σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Benjamin Crotty – Πολιτισμική προσαρμογή ή αναπαράσταση ενός spaghetti western σε ένα προάστιο του Ρέυκιαβικ


    Το Hnefafylli af porski είναι μια επανεκτέλεση της τελευταίας σκηνής από την ταινία του Sergio Leone «Μια Χούφτα Δολάρια» (A Fistful of Dollars). Περιλαμβάνει μια αναπαράσταση της τελευταίας αποφασιστικής αναμέτρησης ανάμεσα στον πρωταγωνιστή Clint Eastwood και τον κακό Ramon και μια σύντομη ροκ συναυλία, η οποία κλείνει τη δράση.




    Η παράσταση έλαβε χώρα στις 2 Απριλίου 2007 στο Árbæjarsafn, ένα υπαίθριο μουσείο σε ένα προάστιο του Ρέικιαβικ, στα εκθέματα του οποίου περιλαμβάνεται μια ανακατασκευή ενός παραδοσιακού Ισλανδικού χωριού. Οι ηθοποιοί επιλέχθηκαν από έναν τοπικό θίασο με την ονομασία Stúdentaleikhúsið, ενώ τη μουσική παρείχαν οι Bertel!, ένα τετραμελές συγκρότημα ηλεκτρονικής/ ροκ μουσικής αποτελούμενο από μαθητές ενός τοπικού γυμνασίου που βρήκα στο myspace. Η παράσταση επαναλήφθηκε επτά φορές στο σύνολό της, μία ομάδα δύο χειριστών κάμερας που θα γύριζαν μερικά μουσικά βίντεο για τα τοπικά συγκροτήματα μαγνητοσκόπησαν όλες τις παραστάσεις. Η παράσταση δόθηκε στην Ισλανδική γλώσσα.



    Επέλεξα την αναπαράσταση της σκηνής από την ταινία «Μια Χούφτα Δολάρια» (A Fistful of Dollars) για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς ήθελα να δουλέψω με μια ταινία είδωλο, η οποία θα ήταν ευρέως γνωστή και θα είχε πολλούς θαυμαστές. Δευτερευόντως, ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα για ορισμένα στοιχεία από την ιστορία που περιέβαλε την παραγωγή της ταινίας και την κυκλοφορία της. Η πλοκή της ταινίας ήταν πανομοιότυπη με την ταινία Yojimbo του Akira Kurosawa, μία ταινία του 1961 με σαμουράι. Πράγματι η ομοιότητα στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν τόσο εμφανής που ο Kurosawa υπέβαλε μήνυση στον Leone, μήνυση, την οποία κέρδισε καθυστερώντας σημαντικά, κατά τρία χρόνια (1967), την ημερομηνία κυκλοφορίας της ταινίας στις ΗΠΑ. Η ταινία «A Fistful of Dollars» γυρίστηκε στην Ισπανία, γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από έναν Ιταλό (αν και με «Γιαπωνέζικη» πλοκή), ο πρωταγωνιστής της ήταν Αμερικανός και η δράση της εξελισσόταν στα Μεξικανικά σύνορα. Ο διάλογος (εκτός από τα λόγια του Clint Eastwood) αποδιδόταν στην Ισπανική και στη συνέχεια μεταγλωττίστηκε στην Αγγλική. Όταν κυκλοφόρησε η ταινία, ο Sergio Leone πήρε το όνομα Bob Robertson και ο Ennio Morricone το όνομα Dan Savio. Παρά το γεγονός ότι η παραγωγή ήταν εμφανώς μια διεθνής υπόθεση, υπήρχε ξεκάθαρη η πρόθεση να παρουσιαστεί η ταινία ως μια τυπική παραγωγή από κάποιο στούντιο του Hollywood- στην Αγγλική με Αμερικανούς συντελεστές. Η εν λόγω στρατηγική, ουσιαστικά, καταδεικνύει μια διαδικασία νομιμοποίησης μιας «περιθωριακής» παραγωγής μέσω της σύνδεσής της με την κυρίαρχη παγκόσμια κουλτούρα, η οποία ήταν και μέχρι στιγμής παραμένει Αγγλόφωνη και, κυρίως, Αμερικανική.


    Η ταινία Hnefafylli af porski προέκυψε από την επιθυμία να αντιστρέψω αυτήν τη διαδικασία- Ήθελα να πάρω μια ταινία, η οποία αρχικά επιδιώχθηκε να εμφανιστεί σαν μια μεγάλη παραγωγή Αμερικανικού στούντιο, για κοινό από όλον τον κόσμο και να την παρουσιάσω ξανά ως ένα ερασιτεχνικό εγχείρημα για ένα περιορισμένο κοινό. Γι’ αυτό το λόγο επέλεξα την Ισλανδία για να γυριστεί ξανά η σκηνή- η χώρα είναι μικρή, γεωγραφικά απομονωμένη και γλωσσικά ξεχωριστή. Πράγματι, λιγότεροι από 300.000 άνθρωποι στον κόσμο μιλούν την Ισλανδική και είναι μία γλώσσα, την οποία κανείς δεν μαθαίνει εκτός Ισλανδίας. Επιπρόσθετα, καθώς σχεδόν όλοι οι Ισλανδοί μιλούν την Αγγλική άριστα, η επιλογή να αναπαράγω τη σκηνή στην Ισλανδική καταδεικνύει τη σαφή επιθυμία να παρεισφρήσω στην τοπική κοινότητα και την εκούσια απόρριψη του παγκόσμιου κοινού. Τυπικά, επέλεξα να γυρίσω τη σκηνή, όπως θα γυριζόταν μια ερασιτεχνική μουσική παράσταση (οι χειριστές κάμερας είχαν στη διάθεσή τους DV κάμερες χειρός) με λόγο διαστάσεων 4:3, που χρησιμοποιείται, κυρίως, στην τηλεόραση, ένα αντι-κινηματογραφικό εγχείρημα, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την κινηματογραφική παραγωγή του Sergio Leone.


    Εκτός από τη γλωσσική και τυπική εκ νέου επεξεργασία της σκηνής, επιχειρήθηκε η εισαγωγή όσων το δυνατόν περισσότερων στοιχείων, τα οποία εγώ θεώρησα ότι είναι χαρακτηριστικά «Ισλανδικά». Τα Ευρωπαϊκά άλογα που χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του Leone αντικαταστάθηκαν με Ισλανδικά- μία ασυνήθιστα μικρή ράτσα αλόγων, χαρακτηριστική του νησιού, η οποία ενώνει τη δύναμη ενός κανονικού αλόγου με τη φυσιολογία ενός πόνυ. Η παρουσία του εφηβικού ροκ συγκροτήματος, η οποία είναι κεντρική κατά τη διάρκεια της παράστασης, αντιπροσωπεύει την ευημερία της σύγχρονης Ισλανδίας, καθώς και ένα συγκεκριμένο αρχέτυπο του «Σκανδιναβικού ροκ συγκροτήματος», το οποίο διαδόθηκε διεθνώς από τα μέσα / τέλη του εικοστού αιώνα.


    Αυτού του είδους η δουλειά, η οποία παρουσιάζει μια ιδιωματική νέα ερμηνεία ενός παγκόσμιου αφηγήματος, αφήνει χώρο για διάδραση ανάμεσα στη διεθνώς εξαπλωμένη «σούπερ-κουλτούρα» και τις τοπικές ή λαϊκές πρακτικές. Ενδιαφερόμουν, ιδιαίτερα, για τη χρήση ενός στοιχείου από την κοινή κουλτούρα ως πλατφόρμα για το λανσάρισμα μιας κοινοτικής παραγωγής με τη συνεργασία ντόπιων ηθοποιών και μουσικών και την ενσωμάτωση της τοπικής κουλτούρας.



    Αφιέρωμα: πρόσφατα άρθρα, τέχνη και δημοκρατία
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε