σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Goran Razumić – Η παραγωγή και ερμηνεία των στατιστικών


    statistics

    Η στατιστική υπηρεσία δεν είναι το είδος του κυβερνητικού θεσμού στον οποίο αυτοί που χαράσσουν την πολιτική προσπαθούν να ικανοποιήσουν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Οι στατιστικές υπηρεσίες δεν δημιουργούν πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον. Τουλάχιστον, μέχρι τη συγκυρία της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Όταν οι αριθμοί ξαφνικά αποκτούν σημασία για τον πρωθυπουργό, τους εμπειρογνώμονες της πολιτικής, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους και τους ανέργους, οι πολίτες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη σημασία των στατιστικών.


    Οι αλλαγές προσωπικού στα στατιστικά γραφεία σπάνια συμβαίνουν στην αρχή της εντολής των εκλεγμένων κυβερνήσεων, αλλά κάπου στα μέσα, όταν εγείρονται προβλήματα στα οικονομικά θέματα. Καθώς οι στατιστικές υπηρεσίες δεν χαράσσουν οικονομικές πολιτικές, το ερώτημα είναι γιατί είναι τόσο σημαντική η δουλειά τους.


    Οι πολιτικοί ηγέτες σπάνια δείχνουν ενδιαφέρον για τις στατιστικές υπηρεσίες. Οι διορισμένοι διευθυντές τους δεν είναι αναγνωρίσιμοι από τους πολίτες. Συνήθως, οι στατιστικές υπηρεσίες στελεχώνονται από δημόσιους υπαλλήλους, όπως και χιλιάδες άλλοι κυβερνητικοί υπάλληλοι που εργάζονται από τις 8.00 ως τις 17.00.


    Ωστόσο, τα αποτελέσματα που βγαίνουν από τη στατιστική υπηρεσία είναι αυτό που δείχνει την επιτυχία ή την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής.


    Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, οι Δείκτες ανεργίας, ο Δείκτης Βιομηχανικής παραγωγής είναι έννοιες στις οποίες δίνουμε περισσότερη προσοχή σε καιρούς οικονομικής αβεβαιότητας.


    Πρόσφατα, προκλήθηκε στην Κροατία μεγάλη διαμάχη για τον δείκτη ανάπτυξης του ΑΕΠ (Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος) για το τρίτο τέταρτο του 2010, ο οποίος είναι κατά 0.4% υψηλότερος σε σύγκριση με το τρίτο τέταρτο του 2009.


    Ο Πρωθυπουργός δήλωσε, ακολούθως, τη λήξη της ύφεσης στην Κροατία. Ένα μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας είπε ότι αυτός ο αριθμός αποτελεί στατιστικό σφάλμα. Η αντιπολίτευση δήλωσε ότι ο συγκεκριμένος αριθμός είναι αδιάφορος, διότι η ανεργία ανεβαίνει και η βιομηχανική παραγωγή είναι μικρότερη σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι.


    Το ΑΕΠ είναι στην πραγματικότητα 0.1% χαμηλότερο σε σχέση με το τρίτο τέταρτο του 2009.


    Υπάρχουν τρεις δημοσιευμένοι υπολογισμοί του ΑΕΠ. Ο ένας έχει βασιστεί στις τρέχουσες τιμές, ο δεύτερος έχει βασιστεί στην αλυσιδωτή σύνδεση και η τρίτη μέθοδος έχει βασιστεί στις τιμές του έτους αναφοράς. Αυτοί οι τρεις υπολογισμοί αντανακλούν διαφορετικές εικόνες της οικονομικής δραστηριότητας.


    Γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό; Υπό κανονικές συνθήκες, το κοινό δε δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτούς τους αριθμούς. Όμως, η περίοδος της γενικής αβεβαιότητας απαιτεί δράση και η στατιστική αντιμετωπίζεται σαν σημαντικό εργαλείο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.


    Οι φοιτητές, οι εργάτες, οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι αρχίζουν να γνωρίζουν τα πάντα για το τι σημαίνει ο ρυθμός ανάπτυξης, η βιομηχανική παραγωγή, ο πληθωρισμός και το δημόσιο χρέος.


    Το ερώτημα είναι, όμως, αν είναι διαφωτισμένοι για τις οικονομικές εξελίξεις σε μια εποχή οικονομικής κρίσης.


    Ναι, αλλά όχι επί τούτου. Αυτή η γνώση είναι το αποτέλεσμα μιας πίεσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των ενεργειών των εκλεγμένων πολιτικών και toυ γενικευμένου φόβου που προκαλεί η οικονομική αβεβαιότητα. Η δύναμη των μήντια είναι πασίγνωστη. Τα πολιτικά στελέχη συνεχώς ενημερώνουν το εκλογικό σώμα για τις επιτυχίες των πολιτικών τους δράσεων. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την κατάσταση της οικονομίας λόγω της προσωπικής ανασφάλειας και του φόβου ότι θα χάσουν τις δουλειές και τις περιουσίες τους.


    Ένα γενικό χαρακτηριστικό των πολιτικών είναι να αναγνωρίζουν μόνο τους θετικούς αριθμούς. Όταν βλέπουν ένα μείον, το αγνοούν ή στρέφουν την ευθύνη σ’ εκείνους που κυβερνούσαν πριν από αυτούς.


    Για να καταλάβει το κοινό ότι το 3 είναι περισσότερο από το 2 δε χρειάζεται κάποια επεξήγηση από το Υπουργείο Οικονομικών. Αυτή η εξάρτηση των πολιτικών από τα στατιστικά δεδομένα μας λέει πολλά για την επιπολαιότητά τους και την ανικανότητά τους να κατανοήσουν την περιπλοκότητα της κοινωνίας.



    Δεν είναι σαφές ότι οι πολιτικοί έχουν επίγνωση ότι μιλούν για προσωρινούς δείκτες – αυτά τα μοντέλα έχουν την αξία τους, αλλά αποτελεούν τις επονομαζόμενες πρώτες ανακοινώσεις, πολύ χρήσιμες για τους πολιτικούς βραχυπρόθεσμα. Οι τελικοί αριθμοί υπολογίζονται αργότερα, είναι ακριβέστεροι και δείχνουν μια διαφορετική εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας. Σε δυο χρόνια η οικονομική κατάσταση σε μία χώρα και σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να αλλάξει σημαντικά, οπότε αυτοί οι δείκτες ενδέχεται να χάσουν την αξία τους.


    Μολαταύτα, μπορούμε να καλοσωρίσουμε το δημόσιο ενδιαφέρον για τη μελέτη των στατιστικών. Η δυσκολία της παρούσας οικονομικής κατάστασης καταθιστά σημαντικό το να υπάρχει μία βαθύτερη γνώση για τα οικονομικά θέματα από όλους τους πολίτες.


    Πριν από λίγες εβδομάδες μια καθημερινή οικονομική εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο: “Στην Κροατία, μόνο 210.000 άτομα χρειάζονται δουλειά”. Αυτό το αποτέλεσμα προέκυψε από μία Έρευνα Εργατικού Δυναμικού που διεξήχθη και δημοσιεύτηκε από το Κροατικό Γραφείο Στατιστικής.


    Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των ανέργων που έχουν καταγραφεί στο Κροατικό Γραφείο Εργασίας έφταναν τους 319.845. Σήμερα, ο αριθμός αυτός είναι ακόμη πιο υψηλός, και οι προσδοκίες αγγίζουν τους 350.000 τους επόμενους λίγους μήνες. Ωστόσο, 210.000 και 350.000 δεν είναι ακριβώς παρόμοιοι αριθμοί. Κανένας από αυτούς τους δείκτες δεν είναι τέλειος, αλλά το θέμα είναι ότι σύμφωνα με τον πρώτο υπολογισμό, η ανεργία στην Κροατία είναι 11.5% και στη δεύτερη περίπτωση φτάνει το 18.3%.


    Η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού έχει διεξαχθεί σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μεθοδολογία αυτή, εργαζόμενος θεωρείται όποιος έχει κερδίσει έστω έναν οποιοδήποτε μισθό μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες. Είναι, λοιπόν, μια πολύ περιοριστική μεθοδολογία. Το γεγονός ότι από τους 285.000 καταγεγραμμένους ανέργους (τρίτο τέταρτο του 2010), οι 112.000 (39.2%) δεν πληρούσαν τα διεθνή κριτήρια της ανεργίας, υπονοεί πως έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικές μεθόδους μέτρησης της ανεργίας. Ο αριθμός των 210.000 ανέργων μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, γιατί αυτές τις μέρες διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι υπάρχουν 320.000 άνεργοι, οπότε φαντάζει μεγάλη επιτυχία της οικονομικής πολιτικής.


    Και τι γίνεται μ’ εκείνους που είναι πεπεισμένοι πως είναι άνεργοι, που αναζητούν δουλειά για χρόνια χωρίς επιτυχία, αλλά που εργάζονται προσωρινά κάθε τόσο; Δεν γνωρίζουν ότι είναι εργαζόμενοι, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εργασίας.


    Αν αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιούνταν για επαγγελματικούς σκοπούς, για τη μελέτη και κατανόηση της κοινωνικής κατάστασης στην Κροατία, αυτό θα ήταν θετικό. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι τα πολιτικά στελέχη έχουν ένα μοναδικό ταλέντο να χρησιμοποιούν τους αριθμούς που θα αποδείξουν την επιτυχία τους. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των 210.000 δεν αποτελεί βάση για αισιοδοξία.


    Πρώτον, συγκρίνοντας με τα στοιχεία από την περασμένη χρονιά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ανεργία ανέβηκε από 8.7% στο τρίτο τέταρτο του 2009 στο 11.5% στο τρίτο τέταρτο του 2010.


    Δεύτερον, πρόκειται για το τρίτο τέταρτο του χρόνου, όταν μεγάλος αριθμός Κροατών βρίσκει απασχόληση στην τουριστική βιομηχανία.


    Η Κροατία έχει καλά ανεπτυγμένο τουρισμό με σαφές εποχιακό χαρακτήρα, και το τρίτο τέταρτο του έτους συντελείται το 61% των κερδών από τον τουρισμό. Κι αν ο τουρισμός παράγει 15% του Κροατικού ΑΕΠ, είναι εμφανές ότι η ανεργία πρέπει να είναι χαμηλότερη τότε.


    Θα έπρεπε να μελετούμε μεθοδολογία για να κατανοούμε τα δεδομένα, ή αρκεί να το φροντίζουν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί μας. Εξαρτώμαστε υπερβολικά από τους πηχαίους τίτλους των εφημερίδων και την τηλεόραση. Οι πολιτικοί πρέπει να είναι αισιόδοξοι και πάντα έχουν έντονη την τάση να αποδέχονται τους καλύτερους δυνατούς αριθμούς. Η χειρότερη συγκυρία έρχεται όταν τα μήντια και οι πολιτικοί βρίσκονται στην ίδια πλευρά. Η κατάσταση είναι πιο ευνοϊκή όταν τα μέσα και οι πολιτικοί είναι σε διαφορετικές πλευρές. Οι άνθρωποι μπερδέυονται κάπως, αλλά καλύτερα να είναι κανείς σε σύγχιση παρά αντικείμενο συντονισμένης χειραγώγησης.


    Ένα από τα απουδαιότερα επιχειρήματα επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής στην Κροατία είναι η σταθερή ανάπτυξη των εξαγωγών και η τάση της μείωσης του ρυθμού των εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές. Αυτή η τιμή έχει αυξηθεί από 49.7% τον Ιανουάριο του 2009 σε 54.7% το Νοέμβριο του 2010.


    Πολύ καλή στατιστική. Στους πρώτους έντεκα μήνες του 2009 οι εξαγωγές ήταν $ 9.555.383.000 δολλάρια, ενώ στους πρώτους έντεκα μήνες του 2010 ήταν $ 10.765.466.000 δολλάρια, μια αύξηση 12.69%. Εντωμεταξύ, οι εισαγωγές στην ίδια περίοδο έπεσαν από $ 19.447.485.000 δολλάρια σε $ 18.291.628.000 δολλάρια ή 6.32%. Ωστόσο, οι εξαγωγές το (I-XI) ήταν $ 13.176.959.000 δολλάρια ή 22.4% περισσότερο από ότι το 2010 (I-XI).Το γεγονός πως, υπό το πρίσμα των αποκαλούμενων βελτιωμένων αριθμών, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά $ 2.411.493.000 σε μόνο δυο χρόνια δεν ανησυχεί τους πολιτικούς. Οι εισαγωγές μειώθηκαν από $ 28.757.939.000 δολλάρια σε $ 15.580.980.000 δολλάρια στην ίδια περίοδο, στα μισό σχεδόν, οπότε η αναλογία εξαγωγών-εισαγωγών ανέβηκε από το 49.7% στο 54.7%.


    Ο κύριος λόγος μείωσης των εισαγωγών είναι η μειωμένη ζήτηση των αγαθών. Οπότε, οι επενδύσεις και η προσωπική κατανάλωση επίσης μειώθηκαν, κι αυτό οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα. Αυτό δεν αντισταθμίστηκε από αυξημένη κατανάλωση εγχώριων προϊόντων, μιας και σ’ εκείνη την περίοδο η εγχώρια παραγωγή επίσης ελαττώθηκε. Οι πολιτικοί θα πρέπει να είναι πολύ αισιόδοξοι για να δηλώνουν ότι αυτό είναι μια μεγάλη οικονομική επιτυχία.


    Η αλήθεια είναι αυτή: τίποτα δεν έχει αλλάξει – τα δομικά προβλήματα που υπήρχαν πριν από δυο χρόνια παραμένουν ως είχαν και σήμερα και οι καλύτερες στατιστικές δεν θα αλλάξουν αυτό το πρόβλημα.


    Αυτά τα παραδείγματα δεν έχουν την πρόθεση να ελαχιστοποιήσουν τη σημασία των στατιστικών. Οι στατιστικές παράγονται σύμφωνα με τη διεθνή μεθοδολογία και τα διεθνή πρότυπα. Τα δεδομένα συγκρίνονται με άλλες χώρες και η συλλογή και ανάλυσή τους συντονίζεται από τη Eurostat. Η ερμηνεία των στατιστικών από αυτούς που χαράσσουν πολιτική είναι το πρόβλημα. Οι αριθμοί που παράγονται από τις στατιστικές υπηρεσίες δεν χρησιμοποιούνται για να διορθώνουν τις πολιτικές ή να θεσπίζουν αναγκαία μέτρα για δομικές αλλαγές στην οικονομία. Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν μόνο εκείνους τους αριθμούς που υποστηρίζουν τα επιτεύγματά τους και αγνοούν όλους τους υπόλοιπους.




    Αφιέρωμα: οικονομικές στατιστικές
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε