σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Mark LeVine – Ποιος μετέχει στο νέο εμείς; Μία απάντηση στον Ραμαντάν


    Απαντώντας στο “Mανιφέστο για ένα νέο εμείς” του Ταρίκ Ραμαντάν, ο Mark Levine θέτει το ερώτημα του ποιοι μετέχουν σε αυτό το “εμείς” σήμερα . Tι γίνεται όταν ο Μουσουλμάνος ο οποίος επιθυμεί μία τέτοια συνεργασία φορά μαντίλα; Tι θα κάνουμε όταν ο Μουσουλμάνος ο οποίος αναζητεί εταίρους είναι ένας νεαρός άνδρας από τα banlieu;



    Την ώρα που διαβάζω το κείμενο του Ταρίκ Ραμαντάν, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλερ έχει μόλις επιδοκιμάσει την άποψη του τέως υπουργού εξωτερικών Τζακ Στρω ότι η χρήση της μαντίλας που καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο από μουσουλμάνες γυναίκες στη Βρετανία είναι μία «δήλωση διαχωρισμού και διαφορετικότητας», που καθιστά την βελτίωση των σχέσεων μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών βρετανών πολιτών δύσκολη. Η μαντίλα είναι βέβαια ένα σημείο διαχωρισμού. Αυτό είναι ακριβώς το θέμα: να μην είναι ορατή η ομορφιά μίας γυναίκας από κανέναν που δεν είναι μέλος της στενής τη οικογένειας. Για σχεδόν όλους τους μη-μουσουλμάνους βρετανούς πολίτες, η μαντίλα είναι σημάδι της έλλειψης ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων και άρα αποτελεί μία απειλή όχι απλώς για την αρμονική λειτουργία της κοινωνίας, αλλά και για την φυσική ασφάλεια των βρετανών πολιτών.


    Η επιθυμία του Ραμαντάν να οικοδομήσει ένα συν-εταιρισμό ανάμεσα σε μουσουλμάνους και μη-μουσουλμάνους μοιάζει να αντιτίθεται σε αυτό το λόγο περί διαχωρισμού και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός μουσουλμάνου ο οποίος δεν θέλει να προσδιορίζεται μόνο μέσω της θρησκείας του – αλλά προτιμά να είναι ένας Ευρωπαίος Μουσουλμάνος (όπως αναφέρει και ο τίτλος ενός βιβλίου του). Αλλά τι γίνεται όταν ο μουσουλμάνος ο οποίος επιθυμεί να μετέχει σε μία τέτοια συνεργασία φορά μαντίλα που καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο; Τι κάνουμε τότε; Ή τι θα κάνουμε όταν ο μουσουλμάνος ο οποίος αναζητεί εταίρους είναι ένας νεαρός άνδρας από τα banlieu, που μοιάζει και δρα σαν αυτούς τους απειλητικούς ταραξίες για τους οποίου διαβάζουμε ότι ρημάζουν το όμορφο Παρίσι τουλάχιστον μία φορά το χρόνο;


    Είναι αλήθεια, όπως εξηγεί ο Ραμαντάν, ότι οι μουσουλμάνοι είναι από τους πρώτους που βιώνουν το οποιοδήποτε οικονομικό σοκ ή την οποιαδήποτε οικονομική ύφεση, αφού βρίσκονται στο κατώτερο κομμάτι της κοινωνικο-οικονομικής κλίμακας. Παρόλα αυτά δεν νομίζω ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε την οικονομική από την πολιτισμική διάσταση του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι σίγουρα εσφαλμένο –και πολιτικά παρακινούμενο- όταν η Ευρωπαίοι χριστιανοί χαρακτηρίζουν την απαίτηση για εργασία ή για σεβασμό σαν αποδείξεις μίας επικίνδυνης θρησκευτικής συμπεριφοράς ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία ή τη Δύση γενικότερα. Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου βέβαιο ότι πολλοί Μουσουλμάνοι που διαμένουν στην Ευρώπη ζουν αποκλεισμένοι όχι μόνο εξαιτίας των δομικών οικονομικών, πολιτικών, και πολιτισμικών προβλημάτων που έχουν τις ρίζες τους στη συνεχιζόμενη ιστορία του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, εθνικισμού, καπιταλισμού, και ρατσισμού (εν ολίγοις στην Ευρωπαϊκή νεωτερικότητα), αλλά εξίσου λόγω της δικής του επιθυμίας να μην ενταχθούν εξ’ ολοκλήρου στις χώρες διαμονής ή υπηκοότητάς τους. Με άλλα λόγια, είτε ποτέ δεν θέλησαν, ή έχουν παραιτηθεί της δυνατότητας να αποτελέσουν τμήμα του περιεκτικού «εμείς» που υπερασπίζεται ο Ραμαντάν.
    Αυτό είναι απολύτως φυσικό αφού στην Ευρώπη και στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες, η πλειοψηφία των μουσουλμάνων έχει περιθωριοποιηθεί από τις διαδικασίες μέσω των οποίων έχουν διαμορφωθεί τα διάφορα ‘εμείς’ που σχετίζονται με την σύγχρονη οικονομική παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα, έχουν εκτεθεί στην πλήρη ισχύ της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, συνήθως με έναν τρόπο που τους προσφέρει εικόνες μίας φαντασιακής υπερ-καταναλωτικής κοινωνίας στην οποία δεν μπορούν να αντισταθούν αλλά ούτε και να ελπίζουν ότι θα μετέχουν.


    Ως αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς, είτε έχουν γεννηθεί στην Ευρώπη είτε όχι, είτε είναι παράνομοι είτε νόμιμοι, ιδιοποιούνται αυτό που ονομάζει ο Manuel Castells «αντιδραστικές ταυτότητες», ταυτότητες που είναι κλειστές, εχθρικές απέναντι στους έξω, και μη-ανεκτικές στον πλουραλισμό και στη διαφορετικότητα εντός της δικής του κοινωνίας. Και πάλι δεν πρόκειται για ένα μοναδικό φαινόμενο, μία παρόμοια διεργασία ακολουθούν πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες οι οποίοι έχουν γίνει οπαδοί ακροδεξιών κομμάτων, όπως το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο. Αισθάνονται, και οι δύο, ότι βιώνουν μία εισβολή από άλλες κουλτούρες, είτε οι μουσουλμάνοι από την Δυτική υπερ-καταναλωτική κουλτούρα ή οι Ευρωπαίοι από την μουσουλμανική κουλτούρα. Οι κουλτούρες αυτές δεν τους μοιάζουν απλώς ξένες αλλά ότι θα τους ήταν αδύνατον να τις κατανοήσουν ακόμα και αν το ήθελαν.


    Ενάντια σε αυτή την τάση, αυτό που μας ζητά ο Ραμαντάν είναι να συνεργαστούμε διαπερνώντας τα φυλετικά, θρησκευτικά, εθνικά, και ταξικά όρια και να διαμορφώσουμε μία νέα πρόταση ταυτότητας, μία θετική, ανοιχτή και ανεκτική ταυτότητα που είναι πρόσφορη στη συνεργασία με τους άλλους ενώ παραμένει ριζωμένη στην δική της παράδοση. Αυτό είναι το «νέο εμείς» για το οποίο μιλά ο Ραμαντάν. Είναι όμως εφικτό; Μπορεί η παγκοσμιοποίηση, ενώ έχει γίνει τόσο στρατικωποιημένη και τοξική, να προωθήσει ένα υγιές και περιεκτικό «νέο εμείς»; Ιδίως όταν η πολιτισμική δυναμική του ύστερου καπιταλισμού είναι η δημιουργία δισεκατομμυρίων «νέων εγώ», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Fredric Jameson – με το κάθε ένα από αυτά, είτε βρίσκεται στο Ντουμπάι ή στο Μουμπάι, στο Κάνσας ή στο Καράτσι, να έχει το δικό του iPod, blackberry, hummer, ή σπίτι 10.000 τετραγωνικών.


    Ακόμα, ενώ ο Ραμαντάν είναι υπέρμαχος της μεταρρύθμισης παρά απλώς του διαλόγου, οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση νομίζουν ότι οι Μουσουλμάνοι είναι αυτοί που πρέπει να μεταρρυθμιστούν, και όχι εμείς. Όντως, καθώς γράφω αυτό το κείμενο, ένα άλλο άρθρο που δημοσιεύεται στους New York Times από τον αρθρογράφο της εφημερίδας Nicholas Kristof, «αναζητά τους Λούθηρους του Ισλάμ» -όπως αναφέρει ο τίτλος του. Έτσι ακριβώς χαρακτήρισαν τον Ramadan οι Δυτικοί αναλυτές στην αρχή της καριέρας του (ο Kristof μοιάζει να έχει ξεγράψει τους άνδρες, και έτσι το άρθρο του επικεντρώνεται στις μουσουλμάνες γυναίκες).


    Αν συμφωνήσουμε ότι όλοι πρέπει να συμμετέχουμε σε έναν συν-εταιρισμό με σκοπό τη μεταρρύθμιση, ο Ραμαντάν μοιάζει να υποστηρίζει ότι έχουμε ξεπεράσει το στάδιο του διαλόγου αφού ήδη ξέρουμε ποιοι είμαστε. Μοιραζόμαστε κοινές αξίες και την πίστη ότι πρέπει να ζήσουμε μαζί. Αυτό είναι αναμφίβολα αλήθεια, αλλά ορίζοντας το «εμείς» κατά αυτό τον τρόπο μας θυμίζει ποσό λίγοι πραγματικά είμαστε: δείτε για παράδειγμα την αντιμετώπιση που έχει ο Ραμαντάν στα Ευρωπαϊκά Κοινωνικά Φόρουμ, και τις εναντίον του επιθέσεις από την κοσμική Ευρωπαϊκή αριστερά. Ταυτόχρονα, η αριστερά γίνεται ολοένα και πιο στρατικωποιημένη ως απάντηση στης στρατικωποίηση της Αμερικανικής αυτοκρατορίας στο Ιράκ και αλλού. Σε πολλές αντιπολεμικές συγκεντρώσεις μπορεί κανείς να δει σημαίες της Χεζμπολάχ που αναγράφουν «είμαστε όλοι Χεζμπολάχ», ή ακόμα χειρότερα, ότι «υποστηρίζουμε την ιρακινή αντίσταση», όταν αυτή η αντίσταση απασχολείται με τον αποκεφαλισμό ακτιβιστών που μάχονται για την ειρήνη.


    Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: το «εμείς» στο οποίο αναφέρεται ο Ραμαντάν είναι εκείνο που θεωρεί ότι είναι σύμμαχος της Χεζμπολάχ; Θέτοντας αυτό το ερώτημα δεν προσπαθώ να εξισώσω τη Χεζμπολάχ με ένα τρομοκρατικό κίνημα, όπως συνήθως κάνει η Δυτική προπαγάνδα. Η Χεζμπολάχ είναι βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία του Λιβάνου. Αποτελεί τόσο ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα όσο και μία οργάνωση βίαιης αντίστασης. Είναι όμως και μία στρατιωτική οργάνωση που εγκρίνει τη βία σε μεγάλη κλίμακα, συμπεριλαμβανομένων και εγκλημάτων πολέμου, σαν τμήμα της λειτουργίας της. Αν και η Χεζμπολάχ έχει συχνά συμμετέχει στον διάλογο με άλλες ομάδες της κοινωνίας του Λιβάνου, δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η ηγεσία της αντιλαμβάνεται το «εμείς» με τον τρόπο που κάνει ο Ραμαντάν. Αλλά ούτε και η Αριστερά το αντιλαμβάνεται έτσι.


    Παραμένει λοιπόν το ερώτημα: ποιο είναι αυτό το εμείς σήμερα; Ο Νοτιοαφρικανός ποιητής, δοκιμιογράφος, και αγωνιστής κατά του απαρτχάιντ Breyten Breytenbach, περιγράφει αυτό το ακόμα ελάσσων «εμείς» σαν τους «αλήτες του παγκόσμιου χωριού». Περιλαμβάνει όσους δεν ζουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παγκόσμιες δυνάμεις, αυτούς που όμως κρατούν τα κλειδιά για το μέλλον και που αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον όταν συναντιούνται. Παρομοίως, ο Μαροκινός αναλυτής πολιτισμικών σπουδών, Taieb Belghazi, μιλά για την ανάγκη οικοδόμησης «πολλαπλών Μεσογείων», όπου όλοι οι κάτοικοι της περιοχής θα μοιράζονται μία κοινή ταυτότητα σε κάποιο επίπεδο. Ενώ ο Belghazi δεν είναι ένας μουσουλμάνος διανοούμενος, εμπνέεται από έναν όρο του Κορανίου και του Σουφισμού, την “barzakh”, τον ισθμό ή τη χερσόνησο που διαχωρίζει τους πικρούς και γλυκούς ωκεανούς του παραδείσου από τον υλικό κόσμο. Ο Belghazi ερμηνεύει αυτό τον όρο σαν ένα όριο ή ένα εμπόδιο ανάμεσα σε διαφορετικές εμπειρίες, το οποίο όμως δεν μπορεί να διαπεράσει κανείς με εύκολο τρόπο.


    Η προσήλωση στην υβριδικότητα –αυτού που ένας Άραβας αναλυτής της παγκοσμιοποίησης έχει ονομάσει «το δικαίωμα στην διαφορετικότητα»- είναι κρίσιμη αφού επιτρέπει την δημιουργία αλλά και το σεβασμό προς πολλαπλές ταυτότητες, αντί να προσπαθεί να διαλύσει μερικές από αυτές προς όφελος κάποιον άλλων, όπως φοβούνται πολλοί ότι κάνει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Ο Ντεριντά σε μία συζήτηση με τον Γιούργκεν Χάμπερμας λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αναφέρεται στο ίδιο θέμα προτρέποντας σε μία ριζοσπαστική «φιλοξενία» ή στην αναγνώριση του άλλου, ως διαφορετικού. Η ριζοσπαστική φιλοξενία είναι μία κίνηση πολύ πιο σημαντική από εκείνη την ανεκτικότητα που διακατέχει την δημόσια σφαίρα, αλλά που προϋποθέτει μία ασύμμετρη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε αυτόν που ανέχεται και σε αυτόν που είναι δέκτης της ανοχής.


    Ο Ταρίκ Ραμαντάν έχει διατυπώσει μία σημαντική ατζέντα για το κοντινό μέλλον, που αφορά όσους παραμένουν προσηλωμένοι στην ειρήνη και τη δικαιοσύνη, είτε προέρχονται από την Ευρώπη, από το Μουσουλμανικό κόσμο, ή από τις ΗΠΑ. Παρόλο που πρόκειται για μία δύσκολη ατζέντα, ο Ραμαντάν έχει δίκιο να εκφράζει μία αποδοκιμασία, αν όχι έλλειψη ανεκτικότητας για εκείνους που ενώ διατείνονται ότι υποστηρίζουν την ειρήνη και την πολυπολιτισμικότητα, εξακολουθούν να λένε λόγια, ενώ η Ευρώπη φλέγεται αργά, και το Ιράκ και η Παλαιστίνη βυθίζονται όλο και περισσότερο στην κόλαση.


    Διαβάστε ακόμα


    Το Ισλάμ χρειάζεται ριζοσπάστες (όπως και εμείς) – στα Αγγλικά


    Η Χαμάς και η Χεζμπολάχ: Η πλάνη της θρησκείας (στα Αγγλικά)



    Αφιέρωμα: εκτός ορίων, πρόσφατα άρθρα
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε