σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Ash Amin και Nigel Thrift – Η πολιτική στον αστικό κόσμο


    Συχνά υποστηρίζεται ότι η πολιτική της πόλης έχει να κάνει με τον χειρισμό πολλών κοινοτήτων που βρίσκονται πολύ κοντά η μια στην άλλη. Αμφισβητώντας αυτή την κοινή αντίληψη, ο Ash Amin και ο Nigel Thrift θεωρούν ότι ολοένα και περισσότερο κάτοικοι των πόλεων δεν δίνουν πλέον στην κοινότητα την έννοια της υπεράσπισης του ‘χωραφιού’ τους.



    Η αστική κατάσταση είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Το 1950, το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε στις πόλεις, αλλά μέχρι το 2050 ο αριθμός αυτός αναμένεται να φτάσει στα δύο τρίτα ή τους 6 δις ανθρώπους. Μέχρι το 2015, η καθεμιά από τις δέκα μεγαλύτερες πόλεις θα στεγάζει 20 έως 30 εκατομμύρια ανθρώπους.


    Θα μπορούσε να πει κανείς πως και οι άνθρωποι που δεν περιλαμβάνονται σήμερα σε αυτούς τους αριθμούς οφείλουν σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή τους στα αιτήματα που οι πόλεις θέτουν στην παγκόσμια οικονομία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία 10 χρόνια παρατηρήθηκε μια μείζων αλλαγή στη χωροταξική οργάνωση του κόσμου. Το ερώτημα είναι: τι διαφορά κάνει- οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά;


    Η απάντηση εξαρτάται εν μέρει από τον ορισμό που δίνουμε στην πόλη. Αυτό είναι πρόβλημα. Εάν η πόλη είναι παντού και στο κάθε τι, εάν οι πόλεις δεν έχουν πλέον καθορισμένα όρια, εάν πολλοί οικισμοί δεν αποικίζονται πλέον, από τι μπορούμε να πιαστούμε; Εάν οι πόλεις αποτελούν παρενθέσεις στις ροές του κόσμου, εάν είναι τόποι ανομοιότητας και διαφοράς, και εάν ένα μεγάλο μέρος της λογικής εξήγησής τους προέρχεται από τις διασυνδέσεις τους με άλλα μέρη, πώς μπορούμε να πιαστούμε από κάτι που έχει τόσες εσωτερικές αντιφάσεις; Έχουμε λοιπόν τα πρόβλημα πού τοποθετείται η πόλη και τι κάνει.


    Πρόσφατα υπήρξε πληθώρα ερευνών γι’ αυτό το πρόβλημα, που στο μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσαν την ακριβή φύση της πολιτικής παρέμβασης όταν σ’ αυτήν εμπλέκονται όλο και περισσότερο οι θεσμοί της πόλης. Συνήθως, σκεφτόμαστε την αστική πολιτική παρέμβαση με τρεις τρόπους. Ο πρώτος είναι να φανταζόμαστε την πόλη ως ένα μέρος με εξουσίες που προκύπτουν από την ειδική φύση του. Ο δεύτερος είναι να διεκδικούμε την πόλη ως κοινότητα και ο τρίτος να υποστηρίζουμε πως κατά κάποιο τρόπο οι πόλεις παραχωρούν υπηκοότητα. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις είναι προβληματικές. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ειδική φύση του μέρους, αλλά τα μέρη συμπίπτουν όλο και περισσότερο με τόσα άλλα μέρη και είναι πολύ δύσκολο να πούμε ότι συγκεντρώνονται πραγματικά σε μια τοποθεσία. Η δεύτερη προσέγγιση είναι ακόμη πιο δύσκολη, αν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη ανομοιότητα τάσεων και προσανατολισμού σε κάθε συγκεκριμένη πόλη. Και η τρίτη προσέγγιση συγχέει μια πολιτική κατηγορία με ένα μέρος.


    Αντί όμως να πετάξουμε αυτές τις κλασικές ερμηνείες, θα έπρεπε να τις επαναπροσδιορίσουμε, αφού εξακολουθούν να έχουν αντίκρισμα στο σημερινό κόσμο. Πράγματι, πολλά σύγχρονα παγκόσμια πολιτικά ζητήματα συνδέονται με αυτές τις τρεις διαφορετικές διατυπώσεις της αστικής πολιτικής παρέμβασης. Για παράδειγμα, το αστικό θέαμα της αντιπολεμικής διαμαρτυρίας δεν μπορεί να αγνοηθεί σε οποιαδήποτε θεώρηση της παγκόσμιας γεωπολιτικής. Ακόμη περισσότερο, η αντιπαράθεση στις πόλεις λαών και πολιτισμών απ’ όλο τον κόσμο πρέπει να τοποθετηθεί στην καρδιά κάθε πολιτικής που έχει να κάνει με την ταυτότητα, τη σταθερή σχέση με έναν τόπο και την αναγνώριση αυτής της σχέσης. Από την άλλη πλευρά, οι πραγματικές περιβαλλοντολογικές επιδράσεις των ίδιων των πόλεων παράγουν τεράστια προβλήματα και πρακτικές που οι διεθνείς ρυθμιστές εξακολουθούν μερικές φορές να βλέπουν αφ’ υψηλού ακόμη κι όταν αυτά βρίσκονται γύρω τους. Οι πόλεις έχουν σημασία πολιτικά, όχι απλώς ως τόποι όπου το πολιτικό προκύπτει, αλλά επειδή αποτελούν μέρος του πολιτικού.


    Τι είναι η Πόλις;


    Υπάρχουν τρεις περιπτώσεις αστικής πολιτικής παρέμβασης. Η πρώτη αρχίζει με το ερώτημα της ειδικής φύσης του μέρους. Η πραγματική φύση της πόλης-τα τούβλα και ο ασβέστης, οι καθημερινές ρουτίνες, τα καλώδια και οι ρόδες-κάνουν πολλούς ανθρώπους να σκέφτονται ακόμη την πόλη ως οριοθετημένο χώρο. Όμως, όλα αυτά τα καθημερινά πράγματα συνδέονται με άλλους χώρους, φυσικούς και εικονικούς. Κανένα από αυτά δεν είναι πλήρες από μόνο του. Σκεφτείτε μόνο την πορώδη κατάσταση του σύγχρονου σπιτιού, με τις πολλαπλές εισόδους και εξόδους δεδομένων από όλο τον κόσμο (και στην πραγματικότητα πέρα απ’ αυτόν αν συμπεριλάβουμε τους δορυφόρους). Σκεφτείτε το σύγχρονο πάρκο, με ανθρώπους και φυτά από όλο τον κόσμο. Σκεφτείτε μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην πόλη, που για πολλούς ανθρώπους αποτελεί τη βασική εμπειρία του μέρους, με το διαρκές βουητό από τον θόρυβο του κόσμου εάν το ραδιόφωνο είναι ανοιχτό, αλλά και τις εικόνες του τοπίου που δεν είναι ποτέ εντελώς τοπικό (το τσιμέντο έρχεται από άλλη χώρα, η λάμπα του δρόμου από άλλη πόλη, οι σπόροι ή το γρασίδι από μια μακρινή εξοχή). Η φυσική εμπειρία του εδώ και τώρα εμπεριέχει τη φυσική εμπειρία του εκεί και τότε.


    Για την κατανόηση της πολιτικής του μέρους πρέπει επομένως να λαμβάνεται υπόψη η εξάρτηση από άλλα μέρη για υποστήριξη. Αυτά που έχουμε γύρω μας δεν δικαιολογούν διεκδικήσεις γνησιότητας και διαφοράς. Για πολλούς ανθρώπους αυτό μοιάζει αντίθετο με την εμπειρία τους, αλλά οποιαδήποτε υπεράσπιση του μέρους, και ειδικότερα του μέρους που αποκαλείται σπίτι, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους μακρινούς συνδέσμους και ροές που δημιουργούν τις πόλεις. Αυτό περιλαμβάνει ακόμη και τα πιο φυσικά και ακίνητα πράγματα. Ας πάρουμε τις συνήθεις άπειρες διαμάχες για το σχεδιασμό στις πόλεις, καθώς κι αυτές που επικεντρώνονται στην τοποθεσία ενός νέου κτιρίου ή μιας καινούριας πισίνας. Εάν σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αποδεκτό ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα τοπικά μέρη, σπάνια γίνεται καταγραφή όλων των δεδομένων που έχουν να κάνουν με πολλούς μακρινούς άλλους που εμπλέκονται στην υπόθεση του κτιρίου ή της πισίνας: ποια είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη και πώς μπορούν να εκπροσωπηθούν τα συμφέροντά τους; Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν αυτή την αντίληψη ως προάγγελο μιας πολιτικής μπαρόκ όπου οι αποφάσεις τελματώνονται στις διάφορες διεκδικήσεις μιας τεράστιας πολιτείας. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε όμως αν δεν δοκιμάσουμε, και επιπλέον είναι σαφές πως δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι διεκδικήσεις όσων βρίσκονται κοντά στην απόφαση πρέπει να έχουν υψηλή προτεραιότητα.


    Για να επανεξετάσουμε τι είναι αυτό που μετράει στη τοπική ιδιαιτερότητα, πρέπει να λάβουμε υπόψη τη σιωπηλή πολιτική του μέρους. Υπάρχουν αρκετές πολιτικές εκφράσεις αστικού χαρακτήρα: η αστική δημόσια τέχνη, για παράδειγμα, φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα που βρίσκονται ήδη στη συνείδηση του κόσμου. Το πολιτικό καθήκον μας είναι να προωθήσουμε τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι χειρίζονται την πολλαπλότητα αυτής της ιδιαιτερότητας, σε ένα περιβάλλον γεμάτο από τις διάφορες τεχνολογίες που ρυθμίζουν τα σύνολα σε μια πόλη.


    Τα τελευταία πενήντα χρόνια, οι τεχνολογίες αυτές έχουν πολλαπλασιαστεί σχηματίζοντας τώρα ένα φόντο για όλες περίπου τις αστικές δραστηριότητες και επηρεάζοντας πολλές από τις επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι στη διάρκεια της μέρας. Είναι μερικές από τις πιο ισχυρές μορφές ρύθμισης και ελέγχου, κυρίως επειδή δεν αποτελούν συνήθως αντικείμενο του δημόσιου σχολιασμού. Περιλαμβάνουν καθημερινά αντικείμενα όπως τα συστήματα σηματοδότησης και τα λογισμικά που εγκαθίστανται σε όλες τις μορφές της αστικής ζωής, καθώς και μερικά πιο ορατά αντικείμενα όπως τα συστήματα εποπτείας και διακυβέρνησης- μια ολόκληρη ποικιλία διαδεδομένων τρόπων για να διατηρείται ο πληθυσμός μετρήσιμος, υπόλογος και σε εγρήγορση. Πώς μπορούν αυτές οι μορφές διακυβέρνησης να επιστρέψουν στον δημόσιο τομέα, έτσι ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και διαφωνίας και να προσαρμοστούν σε νέους σκοπούς; Πρέπει να αντιληφθούμε τις ποικίλες τεχνολογίες ρύθμισης και ελέγχου μαζί προκειμένου να κατανοήσουμε τις συνδυασμένες επιδράσεις τους και να σκεφτούμε γι’ αυτές πιο θετικά – ως βασικές δομές της αστικής ζωής χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρχει προσανατολισμός ή κυκλοφορία ούτε προοπτική θεραπείας.


    Το ζήτημα της πόλης ως κοινότητας παραμένει. Για πολλούς ανθρώπους και για μεγάλο χρονικό διάστημα η γλώσσα της κοινότητας ήταν αυτονόητη. Οι κοινότητες λειτουργούν ως καταφύγια σε έναν σκληρόκαρδο κόσμο και μεσολαβούν σε αντικρουόμενα συμφέροντα. Όπως κι αν το κάνουμε, εκεί που βρίσκει κανείς τον εαυτό του είναι στο σπίτι, γι’ αυτό και είναι αυτόματα προνομιακό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στις πόλεις, ο σύνδεσμος μεταξύ σπιτιού και πόλης θεωρείται όλο και περισσότερο δεδομένος. Για να είμαστε δίκαιοι, κανείς δεν υποθέτει ότι η πόλη εκπροσωπεί όλες τις κοινότητές της, συχνά όμως υποστηρίζεται ότι η πολιτική της πόλης έχει να κάνει με τον χειρισμό πολλών κοινοτήτων που βρίσκονται πολύ κοντά η μια στην άλλη. Γίνεται λοιπόν συζήτηση για το πώς διαφορετικές εθνικές κοινότητες μπορούν να ζήσουν η μια δίπλα στην άλλη, γίνεται συζήτηση για τα καλά και τα κακά του διαχωρισμού (από τα γκέτο μέχρι τις περιφραγμένες κοινότητες), γίνεται συζήτηση για τους τρόπους γεφύρωσης των διαφορών, γίνεται συζήτηση για την οικοδόμηση της κοινότητας μέσα από διάφορες κοινότητες. Αυτός ο δημόσιος διάλογος γέννησε την έννοια της ανομοιότητας που τώρα κυριαρχεί στην αστική πολιτική σκέψη και τις πολιτικές της και που επικεντρώνεται στην ιδέα της κοινότητας.


    Αλλά η αστική ανομοιότητα δεν πρέπει να ερμηνεύεται τόσο ως πολιτική της κοινότητας, αλλά μάλλον ως πολιτική συνεκτικότητας. Πολλές κοινότητες δεν έχουν επιλογή. Βρίσκονται εκεί επειδή δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δεν ξέρουν πού ανήκουν. Αυτό το είδος επιβεβλημένης κοινότητας είναι μια ελλειμματική κοινότητα και παρ’ όλο που μπορεί να έχει δυνάμεις, πρόκειται συχνά για τις δυνάμεις των θιγμένων και απελπισμένων, που επιθυμούν να εγκαταλείψουν την κοινότητα. Δεύτερον, μπορούμε βάσιμα να αναρωτηθούμε εάν οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης νιώθουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα. Η αφοσίωση πολλών απ’ αυτών μπορεί να είναι ή να μην είναι τοπική. Κατά συνέπεια, ενώ είναι αλήθεια ότι πολλοί κάτοικοι της πόλης μπορεί να συνασπιστούν εναντίον ενός σχεδίου της κυβέρνησης, αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά ενέργεια της κοινότητας, κυρίως επειδή συχνά εμπλέκει ενεργά τον αποκλεισμό άλλων.


    Κανείς μπορεί επίσης να αναρωτηθεί γιατί οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τέτοια εξουσία έναντι των γειτόνων τους. Η πολιτική της τοπικής κοινότητας προϋποθέτει συχνά ότι η γειτνίαση είναι μια αξία από μόνη της και παρέχει αυτόματα εξουσία εις βάρος του ξένου και εις βάρος της τοπικής δέσμευσης σε ένα ευρύτερο πολιτικό πεδίο. Επιπλέον, η πολιτική της κοινότητας καταργεί άλλες τοπικές πολιτικές δυνατότητες. Αυτό που έχουμε κατά νου είναι πιο αγωνιστικές πολιτικές που ενθαρρύνουν τη διαφωνία και επιχειρούν ταυτόχρονα να οικοδομήσουν συναίνεση σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, ενισχύοντας τις ποικίλες συσπειρώσεις των ανθρώπων, χωρίς να επικεντρώνονται στον τοπικό παράγοντα. Με δυο λόγια, μια πολιτική διασύνδεσης αναπτύσσεται καθώς πολλοί κάτοικοι των πόλεων δεν δίνουν πλέον στην κοινότητα την έννοια της υπεράσπισης του ‘χωραφιού’ τους.


    Ποιοι είναι οι Πολίτες;


    Τέλος, πρέπει να σκεφτούμε το θέμα της υπηκοότητας, θέτοντας πρώτα το ερώτημα ‘Πολίτες τίνος πράγματος;’ Στο παρελθόν, οι πολίτες ταυτίζονταν με τις πόλεις, και πιο πρόσφατα, με το έθνος-κράτος. Τώρα που ο χώρος αστικοποιείται όλο και περισσότερο, η υπηκοότητα ταυτίζεται με πιο χωροταξικές κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι όλο και περισσότερο ταυτίζονται με την πλανητική κλίμακα (‘πολίτες του κόσμου’), την τοπική κλίμακα, και πολλούς άλλους χώρους ενδιαμέσως. Παρ’ όλο που η τάση για πολλαπλή χωροταξική ταύτιση είναι πιο ισχυρή στους νεότερους, όλο και περισσότερες κατηγορίες ανθρώπων διεκδικούν ταύτιση με πολλούς χώρους, όπως οι κοσμοπολίτες, μετανάστες, επαγγελματίες και πολλοί κοινοί άνθρωποι που η ζωή τους διαμορφώνεται μέσα από τις πολλαπλές διασυνδέσεις τους με τον κόσμο. Αυτό υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τους πολλούς χωροταξικούς δεσμούς που πάντοτε είχαν και τους μετατρέπουν σε ενεργό πολιτικό κεφάλαιο. Δεν μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για μια νέα κοινή υπηκοότητα βασισμένη σε συμφωνημένες επιθυμίες και αιτήματα που διαμορφώνονται σε πολλούς χώρους μεμιάς. Είναι όμως γεγονός πως η κατηγορία της υπηκοότητας που ήταν προηγουμένως περιορισμένη σε πολύ ειδικούς χώρους θρυμματίζεται και ορισμένα μέρη της επαναπροσδιορίζονται.


    Με αυτά τα δεδομένα, ο αστικός χαρακτήρας της πόλης πολλαπλασιάζεται και διανέμεται. Πρώτον, η πόλη εξακολουθεί να στεγάζει εκατομμύρια στερημένων, μετατοπισμένων και παράνομων ανθρώπων, για τους οποίους κάθε ιδέα υπηκοότητας είναι εκτός θέματος. Είναι άνθρωποι χωρίς δικαιώματα στους χώρους που καταλαμβάνουν. Η πόλη, με τους μύριους χώρους της, μπορεί επομένως να δώσει διέξοδο σε αυτούς που στερούνται υπηκοότητας προκειμένου να επιβιώσουν και μερικές φορές να προκόψουν. Η ύπαρξη μιας ολόκληρης σειράς από ημι-υπηκοότητες παρέχει επίσης κάποιες δυνατότητες για εκείνους που δεν έχουν τυπική πολιτική ταυτότητα. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν πάντα να λάβουν μέρος σε πολλές αστικές πολιτικές δραστηριότητες και συνήθως μπορούν να βρουν, τουλάχιστον, κάποιους τρόπους πολιτικής έκφρασης. Για να το πούμε αλλιώς, η πόλη είναι γι’ αυτούς το μόνο μέρος που μπορούν να αποκτήσουν πολιτικό κεφάλαιο.


    Η πόλη μπορεί επίσης να αποτελέσει έδαφος για νέες διεκδικήσεις, που πολύ συχνά προκύπτουν από τις ποικιλίες υπηκοότητας που αντιπαρατίθενται. Για παράδειγμα, στην πόλη υπάρχουν άνθρωποι με πλεόνασμα υπηκοότητας, όπως η διεθνής επιχειρηματική ελίτ, κοντά σε ανθρώπους με λιγότερες δυνατότητες, όπως οι χαμηλά αμειβόμενοι εργάτες που παρέχουν υπηρεσίες στους προηγούμενους, και νέες προκλήσεις δημιουργούνται από αυτή την αντιπαράθεση (π.χ. νέα πολιτική για υπηρέτες και αφεντικά απ’ όλο τον κόσμο αλλά με διαφορετική ικανότητα επιρροής, που συνδέεται με τις νέες διεθνείς πολιτικές στρατηγικές, συμμαχίες και κινήματα, όπως οι οργανώσεις που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των γυναικών) Αυτά τα αστικά περιβάλλοντα βοηθούν στην επαναδιαμόρφωση της υπηκοότητας, με τον αστικό χαρακτήρα της πόλης ως βασικό διαπλαστικό πεδίο που οποιαδήποτε πολιτική της υπηκοότητας δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη.


    Το άρθρο έχει δημοσιευθεί σε προγενέστερη μορφή από το Harvard International Review


    Διαβάστε ακόμα:


    Έρευνα για την παγκόσμια πόλη – πηγές


    Γκραφφίτι του 21ου αιώνα



    Αφιέρωμα: πόλεις σε ροή, πρόσφατα άρθρα
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε