σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Bruno Latour – Είμαστε όλοι αντιδραστικοί σήμερα


    Μία συνέντευξη με τον σύγχρονο στοχαστή, Bruno Latour, για το τέλος του προοδευτισμού, τα όρια της αντιπροσώπευσης, την ανεπικαιρότητα των σημερινών κοινοβουλίων, την πολιτική των πραγμάτων…



    Μία συνέντευξη στον Κωσταντίνο Καστρισιανάκη για το Re-public


    Κωσταντίνος Καστρισιανάκης: Εάν σήμερα βιώνουμε την εποχή της συγχρονικότητας, όπου όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, κατά πόσο μπορούμε να χρησιμοποιούμε όρους όπως «συντηρητικός» ή «οπισθοδρομικός»; Μήπως θα έπρεπε να τους εγκαταλείψουμε εντελώς;


    Bruno Latour: Όλοι είναι αντιδραστικοί σήμερα. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό: το πρόβλημα είναι να αποφασίσουμε ποιους όρους θα χρησιμοποιήσουμε. Ο διαχωρισμός μεταξύ «προοδευτικών» και «αντιδραστικών» έχει εγκαταλειφθεί ακριβώς επειδή περιγράφει μια τοπογραφία του χρόνου και έναν καταμερισμό των πολιτικών παθών που έχει ανατραπεί. Διότι στο μοντερνισμό ήταν σχετικά εύκολο να οδηγηθεί κανείς προς προοδευτικές κατευθύνσεις. Έτσι μπορούσαμε με σχετική ευκολία να κάνουμε τον διαχωρισμό μεταξύ προοδευτικών και αντιδραστικών στάσεων, καθώς το αντιδραστικό ήταν συνδεδεμένο με τη δέσμευση με το παρελθόν ενώ το προοδευτικό με μια μελλοντική χειραφέτηση. Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει στο βαθμό που οι δεσμεύσεις δεν συνδέονται μόνο με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον. Έχουμε για παράδειγμα τα οικολογικά ζητήματα, τα ζητήματα της πόλης, της αστικοποίησης κτλ. Βρισκόμαστε, επομένως, τώρα σε μια κατάσταση που ονομάζω “κάνοντας τα πράγματα δημόσια” (making things public), όπου περνάμε από τον χρόνο του Χρόνου, στον χρόνου του Χώρου και από τον χρόνο της επαλληλίας στον χρόνο της συμβίωσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτή η διαφοροποίηση βασίζεται σήμερα στον τύπο της δέσμευσης και όχι πλέον στην παλιά σκηνογραφία του αντιδραστικού και του προοδευτικού. Επομένως βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου καλούμαστε να αλλάξουμε τα πολιτικά μας πάθη ενώ κατά μια έννοια τα πάθη αυτά παραμένουν ακόμα «κλασσικά», και δέσμια του πακέτου αντιδραστικό/προοδευτικό, φιλελεύθερο/νεο-φιλελεύθερο, υπέρ/εναντίον της παγκοσμιοποίησης. Και εν τέλει, αν δούμε το θέμα αυτό λεπτομερώς, θα πρέπει να ανοίξουμε το πακέτο για να κατανοήσουμε την κατανομή των δεσμεύσεων και την δόση χειραφέτησης και δέσμευσης που προϋποθέτει. Επομένως είναι αλήθεια ότι αυτές οι εξελίξεις, που δεν οφείλονται απαραίτητα στην εμφάνιση της χρονικής αμεσότητας αλλά πρωτίστως στο τέλος του μοντερνισμού, της εξαφάνισης της κατεύθυνσης του χρόνου και της χειραφέτησης ως το μοναδικό πολιτικό ορίζοντα.


    Κ.Κ.: Μήπως ήταν επίσης μια περίοδος όπου οι διαφορές και οι αντιθέσεις ήταν πιο ξεκάθαρες;


    B.L.: Τις θεωρούσαμε ξεκάθαρες, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ. Διότι σήμερα μοιάζουν πολύ πιο ξεκάθαρες εκ των υστέρων. Ο μοντερνισμός ήταν πάντοτε κάτι διαφορετικό από αυτό που υποτίθεται ότι ήταν. «Δεν υπήρξαμε ποτέ μοντέρνοι». Νομίζω ότι το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά.


    Κ.Κ.: Τώρα, αν πάρουμε το ρολόι, το ημερολόγιο, τις τεχνολογικές ανακαλύψεις που συμβολίζουν τον χρόνο που περνά, ποια είναι αντιπροσωπευτικά αντικείμενα σήμερα της έννοιας των πολλαπλών χρονικοτήτων?


    B.L.: Το γεγονός ότι η πρόοδος δεν αποτελεί πλέον τον ορίζοντά μας δεν σημαίνει ότι έχουμε εγκαταλείψει την έννοια του χρόνου. Σημαίνει ότι ο χρόνος δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό φορέα χειραφέτησης, αλλά ότι εμπεριέχει τόσο την χειραφέτηση όσο και την δέσμευση. Επομένως ο χρόνος διατηρείται. Η κατεύθυνση του χρόνου διατηρείται ακόμα. Δεν έχουμε σταματήσει να πεθαίνουμε. Είμαστε ακόμα θνητοί. Εκείνο, όμως, που έχει αλλάξει είναι η κατανομή του χρόνου: οι μεγάλες αφηγήσεις που επέτρεπαν στους ανθρώπους να επιλύουν τις διαφορές τους, και να διοικούνται με γνώμονα την σχέση τους με το μέλλον έχουν αντικατασταθεί με τη σχέση τους με τα αντικείμενα, τα πράγματα που τους ενδιαφέρουν. Στα Αγγλικά τα αποκαλούμε “issues” (θέματα). Προκειμένου σήμερα να διαπιστώσουμε εάν κάποιος είναι καλός ή κακός, αντιδραστικός, πρέπει να γνωρίζουμε τις δεσμεύσεις του. Αυτό είναι ξεκάθαρο στα πλαίσια της οικολογίας. Σήμερα προκύπτουν παράξενοι συσχετισμοί: μπορεί να είμαστε υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Στη Γαλλία σήμερα, αναπτύσσεται μια σύγχρονη πολεμική: υπάρχουν οικολόγοι που υποστηρίζουν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι φυσική διαδικασία και οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε προκειμένου να την εμποδίσουν. Επομένως τώρα πια δεν υπάρχει ένα μοναδικό αντικείμενο που κυριαρχεί, που δίνει ρυθμό στον καταμερισμό του χρόνου ή στην κατεύθυνση του χρόνου. Αντιθέτως, η πολιτική περιστρέφεται γύρω από αντικείμενα ενδιαφέροντος, θέματα (issues), πράγματα (things), αίτια στα αρχαία Ελληνικά. Και έτσι δεν έχει καμία σημασία πλέον να γνωρίζουμε αν κάποιος είναι αντιδραστικός ή όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε ποια είναι αυτά τα αντικείμενα με τα οποία είμαστε συνδεδεμένοι και τα είδη των συνδέσεων που μας δεσμεύουν.


    Η εξάπλωση των υβριδικών φόρουμ


    Κ.Κ.: Πρόκειται για πολιτικά, συγκινησιακά πράγματα?


    B.L.: Φυσικά, πολιτικά, συγκινησιακά. Αυτά τα δύο πάντοτε βρίσκονταν σε σχέση αλληλεξάρτησης: σύμφωνα με τον Peter Sloterdijk πρόκειται για σχέσεις του χώρου κατοίκησης, για σφαίρες, για ατμόσφαιρες. Η πολιτική θα γίνει αυτό που ονομάζει «σφαιρολογία», για να χρησιμοποιήσουμε έναν άλλο Ελληνικό όρο. Το ερώτημα είναι σε ποιους χώρους κατοικίας, σε ποια τεχνητά περιβάλλοντα, σε ποιους τεχνητούς περίγυρους βρισκόμαστε και σε ποιους θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Τα πράγματα αυτά παίρνουν μορφή κυρίως στην αρχιτεκτονική και στη συμβίωση και όχι τόσο στις μεγάλες επαναστατικές αφηγήσεις που κυριαρχούσαν για αιώνες στις αριστερές ή δεξιές εκδοχές της ιστορίας. Ο Sloterdijk προτείνει έναν άλλο όρο που έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον “explicitation”. Κατανοούμε ολοένα και περισσότερο την ιστορία αυτή στα πλαίσια σφαιρών και αντικειμένων που μας δεσμεύουν. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι να στοιχειοθετήσουμε τα πράγματα ανάλογα με το χρόνο ή το χώρο. Δεν είναι θέμα ιεραρχίας όσο θέμα ετεραρχίας. Αλλά σήμερα πρέπει να κάνουμε προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτές τις νέες δεσμεύσεις, αυτά τα νέα πολιτικά πάθη. Οι κατηγορίες του εγκλεισμού της περιόδου της Γαλλικής επανάστασης, όπου υπήρχε αριστερά και δεξιά και ήταν εφικτό να περιγράψει κανείς συγκεκριμένες κατηγορίες και συγκεκριμένες πρακτικές κατηγοριοποίησης των θέσεων, δεν αντικατοπτρίζονται πλέον την σύγχρονη πραγματικότητα. Είτε μιλάμε για την υπερθέρμανση του πλανήτη, για την από-τοπικοποίηση, για γενετικά μεταλλαγμένους οργανισμούς, για την κατοίκηση, ή τη δημόσια μεταφορά, υπάρχει πάντοτε διαφορετικός συσχετισμός αυτών των θέσεων. Όχι ότι αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ισχύουν πλέον, αλλά ότι έχουν χαθεί στο πλήθος άλλων συμπεριφορών.


    Κ.Κ.: Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποστηρίξουμε ότι εκείνο το οποίο τους επηρεάζει περισσότερο είναι αυτά ακριβώς τα “matters of concern” (θέματα ειδικού ενδιαφέροντος)?


    B.L.: Δεν γνωρίζω από πού προέρχονται οι επιρροές αυτές. Η πολιτική ήταν πάντοτε στραμμένη προς το αντικείμενο. Απλά εκείνο που συμβαίνει είναι ότι στην μοντερνιστική σκηνογραφία, όπου η πολιτική ήταν απλά μια σφαίρα μεταξύ άλλων, όπως της κοινωνίας των πολιτών, της οικονομίας, της φύσης, είχαμε την εντύπωση ότι μπορούσαμε να ορίζουμε την πολιτική με διαδικαστικό τρόπο, σαν να πρόκειται για έναν τόπο, τον οποίο μπορούσαν να διαπεράσουν όλων των ειδών τα ζητήματα και σαν κάθε είδους εκπρόσωπος να είχε την δύναμη να τα ομογενοποιήσει. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι οι τεχνικές της πολιτικής εκπροσώπησης δεν είναι πλέον ικανές να αφομοιώσουν την πολυπλοκότητα των θέσεων αλλά ούτε και να τις ομογενοποιήσουν. Αν πάρουμε για παράδειγμα τους συνδέσμους αρρώστων, υπάρχει για κάθε αρρώστια και από ένας σύνδεσμος. Πρόκειται εδώ για «πολιτική» με την πολύ ευρεία έννοια του όρου, που παράγεται από ανθρώπους που συνεργάζονται για συγκεκριμένα “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern). Αλλά δεν πρόκειται για πολιτική με την έννοια μιας διαδικασίας που μπορούμε να ολοκληρώσουμε ή να τελειώσουμε σύμφωνα με μια συγκεκριμένη τεχνική εκπροσώπησης, του κοινοβουλίου, του εκτελεστικού, του νόμου. Μπορεί να υπάρξουν και τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με την μάζα των υβριδικών φόρουμ, τα οποία όπως υποστηρίζει ο Sloterdijk, πολλαπλασιάζονται.


    Κ.Κ.: Όμως ο στόχος τους δεν είναι απαραίτητα να μπουν στο κοινοβούλιο.


    B.L.: Όχι, δεν συμβαίνουν και πολλά στο κοινοβούλιο. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι τα κοινοβούλια σε γενικές γραμμές δεν έχουν πλέον σημασία. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή η Μεγάλη Πολιτική έχει παραγκωνιστεί από τις οικονομικές δυνάμεις, αλλά επειδή δεν έχουμε εξελίξει τις τεχνικές της εκπροσώπησης στην αρένα των επίσημων πολιτικών ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στην ταχύτητα με την οποία πολλαπλασιάζονται τα υβριδικά φόρουμ γύρω από τα “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern). Αυτό προσπάθησα να στοιχειοθετήσω στην έκθεση “Making Things Public”. Το κοινοβούλιο υπήρχε, αλλά υπήρχε μέσα σε ένα περιβάλλον διαμορφωμένο από συγκεκριμένες τεχνικές, μέσα στο πλήθος των υβριδικών φόρουμ, που συχνά είναι ανεπίσημα, συχνά χωρίς νομιμοποίηση, αλλά πολύ αποτελεσματικά καθώς απασχολούνται με τόσο διαφορετικά πράγματα: από τα σούπερ μάρκετ στα οικονομικά και τη νομοθεσία, από την τεχνολογία στις συζητήσεις σχετικά με τη φύση. Επομένως υπάρχει μια διάδοση των μικροπολιτικών, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Urlich Beck. Κατά τη γνώμη μου το όνειρο της μακροπολιτικής, της σφαίρας δηλαδή που θα μπορούσε να συμπεριλάβει εντός της όλα αυτά τα φόρουμ, έχει εξαφανιστεί.


    Κ.Κ.: Πώς θα μπορούσαμε να ξανα-φανταστούμε μια δημοκρατία ικανή να προσαρμοστεί στην συνύπαρξη διαφορετικών χρονικοτήτων ή διαφορετικών “θέματα ενδιαφέροντος» (matters of concern)?


    B.L.: Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Οι ανθρωπολόγοι, οι κοινωνιολόγοι, οι φιλόσοφοι μπορούν ίσως να μελετήσουν όσα συμβαίνουν ήδη. Στην πράξη, η πολιτική αφορούσε πάντοτε τα “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern). Ήταν πάντοτε «εστιασμένη στα ζητήματα» (issue-oriented). Ο δήμαρχος του χωριού πάντοτε δεχόταν επιθέσεις ή ερωτήματα από τους συμπολίτες του για τα προβλήματα των σκουπιδιών, των δρόμων, των εργοστασίων κτλ. Επομένως είναι κυρίως ένα ερώτημα που αφορά την μορφή εκπροσώπησης αυτού που συνέβαινε πάντοτε στην πολιτική, ένα πρόβλημα που δεν μπορούσαμε να δούμε ξεκάθαρα στον βαθμό που σκεφτόμασταν την πολιτική ως κάτι που είτε μπορούσε να καλύψει το σύνολο των δραστηριοτήτων (το «όλα είναι πολιτική» της δεκαετίας του 1960) ή, αντιθέτως, παρέμενε αποκλειστικά επικεντρωμένο στην επίσημη, κοινοβουλευτική εκδοχή της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Επομένως σε αυτές τις δύο θέσεις, που σε γενικές γραμμές αντικατοπτρίζουν τα ιδανικά του προηγούμενου αιώνα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ξεχωρίσουμε πώς θα τραφούν οι απαιτήσεις τις δημοκρατίας με νέα μέσα. Αυτό συμβαίνει επειδή βρισκόμασταν είτε μέσα στο «όλα είναι πολιτική», μια προσέγγιση δηλαδή που ήταν επαναστατική χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους δημοκρατικούς θεσμούς – όπως όλοι γνωρίζουμε οι επαναστάτες δεν υπήρξαν σχεδόν ποτέ καλοί δημοκράτες – είτε είχαμε την εντύπωση ότι η δημοκρατία στην επίσημη αντιπροσωπευτική μορφή της μπορούσε να αφομοιώσει όλα τα ερωτήματα που περνούσαν μέσα από τις διαδικασίες της και γίνονταν πολιτικά όταν έφταναν στα γραφεία υπουργών και εκπροσώπων. Και ξαφνικά σταματάμε και θέτουμε το ερώτημα της δημοκρατίας, ενώ στην πράξη οι άνθρωποι πάντοτε έθεταν το ερώτημα της δημοκρατίας με διαφορετικούς τρόπους, οργώνοντας δηλαδή συγχρόνως υβριδικά φόρουμ γύρω από υποκείμενα που δεν αποτελούν αντικείμενα της πολιτικής όπως έχει καθιερωθεί στις κλασσικές θεωρήσεις.


    Αν πάρουμε για παράδειγμα τους σύγχρονους συνδέσμους αρρώστων, κανείς δεν φανταζόταν ότι οι πολιτικές υγείας θα οργανώνονταν σε ατομική βάση. Κανείς δεν φανταζόταν ότι το φαγητό, όπως συμβαίνει στην Ιταλία σήμερα με το «αργό φαγητό», θα γινόταν αντικείμενο πολιτικής. Κανείς δεν φανταζόταν ότι κάτι σαν το κλίμα θα γινόταν αντικείμενο πολιτικής. Πρόκειται για μια «ψηφιδοποίηση» (pixelisation) της πολιτικής. Η μορφή της πολιτικής έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που κάθε πίξελ απολαμβάνει την αυτονομία του. Και το ερώτημα της δημοκρατίας προκύπτει σε όλα αυτά τα σημεία. Επομένως μπορούμε να υποστηρίξουμε είτε ότι αυτό δεν είναι πλέον δημοκρατία αλλά ένα “écume” (αφρό), όπως υποστηρίζει και ο Sloterdijk, ή διαφορετικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στην ουσία της πολιτικής, η δημοκρατία είναι φορέας των παθών μας, των πιστεύω μας, των δεσμεύσεών μας, των υποχρεώσεών μας, για κάθε θέμα χωριστά. Επομένως δεν βρισκόμαστε σε μια αγνή κατάσταση. Βρισκόμαστε σε μια διαφορετική κατάσταση. Υπάρχουν διανοούμενοι που δουλεύουν εμπειρικά προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσουν τις νέες αυτές μορφές εγκλεισμού, τις νέες μορφές δημοκρατίας. Ορισμένοι τις αναζητούν στο διαδίκτυο που επιτρέπει την χαρτογράφηση πολλών μορφών εκκολαπτόμενης δημοκρατίας. Στην έκθεσή μας χρησιμοποιήσαμε πολλές από αυτές τις ιστοσελίδες. Μερικές από αυτές είχαν πολύ ενδιαφέρον, καθώς εμπεριείχαν ζητήματα που θυμίζουν ένα είδος προεικόνισης αυτής της πολύ πρακτικής δημοκρατίας. Όλα ήταν “εστιασμένα στα ζητήματα» (issue-oriented). Πολλοί άνθρωποι δουλεύουν αυτά τα θέματα: αυτό είναι το διαδίκτυο. Στην συνεργατική ζωή (associative life) υπάρχει ένα πλήθος άλλων στοιχείων. Το μεγάλο εμπόδιο είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και με την οικονομία διότι τόσο στα πιστεύω της παλαιάς αριστεράς όσο και σε αυτά της παλαιάς δεξιάς, παραμένει ένα σύστημα που υπηρετεί νόμους, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για την φύση. Το σύγχρονο παράδοξο είναι ότι η φύση έχει σαφώς πολιτικοποιηθεί, ενώ η οικονομία παραμένει σταθερά αγκιστρωμένη σε νόμους για τους οποίους κανένας δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Τόσο στη Μαρξιστική αριστερά όσο και στη Μαρξιστική δεξιά είναι πολύ σπάνιο να συναντήσουμε την ιδέα ότι η οικονομία θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο της ίδιας διαδικασίας ψηφιδοποίησης (pixelisation). Ενώ στην πραγματικότητα η οικονομία είναι πίξελς. Αποτελείται από μικρά αθροίσματα, συλλογές, νέες υβριδικές φόρμες κτλ. Το ότι η οικονομική φύση αντιστέκεται πολύ περισσότερο από την ίδια τη φύση αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο της εποχής μας.


    Κ.Κ.: Τότε γιατί παραμένετε σκεπτικιστής όσον αφορά τις δυνατότητες του διαδικτύου;


    B.L.: Μα γιατί δεν έχουμε εντελώς “ανεβεί” στο διαδίκτυο. Η ζωή στο διαδίκτυο παραμένει ένα πολύ μικρό κομμάτι της κοινής μας ύπαρξης. Συνεχίζουμε να ζούμε σε αναλογικά παραδοσιακές ατμόσφαιρες: από τοίχους, αέρα, θέρμανση, ανθρώπους που συναντιούνται, μιλάνε κτλ. Επομένως, αν η δημοκρατία θα έπρεπε να είναι η εξουσία της συμβίωσης, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Sloterdijk, ενώ ο «καθένας περιμένει την σειρά του», χωρίς να φτάνουμε σε καταστάσεις υπερβολικής βίας, δεν θα μπορούμε να φανταστούμε πως θα ήταν να μεταφέρουμε όλες τις δημοκρατικές μας συνήθειες στο διαδίκτυο. Επιπλέον το διαδίκτυο δεν είναι αντικείμενο πάθους. Είναι ένα πολύ μικρό πάθος.


    Κ.Κ.: Είναι όμως ένα εργαλείο έκφρασης;


    B.L.: Η απάντηση που θα έδινα είναι ότι είναι κάτι παραπάνω από αυτό που λες: είναι ένας πραγματικός χώρος, επειδή είναι ιεραρχικός και μιμείται πολύ καλά έναν αποκεντρωμένο χαρακτήρα χωρίς, όμως, τις ουτοπίες, χωρίς τις σχέσεις εγγύτητας μεταξύ των τόπων, καθώς μπορούμε να επέμβουμε σε ένα blog στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Η φόρμα του έχει ενδιαφέρον από τη σκοπιά των σύγχρονων “ζητημάτων” (issues). Εντούτοις, δεν είναι τίποτε άλλο από μια πρώτη επισκόπηση μελλοντικών χώρων μέσα στους οποίους θα μπορούσε να ασκηθεί η δημοκρατία. Είναι ένα καλό μοντέλο. Αλλά είναι υπερβολικό να ακούμε ότι το διαδίκτυο προσφέρει τα παγκόσμια φόρουμ που έχουμε χάσει. Ίσως πρέπει να ξεχάσουμε την έννοια του παγκόσμιου φόρουμ. Δεν θα πρέπει να επιθυμούμε να επιστρέψουμε στο παγκόσμιο.


    Κ.Κ.: Για παράδειγμα έχετε ακούσει αυτόν τον διαδικτυακό τόπο που ονομάζεται «Second Life» (Δεύτερη Ζωή)?


    B.L.: Η Ségolène Royal έστησε εκεί ένα εκλογικό γραφείο.


    Κ.Κ.: Είναι κάτι καινούργιο ή πρόκειται για λογική συνέχεια;


    B.L.: Όλα εκείνα που υλοποιούν τους συμβολικούς χώρους που κατοικούμε, όλα εκείνα τα πράγματα που μας επιτρέπουν να τους κατανοούμε, να τους μοιραζόμαστε, να τους μετράμε έχουν ενδιαφέρον για την κατανόηση της κοινωνίας. Υποθέτω ότι σήμερα οι κοινωνιολόγοι που μελετούν το Second Life είναι όσοι και οι χρήστες του. Σίγουρα υπάρχουν πολλοί οικονομολόγοι που διαπιστώνουν ότι τα οικονομικά μοντέλα δεν έχουν αλλάξει σχεδόν καθόλου. Έχει, όμως, ενδιαφέρον, διότι κατανοούμε τι σημαίνει η ύπαρξη σε έναν εικονικό κόσμο. Ό όρος «εικονικό» είναι στην πραγματικότητα ακατάλληλος διότι είναι η φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων. Η «Πρώτη Ζωή» είναι εικονική, ενώ η Δεύτερη Ζωή είναι υλική καθώς είμαστε υποχρεωμένη να πληρώνουμε ένα τίμημα. Όχι πολύ, αλλά υπάρχει κόστος. Όλα όσα επιτρέπουν την αντικατάσταση των εικονικών σχέσεων μεταξύ συμβολικού και υλικού έχουν ενδιαφέρον διότι αποκλείουν όλες αυτές τις βλακείες σχετικά με την μετάβαση από έναν πραγματικό σε έναν φανταστικό κόσμο.


    Οι Έλληνες μας έμαθαν ότι ζούμε σε έναν φανταστικό κόσμο πριν πολλά χρόνια. Σήμερα πληρώνουμε την σύνδεση και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πιο ξεκάθαρα τι συμβαίνει. Νομίζω τώρα ότι υπάρχει και μια μικρή αστυνομία στο Second Life. Δεν είναι ακόμα αληθινή πολιτική, αλλά υπάρχουν κανόνες και αποκλεισμοί. Κάποιος μπορεί να αποκλειστεί ως “κακός σύνδεσμος”. Έχουν συμβεί πράξεις βίας, απεργίες, καθιστικές διαμαρτυρίες. Επομένως βρίσκουμε κάποια στοιχεία της Πρώτης Ζωής. Αλλά δεν είναι και τόσο πρωτότυπα αυτά που συμβαίνουν: κατά παράδοξο τρόπο, δεν είναι καθόλου ουτοπικό. Η μελέτη της δεύτερης ζωής δεν θα είναι καθόλου ευκολότερη από τη μελέτη της πρώτης ζωής. Από αυτή τη σκοπιά, το Second Life μοιάζει πάρα πολύ με το “Biosphere II” (βιόσφαιρα ΙΙ), που αποτέλεσε μια προσπάθεια να αναδομηθεί μια τεχνητή βιόσφαιρα, όχι εικονικά ( όχι στο διαδίκτυο) αλλά σε συνθήκες ελεγχόμενης αστικοποίησης που θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη φαντασία των οικολόγων. Κι όλες αυτές οι δυσκολίες μόνο και μόνο για να κατασκευαστεί μια δεύτερη βιόσφαιρα, όλη αυτή η προσπάθεια προκειμένου να εγκαθιδρυθούν τεχνητά νησιά έχει πολύ ενδιαφέρον.


    Οι πολιτικές των πραγμάτων


    Κ.Κ.: Μιλάτε για τον δαίμονα του πολιτικού και με ποιο τρόπο το “φάντασμα του κοινού” μπορεί να τον χαλαρώσει. Μέσω ενός περάσματος από την Realpolitik στην Dingpolitik, εξηγείτε πώς μπορούμε με ρεαλιστικό τρόπο να “κάνουμε τα πράγματα δημόσια” (make things public). Τι ακριβώς σημαίνει Dingpolitik και μπορεί το πολιτικό να δαμαστεί?


    B.L.: Η ετυμολογία της λέξης «δαίμων» έχει δύο σημασίες: να κόβεις και να μοιράζεσαι. Αν και καταλαβαίνουμε για ποιο λόγο, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι αυτός ο όρος αρθρώνεται συγχρόνως σε δύο αντιθετικά νοήματα. Βλέπουμε ότι ο δαίμων της πολιτικής δεν μπορεί να είναι απλός. Είναι απαραίτητα ένα τέρας. Η πολιτική φιλοσοφία είναι μια τερατολογία, η εκμάθηση του τερατώδους. Επικίνδυνοι για την πολιτική φιλοσοφία είναι εκείνοι ακριβώς που θεωρούν ότι δεν πρόκειται για το τερατώδες. Ιστορικά, στον χώρο του πολιτικού, προέκυψαν μέσα από την λογική και όχι μέσα από το ίδιο το τερατώδες. Επομένως το ερώτημα που τίθεται σχετικά με το Dingpolitik, από την πολιτική των πραγμάτων είναι ακριβώς αυτό που θέσαμε προηγουμένως.


    Το πολιτικό αφορούσε πάντοτε τα πράγματα. Αλλά όταν διαβάζουμε πολιτική φιλοσοφία δεν συναντάμε πράγματα. Υπάρχουν αμέτρητες πραγματείες που μελετούν πώς θα δημιουργήσουμε μια διαδικασία που θα ενσωματώσει διαφορετικά πράγματα σαν η ίδια η διαδικασία να ήταν δεδομένη. Σαν κάθε θέμα που εισέρχεται στην κοινοβουλευτική εκτελεστική μηχανή να πρέπει να βγαίνει με την μορφή νόμων και λύσεων. Αυτό είναι που σήμερα ονομάζουμε διακυβέρνηση. Είναι μια διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής. Και υπάρχει μια σειρά από προϋποθέσεις από πίσω της: η ύπαρξη θεσμών, εργαλείων, και τεχνικών εκπροσώπησης, που είναι ευρείας εμβέλειας (across the board), και μπορούν να ενσωματώσουν εξίσου ζητήματα οικολογίας, οικονομίας, καθημερινής ζωής κτλ. Η λέξη Dingpolitik σηματοδοτεί την αβασιμότητα αυτής της θεωρίας του πολιτικού. Δεν πρόκειται για νέα πολιτική αλλά γι’ αυτό που ονομάζω «πολιτικές στραμμένες προς τα αντικείμενα» (object-oriented politics). Καθώς η ίδια η φύση του πολιτικού εμπλεκόταν πάντοτε με αντικείμενα, μπορούμε να φανταστούμε τεχνικές εκπροσώπησης – συμπεριλαμβανομένης και της καλλιτεχνικής και επιστημονικής εκπροσώπησης – που μπορούν να αποδώσουν επαρκώς αυτή την νέα ψηφιδοποίηση (pixelisation) του πολιτικού; Η πολιτική των πραγμάτων δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπήρχε πάντοτε: το ding συναντάται σε όλες τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Στα αρχαία ελληνικά αίτια. Μήπως σημαίνει επίσης και συνελεύσεις; Πρόκειται για νομικό όρο.


    Κ.Κ.: Σήμερα σημαίνει το αίτιο.


    B.L.: Ναι είναι η υπόθεση που φέρνουμε στο δικαστήριο. Βρισκόμαστε κάπου μεταξύ του να μοιραζόμαστε και του να αντιτιθόμαστε.


    Κ.Κ.: Είναι το αίτιο αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει και ο λόγος.


    B.L.: Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε αυτή την όμορφη ετυμολογία. Που στην ουσία ήταν πάντοτε ενεργή στην πολιτική. Υπήρξε, όμως μια εποχή που θέλαμε να διαχωρίσουμε τις δύο αρένες: από τη μια πλευρά, αυτή του πολιτικού με την περιορισμένη έννοια του όρου, και από την άλλη, αυτή των πραγμάτων και των αιτιών στην μοντερνιστική τους εκδοχή, που αντιστοιχεί επίσης σε έναν καταμερισμό εργασίας του πολιτικού σε νόμους και διαμάχες διατηρώντας, όμως, την αιτία εκτός, στον επιστημονικό τομέα. Ενώ εκείνη την εποχή δεν μπορούσαμε ακόμα να το διακρίνουμε σήμερα είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα πράγματα έχουν γίνει αίτια. Όλα τα “γεγονότα” (matters of fact) έχουν γίνει “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern). Το τεράστιο πρόβλημα για την γενιά μας είναι να βρούμε εκείνες τις εννοιολογικές και φυσικές αρχιτεκτονικές που θα ενσωματώσουν αυτή την εμπειρία.


    Δεν είναι όμως εύκολο να γίνει, επειδή οι άνθρωποι συνεχίζουν να επενδύουν υπερβολικά στην παραδοσιακή πολιτική, μια πολύ τοπική τεχνική, όπως βλέπουμε και με την παρούσα καμπάνια για την προεδρία στη Γαλλία. Βλέπουμε πόσο πολύπλοκο είναι να φέρουμε στην επικαιρότητα τα “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern) με την χρήση αρχαϊκών τεχνικών και τοπικιστικού στυλ. Την ίδια στιγμή όμως έχουμε χάσει επίσης τις μεγάλες τεχνικές που θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα, της ευγλωττίας, της ρητορικής. Αντιθέτως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα περίεργο μείγμα διακυβερνήσεων. Αυτό φαίνεται και στα προγράμματα που μας παρουσιάζουν. Μας ζητούν να φανταστούμε ότι η πολιτική είναι μια σειρά από προγράμματα που πρέπει να εφαρμόσουμε σαν να πρόκειται για προβλήματα προς επίλυση. Επομένως δεν αναζητούμε πια τις τεχνικές της ευγλωττίας ή της αφήγησης που προσφέρουν την ποιότητα της καθημερινής ζωής στην πολιτική. Και την ίδια στιγμή παραμένουμε δέσμιοι μιας αρχαϊκής τεχνικής. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ δεινή θέση. Χάσαμε το πάθος για το πολιτικό – κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό διότι το πολιτικό πάθος μπορεί να φέρει και καταστροφή – και δεν έχουμε βρει ακόμα τους θεσμούς και τις τεχνικές μορφές που θα μας επιτρέψουν να κάνουμε το σύστημα αντιπροσωπευτικό όλων εκείνων των άλλων αντικειμένων διαφωνίας στα οποία ήδη εμπλεκόμαστε. Αυτή είναι η διαδικασία που η έκθεση “Making things public” προσπάθησε να υλοποιήσει τουλάχιστον σε εννοιολογικό και εικονικό πεδίο. Τα κοινοβούλια είναι μόνο μια τεχνική αλλά υπάρχουν κι άλλες. Δεν βλέπω, όμως, καμία προσπάθεια να γίνουν αυτές οι τεχνικές απαραίτητες και για άλλες συνελεύσεις. Ο ορισμός του πολιτικού έχει περιοριστεί και σαν αποτέλεσμα οι άνθρωποι παραπονιούνται ότι δεν εκπροσωπούνται ικανοποιητικά. Η κρίση της εκπροσώπησης όλο και περισσότερο επίκειται εξαιτίας αυτού του περιορισμού της πολιτικής σε τεχνικές εκπροσώπησης που έχουν χάσει πλέον την νομιμότητά τους.


    Κ.Κ.: Μήπως είναι επίσης επειδή περιμέναμε πολλά από την ίδια την εκπροσώπηση;


    B.L.: Περιμέναμε συγχρόνως πολλά και πολύ λίγα. Από τη μια πλευρά, περιμέναμε πολλά για να καλύψουμε το σύνολο της ανθρώπινης ζωής. Αυτό είναι το “φουσκωτό κοινοβούλιο” του Sloterdijk, ένα τεράστιο κοινοβούλιο όπου όλοι θα διαβουλεύονται για όλα, όπου θα υπάρχουν συμβόλαια μεταξύ όλων, όπου θα υπάρχει διάχυτος σεβασμός, και όλοι κάθονται σε ένα γιγάντιο τραπέζι στο μέγεθος του κόσμου. Αυτό είναι υπερβολικό. Αλλά συγχρόνως δεν είναι αρκετό αν λάβει κανείς υπόψη του, τις αμέτρητες συναθροίσεις που έχουν διαμορφωθεί σε συνάρτηση με διαφωνίες που θεωρούνται κατώτερες της πολιτικής. Και εδώ βρίσκεται ακριβώς το ενδιαφέρον του επιχειρήματος του Beck σχετικά με τη μικροπολιτική. Είτε πρόκειται για φεμινισμό, είτε για κάτι άλλο δεν θεωρείται ποτέ αρκετά πολιτικό γιατί είναι τοπικό. Τους κατηγορούμε λοιπόν ότι έχουν εξειδικευμένα συμφέροντα σαν να υπήρχε μόνο το γενικό συμφέρον της μεγάλης σφαίρας. Γι’ αυτό το λόγο το φάντασμα που σκηνοθέτησα στην έκθεση το δανείστηκα από ένα βιβλίο του Walter Lippmann, που μας υπενθυμίζει ότι η πολιτική δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένα τεράστιο σώμα που καλύπτει το σύνολο της δημόσιας ζωής, αλλά σαν ένα πέρασμα, μια κίνηση. Μια κίνηση που ο Lippmann προσπάθησε να περιγράψει στο βιβλίο του Το The Phantom Public. Το κοινό είναι απαραίτητα ένα φάντασμα, δεν μπορεί να είναι ένα σώμα. Βρίσκεται διαρκώς στη φάση της επανεκκίνησης, στη φάση του περάσματος, όπου είναι μια συνάθροιση όλων των άλλων συναθροίσεων που βρίσκονται στη διαδικασία αποκάλυψης νέων θεμάτων.


    Αρχιτεκτονική και συνύπαρξη


    Κ.Κ.: Πιστεύετε ότι υπάρχει η δυνατότητα για μία εννοιολογική ή φυσική αρχιτεκτονική που θα «κάνει τα πράγματα δημόσια»;


    B.L.: Οι αρχιτέκτονες έχουν ένα σημαντικό ρόλο να παίξουν. Η έννοια της αρχιτεκτονικής η οποία ήταν πάντοτε σημαντική σαν μία μεταφορά για τον ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, ή για την αναδιανομή μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων χώρων, γίνεται σήμερα περισσότερο από μία μεταφορά – είτε μιλάμε για μία εικονική αρχιτεκτονική είτε για την αρχιτεκτονική των πόλεων και των πάρκων. Πριν από μερικές μέρες γνώρισεα έναν φοιτητή στο Χιούστον ο οποίος μελετούσε αυτούς που ασχολούνται με την διαστημική αρχιτεκτονική στη ΝΑΣΑ. Πρόκειται για την αρχιτεκτονική του χώρου που βρίσκεται γύρω από τη Γη. Αυτή αναφέρεται στην κλίμακα του ηλιακού συστήματος. Υπάρχουν αρχιτέκτονες που πληρώνονται από τη ΝΑΣΑ για να φανταστούν την αναδιανομή όντων, αντικειμένων, σταθμών στο ηλιακό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της αρχιτεκτονικής, το έργο της αρχιτεκτονικής πραγματώνει τη μεταφορά του Sloterdijk. Ψάχνουμε συνεχώς για χώρους συνύπαρξης. Γι’ αυτό η αρχιτεκτονική πρέπει να παίξει ένα ρόλο, απλώς δεν είμαι επαρκώς πληροφορημένος για το ποιους αρχιτέκτονες πρέπει να ακολουθήσουμε. Υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στα προβλήματα που συζητάμε και το χτίσιμο ενός εργοταξίου. Επίσης, οι αρχιτέκτονες έχουν μία περίεργη σχέση με τη θεωρία, μία επιπόλαια σχέση.


    Κ.Κ.: Μερικές φορές αυτή είναι και η σχέση τους με το κοινό.


    B.L.: Συνεργάστηκα με το περιοδικό DOMUS για δύο χρόνια και έτσι διάβασα λίγο αρχιτεκτονική, και παραδόξως ξέρω και αρκετούς αρχιτέκτονες, αλλά όχι αρκετά για την αρχιτεκτονική. Το design, σαν ένα είδος αρχιτεκτονικής, είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Για παράδειγμα, τα φυσικά πάρκα σήμερα είναι ένα ζήτημα design. Είτε αν πρόκειται για συλλογικό ή για συνεργατικό design, υπάρχουν τόσες πολλές σχολές που ξεφυτρώνουν παντού: η αρχιτεκτονική τοπίου, η διαχείριση φυσικών χώρων, η πολεοδομία. Έχει ξεκινήσει η διαδικασία της ανάμειξής τους καθώς αποτελεί ένα ζήτημα της κατασκευής ενός τεχνητού περιβάλλοντος στη ζωή. Ένας μηχανισμός διατήρησης της ζωής που καταλαμβάνει το χώρο της πολιτικής. Ταυτόχρονα, η αισθητική της αρχιτεκτονικής παραμένει η αισθητική των αντικειμένων. Στα περιοδικά design βλέπουμε παντού αντικείμενα. Δεν βλέπουμε ακόμα πολλά “θέματα ειδικού ενδιαφέροντος» (matters of concern). Όμως όταν μιλάμε με αρχιτέκτονες, καταλαβαίνουμε όμως ότι σε αυτά είναι αφιερωμένο το έργο τους .


    K.K.: Νομίζεται όμως ότι μπορούν να δημιουργήσουν αυτούς τους χώρους, αυτές τις αρχιτεκτονικές;


    B.L.: Όχι από μόνοι τους, αλλά είναι ήδη μέτοχοι των «ατμοσφαιρών της δημοκρατίας», αυτού του συλλογικού χώρου. Πάντοτε, άλλωστε, η δουλειά τους ήταν η συγκρότηση χώρων. Οι αρχιτέκτονες παίρνουν στα σοβαρά τις έννοιες του χώρου και της ζωής: σχεδόν μπορούμε να ορίσουμε την πρακτική τους με τον όρο «συνύπαρξη».


    K.K.: Ναι, αλλά όχι απαραίτητα. Κάποιοι πιστεύουν ότι αν λάμβαναν υπόψη τους όλα αυτά τα πράγματα θα κατέληγαν να μην χτίσουν τίποτα.


    B.L.: Ναι, αλλά ένα και μόνο σπίτι να καταφέρει να χτίσει κανείς αυτό συμβαίνει γιατί πήρε στα σοβαρά το ζήτημα της συνύπαρξης. Πάντα υπάρχουν τοίχοι, διεπιφάνειες, γείτονες. Η αρχιτεκτονική λαμβάνει υπόψη της τη λέξη συνύπαρξη ακόμα και όταν αφορά απλώς την οικοδόμηση ενός σπιτιού. Δεν συμβαίνει μόνον όταν χτίζονται Κοινοβούλια. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα κοινοβούλια είναι σχεδιασμένα με έναν πολύ αρχαϊκό τρόπο. Το καινούργιο Reichstag του Norman Foster είναι σαφώς μία καρικατούρα. Η χρήση γυαλιού για να δηλωθεί η διαφάνεια του κοινοβουλίου είναι μία ανόητη μεταφορά. Υπάρχουν ένα ή δύο άλλα κοινοβούλια που είναι ενδιαφέροντα, αλλά αυτό είναι σπάνιο. Δεν ξέρω πως θα έπρεπε να μοιάζει ένα «κοινοβούλιο των πραγμάτων». Είχαμε ένα τέτοιο έκθεμα στην έκθεσή μας, αλλά ήταν απλώς μία εξομοίωση που φιλοξενήθηκε για μερικούς μήνες σε έναν εκθεσιακό χώρο. Έγινε με την βοήθεια αρχιτεκτόνων που έδωσαν μορφή στην έκθεση φτιάχνοντας ημι-διάφανα επίπεδα τμήματα με έναν πολύ ενδιαφέρον τρόπο. Σπουδάζεις στη σχολή A.A. (Architectural Association)?


    Κ.Κ.:Ναι. Στην ουσία προσπαθούμε να ξανασκεφτούμε την σχέση της κατοίκησης, του χώρου διαμονής με την κοινότητα. Την σχέση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Η προτεινόμενη τεχνική από τον καθηγητή μας είναι να ερευνήσουμε τις διάφορες τυπολογίες, πώς δηλαδή διαφορετικά γραφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, μοναστήρια, χώροι καταλήψεων λειτουργούν, να τα χαρτογραφήσουμε και να δούμε πώς οι ιδιωτικοί χώροι δομούνται σε σχέση με τους κοινοτικούς και δημόσιους χώρους, με σκοπό να προτείνουμε νέες τυπολογίες μέσω των οποίων θα εξετάσουμε τις σχέσεις μεταξύ ‘ιδιωτικού’ και ‘δημόσιου’ χώρου. Θέλουμε να δούμε αν μπορούμε να ξανασκεφτούμε αυτούς τους χώρους.


    B.L.: Για μένα ήταν πάντα μεγάλη ευχαρίστηση να πηγαίνω σε σχολές αρχιτεκτονικής, και έχω επισκεφτεί πολλές τέτοιες σχολές. Έκανα μία διάλεξη με τίτλο “Παρίσι: Αόρατη πόλη“, η οποία έγινε βιβλίο. Όποτε έχω τη δυνατότητα επισκέπτομαι στούντιο αρχιτεκτονικής για να δω τα σχέδια φοιτητών.


    Αυτό που είναι τώρα ενδιαφέρον είναι η πολιτική της συνύπαρξης., με έννοια-κλειδί την ‘συγκατοίκηση’. Έχω έναν-δύο φοιτητές που εργάζονται ως αρχιτέκτονες. Εγώ είμαι ήδη εκτός μόδας, καθώς οι αρχιτέκτονες καταναλώνουν πολύ γρήγορα. Επί δύο χρόνια ήμουν πολύ της μόδας, αλλά πλέον δεν μιλούν για μένα. Αυτό που κάνω τώρα δεν είναι αρχιτεκτονική, αλλά η κατασκευή ιστοσελίδων αντιπαραθέσεων. Στόχος μου είναι το στήσιμο ιστοσελίδων, σχηματοποιώντας χώρους συνύπαρξης οι οποίοι εμπεριέχουν ένα εύρος αβεβαιοτήτων που συσχετίζονται με τεχνικές αντιπαραθέσεις. Χρησιμοποιώ δηλαδή μία κοινωνιολογία της επιστήμης. Αυτό το θέμα όμως θα μπορούσε να είναι αντικείμενο συζήτησης και για την αρχιτεκτονική.


    Όταν ήμουν στο Χιούστον είδα ότι οι αρχιτέκτονες έχουν πρόσβαση σε προγράμματα οπτικοποίησης που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα και για τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά είμαστε ακόμα πίσω σε σχέση με αυτό. Ασχολούμαστε ακόμα με απλοποιητικές στατιστικές, ενώ μπορούμε να δημιουργήσουμε βάσεις δεδομένων, εικονικούς χώρους, χώρους του μέλλοντος, ενώ μπορούμε να εξερευνούμε ιεραρχίες και τον ad hoc χαρακτήρα των “θεμάτων ειδικού ενδιαφέροντος” (matters of concern). Έτσι η συμβολή μου στην αρχιτεκτονική βρίσκεται στην μεταφορική έννοια της δημοκρατίας: τη δημιουργία μιας ecume (αφρός), συγκεκριμένης για κάθε θέμα.


    Διαβάστε ακόμα


    Ισοσελίδα του Bruno Latour


    Έκθεση Iconoclash



    Αφιέρωμα: πρόσφατα άρθρα, χρόνος/πολιτική
    Ετικέτες: , , ,

    |
    1 σχόλιο »

    1 σχόλιο

    1. Ο/Η Leonidas :
      October 16th, 2008 at 22:21

      Πρώτη φορά μπαίνω στην ιστοσελίδα σας, ψάχνοντας για το Bruno Latour. Συγχαρητήρια για τη συνέντευξη και για την προσπάθεια γενικότερα. Είμαι γενικώς απογοητευμένος από τις διαδικτυακές προσπάθειες προβολής του στοχασμού στα Ελληνικά (υπάρχουν άλλες;). Καλή συνέχεια!

      Λεωνίδας Οικονόμου
      μεταπτυχιακός σπουδαστής
      Σχεδιασμός-Χώρος-Πολιτισμός ΕΜΠ


    σχολίασε