σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Héctor E. Schamis – Λαϊκισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατικοί θεσμοί


    Héctor E. Schamis

    Αν όλα τα κόμματα της αριστεράς στη Λατινική Αμερική επικαλούνται την φιλοδοξία για ένα καπιταλισμό πιο ισότιμο και ένα πολιτικό σύστημα πιο συμμετοχικό, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από όσο υποδεικνύουν αυτές οι γενικές τους διακηρύξεις. Ως εκ τούτου, οι σημερινές διαφωνίες για τις κυβερνήσεις που γενικά αυτοχαρακτηρίζονται ως κεντροαριστερές δεν έχουν πάει πιο πέρα από το να κάνουν αναφορές πολύ πλατιές πάνω σε δύο τύπους αριστερής πολιτικής, επαναλαμβάνοντας τις γνωστές αναλύσεις ως προς τους παράγοντες που έχουν δώσει μορφή ιστορικά στα προοδευτικά κινήματα της περιοχής.



    Για παράδειγμα, ένα πρόσφατο δοκίμιο με τη συμβολή μάλιστα του Μεξικανού ακαδημαϊκού και διπλωμάτη Χόρχε Καστανιέδα ταξινομεί έναν τύπο της αριστεράς που πηγάζει από τον κομμουνισμό και την επανάσταση των μπολσεβίκων και που κατόπιν ταυτίζεται με την Κουβανέζικη επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο. Λενινιστική στις ιδεολογικές ρίζες της και από πλευράς οργάνωσης, αυτή η αριστερά με κάποιο τρόπο έχει απροσδόκητα πάρει στροφή προς τον πραγματισμό και τη μετριοπάθεια στα πρόσφατα χρόνια, προσκολλούμενη σφιχτά στους δημοκρατικούς θεσμούς. Από την άλλη πλευρά, ο άλλος τύπος της αριστεράς υιοθετεί ελεύθερα τα εθνικά σύμβολα και τους λαϊκιστές του παρελθόντος. Αυτή η αριστερά προσφεύγει στους φτωχούς, αλλά μέσω μιας εμπρηστικής ρητορικής και προγραμμάτων αναδιανομής του πλούτου που χρηματοδοτούνται από την οικονομική επέκταση. Τα κυβερνητικά έξοδα αυξάνονται στις περιόδους της αφθονίας, μόνο για να περιοριστούν δραματικά όταν χειροτερεύουν οι οικονομικές συνθήκες και επιβάλλονται καινούριοι μακροοικονομικοί περιορισμοί. Η δημοκρατία υποφέρει σε αυτά τα πλαίσια, μιας και η πολιτική διαδικασία μειώνεται σε ένα απλό υποπροϊόν των οικονομικών κύκλων, ενώ η συνεχής επέκταση της πολιτικής εξουσίας διαβρώνει τους πολιτικούς θεσμούς.


    Αν ακριβώς η διάκριση που κάνει ο Καστανιέδα ανάμεσα στους δύο τύπους αριστεράς είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, χρειάζεται μια μεγαλύτερη διαφοροποίηση για να περιγραφούν οι διαφορετικές αριστερές που έχουν αναδυθεί στη Λατινική Αμερική στο πρόσφατο παρελθόν. Χρειαζόμαστε χαρακτηρισμούς πιο οξυδερκείς και ακριβέστερες ταξινομήσεις των περιπτώσεων, όχι μόνο για λόγους ταξινομικής συνέπειας, αλλά και για να περιγράψουμε τις περιπλοκότητες που μια τυπολογία δύο ειδών δεν είναι ικανή να χωρέσει. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε το λάθος να ταξινομήσουμε τις παρατηρήσεις μας με βάση έννοιες που αυτή τη στιγμή έχουν πολύ λιγότερο νόημα από αυτό που είχαν πριν από 50 χρόνια, όταν ο σοσιαλισμός κι ο λαϊκισμός παρουσίαζαν ένα όραμα του μέλλοντος – μιας κοινωνίας αταξικής στην περίπτωση της πρώτης, και μιας αυτάρκους βιομηχανοποίησης στη δεύτερη, η οποία κατάφερε να αιχμαλωτίσει την φαντασία μεγάλων τομέων της κοινωνίας. Βεβαίως, η λατινοαμερικάνικη προοδευτική πολιτική θα πάρει αναπόφευκτα κάποιο από τα ιστορικά κληροδοτήματα του σοσιαλισμού και του λαϊκισμού. Ωστόσο, ο δυσδιάκριτος, ανόργανος και άμορφος τρόπος με τον οποίο αυτά τα κληροδοτήματα εκφράζονται σήμερα υπονοεί πως δύσκολα μπορούν να εκπροσωπήσουν αναλυτικές κατηγορίες προς χρήση.


    Σε κάθε περίπτωση, η αριστερά σε αυτό το μέρος του κόσμου συχνά μοιάζει με ένα μείγμα μετασοσιαλισμού και μεταλαϊκισμού. Για παράδειγμα, πως θα χαρακτηρίζαμε το Κόμμα των Εργατών της Βραζιλίας (ΚΕ); Αν και ελάχιστα μπολσεβικικό (και ωστόσο, είναι ένας σοσιαλιστικός σχηματισμός), είναι ένα κόμμα που αναδύεται από τις στάχτες παραδόσεων με εργατικές βάσεις συνδεδεμένες με τον πρόεδρο Χετούλιο Βάργκας (1930-1945, 1950-1954). Ωστόσο, η οικονομική πειθαρχία του ΚΕ από τότε που ανέβηκε στη εξουσία το 2003 σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον σαν λαϊκίστικο κόμμα. Ποιό είναι το νόημα της λέξης λαϊκισμός – στη Βενεζουέλα και σε άλλα μέρη, και με ή χωρίς το «μπολιβαριανός σοσιαλισμός» του Ούγκο Τσάβες – όταν λείψει αυτός ο στύλος της λαϊκιστικής πολιτικής οικονομίας της Λατινικής Αμερικής, η βιομηχανοποίηση με το μοντέλο υποκατάστασης των εισαγωγών; Πως δίνουμε νόημα στο «λαϊκιστή της αριστεράς» Νέστορ Κίρχνερ, από την Αργεντινή, έναν πρόεδρο ελεγμένο από το ίδιο κόμμα που πρόσκειται στον Περόν που πλάσαρε προηγουμένως στην εξουσία τον «λαϊκιστή της δεξιάς» Κάρλος Μένεμ;


    Η μελέτη για τις σύγχρονες αριστερές ανοίγει ένα χρήσιμο παράθυρο προς τη λατινοαμερικάνικη πολιτική και τα άνισα δημοκρατικά της συστήματα, αλλά η πρόκληση ριζώνει στην αναγνώριση σταθερών και κατάλληλων κριτηρίων που μας επιτρέπουν να διαφοροποίησουμε τη μια αριστερά από την άλλη. Αυτό προϋποθέτει την ανοχή στη χρήση εννοιολογικών εργαλείων μέσα στα κατάλληλα ιστορικά συμφραζόμενά τους, μιας και οι έννοιες που αποσπώνται από τον τόπο και την ημερομηνία γέννησής τους τείνουν να χάνουν την ικανότητά ερμηνείας. Ιδέες όπως μια λενινιστική και λαϊκιστική αριστερά (ή λαϊκιστική δεξιά, για την υπόθεσή μας) στη Λατινική Αμερική έχουν μια λειτουργία πιο μεταφορική σήμερα, καθώς και οι κατηγοριοποιήσεις που μιλούν για μια «φασιστική» δεξιά (που γενικά ισχύουν για την άκρα δεξιά, ανεξαρτήτως μέρους) ή για μια αριστερά «μαοϊστική» (συνήθως ισχύουν για την κινητοποίηση των αγροτών σε όλο τον κόσμο σε δρόμους ανάπτυξης).


    Συνεπώς, οφείλουμε να εξετάσουμε τις καταγραφές της αριστεράς χρησιμοποιώντας πιο κοντινούς παράγοντες. Γι΄αυτό το λόγο ταυτίζω μια σειρά από αριστερές εφαρμόζοντας σαν βάση της ανάλυσής μου τη διάσπαση του χαρακτήρα του συστήματος των κομμάτων, που μπορεί να εκπέσει, ώστε από θεσμικό και λειτουργικό,να διασπαστεί και να οδηγηθεί ακόμη και σε κατάρρευση. Αν παρατηρηθεί η λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων, επιτυγχάνεται μια πιο βαθιά κατανόηση της αριστεράς και της ποιότητας της δημοκρατίας, γενικά, εφ’ όσον αυτό που ως επί το πλείστον επιβεβαιώνεται για τις διαφορετικές αριστερές επίσης ισχύει για τα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Δηλαδή, στις χώρες στις οποίες η αριστερά είναι μετριοπαθής, με ροπή προς την αφοσίωση στον κοινοβουλευτισμό και σεβόμενη τους θεσμούς, επίσης έχουν την τάση να είναι έτσι και τα υπόλοιπα κόμματα. Αντίθετα, όταν η αριστερά δεν σέβεται το δίκαιο, περιορίζει την ανεξαρτησία των μέσων επικοινωνίας και αγνοεί τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης, το ίδιο κάνει και η δεξιά.


    Επομένως, ένα ερώτημα σχετικό είναι γιατί τα συστήματα των κομμάτων στην περιοχή έχουν αναπτυχθεί με τρόπο τόσο άναρχο από τις μεταβάσεις στη δημοκρατία της δεκαετίας του ογδόντα. Θίγω αυτό το ζήτημα εξετάζοντας την εξάρτηση στη διαδρομή της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού, τη συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ, καθώς και τις οικονομικές πολιτικές που έχουν βελτιώσει ή οξύνει τις επιδράσεις των οικονομικών κύκλων. Αν εξηγούν καλά τα πολλά είδη της αριστεράς, αυτοί οι τρεις παράγοντες φωτίζουν σημαντικές διαφορές στη λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων και στην άνιση αποδοτικότητα της δημοκρατικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική.


    Θεσμική πολιτική των κομμάτων της αριστεράς


    Ανεξαρτήτως αν είναι στην εξουσία η αριστερά ή η δεξιά, η θεσμική πολιτική του κόμματος υποκινεί τη διαλλακτικότητα και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, και μ΄αυτό τη δημοκρατική σταθερότητα. Κάποιες λατινοαμερικάνικες χώρες έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, ενώ άλλες όχι. Οι παράγοντες που έχουν επιτρέψει να κατορθώσουν κάποιες χώρες μια δημοκρατική πολιτική με βάση ένα σύστημα κομμάτων σταθερό εξηγούν επίσης τη συμπεριφορά των κομμάτων της αριστεράς.


    Η επαναφορά της δημοκρατίας στη Χιλή, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, είναι μια περίπτωση που αξίζει να αναλυθεί. Από τις αρχές της, η διαδικασία υπολόγιζε σε μια δυνατή θεσμική βάση αποτέλεσμα του συντάγματος του στρατιωτικού καθεστώτος του στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ που ανακοινώθηκε δημόσια το 1980 μέσω ενός δημοψηφίσματος. Το συγκεκριμένο έγγραφο περιείχε μια φόρμουλα κι ένα πρόγραμμα για να οδηγηθεί η στρατιωτική κυβέρνηση στο τέλος της, συγκαλώντας ένα δημοψήφισμα το 1988 που θα διατηρούσε τον Πινοτσέτ σαν πρόεδρο για άλλα οχτώ χρόνια ή θα οδηγούσε στις εθνικές εκλογές το 1989 και στην έναρξη της δημοκρατικής μετάβασης. Αυτό έφερε τα πόλιτικά κόμματα αντιμέτωπα με μια απόφαση: να παρατείνουν επ’ αόριστον την κατάσταση που ξεκίνησε με την ανατροπή του προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973, ή να γίνουν κομμάτι της πολιτικής διαδικασίας, το οποίο προϋπέθετε την πιθανότητα να νομιμοποιήσουν οι ψηφοφόροι την ίδια τη δικτατορία εναντίον της οποίας είχε αγωνιστεί η αντιπολίτευση για περισσότερα από 15 χρόνια. Στην αρχή, μόνο μια χούφτα από αρχηγούς του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος τάχθηκε υπέρ αυτής της τελευτίας επιλογής, αλλά κατόρθωσε να πείσει τα ίδια τα μέλη του, καθώς και τους αντίπαλους του στο Σοσιαλιστικό κόμμα.


    Στο τέλος, η συμμετοχή απέδωσε τους καρπούς της. Τα κόμματα της κεντροαριστεράς, ενωμένα ως Συνασπισμός, κέρδισαν τόσο το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 1988 όσο και τις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1989. Η Χιλή επέστρεψε στο δημοκρατικό καθεστώς με την αρχή της προεδρίας του Πατρίσιο Αϋλουίν, το Μάρτιο του 1990. Παρά τις αμφιβολίες και τη δυσπιστία, η κυβέρνηση Πινοτσέτ παρέδωσε την εξουσία στη νέα δημοκρατική κυβέρνηση, ακριβώς όπως το προέβλεπε το Σύνταγμα που το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς είχε συντάξει. Αυτή η διαδικασία της μετάβασης ήταν, από μόνη της, μια εξαίρεση, καθώς σπανίως τα απολυταρχικά καθεστώτα ιδρύουν κανόνες που συγκεκριμενοποιούν, με μεγάλη προσδοκία και λεπτομέρεια, πότε και πώς θα εγκαταλείψουν την εξουσία.


    Συνεπώς, ειδωμένο αναδρομικά, το στρατιωτικό καθεστώς βρέθηκε να περιορίζεται από το συνταγματικό πλαίσιο που του είχε παραχωρήσει η εξουσία. Το Σύνταγμα του 1980 κατέληξε να έχει θετικές συνέπειες, παρά τις αρχικές αρνητικές προβλέψεις. Όχι μόνο μείωσε την αβεβαιότητα στη διαδικασία μετάβασης, αλλά και – βάζοντας τέλος στο βαθιά ριζωμένο πρόβλημα των προέδρων που εκλέγονταν με μια μειοψηφία της λαϊκής ψήφου και που χρειάζονταν πλειοψηφίες στο Κογκρέσο πιο σημαντικές για να εγκρίνουν τους νόμους – ελαχιστοποίησε την αστάθεια που μάστιζε την προηγούμενη θεσμική τάξη. Η εμπειρία της Χιλής ενδυνάμωσε τις κεντρομόλους δυνάμεις, εμβαθύνοντας και εμπλουτίζοντας μια διαδικασία μάθησης που ήδη είχε δρομολογηθεί.


    Σε μια χώρα με μια ιστορία αυξανόμενης ιδεολογικής πόλωσης που εκτονώθηκε βίαια στη δεκαετία του εβδομήντα, η επιβίωση της δημοκρατίας εξαρτιόταν επίσης από την επανακοινωνικοποίηση της πολιτικής ελίτ. Τα νέα θεσμικά κίνητρα διευκόλυναν αυτή τη διαδικασία. Έκανε εμφανές ότι κάποιος σαν τον Αλεχάντρο Φόξλεϋ, υπουργός Οικονομικών από το 1990 ως το 1995 και αργότερα υπουργός Εξωτερικών, θα αναγνώριζε από τις αρχές της πρώτης δημοκρατικής κυβέρνησης ότι οι συνταγματικοί κανόνες που είχε προτείνει ο Πινοτσέτ είχαν «ειρωνικά ενθαρρύνει ένα σύστημα πιο δημοκρατικό», εφ’ όσον υποχρέωσαν τους βασικούς πρωταγωνιστές να καταλήξουν σε συμφωνίες, αντί σε αντιπαράθεση, και «αποφεύγοντας το λαϊκισμό» αύξησαν τον «οικονομικό τρόπο διακυβέρνησης».


    Η κλασική απεικόνιση της Χιλής ως «πρωταθλήτριας του νεοφιλελευθερισμού» στη Λατινική Αμερική αδυνατεί να συλλάβει πόσο πραγματιστικές υπήρξαν οι οικονομικές πολιτικές της: από την έμφαση σε έναν τύπο ανταγωνιστικής αλλαγής σε μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες• από έναν στενό έλεγχο του τραπεζικού τομέα, στην προσαρμογή των επιτοκίων• κι από τους περιορισμούς της ροής του κεφαλαίου, στη δημιουργία ενός αποθέματος για να προστατευτεί η οικονομία από τις διακυμάνσεις στην παγκόσμια τιμή του χαλκού (το βασικό προϊόν εξαγωγής της Χιλής και το οποίο πάντοτε υπήρξε ένας πόρος στα χέρια του Κράτους). Αυτές οι πολιτικές πηγάζουν σε ένα πλαίσιο όπου η διαπραγμάτευση μέσα στο Κογκρέσο έχει υπερισχύσει της πολιτικής στους δρόμους, και της συμφωνίας για την διακριτική άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η προοδευτική πολιτική στη Χιλή είναι μια υπόθεση όχι ριζικών μετατροπών, αλλά βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων. Η συνένωση της κεντροαριστεράς, ο Συνασπισμός, που αναδύθηκε από τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές, έχει κυβερνήσει από το 1990 και έχει μετατρέψει τη χώρα σε ένα μοντέλο δημοκρατικού καπιταλισμού και σταθερής πολιτικής κομμάτων στην περιοχή.


    Η αριστερά και το μέλλον της δημοκρατίας


    Ο λαϊκισμός ως πολιτικός πρωταγωνιστής ανήκει στο παρελθόν και ίσως θα οφείλαμε να τον καταργήσουμε και σαν έννοια. Από τη στιγμή πουτο κλασικό μοντέλο βιομηχανοποίησης με υποκατάσταση των εισαγωγών έπαψε να είναι μια βιώσιμη στρατηγική, σαν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ενοποίησης της αγοράς και του οικονομικού ανοίγματος που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, εξαφανίστηκαν οικονομικά κίνητρα των αστικών συνασπισμών που είχαν σχηματίσει πολλές τάξεις που είχαν υποστηρίξει το λαϊκισμό. Χωρίς μια υλική βάση στήριξης, τα δομικά θεμέλια του λαϊκισμού χάθηκαν. Οι ποικιλίες του «λαϊκισμού» που έφτασαν στην εξουσία αποό τις μεταβάσεις της δεκαετίας του ογδόντα ήταν αδέξιες απομιμήσεις του πρωτότυπου, ικανές να αναδημιουργήσουν τη ρητορική και τις τελετουργίες του, αλλά χωρίς να μπορούν να αναπαράγουν την ουσία του. Παρομοίως, ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα του παρελθόντος. Με το που ο σοσιαλισμός του Κράτους έδειξε το κακό πρόσωπό του και την παράλογη οικονομία του, το σύστημα και η ιδεολογία του αποσυντέθηκαν. Ιδέες όπως η αταξική κοινωνία, ο κεντρικός προγραμματισμός και η απόκτηση των μέσων παραγωγής από το Κράτος έχασε το νόημα και τη δύναμή του, τόσο στη Λατινική Αμερική όπως και αλλού.


    Ωστόσο, οι ουσιαστικές ανησυχίες του λαϊκισμού είναι τόσο ζωντανές όσο ήταν πάντα. Δεκαετίες μετά το τέλος των στρατιωτικών κυβερνήσεων, των μακρόπνοων στόχων, όπως το Κράτος ευημερίας, η κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική συμμετοχή, η ισότητα και αξιοπρέπεια της εργατικής τάξης και τα δικαιώματα των ομάδων είναι μειονεκτήματα, συνεχίζουν να είναι ανεκπλήρωτα και να προκαλούν κινητοποιήσεις. Παρ΄όλα αυτά, τα πολιτικά οχήματα του παρελθόντος έχουν πάψει να είναι βιώσιμα στην πρωτότυπη μορφή τους. Τα ζητήματα συνεχίζουν να είναι τα ίδια, αλλά χρειάζονται νέες στρατηγικές για να τα προσεγγίσουν και να τα επιλύσουν. Γενικά, οι σοσιαλιστές έχουν βρει ένα νέο σενάριο με σχετική ευκολία, μιας και έχουν βρει άλλα μέρη προς τα οποία να κοιτάξουν. Ο Φελίπε Γκοθάλεθ είχε ήδη καταφέρει να μετατρέψει την Ισπανία σε ένα μοντέλο για την κοινωνική δημοκρατία στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα έφτασε να «επιλέγει» παλιούς κομμουνιστές από την Ουγκαρία και την Πολωνία για να πάνε στις χώρες τους «γυρίζοντας από την Ευρώπη».


    Εντούτοις, οι λαϊκιστές πολιτικοί είχαν μικρότερη επιτυχία στη μετατροπή των μαζικών κινημάτων τους σε βιώσιμα πολιτικά κόμματα. Στην πλειοψηφία τους αυτοί οι ηγέτες είχαν δυσκολία να βρουν ένα αφήγημα που θα συνεισέφερε στη δημοκρατική σταθερότητα με έναν έγκυρο τρόπο. Το φάντασμα του παλιού λαϊκισμού συνεχίζει να επιστρέφει, ίσως σαν ένας μάρτυρας του πόσο ανολοκλήρωτη είναι η ενσωμάτωση των φτωχών στη Λατινική Αμερική, και σαν μια οδυνηρή υπενθύμιση πως η περιοχή συνεχίζει να έχει την μεγαλύτερη ανισότητα του κόσμου. Το λαϊκιστικό αίνιγμα φέρνει αντιμέτωπη τη Λατινική Αμερική με τη γνωστή αλλά περίπλοκη πρόκληση να προάγει έναν βαθύ εκδημοκρατισμό την ίδια στιγμή που ενισχύονται οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της ίδιας της δημοκρατίας. Η ανάγκη να επιτευχθούν και οι δυο εργασίες συνεχίζει να παρουσιάζει ακανθώδη θέματα σε μια περιοχή που που και η ίδια η λέξη «θεσμός» έχει φτάσει να σημαίνει, εδώ και πολύ καιρό, έναν απλό σάκο με ταχυκτυλουργικά που οι κυβερνούσες ελίτ χρησιμοποιούν για να ξεγελάσουν, αποκλείσουν και καταστήσουν πιο φτωχό το λαό. Πολύ συχνά οι ηγέτες έχουν προτείνει δίκαια κοινωνικά ιδανικά που δεν έχουν νιώσει υποχρεωμένοι να τα εφαρμόσουν με κοινωνικές μορφές. Είναι μια θλιβερή ειρωνία, αυτοί οι ηγέτες έχουν καταλήξει να αποδυναμώσουν ακριβώς τα δικαιώματα και τους θεσμούς που οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι χρειάζονται απεγνωσμένα, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τις ανισότητες που οι ηγέτες θα έπρεπε να είχαν διορθώσει.


    Ωστόσο, η αυθαιρεσία δεν αποτελεί μια καλή συνταγή για μια δημοκρατική κοινωνία. Αν ο δεξιός Κάρλος Μένεμ αξίζει να επικρίνεται επειδή διόρισε παράνομα δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του, επίσης θα πρέπει να κριθεί και ο αριστερός Ούγκο Τσάβες, ανεξαρτήτως από τους στόχους του που είναι τόσο διαφορετικοί. Σε μια δημοκρατία τα μέσα είναι ουσιαστικά και όχι μια τυπικότητα, εφ΄όσον οι κανόνες είναι το μοναδικό στο οποίο οι αντίπαλοι μπορούν πάντα νασυμφωνούν. Οπότε, οι μέθοδοι συνιστούν την κόλλα που κρατάει ενωμένη την πολιτική.


    Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την αριστερά στη Λατινική Αμερική σήμερα: να συμφιλιωθούν οι βασικοί στόχοι της ένταξης και της ισότητας με τους στόχους – εξίσου βασικούς, επιμένω- του να υπολογίζουμε σε μεθόδους και θεσμούς στέρεους.


    Υπάρχουν χώρες στην περιοχή στις οποίες αυτή η διπλή πρόκληση έχει προσεγγιστεί και μάλιστα επιτευχθεί. Ο κοινός παρανομαστής σε τέτοιες ιστορίες επιτυχίας είναι η ύπαρξη ενός σταθερού συστήματος πολιτικής κομμάτων και μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων που δεν εξαρτάται από τη διακριτική εξουσία της Εκτελεστικής, αλλά στην νομοθετική διαπραγμάτευση. Στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής απομένουν πολλά για να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν καλά παραδείγματα κοντά μας. Είναι αναγκαίο να τα μιμηθούμε.


    Το κείμενο έχει εμφανιστεί στα ισπανικά στην Μεξικάνικη επιθεώρηση CONFLUENCIA XXI, και δημοσιεύεται στο πλαίσιο συνεργασίας των δύο περιοδικών




    Αφιέρωμα: Λατινική Αμερική
    Ετικέτες: , , ,

    |
    1 σχόλιο »

    1 σχόλιο

    1. Ο/Η Γιώργης Χολιαστός :
      May 20th, 2009 at 01:21

      Περί λαϊκισμού
      Όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες του κόσμου λένε ότι η μάστιγα της θανατηφόρου Νέας Γρίπης θα αντιμετωπιστεί με το πλύσιμο των χεριών.
      Και οι αδαείς περί τα ιατρικά λένε: «Λαϊκίζουν οι αλήτες! Μια τόσο μεγάλη απειλή να αντιμετωπιστεί με κάτι τόσο απλό και ευτελές; Λαϊκίζουν οι αλήτες οι φακελλάκηδες! Αγνοήστε τους.»
      Και σε όσους λένε ότι η δυστυχία και φτώχεια του ελληνικού Λαού οφείλεται στα ποσά που τα καθάρματα οι πολιτικοί συνέχεια κλέβουν από τον Δημόσιο κορβανά, οι αδαείς περί τα οικονομικά θα απαντούσαν: «Λαϊκίζουν οι αλήτες! Μια τόσο μεγάλη απειλή να αντιμετωπιστεί με κάτι τόσο απλό και ευτελές; Λαϊκίζουν οι αλήτες ! Αγνοήστε τους.»
      Γιώργης Χολιαστός


    σχολίασε