σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Νέλλη Καμπούρη και Παύλος Χατζόπουλος – Η κοινοτοπία του μπλόγκινγκ ή πώς το διαδίκτυο επηρεάζει τον διαχωρισμό δημόσιου και ιδιωτικού


    Αποτελούν τα μπλογκ το μέσο με τη βοήθεια του οποίου οι «θηλυκές» φωνές που παλαιότερα αποκλείονταν από το δημόσιο λογο και παρέμεναν κρυμμένες στην «ιδιωτική σφαίρα», έχουν τώρα πια τη δυνατότητα να αφεθούν ελεύθερες; Είναι τα μπλογκ ένα μέσο επιβεβαίωσης του δημόσιου χαρακτήρα των ιδιωτικών πρακτικών, ρωτούν η Καμπούρη και ο Χατζόπουλος.



    Όταν εξετάζουμε με ποιον τρόπο το φύλο επηρεάζεται από την άνοδο των ψηφιακών τεχνολογιών, είναι σαν ο έως τώρα μυθικός όρος «ψηφιακό χάσμα» να καλύπτει τα πάντα: στην περίπτωση του φύλου, χρειάζεται, απλώς, να τονίσουμε τη δυσανάλογη πρόσβαση στα ψηφιακά αγαθά και τις υπηρεσίες που βιώνουν οι «γυναίκες» και το πρόβλημά μας λύνεται ως δια μαγείας. Ή όχι; Αυτό που συμβαίνει δεν είναι ότι οι μορφές ανισότητας που αποδίδονται στο φύλο πρέπει να τεθούν στο περιθώριο, αλλά ότι παραμένουν πεισματικά προσκολλημένες σε έναν περιορισμένο ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας αποκρύπτει τις πιο ριζοσπαστικές, ενδιαφέρουσες και δύσκολες ερωτήσεις, τις οποίες η εστίαση στο φύλο θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο για την ανάλυση της κοινωνίας του διαδικτύου. Η άνοδος των ψηφιακών τεχνολογιών δεν μας καλεί, με άλλα λόγια, να παρουσιάσουμε με άλλη μορφή πολιτικές αντιλήψεις, αλλά μάλλον μας εμπλέκει στην επαναδιατύπωσή τους.
    Θα επιχειρήσουμε μία τέτοιου είδους επαναδιατύπωση θέτοντας το ακόλουθο ερώτημα: με ποιους τρόπους ο διαχωρισμός ιδιωτικού/δημοσίου επαναδομείται στο διαδίκτυο; Το πρόβλημα εδώ δεν έγκειται στο ότι το ερώτημα, κατά κάποιον τρόπο αγνοείται, αλλά στο ότι στην ανάλυση της κοινωνίας του διαδικτύου σπάνια τίθεται από την οπτική του φύλου. Όλες οι ριζοσπαστικές εκκλήσεις για «συμμετοχική δημοσιογραφία», για «πληροφορίες που δημιουργούνται από το χρήστη», για να «γίνουμε τα μέσα» εμπεριέχουν, είτε αυτό εκφράζεται ρητά είτε όχι, μία πρόκληση για το διαχωρισμό ιδιωτικής/ δημόσιας σφαίρας που είναι κατά βάση έμφυλη. Πώς, λοιπόν, αποτελεί το φύλο ένα εγγενές κομμάτι αυτής της εικόνας; Για να αντιμετωπίσουμε το εν λόγω πρόβλημα, θα προσπαθήσουμε να στραφούμε στην πεισματική επιμονή της Hannah Arendt να κρατηθεί ακλόνητο το όριο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, όχι στο όνομα της διατήρησης του περιθωριοποιημένου, υποτιμημένου χαρακτήρα του ιδιωτικού, αλλά στο όνομα της προάσπισης της πλούσιας πολλαπλότητας του δημοσίου. Για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά της Arendt, το διαδίκτυο λειτουργεί, συχνά, όπως τα ταχυδαχτυλουργικά κόλπα: το τραπέζι που υπήρχε ανάμεσα στους ανθρώπους και τους έφερνε κοντά, τους ένωνε και τους διαφοροποιούσε, φαίνεται ξαφνικά να έχει εξαφανιστεί. Σε αντίθεση, όλοι ερχόμαστε κοντά, χωρίς κάποιο τραπέζι ανάμεσά μας που να μας συνδέει ή να μας διαχωρίζει.


    Ο ιδιωτικός, «θηλυκός» κόσμος των απόκρυφων μπλογκ


    Τα μπλογκς φαίνεται ότι έχουν ξετυλίξει έναν νέο, απρόσμενο κόσμο «ιδιωτικών» πολιτικών θεμάτων. Οι έφηβοι μιλούν για τη σεξουαλικότητά τους, οι μητέρες μοιράζονται τις ανησυχίες για τα παιδιά τους, οι βετεράνοι πολέμων αποκαλύπτουν δημόσια τη βία της καθημερινότητάς τους, οι νοικοκυρές μοιράζονται τα μυστικά της πλήξης τους, οι μουσουλμάνες περιγράφουν τη σχέση τους με το Θεό, οι μοναχικοί άνδρες ανοίγουν το ημερολόγιό τους σε ολόκληρο τον κόσμο, «πολίτες δημοσιογράφοι» δημοσιοποιούν τις προσωπικές τους θέσεις για τα πολιτικά γεγονότα, χωρίς μεσάζοντες. Όσοι ήταν παλαιότερα αποκλεισμένοι από το δημόσιο διάλογο μπορούν σήμερα να βρουν μία θέση στη δημόσια αρένα, η οποία θα τους επιτρέπει να εκφραστούν μέσω ιδιωτικών, απόκρυφων, «γυναικείων» πρακτικών. Η επιτυχία των εν λόγω πρακτικών έγκειται στο ότι ακόμα και οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και οι συγγραφείς, οι οποίοι διαθέτουν προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο διάλογο, ολοένα και περισσότερο νιώθουν υποχρεωμένοι να «εκφράσουν» τις προσωπικές θέσεις τους, τα ημερολόγια και τις σκέψεις τους σε ιδιωτικά μπλόγκ. Χάρη στα μπλόγκ, έχουμε σήμερα όλοι την ευκαιρία να μιλήσουμε δημόσια, ακόμα και αν δεν ανήκουμε στους περιθωριοποιημένους ή στους μη προνομιούχους. Μερικοί από εμάς θα το βρίσκαμε ακόμα και ενδιαφέρον να υιοθετήσουμε μία διαφορετική, συναρπαστική προσωπικότητα (ενός τρανσέξουαλ, μιας γυναίκας, ενός ομοφυλόφιλου, μιας πόρνης), απλώς για να δούμε τι θα συμβεί.


    Αλλά πάλι, συνήθως, δεν το επιχειρούμε.


    Ο «θηλυκός» κόσμος των απόκρυφων μπλόγκ φαίνεται να αποκαλύπτει ελάχιστα ενδιαφέροντα και συναρπαστικά «γεγονότα» για τον ιδιωτικό χώρο. Οι περισσότεροι μπλόκερς (ακόμα και όταν αποκρύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα) θα επαναλάβουν τις ίδιες βαρετές «πληροφορίες» για την προσωπική τους ζωή, θα χρησιμοποιήσουν την ίδια διάταξη, τους ίδιους κώδικες και –πάνω από όλα- την ίδια γεμάτη επαναλήψεις και στερούμενη φαντασίας γλώσσα: τίποτα για να ανοιχτούν, ελάχιστες έμφυλες διαπλοκές. Οι πιο “επιτυχημένες” εξομολογήσεις θα βρουν το δρόμο τους στις έντυπες εκδόσεις και πολλοί από αυτούς θα μεταμορφωθούν σε επαγγελματίες συγγραφείς. Διάσημοι και άσημοι μπλόκερς σε πολλές περιπτώσεις θα κυριαρχήσουν στη δημόσια σφαίρα,


    Η Arendt θεωρούσε ότι η διάκριση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο είναι όπως η διάκριση ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Η ιδιωτική σφαίρα κρατούσε κρυμμένα όλα όσα είχαν να κάνουν, με τη φυσική εργασία (γυναίκες, σκλάβοι και έπειτα εργαζόμενοι). Η δημόσια σφαίρα, σε αντίθεση, ήταν το βασίλειο του φωτός, ένας ενδιάμεσος χώρος που επέτρεπε στη διαφορά να υπάρχει. Στην εποχή της νεωτερικότητας με το να μετατρέπουμε τα ιδιωτικά σε δημόσια, αυτή η διαφορά εξατμίζεται και ο δημόσιος χώρος καταλαμβάνεται από ασήμαντα «μικρά» πράγματα. Αυτό δεν συνέβη, γιατί ότι παρέμενε κρυφό ήταν ασήμαντο, αλλά γιατί τα σημαντικά ιδιωτικά πράγματα, όπως ο πόνος και η αγάπη, τείνουν να χάνουν την δύναμη τους μόλις έρθουν στο φως. Η αποσύνθεση της δημόσιας σφαίρας με την επέκταση των ιδιωτικών μύχιων πρακτικών σήμανε τη μετατροπή των δυνατών συναισθημάτων που δεν μπορούν να εκφραστούν δημόσια σε αναρίθμητα γοητευτικά «μικροπράγματα» τα οποία με τη σειρά τους σήμαναν τη διάλυση του δημόσιου χώρου ως κατεξοχήν τόπου της διαφοράς. Το περίεργο αποτέλεσμα της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τον ιδιωτικό είναι αφενός ότι η αντίληψη του κόσμου είναι μονόπλευρη αφετέρου ότι βλέπουμε ολόκληρο τον κόσμο μέσω μίας μοναδικής οπτικής.


    Η τάση των σύγχρονων κοινωνιών να καταναλώνουν μαζικά το ιδιωτικό δημόσια καταλήγει σε μια α-πολιτική δημόσια σφαίρα, όπου πάθος και διαφορά δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν. Για την Arendt, η πραγματικότητα της δημόσιας ζωής βασίζεται στην ταυτόχρονη συνύπαρξη αμέτρητων όψεων και πολλαπλών οπτικών για ένα κοινό αντικείμενο. Δεν υπάρχει κοινός παρονομαστής, ούτε μέτρο. Σε αντίθεση με την οικογενειακή ζωή, η δημόσια ζωή προσφέρει την δυνατότητα στον καθένα να γίνει ορατός. Αλλά η εν λόγω δυνατότητα είναι σημαντική μόνο εφόσον μπορούμε να γίνουμε ορατοί από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου από εκείνα τα γοητευτικά «μικροπράγματα» δηλώνει ότι όλοι αισθανόμαστε μέρος μίας μεγάλης «δημόσιας οικογένειας», ότι όλοι αναγνωρίζουμε και συμμετέχουμε συναισθηματικά στα ίδια ασήμαντα ζητήματα, τα οποία φθείρονται αμέσως μόλις έρθουν στο φως. Η απώλεια της πολλαπλότητας των οπτικών που ενυπάρχει στην ασφάλεια και την ανακούφιση που απολαμβάνουμε σαν μέλη της ίδιας οικογένειας που μοιράζονται τα ίδια μυστικά, σημαίνει ότι οι άνθρωποι μετατρέπονται σε ‘ιδιωτικά όντα’, τα οποία έχουν χάσει τη ικανότητα να βλέπουν και να ακούν άλλους ανθρώπους ή να βλέπονται και να ακούγονται από άλλους ανθρώπους. Είναι όλοι ‘αιχμάλωτοι’ της υποκειμενικότητας της προσωπικής τους εμπειρίας, η οποία παραμένει ιδιωτική, ακόμα και αν πολλαπλασιαστεί χιλιάδες φορές.


    Είναι το προσωπικό πολιτικό στα μπλογκ;


    Τα μπλογκ προσφέρουν, λοιπόν, αυτόν ακριβώς τον τύπο της λύσης στο πρόβλημα του διαχωρισμού ιδιωτικού/ δημόσιου που η Arendt φοβάται. Δεν απελευθερώνουν το πάθος της ιδιωτικής στη δημόσια ζωή, αλλά στερούν από την ιδιωτική ζωή τη γοητεία της και επενδύουν τη δημόσια ζωή με μια συνεχή επανάληψη πανομοιότυπων προσωπικών εμπειριών. Φαντάζονται μία δημόσια σφαίρα, η οποία θα περικλείει τα πάντα, εφόσον οι πολίτες συμμετέχουν σε αυτήν σαν ιδιωτικά όντα, σαν άτομα. Η υπόσχεση της απόλυτης διαφάνειας, η πίεση για να βγουν στον αέρα τα πάντα, στο βαθμό που είναι αυτό δυνατόν, είναι κενή. Τα μπλογκ εξυμνούν την ανατροπή της διαδικασίας της δημιουργικότητας που υπόσχονται, αλλά αγνοούν το περιεχόμενό της. Τι και αν ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει και να ανεβάσει τα δικά του βίντεο για να τα δει όλος ο κόσμος; Αναπτύσσονται νέες μορφές αισθητικής μέσω αυτής της διαδικασίας ή τα τηλεοπτικά και τα Χολλυγουντιανά πρότυπα απλά αναπαράγονται έπ’ αόριστον; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: αν συγκρίνουμε το You Tube και το Χόλλυγουντ, δεν υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση στην αισθητική τους. Με το να μετατραπεί σε δημόσιο, ο ιδιωτικός κόσμος των «απόκρυφων» μπλόγκ χάνει τη συναισθηματική ισχύ του, ενώ η δημόσια σφαίρα καταλήγει κοινότοπη με την άρνηση της διαφοράς που τηνδιακρίνει και τον βαθιά α-πολιτικό χαρακτήρα της.


    Αλλά τι γίνεται με την έμφυλη πολιτική; Τι συμβαίνει με το προσωπικό που γίνεται πολιτικό; Γιατί να μην μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις σχέσεις εξουσίας που ενυπάρχουν στις πιο συνηθισμένες καθημερινές «ιδιωτικές» πρακτικές; Δεν αποτελούν τα μπλογκ το μέσο με τη βοήθεια του οποίου οι «θηλυκές» φωνές που παλαιότερα αποκλείονταν από το δημόσιο λογο και παρέμεναν κρυμμένες στην «ιδιωτική σφαίρα», έχουν τώρα πια τη δυνατότητα να αφεθούν ελεύθερες; Δεν είναι τα μπλογκ ένα μέσο επιβεβαίωσης του δημόσιου χαρακτήρα των ιδιωτικών πρακτικών;


    Περιέργως όχι.


    Ο αποκλεισμός, όσον αφορά στη σφαίρα των μπλόγκ, κατανοείται συνήθως σε σχέση με την ελευθερία της επικοινωνίας και της έκφρασης. Τα μπλόγκ κάνουν, έτσι, μια χειρονομία άνευ νοήματος: απαιτούν μια «ουτοπία», που δίνει σε όλους τη δυνατότητα να ακουστεί η φωνή τους, μια ουτοπία η οποία έχει ήδη συντελεστεί,. Αλλά η παγκοσμιοποίηση και η λογοκρισία είναι από τα πιο παράξενα ζευγάρια. Καμιά φωνή –δεν αναφερόμαστε στη φωνή κάποιου συγκεκριμένου ατόμου, αλλά σε μια απόφανση λόγου- δεν μπορεί να αναγκαστεί να σιωπά πλέον, ακόμα και αν τα συγκεκριμένα άτομα ή οι ομάδες που την εκφέρουν καταδιώκονται. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μπλόγκ είναι μια επανάσταση, η οποία αναγγέλλεται μετά το γεγονός. Το σημαντικό πολιτικό ερώτημα είναι, τουλάχιστον κατά την περίοδο της όψιμης νεωτερικότητας, κάπως διαφορετικό: τι είδους φωνές θα είναι αυτές; Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, θα εμπλουτιστεί η δημόσια σφαίρα από το μεγάλο αριθμό φωνών ή θα επέλθει κορεσμός από τις διάφορες φωνές, οι οποίες περιέργως θα μοιάζουν πανομοιότυπες; Και τα μπλόγκ προσφέρουν, σε αυτό το πλαίσιο, μία συντηρητική απάντηση: δεν αμφισβητούν ουσιωδώς τη φύση της ιδιωτικής και τη σχέση της με τη δημόσια σφαίρα, ούτε δημιουργούν νέες υποκειμενικότητες, νέους τρόπους ζωής. Τα μπλόγκ υπάρχουν απλά για να απελευθερώσουν τις μύχιες σκέψεις των ατόμων και πολύ σπάνια οδηγούν σε υπερβάσεις.


    Εδώ είναι που η ανάλυση της σκέψης της Arendt από την Bonnie Honig παρέχει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για την πολιτική του φύλου. Παρά την πίστη της Arendt ότι το «γυναικείο ζήτημα» πρέπει να κρατηθεί μακριά από τη δημόσια σφαίρα, η θεωρία της ανοίγει το δρόμο για μια αγωνιστική πολιτική, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ομογενοποίηση των κλειστών ταυτοτήτων και πραγματοποιείται επιτελεστικά. «Αν η πολιτική είναι παντού, τότε δεν είναι πουθενά. Αλλά δεν είναι όλα πολιτικά, σε αυτή την (τροποποιημένη) θεώρηση, το ζήτημα είναι απλά ότι τίποτα δεν είναι οντολογικά προστατευμένο από την πολιτικοποίηση, που τίποτα δεν είναι απαραίτητα ή φυσικά ή οντολογικά μη πολιτικό. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι το επιτελεστικό προϊόν ενός πολιτικού αγώνα που κερδήθηκε δύσκολα και παραμένει πάντοτε προσωρινός» (σ. 147). Αν το ιδιωτικό δεν είναι ένας καθορισμένος χώρος κυριαρχίας κλειστών, στατικών και φυσικών ταυτοτήτων, τότε είναι πιθανό να αρχίσουμε να δρούμε πολιτικά στην ιδιωτική μας ζωή. Αν η δημόσια σφαίρα δεν καθορίζεται από την κυριαρχία κλειστών και σταθερών ταυτοτήτων, αλλά αντίθετα χαρακτηρίζεται από ετερογένεια και ασυνέχεια, τότε είναι πιθανό να διευρύνουμε τη δημόσια σφαίρα με εναλλακτικές επιτελεστικές πρακτικές.


    Συμπέρασμα


    Η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου παραμένει επομένως ανοιχτή. Πως επηρεάζει το το διαδίκτυο τον διαχωρισμό ιδιωτικού/δημοσίου; Εξαρτάται. Σε ό,τι αφορά στα μπλόγκ, ο διαχωρισμός έχει υποθετικά καταρριφθεί, δίνοντας τη θέση του σε μία κοινότοπη και α-πολιτική δημόσια σφαίρα, η οποία περιλαμβάνει τα πάντα. Υπάρχουν, όμως άλλες διαδικτυακές πρακτικές που υπόσχονται πολύ περισσότερα για την ριζοσπαστική επαναδιατύπωση των ορίων που διαχωρίζουν το ιδιωτικό από το δημόσιο.


    Ένα διάσημο παράδειγμα είναι αυτό του εγχειρήματος του Luther Blissett που έδωσε έμπνευση για μια σειρά από παρόμοια εγχειρήματα μετά την αυτοκτονία του. Το όνομα Luther Blissett, που προέρχεται από ένα Βρετανό ποδοσφαιριστή της δεκαετίας του ’80, έγινε το σύμβολο μιας πολλαπλής ταυτότητας που υιοθετήθηκε από ένα ανοιχτό, άτυπο δίκτυο ανθρώπων για ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών. Το Luther Blissett ήταν “ένα παιχνίδι ρόλων που χρησιμοποιούσε όλες τις διαθέσιμες πλατφόρμες της εποχής”. Θέτοντας σε αμφισβήτηση τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους, ο Luther Blissett μπορούσε να γίνεται και θηλυκός και αρσενικός, και ετεροφυλόφιλος και ομοφυλόφιλος. Καλούσε δυνητικά τους πάντες – και χιλιάδες ανταποκρίθηκαν – να ζωντανέψουν αυτό τον χαρακτήρα δημόσια και ζωντανεύοντας αυτή την περσόνα να του προσδώσουν ουσία, να τον κάνουν ένα λαϊκό ήρωα. Ο(Οι) Luther Blissett υιοθέτησαν μια στάση αντιπαράθεσης που αποσκοπούσε στην αποκάλυψη της συνηγορίας των παραδοσιακών μέσων, διαδίδοντας εναλλακτική πληροφόρηση, κάνοντας φάρσες, παριστάνοντας τον απατεώνα με τα εκατό πρόσωπα, κάνοντας σε γενικές γραμμές ανταρτοπόλεμο στην βιομηχανία του θεάματος.


    Όποια και αν ήταν η επίδρασή του και οι δρόμοι που άνοιξε, ο Luther Blissett ήταν μια προσπάθεια να αμφισβητηθούν οι υπάρχουσες παράμετροι της δημόσιας σφαίρας μέσα από την παραγωγή μιας ιδιωτικής συλλογικής ύπαρξής. Ενάντια στον εσωστρεφή χαρακτήρα των μπλόγκς, εγχειρήματα αυτού του τύπου δημιουργούν ένα τέτοιο ήθος επινοητικότητας, που επιτρέπει την επιτελεστικότητα εναλλακτικών ατομικοτήτων που εμπλέκονται ήδη σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και δρουν προς μια ψηφιακή επαναδιατύπωση. Ενάντια στην περιχαράκωση των κλειστών ταυτοτήτων των μπλόγκς που ‘ανόιγονται’ στον κόσμο, τα εγχειρήματα του Luther Blissett θέτουν μια ανοιχτή ταυτότητα, που διαμορφώνεται μέσα από ψηφιακές επιτελεστικές πρακτικές στο όνομά του, μια ανοιχτή ταυτότητα που μπορεί να αναδιαμορφωθεί ανάλογα με τα πολιτικά εγχειρήματα στα οποία εμπλέκεται.


    Το ψηφιακό σώμα του Luther Blissett θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν διαμορφωμένο από ετερογενή υλικά και ψηφιακά, εθνικά και διαεθνικά στοιχεία που έθεταν σε αμφισβήτηση τους προδιαγεγραμμένους έμφυλους διαχωρισμούς μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Το ίδιο συναντάμε και σε μια περφόρμανς με τον τίτλο «Ψηφιακό Τζαμί» που παίζει με τις στερεοτυπικές έμφυλες εικόνες του Ισλάμ και του νέο-οριενταλισμού. Η αμφισημία των εννοιών γίνεται αμέσως ορατή: όταν κάνουμε κλίκ στον νεολογισμό ‘modemites’, βγαίνει η εικόνα δυο γυναικών με μαντίλες. Είτε στερούνται είτε έχουν πρόσβαση στις ψηφιακές τεχνολογίες, οι γυναίκες με τη μαντίλα είναι ήδη κομμάτι ενός ψηφιακού κόσμου. Οι γυναικείες ισλαμικές πρακτικές αποτελούνται από ‘ιδιωτικές’ τελετές καθαρισμού, σεβασμού στις ώρες προσευχής, αλλά επίσης και από τις δημόσιες ψηφιακές επιδείξεις μεγαλείου που συναντάμε σε Ισλαμικές ιστοσελίδες. Το Δυτικό κοινό προσβλέπει σε αυτές τις πρακτικές «με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζει» μέσα από την οριενταλιστική τουριστική εικονογραφία. Ποικίλες δημόσιες προσωπικότητες αποκαλύπτουν την πολυμορφία των Ισλαμικών έμφυλων ρόλων: γυναίκες με μπούργκα εναλλάσσονται με λευκές νύφες, ο Νταρθ Βέιντερ κι ένας Ιμάμης χορεύουν μαζί σε ψηφιακό χρόνο. Το κοινό που παρακολουθεί την παράσταση χωρίζεται σε άνδρες και γυναίκες, ο καθένας όμως μπορεί να επιλέξει που θα κάτσει. Η διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει το δημόσιο από το ιδιωτικό και το θηλυκό από το αρσενικό δεν έχουν εξαφανιστεί. Ούτε και οι ασσυμετρίες που ενυπάρχουν σε αυτά τα δίπολα. Αλλά επαναπροσδιορίζονται. Και σε αυτό τον αναπροσδιορισμό βρίσκονται και οι πιθανότητες μιας εναλλακτικής πολιτικής του φύλου.



    Αφιέρωμα: πρόσφατα άρθρα, φύλο και νέα μέσα
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε