σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Νίκος Κουτσιαράς – Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας: Μια κοινωνικά αμφιλεγόμενη αλλά πολιτικά ευνοούμενη μεταρρύθμιση


    Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ευέλικτων διευθετήσεων οργάνωσης του χρόνου εργασίας, δεν σχεδιάστηκε καλά ή/ και εφαρμόστηκε ελλιπώς, με αποτέλεσμα την αδύναμη προσαρμογή του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, υποστηρίζει ο Νίκος Κουτσιαράς.



    Η μεταρρύθμιση της πολιτικής και των θεσμών της αγοράς εργασίας έχει αναμφίβολα αποκτήσει εξέχοντα ρόλο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών οικονομικών στρατηγικών που στοχεύουν στην αύξηση της απασχόλησης και την αναζωογόνηση της ανάπτυξης, καθώς και στη διευκόλυνση της προσαρμογής του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου στις βαθιές αλλαγές που σημειώνονται στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί αύξηση των ευρωπαϊκών μακροχρόνιων ρυθμών μεγέθυνσης, ενώ η πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά σε κυκλικούς παράγοντες. Την ίδια στιγμή, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας δεν έχουν βελτιωθεί ικανοποιητικά και τα ποσοστά ανεργίας έχουν παραμείνει υψηλά, ιδιαίτερα στις μεγάλες οικονομίες της ηπείρου. Κάποιος μπορεί, λοιπόν, να υποθέσει ότι η εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας δεν σχεδιάστηκε καλά ή/ και εφαρμόστηκε ελλιπώς, με αποτέλεσμα την αδύναμη προσαρμογή του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου.


    Η οικονομική έρευνα δεν έχει οδηγηθεί σε εμπειρικά τεκμηριωμένες σχέσεις αιτιότητας μεταξύ προτύπων θεσμικής οργάνωσης και επιδόσεων των αγορών εργασίας. Έχει, όμως, δείξει με πειστικό τρόπο ότι οι αυστηρά ρυθμισμένες αγορές εργασίας δεν επιτρέπουν την αντιστοίχηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης (εργασίας), αναχαιτίζουν την προσαρμογή στις μεταβολές τεχνολογίας και εμπορίου, καθυστερώντας έτσι την οικονομική αναδιάρθρωση, ενώ, επίσης, παρατείνουν και διογκώνουν τις συνέπειες των κυκλικών οικονομικών διακυμάνσεων. Η οικονομική έρευνα, μολονότι δεν προτείνει την ευρεία απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, έχει δείξει ότι η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας πρέπει να είναι περιεκτική και να συντονίζεται με τις μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, τις κοινωνικές πολιτικές και τη μακροοικονομική πολιτική. Άλλωστε, οι αποσπασματικές προσεγγίσεις δεν επιτρέπουν τον επωφελή χειρισμό των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στις πολιτικές και τους θεσμούς της αγοράς εργασίας, ενώ η έλλειψη συντονισμού των πολιτικών μπορεί να υπονομεύσει την ποιότητα των μεταρρυθμίσεων, μειώνοντας έτσι τα δυνητικά κέρδη και μεταθέτοντας στο μέλλον την πραγμάτωσή τους και περιστέλλοντας, επίσης, την αποζημίωση των χαμένων. Ωστόσο, εξαιτίας της άνισης κατανομής του οφέλους και του κόστους των μεταρρυθμίσεων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του εργατικού δυναμικού και του ασύμμετρου επιμερισμού τους στο χρόνο – το κόστος προκύπτει βραχυπρόθεσμα, ενώ τα οφέλη επιτυγχάνονται μεσο- μακροπρόθεσμα – η πολιτική οικονομία της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας μεταβάλλεται σε παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, που οι κυβερνήσεις μπορούν δύσκολα να διαχειριστούν, πόσο μάλλον να καθορίσουν την έκβασή του.


    Η αναζήτηση μίας εναλλακτικής οργάνωσης του χρόνου εργασίας


    Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πάντως, δεν έχουν μείνει αδρανείς, αν και οι μεταρρυθμιστικές δράσεις τους σπάνια έχουν εμπνευστεί από τα ευρήματα της οικονομικής έρευνας. Ακόμη περισσότερο, παρά τις εθνικές αποκλίσεις σε σχέση με τους θεσμούς και τις επιδόσεις των αγορών εργασίας, οι (αποκαλυμμένες) προτιμήσεις της εθνικής πολιτικής δείχνουν σημαντικό βαθμό σύγκλισης που, κατά μεγάλο μέρος, ανάγεται στην παρατηρούμενη συγκέντρωση των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών κυρίως σε δυο τομείς, δηλαδή την οργάνωση του χρόνου εργασίας και την απελευθέρωση των ευέλικτων – δηλαδή εκτός πλήρους απασχόλησης – συμβάσεων εργασίας. Σε σχέση με το πρώτο, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες ή/και συλλογικές συμφωνίες στοχεύουν στην καθιέρωση ευέλικτων διευθετήσεων για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, προκειμένου να υπάρχει καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των επιχειρήσεων και τις προτιμήσεις των απασχολούμενων. Οι ανάγκες των επιχειρήσεων συνδέονται κυρίως με την προσαρμογή των ωρών στο φόρτο εργασίας, ενώ οι προτιμήσεις των απασχολούμενων σχετίζονται με τις επιλογές για ελεύθερο χρόνο και την καλούμενη ισορροπία απασχόλησης-ζωής.


    Οι ευέλικτες διευθετήσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας εκτείνονται από συστήματα που προσφέρουν τη δυνατότητα διαφοροποίησης του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας σε καθημερινή βάση μέχρι σχήματα που περικλείουν ένα ευρύ φάσμα επιλογών για τη συσσώρευση και αποζημίωση ωρών για μακρύτερες χρονικές περιόδους. Ενώ συνήθως προορίζονται να αντικαταστήσουν άλλες μορφές οργάνωσης (του χρόνου εργασίας) που ξεπερνούν τις κανονικές ώρες εργασίας (π.χ. υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, βάρδιες), στην πράξη λειτουργούν συχνά συμπληρωματικά ως προς αυτές τις μορφές, καθώς κάθε μοντέλο οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων ή/και συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Πράγματι, υπάρχουν αρκετά εμπειρικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι βιομηχανικοί κλάδοι και οι μικρές επιχειρήσεις μπορούν, σε γενικές γραμμές, να εξυπηρετούνται καλύτερα από τις παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης του χρόνου εργασίας και τις απλές μορφές ευελιξίας, ενώ οι υπηρεσίες και, ειδικότερα, οι κλάδοι εντάσεως γνώσης, καθώς και οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να ωφελούνται από διευθετήσεις υψηλής ευελιξίας. Από την άλλη πλευρά, κάποιος μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει ότι οι διευθετήσεις ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας προτιμώνται περισσότερο από τους καλύτερα ειδικευμένους απασχολούμενους που τείνουν, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό, τι οι λιγότερο ειδικευμένοι, να ευνοούν την υποκατάσταση εισοδήματος με ελεύθερο χρόνο. Επομένως, οι λιγότερο ειδικευμένοι είναι πιθανότερο να επιλέγουν παραδοσιακά μοντέλα οργάνωσης χρόνου εργασίας που συνεπάγονται αυξημένη αποζημίωση για τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας.


    Η οικονομική αιτιολόγηση των διευθετήσεων ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι πλούσια. Έτσι, η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας θεωρείται ότι έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των αμειβόμενων υπερωριών και, κατά συνέπεια, την εξοικονόμηση κόστους, τη μείωση των αδικαιολόγητων απουσιών, την καλύτερη προσαρμογή των ωρών στο φόρτο εργασίας, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας ως προς τη χρήση μηχανημάτων και εξοπλισμού, την αύξηση της ικανοποίησης από την εργασία και την αύξηση της επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Όλα αυτά αποτελούν πηγές αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της παραγωγικής διαδικασίας εντός των επιχειρήσεων. Κι όπως είναι γνωστό, ένα μεγάλο μέρος της συνολικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και σημαντικό τμήμα της αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας αποδίδονται σε ενδοεπιχειρησιακούς παράγοντες. Ακόμη, υποστηρίζεται συχνά ότι πέραν των αυξήσεων της παραγωγικότητας και του προϊόντος, τα μακροοικονομικά αποτελέσματα της ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας περικλείουν, επίσης, οφέλη για την απασχόληση, που με τη σειρά τους οφείλονται στην αυξημένη προσφορά εργασίας και την αυξανόμενη ζήτηση εργασίας. Η πρώτη σχετίζεται με τη βελτίωση των προσδοκιών σε ό, τι αφορά στην ισορροπία απασχόλησης-ζωής και, επομένως, με την αυξημένη ελκυστικότητα της εργασίας. Η δεύτερη συνδέεται, προφανώς, με το υψηλότερο προϊόν, καθώς και με τη μικρότερη αύξηση των μισθών λόγω της αυξημένης προσφοράς εργασίας.


    Ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα για την απασχόληση, εξαιτίας της εφαρμογής ευέλικτων διευθετήσεων για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, δεν πρέπει να υπερβάλλονται. Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας μπορεί να ισοδυναμεί με μια παραγωγική τεχνική εξοικονόμησης εργασίας και τα θετικά αποτελέσματά της για την απασχόληση να περιορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, στους καλύτερα ειδικευμένους. Πράγματι, η αυξημένη αποτελεσματικότητα στη χρήση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, ως συνέπεια των βελτιώσεων στην οργάνωση του χρόνου εργασίας, μπορεί να ενθαρρύνει την υποκατάσταση λιγότερο ειδικευμένων εργαζομένων με κεφάλαιο. Και μια αύξηση της αναλογίας μεταξύ καλύτερα ειδικευμένου και λιγότερο ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, ενδεχομένως στο σύνολο των κλάδων, μπορεί να επιτρέψει την ευρύτερη χρήση των ευέλικτων μορφών οργάνωσης του χρόνου εργασίας και επομένως να μειώσει ακόμη περισσότερο τις ευκαιρίες απασχόλησης των λιγότερο ειδικευμένων. Όπως και νάχει, όμως, οι μειωμένες ευκαιρίες απασχόλησης και τα υψηλά επίπεδα ανεργίας των λιγότερο ειδικευμένων επιφανειακά μόνο μπορεί να συνδεθούν με την ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας. Μπορεί, όμως, να αποδοθούν στους γενικότερους κανόνες και θεσμούς της αγοράς εργασίας, που καθιστούν ασύμφορη την απασχόληση εργαζόμενων με χαμηλή παραγωγικότητα.


    Στις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις μεγάλες οικονομίες της ηπείρου, η υποκατάσταση λιγότερο ειδικευμένων εργαζόμενων με κεφάλαιο και, γι’ αυτό το σκοπό, η διάδοση ποικίλων παραγωγικών τεχνικών που εξοικονομούν εργασία οφείλονται στους αυστηρούς κανόνες προστασίας της απασχόλησης που προφυλάσσουν τους ήδη απασχολούμενους από ανταγωνιστικές πιέσεις και συνεπώς περιορίζουν την αποτελεσματική προσφορά εργασίας και αποτρέπουν την προσαρμογή των μισθών. Προκαλούνται, επίσης, από το γεγονός ότι το επίπεδο των κατώτατων μισθών είναι δυσανάλογα υψηλότερο των επιπέδων παραγωγικότητας των εργαζόμενων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.


    H διστακτική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας


    Έτσι, λοιπόν, εισαγόμαστε στην πολιτική οικονομία της ευρωπαϊκής πολιτικής αγοράς εργασίας. Η αποτυχία μεταρρύθμισης των κεντρικών ρυθμίσεων της αγοράς εργασίας και ανάλογης τροποποίησης των συστημάτων στήριξης του εισοδήματος – π.χ. μειώνοντας το επίπεδο των κατώτατων μισθών και αναπληρώνοντας το συνακόλουθο ‘έλλειμμα αξιοπρεπούς διαβίωσης’ με εργασιακά επιδόματα ή/και επιστροφές φόρου – και η προσφυγή σε περιφερειακές μεταρρυθμίσεις αντανακλούν την επιρροή πανίσχυρων οικονομικών συμφερόντων που κατορθώνουν κι αιχμαλωτίζουν τα διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Οι ‘εντός των τειχών’, εκπροσωπούμενοι επαξίως από τα εργατικά συνδικάτα, δύσκολα ανέχονται την αποδυνάμωση της νομοθεσίας προστασίας της απασχόλησης, που θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της διαπραγματευτικής ισχύος τους σε ό, τι αφορά τον καθορισμό των μισθών. Σε αντάλλαγμα, αποδέχονται, μάλλον απρόθυμα, τις ευέλικτες διευθετήσεις οργάνωσης του χρόνου εργασίας, που συνοδεύονται από απώλειες εισοδήματος λόγω μείωσης των αμειβόμενων υπερωριών. Και οι εργοδότες προτιμούν συχνά την αυξημένη ευελιξία των εσωτερικών αγορών εργασίας (τους), η οποία συνεπάγεται αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού τους, αντί της δυνατότητας προσαρμογής του μεγέθους του εργατικού δυναμικού (τους) αλλά σε βάρος της ενδοεπιχειρησιακής επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο και της παραγωγικότητας της εργασίας. Προφανώς, τα αυξημένα κέρδη των εργοδοτών και οι υψηλότερες αμοιβές των ‘εντός των τειχών’ δεν ωφελούν τους άνεργους, οι ευκαιρίες απασχόλησης των οποίων έχουν τελευταία συνδεθεί με τις λεγόμενες ευέλικτες συμβάσεις εργασίας. Μέσω των τελευταίων, οι εργοδότες αποκτούν ένα εργαλείο χαμηλού κόστους, προκειμένου να προσαρμόζουν το μέγεθος του εργατικού δυναμικού τους, συμπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο την ευελιξία της εσωτερικής αγοράς εργασίας (τους). Σε αντάλλαγμα, οι ‘εντός των τειχών’ εξασφαλίζουν μειώσεις στις κανονικές ώρες εργασίας ή άλλες παραχωρήσεις που, συνήθως, αφορούν σε αυξημένα δικαιώματα των εργατικών συνδικάτων σε σχέση με τον προσδιορισμό των μορφών ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, δημιουργούνται αγορές εργασίας δυο ταχυτήτων και η ανεργία παραμένει, επίσης, υψηλή.


    Το μάθημα πολιτικής είναι, επομένως, απλό: η αποτελεσματικότητα και η δικαιοσύνη στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας δεν θα βελτιωθούν, εκτός εάν υπάρξει ριζοσπαστική μεταρρύθμιση των κεντρικών θεσμών και της πολιτικής αγοράς εργασίας. Αυτό ισοδυναμεί με την εύρεση νέων πολιτικών ισορροπιών που, δεδομένης της συνάρθρωσης οικονομικών συμφερόντων και υφιστάμενων θεσμών, προϋποθέτει ισχυρή ηγεσία από πλευράς των κυβερνήσεων. Δυστυχώς, όμως, η ηγεσία αποτελεί πολύ συχνά σπάνιο πολιτικό πόρο.




    Το κείμενο μεταφράστηκε από τα Αγγλικά


    Διαβάστε ακόμα


    Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας: Για τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους; (στα αγγλικά)


    Γιατί η Βρετανία χρειάζεται μία νέα προσέγγιση για την ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας (στα αγγλικά)



    Αφιέρωμα: πρόσφατα άρθρα, χρόνος/πολιτική
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε