να πληρώσει τα καθημερινά της έξοδα, για να συμπληρώσει το εισόδημά της από μια χαμηλά αμειβόμενη προσωρινή εργασία και για να τα βγάλει πέρα σε περιόδους ανεργίας. Όπως συμβαίνει με πολλούς οφειλέτες που δεν πληρώνουν, τον ρυθμό της καθημερινής ζωής της στο σπίτι διέκοπταν συχνά οι τεχνολογίες είσπραξης χρεών, σε σημείο που απέκτησαν σταδιακά πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλέγμα των σχέσεων στο νοικοκυριό. Πιο κάτω, η Ιβ αναφέρεται στο ρόλο που παίζουν οι επιστολές στην καθημερινή ρουτίνα της:


    ‘…όταν γυρίζεις, ω Θεέ μου, υπάρχει κανένα γράμμα για μένα, τίποτα λογαριασμοί; Έτσι, μερικές φορές όταν γυρίζω σπίτι η Τζένι μου λέει, μαμά αυτό είναι λογαριασμός; Ξέρετε, αρχίζουν ν’ ανησυχούν στην ηλικία τους, ξέρετε, μαμά, αυτό είναι λογαριασμός….κάθε φορά που έρχομαι είναι έτσι, ίσως διαισθάνονται ότι ανησυχώ για τους λογαριασμούς, γι’ αυτό λένε, αυτό είναι λογαριασμός; Είναι λογαριασμός;’


    Για την Ιβ, η καθημερινή άφιξη των επιστολών είναι ένα κομβικό σημείο στη ρουτίνα του νοικοκυριού, που σε αυτή την περίπτωση εμπλέκει τα παιδιά της. Γι’ αυτά, το σχήμα του άμεσου μέλλοντος χρειάζεται να ερμηνευτεί από τα γράμματα στο χαλάκι της εισόδου: εάν είναι λογαριασμοί (από τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος αφορά καταναλωτικό χρέος), θα έχουν να αντιμετωπίσουν το άγχος της μητέρας τους, καθώς εκείνη καλείται, με την επιστολή, να αντιμετωπίσει αμέσως την κατάσταση του χρέους της. Εάν όχι, μπορούν ίσως να ελπίζουν σε μια στιγμή ανακούφισης, με τις συνέπειες των εκκρεμών χρεών να αιωρούνται στο ‘περιβάλλον’ της ζωής της Ιβ. Όπως αυτή η ιστορία δείχνει, μέρος της δυναμικής που οι τεχνολογίες είσπραξης χρεών ενεργοποιούν, είναι να καθιστούν τον χρόνο στο νοικοκυριό εντατικό, να διακόπτουν τον οικείο ρυθμό του και να κατασκευάζουν μια ξεχωριστή ‘στιγμή’ (αυτό μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο της κοινωνικο-υλικής κατασκευής ανταλλαγών, που ο Michael Callon, ειδικότερα, περιγράφει) στην οποία εστιάζεται η προσοχή, απευθυνόμενες στα συναισθήματα των οφειλετών και αυτών που έρχονται σε επαφή μαζί τους.[10]


    Αξίζει επίσης να επισημάνουμε πώς οι επαναλαμβανόμενες οικιακές εισβολές αυτών των μηχανισμών είσπραξης χρεών συνδέονται με το ξεδίπλωμα τόσο των συναισθημάτων όσο και της αποφασιστικής λογικότητας. Όπως περιγράφει η Ιβ:


    ‘Μόλις έρθει πρέπει να το ανοίξω….τουλάχιστον να ξέρω τι υπάρχει εκεί, αρχίζω να προετοιμάζω το μυαλό μου ή οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Το πρώτο πράγμα, μόλις ανοίξω την πόρτα βλέπω αν υπάρχει γράμμα, το πρώτο πράγμα, πριν ακόμη βγάλω το παλτό μου, ανοίγω το γράμμα και βλέπω με τι έχει να κάνει. Αν είναι κάτι που πρέπει να με πανικοβάλει, πανικοβάλλομαι. Αν είναι κάτι που μπορώ να βάλω κατά μέρος….Αν είναι κάτι που πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα, κάνω αμέσως το τηλεφώνημα’.


    Αυτό που κανονικά θα θεωρείτο μια απαίτηση είσπραξης χρέους που προκαλεί μια ιδιαίτερη συναισθηματική αντίδραση, περιγράφεται ίσως καλύτερα ως παραγωγή μιας συναισθηματικής αντίδρασης, που γίνεται πιο ατομική ως συναίσθημα και υπολογισμός. Η πολυπλοκότητα αυτής της εμπειρίας, ενώ είναι αναπόφευκτη αλλά όχι τελείως εμπειρικά προσιτή- είναι ότι πρέπει εν μέρει να ανοιχτεί η Ιβ. Αν πάρουμε (εσκεμμένα) τα λόγια της στην κυριολεξία, περιγράφει μια περίπλοκη τομή μεταξύ σώματος και υπολογισμού, που αρχίζει με την ‘προετοιμασία’ του μυαλού της έναντι της επιστολής, προκειμένου να φέρει το μυαλό/σώμα της στην αναγκαία κατάσταση προνοητικότητας ώστε να είναι σε θέση να χειριστεί οτιδήποτε της ζητηθεί. Αυτό ενέχει μια διαδικασία διαχωρισμού: το σώμα της πρέπει να είναι έτοιμο να μπει σε μια διαδικασία πανικού, αλλά το μυαλό της πρέπει να είναι έτοιμο να δράσει, να εμπλακεί σε μια ορθολογικά προσδιορισμένη δράση, ανεξάρτητα αν βάλει την επιστολή στην άκρη ή αν κάνει το τηλεφώνημα. Ο πανικός και η σαφώς προσδιορισμένη ‘ εκλογικευμένη’ δράση, με σώμα και πνεύμα, χρειάζονται, σύμφωνα με την περιγραφή της Ιβ, να ‘γίνουν’ ξεχωριστά ( Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό ενέχει μια ταυτόχρονη διαδικασία επανασυνδυασμού, που δεν θα περιγράψω εδώ). Ωστόσο, δεν πρόκειται για το απλό αποτέλεσμα των περιεχομένων της επιστολής, αλλά για την πρόβλεψη ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί , όπου οι σωματικές καταστάσεις συνυπάρχουν σε μια κατάσταση μη πραγματοποιημένης ύπαρξης, έτοιμες να ξεδιπλωθούν και να πραγματοποιηθούν πλήρως όπως απαιτείται, από τη στιγμή που θα ανοιχθεί η επιστολή. Περιγράφοντας τον περίπλοκο διαχωρισμό πνεύματος και σώματος, λογικής και συναισθήματος, η Ιβ περιγράφει επίσης τις αντιφάσεις που γεννώνται και τους περιορισμούς των παραδοσιακών μεταφυσικών κατηγοριών ‘κοινής λογικής’. Το πνεύμα και το σώμα είναι αμέσως αλληλοεξαρτώμενα, και παρόλα αυτά πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσω του έργου του διαχωρισμού.


    Σε μια κατάσταση όπου οι οφειλέτες παλεύουν για να ανταποκριθούν στις πιο άμεσες βασικές ανάγκες τους, είναι απίθανο να δώσουν προτεραιότητα στην αποπληρωμή των χρεών τους. Συχνά, λοιπόν, μόνο όταν γίνονται μέρος της ενσαρκωμένης, συναισθηματικής ζωής του νοικοκυριού, οι εισπράκτορες φόρων μπορούν να ελπίζουν ότι θα πετύχουν τουλάχιστον ένα μέτρο αποπληρωμής. Ο εισπράκτορας χρεών πρέπει να θέτει συναισθηματικές προκλήσεις στον οφειλέτη που δεν πληρώνει, να ενεργεί ως κάποιος που παρεμβαίνει στο νοικοκυριό, να προσκολλάται στην ανιαρή ρουτίνα και πρακτική. Για τον οφειλέτη που δεν πληρώνει, όμως, αυτό σημαίνει ότι το σπίτι γίνεται ένας χώρος τακτικών, ενοχλητικών εισβολών, που δεν επιδρούν μόνο στον ίδιο, αλλά και στα άλλα μέλη του νοικοκυριού. Όπως δείχνει το προηγούμενο, σύντομο παράδειγμα, η σκιαγράφηση των συναισθηματικών διαστάσεων της είσπραξης χρεών δείχνει περισσότερα από την ‘εμπειρία’ του να είσαι εκπρόθεσμος οφειλέτης. Στην έρευνά μου, υποστηρίζω ότι οι στιγμές που αυτοί από τους οποίους παίρνουμε συνέντευξη βρίσκονται σε ένταση δείχνουν ότι και οι ίδιες οι πραγματικότητες περνούν από διαδικασίες εξατομίκευσης: αυτό, σύμφωνα με τον Stengers, περιγράφει πώς η πραγματικότητα ‘μεταμορφώνεται’ και ‘αποκαλύπτεται’ με πολλούς τρόπους, πώς το οντολογικό κλείσιμο κατηγοριών όπως το σώμα, το πνεύμα, ο ορθολογισμός, το συναίσθημα, ταράσσονται και διαμορφώνονται από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τεχνολογιών είσπραξης χρεών και οφειλετών που δεν πληρώνουν.[11] Το να είσαι οφειλέτης που δεν πληρώνει, είναι σα να είσαι φτιαγμένος για να αισθάνεσαι τον κόσμο διαφορετικά. Αλλά, επίσης, να τον αισθάνεσαι ανήσυχα.


    Σημειώσεις

    [1] – Αν η προσφορά του οφειλέτη για μερική αποπληρωμή δεν γίνει δεκτή, ο πιστωτής (ή ο πράκτοράς του) μπορεί να ζητήσει μία δικαστική απόφαση (County Court Judgement), όπου το δικαστήριο αποφασίζει για το μηνιαίο ποσό που οφείλει να πληρώνει στον πιστωτή ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση. Μόνο σε περίπτωση που ο οφειλέτης αθετήσει αυτή τη συμφωνία, χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένη αλλαγή των συνθηκών, μπορεί ο πιστωτής να ζητήσει από το δικαστήριο να ορίσει δικαστικό κλητήρα για να κατασχέσει μέρος της περουσιακής ιδιοκτησίας του οφειλέτη (πχ. το αυτοκίνητό του).

    [2] – Χρησιμοποιώ τον όρο εισπράκτορας χρεών χωρίς να αναφέρομαι αποκλειστικά στις ειδικευμένες εταιρίες είσπαξης χρεών (DCAs), αλλά ευρύτερα σε όσους προσπαθούν να ανακτήσουν το χρέος που δεν μπορεί να πληρωθεί (που μπορεί να είναι ή να μην είναι ο αρχικός πιστωτής).

    [3] – Credit Today, “The bear necessities,” Credit Today, Σεπτέμβριος 2008, 66.

    [4] – Plimsoll, “Debt Collection Agencies Plimsoll Portfolio Analysis,” (Stockton- on- Tees: Plimsoll, 2009).

    [5] – Ken Maynard, “What’s in store for debt buyers?,” Credit Management (2009): 21.

    [6] – CCCS, “CCCS Statistical Yearbook 2008,” (Leeds: Consumer Credit Counselling Service, 2009), 16. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, η τιμή του μέσου όρου ενδεχομένως διαστρεβλώνεται από την παρουσία ενός μικρού αριθμού περιπτώσεων όπου οφειλέτες χρωστούν χρήματα σε έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό πιστωτών. Ακόμα, αυτός ο αριθμός δεν είναι αντιπροσωπευτικός του συνόλου των οφειλετών στη Μεγάλη Βρετανία, αφού σχετίζεται μόνο με αυτούς που μετέχουν στα προγράμματα CCCS Debt Management (από τα οποία συχνά αποκλείονται περιπτώσεις οφειλετών με χαμηλά εισοδήματα)

    [7]- Βλ. για παράδειγμα: Paul Langley, “Uncertain subjects of financialization,” Cultural Critique 67-91 (2007); Paul Langley, “The making of investor subjects in Anglo-American pensions” Environment and Planning D: Space and Society 24 (2006); Paul Langley, “Securitising suburbia: the transformation of Anglo-American mortgage finance,” Competition & Change 10 (2006); Paul Langley, The everyday life of global finance: Saving and borrowing in America (Oxford: Oxford University Press, 2008); and Randy Martin, Financialisation of daily life (Philadelphia: Temple University Press, 2002).

    [8]- Brian Massumi, Parables for the virtual: Movement, affect, sensation (Durham, NC and London: Duke University Press, 2002).

    [9]- Το Ιβ είναι ψευδώνυμο. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διδακτορικής μου έρευνας. Το 2008 έκανα 20 συνεντεύξεις με πρόσωπα που είχαν πρόσφατα αντιμετωπίσει υψηλά ανεξόφλητα χρέη και η πλειοψηφία των οποίων δεν έχει μπορέσει ακόμα να τα αποπληρώσει. Ήρθα σε επαφή με αυτούς τους 20 συνομιλητές μου με τη βοήθεια δύο μη-κερδοσκοπικών συμβουλευτικών οργανώσεων στη Μεγάλη Βρετανία: την Consumer Credit Counselling Service και την Money Advice Trust (which runs National Debtline), όπως και από προσωπικές επαφές.

    [10]- Michel Callon, “Introduction: the embeddedness of economic markets in economics,” στο The laws of the markets, επ. Michel Callon (Oxford: Blackwell, 1998); Michel Callon, Cecile Méadel, και Vololona Rabeharisoa, “The economy of qualities,” Economy and Society 31, νο. 2 (2002); και Michel Callon and Fabian Muniesa, “Peripheral vision: Economic markets as calculative collective devices,” Organization Studies 26, νο. 8 (2005).

    [10]- Isabelle Stengers, “Whitehead’s account of the sixth day,” Configurations 2005, νο. 13 (2005): 42.




    Αφιέρωμα: read also, αναπαραστάσεις της κρίσης
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε