σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Kevin Featherstone – Ξεπερνώντας το φράγμα της νομιμότητας: Μπορεί η Ευρώπη να προχωρήσει μπροστά;


    Kevin Featherstone

    Θα ήταν λίγο αν λέγαμε ότι η Ε. Ε., σήμερα, έχει πρόβλημα μάρκετινγκ. Πολύ συχνά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει κουρασμένη, απόμακρη και άσχετη. Χρειάζεται μια ‘μεγάλη ιδέα’, γρήγορα. Για να εφεύρει ξανά τη λογική του Μοννέ, πρέπει να επιλέξει ένα πρόβλημα και να δείξει ότι μπορεί να δώσει τη λύση. Η θεσμική μεταρρύθμιση ή ο νεωτερισμός πρέπει να θεωρηθούν ως μέσα για τη διευκόλυνση του στόχου της νέας πολιτικής: μια πρακτική προϋπόθεση που θα ικανοποιήσει τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα που έχουν αποτελματωθεί σε ένα τρέχον ζήτημα μείζονος δημόσιου προβληματισμού. Το πιο πρόσφατο πρόβλημα είναι ότι, για πολλούς ψηφοφόρους, το Σύνταγμα ή η Συνθήκη έδινε λύσεις σε προβλήματα που δεν καταλάβαιναν ή για τα οποία δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα.



    Με χαμηλότερα επίπεδα δημόσιας επικύρωσης, τίθεται θέμα νομιμότητας της Ε.Ε. Την άνοιξη του 2008, η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξε ότι λίγο περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση των ‘27’ πιστεύουν ότι η ένταξη της χώρας τους στην Ε.Ε. είναι ‘καλό πράγμα’- ανησυχητικά χαμηλό ποσοστό για να αποτελέσει βάση οικοδόμησης. Επιπλέον, λιγότεροι από τους μισούς από εκείνους που έλαβαν μέρος στην έρευνα του φθινοπώρου 2008, εξέφρασαν ‘εμπιστοσύνη’ στον θεσμό των Βρυξελλών. Υπήρξε σημαντική πτώση υποστήριξης στη Γαλλία, τη Ρουμανία, την Αυστρία και την Ελλάδα- περιπτώσεις που είναι ιδιαίτερα σημαντικές αφού όλες μαζί καλύπτουν διαφορετικά μεγέθη της εμπειρίας της Ε.Ε. Παλαιότερα, μια δημοσκόπηση της F/T Harris, το 2007, είχε δείξει ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της Ε.Ε. στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η ‘γραφειοκρατία’. Μόνο η Ιταλία και η Ισπανία έμοιαζαν να ενοχλούνται λιγότερο από αυτό.


    Με παρόμοιο δημόσιο αίσθημα, μοιάζει παράλογο να θεωρηθεί ως άμεση λύση οποιαδήποτε προσθήκη στο υπερεθνικό οικοδόμημα. Πράγματι, η σημερινή κρίση στην Ε.Ε. οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του νέου αιώνα, η Ε.Ε. κλείστηκε στον εαυτό της, προκειμένου να τελειοποιήσει τη θεσμική αρχιτεκτονική της. Το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ ήταν –και παραμένει- σημαντική ατζέντα προς αντιμετώπιση. Πόσοι ψηφοφόροι ανά την Ευρώπη έχουν άποψη για την ‘ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία’ ή για την προεδρία του συμβουλίου υπουργών; Όταν τέτοια θέματα τίθενται δημιουργούν αναπόφευκτα μια αποστασιοποίηση ανάμεσα στο cognoscenti και το μαζικό κοινό. Έτσι, όταν τους ρωτούν για τις συνταγματικές ρυθμίσεις, πολλοί ψηφοφόροι απαντούν απλώς ‘κοίτα τη δουλειά σου’ ή επηρεάζονται από λαϊκίστικες ‘αντί’- εκστρατείες που προσφέρουν πιο εύκολες και πιο ενδιαφέρουσες εξηγήσεις.


    Η παρατεταμένη αυτή ενδοσκόπηση αποτελεί, ιστορικά, εξαίρεση. Το καθένα από τα προηγούμενα σημαντικά βήματα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συνδύαζε τις θεσμικές αλλαγές με μια νέα μεγάλη ιδέα ή ιδέες. Ο Ζαν Μοννέ ξεκίνησε με μια κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα. Οι θεσμοί ήταν μέσο και όχι αυτοσκοπός. Η ίδια λογική επαναλήφθηκε με τη Συνθήκη της Ρώμης. Θεσμική μεταρρύθμιση δεν υπήρξε ουσιαστικά πριν από την Ενιαία Πράξη στη δεκαετία του 1980. Με αυτήν επεκτάθηκε η ψηφοφορία με πλειοψηφία στο Συμβούλιο όπως ποτέ άλλοτε, πριν ή μετά, αλλά παρουσιάστηκε δημοσίως ως συμπλήρωμα της εσωτερικής αγοράς. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε το ‘ευρώ’, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας και τη συνεργασία σε θέματα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και αιτιολόγησε την θεσμική δομή των τριών ‘πυλώνων’, καθώς και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ ενίσχυσε την κοινωνική διάσταση και τη διάσταση της απασχόλησης και διευθέτησε διαδικαστικά ζητήματα. Σε κάθε στάδιο, η εκστρατεία είχε ως στρατηγική την υποστήριξη νέων οικονομικών προγραμμάτων, η υλοποίηση των οποίων απαιτούσε θεσμική μεταρρύθμιση.


    Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έπρεπε να φαίνεται ότι κάνει και όχι ότι απλώς υπάρχει. Η νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής επίπονης προσπάθειας προέκυπτε καταρχήν από τα αποτελέσματα των πολιτικών πρωτοβουλιών – μια ‘παραγωγική νομιμότητα’- καθώς το κοινό έβλεπε τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, ταυτίζοντας την ‘Ευρώπη’ με ανάπτυξη και επιτυχία. Η οικοδόμηση της Ευρώπης απευθυνόταν στα ορθολογικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που αναζητούσαν νέες αγορές, των εργαζομένων που αναζητούσαν περισσότερες και καλύτερες δουλειές και των καταναλωτών που ήθελαν πιο αποτελεσματικές αγορές. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα: εδώ η κοινωνική προστασία χάλκευε την αποτελεσματικότητα της αγοράς, αλλά και πάλι η βάση ήταν τα συμφέροντα των καίριων τομέων. Επιπλέον, η ‘Ευρώπη’ έπρεπε να δημιουργηθεί έξω από τα έθνη κράτη: ως αντίδοτο στους αποτυχημένους εθνικισμούς και ιδεολογίες, πρόσφερε μια νέα πολιτική μοντερνισμού. Η οικονομική διαχείριση ήταν α-πολιτικοποιημένη, απαλλαγμένη από εσωτερική διαφθορά και καθοδηγούμενη από τεχνοκρατική αντίληψη. Η νέα οικονομική ανάπτυξη έπρεπε επίσης να αποτελεί ανάχωμα έναντι της κομμουνιστικής απειλής, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, ενισχύοντας περαιτέρω την αίσθηση της νομιμότητας.


    Αργότερα, όταν ο αριθμός των κρατών μελών της νότιας Ευρώπης αυξήθηκε, η ‘Ευρώπη’ είχε ένα πρόσθετο πεδίο δράσης: την εδραίωση της μετάβασης στη δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας μια κοινή ‘οικογενειακή’ ταυτότητα (στοιχεία που επαναλήφθηκαν με τη διεύρυνση της κεντρικής Ευρώπης, αλλά με πιο αδύναμη επίδραση στη Δύση λόγω της πρόσφατης θεσμικής ατζέντας). Σε όλη τη διάρκεια, η ‘Ευρώπη’ ήταν η πρόκληση στο στάτους κβο και το παλιό κατεστημένο, με σαφή στόχο. Οι φεντεραλιστές ήταν από τους πλέον ένθερμους, αλλά δεν μπορούσαν να αποτελούν την κεντρική πελατεία.


    Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει την ιδιότητα της avant-guarde , που έχει ξεπεραστεί από νέα ζητήματα και μεταπτώσεις του κοινού. Τα πρόσφατα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία άφησαν την Ε.Ε. φοβισμένη από τα γεγονότα, από την ορμή της δημόσιας απόρριψης. Το τωρινό σχέδιο διεξαγωγής ενός δεύτερου δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι αναπόφευκτα αντενεργό και γεμάτο φόβο για τον ψηφοφόρο. Η Ε.Ε. δεν μοιάζει να νιώθει ότι ανήκει στο μέλλον.


    Πού είναι η ‘Ευρώπη’ στα νέα ζητήματα που κυριαρχούν στις ειδήσεις μας; Πόσοι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι μπορούν να μιλήσουν για την πολιτική της Ε.Ε. σε σχέση με την κλιματική αλλαγή ή την προμήθεια σε ενέργεια; Ή για το τι κάνει η Ε.Ε. για τη διεθνή τρομοκρατία; Ακόμη και σε ό, τι αφορά τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα, ποια άμεση ικανότητα έχει σήμερα η Ε.Ε. να αντιμετωπίσει την ανεργία; Ή την εξειδίκευση; Το κοινό δεν ξεγελιέται: η Ε.Ε. λέει συχνά ‘μεγάλα’ λόγια, αλλά η πραγματική ικανότητά της να δράσει παραμένει περιορισμένη. Το Πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, που έγινε πιο ενήμερο το 2005, διακήρυττε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, αλλά οι μηχανισμοί της πολιτικής του (η ‘Ανοιχτή Μέθοδος Επικοινωνίας’) ήταν η περίτρανη απόδειξη για τους περιορισμούς που τέθηκαν στην ικανότητα της Ε.Ε. να δράσει. ‘Ήπιες’ διαδικασίες άφησαν στην Ε.Ε. τη δυνατότητα για εκκλήσεις.


    Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ξέσπασε η παγκόσμια τραπεζική κρίση το 2008, η Ε.Ε. μπορούσε μόνο να κοιτάει πάνω απ’ τους ώμους των σημαντικότερων εθνικών κυβερνήσεων, αντί να καθοδηγεί τις ‘λύσεις’. Ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί κάλεσε τους ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε μια ιδιωτική σύνοδο κορυφής στο Ελιζέ, στις 4 Οκτωβρίου. Η κρίση ήταν τόσο σοβαρή που απαιτούσε την συγκεντρωμένη προσοχή των ‘μεγάλων 4’ της Ε.Ε., αλλά η απουσία των υπόλοιπων 23 κυβερνήσεων -μελών έδειχνε ότι η Ε.Ε. ως τέτοια δεν βρισκόταν στο κάθισμα του οδηγού. Η μίνι σύνοδος συμφώνησε ότι δεν θα υπήρχε εγγύηση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε επίπεδο Ε.Ε. και η αποκατάσταση ήταν θέμα εθνικής επιλογής. Η ιρλανδική κυβέρνηση είχε ήδη προχωρήσει στην εγγύηση των καταθέσεων στις τράπεζές της, χωρίς καμιά αναφορά στη διάσταση της Ε.Ε. Πολύ αργότερα, η Neelie Kroes , συνήθως δυναμική Επίτροπος αρμόδια για τον Ανταγωνισμό, ανακοίνωσε ότι η ΕΕ θα χαλάρωνε τους κανονισμούς της για να επιτρέψει στις κυβερνήσεις να εγγυηθούν και να διοχετεύσουν μετρητά στις τράπεζές τους. Στις 26 Νοεμβρίου, η Επιτροπή της ΕΕ που μέχρι τότε δεν είχε τίποτα ουσιαστικό να πει για την αυξανόμενη οικονομική κρίση, δημοσίευσε ένα κείμενο για την ανάγκη συντονισμένης ανόρθωσης της οικονομίας από τα 27 κράτη-μέλη. Ακόμη και τότε, η προσοχή επικεντρώθηκε στην κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ, που διαφοροποιήθηκε υποτιμώντας το είδος δράσης που είχαν αναλάβει ο Μπράουν και ο Σαρκοζί και υποσχέθηκε να διαθέσει στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης μόνο τα μισά χρήματα απ’ όσα είχαν υποσχεθεί το Λονδίνο και το Παρίσι. Όταν τέθηκε σε δοκιμασία, η Ευρωπαϊκά Ένωση διαιρέθηκε και άργησε να καθορίσει το ρόλο της. Με όλα αυτά, η ΕΕ απογοήτευσε τους υπέρμαχούς της και απέτυχε στην εκπλήρωση των προσδοκιών τους.


    Πώς μπορεί η ΕΕ να βρει μια νέα αντίληψη του στόχου; Συγγραφείς όπως ο Timothy Garton Ash απ’ την Οξφόρδη συμπεραίνουν ότι η ΕΕ έχασε το δρόμο της μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που της έδωσε την καθοριστική ‘ιστορία’ της. Ασφαλώς, η ευρωπαϊκή ενότητα άρχισε με τη γαλλο-γερμανική συμφιλίωση στο πλαίσιο της διαιρεμένης στα δυο Ευρώπης. Προχώρησε όμως μόνο επειδή μπόρεσε να συνδυάσει πολλές ξεχωριστές τμηματικές και τοπικές ιστορίες πίσω από μια νέα ατζέντα. Η σταθεροποίηση της δημοκρατίας στη νότια Ευρώπη, η μεταρρύθμιση του κράτους στην Ιταλία κι αλλού με την ενιαία αγορά, η επιθυμία για πρόσβαση στις αγορές από την πλευρά των Σκανδιναβών, η ανάγκη ‘εισαγωγής’ νομισματικής πειθαρχίας μέσω της ‘ευρωζώνης’ – τίποτα από όλα αυτά δεν βασιζόταν σε μια αναγκαστική ενότητα λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η είσοδος της Βρετανίας και της Ιρλανδίας το 1979 δεν είχε επίσης να κάνει με κίνητρα που προέρχονταν από τον Ψυχρό Πόλεμο. Με δυο λόγια, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν ποτέ η μοναδική ιστορία και τον διαδέχτηκαν άλλες πριν από το τέλος του. Και η Γαλλία, τουλάχιστον, είδε τους προέδρους της, στο μεταψυχροπολεμικό σκηνικό, να ανανεώνουν τη δέσμευσή τους στον ειδικό δεσμό με τη Γερμανία στην ηγεσία της Ευρώπης.


    Σήμερα υπάρχουν 27 τοπικοί δημόσιοι διάλογοι για το μέλλον της Ευρώπης, με πολλές, διαφορετικές ανάμικτες ιστορίες. Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι το σύνολο της Ευρώπης συναινεί στα βασικά θέματα και μόνο μια, δυο, τρεις ή περισσότερες χώρες διαφωνούν. Η ιδιότητα αυτή είναι εκτεταμένη. Διατρέχοντας την ατζέντα, υπάρχουν πολλές διαχωριστικές γραμμές και μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες, ανάλογα με το εάν το επίκεντρο είναι το πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, η Συνταγματική Συνθήκη και τα κείμενα που τη διαδέχτηκαν, οι ντιρεκτίβες των υπηρεσιών, το ευρώ’ κλπ. Μπορούμε επίσης να δούμε πόσο διαφορετικά βλέπουν οι Δυτικοευρωπαίοι τους μετανάστες εργάτες από την Ανατολή- να αντιπαραθέσουμε την εικόνα του ‘Πολωνού υδραυλικού’ στη Βρετανία και τη Γαλλία, για παράδειγμα, και να αναρωτηθούμε ποιος υποστηρίζει εδώ μια ‘ευρωπαϊκή’ ταυτότητα.


    Η πραγματικότητα είναι ότι στο μέλλον, όπως και στο παρελθόν, η Ε. Ε. θα πρέπει να συνθέσει ποικίλες ιστορίες σε έναν κοινό σκοπό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτός είναι ο μόνος εφικτός τρόπος για να εγκαθιδρύσει έναν αναγκαίο συνασπισμό υποστήριξης. Μια μεγάλη ιδέα χρειάζεται ένα πακέτο μέτρων πίσω της – να προσφέρει παράπλευρες αποζημιώσεις για να διευρύνει την έκκληση- και να αιτιολογήσει τη θεσμική μεταρρύθμιση.


    Μια ανανεωμένη εστίαση στην παραγωγική νομιμότητα απαιτεί πολιτική ηγεσία. Και πάλι η ιστορία μας διδάσκει ότι τα μεγάλα βήματα προς τα μπρος απαιτούν έναν πρόεδρο της Επιτροπής με ισχυρό προφίλ, μαζί με έναν σθεναρό γαλλογερμανικό άξονα. Σήμερα, ο Μπαρόζο δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το κριτήριο και πρέπει να ελπίσουμε για ένα πιο δημοφιλές πρόσωπο μετά το 2009. Η άλλη πλευρά της εξίσωσης χρειάζεται αναθεώρηση. Το Παρίσι και η Βόννη μπορούσαν να διευθύνουν την Ε.Ε. των 12, αλλά τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι δεν ισχύει το ίδιο για την Ευρώπη των 27. Οι κεντροευρωπαίοι δεν συμμερίζονται αναγκαστικά τη σκοπιά τους και δεν είναι εύκαμπτοι.


    Στην πραγματικότητα, μια Ε.Ε. των 27 ή περισσότερων αντιπροσωπεύει έναν πολύ διαφορετικό χώρο σε ό, τι αφορά την ηγεσία. Είναι πολύ απίθανο ένα ή δυο κράτη-μέλη να ασκούν το είδος της ηγεμονικής ηγεσίας που άσκησαν το Παρίσι και η Βόννη στο παρελθόν. Η ηγεσία μοιάζει να είναι πιο ρευστή και εστιασμένη σε συγκεκριμένους τομείς, με μεταβαλλόμενους συνασπισμούς ως αποτέλεσμα. Με περισσότερους παίκτες, εκτεταμένες πολιτικές και 27 εκλογικούς κύκλους, η σταθερή ηγεσία αποτελεί χίμαιρα. Η Γαλλία και η Γερμανία μόνες τους τυγχάνουν, πιθανότατα, ανεπαρκούς υποστήριξης. Περισσότερο απ’ ό, τι για τους προκατόχους του, είναι πιο δύσκολο για τον Σαρκοζί να είναι διάμεσος παίκτης στο φάσμα των εθνικών θέσεων, ενώ η Μέρκελ στο τέλος του 2008 φάνηκε να εγκαταλείπει το έργο της εδραίωσης μιας νέας συναίνεσης. Υπάρχει μια ανανεωμένη ευκαιρία για τη Βρετανία να επιβάλει την παρουσία της κι αυτό θα μπορούσε να διευρύνει την κάλυψη της ηγεσίας. Αυτό θα ήταν πολύ ρεαλιστικό αν η ΕΕ εστίαζε σε ένα μείζον πρόγραμμα πολιτικής. Όμως, οι εσωτερικοί περιορισμοί στο Λονδίνο είναι πολύ αυστηροί: ο Μπράουν (κάπως λιγότερο από τον Μπλερ) είναι πιο αναγκαίος, αλλά δεν μπορεί να εκπληρώσει. Ο πιθανός διάδοχός του, Ντέηβιντ Κάμερον, θα είναι ακόμη πιο αποστασιοποιημένος από την Ευρώπη, περιορισμένος από τις θέσεις του περιβάλλοντός του περί ‘Μικρής Αγγλίας’ και τη δική του έλλειψη ενδιαφέροντος. Μια γενναία κίνηση στην Ευρώπη από τον Μπράουν θα έκανε την αυτοκρατορία του Μέρντοχ να γείρει στους Τόρρις, επιδεινώνοντας τα τραύματα των Εργατικών. Κατά συνέπεια, οι προοπτικές για μια νέα ηγεσία στην Ευρώπη δεν είναι άμεσα υποσχόμενες.


    Ηγεσία και νομιμότητα συνδέονται στενά. Μια νέα ‘παραγωγική’ νομιμότητα στην ΕΕ μπορεί να επιτευχθεί με πολιτικές που θα ανατεθούν σε μια ειδική υπηρεσία. Σήμερα, όμως, μέρος της παλινδρόμησης ως προς την Ε.Ε. στη Γαλλία, ειδικά, απευθύνεται εναντίον του ρόλου και της μορφής της ίδιας της Κομισιόν. Αυτό έρχεται παράλληλα με την εχθρότητα που εκπέμπεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία και άλλους σε διάφορες στιγμές. Είναι απίθανο μια αλλαγή του προέδρου της Κομισιόν να επιλύσει το ζήτημα. Συγγραφείς όπως ο Yves Meny του European University Institute έχουν αναγνωρίσει την ανάγκη μιας νέας ‘ χρήσιμης ηγεσίας’ στην Ε.Ε. και υποστηρίζουν ότι μόνο η Κομισιόν μπορεί να την παράσχει. Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι δεν είναι διατεθειμένοι να δουν την Κομισιόν ως κεντρικό κομμάτι μιας μεγάλης ιδέας- γι’ αυτούς αποτελεί μέρος του προβλήματος, όχι λύση, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις.


    Το πρότυπο της Κομισιόν ως θεσμική μορφή μοιάζει παρωχημένο-παραπέμπει στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 1950. Ποιος αγαπά την ευρωπαϊκή ενότητα λόγω της μορφής της Κομισιόν; Η δομή είναι απόμακρη και ελιτίστικη, πολύ διαφορετική από το πολιτικό μοντέλο που οι ψηφοφόροι γνωρίζουν και εμπιστεύονται στις χώρες τους. Την ίδια στιγμή, η εμπειρία των άμεσων εκλογών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορηματικά ως επιτυχής. Το εκλεγμένο Κοινοβούλιο μπορεί να έχει εκτρέψει μέρος της κριτικής κατά της τεχνοκρατικής Κομισιόν, αλλά δεν έχει να παρουσιάσει πολλά πρόσθετα οφέλη. Είχε μικρή επίδραση στη δημόσια εικόνα της Ε.Ε. στα μέσα ενημέρωσης ανά την Ευρώπη. Το γεγονός ότι δεν είναι ορατό είναι ένας παράγων που συντελεί στο πρόβλημα νομιμότητας της Ε.Ε. ως σύνολο.


    Η ‘Ευρώπη’ πρέπει να αναπτυχθεί ως πολιτικό σύστημα, με την πολιτικοποίηση που αυτό συνεπάγεται, εάν θέλει η νομιμότητά της να έχει βαθύτερες ρίζες. Σ’ αυτή τη γενική πρόταση, συμφωνώ με τον συνάδελφό μου του LSE, Simon Hix. Αλλά η πολιτικοποίηση δεν καλύπτει τις άμεσες ανάγκες του παρόντος και κινδυνεύει ‘να πετάξει το μωρό με το νερό του μπάνιου’, θυσιάζοντας οφέλη του παρελθόντος χωρίς να αποκομίσει νέα. Η θεσμική ενδοσκόπηση, που έχει οδηγήσει την Ευρώπη στο σημερινό χάος, δεν αποτελεί την καλύτερη στρατηγική εξόδου. Με τις παγκόσμιες κρίσεις στους τομείς των τραπεζών, της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής, ο πολιτικός σχεδιασμός της Ε.Ε. μοιάζει με περισπασμό. Συμφωνώ με τον Stefano Bartolini του EUI ότι η μεγαλύτερη πολιτικοποίηση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις – διαφορετικά ενδέχεται να είναι διασπαστική- αλλά δεν μπορούμε να αρχίσουμε με θεσμικές μεταρρυθμίσεις.


    Αντίθετα, η πολιτική μεταρρύθμιση πρέπει να καθοριστεί από τη φύση μιας μεγάλης νέας πολιτικής ιδέας- να διατυπωθεί ως λογικό μέσο για μια επιθυμητή πολιτική λύση. Η τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κέντρο της σκηνής δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως κεντρική προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής πρωτοβουλίας. Επιπλέον, η αύξηση των εξουσιών της Κομισιόν δεν θα ικανοποιήσει εκείνο το κοινό που είναι σκεπτικό σε σχέση με τις αξίες και τους στόχους της.


    Η τελευταία μεγάλη επιτυχία της Ε.Ε. ήταν η εισαγωγή του ‘ευρώ’ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στο σημερινό κλίμα- συμπιεσμένος μεταξύ της αντιπάθειας έναντι της Κομισιόν και των κινδύνων πολιτικοποίησης μέσω του Κοινοβουλίου- ο καλύτερος συμβιβασμός θα ήταν πάλι η δημιουργία ενός ξεχωριστού θεσμικού σώματος αφιερωμένου στην πραγματοποίηση της μεγάλης νέας ευρωπαϊκής πολιτικής ιδέας. Αυτό μπορεί να προωθηθεί ως πραγματιστική απάντηση, με τη λογική της ευρωπαϊκής ενότητας, χωρίς να αναζωπυρώσει τις ατζέντες για τις εξουσίες των ‘Βρυξελλών’. Ακολουθεί το πρότυπο του 1957 με τη δημιουργία του EURATOM.


    Επιστρέφουμε έτσι στο αρχικό θέμα: το πακέτο πολιτικής. Μια μεγάλη νέα ιδέα μπορεί να τραβήξει την προσοχή με τη συζήτηση της θετικής επίδρασής της. Έχει το πλεονέκτημα της απλής εστίασης- μια κρίσιμης προϋπόθεσης για ενίσχυση της ορατότητας και νομιμότητας της ΕΕ. Μια τέτοια στρατηγική αποτρέπει τις μπερδεμένες περιπλοκές μιας αναθεώρησης της θεσμικής αρχιτεκτονικής.


    Η μεγάλη νέα ιδέα απαιτεί προσεκτική επιλογή και σχεδιασμό, προκειμένου να αντανακλά ικανοποιητικά την καταλληλότητα της ‘φίρμας’ της ΕΕ. Οι πλέον κατάλληλες επιλογές σήμερα είναι τα προγράμματα που διασφαλίζουν την προμήθεια ενέργειας και αντιμετωπίζουν την κλιματική αλλαγή. Αυτά συνδυάζουν τις νέες πολιτικές της ‘πράσινης’ ατζέντας με ζητήματα οικονομικής ασφάλειας. Μέρος αυτής της ατζέντας – κλιματική αλλαγή και περικοπή εκπομπών αερίου- ήταν στο επίκεντρο της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών στο Πόζναν, τον Δεκέμβριο του 2008, και μια ανάλογη διάσκεψη προγραμματίζεται να γίνει στην Κοπεγχάγη το 2009. Μολονότι τέτοια ζητήματα είναι κατάλληλα σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ευρώπη έχει να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα. Δεν έχει δώσει όμως στην ΕΕ πολλές συλλογικές αρμοδιότητες. Αντίθετα, ο έξω κόσμος βλέπει διακυβερνητικότητα και όχι υπερεθνική ηγεσία. Το πλαίσιο βελτιώνεται: ο πρόεδρος Ομπάμα θα είναι υποστηρικτικός σύμμαχος και όχι εμπόδιο. Συνεπώς, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να δράσει διεθνώς, ασκώντας μια ηθική ηγεσία, και δημιουργώντας μια πραγματική ενεργειακή κοινότητα που θα αντιμετωπίζει τους περιβαλλοντικούς προβληματισμούς και θα διασφαλίσει τον ανεφοδιασμό σε ενέργεια. Ως μέσο γι’ αυτούς τους σκοπούς, η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μια νέα υπηρεσία με την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη και αρμοδιότητες. Μια ‘Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη’ θα άγγιζε τις χορδές των Ευρωπαίων ψηφοφόρων. Η Υπηρεσία θα είχε παρόμοια σχέση με το Συμβούλιο με αυτή που έχει τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα είχε να κάνει με την εισαγωγή πολιτικής και ψηφοφορία στο Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία.


    Η έρευνα κοινής γνώμης του Ευρωβαρόμετρου
    έδειξε ότι 69-71% των ανθρώπων στην Ε.Ε. των 27 πιστεύουν ότι η ΕΕ πρέπει να έχει ρόλο στην προστασία του περιβάλλοντος και 61-88% πιστεύουν το ίδιο για την ενεργειακή πολιτική (Ευρωβαρόμετρο, 68-69). Πράγματι, κανένας άλλος τομέας πολιτικής δεν είχε μεγαλύτερη υποστήριξη από το ευρωπαϊκό κοινό- εκτός από την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Αυτός μοιάζει ένας λιγότερο πρόσφορος τομέας για να ηγηθεί η ΕΕ. Θέματα που έχουν να κάνουν με παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών θα συνάσπιζαν τους υπέρμαχους των πολιτικών δικαιωμάτων και τους ευρωσκεπτικιστές. Η ενέργεια και το περιβάλλον προβάλλουν στις συζητήσεις για το μέλλον και μπορούν να συμβάλουν σε μια αλλαγή της αντίληψης του κοινού σε σχέση με την καταλληλότητα της ευρωπαϊκής ενότητας.


    Ο ίδιος ο Μοννέ είχε δει την ενέργεια ως σημείο κλειδί για την αναζωογόνηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μετά το φιάσκο της γαλλικής απόρριψης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας το 1954. Η σύνοδος της Μεσσήνης, στη συνέχεια, δεν επέμεινε σε μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική αλλά σε μείζονα προγράμματα νέας πολιτικής. Ύστερα από τις πρόσφατες αναταράξεις, φαίνεται ότι απ’ αυτή την άποψη ο Μοννέ μπορεί να διδάξει και πάλι την Ευρώπη. Δεν δέχτηκα ποτέ ότι ο Μοννέ ήταν ο ‘άγιος’ που διατείνονται κάποιοι, αλλά σε ό, τι αφορά το να προχωράμε μπροστά μέσα από προγράμματα πολιτικής, η στρατηγική του αντίληψη μοιάζει πιο συνετή από αυτή την οποία βιώνουμε στη σημερινή Ε.Ε.



    Αφιέρωμα: Ευρώπη
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε