ετικέτες


blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

Re-public στο

Bryce Goebel – “τι κρύβεται πίσω από την έννοια της προόδου;»


«Κοντανασαίνοντας», ποτέ να μην μπορούμε να βρούμε τον χρόνο, δεν έχουμε αλλάξει πολύ: η σκέψη, η ταυτότητα, η συμπόνια, κι η επικοινωνία είναι τα ψέματα πίσω από έννοια της προόδου. Ίσως αυτό που αναζητούμε είναι μια ελαφρά οπισθοδρόμηση στο «Time» των Pink Floyd.



13 Οκτωβρίου 2006: (πολιτική) πρόοδος…η σκοτεινή πλευρά που μας οδηγεί


Βρισκόμουν σήμερα στο επιχειρηματικό κέντρο του Τορόντο και σχεδόν με έπνιξε η κούραση που κουβαλούσαν οι άνθρωποι στα πρόσωπά τους. Δεν ξέρω αν έχετε ποτέ σπαταλήσει το χρόνο σας με το να κάθεστε και να παρακολουθείτε τις σωματικές κινήσεις των ανθρώπων στη πόλη, ειδικά κάποιες ώρες της ημέρας. Εγώ λοιπόν το έχω κάνει. Το θέαμα είναι συγχρόνως εντυπωσιακό και αποκρουστικό – θέλω να αποδώσω τέτοιες εικόνες με λέξεις αλλά θέλω όμως και να ξεράσω όλα όσα έχω μέσα μου, ή ότι μου έμαθαν να πιστεύω, αφήνοντας τα στο τσιμέντο ή το πεζοδρόμιο διαμαρτυρομένη για το θέαμα, για τον τόπο. Φαντάσου να στέκεσαι ή να κάθεσαι στη King street, στα Δυτικά της Bay street, με το βλέμμα προς την ανατολή γύρω στις πέντε το απόγευμα μιας καθημερινής…ο καιρός δεν έχει σημασία…πραγματικά δεν έχει σημασία…και τα φώτα του δρόμου στο Βορρά κι η ανατολική πλευρά της Bay να είναι έτοιμα ν’ αλλάξουν (το κόκκινο χέρι ν’ αναβοσβήνει στην νοτιοανατολική πλευρά της King). Η σελήνη ανεβαίνει στον ουρανό. Τι βλέπεις;


Περνάνε τα λεπτά που γεμίζουν μια πληκτική ημέρα
Κομματιάζεις και σπαταλάς τις ώρες σου μ’ έναν απότομο τρόπο
Τριγυρίζοντας στα ίδια μέρη της πόλης σου
Περιμένοντας κάποιον ή κάτι να σου δείξει το δρόμο


Ο κόσμος πληθαίνει στη γωνία: οι πρώτοι άπληστοι ορίζουν που θα σταθεί το πλήθος, σχεδόν σαν να σήκωναν τα πόδια τους, για να κατουρήσουν οριοθετώντας έτσι τις συνοριακές γραμμές της επικράτειάς τους άμεσα, αμέσως μετά, σαν κάποιος να έδινε πραγματικά εντολές, αρκετός κόσμος συγκεντρώνεται πίσω από τους πρωτεργάτες μετά, οι μαχητές, εκείνοι που δεν ανήκουν στις δύο προηγούμενες ομάδες, εκείνοι που είναι πάντοτε κάπως καθυστερημένοι ή λιγότερο επιθετικοί ή λιγότερο πειστικοί ή είναι ακαθόριστοι, αδιάφοροι, άσχετοι, αδύναμοι, όπως συχνά διακηρύττουν οι κοινωνικά αποδεκτοί ορισμοί, σιγά-σιγά ενώνονται με το κοπάδι κατά μονάδες (αλλά ελπίζουν, πάντοτε ήλπιζαν να ήταν μέλη της ομάδας). Όλα τα πρόσωπα είναι κουρασμένα. Υπάρχει ένταση αυτή τη στιγμή, μια δύναμη τραβάει, ελέγχει – η σελήνη οδηγεί τα κύματα. Το κοπάδι (συνάθροιση) νοιώθει το κόκκινο χέρι να αναβοσβήνει γρηγορότερα, πιο δυνατά, εισβάλοντας (ένα κουδούνι χτυπάει), εντείνοντας την αγωνία, χτυπώντας…χτυπώντας, η ομάδα, αυτοί, σχεδόν ομαδικά επιθυμούν το αντιθετικό πράσινο φανάρι να αλλάξει σε πορφυρό, κόκκινο. Η αναμονή γίνεται βαριά. Και τότε το φανάρι αλλάζει…επιτέλους. Μπορείς ν’ ακούσεις τον μαζικό αναστεναγμό, παντελόνια κι άλλα ρούχα να τρίβονται, να τρίβονται μεταξύ τους καθώς η κίνηση απελευθερώνεται και πάλι – είναι ασφαλείς, παρηγορούνται γι’ άλλη μια φορά από το γεγονός ότι έχουν την δυνατότητα να κινηθούν – χωρίς να χρειάζεται να σκεφτούν, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν τίποτε άλλο παρά να προοδεύσουν…μαζί. Αυτή τη στιγμή είναι που περιμένω όταν θέλω να γράψω, όταν επιθυμώ να ξεράσω τη προσφορά μου: σου κόβει την ανάσα και σε τυφλώνει να βιώνεις έναν απέραντο αριθμό ανθρώπων που τρέχουν όλοι μαζί σαν ένα γιγάντιο κοπάδι που προοδεύει διασχίζοντας το δρόμο, κι όμως μέσα σ’ αυτή την ίδια ανάσα και σ’ αυτή τη πρόοδο, βρίσκεται ίσως το πιο αποκρουστικό πράγμα που θα μπορούσε κανείς να δει στον κόσμο– παντελής απουσία σκέψης, έκφρασης, ταυτότητας, συμπόνιας, επικοινωνίας (είναι αυτά τα ψέματα που κρύβονται πίσω από την έννοια της φιλοξενίας;)


Χωρίς ήχο, χωρίς εικόνα, αργόσχολα, δεν μπορούμε να αποφύγουμε το να περπατάμε σε πομπές κηδειών (α.τ.) είμαστε η νοημοσύνη του κοπαδιού: ιδιοτελείς, αναίσθητοι, ανικανοποίητοι…μαζί – η μαύρη πλευρά που οδηγεί τα κύματα. Ο άπληστος, ο ενεργός κι αυτός που ξέμεινε τελευταίος περιμένουμε όλοι «κάποιον ή κάτι να μας δείξει το δρόμο» χάνοντας τη πιστολιά της εκκίνησης.


Κουρασμένος από το ξάπλωμα στη λιακάδα, μένοντας σπίτι για να δεις τη βροχή
Είσαι νέος και η ζωή είναι μεγάλη και υπάρχει χρόνος να σπαταλήσει σήμερα
Κι έπειτα μια μέρα βρίσκεις ότι δέκα χρόνια σου γύρισαν την πλάτη
Κανένας δεν σου είπε ότι πρέπει να τρέξεις, έχασες τη πιστολιά της εκκίνησης.


3 Νοεμβρίου 2006: μια ελαφρά οπισθοδρόμηση στο ‘Χρόνο’ προς τον ήλιο


Φλασμπάκ: τα χέρια τρέμουν, τα ρολόγια αλλάζουν, οι άνθρωποι τρέχουν. To ‘Time’ των Pink Floyd (1973), το τρίτο κομμάτι στο ιστορικό άλμπουμ The Dark Side of the Moon (Η σκοτεινή πλευρά της σελήνης), ακολουθώντας στα βήματα του “On the Run,” ανοίγει με κάτι που ακούγεται σαν κεραυνός σε απόσταση, ή σαν σύννεφα που μαζεύονται και σπάνε, σχεδόν σαν σε κούρσα, και ακολουθεί μια σειρά χτύπων του ρολογιού – που θυμίζει αλλόκοτα στάλες βροχής που πέφτουν στις σκεπές. Τα χτυπήματα του ρολογιού αυξάνονται προοδευτικά σε ένταση ώσπου διάφορα ξυπνητήρια διακόπτουν τον ρυθμό. Τα χέρια απελευθερώνονται από τα πρόσωπα. Ένας δυνατός ηλεκτρικός παλμός από το μπάσο παίρνει μορφή δίπλα στα ρολόγια, τα ξυπνητήρια, προσφέροντας τον χρόνο, εωσότου η φωνή του David Gilmour ξεκινά «περνάνε τα λεπτά» Τα ξυπνητήρια διακόπτουν εμάς, τους ακροατές, από τα καταθλιπτικά μας σάουντρακ. Συνειδητοποιούμε ότι ο παλμός μπορεί να είναι οι προσομοιώσεις μας που επιδεικνύουν για χάρη μας τους μηχανικούς μας τρόπους. Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι παλμοί, κι άλλα χτυπήματα, κι άλλοι ρυθμοί που διαφέρουν από τον άπληστο, τον ενεργό κι αυτόν που απέμεινε τελευταίος, αν μπορούσαμε μόνο να ακούσουμε τις σκέψεις μας, αν μπορούσαμε μόνο να δούμε τις αντανακλάσεις μας…αν μπορούσαμε μόνο να βιώσουμε την ελαφρότητα μέσα μας. Το ‘Time” είναι μαγνητικό, εθιστικό και σύγχρονο, είναι σαν το άλμπουμ που βρισκόταν μπροστά από την εποχή του αναζητώντας πως θα ξυπνήσει τα συναισθήματα των ακροατών…του κοινού. Ας γείρουμε πάνω από το τραγούδι καθώς παίζει σε πραγματικό χρόνο.


Αυτή τη στιγμή μεταξύ δεύτερου και τρίτου στίχου, η κιθάρα του David Gilmour προσπαθεί να υπερβεί τον πρωταγωνιστή του “Time”. Το σόλο, όμως, αποτυγχάνει και ο ακροατής επιστρέφει σε λέξεις, σε μια δυσάρεστη κατάσταση, πολύ οικεία που καθοδηγείται από τη σελήνη – τα σκοτάδια. Σαν ακροατές έχουμε φυλακιστεί μαζί με τον πρωταγωνιστή σ’ αυτό στο τραγούδι, στη ζωή μας, στους κύκλους μας, ξανά στο δρόμο.


Και τρέχεις, τρέχεις να προλάβεις τον ήλιο, αλλά αυτός βυθίζεται
Και τρέχει γύρω-γύρω για να έρθει από πίσω σου
Ο ήλιος είναι ίδιος κατά μία έννοια, αλλά εσύ είσαι μεγαλύτερος
Κοντανασαίνωντας και μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο.


Ο θυμωμένος και απογοητευμένος αφηγητής του “Time” σκιαγραφεί έναν αγωνιώδη χαρακτήρα χωρίς κατεύθυνση, χωρίς χρόνο και όμως, πιθανόν, με υπερβολικά πολύ (αργόσχολο) χρόνο. Ο χαρακτήρας αυτός μοιάζει αποπροσανατολισμένος, καθώς αναμετρά πολύ αργά πια όλα όσα αυτός ή αυτή σπατάλησε – πάντα πίσω, πάντα προσπαθώντας να προλάβει στη ζωή (το φως, τον ήλιο) αλλά πάντοτε πλησιάζοντας το θάνατο (το σκοτάδι, τη σελήνη). Το κόκκινο χέρι αναβοσβήνει. Ο πρωταγωνιστής περιμένει στη γωνία, στο μεσοδιάστημα; Βρισκόμαστε στο μεσοδιάστημα; Είμαστε ο πρωταγωνιστής στο “Time”?

Κάθε χρονιά γίνεται πιο σύντομη, ποτέ δεν καταφέρνεις να βρεις χρόνο
Σχέδια που δεν είτε καταλήγουν στο μηδέν είτε σε μισή σελίδα κακογραμμένων στίχων
Το να υπομένεις με σιωπηλή απελπισία είναι ο Αγγλικός τρόπος
Ο χρόνος πέρασε, το τραγούδι τελείωσε, νόμιζα ότι είχα κάτι παραπάνω να πω.


Εγκλωβισμένοι σε πολύ μεγαλύτερους κύκλους – σε μια μέρα, σ’ ένα άλμπουμ, σε μια ζωή – ο πρωταγωνιστής παραπαίει. Καταπιεσμένη αγωνία ο Αγγλικός τρόπος. Ακόμα και ο αφηγητής διστάζει, σκεπτόμενος τον εαυτό του, εξετάζοντας τα γραπτά του, κοιτώντας «μισή σελίδα κακογραμμένων στίχων». Είναι μια θαυμάσια στιγμή συμπονετικής σκέψης ενός συγγραφέα που προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τον ακροατή, μιας μπάντας που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το κοινό της, μιας έκφανσης του πολιτικού στη βασική του φόρμα: άνθρωποι που αλληλεπιδρούν σε μια προσπάθεια να καταλάβουν, να σκεφτούν ο ένας για τον άλλο , ζώντας, ακούγοντας μαζί, διαπραγματευόμενοι ένα σήμα προς τον ήλιο – ελαφρότητα – και όχι τη σελήνη – σκοτάδι. Αλλά περιμένετε. Το «Time» δεν έχει τελειώσει, απομένει ένας στίχος. Μπορεί κάτι να στηρίξει τον πρωταγωνιστή, τον αφηγητή, τον ακροατή, πέρα από την επαφή – μια αναβολή στην επανάληψη:


Στο σπίτι, πάλι στο σπίτι
Μ’ αρέσει να είμαι εδώ όποτε μπορώ
Κι όταν έρχομαι σπίτι κουρασμένος και κρυωμένος
Είναι ωραίο να ζεσταίνω τα κόκαλά μου δίπλα στη φωτιά
Μακριά πέρα από τους αγρούς
Το κουδούνισμα της σιδερένιας καμπάνας
Καλεί τους πιστούς να γονατίσουν
Ν’ ακούσουν να λέγονται απαλά λέξεις μαγικές


Μια στιγμή ανακούφισης – να βρίσκεσαι σπίτι, ανάμεσα σε στοιχεία που σε παρηγορούν, σ’ έναν ασφαλή τόπο – εξαφανίζεται γρήγορα για τον χαρακτήρα με το κουδούνισμα της σιδερένιας καμπάνας– σύμβολο θανάτου. Αυτό που προκύπτει είναι μια έκφραση αναφορικά με την απίθανη και ανησυχητική πιθανότητα ανάστασης μέσω της πίστης (λέξεις μαγικές). Για τον αφηγητή, το «Time» δεν είναι θρησκευτικό: το φως είναι η δυνατότητά μας να υπερβούμε τις μαύρες μας φύσεις (ιδιοτελείς, αναίσθητοι, ανικανοποίητοι) Η θρησκεία δεν είναι μια ελαφριά κατεύθυνση – τα μάγια της είναι πάντοτε σκοτεινά (τίποτε άλλο από μια ανορθόγραφη μαγεία).


Ο αφηγητής επιχειρεί να συνδεθεί με ’σένα, τον ακροατή μέσω της υπέρβασης των τάσεων, των κατηγοριοποιήσεων (του άπληστου, του ενεργού, και αυτού που απέμεινε τελευταίος) σ’ αυτό το χρόνο και να συνθέσει μια κίνηση προς το φως: εκφράζοντας, αναμετρώντας, ταυτίζοντας, ακούγοντας με ακτίνες γεμάτες νόημα και συμπόνια. Χαράζει η αυγή.


11 Νοεμβρίου 2006: πρόοδος και οπισθοδρόμηση (“Time”)…


Αναπολώντας: Σε μια σχετικά πρόσφατη συνέντευξη ο Roger Waters εξηγεί πώς γεννήθηκε το “Time” καθώς αναπτύχθηκε από μια αναπόληση της νεότητάς του: «η παιδική ηλικία, η ενηλικίωση, όλα είχαν να κάνουν με την προετοιμασία για τη ζωή που θα άρχιζε αργότερα [εκπαίδευση, δουλειά, οικογένεια]». Ενώ γράφει το “Time,” ο Waters – που ήταν 29 το 1972 – ενημερώνει τον συνομιλιτή του για την αποκάλυψή του: «η ζωή δεν θα ξεκινούσε αργότερα. Αρχίζει στο σημείο x και συμβαίνει όλη την ώρα. Σε οποιαδήποτε στιγμή πιάσεις τα γκέμια και αρχίσεις να οδηγείς τη μοίρα σου». Απλά λόγια από τον αφηγητή του «Time».


Το “Time” του Waters (των Pink Floyd) είναι σημαντικό σήμερα. «Κοντανασαίνοντας», ποτέ να μην μπορούμε να βρούμε τον χρόνο, δεν έχουμε αλλάξει πολύ: η σκέψη, η ταυτότητα, η συμπόνια, κι η επικοινωνία είναι τα ψέματα πίσω από έννοια της προόδου. Ίσως αυτό που αναζητούμε είναι μια ελαφρά οπισθοδρόμηση στο «Χρόνο»: το κοπάδι βρίσκεται στη θέση (του άπληστου, του ενεργού κι αυτού που απέμεινε τελευταίος) απαθείς, όχι πολύ διαφορετικά από τα ορνιθοσκαλίσματα παραπάνω.


Δείτε ακόμα


Time – Pink Floyd: Βίντεο


Dark side of the moon: 30η επέτειος



Αφιέρωμα: πρόσφατα άρθρα, χρόνος/πολιτική
Ετικέτες: , ,

|
0 σχόλια »

σχολίασε