σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Rizalino Noble Malabed – Νιώθοντας άνετα μέσα στη δίνη (ή η συγκρουσιακή χρήση του χώρου στη Μανίλα)


    from the 1986 esda revolution

    Η καινοτομία της επερχόμενης πολιτικής είναι ότι δεν θα ενσωματώνει την πάλη για την κατάκτηση…του Κράτους, αλλά την πάλη μεταξύ του Κράτους και του μη-Κράτους (η ανθρωπότητα), μία ανυπέρβλητη διάζευξη ανάμεσα στην οποιαδήποτε μοναδικότητα και την οργάνωση του Κράτους.

    – Giorgio Agamben, The Coming Community

    Οι Φιλιππίνες κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού νόμου και τη δικτατορία του Μάρκος αποτελούσαν παράδειγμα χώρου κυριαρχούμενου από το κράτος. Οι δρόμοι και οι πλατείες της Μανίλα και άλλες συνδεδεμένες μητροπολιτικές πόλεις ήταν «κλεισμένες, αποστειρωμένες και εκκενωμένες» καθώς πριν τη κήρυξη του στρατιωτικού νόμου το 1972 ήταν οι τόποι όπου λάμβαναν χώρα οι πολιτικές συγκεντρώσεις της αντιπολίτευσης∙ αρένες για φοιτητές κι εργάτες που μάχονταν εναντίον των όπλων, των γκλομπ και των αντλιών της Metropol (μητροπολιτική αστυνομία) με πέτρες, σφιγμένες γροθιές και την οργή τους∙ μέρη για ένα πλήθος χρήσεων που ένας λαός – που πάλευε να επιβιώσει οικονομικά, να διεκδικήσει τη νομιμότητα του κράτους, ή απλά συναναστρεφόταν ειρηνικά/ νόμιμα ή  – φανταζόταν και ζούσε την καθημερινότητα. Οι δρόμοι και οι πλατείες της Μανίλα στα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις αρχές του ’70 βρίσκονταν σε αναταραχή, όπως ήταν οι δρόμοι σε πολλά σημεία του κόσμου. Η Πλατεία Μιράντα μπροστά από την παλιά εκκλησία Quaipo φιλοξενούσε ριζοσπάστες, μεταρρυθμιστές, πολιτικούς, πεζούς, μαχαιροβγάλτες, μετανοημένους, αυτούς που λένε τη μοίρα, πωλητές φίλτρων και φυλαχτών. Η κοντινή ζώνη του πανεπιστημίου και οι δρόμοι γύρω του – η τοποθεσία όπου βρίσκονται πολλά από τα πανεπιστήμια και κολλέγια της Μανίλα και μονοπάτι που οδηγεί κατευθείαν στην έδρα της εξουσίας (το Malacanang Palace) – ήταν σκηνικό διεξαγωγής συνεχών μαχών μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας αλλά και μέρος μάθησης και μέθης, με τις μπυραρίες να βρίσκονται ένα βήμα από τις σχολές.


    Μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, οι στρατιωτικοί και η αστυνομία έγιναν πανταχού παρόντες σε δημόσιους χώρους. Οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης, οι ριζοσπάστες, οι μεταρρυθμιστές ηγέτες των φοιτητών, αρχηγοί εργατικών οργανώσεων συνελήφθησαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τους δολοφόνησαν ή «εξαφανίστηκαν». Και οι μεταρρυθμιστές και οι ριζοσπαστικές οργανώσεις υποχρεώθηκαν να δρουν υπόγεια ή να φύγουν στην εξορία. Οι πολιτικές συγκεντρώσεις, εκτός κι αν ήταν κρατικές, κηρύχθηκαν παράνομες όπως και όλες οι συναθροίσεις ατόμων σε δημόσιους χώρους περιορίστηκαν και απειλήθηκαν με προγραφές. Οι στρατιωτικοί και η αστυνομία έκλεισαν τους δρόμους ακόμη και στην κυκλοφορία οχημάτων, με πολυάριθμα σημεία ελέγχου. Οι νόμοι και οι απαγορεύσεις του στρατιωτικού νόμου αποστείρωσαν τους δημόσιους χώρους από οποιαδήποτε πολιτική χρήση που προκαλεί το κράτος. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας άδειασε πάρκα, πλατείες, δρόμους. Οι χώροι της Μανίλα, που προήγουμενα έσφυζαν από ποικιλία και αμφισβήτηση, κυριαρχήθηκαν από την εικόνα της τάξης και την καταναγκαστική εξουσία του απολυταρχικού κράτους. Το όραμα του δημόσιου χώρου έγινε τότε αποστειρωμένο κι ομοιογενές. Ο δρόμος και το πεζοδρόμιο ήταν πια για τους ανθρώπους και οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας και οι αυτοκινητόδρομοι ήταν για τα αυτοκίνητα. Ακόμη και τα πάρκα και οι πλατείες μετατράπηκαν αυστηρά σε λεωφόρους που οι άνθρωποι διασχίζουν βιαστικά για να φτάσουν στον προορισμό τους. Αν ήταν να τα απολαύσει κανείς, έπρεπε να το κάνει μόνο στη διάρκεια της ημέρας. Η χρήση του χώρου ως συγκρουσιακού πεδίου εκδιώχθηκε από τους δρόμους της Μανίλα και ξεκίνησε πόλεμος που διεξαγόταν από τις άκρες των πόλεων, στους φυσικούς και μη κυριαρχούμενους χώρους της υπαίθρου.


    Εγώ μεγάλωσα σ’ αυτό το σκηνικό, μ’ αυτή την επιβεβλημένη κυριαρχία στην πραγματικότητα. Ένα «μωρό του στρατιωτικού νόμου» – κάποιος που μεγάλωσε με το στρατιωτικό νόμο όχι μόνο σαν πολιτική επιβολή αλλά και σαν κοινωνικό πλαίσιο. Οπότε, ωρίμασα θεωρώντας ότι η καταπίεση μας αξίζει∙ η απαγόρευση της κυκλοφορίας είναι φυσιολογικό πράγμα∙ ο στρατός και η αστυνομία δικαίως είναι πανταχού παρόντες∙ μια και μοναδική εφημερίδα, φυσικό. Έχω, όπως όλη η γενιά μου, εσωτερικοποιήσει τη φυσιολογικότητα της ανωμαλίας. Επίσης ζούσα πέντε ώρες μακριά από την πρωτεύουσα του έθνους, στην περιοχή από όπου ήταν, υποτίθεται, και ο δικτάτορας – μια περιοχή που γενικά ευνοούσε το απολυταρχικό κράτος λόγω προνομιακής αντιμετώπισης από την κυβέρνηση – μακριά από τα γεγονότα.Είχα μια αμυδρή ιδέα για το ότι οι άνθρωποι επαναστατούσαν και διεξαγόταν ένας πόλεμος στα βουνά, σε πολύ μακρινά νησιά, στους ορυζώνες και στα πολύ μαύρα σκοτάδια. Ο πόλεμος όμως ήταν πολύ μακριά και στην πραγματικότητα δεν μας ανησυχούσε.


    Αυτό άλλαξε το 1983, ύστερα από τη δολοφονία ενός επιφανούς ηγέτη της αντιπολίτευσης και πολιτικού που επέστρεφε από την εξορία στις ΗΠΑ. Η δικτατορία του Μάρκος κατηγόρησε τους κομμουνιστές επαναστάτες αλλά όλοι ήξεραν ότι οι ήταν ο στρατός με τις τις ευλογίες και την προσταγή του κράτους. Ανατέθηκε σε μια ανεξάρτητη επιτροπή να το διερευνήσει αλλά ένα συμβιβασμένο δικαστήριο τελικά απάλλαξε τους στρατιωτικούς από τη συμμετοχή τους στο έγκλημα. Ξαφνικά η διστακτική και ανιχνευτική δοκιμή των πολιτικών υδάτων αμέσως μετά από την άρση του στρατιωτικού νόμου μετατράπηκε σε πλατάγημα, σε ορμή. Και ακολούθως σε κύματα οργής, καθώς φοιτητές κι εργάτες ξεχύθηκαν ξανά στους δρόμους της πόλης και τα ξαναδιεκδίκησαν – απελευθερώνοντας δυο δεκαετίες δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και παραπόνων κατά της δικτατορίας του Μάρκος. Σχηματίστηκαν ευρείες συμμαχίες μεταξύ της πολιτικής αντιπολίτευσης, των ριζοσπαστών, των μεταρρυθμιστών, της Εκκλησίας, των επιχειρήσεων και των επαναστατών. Εφημερίδες που είχαν κλείσει από το στρατιωτικό νόμο και εναλλακτικές πηγές ειδήσεων αυξήθηκαν. Η εθνική εφημερίδα, φερέφωνο της δικτατορίας, αναγκάστηκε να καλύψει την αναταραχή ή τουλάχιστον να την τοποθετήσει σε ένα ευνοϊκό για το κράτος-πλαίσιο. Όμως η όψη της ηρεμίας που διαιωνιζόταν μέσω της καταπίεσης είχε θρυμματιστεί.Επιτέλους ήξερα τισυνέβαινε και τι είχε συμβεί προηγουμένως. Ο λαός ήξερε τι συνέβαινε – ότι τα πράγματα οδηγούνταν σε αντιπαράθεση.


    Ο κυριαρχούμενος χώρος, όπως τον ζούσαμε στη Μανίλα στις τελευταίες ημέρες της δικτατορίας, μπορούσε να διεκδικηθεί πάλι. Η πράξη της επαναδιεκδίκησης μέσω των κινημάτων αμφισβήτησης απελευθερώνει τον κυριαρχούμενο χώρο και προκαλεί την ίδια την πηγή της κυριαρχίας.


    Αλλά η πτώση του απολυταρχικού κράτους του Μάρκος δεν έφερε ειρήνη ή ανάπαυλα στους δρόμους της Μανίλα. Η νέα κυβέρνηση της Ακίνο συνθηκολόγησε με τις Αμερικανικές απαιτήσεις και ανακάλεσε προηγούμενη θέση της σχετικά με την απομάκρυνση βάσης των ΗΠΑ από το Φιλιππινέζικο έδαφος. Ένας λαϊκός ηγέτης, ο Ρολάντο Ολάλια, και ο οδηγός του απήχθησαν και βρέθηκαν δολοφονημένοι ύστερα από βασανιστήρια στα τέλη του 1986. Δεκατρείς αγρότες πυροβολήθηκαν στη Γέφυρα Mendiola, κοντά στο Προεδρικό Παλάτι, σε μια κινητοποίηση αγροτικών οργανώσεων τον Ιανουάριο του 1987, με την οποία ζητούσαν αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Μέσα στον ίδιο μήνα, δυο άτομα σκοτώθηκαν και 12 τραυματίστηκαν όταν η αστυνομία άνοιξε  πυρά σε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας για το θάνατο των δεκατριών αγροτών. Το Σεπτέμβριο του 1987, ένας πρώην ηγέτης των φοιτητών και γενικός γραμματέας της ριζοσπαστικής Νέας Εθνικής Συμμαχίας (Bagong Alyansang Makabayan), ο Lean Alejandro, δολοφονήθηκε με ένα κυνηγετικό όπλο που ανατίναξε το μισό του πρόσωπο. Επαναστάτες στρατιώτες έκαναν αρκετές απόπειρες πραξικοπήματος που μετέτρεψαν τους δρόμους σε πεδία μάχης το 1987 και 1989. Ομάδες επαγρύπνησης χορηγούμενες από το στρατό αφηνίαζαν στην ύπαιθρο προκαλώντας εκτεταμένο φόβο, ακρωτηριασμούς, φόνους και αρκετές σφαγές.


    Πήγα στο Πανεπιστήμιο των Φιλιππίνων εν μέσω αυτής της συγκεχυμένης βίας και πολιτικής αναταραχής. Ο διακαής πόθος της γενιάς μου αλλά και των ανθρώπων που είχαν εκτεθεί άμεσα στη μεθοδική βία και αυθαιρεσία της δικτατορίας ήταν μια κατάσταση πλήρους ανατροπής από την εμπειρία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Αντιθέτως, η καταπίεση και η κυριαρχία συνεχίζονταν. Άνθρωποι ξεχύνονταν στους δρόμους της Μανίλα σε αριθμούς που συναγωνίζονταν την κινητοποίηση στο αποκορύφωμα της αντι – δικτατορικής εκστρατείας. Η πρώτη μου εμπειρία σε συλλαλητήριο ήταν μια γενική απεργία ως διαμαρτυρία ενάντια στην τιμή του πετρελαίου και μια κραυγή για την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Περπατήσαμε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από το Πανεπιστήμιο ως τη Γέφυρα Mendiola και φτάσαμε σε ένα τεράστιο σύνολο ανθρώπων – θορυβώδες, που μύριζε ιδρώτα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του κάτω από τον καυτό ήλιο. Και για να είμαι ειλικρινής, είχε πλάκα. Το δεύτερο συλλαλητήριο που συμμετείχα ήταν η κηδεία του δολοφονημένου Lean Alejandro τον οποίο είχα γνωρίσει μόλις ένα μήνα πριν και ο οποίος ήταν ένας φημισμένος ηγέτης του φοιτητικού κινήματος – αφού είχε καθοδηγήσει την πρώτη κινητοποίηση κατά της δικτατορίας του Μάρκος μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου. Όλοι ήταν σοβαροί, όμως κάτω από τη σιωπή υπήρχε οργή. Μια οργή που απελευθερώθηκε σε μια βίαιη συμπλοκή έξω από την Αμερικανική Πρεσβεία εβδομάδες αργότερα όταν μια πορεία διαμαρτυρίας που έκαναν φοιτητές διαλύθηκε βίαια από γκλομπ, δακρυγόνα και αντλίες νερού από την αστυνομία. Η αντλία νερού ήταν στην ουσία μια ανακούφιση από τα δακρυγόνα, που τρυπάει το δέρμα όμως με εκατομμύριες βελόνες και τρίβει άμμο στο πίσω μέρος των βολβών του ματιού. Απαντήσαμε με πέτρες και δικά μας ρόπαλα. Κάθε ρίψη ήταν μια βόμβα οργής∙ κάθε ξυλοδαρμός είχε υποκινηθεί από θυμό. Ήμουν αιμόφυρτος όπως κι όλοι οι άλλοι.


    Η ρητορική της κυβέρνησης Ακίνο, παρόλα αυτά, ήταν παρόμοια με εκείνων που αντιτίθενται σ’ αυτήν – έχοντας προέλθει από τις αντι – δικτατορικές εκστρατείες. Επίσης, υπήρχε ελευθερία στον τύπο, είχαν γίνει εκλογές και είχε επικυρωθεί ένα νέο, δημοκρατικό Σύνταγμα. Οι συγκρούσεις για τον χώρο φώτισαν τότε τη διάσταση του κυριαρχούμενου νοήματος στο αμφισβητούμενο. Ένα παράδειγμα: η κυβέρνηση πήρε τον εορτασμό της εξέγερσης που έδωσε τέλος στη δικτατορία και τον μετέτρεψε σε ένα θέαμα από ομιλίες, Καθολική λειτουργία και παραστάσεις ντόπιων ηθοποιών και τραγουδιστών. Όσοι παραβρέθηκαν μετατράπηκαν σε θεατές. Και η ενέργεια έγινε νοσταλγία.


    Στο μεταξύ, οι δημόσιοι χώροι συνεχώς γίνονταν αντκείμενο διεκδίκησης από κινήματα αμφισβήτησης μέσω παραστάσεων αλλά με διαφορετικό αποτέλεσμα.


    Στο Πανεπιστήμιο, σχεδόν πριν από δυο δεκαετίες, παρακολούθησα ένα θεατρικό έργο. Ένα μονόλογο. Η παράσταση είχε γίνει σε έναν σκοτεινό δρόμο με ένα φανοστάτη σε μια γωνία να παρέχει το μοναδικό φως. Ήμουν ένα σκιασμένο πρόσωπο μέσα σε ένα πλήθος γοητευμένο στη σκιά. Το έργο λεγόταν Alimoum, μια φιλιππινέζικη λέξη για τον αχνό που αναδύεται από την κατάξερη γη ύστερα από μια ξαφνική κρύα βροχή. Σ’ αυτό, μια γυναίκα αφηγείται την ιστορία της στο σκοτάδι ενώ τη μουσκεύει η παγωμένη βροχή. Ήταν η πρώτη βροχή ύστερα από πολύ καιρό. Η γη είχε ξεχάσει πώς είναι να τρέφει τα φυτά και τις σοδειές μόνη της, καθώς είχαν ξεραθεί και επιστρέψει στο ραγισμένο έδαφος τόσο καιρό πριν. Όμως η βροχή ήρθε τελικά και η γη άχνιζε όπως οι στάλες της βροχής μετατρέπονταν σε υδρατμούς, απελευθερώνοντας χρόνια ζέστης στον αέρα.


    Κι εκεί ήταν αυτή η βρεγμένη γυναίκα, που έλεγε την ιστορία της. Ήταν η κόρη ενός αγρότη που την έστειλαν στο γαιοκτήμονα του οποίου τα χωράφια καλλιεργούσε ο πατέρας της. Η σκληρή ζωή του χωρικού είχε καταχρεώσει την οικογένειά της και την έστειλαν να ξεπληρώσει ένα μέρος του χρέους ως υπηρέτρια. Όμως υπήρχε αναβρασμός στην ύπαιθρο εκείνη την εποχή. Οι χωρικοί, οι κόρες και οι γιοι τους είχαν πάρει τα όπλα νομίζοντας πως θα μπορούσαν να φέρουν πίσουν την αξιοπρέπειά τους με το να κάνουν πόλεμο. Όμως το μόνο άμεσο κι απτό παράγωγο του πολέμου είναι ο θάνατος. Κι ο θάνατος ήρθε στο σπιτικό της για να αξιώσει όλη της οικογένεια της μέσω του ακρωτηριασμού από ματσέτες και σφαίρες.


    Τη νύχτα ύστερα από την ταφή της οικογένειάς της, οι πράκτορες του θανάτου την επισκέφθηκαν πάλι για να της φέρουν μια μοίρα χειρότερη κι από το θάνατο. Όλοι στην οικογένειά της ήταν επαναστάτες έλεγαν καθώς έσβηναν τα στιγάρα τους πάνω στο δέρμα της. Τους άξιζε να πεθάνουν έλεγαν γελώντας καθώς τη βίαζαν. Όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλο.


    Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πέθανε η οικογένειά της γυναίκας. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πέθανε η καρδιά της και θάφτηκε μαζί τους. Εν τω μεταξύ η ζωή της ξεράθηκε ακριβώς σαν την γη. Τι άλλο της είχε απομείνει από το να καλλιεργεί τη γη η ίδια, συνεχίζοντας την κληρονομιά της οικογένειάς της. Πρόσφατα η κόρη της έφυγε από το σπίτι. Μεγάλωσε και παντρεύτηκε το γιο ενός άλλου αγρότη.


    Ώστε τελικά ήταν μόνη της στο σκοτάδι της γης όταν ήρθε η παγωμένη βροχή. Χαμογέλασε στην αρχή όταν σκέφτηκε ότι το νερό στο ποτάμι επιτέλους θα ανέβαινε ξανά και θα μπορούσε να ποτίσει τα μαραμένα λαχανικά της. Όμως ξαφνικά, όπως ξαφνική ήταν και η βροχή, ένιωσε ζέστη μέσα της καθώς την την πιτσίλισε η κρύα βροχή στο δέρμα της. Τόση ζέστη, αβάσταχτη ζέστη. «Από πού να έρχεται αυτή ζέστη;» αναρωτήθηκε. Έπειτα θυμήθηκε. Και θυμήθηκε φωναχτά. Μεταξύ κραυγών και ψιθύρων, με το σώμα της να ραγίζει και να τρέμει. Είπε την ιστορία της στη νύχτα, στη βροχή, στο έδαφος. Σε μας. Καθώς έλεγε την ιστορία της, ένιωσε τη ζέστη να την εγκαταλείπει. Να διαχέεται έξω απ’ αυτήν. Κοίταξε το δέρμα της και σκέφτηκε ότι άχνιζε καπνό. Δεν έκλαψε τότε. Όλο της το σώμα έκλαιγε αντιθέτως.


    Ζεστά δάκρυα με τη μορφή υδρατμών.


    Αυτός ο σκοτεινός δρόμος έφερε σε μας, στο σκοτεινό πλήθος, την ύπαιθρο. Γίναμε μέρος του έργου καθώς η αγρότισσα έλεγε την ιστορία της σε μας. Ακούγαμε: μπερδεμένοι, εξοργισμένοι, πονεμένοι. Και το έργο δεν ήταν θεατρικό. Υπερέβαινε το τείχος που χωρίζει την πραγματικότητά μας από αυτήν που παρακολουθούμε. Μας ξεχείλισε, μας καταπάτησε και μας καταβρόχθισε. Ήταν πραγματικό και εμείς ήμασταν μάρτυρες. Ήμαστε συνένοχοι και υπόλογοι. Νιώσαμε συμπόνοια και δέσμευση.


    Η διαλεκτική του χώρου σαν υλικός χώρος και σαν σημείο


    Ο χώρος όπως ορίζεται από φυσικά σώματα ή αντικείμενα είναι ουδέτερος. Όταν όμως γίνεται εισβολή ή σφετερισμός από την πολιτική, ο χώρος γίνεται μεροληπτικός. Γίνεται πάντα χώρος για κάτι. Κι αυτό το «κάτι» ποτέ δεν είναι με το έτσι θέλω. Είναι πάντα αμφισβητούμενος και αμφισβητείται μέσα από την κοινωνική πρακτική. Η δικεδίκηση του χώρου διευκρινίζεται στη δυναμική και την αναμέτρηση μεταξύ του χώρου που κυριαρχείται από το κράτος και αυτού που οικοποιείται ο λαός. Και τέτοιες δυναμικές περιλαμβάνουν το χώρο σαν ύλη αλλά και σαν σημείο. Όπως αναγνωρίζει ο Henri Lefebvre, η σημειολογία είναι κομμάτι της δικεδίκησης του χώρου: «Η διχοτόμηση μεταξύ κυριαρχούμενου και οικειοποιημένου δεν περιορίζεται έτσι στο επίπεδο του διαλόγου ή της σημειολογίας, γιατί δημιουργεί μια αντίφαση ή συγκρουσιακή τάση που κυριαρχεί μέχρις ότου ένας από τους όρους του παιχνιδιού (η κυριαρχία) να κερδίσει συντριπτικά και ο άλλος (η οικειοποίηση) να υποταχθεί πλήρως. Όχι πως εξαφανίζεται η οικειοποίηση, μιας και δεν μπορεί: και η πράξη και η θεωρία συνεχίζουν να διακηρύσσουν τη σημασία της και να απαιτούν την αποκατάστασή της». (Lefebvre, 1991: 166)


    Η διαλεκτική της κυριαρχίας κι επαναοικειοποίησης του χώρου είναι επίσης και διαλεκτική του χώρου ως σημείο. Ο V.N. Voloshinov υποστηρίζει ότι «οποιοδήποτε φυσικό σώμα μπορεί να γίνει κατανοητό σαν εικόνα∙ για παράδειγμα, η εικόνα της φυσικής αδράνειας ή αναγκαιότητας που ενσωματώνεται σ’ αυτό το συγκεκριμένο πράγμα. Οποιαδήποτε τέτοια καλλιτεχνική – συμβολική εικόνα την οποία δημιουργεί ένα συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο είναι ήδη ένα ιδεολογικό παράγωγο. Το φυσικό αντικείμενο μετατρέπεται σε σημείο. Χωρίς να παύει να αποτελεί κομμάτι της υλικής πραγματικότητας, ένα τέτοιο αντικείμενο, σε κάποιο βαθμό, αντανακλά και διαθλά μια άλλη πραγματικότητα» (Voloshinov, 1973: 9). Μ’ αυτή την έννοια, όσα αμφισβητούνται δεν είναι μόνο η χρήση αλλά και ο τόνος – το νόημα του χώρου και η αποδιδόμενη κρίση. Έτσι, η κίνηση στο χώρο με το σκοπό της επαναοικειοποίησης παράγει ένα πλαίσιο για το χώρο ως σημείο και, συνεπώς, γεννά το νόημα και η αξία του. Όμως πως είναι η κίνηση στη διαλογική του χώρου; Ο συγκρουσιακός χώρος που προηγείται και είναι ταυτόχρονος με την κίνηση, και σαν φυσικό αντικείμενο και σαν σημείο, περιέχει και υπονοεί την επικυρωμένη από το κράτος χρήση του και το προνομιακό νόημά του. Οπότε, ένας δρόμος ή μια λεωφόρος είναι ένα μέρος για αυτοκίνητα σε κίνηση, μια ανοιχτή δίοδος∙ η πλατεία είναι ένα γαλήνιο μέρος για να χαλαρώνουν οι άνθρωποι, ένα πάρκο∙ και η γέφυρα είναι μια σύνδεση που επιτρέπει το πέρασμα μεταξύ δυο τοποθεσιών, μια διάβαση μεταξύ οδών πάνω από ένα εμπόδιο. Όταν οι άνθρωποι καταλαμβάνουν τους δρόμους, τις πλατείες και τις γέφυρες με συλλαλητήρια, πορείες και παραστάσεις, οι χρήσεις που έχουν επικυρωθεί από το κράτος και τα προνομιακά νοήματα αυτών των χώρων αμφισβητούνται. Οι απόπειρες του κράτους να κυριαρχήσουν σε δημόσιους χώρους, στο μεταξύ, εξακολουθούν και ανταποκρίνονται σε τέτοιες προκλήσεις.


    Οι χρήσεις και τα νοήματα του χώρου πάντα βρίσκονται στο κέντρο μιας διαμάχης: μεταξύ όσων έχουν καθοριστεί και επιβληθεί από το κράτος και όσων γεννιούνται από την κοινωνική πρακτική του λαού. Κατά αυτή την έννοια, ο χώρος αγκαλιάζει τις αντιφάσεις που συνιστούν τη διαλεκτική του. Εμπλέκει σύγχρονες χρήσεις και νοήματα, επικυρωμένα ή μή, όπως επίσης εν δυνάμει χρήσεις και νοήματα. Αυτό που κάνει το κίνημα αμφισβήτησης του χώρου είναι ότι επαναλαμβάνει χρήσεις και νοήματα που είναι ο χώρος της αντικυριαρχίας και του αντι- κράτους. Το πιο σημαντικό όμως, είναι ότι το κίνημα αμφισβήτησης του χώρου αναδεικνύει και εξυψώνει τη διαλεκτική του χώρου που ήδη έχει χαρακτηριστεί καθώς διαπλέεται κι ερμηνεύεται από το λαό μέσω της καθημερινής χρήσης.


    Νιώθοντας άνετα μέσα στη δίνη


    Το πιο εμφανές, και ως τέτοιο σημαντικό, επίτευγμα των κυβερνήσεων που ακολούθησαν την κυβέρνηση Ακίνο, τουλάχιστον σύμφωνα με τους δυσφημιστές της, είναι δαπανηρά μνημεία και δημόσια έργα που έχουν στόχο να κάνουν την κυκλοφορία πιο γρήγορη. Κάποιες υπερυψωμένες γέφυρες, ανισόπεδες διαβάσεις, ανισόπεδοι κόμβοι έχουν κατασκευαστεί πάνω από υπάρχουσες οδούς και λεωφόρους. Η κατασκευή αρκετών έργων διαμετακόμισης μετρό και σιδηροδρόμου έχει επίσης ξεκινήσει πάνω από αυτές τις λεωφόρους. Η θέση του κράτους είναι ξεκάθαρη – οδοί και λεωφόροι είναι για τα αυτοκίνητα και για πεζούς που επιθυμούν να φτάσουν στον προορισμό τους στον ελάχιστο δυνατό χρόνο.


    Το κίνημα αμφισβήτησης, έχοντας διαλυθεί ύστερα από την αντιδικτατορική εκστρατεία και με κομμάτια του να διαμορφώνουν τις νέες κυβερνήσεις, επιπλέον σχίσματα που βιώθηκαν στα τέλη των δεκαετιών του ’80 και του ’90 που αποδυνάμωσαν τη θέση τους και προκάλεσαν σύγχυση ανάμεσα στις γραμμές τους. Τα σχίσματα δημιουργήθηκαν από ιδεολογικές διαφορές σε σχέση με την τακτική και την στρατηγική της εξουσίας που νίκησε καθώς και από την ανάλυση των κακών που μάστιζαν την Φιλιππινέζικη κοινωνία. Αυτό προκάλεσε σύγχυση και στο επαναστατικό κίνημα, για παράδειγμα, όταν φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη διάρκεια εξολοθρεύσεων στις γραμμές τους τη δεκαετία του ’80 αποκαλύφθηκε ότι είχαν γίνει σε βάρος αθώων θυμάτων. Αυτό έφτασε σε ένα σημείο όπου οι συμπλοκές μεταξύ πρώην «συντρόφων» κόστισαν σε ζωές, υπολήψεις και φιλίες.


    Αυτό αποτέλεσε σπουδαία πηγή διάψευσης ελπίδων κι απογοήτευσης για μένα προσωπικά. Ήταν μια μεγάλη αποκάλυψη όταν φάνηκε πως ό,τι θεωρούσα φυσιολογικό στη διάρκεια της δικτατορίας του Μάρκος ήταν στην πραγματικότητα αλλόκοτο, ένας παραλογισμός. Το να βιώσω μια τέτοια αποτυχία στην καταλυτική στιγμή της διαφώτισης μου είναι συντριπτικά απογοητευτικό. Μένει κανείς με αυτή τη θέση: δώστε προνόμια στη διαλεκτική. Μέσα στη διαλεκτική του χώρου όπως προκαλείται από το κίνημα κι από το κράτος, η κυριαρχία αμφισβητείται – καταλήγοντας να βρίσκεται πάντα σε άμυνα. Η απορρέουσα αμυντικότητα του κυριάρχου χώρου δημιουργεί και άλλο «χώρο» για άλλα κινήματα, άλλες χρήσεις, άλλα νοήματα. Ένας αμυντικός κυρίαρχος χώρος, που συνεχώς ανησυχεί για την επαναοικειοποίηση, γίνεται μια δίνη ανομοιογένειας, πολλαπλότητας και πολυτονικότητας. Σ’ αυτή τη δίνη, η ελευθερία ευδοκιμεί.


    Ο Marshall Berman στο βιβλίο All that is Solid Melts into Air (Όλα τα στερεά λιώνουν στον αέρα) αναγνωρίζει τη διαλεκτική της επαναοικειοποίησης και κυριαρχίας των χώρων. Οι κοινωνικές αντιφάσεις εξελίσσονται και συνεχώς συμπλέκονται μεταξύ τους. Το παρελθόν δεν απορρίπτεται αλλά αντίθετα ανακαλείται, μεταμορφώνεται, αναπλάθεται, καθώς συνεχίζει να εμπλέκεται και να αναπτύσσεται στις εντάσεις που ορίζουν την κοινωνία. Η σύνθεση είναι διαρκώς άπιαστη, αλλά ο μοντερνισμός εκδηλώνεται και επιβεβαιώνεται στον αγώνα. Στους Voloshinov και Lefebvre, ο χώρος ως σημείο πάντα υποννοούν την διαλεκτική που εγγενώς εμπεριέχεται στην χρήση τους ή στην ανάπτυξή τους – καθώς ο χώρος και το σημείο είναι κοινωνικά παράγωγα, η χρήση και το νόημά τους γεννιούνται από την κοινωνική πρακτική. Ο έλεγχος και το περίγραμμα της κοινωνικής πρακτικής, στο μεταξύ, αναζητείται και εκτελείται μόνιμα από το κράτος. Ο κοινωνικός χώρος τότε, σαν τον μοντερνισμό του Berman (καθώς είναι επίσης ένα παράγωγο του μοντερνισμού∙Π.χ. της σύγχρονης κοινωνικής πρακτικής), είναι μια δίνη. Αλλά αν δεν υπάρχει μόνιμη σύνθεση, αν οι αντιφάσεις της χρήσης και του νοήματος του χώρου δεν επιλύονται ποτέ αλλά εξελίσσονται μόνο, μετατρέπονται ή συνεχώς αμφισβητούνται, τί μένει να ελπίζουμε για τις επίμαχες χρήσεις του χώρου; Αυτό που ο Lefebvre απέρριψε σαν «αναστολή», μια «προσωρινή παύση στην κυριαρχία»; Η πρόοδος και η νέα αντίληψη από νέες χρήσεις και νοήματα του χώρου;


    Προσπαθώ να το δω τώρα σαν την εξύψωση της διαλεκτικής, να το προστατεύσω από την προδιάθεση του και τον προσανατολισμό του κράτους να ομογενοποιήσει το νόημα και τη χρήση του χώρου. Η επίμαχη χρήση κι ερμηνεία του χώρου είναι με το μέρος της πολλαπλότητας της χρήσης, της πολυτονικότητας του νοήματος και της αξίας, της συντήρησης της δίνης ενάντια στην ηρεμία της ομοιογένειας του νοήματος της ζωής που έχει επιβάλει το κράτος, την κρατική αφαιρετικότητα της κοινωνίας σε σχέδια και στατιστικές. Αν δεν υπάρχει σύνθεση, η επίμαχη χρήση του χώρου έχει για λογαριασμό της τότε, την ίδια τη διαλεκτική: «Το να είναι κανείς μοντερνιστής είναι να καταφέρνει κάπως να νιώθει άνετα μέσα στη δίνη, να κάνει το ρυθμό της δικό του, να πηγαίνει με τα ρεύματά της αναζητώντας τις μορφές της πραγματικότητας, του κάλλους, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, που η διάπυρη επικίνδυνη ροή της επιτρέπει.» (Berman, 1982: 345)


    Η διατήρηση και εξύψωση της δαλεκτικής του χώρου, σαν υλικός χώρος και σαν σημείο, συνεπάγεται την έννοια της συνέχειας από τις εμπειρίες και τους αγώνες του παρελθόντος. Στην περίπτωση της Μανίλα, αυτή η συνέχεια διασφαλίζει την ανάμνηση ενός παρελθόντος καθορισμένου από την καταπίεση των κοινωνικών αντιφάσεων, με το κράτος να έχει ολοκληρωτικά το μονοπώλιο του κοινωνικού διαλόγου με σφαίρες και νοθευμένες ψηφοφορίες, και την κοινωνική τάξη και ομοιογένεια να να εφαρμόζεται καταναγκαστικά σε κόστος της αντιγνωμίας. Διασφαλίζει ότι αυτή η ανάμνηση αναπτύσσεται στη διαλεκτική του χώρου σε παραδοσιακές ή καινούριες μορφές, καθώς η κρατική τάση, είτε σαν δικτατορία ή σαν αυτό που έχουμε τώρα ως εκλεγμένη δημοκρατία, παραμένει η ίδια. Αν αφεθεί στην τύχη του και δεν δεσμευτεί ποτέ, το κράτος θα μας αναθέσει έναν αριθμό, θα μας ενσωματώσει στα σχέδιά του, και δεν θα μας δει ποτέ σαν κινούμενα άτομα και λαούς.


    Η συνέχεια, επίσης, εξυπηρετεί τη διαλεκτική με το να διατηρεί τα νοήματα του κοινωνικού χώρου και να καθιστά διαθέσιμες τις χρήσεις του χώρου, διαφορετικές από αυτές που έχει επιβάλει το κράτος, σε καιρούς που το κίνημα του λαού για το χώρο είναι σε ύφεση ή όταν η κρατική δέσμευση συμβαίνει σε άλλη αρένα. Όπως υποστηρίχθηκε νωρίτερα, αυτό διασφαλίζει την συνακόλουθη και επαναλαμβανόμενη επαναοικειοποίηση τέτοιων αμφισβητούμενων χώρων. Το θορυβώδες και θυμωμένο πλήθος που διέπλεε τους δρόμους της Μανίλα με σφιγμένες γροθιές, και γέμιζε τις πλατείες της πόλης, έχυσε αίμα στο τσιμέντο της γέφυρας, κινήθηκε μέσα από αυτούς τους χώρους, τους κατέλαβε και τους ερμήνευσε ταυτόχρονα με ένα τρόπο που επιτρέπει μελλοντικά κινήματα, επανακατάληψη, και επανερμηνεία.


    Τέλος, η συνέχεια κάνει την εμπειρία του χώρου ιστορική και βάσιμη. Κάνει την κίνηση μέσω του χώρου ένα κίνημα με αυτεπίγνωση και στοχαστικότητα. Επιτρέπει την επαναοικειοποίηση του χώρου και του νοήματος του με ταυτόχρονα σεμνό και εορταστικό τρόπο. Η κίνηση, έχοντας επίγνωση της συνέχειας, διασυνδέεται και κάνει τα άτομα να ρέουν το ένα μέσα στο άλλο σαν λαός. Πάλι, ερμηνεύοντας την κίνηση στο χώρο σαν σύγχρονη κοινωνική πρακτική μπορούμε να δούμε πως ο Berman δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη σχετικότητα της συνέχειας: «Αν ο μοντερνισμός καταφέρει ποτέ να απαλλαχτεί από τα αποκόμματα και τα κουρέλια και τις πονεμένες αρθρώσεις που τον δένουν με το παρελθόν, θα χάσει όλο το βάρος και το βάθος του, και η δίνη της σύγχρονης ζωής θα τον παρασύρει αβοήθητο μακριά. Μόνο κρατώντας ζωντανούς τους δεσμούς που τον δένουν με τις καινοτομίες του παρελθόντος – δεσμοί άμεσα οικείοι κι ανταγωνιστικοί –μπορούν να βοηθηθούν οι μοντερνιστές του παρόντος και του μέλλοντος ώστε να είναι ελεύθεροι». (Berman, 1982: 346)


    Η διαλεκτική του χώρου και του χώρου ως σημείου αντιπαραθέτει αντιλήψεις για το πώς επιβάλλεται η χρήση και το νόημα του χώρου, από τη μια πλευρά και πως βιώνεται, από την άλλη. Μήπως ο λαός τελικά βρίσκει σ’ αυτή τη διαλεκτική τον τρόπο να διεκδικήσει ακόμη και την αποξένωση που του έχει επιβάλει η πόλη σαν δική του;


    Η Μανίλα, σαν πόλη αρχέτυπο του μοντερνισμού και της σύγχρονης κοινωνικής πρακτικής στις Φιλιππίνες είναι πάντα σε μια δίνη. Την άφησα για πόλεις του εξωτερικού το 1998 και πριν από αυτό είχα βρεθεί στους δρόμους και τις πλατείες της με σκοπό τη διαμαρτυρία μόνο περιστασιακά έπειτα από 1991. Από τότε δεν έχω δει σοβαρά τις εμπειρίες μου στους χώρους της σαν στοχασμούς, αλλά μόνο σαν αναμνήσεις.


    Τη Μανίλα, τη θυμάμαι σαν ένα λαβύρινθο δρόμων όπου, χαμένος σ’ ένα θορυβώδες και θυμωμένο πλήθος, περιπλανιόμουν με σφιγμένη τη γροθιά μου. Οι πλατείες της, τα σταυροδρόμια και οι γέφυρες μπροστά από εκκλησίες και κυβερνητικά κτίρια, ήταν πάντα τόποι για συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις: συλλαλητήρια για σκοτωμένους- βασανισμένους συντρόφους, για την αγροτική μεταρρύθμιση, για την εκδίωξη του Αμερικάνικου στρατού εκτός του Φιλιππινέζικου εδάφους. Η ανακάλυψη των νυχτών της Μανίλα ήταν μια άσκηση στην απόλαυση και στην ενοχή. Τα κόκκινα φώτα της προσκαλούν και στη λαγνεία και στην περιφρόνηση. Η ανακάλυψη των αόρατων και του περιθωρίου της Μανίλα ήταν ασκήσεις σοκ, λύπης, μίσους και αποφασιστικότητας. Φτωχογειτονιές, χωματερές με βουνά σκουπιδιών, ρυάκια από ανθρώπινα απόβλητα, παιδιά του δρόμου, σκοτεινά αποπνικτικά εργοστάσια: ήταν η καταβόθρα που αποτελούσε το καύσιμο για να φουντώνουν τα αισθήματα αυτών που επαναστατούσαν. Εγώ ανάμεσά τους, ένας ξένος στους δρόμους της πόλης όταν πήρα μέρος στο πρώτο μου συλλαλητήριο, και η πόλη, ένας ξένος κόσμος ακόμη κι όταν τελικά τη διεκδίκησα σαν δική μου.


    Σημειώσεις

    Για έναν απολογισμό του νεανικού κινήματος και τις βίαιες συγκρούσεις αυτής της περιόδου, δείτε το Days of Disquiet, Nights of Rage: The First Quarter Storm and Other Related Events [(Μέρες ανησυχίας, Νύχτες Οργής: Η καταιγίδα του πρώτου Τετάρτου κι Άλλα Σχετικά Γεγονότα] του Jose Lacaba, Μανίλα: Εκδόσεις Salinlahi, 1982.

    Για απολογισμούς της έναρξης των αντιδικτατορικών εκστρατειών από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ως την Επανάσταση του EDSA το 1986, βλ. Duet for EDSA: looking Back, Looking Forward [Ντουέτο για το EDSA: κοιτάζοντας πίσω, κοιτάζοντας μπροστά], επιμέλεια Lorna Kalaw-Tirol, Μανίλα: Foundation for Worldwide People Power, Inc., 1995; Breaking Through: The Struggle within the Communist Party of the Philippines [Ο Αγώνας μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα των Φιλιππίνων] του Joel Rocamora, Pasig City, Φιλιππίνες: Anvil Publishing, Inc., 1994; και From Marcos to Aquino: Local Perspectives on Political Transition in the Philippines [Από τον Μάρκος στην Ακίνο: Τοπικές Προοπτικές πάνω στην Πολιτική Μετάβαση στις Φιλιππίνες], επιμέλεια των Benedict Kerkvliet και Resil Mojares, Hawaii: University of Hawaii Press, 1991.

    Για ένα χρoνικό των γεγονότων που ακολούθησαν την επανάσταση του EDSA και την εγκαθίδρυση μια νέας κυβέρνησης στις Φιλιππίνες, βλ. Παράρτημα 1 του Revolutionary Struggle in the Philippines [Επαναστατικός Αγώνας στις Φιλιππίνες] του Leonard Davis, Νέα Υόρκη: St. Martin’s Press, 1989.

    Για το επαναστατικό κίνημα στις Φιλιππίνες, βλ. Inside the Philippine Revolution: The New Peoples Army and it Struggle for Power του William Chapman, New York: W. W. Norton, 1987; Red Revolution: Inside the Philippine Guerrilla Movement του Gregg Jones, Boulder, Colorado: Westview Press, 1989; and Breaking Through. του Joel Rocamora .




    Αφιέρωμα: πόλεις σε αναταραχή
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε