σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Michael Hauskeller – Υπέροχες ζωές πέρα από κάθε φαντασία


    Michael Hauskeller

    Οι υπερανθρωπιστές θέλουν να δημιουργήσουν καλύτερες ζωές δημιουργώντας καλύτερους ανθρώπους, και τους καλύτερους ανθρώπους αλλάζοντας ριζοσπαστικά τη βιολογική μας σύνθεση και δομή. Είναι πεπεισμένοι ότι μπορούμε να επηρεάσουμε αλλαγές που θα επιτρέψουν σε μας (ή στους απογόνους μας) να έχουν «ζωές υπέροχες πέρα από κάθε φαντασία» (Nick Bostrom) και να ζήσουν «καταστάσεις θεϊκής ευτυχίας» (David Pearce). Θα είμαστε τόσο απίστευτα ευτυχισμένοι γιατί θα είμαστε ικανοί να σκεφτόμαστε πολύ καλύτερα, να διευρύνουμε πλατιά τις γνώσεις μας, να γίνουμε πιο ικανοί να εκτιμούμε τη σπουδαία τέχνη, να ελέγχουμε τα αισθήματά μας, να καταλαβαίνουμε τους άλλους ανθρώπους, να κάνουμε αφάνταστα καλύτερο σεξ, και πολύ περισσότερο.



    Λοιπόν, όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν είναι πολύ πιθανό ότι μπορούμε να ενισχύσουμε αυτές τις συγκεκριμένες ικανότητες όπως το φαντάζονται. Το πιθανότερο είναι να καταφέρουμε απλά να ενισχύσουμε πολύ πιο γενικές ιδιότητες (αν μπορούμε καθόλου) και είναι πολύ λιγότερο φανερό ότι αυτό θα ήταν καλό για μας, επίσης. Δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πως οι ιδιότητες που έχουμε σχετίζονται μεταξύ τους και ελέγχουν η μία την άλλη ώστε η καθεμία να θεωρείται καλή σαν εμπειρία. Είναι αρκετά πιθανό, συγκεκριμένα ακόμη και σίγουρο, ότι ενισχύοντας μια ιδιότητα που γενικά επιθυμούμε να έχουμε, θα εξαλείψουμε άλλες ιδιότητες εξίσου επιθυμητές. Όταν έχουμε πολύ από ένα καλό πράγμα συχνά αυτό δεν είναι και τόσο καλό πράγμα. Για παράδειγμα, πολλοί από μας κάποιες φορές ευχόμαστε να είχαμε καλύτερη μνήμη. Αλλά πόση περισσότερη χωρητικότητα στη μνήμη θα ήταν καλό να είχαμε; Υπάρχουν, τελικά, κάποια πράγματα που θα προτιμούσαμε να ξεχάσουμε, κάποια πράγματα που εύλογα είναι καλύτερο να ξεχάσουμε. Έτσι ίσως δεν είναι όλες οι αναμνήσεις πολύτιμες. Αλλά ακόμη κι αν ισχύει αυτό, πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θυμόμαστε μόνο όσα θέλουμε να θυμόμαστε ή ό,τι είναι καλό να θυμόμαστε; Επίσης, ο αμιγής αριθμός των αναμνήσεων μπορεί να γίνει πρόβλημα.


    Σε μια από τις ιστορίες του, με τίτλο «Φούνες ο μνήμων», ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες περιγράφει έναν άντρα που, ύστερα από ένα ατύχημα που τον άφησε παράλυτο, βρέθηκε εξοπλισμένος με τέλεια μνήμη και τέλεια αντίληψη των αισθήσεων. Ο Φούνες, όπως λεγόταν αυτός ο άνθρωπος, συναντάει τον ορισμό του υπερανθρωπιστή, όπως ορίζεται από τον Nick Bostrom σαν «ένα πλάσμα που έχει τουλάχιστον μια (…) γενική ιδιότητα που υπερβαίνει κατά πολύ το ανώτατο που μπορεί να κατακτήσει οποιοδήποτε κανονικό ανθρώπινο πλάσμα χωρίς να προσφύγει σε νέα τεχνολογικά μέσα», με μια από αυτές τις γενικές κεντρικές ιδιότητες να είναι η μνήμη.


    Όπως αποδεικνύεται, ο αφηγητής της ιστορίας αναφέρεται στον Φούνες σαν τον πρόδρομο του υπερανθρώπου του Νίτσε. Παρά το γεγονός αυτό, ο Φούνες εμφανίζεται ως σοβαρά ανάπηρος, όχι εξ αιτίας της φυσικής του αναπηρίας αλλά περισσότερο λόγω της ευρέως βελτιωμένης μνήμης και αντίληψης. Και το παρόν και το μέλλον παρουσιάζονται σ’ αυτόν «σχεδόν αβάσταχτα μεστά και ξεκάθαρα». Εμείς οι κανονικοί άνθρωποι μπορούμε να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει και ίσως να ξεχωρίσουμε κάποιες λεπτομέρειες που είναι μοναδικές σε αυτή τη συγκεκριμένη ανατολή, αλλά ο μετάνθρωπος Φούνες «ξέρει ακριβώς τις μορφές των νεφών στην ανατολή της 30ης Απριλίου του 1882» και μάλιστα οποιαδήποτε λεπτομέρεια από οτιδήποτε έχει ποτέ αντιληφθεί στη ζωή του. Λέγεται ότι έχει «περισσότερες αναμνήσεις από όλα τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα μαζί». Όμως αυτό σημαίνει ότι η μνήμη του είναι, σύμφωνα με την δική του εκτίμηση, «σαν σκουπιδοτενεκές». Μόνο ευλογία δεν είναι. Η αλάνθαστη αντίληψη και ανάμνησή του το κάνουν δύσκολο, σχεδόν απίθανο, γι’ αυτόν να σκεφτεί αφαιρετικά τις διαφορές των πραγμάτων και να δει τα κοινά τους στοιχεία. Δεν κατανοεί τις γενικότητες. Γι’ αυτόν τα πάντα είναι αυτά που είναι και τίποτα άλλο. Κάθε στιγμή στο χρόνο είναι διαφορετική, τίποτα δεν είναι ποτέ το ίδιο με οτιδήποτε άλλο. Δυο οποιαδήποτε σκυλιά είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους που δεν μπορεί να καταλάβει πως μπορούμε να τα αποκαλούμε και τα δυο με το ίδιο γενικό όνομα· δυσκολεύεται ακόμη και να δεχτεί ότι ένα σκυλί σε μια συγκεκριμένη στιγμή αποκαλείται με το ίδιο όνομα που αποκαλείται το ίδιο σκυλί ένα λεπτό αργότερα ή νωρίτερα. Ο αφηγητής σχολιάζει ότι ο Φούνες δεν είχε μεγάλο ταλέντο στη σκέψη, γιατί η σκέψη απαιτεί να ξεχνάς τις διαφορές· σημαίνει να γενικεύεις, να αφαιρείς. Αλλά στον κορεσμένο κόσμο του Φούνες υπήρχαν μόνο «μοναδικότητες» και τίποτα άλλο.


    Μπορούμε να πάρουμε αυτήν την ιστορία σαν ένα πείραμα σκέψης που φωτίζει τους πιθανούς κινδύνους ενίσχυσης μοναδικών. Είναι όμως κάτι παραπάνω από ένα πείραμα σκέψης. Υπάρχουν όμως και θεμελιωμένες αποδείξεις ότι η τιμή που υπολόγισε ο Μπόρχες ότι θα έπρεπε να πληρώσει κάποιος για βελτιωμένη μνήμη είναι εκπληκτικά ακριβής. Οτιδήποτε προσπαθούμε να ενισχύσουμε μπορεί να έχει αθέλητες συνέπειες που εμφανίζονται μόνο όταν είναι πολύ αργά για να κάνουμε κάτι γι’ αυτές. Ο Nick Bostrom μπορεί να θέλει να γίνει μετάνθρωπος όταν μεγαλώσει αλλά ίσως αν καταφέρει αυτό που θέλει θα βρεθεί, όπως πολλοί ενήλικες σήμερα, να εύχεται να γινόταν πάλι παιδί. Και καταρχήν γιατί να θέλουμε να γίνουμε μετάνθρωποι; Το να είμαστε λίγο εξυπνότεροι είναι ίσως κάτι που μπορούμε να φανταστούμε (και να επιθυμούμε), αλλά το να είμαστε απείρως εξυπνότεροι δεν μπορούμε να το φανταστούμε και μπορεί να έχει επιπτώσεις υπερβολικά ανεπιθύμητες. Πραγματικά θέλουμε να τα καταλάβουμε όλα; Μπορεί κάποιος να έχει ποτέ αρκετές γνώσεις; Θα γίνουν οι ζωές μας όλο και καλύτερες όταν αποκτούμε όλο και περισσότερες γνώσεις; Δε νομίζω ότι υπάρχει μια προφανής απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά θεωρώ ότι είναι μάλλον απίθανο.


    Ο Francis Fukuyama έχει υποστηρίξει ότι η βιοτεχνολογία «αναμιγνύει φανερά οφέλη με ανεπαίσθητες ζημιές σε ένα πακέτο χωρίς ραφές» και ότι η πιο σημαντική απειλή που θέτει η βιοτεχνολογία είναι η μεταβολή της ανθρώπινης φύσης (σ. 7). Γιατί όμως αυτό αποτελεί απειλή; Τι είναι το τόσο σπουδαίο στην ανθρώπινη φύση που θα έπρεπε να το διατηρήσουμε ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να αποποιηθούμε «φανερά οφέλη»; Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι αποτελεί παράγωγο μιας μακρόχρονης εξελικτικής διαδικασίας που γενικά προσανατολίζεται προς την καταλληλότητα προσαρμογής. Μπορεί να μη μας αρέσει πάντα αυτό που είμαστε αλλά είναι μάλλον ασφαλές να συμπεράνουμε πως είμαστε, σαν βιολογικά όντα, όχι μια τυχαία συναρμολόγηση ικανοτήτων αλλά περισσότερο ένα όλο που συνδέεται μεταξύ του, στο οποίο οι διάφορες λειτουργίες υποστηρίζουν η μια την άλλη με τέτοιο τρόπο που ακόμη και τα ίδια τα όρια των ικανοτήτων μας είναι σημαντικά για να λειτουργήσει. Μερικές φορές μπορεί, για παράδειγμα, να ευχόμαστε να ήταν λιγότερο επιθετικοί οι άνθρωποι, όμως η επιθετικότητα δεν έχει μόνο σαν αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά και στην ανταλλαγή φιλοσοφικών επιχειρημάτων. Μπορούμε να διαχωρίσουμε βιολογικά την καλή επιθετικότητα από την κακή; Πόσα από αυτά που υπερηφανευόμαστε μπορούν να χαθούν χωρίς επιθετικότητα;


    Γενικά, ένα χαρακτηριστικό που έχει ανεπιθύμητα αποτελέσματα μπορεί να έχει άλλα αποτελέσματα που επιδοκιμάζουμε. Αντίστοιχα, μια ικανότητα που μας φαίνεται επιθυμητή μπορεί να απαιτεί τη μετατροπή και εξουδετέρωση άλλων ικανοτήτων που θεωρούμε εξίσου επιθυμητές. Αν μπορούσαν να φυτρώσουν φτερά στις πλάτες μας, αυτό και μόνο δεν θα μας επέτρεπε να πετάξουμε, γιατί το σώμα μας δεν είναι φτιαγμένο για να πετάει. Πολλά άλλα πράγματα θα έπρεπε να αλλαχθούν για να καταφέρουμε να πετάξουμε, κάποια από τα οποία δε θα θέλαμε να χάσουμε. Ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας γρηγορότερα αλλά που δεν πετάμε είναι γιατί το πρώτο είναι μέσα στην ακτίνα αυτού που μας επιτρέπει η φύση να είμαστε ενώ το δεύτερο όχι. Μέσα σ’ αυτή την ακτίνα η βελτίωση είναι δυνατή και, αναλόγως από το τι θέλει κανείς στη ζωή, είναι κι επιθυμητή. Παρόμοια, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας ή τα μυαλά των παιδιών μας να βελτιώσουν τη μνήμη, να κατανοούν τη λογοτεχνία, ή οτιδήποτε μπορεί να θεωρούμε άξιο βελτίωσης, χωρίς να βάζουμε σε κίνδυνο την οργανική ισορροπία της φύσης μας. Αν όμως πάμε πέρα από αυτό και θελήσουμε να γίνουμε κάτι άλλο, με ικανότητες που κανονικά δεν είναι ανοιχτές σε μας, τότε δεν υπάρχει εγγύηση για τίποτα. Απλά δεν ξέρουμε τι θα συμβεί κι αν θα κερδίσουμε κάτι από αυτό. Με άλλα λόγια, δεν ξέρουμε καν αν αυτή η ενίσχυση είναι δυνατή. Έτσι ο Fukuyama έχει δίκιο όταν απαντάει στην ερώτηση τι είναι αυτό που «θέλουμε να προστατεύσουμε από όποιες μελλοντικές προόδους στη βιοτεχνολογία» λέγοντας ότι: «θέλουμε να προστατεύσουμε το πλήρες φάσμα των περίπλοκων, ανεπτυγμένων φύσεων μας ενάντια σε απόπειρες αυτό – μετατροπής. Δε θέλουμε να διαταράξουμε ούτε την ενότητα ούτε τη συνέχεια της ανθρώπινης φύσης» (σ. 172).


    Όμως ακόμη κι όταν αγνοούμε την πιθανότητα μιας τέτοιας διατάραξης και υποθέτουμε ότι μπορούμε να απομονώσουμε μεμονωμένες ικανότητες για ενίσχυση μπορεί ακόμη να αμφιβάλουμε ότι υπάρχουν κάποιες που συνεισφέρουν ξεκάθαρα στην ανθρώπινη ευεξία, οτιδήποτε θέλει ο καθένας να είναι, να κάνει, ή να επιτύχει. Προσωπικά, μπορώ να σκεφτώ αρκετά πράγματα που θα ήθελα να δω να βελτιώνονται στον εαυτό μου και η βελτίωση των οποίων, φαντάζομαι, θα αύξανε την ποιότητα ζωής μου και την ευεξία, ή θα με έκανε να ανθίσω περισσότερο. Είναι όμως αυτά τα πράγματα ίδια για τον καθένα; Είναι πραγματικά, όπως προτείνει ο Julian Savulescu, «μέσα που εξυπηρετούν κάθε σκοπό» που είναι εγγενώς επιθυμητοί χωρίς να παίζει ρόλο ποιο είναι το σχέδιο για τη ζωή του καθενός; Ίσως αυτό να μοιάζει εύλογο στους περισσότερους από μας μόνο γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να έχουμε κάποιο βαθμό κατανόησης για τις αποκαλούμενες υψηλότερες βαθμίδες απόλαυσης, ας πούμε, σαν τη μελέτη της λογοτεχνίας και της τέχνης.


    Τουλάχιστον έχουμε όλοι εκπαιδευτεί να πιστεύομε ότι υπάρχει κάποια αξία σε αυτές τις δραστηριότητες. Ταυτόχρονα όμως βλέπουμε ότι η κατανόησή μας είναι περιορισμένη και θα μπορούσε να είναι βαθύτερη ώστε το να μπορούμε να εκτιμήσουμε αυτά τα πράγματα είναι διαισθητικά ελκυστικό. Μπορούμε όμως πραγματικά να υποθέσουμε ότι θα ήταν καλό για όλους αν είχαν αυτή την βελτιωμένη κατανόηση; Θα ήταν καλύτερα αν αφιερώναμε όλοι το χρόνο μας στην ανάγνωση του Προυστ αντί να καταβροχθίζουμε το τελευταίο μυθιστόρημα του Tom Clancy; Είναι ένα ευτυχισμένο γουρούνι λιγότερο ευτυχισμένο από έναν ευτυχισμένο Σωκράτη, πόσω μάλλον από έναν ανικανοποίητο Σωκράτη που υποφέρει όταν δεν έχει αρκετή διανοητική εισροή; Αν η ευτυχία ήταν το πιο σημαντικό, τότε η υψηλή διανόηση δεν θα ήταν αναγκαστικά ένα πλεονέκτημα, και δεν θα είχαμε λόγο να την προωθούμε. Η χαμηλή διανόηση θα μπορούσε να είναι πολύ βοηθητική πράγματι για να μεγιστοποιεί τις απλές απολαύσεις της ζωής. Έτσι λοιπόν όταν σκεφτόμαστε την ενίσχυση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών στοχεύοντας στην ευεξία θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να κάνουμε τους ανθρώπους λιγότερο έξυπνους απ’ ότι περισσότερο.




    Αφιέρωμα: μετανθρωπισμός
    Ετικέτες: , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε