σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Sacha Geer – Διαφάνεια και φυλετικά πολιτικά συστήματα: Η περίπτωση του Τρινιντάντ και Τομπάγκο


    Sacha Geer

    Το 2007, η Γενική Ελεγκτής του Τρινιντάντ και Τομπάγκο κα Sharman Ottley δημοσίευσε μια έκθεση για το Community Environmental Protection and Enhancement Programme – CEPEP (κοινοτικό πρόγραμμα για την προστασία και ενίσχυση του περιβάλλοντος). Στην έκθεσή της, η ελεγκτής διαπίστωνε ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα που χορηγούσε συμβόλαια σε ανεξάρτητους εργολάβους για τη διαχείριση καλλωπιστικών προγραμμάτων όπως το κούρεμα του γρασιδιού σε δημόσιους χώρους, παρουσίαζε σοβαρά μειονεκτήματα στους τομείς της εσωτερικής διακυβέρνησης και οικονομικής διαφάνειας. Εντολή του προγράμματος είναι η πρόσληψη άνεργων και “μη απασχολήσιμων” πολιτών του Τρινιντάντ, ως ένα είδος “εκπαίδευσης ανέργων” αντί κοινωνικής πρόνοιας. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες εργάζονται 4 ώρες τη μέρα. Μεταξύ των προβλημάτων που καταγράφηκαν ήταν ότι το πρόγραμμα, που βρισκόταν ήδη σε ισχύ για περίπου πέντε χρόνια, δεν διέθετε μια μορφοποιημένη ή σταθερή διαδικασία για την προκήρυξη και χορήγηση των συμβολαίων.


    Περαιτέρω έρευνες αποκάλυψαν ότι πολλά συμβόλαια δίνονταν σε εταιρίες που είχαν δημιουργήσει συγγενείς των παλιών μελών του τότε κυβερνώντος Peoples’ National Movement- PNM (Λαϊκού Εθνικού Κινήματος) (Newsdays 2007) και ανήκαν σ’ αυτούς. Ακολούθησαν νέες κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες τα συμβόλαια χορηγούνταν σε πρεσβύτερα μέλη συμμοριών που εμπλέκονταν στο εμπόριο ναρκωτικών ως προστάτες, σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης στο κόμμα ή σε μια προσπάθεια καταστολής ή ελέγχου της βίας των συμμοριών σε ιδιαίτερα βίαιες περιοχές της χώρας (Gonzales 2007, Sorias 2006). Επιφανειακά, πρόκειται για μια “νίκη” των διαδικασιών διαφάνειας. Η κυβερνητική οικονομική κακοδιαχείριση αναδείχθηκε και δημοσιοποιήθηκε μέσω μιας έκθεσης απολογισμού από την ελεγκτή του κράτους.


    Ωστόσο, αυτή η “θετική” διαφάνεια που έκανε την παραπάνω έκθεση δυνατή, πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα από τον ειδικό φυλετικό φακό που επηρεάζει όλες τις πτυχές της πολιτικής στο Τρινιντάντ. Η κυβερνητική διαφάνεια δεν διαχωρίζεται από τις υπάρχουσες φυλετικές αντιλήψεις της υπηκοότητας. Η κυβερνητική κακοδιαχείριση γίνεται αντικείμενο κριτικής στο πλαίσιο μιας περίπλοκης φυλετικής γλώσσας. Τα φυλετικά στερεότυπα και οι ταξικοί ανταγωνισμοί αναπαράγονται και ενισχύονται. Με βάση την εθνογραφική μου έρευνα πάνω στην μεγαλοαστική και την ανώτερη τάξη στο Τρινιντάντ το 2007-09, θα περιγράψω πώς ο τρόπος με τον οποίον αναπτύσσεται στο Τρινιντάντ ο λόγος για την διαφάνειας δεν έχει φέρει ουσιαστικές αλλαγές στη διακυβέρνηση παρά έχει μόνο βοηθήσει στην εναλλαγή κυβερνήσεων.


    Υπόβαθρο


    Το Τρινιντάντ και Τομπάγκο έχει μια από τις πιο επιτυχείς οικονομίες στην αγγλόφωνη Καραϊβική. Το δίδυμο νησιωτικό έθνος, μεγάλο σε σχέση με τους γείτονές του στην Καραϊβική καθώς έχει έναν πληθυσμό που υπολογίζεται σε 1,3 εκατομμύρια, δεν βασίζεται όπως οι γείτονές του στα δολάρια του τουρισμού. Αντίθετα., η οικονομία στο Τρινιντάντ ευδοκιμεί χάρη στα μεγάλα υπεράκτια αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η κυβέρνηση χρηματοδοτεί μυριάδες κοινωνικά προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων του CEPEP και του Unemployement Relief Fund –URF (ταμείο βοήθειας στους ανέργους), το οποίο σε αντιθεση με το CEPEP έχει ως πρωταρχική εντολή την εξειδίκευση έναντι μιας μικρής αμοιβής αντί μισθού. Δίπλα σ’ αυτή την οικονομική καλοτυχία, αναπτύσσεται ένα παράλληλο θέμα που επιδρά στην κατανόηση και ερμηνεία της διαφάνειας. Τα εκλογικά πρότυπα στο Τρινιντάντ έγιναν σε μεγάλο βαθμό φυλετικά λίγο μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1962. Το Τρινιντάντ αποτελείται από δυο μεγάλους μειονοτικούς πληθυσμούς και πολλές μικρές ομάδες μειονοτήτων. Οι αφρικανικής καταγωγής κάτοικοι του Τρινιντάντ που κατάγονται από χειραφετημένους Αφρικανούς σκλάβους, εκπροσωπούν περίπου 37,5% του πληθυσμού. Ένα 40% του πληθυσμού είναι ινδικής καταγωγής, απόγονοι εργατών που ήρθαν με συμβάσεις στα νησιά για να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου, κακάο και ρυζιού, μετά τη χειραφέτηση των Αφρικανών σκλάβων τον 19ο αιώνα. Το υπόλοιπο 22,5 % του πληθυσμού είναι άτομα που αναγνωρίζονται ως “μιγάδες” από φυλετική άποψη, όπως και άλλες μικρές μειονοτικές ομάδες που αντανακλούν την ιστορική μετανάστευση από την Κίνα, τη Συρία, τη Βενεζουέλα και αλλού.


    Παραδοσιακά, η ψήφος στο Τρινιντάντ ακολουθεί τις “φυλετικές” γραμμές. Μετά την ανεξαρτησία του 1962, οι αφρικανικής καταγωγής ψηφίζουν κυρίως υπέρ του People’s National Movement (PNM) και οι ινδικής καταγωγής τα δικά τους κόμματα, όπως το ανενεργό σήμερα United Labour Front –ULF (Ενωμένο Εργατικό Μέτωπο) και πιο πρόσφατα (πριν από τις εκλογές του 2010) το United Natonal Congress- UNC (Ενωμένο Εθνικό Κογκρέσο).


    Σε ό,τι αφορά την πολιτική τους, το PNM και το UNC δεν έχουν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές. Και τα δυο είναι υπέρ του καπιταλισμού, με μεγάλη έμφαση όμως στα κοινωνικά προγράμματα και την παιδεία, πρεσβεύοντας μια μορφή καπιταλισμού απαλλαγμένου από τις νεοφιλελεύθερες μορφές που υπάρχουν αλλού ( Geer, 2010). Οι υποστηρικτές και των δυο κυριότερων “φυλετικών” κομμάτων πιστεύουν ότι το αντίπαλο κόμμα φροντίζει, προάγει και προστατεύει μόνο τους πολίτες που ευθυγραμμίζονται φυλετικά μαζί του. Οι καμπάνιες και των δύο κομμάτων, του UNC και του PNM χρησιμοποιούν τεχνικές εκφοβισμού, προωθώντας την άποψη ότι εάν η ψηφοφόροι δεν επιλέξουν με φυλετικά κριτήρια, τότε θα κυριαρχήσει η αντίπαλη φυλετική ομάδα που στοχεύει να προχωρήσει σε εκστρατεία φυλετικής βίας και κοινωνικού αποκλεισμού.


    Ενώ η γλώσσα αυτού του πολιτικού διχασμού είναι συνήθως φυλετική, στην πραγματικότητα οι πολιτικές διαιρέσεις ακολουθούν καθαρά ταξικές γραμμές. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ινδικής καταγωγής κάτοικοι του Τρινιντάντ αποτελούν την πλειονότητα της μεσαίας και εύπορης επιχειρηματικής τάξης, μολονότι σπάνια αποκτούν πολιτική εξουσία. Οι αφρικανικής καταγωγής κάτοικοι κατέχουν σε δυσανάλογο ποσοστό οικονομικές θέσεις της κατώτερης τάξης και εργάζονται στους γραφειοκρατικούς και μη επιχειρηματικούς τομείς. Οι πρώτοι, χαρακτηρίζονται από τους άλλους ως άπληστοι, σκληροί και επιτήδειοι, αλλά και ως “αποταμιευτές”, αφοσιωμένοι στην οικογένεια, σκληρά εργαζόμενοι και προσανατολισμένοι στο μέλλον. Αντίθετα, οι δεύτεροι θεωρούνται συχνά από τους άλλους ότι δεν έχουν ισχυρές “οικογενειακές αξίες”, ότι ξοδεύουν χρήματα χωρίς να σκέφτονται το μέλλον, ότι ζουν στο παρόν και εξαρτώνται από την ελεημοσύνη του κράτους (Birth 1999). Με δυο λόγια, τα γενικά και συχνά αρνητικά στερεότυπα για τα άτομα κατώτερης τάξης χαρακτηρίζουν τους αφρικανικής καταγωγής κατοίκους του Τρινιντάντ, ενώ τα θετικά και αρνητικά στερεότυπα για τους κατοίκους του Τρινιντάντ της μεσαίας και ανώτερης τάξης χαρακτηρίζουν εκείνους που έχουν ινδική καταγωγή. Οι αφρικανικής καταγωγής απεικονίζονται συχνά ως εμβληματικοί των “αληθινών” ή αυθεντικών κατοίκων του Τρινιντάντ, σε αντίθεση με τους ινδικής καταγωγής που θεωρούνται παρείσακτοι και άσχετοι από τον πολιτισμό του Τρινιντάντ ( Munasinghe 2002, Khan 2004). Η φυλή είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται εδώ για τις σαφείς και καλά προσδιορισμένες αλληγορίες της ταξικής διαφοράς και του ταξικού επιτεύγματος.


    Το CEPEP και η διαφάνεια


    Οι περισσσότεροι κάτοικοι της μεσαίας και ανώτερης τάξης στο Τρινιντάντ από τους οποίους πήρα συνέντευξη θεωρούν ότι το πρόγραμμα CEPEP στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω έχει να κάνει με πατρονάρισμα και στοχεύει πρωταρχικά στη ʺδωροδοκίαʺ φτωχών κατοίκων αφρικανικής καταγωγής, οι οποίοι δουλεύουν λίγο ή σε ορισμένες περιπτώσεις καθόλου, αλλά υποχρεώνονται να ψηφίσουν σύμφωνα με τις φυλετικές γραμμές.


    Ήδη από το 2003, τα μέσα ενημέρωσης μετέδιδαν διαμαρτυρίες για το CEPEP και κατηγορίες ότι τα κονδύλια που διανέμονταν μέσω του προγράμματος χρησιμοποιούνταν για την αγορά όπλων και ότι εξαιτίας των προγραμμάτων υπήρχε έλλειψη εργαστικού δυναμικού σε όλη τη χώρα (Alexander 2006, Ottley 2006, σχετικά με τη συζήτηση για τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης). Τις αναφορές αυτές επιβεβαίωσαν πληροφοριοδότες μου, που διαμαρτύρονταν πως δεν μπορούσαν να βρουν ανειδίκευτους ή ημι-ειδικευμένους εργάτες, ανεξάρτητα από το μισθό που πρόσφεραν. Όπως διαμαρτυρήθηκε ένας πληροφοριοδότης, ʺαυτοί οι άνθρωποι προτιμούν να δουλεύουν ή να ψιλοδουλεύουν για το CEPEPʺ. Η αντίληψη που είχαν οι πληροφοριοδότες μου ήταν ότι επειδή οι εργαζόμενοι για το CEPEP δεν είχαν πλήρες ωράριο ή δεν υποχρεούνταν να εργαστούν σκληρά έναντι της αμοιβής τους, οι περισσότεροι επέλεγαν να παραμείνουν συνδεδεμένοι μ’ αυτά τα προγράμματα, παρά να έχουν πλήρη απασχόληση. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι , σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε, οι εργαζόμενοι στο CEPEP ήταν σχεδόν όλοι αφρικανικής καταγωγής. Ο Άλι (2009) ανακάλυψε ότι 64% των εργαζομένων του CEPEP είναι αφρικανικής καταγωγής, 13% ινδικής και 23% “ανάμικτοι”, ότι 49% των απασχολούμενων, που είχαν προσληφθεί πριν από τουλάχιστον 4 χρόνια, αποτελούσαν ακόμη μέρος του προγράμματος κι ότι 30% δεν πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν άλλη δουλειά.[1] Τέλος, για περίπου 73% των εργαζομένων, το CEPEP αποτελεί τη μοναδική εισοδηματική πηγή (Ali 2009).


    Σύμφωνα με έναν πληροφοριοδότη, η απαγοήτευση σχετικά με το CEPEP δεν έχει να κάνει με τους “νεαρούς τεμπέληδες” που συμμετέχουν σ’ αυτό, αλλά με ένα σύστημα που διαιωνίζει την εξάρτηση από την ελεημοσύνη και το πατρονάρισμα. Η διάκριση αυτή απέκτησε αρκετές φορές φυλετική γεύση. Συχνά, όταν μιλούσαν για την αναποτελεσματικότητα των εργαζομένων του CEPEP και του URP ή για τις κατηγορίες για κακοδιαχείριση που πήγαζαν τόσο από φήμες όσο κι από εκθέσεις σαν αυτή που προανέφερα, οι συνομιλητές μου έπαυαν να αναφέρονται στους “τεμπέληδες του CEPEP” και άλλους εργαζόμενους και μιλούσαν για “εκείνους τους νέγρους” ή σε ακόμη πιο φυλετική γλώσσα. Ο σαφής υπαινιγμός για “εκείνους τους ανθρώπους” διαπερνούσε ορισμένες πτυχές της κριτικής που ασκείται σε αυτά τα δυο προγράμματα. Παρομοίως, όταν μέσω των διαδικασιών διαφάνειας έγιναν οι αποκαλύψεις για οικονομική κακοδιαχείριση, η κυβέρνηση του PNM που είχε αναλάβει το πρόγραμμα χαρακτηρίστηκε απερίσκεπτη και κοντόθωρη. Η κριτική που ασκούσαν οι πληροφοριοδότες είχε να κάνει με την “καταστροφική” κυβέρνηση του PNM και την “κοντόθωρη απερισκεψία” της. Σατιρίζοντας τις σκέψεις ενός αξιωματούχου του PNM, κάποιος έλεγε “Ναι, δεν πρόκειται να σκάσουμε! Θα χορέψουμε και θα γιορτάσουμε και θα μοιράσουμε απλώς τα λεφτά σε αρχηγούς συμμοριών και μαύρους πολύ ανόητους για να ξέρουν ότι ληστεύουμε το μέλλον τους!” Αυτά τα σχόλια είναι γεμάτα φυλετικά στερεότυπα τόσο για το PNM όσο και για εκείνους που εμφανίζεται ότι υποστηρίζει. Ένας πληροφοριοδότης παρέφρασε το σλόγκαν του PNM στην προεκλογική εκστρατεία του 2007, από το “Αυτή είναι η χώρα του PNM” στο “Αυτή είναι η χώρα του CEPEP”, υπονοώντας ότι το κόμμα βρισκόταν στην εξουσία μόνο χάρη στο δυσλειτουργικό πρόγραμμα πατροναρίσματος.


    Αποτελέσματα


    Υπάρχουν δυο αναμενόμενα κατά κάποιο τρόπο αποτελέσματα αυτού του φυλετισμού. Πρώτον, τα αρνητικά στερεότυπα για τις κατώτερες τάξεις γενικά και για εκείνη των κατοίκων του Τρινιντάντ αφρικανικής καταγωγής ειδικά, αναπαράγονται και ενισχύονται. Δεύτερον, εξαιτίας αυτού του θεμελιακού φυλετισμού των πολιτικών κομμάτων, οι λύσεις στα προβλήματα που αναδεικνύονται μέσα από τις διαδικασίες διαφάνειας περιορίζονται στην απομάκρυνση του υπαίτιου πολιτικού κόμματος, στην περίπτωση αυτή του PNM, με το σκεπτικό ότι το κόμμα δεν πρέπει να είναι στην εξουσία λόγω της ειδικής σχέσης του με τους κατοίκους του Τρινιντάντ αφρικανικής καταγωγής και όχι απλώς επειδή το κόμμα ή οι πρακτικές του είναι διεφθαρμένα.


    Υπάρχει επίσης μια τρίτη, ασταθής ακόμη συνέπεια, που λειτουργεί ενάντια στη διατήρηση μιας πολιτικής βασισμένης στον φυλετισμό αλλά ταυτόχρονα την ενισχύει. Η απογοήτευση με τα δυο “φυλετικά” κόμματα οδήγησε δυο φορές, το 1986 και ξανά το 2010, στην εκλογική νίκη παν-φυλετικών συνασπισμών που ισχυρίζονται ότι θα γεφυρώσουν τις διαιρέσεις ανάμεσα στις δυο κυρίαρχες φυλετικές ομάδες. Αυτές οι εκλογικές νίκες, η πρώτη περιορισμένης διάρκειας και η νίκη το 2010 του People’s Partnership (Λαϊκή Σύμπραξη) που είναι εδώ και λίγο καιρό στην κυβέρνηση, μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργούν ενάντια στις φυλετικές διαιρέσεις. Ή πιο συγκεκριμένα ότι αποτελούν αντίδραση στις διαδικασίες διαφάνειας στη διακυβέρνηση, οι οποίες μπορούν, όπως στην προαναφερόμενη έκθεση, να αναδείξουν πώς εμπλέκεται αυτή η φυλετική πολιτική με μια ανταποκρινόμενη και υπεύθυνη διαχείριση των δημοσίων αναγκών και πόρων. Πρέπει όμως να γίνει αντιληπτό ότι οι συνασπισμοί αυτοί εξαρτώνται από τις ίδιες φυλετικές διαιρέσεις τις οποίες επικρίνουν και που αποτελούν την ιδεολογική βάση στην οποία στηρίζεται η διεκδίκηση της εξουσίας. Οι συνασπισμοί αυτοί που και στις δυο περιπτώσεις προέκυψαν από τον προβληματισμό για τη διαφθορά και την φυλετική ευνοιοκρατία, δεν διατυπώνουν ένα μη φυλετικό πρότυπο υπηκοότητας και διακυβέρνησης, αλλά τοποθετούνται ενάντια σε ένα φυλετικό πρότυπο. Παραμένει να φανεί, όσο πλησιάζει η πρώτη επέτειος της νέας “μη φυλετικής” κυβέρησης, εάν αυτή η αντίδραση στις αποκαλύψεις των πρακτικών διαφάνειας, που είναι σχετικά καινούργιες όχι μόνο στο Τρινιντάντ αλλά σε ολόκληρη την Καραϊβική, θα μεταφραστεί σε μια νέα γλώσσα διακυβέρνησης βασισμένη στη δέσμευση για ένα μη φυλετικό πρότυπο λογοδοσίας και υπηκοότητας. Το βάθος αυτών των φυλετικών νοημάτων για τους κατοίκους του Τρινιντάντ δείχνει ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, η διαφάνεια έχει βγάλει ρίζες αλλά οι ρίζες παραμένουν ρηχές.


    Σημείωση

    [1] Οι κατηγορίες “αφρικανικής” και “ινδικής” καταγωγής είναι συχνά ασαφείς. Πολύ συχνά άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως “ανάμικτοι” αναγνωρίζονται αποκλειστικά ως πολίτες του Τρινιντάντ με Αφρικανική καταγωγή.


    Αναφορές

    - Birth, Kevin. 1999. Any time is Trinidad Time: Social Meanings and Temporal Consciousness. Gainesville: University Press of Florida.

    - Geer, Sacha. 2010. Conjuring and Avoiding the ‘Bad Man’: Narratives of Fear and Crime in Trinidad. Διδακτορική διατριβή. τμήμα Ανθρωπολογίας, McMaster University.

    - Geer, Sacha. 2007. ‘Race Politics and History in a Contemporary Survey of Ethnographic Writing on Trinidad’. Nexus 20(1): 105-133.

    - Khan, Aisha. 2004. Callaloo Nation: Metaphors of Race and Religious Identity among South Asians in Trinidad. Durham: Duke University Press.

    - Khan, Aisha. 1993 ‘What is a ‘‘Spanish’’?: ambiguity and ‘‘mixed’’ ethnicity in Trinidad’, στο Trinidad Ethnicity, επ. K. Yelvington, University of Tennessee Press, Knoxville, Tenn.

    - Munasinghe, Viranjini. 2002. ‘Nationalism in Hybrid Spaces: The Production of Impurity out of Purity’. American Ethnologist. 29(3): 663-692.




    Αφιέρωμα: διαφάνεια
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε