σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Eithne Luibhéid και Bridget Anderson – ‘Εμφυλα σύνορα: Ένας διάλογος


    Bridget Anderson

    Σε αυτή τη συζήτηση η Eithne Luibhéid και η Bridget Anderson καλούνται να αναλύσουν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για θέματα φύλου και μετανάστευσης, τη γενικευμένη τάση σύνδεσης της μετανάστευσης των γυναικών με την παράνομη διακίνηση προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση, και την πολιτική σημασία των κινημάτων των οικιακών και των σεξουαλικών εργαζομένων.



    Νέλλη Καμπούρη: Παρόλο που συνήθως σκεφτόμαστε ότι δεν υπάρχει αρκετή έρευνα και έργα για τα θέματα φύλου και μετανάστευσης, η σχετική φιλολογία ανθίζει. Πώς εξηγείτε αυτό το αυξανόμενο ενδιαφέρον και ποιες νομίζετε ότι είναι οι παγίδες στις κυρίαρχες αναλύσεις για το φύλο και τη μετανάστευση;


    Eithne Luibhéid: Από μια άποψη, έχουμε προχωρήσει πολύ από την εποχή που η Mirjana Morokvasik αναγκαζόταν να επιχειρηματολογεί για κάτι που σήμερα μοιάζει προφανές: ότι ανάμεσα στα ‘περαστικά πουλιά’ που μεταναστεύουν υπάρχουν γυναίκες. Ή να αμφισβητεί τον υποβιβασμό τους σε ‘παραδοσιακά’ πλάσματα που οι ζωές τους γίνονται ‘μοντέρνες’ μόνο μέσω της αμειβόμενης απασχόλησης (ανεξάρτητα πόσο εκμεταλλευτική ή άθλια είναι) και της χρήσης αντισυλληπτικών (κάτι, υποτίθεται, εντελώς νέο για τις μετανάστριες). Είναι θαυμάσιο που ανθίζει η έρευνα για το φύλο και τη μετανάστευση. Επιπλέον, είναι σαφές ότι έχουμε ξεπεράσει την προσέγγιση ότι οι μετανάστριες ‘προστίθενται’ απλώς στην υπάρχουσα γνώση και προχωρούμε προς μια ανάλυση για το φύλο (που δεν θεωρεί το φύλο ως ‘ειδική’ ιδιότητα των γυναικών, αλλά ως κατηγορία σχέσεων που βασίζεται στο δίπολο αρσενικό/θηλυκό) που μεταμορφώνει θεμελιακές θεωρίες και μεθοδολογίες στους επιστημονικούς κλάδους που ασχολούνται με τη μετανάστευση.


    Αν πάρουμε οποιαδήποτε έκδοση, εκτεταμένη μελέτη ή μεμονωμένο άρθρο για το φύλο και τη μετανάστευση, οι επιμελητές και οι συγγραφείς εξηγούν σχεδόν πάντα γιατί ένιωσαν υποχρεωμένοι να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο έργο. Σύμφωνα με τις περιγραφές τους, τα έργα ανταποκρίνονται συχνά σε συγκεκριμένες κρίσεις ή επείγουσες ανάγκες. Ενδεχομένως συνιστούν συλλογικές αντιδράσεις στις κρίσεις, συχνά εντοπίζουν κενά ή προβλήματα, κοιτάζουν και πίσω και μπροστά, καλούν τους αναγνώστες να αναλάβουν δράση. Σύμφωνα με όσα οι συγγραφείς λένε για τα κίνητρά τους, παρόλο που η έρευνα για το φύλο και τη μετανάστευση γενικά ανθίζει, υπάρχουν περιοχές που αυτό δεν ισχύει- και συνεπώς οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν τρόπους για να θέσουν το θέμα της σύνδεσης μεταξύ φύλου και μετανάστευσης σε σχέση με συγκεκριμένα πλαίσια, ιστορίες και προβλήματα που τους αφορούν.


    Ένα χρήσιμο ερώτημα είναι, λοιπόν, πώς αποτιμάμε την πολιτική και τις συνέπειες της γνώσης που έχουμε για το φύλο και τη μετανάστευση, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έργα αυτά δεν είναι όλα τα ίδια και προκύπτουν από διαφορετικά πλαίσια και ιστορικές ανάγκες. Είναι ένα ερώτημα που μας καλεί να εξετάσουμε ευρύτερα ζητήματα για την εξουσία και τη γνώση- όπως ποιος δικαιούται να παράγει γνώση, ποιος διαθέτει βήμα για το έργο του και πώς τα έργα αυτά γίνονται αποδεκτά και κυκλοφορούν (ή όχι). Για τι είδους ανάλυση πρόκειται, πώς διεξήχθη η έρευνα, ποιών οι φωνές περιλαμβάνονται και ποιών όχι, είναι το έργο αντανακλαστικό και με ποιο τρόπο οι απαιτήσεις συγκεκριμένων επιστημονικών κλάδων διαμορφώνουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να λεχθεί; Πρέπει επίσης να εξετάσουμε κριτικά τους συνδέσμους μεταξύ, από τη μια πλευρά, των πανεπιστημίων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των δεξαμενών σκέψης και άλλων τόπων που παράγουν αυτή την έρευνα και, από την άλλη πλευρά, του κράτους, του κεφαλαίου και των δομών της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Σε όλα τα έργα για το φύλο και τη μετανάστευση, τα ζητήματα αυτά έχουν ήδη- άμεσα ή έμμεσα- διαμορφώσει αυτό που παράγεται. Και τα ερωτήματα παρέχουν βάσεις που μας βοηθούν να διακρίνουμε ανάμεσα στα έργα για το φύλο και τη μετανάστευση.


    Όλα αυτά με οδηγούν σε τρία σημεία. Πρώτον, δεν νομίζω ότι θα φτάσουμε ποτέ σε ένα σημείο όπου η γνώση για το φύλο και τη μετανάστευση θα έχει ‘ανθίσει’ τόσο ώστε να προχωρήσουμε παραπέρα. Κι αυτό επειδή ακόμη και τα πιο βασικά ερωτήματα για το φύλο και τη μετανάστευση πρέπει να τίθενται συνέχεια, καθώς τα πλαίσια και οι ιστορικές στιγμές αλλάζουν. Εάν ένα ερώτημα προκάλεσε, κάποια στιγμή, μια συγκεκριμένη απάντηση, μπορεί να απαιτεί διαφορετική απάντηση στο παρόν ή το μέλλον. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι θα πρέπει πάντα να θέτουμε ερωτήματα για το φύλο και τη μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένων των απολύτως στοιχειωδών ερωτημάτων, και νομίζω ότι αυτό είναι θετικό.


    Δεύτερον, δίπλα στα στοιχειώδη ερωτήματα, αναδύονται νέες σημαντικές περιοχές έρευνας. Για παράδειγμα, προσφέρεται για έρευνα αυτό που ο Joe Nevins αποκαλεί ‘ η άνοδος του ‘παράνομου μετανάστη’’. Η έρευνα αυτή εξετάζει πώς οι κρατικοί μεταναστευτικοί έλεγχοι έχουν επεκτείνει και διαφοροποιήσει τους τρόπους μέσα απ’ τους οποίους οι μετανάστες θεωρούνται μη εξουσιοδοτημένοι, ‘παράνομοι’ ή χωρίς χαρτιά. Εισηγείται επίσης ότι το καθεστώς μη εξουσιοδότησης, που εκλαμβάνεται απ’ τον πολύ κόσμο ότι αντανακλά τις ανεπιθύμητες ιδιότητες των μεταναστών, αποτελεί στην πραγματικότητα μια δομική σχέση στέρησης σε σχέση με το κράτος και το κεφάλαιο. Σύμφωνα με αυτή την γνώση, ιστορίες ηγεμονίας, φυλετισμού και παγκόσμιου καπιταλισμού διαμορφώνουν σημαντικά το ποιος είναι πιθανό να χαρακτηριστεί ‘παράνομος’(ή αντίστροφα νόμιμος). Νομίζω ότι υπάρχει πιεστική ανάγκη περαιτέρω έρευνας και ακτιβισμού, βασισμένου στην κατανόηση του πώς το φύλο-και η σεξουαλικότητα- είναι άξονες μέσω των οποίων η ‘παρανομία’ παράγεται και διανέμεται διαφορετικά. Η πρόσφατη εργασία μου επικεντρώθηκε σε αυτά τα ερωτήματα και η Bridget συνέβαλε σημαντικά στην επαναθεωρητικοποίηση της νομιμότητας και της ‘παρανομίας’, αλλά πολλά μένουν ακόμη να γίνουν.


    Τρίτον, ρώτησες για ‘τις παγίδες στις κυρίαρχες αναλύσεις για το φύλο και τη μετανάστευση’. Έχουμε όλοι συναντήσει αναλύσεις που μας ενόχλησαν ή μας εξόργισαν. Δεν είμαι βέβαιη ότι πρέπει αναγκαστικά να τις περιγράψουμε ως ‘κυρίαρχες’ ή ως αυτό που θεωρείται κυρίαρχο. Ίσως θα έπρεπε όμως να διατυπώσουμε ξανά την ερώτηση και να ρωτήσουμε ποιες αναλύσεις γίνονται αποδεκτές και με ποιους τρόπους; Γιατί υπάρχει συχνά μια διαφορά ανάμεσα στις αναλύσεις και στο πώς η κυβέρνηση ή άλλα σώματα τις αποδέχονται και τις χρησιμοποιούν. Παρομοίως, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποια είδη αναλύσεων τείνουν να μη γίνονται ποτέ αποδεκτά και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό. Ένα ανησυχητικό παράδειγμα για το πώς οι αναλύσεις για το φύλο μεταφράστηκαν σε μεταναστευτικούς ελέγχους έχει να κάνει με τις εφόδους στους τόπους εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, που καταλήγουν στη συγκέντρωση και αποστολή των μεταναστών με πλοία, χιλιάδες μίλια μακριά, για κράτηση και, τελικά, εκτοπισμό. Οι κριτικές εστιάζονται στο γεγονός ότι όταν μαζεύουν μ’ αυτόν τον τρόπο τους γονείς, τα παιδιά και τα μωρά εγκαταλείπονται στην τύχη τους ή χάνονται. Μια πρόσφατη αντίδραση των μεταναστευτικών υπηρεσιών στη δημόσια κριτική ήταν να κωδικοποιούν τις γυναίκες ως πρωταρχικής σημασίας για τη φροντίδα των παιδιών και να ελευθερώνουν τις εργαζόμενες που βρίσκονται υπό κράτηση για να φροντίσουν τα παιδιά τους εάν οι γυναίκες αναγνωρίσουν ότι έχουν παιδιά (πράγμα που δεν κάνουν πάντα για διάφορους λόγους) και εάν τα παιδιά είναι υπήκοοι των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, οι γυναίκες αυτές θα εκτοπιστούν, απλώς με τρόπο που ορισμένοι βρίσκουν πιο ‘ευγενικό’, πιο ‘μαλακό’, πιο ‘ανθρώπινο’. Συνεπώς, η αντίδραση των μεταναστευτικών υπηρεσιών στις κριτικές για τις εφόδους στους τόπους εργασίας έχει αναπτύξει μια ανησυχητική λογική για το φύλο που δεν έχει μεταβάλει σημαντικά την ευρύτερη, βίαιη λογική των μεταναστευτικών ελέγχων (συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που εκδηλώνεται στις εφόδους στους τόπους εργασίας, την κράτηση και τους εκτοπισμούς). Όμως, η αντίδραση αυτή έβαλε τέλος στη δημόσια κριτική. Είναι ένα παράδειγμα που απευθύνεται στο αυτονόητο ερώτημά σας για το πώς μπορούμε να παράγουμε αναλύσεις για το φύλο και τη μετανάστευση που δεν ανακτώνται από το κράτος και το κεφάλαιο αλλά, αντίθετα, μπορούν να διευκολύνουν την κοινωνική μεταμόρφωση. Αξίζει τον κόπο, ίσως, να ερευνήσουμε συστηματικά το θέμα- να αποτιμήσουμε πότε η έρευνα για το φύλο και τη μετανάστευση γίνεται αποδεκτή, από ποιον, και με ποιο αποτέλεσμα. Ένα τέτοιο σχέδιο μας βοηθά να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε, με πιο έντονο τρόπο, για το πώς η έρευνα μπορεί να παραχθεί και να κυκλοφορήσει με τρόπους που συμβάλλουν στην κοινωνική μεταμόρφωση αντί να παρατείνουν την υποταγή.


    Τέλος, σε σχέση με τις ‘παγίδες’, υπάρχει ακόμη μια ευρεία, συχνά ακλόνητη, πίστη ότι η μετανάστευση βελτιώνει πάντα τις ζωές των γυναικών. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι εικάζουν ότι οι γυναίκες έρχονται από ‘καθυστερημένες’ και ‘καταπιεστικές’ κοινωνίες, για να απολαύσουν το ονειρεμένο τοπίο και τα θαύματα του παγκόσμιου βορρά και, συνεπώς, μετανάστευση σημαίνει μετακίνηση από την καταστολή στην απελευθέρωση ή από την καταπίεση στην ελευθερία. Οι ιδέες αυτές πηγάζουν από και θέτουν ξανά σε κυκλοφορία ιδεολογικές αιτιάσεις που δεν έχουν βάση- για παράδειγμα, πώς γίνεται η εκμεταλλευτική εργασία να αποτελεί μορφή απελευθέρωσης γι’ αυτούς που αμείβονται λίγο ή και καθόλου; Ωστόσο, αυτή η ιστορία για τις μετανάστριες δεν χάνει ποτέ τη δημοτικότητά της. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, εάν και πώς η έρευνα μπορεί να μας βοηθήσει να επιδράσουμε στις πολιτισμικές εικόνες των μέσων επικοινωνίας και του κόσμου για το φύλο και τη μετανάστευση. Για παράδειγμα, πέρυσι, ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι καλούσε τους υπηκόους των Ηνωμένων Πολιτειών να μπουν στη θέση των μεταναστών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις μεταναστευτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών και να βιώσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από αυτή τη σκοπιά. Αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτό το παιχνίδι κατάφερε να αλλάξει τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τους μετανάστες. Εάν ναι, μήπως θα έπρεπε να σχεδιάσουμε ένα παιχνίδι που θα έκανε την ίδια δουλειά σε θέματα φύλου; Είναι γεγονός, βέβαια, ότι τα ηλεκτρονικά παιχνίδια προετοίμασαν νέους άντρες και γυναίκες να συμμετάσχουν σε πόλεμο για το κράτος. Ίσως όμως να μπορούν να κάνουν κι άλλα είδη δουλειάς.


    Bridget Anderson: Συμφωνώ ότι η σχετική φιλολογία ανθίζει, αλλά στις κυρίαρχες μελέτες για τη μετανάστευση εξακολουθεί να δίνεται έμφαση μάλλον στο γεγονός ότι για την κατανόηση του φύλου και της μετανάστευσης πρέπει οι γυναίκες να γίνουν ορατές παρά στην μετανάστευση σε σχέση με το φύλο. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι αποτέλεσμα της εστίασης της πολιτικής ορισμένων μελετών για τη μετανάστευση. Τα μεταναστευτικά καθεστώτα δεν έχουν ευαισθησία στο θέμα του φύλου- η έμφυλη φύση των πόιντ σύστεμς, για παράδειγμα, και οι πολλαπλοί τρόποι με τους οποίους κάνουν τη μετανάστευση δύσκολη για τις γυναίκες είναι ένα σημαντικό θέμα έρευνας και πολιτικής. Συχνά οι εθνικές στατιστικές δεν διαχωρίζουν καν τα φύλα. Είναι, βέβαια, απαραίτητο να βάζουν στην εικόνα τις γυναίκες. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση, εάν αποτελεί το επίκεντρο, είναι περιορισμένων φιλοδοξιών και ενέχει ορισμένους σοβαρούς κινδύνους.


    Πρώτον, κινδυνεύει να έχει ως σημείο εκκίνησης την κρατική κατηγοριοποίηση της μετανάστευσης. Οι γυναίκες πάντα μετακινούνται. Στο περίφημο άρθρο του στο Journal of the Statistical Society, το 1885, ο Ravenstein ανέφερε ότι ‘Τα θηλυκά είναι πιο αποδημητικά από τα αρσενικά’. Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε κατά πόσο η φιλολογία για τη μετανάστευση των γυναικών αποτελεί επανεφεύρεση παρά ‘θηλυκοποίηση’. Σε τελική ανάλυση, επειδή οι γυναίκες έχουν κατηγοριοποιηθεί από το κράτος ως ‘σύζυγοι’ δεν σημαίνει ότι δεν εργάζονται έξω απ’ το σπίτι, για παράδειγμα. Ή ότι η απλήρωτη αναπαραγωγική εργασία που κάνουν οι γυναίκες δεν διαμορφώνει οικονομίες, κοινωνίες και πολιτείες. Είναι σημαντικό λοιπόν να αναγνωρίσουμε πώς οι γυναίκες (και οι άντρες) κατασκευάζονται από τους μεταναστευτικούς ελέγχους (πράγμα το οποίο συνδέεται, φυσικά, με πολύ ευρύτερες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές διαδικασίες).


    Δεύτερον, δεν αποτελεί, φυσικά, έμφυλη προσέγγιση. Απ’ αυτή τη σκοπιά, πολύ περισσότερη δουλειά έχει γίνει στις μελέτες για το φύλο, παρά στις μελέτες για τη μετανάστευση (και την έλλειψη προσοχής εκεί που φύλο και φυλή συναντιούνται – για τους άντρες που θεωρούνται από τα κράτη και τις κοινωνίες υποδοχής ως πιο θηλυπρεπείς και την επίδραση που έχει αυτό στις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας, για παράδειγμα). Οι παρατηρήσεις της Eithne για τους κινδύνους επανεγγραφής του πρότυπου της ετεροφυλίας είναι πολύ σωστές.


    Eithne Luibhéid: Bridget, αναγνωρίζεις τη συχνή αποσύνδεση μεταξύ έρευνας και πολιτικής. Αναφέρεις ως παραδείγματα τα πόιντ σύστεμς και τις στατιστικές για τη μετανάστευση. Πάντα πίστευα ότι οι στατιστικές εμπεριέχουν ένα δίλημμα- από τη μια πλευρά, εάν το κράτος συλλέγει έμφυλες στατιστικές, τότε υπάρχει μια βάση για δράση, αλλά, από την άλλη πλευρά, τα στατιστικά συστήματα του κράτους αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου καθεστώτος διακυβέρνησης που είναι πολύ προβληματικό, κι έτσι κανείς διστάζει να συστήνει τη συλλογή οποιωνδήποτε στατιστικών.


    Από μια άποψη, είναι αναπόφευκτο να υπάρχει αποσύνδεση μεταξύ έρευνας και πολιτικής, γιατί ενώ ζητείται μια ‘πολιτική βασισμένη σε στοιχεία’, η σωστή έρευνα που αμφισβητεί (αντί να συλλέγει απλώς στοιχεία) κάνει τη διαμόρφωση πολιτικής πιο δύσκολη. Αλλά οδηγούμαστε γρήγορα στα ζητήματα που έθεσες- την ιδεολογική φύση των συνόρων. Ποια είναι καταρχήν η κατηγορία ‘αποδημητικά’; Ποιες είναι οι ομάδες που ενδιαφέρουν την έρευνα και την πολιτική; Ορισμένοι άνθρωποι ( ανάλογα με το φύλο, τη φυλή ή τη ‘σωστή’ σεξουαλικότητα κλπ) είναι ‘καλοί’ και άλλοι είναι ‘κακοί’. Για παράδειγμα, ένα πρόσφατο έγγραφο του Βρετανικού υπουργείου Εσωτερικών που ονομάζεται ‘Εφαρμόζοντας τους Κανόνες’ (ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα) λέει ότι οι φοιτητές που προέρχονται από χώρες με υψηλό ακαθάριστο εθνικό προϊόν δεν αποτελούν πρόβλημα, αλλά εκείνοι από φτωχότερες χώρες μπορεί να ζητήσουν άσυλο. Γενικά, έχουμε τον σκληρά εργαζόμενο ξένο που είναι απαραίτητος για την οικονομία ή αυτόν που κλέβει δουλειές και ευκαιρίες. Αυτή η κατηγοριοποίηση επικρατεί συχνά στην προσανατολισμένη στην πολιτική ακαδημαϊκή εργασία, όπως και στην πολιτική και τα μέσα επικοινωνίας. Αυτοί που υποστηρίζουν τα δικαιώματα των μεταναστών θέλουν να στριμώξουν όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται στην ‘καλή κατηγορία’. Ποιες είναι οι αναλογίες των προσφύγων στους οικονομικούς μετανάστες; Των νόμιμων σε σχέση με τους παράνομους; Των σκληρά εργαζόμενων σε σχέση με τους τρακαδόρους; Αυτό αντανακλά με πολλούς τρόπους την κυβερνητική στρατηγική ‘να κάνει τη μετανάστευση καλή για τη Βρετανία’, με έμφαση στα οφέλη που φέρνουν οι μετανάστες. Για τους ακτιβιστές ερευνητές, αυτό το παράδειγμα καλών/κακών δεν βοηθά καθόλου. Είναι ίσως καλύτερο να είμαστε πιο περιορισμένοι στους στόχους μας – και να κάνουμε τις πολιτικές της πολιτικής πιο εμφανείς, πράγμα που δεν είναι μικρό έργο, αν λάβουμε υπόψη τους τρόπους που οι μεταναστευτικοί έλεγχοι έχουν γίνει τόσο φυσιολογικοί.


    Νομίζω ότι αγγίζεις ένα καίριο σημείο επικεντρώνοντας την προσοχή στην ένταση μεταξύ βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου, μεταξύ ατομικών περιπτώσεων και συλλογικών κερδών. Το δίλημμα αυτό δεν έχει τέλος. Θυμάμαι ότι όταν αρχίσαμε να οργανωνόμαστε με τους μετανάστες εργαζόμενους για την ομαλοποίηση και αλλαγή των μεταναστευτικών κανόνων για την οικιακή εργασία, ορισμένες ομάδες μάς άσκησαν σκληρή κριτική για ‘ξεπούλημα’-ότι επικεντρωθήκαμε σε μια συγκεκριμένη ομάδα και επιτρέψαμε στο ιδεολογικό πλαίσιο να ενισχύσει τους μεταναστευτικούς ελέγχους. Μπορούσα να καταλάβω τις κριτικές τους, αλλά πραγματικά νιώθαμε ότι αυτή η αλλαγή ήταν δυνατή και, μολονότι μικρή, μπορούσε να κάνει μεγάλη διαφορά στις ζωές των ανθρώπων. Η εκστρατεία πέτυχε και υπήρξε διαφορά. Πίστευα τότε ότι η υποστήριξη της αυτό-οργάνωσης των μεταναστών που δεν έχουν χαρτιά ήταν από μόνη της μια χρήσιμη διαδικασία. Στην περίπτωσή μας, από τη στιγμή που το νομικό καθεστώς για το οποίο αγωνιζόμασταν επιτεύχθηκε, πολλοί άνθρωποι διοχέτευσαν την ενέργειά τους στην επανένωση με τους φίλους και την οικογένεια, στην οικοδόμηση μιας ζωής στο Ηνωμένο Βασίλειο (να πάρουν στεγαστικό δάνειο, να φέρουν τους συγγενείς τους κλπ). Υπήρχαν, ασφαλώς, και μακροπρόθεσμα οφέλη, καθώς οι εργαζόμενοι αυτοί δεν είχαν πια το όνομα του εργοδότη τους γραμμένο στο διαβατήριό τους, αλλά το μεταναστευτικό σύστημα συνεχίζει ακάθεκτο. Έχεις κάποιες σκέψεις γι’ αυτό; Υποθέτω ότι ένα σημείο κλειδί είναι κατά πόσο τα βραχυπρόθεσμα/ατομικά οφέλη κάνουν τους μακροπρόθεσμους στόχους πιο δύσκολα επιτεύξιμους.


    Νέλλη Καμπούρη: Όλο και περισσότερο, οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις υιοθετούν και εφαρμόζουν πολιτικές που εστιάζουν στο φύλο και τη μετανάστευση. Ωστόσο, υπάρχει η τάση να συνδέουν το φύλο με τις γυναίκες και τη μετανάστευση των γυναικών με την παράνομη διακίνηση προσώπων. Ποιες είναι οι πολιτικές συνέπειες αυτών των συσχετισμών;


    Eithne Luibhéid: Δεν είμαι σίγουρη εάν, με την παράνομη διακίνηση, αναφέρεσαι στη σεξουαλική εκμετάλλευση ή σε άλλες μορφές εργασίας ή και στα δυο. Αλλά εάν μιλάμε για τη σεξουαλική εκμετάλλευση (που καλύπτει μια ευρεία γκάμα ζητημάτων και καταστάσεων), έχουν υπάρξει σημαντικές κριτικές για τους συγκερασμούς που περιγράφεις. Για παράδειγμα, η Inderpal Grewal επισημαίνει ότι μια αποικιοκρατική εικόνα της ‘γυναίκας του τρίτου κόσμου’ εξακολουθεί να κατασκευάζεται μέσα από αφηγήσεις για τη σεξουαλική θυματοποίηση που υφίστανται οι μετανάστριες και που συνεπάγεται ότι οι γυναίκες πρέπει να ‘διασώζονται’ από εθελοντές του παγκόσμιου βορρά (ακόμη κι αν ο ρόλος του παγκόσμιου βορρά σε ό, τι αφορά τη δημιουργία βίας και ξεριζωμού συγκαλύπτεται πολύ βολικά). Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη αφήγηση επιτρέπει στις σχετικά ευνοημένες γυναίκες να θεωρούν τους εαυτούς τους ως ηθικά υποκείμενα ‘μοντερνισμού’ υποστηρίζοντας ‘τη’ (μυθική) διάσωση της γυναίκας του τρίτου κόσμου- ενώ δεν ασχολούνται με τους τρόπους που διάφορες κατηγορίες γυναικών κατασκευάζονται σε ό, τι αφορά τις σχέσεις τους και, επομένως, ο αστικός φεμινισμός δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς υποδεέστερες γυναίκες. Το αποτέλεσμα είναι μερικές πολύ ανησυχητικές συμμαχίες μεταξύ αστικού φεμινισμού και δεξιάς, που οδηγούν σε ή προωθούν ολέθριες πολιτικές- για παράδειγμα, η λεγόμενη Νομοθετική Πράξη για την Προστασία των Θυμάτων της Παράνομης Διακίνησης Προσώπων του 2000, στις Ηνωμένες Πολιτείες, που προωθήθηκε από συντηρητικούς, αντιφεμινιστές, ρατσιστές Ρεπουμπλικανούς και υποστηρίχτηκε από την Εθνική Οργάνωση Γυναικών. Ξέρετε ότι η Πράξη ενώ ισχυρίζεται ότι ‘προστατεύει’ τις γυναίκες, στην πραγματικότητα κάνει το αντίθετο: δεν αναφέρεται στις παγκόσμιες οικονομικές ανισότητες, στις άδικες μεταναστευτικές πολιτικές και στις εκμεταλλευτικές εργασιακές πρακτικές που συντηρούν την κακοποίηση των μεταναστριών. Διακρίνει τις γυναίκες ανάμεσα σε ‘άξια’ θύματα και ‘ένοχες σεξουαλικές εργαζόμενες’ και ποινικοποιεί τις τελευταίες με τρόπους που τις εκθέτουν σε μεγαλύτερο κίνδυνο (σ. 57). Μ’ αυτή την έννοια, η Πράξη αντανακλά ένα ευρύτερο πρόβλημα, που είναι ότι τα κατευθυνόμενα από το κράτος καθεστώτα μεταναστευτικών ελέγχων δεν αχολούνται σχεδόν καθόλου με τις ριζικές αιτίες της μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένης της συνενοχής των εθνών-κρατών στη δημιουργία μετανάστευσης μέσω των εμπορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και άλλων πολιτικών. Αντίθετα, ποινικοποιούν και κάνουν παράνομους εκατομμύρια ανθρώπους, μετατρέποντας τους σε διαθέσιμα πλάσματα που μπορούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης, κακοποίησης ή φόνου, με ατιμωρησία. Ωστόσο, αυτό το κυριολεκτικά δολοφονικό καθεστώς κατηγορεί τους μετανάστες για την εκμετάλλευση, την κακοποίηση και/ή τον θάνατο που υφίστανται- λέγοντας ότι παραβιάζουν τη μεταναστευτική νομοθεσία, αλλά χωρίς ποτέ να ρωτούν ποιος κάνει αυτή τη νομοθεσία, γιατί έχουμε αυτή τη νομοθεσία και ποιος ωφελείται από αυτήν;


    Την ίδια στιγμή, κι ενώ η παράνομη διακίνηση προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση συνεχίζεται με αυτούς τους ανησυχητικούς τρόπους, υπάρχει μια συνεχής αποτυχία στην αντιμετώπιση του διαδεδομένου προβλήματος των γυναικών που δέχονται σεξουαλικές επιθέσεις ή βιάζονται από ληστές, λαθρέμπορους ή άλλους όταν περνούν τα σύνορα χωρίς άδεια. Στην Αριζόνα, όπου κατοικώ τώρα, γυναικεία εσώρουχα κρέμονται συχνά στους θάμνους στη συνοριακή ζώνη ανάμεσα στο Μεξικό και τις Ηνωμένες Πολιτείες- είναι τα ‘λάφυρα’ των σεξουαλικών επιθέσεων. Υπάρχουν, επίσης, άντρες των μεταναστευτικών υπηρεσιών που υποχρεώνουν τις μετανάστριες που δεν έχουν χαρτιά να ανταλλάξουν την ελευθερία τους με σεξ. Μετανάστριες (και μερικοί μετανάστες, επίσης) δέχτηκαν σεξουαλικές επιθέσεις και βιάστηκαν σε κέντρα κράτησης, στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλές φορές από το προσωπικό, και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο σεξουαλικού καταναγκασμού ή επίθεσης στους τόπους εργασίας. Υπάρχει πολύ μικρή βούληση για την αντιμετώπιση αυτού του εκτεταμένου, πολύ σοβαρού, προβλήματος.


    Η παράνομη διακίνηση για σεξουαλική εκμετάλλευση και ο βιασμός καθιστούν σαφές ότι θέματα που έχουν να κάνουν με τη σεξουαλικότητα εμπλέκονται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά στις μάχες για έλεγχο των συνόρων, μεταναστευτική πολιτική και δικαιοσύνη. Η σεξουαλικότητα πρέπει λοιπόν αντιμετωπιστεί. Στην εργασία μου, επεδίωξα να τη φέρω στο προσκήνιο ως αρένα μάχης στη μεταναστευτική πολιτική και να παρακάμψω ορισμένα από τα έμφυλα και αποικιοκρατικά στερεότυπα, επιμένοντας ότι η σεξουαλικότητα και το φύλο δεν είναι το ίδιο πράγμα. Συνδέονται βαθιά μεταξύ τους, αλλά δεν είναι το ίδιο. Επιπλέον, η σεξουαλικότητα πρέπει να γίνεται αντιληπτή μέσα σε ένα ριζοσπαστικό, κριτικό, ιστορικό πλαίσιο, σαν κι αυτό που παρέχεται από τις θεωρίες για τους έγχρωμους ομοφυλόφιλους και τις έγχρωμες φεμινίστριες. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να χειριζόμαστε τη σεξουαλικότητα σαν ‘φυσιολογική’ ή βασικά βιολογική, αλλά σαν κάτι που διαμορφώνεται μέσα από πολλαπλές σχέσεις εξουσίας και μάχης. Οι θεωρητικοί για τους έγχρωμους ομοφυλόφιλους αναγνωρίζουν την πρότυπη ετεροφυλία σαν καθεστώς εξουσίας που δεν δημιουργεί μόνο το δίπολο γκέι/στρέιτ, μολονότι αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά εμπεριέχει την υπεροχή των λευκών και ηγεμονικά σχέδια. Στην εργασία μου, λοιπόν, ενδιαφέρομαι λιγότερο για τους λεγόμενους ‘πολιτισμικούς κανόνες’ γύρω από τη σεξουαλικότητα και περισσότερο για την αναγνώριση της σεξουαλικότητας ως τόπο μάχης για τον έλεγχο της μετανάστευσης.


    Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για το πώς το κράτος επιβάλλει (και ταυτόχρονα συνεχώς ξανακατασκευάζει) μια πρότυπη σεξουαλική τάξη μέσα από τους μεταναστευτικούς ελέγχους. Οι διαδικασίες αυτές αντανακλώνται, για παράδειγμα, στους νόμους που διέπουν την επανένωση των οικογενειών και που, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφορούν την πρότυπη ετεροφυλία. Οι νόμοι καθιστούν τις άλλες μορφές οικογενειακών και συναισθηματικών δεσμών ως παράνομες βάσεις για νόμιμη είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια στιγμή, ακόμη κι εκείνοι που μπορούν να επιδείξουν μια πρότυπη ετεροφυλική οικογένεια ανακαλύπτουν ότι η μεταναστευτική νομοθεσία τους καθιστά υποψήφιους για νόμιμη είσοδο μόνο εάν φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό επίπεδο και τηρούν τις μορφές οικογενειακής ζωής και εξάρτησης που προβλέπει το κράτος. Στην πράξη, οι μεταναστευτικοί κανόνες προβλέπουν την πατριαρχία και την ομοφυλοφοβία για τις οποίες ‘κατηγορούνται’ συχνά οι ίδιες οι κοινότητες μεταναστών (η πατριαρχία κι η ομοφυλοφοβία θεωρούνται διαχρονικά ‘πολιτισμικά’ χαρακτηριστικά, χωρίς αναφορά στις δομικές συνθήκες της άνισης ενσωμάτωσης των μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες). Την ίδια στιγμή, οι μεταναστευτικοί έλεγχοι δημιουργούν υποδεέστερους, περιθωριοποιημένους, απόβλητους, ποινικοποιημένους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του ιδίου φύλου και/ή τρανσεξουαλικών, των μη πρότυπων οικογενειών, των σεξουαλικών εργαζομένων και άλλων, που η είσοδός τους, ας πούμε, δεν διευκολύνεται. Η επιλεγμένη ‘οικογενειακή’ μετανάστευση παρουσιάζεται συχνά ως παράδειγμα της ευεργεσίας και του ανθρωπισμού του κράτους. Ωστόσο, η πρότυπη ετερόφυλη οικογένεια παρέχει τη λογική μέσω της οποίας οργανώνεται η διακυβέρνηση και πειθαρχία πολλών νόμιμων μεταναστών, η εποπτεία και τιμωρία τους (συμπεριλαμβανομένου του εκτοπισμού) νομιμοποιείται, ενώ η κοινωνική υποστήριξη είναι ανύπαρκτη- πράγμα που σημαίνει ότι οι φτωχότερες οικογένειες μεταναστών αναγκάζονται να αποτελέσουν μέρος του νέου εργασιακού διαζώματος κατώτατων αποδοχών που απαιτεί το κεφάλαιο. Παρόλα αυτά, όσοι εισέρχονται μέσω ‘οικογενειακής’ μετανάστευσης πρέπει να είναι εξαιρετικά ευγνώμονες. Πότε θα περάσουμε από τη λογική της ‘ευγνωμοσύνης’ (που αγνοεί την εκμετάλλευση και τις ιστορίες συστηματικής ανισότητας) στη λογική της δικαιοσύνης;


    Η σεξουαλικότητα, αποσυνδεδεμένη από το φύλο, προσφέρει λοιπόν έναν κριτικό φακό για να αμφισβητήσουμε, να επανεξετάσουμε και να οργανωθούμε κατά της μεταναστευτικής πολιτικής σε πολλά πεδία. Καθιστά δυνατή μια κριτική της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και βίας- τοποθετώντας τις συνεχώς σε σχέση με ευρύτερα συστήματα βίας στον νεοαποικιοκρατικό κόσμο. Καλεί σε αυτό που η Άντζελα Ντέηβις περιγράφει ως ‘απρόσμενες συμμαχίες’ για θέματα που περιλαμβάνουν πολιτικές που ποινικοποιούν και καθιστούν τις γυναίκες θύματα της παράνομης διακίνησης πιο ευάλωτες και την κακοποίηση των σεξουαλικών εργαζομένων ατιμώρητη. Τα θέματα αυτά περιλαμβάνουν επίσης τη σεξουαλικότητα ως τόπο για φυλετισμό και κατασκευή ‘διαφοράς’ μέσα και μεταξύ των κοινοτήτων μεταναστών, καθώς και μεταξύ μεταναστών και κοινωνίας. Ή ως μια από τις μάχες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά των μεταναστών στο σχολείο. Ή ως κρίσιμο θέμα που αντιμετωπίζεται στις βιομηχανίες των φυλακών. Ή ως σημείο αναφοράς για την αποτίμηση της υγειονομικής φροντίδας. Αυτά τα είδη προβλημάτων δεν συνδέουν απλώς τη σεξουαλικότητα με τα ζητήματα των μεταναστών, αλλά καλούν σε συμμαχίες με τους μη μετανάστες.


    Ένα τελευταίο πράγμα το οποίο θέλω να αναφέρω σχετικά με την ταύτιση του φύλου με τις γυναίκες και την παράνομη διακίνηση προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση είναι ότι αυτή η διατύπωση ταυτίζει τις ‘γυναίκες’ με μια συγκεκριμένη βιολογική μορφή. Αλλά οι ‘βιολογικά γεννημένες’ γυναίκες δεν είναι οι μόνες γυναίκες στον κόσμο. Τι θα γίνει αν βάλουμε τον όρο τρανσεξουαλικός στην εξίσωση; Είναι ένας αμφισβητούμενος όρος, αλλά ο ορισμός της αγγλικής βικιπαίδεια εμπεριέχει μερικά καίρια στοιχεία του:



    …..Ο ακριβής ορισμός του τρανσεξουαλικού παραμένει ρευστός, αλλά περιλαμβάνει: Σχετίζεται ή ορίζει ένα πρόσωπο που η ταυτότητά του δεν ταιριάζει σαφώς στις συμβατικές έννοιες του αντρικού ή του γυναικείου φύλου, αλλά συνδυάζει ή κινείται μεταξύ: 1) ‘Άνθρωποι στους οποίους δόθηκε ένα φύλο, συνήθως κατά τη γέννησή τους και με βάση τα γεννητικά τους όργανα, αλλά που αισθάνονται ότι αυτή είναι μια λανθασμένη ή ατελής περιγραφή του εαυτού τους’. 2) Μη ταύτιση ή μη παρουσίαση με το φύλο που δόθηκε κατά τη γέννηση. 3) Ο τρανσεξουαλικός έχει χαρακτηριστικά που κανονικά συνδέονται με ένα συγκεκριμένο φύλο, ταυτίζεται αλλού στο παραδοσιακό σύνολο των φύλων ή υπάρχει έξω απ’ αυτό ως ‘άλλος’, ‘άφυλος’, ‘διασεξουαλικός’ ή ‘τρίτο φύλο’. Οι τρανσεξουαλικοί μπορούν επίσης να αναγνωρίζονται ως ‘μπάι’ ή σε διάφορες θέσεις είτε στο παραδοσιακό σύνολο των φύλων ή στα πιο περιεκτικά σύνολα που έχουν αναπτυχθεί κατά τις πιο λεπτομερείς μελέτες των τελευταίων ετών…..


    Θέτοντας το θέμα της μετανάστευσης των τρανσεξουαλικών, δεν προσπαθώ να προσθέσω μια νέα μορφή μετανάστη, συγκολλώντας γύρω της αντιμαχόμενες ιδεολογίες. Ούτε προτίθεμαι να αναφερθώ σε μεμονωμένους τρανσεξουαλικούς μετανάστες. Ούτε να ελαχιστοποιήσω τις σημαντικές εντάσεις που συχνά υπάρχουν ανάμεσα στα έργα που ορίζονται ως φεμινιστικά και τρανσεξουαλικά προγράμματα (παρόλο που πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν παραδείγματα τρανσεξουαλικών και ακτιβιστών του φεμινισμού που συνεργάζονται πολύ αποτελεσματικά). Αυτό που θέλω να πω είναι: Πρώτον, οι τρανσεξουαλικοί είναι, επίσης, μετανάστες και η παρουσία τους μάς υποχρεώνει να επανεξετάσουμε τα μεταναστευτικά πρότυπα, που βασίζονται σε διπολικές μορφές φύλου κι αυτό είναι πολύτιμο. Δεύτερον, οι τρανσεξουαλικοί μετανάστες δίνουν συχνά στα θέματα του φύλου ειδικό τόνο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μετανάστευση των τρανσεξουαλικών υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης και διοικητικής διαμόρφωσης πολιτικής, αλλά στις καθημερινές πρακτικές οι τρανσεξουαλικοί μετανάστες εξακολουθούν να βιώνουν πολλαπλή περιθωριοποίηση, αποκλεισμό, χλεύη, ακόμη και απειλές κατά της ζωής τους ( Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να κατασκευάσουμε τους τρανσεξουαλικούς μετανάστες ως θύματα). Η οργάνωση των θεμάτων που αφορούν τους τρανσεξουαλικούς μετανάστες προσφέρει ευκαιρίες βελτίωσης των συνθηκών για όλους. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο 2007, η τρανσεξουαλική μετανάστρια Victoria Arellano πέθανε σε κέντρο κράτησης μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Arellano ήταν φορέας HIV, αλλά δεν της δόθηκαν τα κατάλληλα φάρμακα, μολονότι τα ζήτησε επανειλημμένα και οι άλλοι κρατούμενοι την υπερασπίστηκαν. Η περίπτωσή της έθεσε επείγοντα θέματα για τη μεταχείριση των τρανσεξουαλικών μεταναστών που βρίσκονται υπό κράτηση και για την έλλειψη ιατρικής φροντίδας γι’ αυτούς που έχουν απορριφθεί από το μεταναστευτικό σύστημα γενικά. Προκάλεσε μια γενική κατακραυγή από τις οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και των τρανσεξουαλικών. Οι τρανσεξουαλικοί μετανάστες είναι μια από τις ομάδες από τις οποίες άρχισα να μαθαίνω πολλά για το πώς είναι διαρθρωμένη η διακυβέρνηση και καταπίεση των μεταναστών και πώς νομιμοποιείται χρησιμοποιώντας έμφυλη λογική- και ποιοι θα μπορούσε να είναι σύμμαχοι στην προσπάθεια να αλλάξει αυτό. Μολονότι υπάρχουν εντάσεις, υπάρχουν επίσης σημαντικές στιγμές συμμαχίας στους αγώνες των φεμινιστριών, των αντιρατσιστών και των τρανσεξουαλικών, στο πεδίο της μετανάστευσης. Οι τρανσεξουαλικοί μετανάστες είναι επίσης σημαντικοί στον αγώνα για τα δικαιώματα των σεξουαλικών εργαζομένων.


    Bridget Anderson: Η σύγχυση ανάμεσα στη μετανάστευση γυναικών (και παιδιών) και στην παράνομη διακίνηση έχει κάποιες πολύ επικίνδυνες πολιτικές επιπτώσεις. Η Wendy Brown λέει ότι ‘ένα σίγουρο σημάδι αποπολιτικοποίησης μιας έννοιας ή ενός λόγου είναι το εύκολο και πολιτικά εγκάρσιο αγκάλιασμα ενός πολιτικού προγράμματος που φέρει το όνομά του’. Η ‘παράνομη διακίνηση’ είναι ένα τέτοιο πρόγραμμα.


    Ένα ακόμη σημάδι της αποπολιτικοποιημένης φύσης της είναι ότι πολύ δύσκολα μπορεί να υπάρχει συμφωνία για τη σημασία του όρου. Το διακηρυγμένο πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών δεν βοηθάει πολύ στην πράξη, καθώς εμπεριέχει λέξεις όπως ‘συναίνεση’ και ‘εκμετάλλευση’, που η σημασία τους αμφισβητείται επίσης. Μολονότι δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι θεωρούνται θύματα ‘παράνομης διακίνησης’ κάθε χρόνο, οι αριθμοί αυτών που ‘τυγχάνουν βοήθειας’ είναι πολύ χαμηλοί. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, μας είπαν ότι τα τρία τέταρτα των λεγόμενων παράνομων μεταναστών είναι θύματα παράνομης διακίνησης και ότι δεν υπήρξε ούτε μια καταδίκη παράνομης διακίνησης για εξαναγκασμό σε εργασία. Σε γενικές γραμμές, υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην παράνομη διακίνηση ως ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιείται από τα κράτη και κάποιες μη κυβερνητικές και άλλες οργανώσεις, και στην παράνομη διακίνηση ως διοικητική κατηγορία. Η ‘παράνομη διακίνηση’ αποπολιτικοποιεί με την έννοια ότι καθιστά τους μετανάστες θύματα και όχι πολιτικά υποκείμενα. Αποτελεί μέρος μιας γενικότερης απόπειρας, τουλάχιστον στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποπολιτικοποίησης και διαχείρισης της μετανάστευσης από οικονομική άποψη και όχι μάχης με το κατεξοχήν πολιτικό θέμα, ποιος συγκροτεί την πολιτεία- και ποιες είναι οι λειτουργίες των συνόρων. Δημιουργεί επίσης μια ιεραρχία δεινών που συνδέονται με ιστορίες φρίκης. Έτσι ώστε αυτοί που απλώς δεν πληρώθηκαν ένα ημερομίσθιο, για παράδειγμα, να μη διαμαρτύρονται πολύ, αφού τουλάχιστον δεν κακοποιήθηκαν. Αυτό, με τη σειρά του, δίνει έμφαση στους μεταναστευτικούς ελέγχους και τους μετανάστες ως ‘ειδική περίπτωση’ αντί να τους τοποθετεί στο ίδιο πλαίσιο με τους πολίτες.


    Eithne Luibhéid: Λες δηλαδή ότι υπάρχει διασύνδεση ανάμεσα στις στρατηγικές για την αποπολιτικοποίηση της μετανάστευσης μέσα από την έννοια της παράνομης διακίνησης και τις προσπάθειες διαχείρισής της. Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω περισσότερα για το πώς βλέπεις αυτή τη διασύνδεση. Αναφέρεσαι στο εμφανές χάσμα, ανάμεσα στην ανησυχητική ρητορική για το πόσες γυναίκες υποτίθεται ότι διακινούνται παράνομα και, από την άλλη πλευρά, τον μικρό αριθμό αυτών που τυγχάνουν βοήθειας απ’ το κράτος. Θα μπορούσες να επεκταθείς σ’ αυτό; Θα με ενδιέφερε επίσης να μάθω περισσότερα για το τι εννοείς όταν λες ‘υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην παράνομη διακίνηση ως ρητορικό σχήμα όπως χρησιμοποιείται από τα κράτη και κάποιες μη κυβερνητικές και άλλες οργανώσεις και την παράνομη διακίνηση ως διοικητική κατηγορία’. Εισηγείσαι, επίσης, μια ευρύτερη, ριζοσπαστική ατζέντα (διατύπωση της μετανάστευσης με πολιτικούς παρά με οικονομικούς όρους, αμφισβήτηση της τάσης να τοποθετούνται οι μετανάστες και οι πολίτες σε διαφορετικά πλαίσια). Θα με ενδιέφερε πραγματικά να ακούσω περισσότερα και γι’ αυτό.


    Bridget Anderson: Η παράνομη διακίνηση τοποθετείται, κατά κάποιο τρόπο, πέραν της πολιτικής. Όλοι συμφωνούν ότι αυτό είναι λάθος. Είναι ενδιαφέρον, σ’ αυτό το πλαίσιο, ότι όλοι μοιάζουν επίσης να συμφωνούν ότι η ‘εκμετάλλευση’ είναι λάθος. ‘Όταν όμως κάποιος εξετάσει τις διαφορετικές έννοιες αυτών των όρων, δεν υπάρχει πλέον συναίνεση. Επειδή το ‘θύμα παράνομης διακίνησης’ δεν είναι μια απολιτική φιγούρα. Ανήκει σε μια ολόκληρη σειρά από φιγούρες που χρησιμοποιούνται στο θέαμα του μεταναστευτικού ελέγχου- ο ‘παράνομος μετανάστης’, ο ‘τρακαδόρος’, αυτός που ‘ζητά ψευδώς άσυλο’. Αυτές οι εντυπωσιακές φιγούρες ενσαρκώνουν τις προκλήσεις στους μεταναστευτικούς ελέγχους. Είναι τα υποκείμενα της στοχοποίησης, αλλά υποδηλώνουν βαθύτερες αντιφάσεις και αγωνίες γύρω από τους μεταναστευτικούς ελέγχους. Αναφέρθηκες προηγουμένως στις κρατούμενες που κωδικοποιούνται ‘πρωταρχικής σημασίας για τη φροντίδα’ των παιδιών, που μπορούν να ελευθερωθούν απ’ την κράτηση, όχι όμως από το ενδεχόμενο εκτοπισμού εξαιτίας της ανησυχίας σε σχέση με τις φιλελεύθερες ιδέες της δημοκρατίας για τη μεταχείριση της οποίας πρέπει να τυγχάνουν οι γυναίκες και τα παιδιά και ταυτόχρονα της αναπότρεπτης λογικής των μεταναστευτικών ελέγχων.


    Το θύμα της παράνομης διακίνησης μοιάζει να έχει περισσότερες ευκαιρίες από τις περισσότερες από αυτές τις φιγούρες για μια συμπαθητική ακρόαση από την κυβέρνηση: τουλάχιστον αναγνωρίζεται ότι οι μετανάστες γίνονται αντικείμενα ‘εκμετάλλευσης’, ότι χρειάζονται ‘προστασία’ κλπ. Μολονότι η κινητικότητα των μεταναστριών απεικονίζεται από ένα ρεύμα σκέψης ως μετακίνηση από την καταστολή στην απελευθέρωση, μπορεί επίσης να παρουσιαστεί ως επικίνδυνη μετακίνηση, ως μετακίνηση από το σπίτι, που θεωρείται τόπος ασφάλειας, στον κίνδυνο και το μη οικείο. Νομίζω ότι η γλώσσα της παράνομης διακίνησης ταιριάζει πολύ περισσότερο με αυτό το μοντέλο: μετακίνηση από την αθωότητα στην παραστρατημένη γυναίκα. Στην πράξη, όμως, εκείνοι που αναγνωρίζονται ως πραγματικά θύματα της παράνομης διακίνησης είναι λίγοι.


    Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις ξοδεύουν πολύ χρόνο να διαχωρίζουν τους ανθρώπους που μπορεί να τύχουν ακρόασης από τους άλλους, και επιπλέον να τοποθετούνται σε ένα πλαίσιο όπου μόνο οι πιο ‘θυματοποιημένοι’ και οι πιο σιωπηλοί ‘αξίζουν’ μια υπόσταση. Εναπόκειται στο κράτος που έχει το ηθικό έρεισμα για τη μετανάστευση-λίγο πολύ ο μόνος τρόπος σήμερα (παλιότερα γινόταν μέσα από την αναγνώριση των προσφύγων, αλλά εκείνη η εποχή πέρασε). Και βέβαια το κράτος κατασκευάζει ομάδες ανθρώπων ευάλωτων στην εκμετάλλευση, που πάνω τους κάποιοι άλλοι διαθέτουν ειδικούς μηχανισμούς ελέγχου και χώρους όπου ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει με ατιμωρησία, μέσα απ’ τη μεταναστευτική νομοθεσία. Και όχι μόνο για τη μετανάστευση και την υπηκοότητα αλλά και πολλά άλλα είδη νομοθεσίας. Μολονότι φαινομενικά είναι πέρα της πολιτικής, το θύμα της παράνομης διακίνησης ζητά η πολιτική (που έχει να κάνει με το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τη φυλή, την εθνικότητα, την εργασία κλπ) να είναι διαφανής. Ιδίως από την ώρα που τόσο πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται πραγματικά για την ‘παράνομη διακίνηση’ και για κάποιους από αυτούς είναι πιστεύω/ελπίζω μια εκδήλωση γνήσιας και βαθιάς ανησυχίας απέναντι στην ανισότητα και την αδικία που δομεί με τόσο σαφή τρόπο τον κόσμο μας. Το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να το καταπολεμήσουμε και να πάμε πέρα από την προσέγγιση θύμα/κάθαρμα, πώς να τη χρησιμοποιήσουμε ως ευκαιρία για να ‘μιλήσουμε πολιτικά’ (με την ευρύτερη έννοια). Πιστεύεις ότι η γλώσσα της παράνομης διακίνησης, παρόλο που είναι χρήσιμη ως προς το ότι δείχνει την ανακολουθία ανάμεσα στη γλώσσα των ‘δικαιωμάτων’ και την πραγματική πρακτική του κράτους, και ενδεχομένως την εξάλειψη ανησυχιών, μπορεί, με άλλους τρόπους, να χρησιμοποιηθεί επωφελώς; Εγώ είμαι πολύ σκεπτική πάνω σ’ αυτό.


    Με ενδιέφερε πολύ αυτό που είπες για το κράτος, ότι επιβάλλει και ξανακατασκευάζει μια πρότυπη σεξουαλική τάξη μέσα από τους μεταναστευτικούς ελέγχους. (Δεν είμαι σίγουρη σε ό, τι αφορά το νέο σύστημα αλλά προηγουμένως η μόνη βίζα που μπορούσαν να έχουν οι au pairs στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η συζυγική). Πώς νομίζεις ότι κολλάει εδώ η παράνομη διακίνηση; Αναρωτιόμουν πώς η πρότυπη σεξουαλικότητα περιορίζεται τόσο φανερά στο ιδιωτικό. Και σχετικά με τις παρατηρήσεις σου για τους τρόπους που η πατριαρχία και η ομοφυλοφοβία θεωρούνται πολιτισμικά χαρακτηριστικά- είναι φανερό ότι ισχύει και για τη φυλή. Αυτό έχει γίνει πολύ εμφανές στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη διεύρυνση της Ε.Ε., όπου πολίτες από τα νέα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ανταγωνίζονται για χαμηλές αποδοχές και ανασφαλή εργασία, με πολίτες από μη κράτη-μέλη της Ε.Ε. και μαύρους του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι τρόποι που αυτές οι ομάδες ενσωματώνονται στην αγορά εργασίας συμβάλλουν στην παραγωγή βαθιών ανταγωνισμών που έχουν να κάνουν με τη φυλή και θεωρούνται ως ‘φυσικά’ αποτελέσματα ανθρώπων που προέρχονται από ‘ομοιογενείς’ κοινωνίες. Πολύ παράξενο!


    Νέλλη Καμπούρη: Σήμερα υπάρχουν πολλά κοινωνικά κινήματα παγκοσμίως που αντιμετωπίζουν τα ζητήματα του φύλου και της μετανάστευσης, κυρίως οι οικιακές εργαζόμενες και τα κινήματα των σεξουαλικών εργαζομένων. Τα κινήματα αυτά τείνουν να περνούν τα εθνικά αλλά και τα έμφυλα σύνορα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτά τα περάσματα δεν συμβαδίζουν πάντα με τις φεμινιστικές και αντιρατσιστικές πρακτικές. Ποιες είναι οι απόψεις σου και η προσωπική εμπειρία σου από αυτά τα κινήματα;


    Eithne Luibhéid: Οι οικιακές εργαζόμενες και τα κινήματα των σεξουαλικών εργαζομένων είναι πολύ σημαντικά. Γνωρίζω καλύτερα, πάντως, τα κινήματα που αντιμετωπίζουν προβλήματα που έχουν να κάνουν με τη μετανάστευση των LGBTQ (lesbian, gay, bisexual, transgender, queer- λεσβίες, γκέι, αμφισεξουαλικοί, τρανσεξουαλικοί). Θα ήθελα λοιπόν να μιλήσω γι’ αυτά.


    Εξ’ ορισμού, τα κινήματα που ασχολούνται με τα μεταναστευτικά ζητήματα του σεξουαλικού εργαζόμενου, του οικιακού εργαζόμενου και/ή των LGBTQ έχουν να κάνουν με πολλαπλά προβλήματα, ομάδες και μάχες. Αυτό που αποτελεί τη φεμινιστική ή αντιρατσιστική- ή αντι-ομοφυλοφοβική ή αντικαπιταλιστική- πρακτική δεν είναι αναγκαστικά εκ των προτέρων σαφές, ιδίως όταν δεν υπάρχει χειρισμός του κάθε θέματος ξεχωριστά και συγκλίνουν στη ζωή διαφορετικών ανθρώπων. Επιπλέον, η σημασία αυτών των όρων δεν είναι αυτονόητη ή οικουμενική, αλλά σε κάποιο βαθμό ευκαιριακή. Επαναπροσδιορίζονται συνεχώς υπό την πίεση μακρών ιστοριών και άμεσων πλαισίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως φεμινιστικό, αντιρατσιστικό, αντιομοφυλοφοβικό ή αντικαπιταλιστικό. Για παράδειγμα, φεμινισμός δεν σημαίνει να εισβάλει ο Τζορτζ Μπους στο Αφγανιστάν για να ‘απελευθερώσει τις καταπιεσμένες γυναίκες’. Πρέπει να πούμε, ωστόσο, ότι τα κινήματα που διαπραγματεύονται πολλαπλά σύνορα και ομάδες δεν είναι εύκολα ούτε άνετα. Τα κινήματα για τους μετανάστες LGBTQ σίγουρα δεν είναι.


    Η οργάνωση για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ζητημάτων των LGBTQ είναι σήμερα παγκόσμιο φαινόμενο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό το είδος οργάνωσης διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι το 1990, η κυβέρνηση ανακάλεσε την απαγόρευση νόμιμης μετανάστευσης για λεσβίες ή γκέι. Το 1994 ήταν, επίσης, σημαντική χρονιά καθώς η γενική εισαγγελέας Janet Reno θέσπισε ότι οι λεσβίες και οι γκέι μπορούν να θεωρηθούν ως ‘κοινωνική ομάδα’ (και όχι ως ‘μη φυσιολογικά άτομα’’) όταν ζητούν άσυλο επειδή διώκονται.


    Από τη μια πλευρά, οι μετανάστες LGBTQ παρουσιάζουν δυσκολίες ως ομάδα που χρειάζεται οργάνωση. Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι δεν σκέφτονται ότι οι ταυτότητες των LGBTQ και το μεταναστευτικό καθεστώς τους συνδέονται, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά. Επιπλέον, οι μετανάστες LGBTQ είναι μια ποικίλη ομάδα- από τον μετανάστη LGBTQ με ανώτατη μόρφωση που κατείχε διοικητικές και επαγγελματικές θέσεις (και ίσως ψηφίζει Ρεπουμπλικάνους και δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό του μετανάστη) μέχρι τους, χωρίς χαρτιά, τρανσεξουαλικούς εργαζόμενους αγροκτημάτων που μαζεύουν μαρούλια στα χωράφια της Καλιφόρνιας.


    Από την άλλη πλευρά, υπάρχει σαφής ανάγκη για οργάνωση γύρω από τα μεταναστευτικά ζητήματα των LGBTQ, που συχνά δεν αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων των μεταναστών, της εθνοτικής /φυλετικής δικαιοσύνης ή των κυρίαρχων κινημάτων LGBTQ. Στην πραγματικότητα, επικρατεί μεγάλη ένταση μεταξύ, από τη μια πλευρά, των δικαιωμάτων των μεταναστών και των κινημάτων για φυλετική/εθνοτική δικαιοσύνη, που ζητούν από το κράτος και το κεφάλαιο να αξιολογούν τις μεταναστευτικές και φυλετικο-εθνοτικές οικογένειες εξίσου με τις λευκές οικογένειες της μεσαίας τάξης. Και, από την άλλη πλευρά, των κυρίαρχων κινημάτων LGBTQ, που έχουν επικεντρωθεί στην πρότυπη οικογένεια ως τόπο σοβαρής καταπίεσης. Παρόλα αυτά, οι μετανάστες LGBTQ καθιστούν σαφές ότι οι περιορισμοί της κάθε προσέγγισης και η ανάγκη εδραίωσης ενός κοινού εδάφους που συνδέει τον ακτιβισμό γύρω από τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την ετεροφυλία ως αλληλένδετα και όχι ανταγωνιστικά ζητήματα. Πράγματι, μετά από μεγάλες μάχες, παρόμοιοι ακτιβισμοί γίνονται εμφανείς.


    Επομένως, μια υποδομή που επικεντρώνεται στα ζητήματα των μεταναστών LGBTQ έχει αρχίσει να αναδύεται σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Όπως ήταν αναμενόμενο, γίνεται μάχη γύρω απ’ τις προτεραιότητες. Σε άμεση σχέση είναι οι μάχες για το ποια καταπίεση πρέπει να αντιμετωπιστεί. Για παράδειγμα, μια Αφροαμερικανή λεσβία έκανε έκκληση σε εθνικό επίπεδο, ζητώντας να προηγηθούν οι αγώνες για τα δικαιώματα των LGBTQ της αντιμετώπισης των μεταναστευτικών ζητημάτων. Γίνονται επίσης μάχες για να υπάρχει στρατηγική όταν ο στόχος είναι τα πολιτικά οφέλη, μολονότι υπάρχει ο φόβος ότι οι στρατηγικές συνεπάγονται συμβιβασμούς που αφήνουν το υπάρχον σύστημα ανέπαφο. Για παράδειγμα, η Alice Miller περιγράφει τα πραγματικά διλήμματα σε ό, τι αφορά την εξασφάλιση ασύλου σε ανθρώπους που διώχτηκαν εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους ή της έμφυλης ταυτότητάς τους. Από τη μια πλευρά, από νομική άποψη, περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας έχουν οι περιπτώσεις που η πληροφόρηση έχει απλοποιηθεί- όταν οι αιτούντες παρουσιάζονται ως θύματα που πρέπει να διασωθούν από το φιλάνθρωπο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών και ως άνθρωποι που οι σεξουαλικές και έμφυλες ταυτότητές τους είναι ευδιάκριτες . Ωστόσο, η πληροφόρηση αυτή πηγάζει από και ενισχύει τις νεοαποικιοκρατικές σχέσεις και ιδεολογίες που είναι βαθιά, υλικά βλαβερές. Πώς μπορούν να εξισορροπηθούν αυτά τα δυο αποτελέσματα; Πρόκειται, επίσης, για ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την ανταλλαγή μεταξύ βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου και μεταξύ ατομικών και συλλογικών κερδών. Οι οργανώσεις των μεταναστών LGBTQ και οι υποστηρικτές τους έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με διλήμματα αυτού του είδους. Επομένως, μια αντιρατσιστική, αντιομοφυλοφοβική, αντιαποικιοκρατική φεμινιστική προσέγγιση δεν καθορίζεται εύκολα ούτε εγκαθίσταται μόνιμα.


    Κατά συνέπεια, είναι δυνατό να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα, από τη μια πλευρά, τις οργανώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών LGBTQ που στοχεύουν στην πλήρη, περιεκτική μεταμόρφωση όλων των πτυχών του συστήματος των μεταναστευτικών ελέγχων, έναντι εκείνων που επιδιώκουν να μεταρρυθμίσουν το υπάρχον σύστημα τόσο ώστε να εξυπηρετεί επιλεγμένους ανθρώπους LGBTQ, στο πλαίσιο μιας ενοχλητικής, νεοφιλελεύθερης πολυπολιτισμικής λογικής.


    Ένα από τα πεδία όπου αυτή η διάκριση υφίσταται είναι η εκστρατεία για την εξασφάλιση αναγνώρισης συντρόφων του ιδίου φύλου στη μεταναστευτική νομοθεσία. Η εκστρατεία αυτή ανταποκρίνεται σε μια πολύ εμφανή αδικία, ότι η μεταναστευτική νομοθεσία των ΗΠΑ δέχεται περίπου διακόσιες πενήντα χιλιάδες ανθρώπους το χρόνο, στη βάση ότι είναι οι ετερόφυλοι σύζυγοι πολιτών ή μόνιμων κατοίκων των Ηνωμένων Πολιτειών. Γιατί πρέπει τα ζευγάρια του ιδίου φύλου να αποκλείονται και τα αμφισεξουαλικά ζευγάρια να περιλαμβάνονται με δυσκολία στο δρόμο που οδηγεί στη νόμιμη μετανάστευση; Η εκστρατεία επιδιώκει να επανορθώσει αυτή την κραυγαλέα εύνοια της πρότυπης ετεροφυλίας.


    Η κατάσταση, όμως, περιπλέκεται από το γεγονός ότι μια ορατή παγκόσμια τάση συνεπάγεται την επαναδιαμόρφωση της μεταναστευτικής νομοθεσίας με τρόπο που να ευνοεί επιλεγμένα ετερόφυλα και επιλεγμένα ζευγάρια του ιδίου φύλου, που είναι συμβατά με το νεοφιλελεύθερο πρότυπο οικειότητας με ιδιωτικοποιημένη οικογενειακή ζωή και κατανάλωση και αποστασιοποίηση από την ευρύτερη πολιτική κοινότητα. Με αυτό το σεξιστικό, ρατσιστικό, αντι-φτωχό πρότυπο, πολλά ζευγάρια του ιδίου φύλου δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στη μετανάστευση. Την ίδια στιγμή, ζευγάρια αντρών-γυναικών που έχουν χαμηλό εισόδημα, για παράδειγμα, κρίνονται επίσης ως ακατάλληλα. Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουμε αναγνώριση γι’ αυτά τα επιλεγμένα, ευνοημένα ζευγάρια του ιδίου φύλου μέσα στο υπάρχον σύστημα-ή μια περιεκτική μεταρρύθμιση της μετανάστευσης, με αναγνώριση των ζευγαριών του ιδίου φύλου και των τρανσεξουαλικών, αλλά που να βάζει τέλος στην στρατικοποίηση, την ποινικοποίηση, τον εγκλεισμό, τον ρατσισμό, τον ετεροφυλισμό και στην παρούσα λογική του μεταναστευτικού ελέγχου; Οι μεταναστευτικές ομάδες LGBTQ ανταποκρίνονται σε αυτές τις δυνατότητες με διάφορους τρόπους.


    Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαφορές μοιάζουν να πηγάζουν από την κατανόησή τους για τη θέση του έθνους-κράτους σε έναν νέο-αυτοκρατορικό κόσμο. Ορισμένες ομάδες δεν νιώθουν την άνεση να κριτικάρουν τον κυρίαρχο εθνικισμό ή να συζητήσουν τους τρόπους που ο εθνικισμός των Ηνωμένων Πολιτειών παίζει κεντρικό ρόλο στην οργάνωση νέο-αποικιοκρατικών ιεραρχιών. Ή έχουν κάνει μια στρατηγική επιλογή, σύμφωνα με την οποία η καλύτερη ευκαιρία να κερδίσουν αναγνώριση για ζευγάρια του ιδίου φύλου είναι να εργαστούν μέσα και όχι εναντίον του κυρίαρχου εθνικισμού. Κατά συνέπεια, αναφέρονται στον σύντροφο, που είναι πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών και τον οποίον αφορούν οι τρέχουσες πολιτικές. Εισηγούνται όλες οι οικογένειες πολιτών των Ηνωμένων Πολιτειών να αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο και να μη διαφοροποιούνται λόγω της σεξουαλικότητάς τους. Λένε ότι μια πολιτική για την οικογένεια με λιγότερες διακρίσεις θα επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να προσελκύσουν τους καλύτερους και εξυπνότερους εργαζόμενους, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα.


    Ορισμένα επιχειρήματα είναι λογικά. Η πολιτική των διακρίσεων είναι άδικη και πρέπει να αλλάξει. Οι μάχες που φέρνουν τους μετανάστες σε αντιπαράθεση με τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να αντιμετωπιστούν. Υπάρχει, όμως, τρόπος να διατυπωθούν τα ζητήματα αυτά έτσι ώστε να αμφισβητηθούν οι πολιτικές εισόδου που αποκλείουν ζευγάρια που είναι λιγότερο ευνοημένα οικονομικά, ανεξάρτητα αν είναι του ιδίου ή διαφορετικού φύλου, για να μην πούμε ότι οι πολιτικές αυτές δεν νομιμοποιούν άλλα είδη οικογένειας, οικειότητας και συγγένειας. Υπάρχει τρόπος να αμφισβητηθεί η χρήση της λογικής για την ‘οικογένεια’ ως μηχανισμού που διοικεί και πειθαρχεί τους μετανάστες-και νομιμοποιεί τον εκτοπισμό τους όταν δεν ‘είναι στο ύψος’; Μπορούμε ταυτόχρονα να αμφισβητούμε τις εθνικιστικές πολιτικές που γεννούν τη μετανάστευση, αλλά να καθιστούμε παράνομους τους μετανάστες που, ως αποτέλεσμα αυτών, μετακινούνται; Είναι μια προσέγγιση που έχει επεκτείνει διαδικασίες στρατικοποίησης, εγκλεισμού κι αυτού που ο Timothy Dunn περιγράφει ως ‘διαμάχη χαμηλής έντασης’ που διεξάγεται ενάντια στις μειονοτικές κοινότητες. Μπορούμε να διατυπώσουμε το πρόβλημα με τρόπους που δεν κάνουν τις φωνές των μεταναστών να σιωπούν (εκτός όταν συνηθίζουν να ενισχύουν τις απόψεις των πολιτών των Ηνωμένων Πολιτειών);


    Κάποιες οργανώσεις ασχολούνται με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα, στην προσπάθεια τους για την αναγνώριση συντρόφων του ιδίου φύλου υπό τη μεταναστευτική νομοθεσία, και νομίζω ότι είναι εμπνευσμένες.


    Bridget Anderson: Το μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας μου προέρχεται από τη δουλειά μου με μετανάστριες οικιακές εργαζόμενες-που συχνά αποκλείονται από την πιο ‘κυρίαρχη’ οργάνωση των μεταναστών λόγω φύλου και λόγω του στίγματος που συνδέεται με την εργασία σ’ αυτόν τον τομέα. Υπάρχουν επιτυχίες στην αμφισβήτηση των εθνικών συνόρων τόσο εσωτερικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω της οργάνωσης σε πολυεθνικό επίπεδο, όσο και στην Ε.Ε, μέσω του συμβατικού δικτύου (μολονότι η λεπτομερής εξέταση των αδειών εισόδου και του μεταναστευτικού καθεστώτος την κάνουν πολύ χρονοβόρα). Είμαι πιο αισιόδοξη για τα έμφυλα σύνορα, καθώς οι άντρες οικιακοί εργαζόμενοι είναι ελάχιστα ορατοί.


    Πρέπει να μάθω περισσότερα για τη δουλειά που γίνεται σε σχέση με την οργάνωση για την αντιμετώπιση των ζητημάτων των μεταναστών LGBTQ. Με έκανε να σκεφτώ για την οργάνωση των οικιακών εργαζομένων και τον κεντρικό ρόλο που οi μετανάστες LGBTQ παίζουν σ’ αυτήν, αλλά απ’ όσο ξέρω ..Ίσως επειδή το σημείο εκκίνησής μου είναι η δουλειά μου με τους οικιακές εργαζόμενες, επικεντρώθηκα πάντα στη σημασία της ισότητας ως εργαζόμενες κι αυτό πιστεύω ότι είναι χρήσιμο αλλά περιορισμένο. Έχεις δει την ταινία ‘Here to Stay?’ Αφορά έναν Φιλιππινέζο νοσοκόμο στην Ιρλανδία, τη ζωή του και τις σχέσεις του με τους συναδέλφους και τον σύντροφό του και την ενσωμάτωσή του με αυτόν τον πολιτικό ακτιβισμό και οργανωτική δουλειά. Η απεικόνιση των δημοσίων επιδόσεων του, του ρόλου του ως συμμετέχοντος και οργανωτή στην ‘Εναλλακτική Μις Φιλιππίνες’ και πώς χρησιμοποιούνται επίσης ως ευκαιρίες για την ενθάρρυνση άλλων στη συλλογική δράση για καλύτερες συνθήκες δουλειάς και εναντίον της μεταναστευτικής αδικίας είναι πραγματικά εμπνευσμένη.


    Eithne Luibhéid: Bridget, το ερώτημά σου για το πώς η αντίδραση του κράτους στην παράνομη διακίνηση για σεξουαλική εκμετάλλευση συμβάλλει στην ενίσχυση της πρότυπης σεξουαλικής τάξης είναι πράγματι ενδιαφέρον. Πρέπει να το ερευνήσω, αλλά αναρωτιέμαι εάν μέρος της απάντησης περικλείει τη σκέψη για το ποια είδη σεξουαλικών ‘ανταλλαγών’ ορίζονται ή δεν ορίζονται ως περιπτώσεις παράνομης διακίνησης όπου το κράτος πρέπει να δράσει. Η ανησυχητική διάκριση ανάμεσα στο ‘αθώο θύμα’ έναντι του ‘πρόθυμου συμμετέχοντος’ οπωσδήποτε αναπαράγει την ετεροφυλοφιλική λογική που λειτουργεί μέσα από κραυγαλέες αποικιοκρατικές και καπιταλιστικές ιεραρχίες. Επιπλέον, ερωτήματα για τους άντρες που πληρώνουν για σεξ με μετανάστες που έχουν διακινηθεί παράνομα δεν υπάρχουν στις δημόσιες συζητήσεις. Παρομοίως, ερωτήματα γι’ αυτούς που ωφελούνται από την παράνομη διακίνηση – εκτός κι αν μπορούν να κατασκευαστούν ως ‘κακοί ξένοι’, αλλά δεν πρόκειται ποτέ για τον τοπικό άρχοντα που σου νοικιάζει ένα διαμέρισμα ή τον τοπικό αστυνομικό που περιπολεί στο δρόμο σου- μοιάζουν επίσης να μην είναι πιεστικά.


    Η έλλειψη προσοχής σε αυτά τα ερωτήματα, συνδυασμένη με τη γενική απουσία βούλησης για εποικοδομητική δράση, σημαίνει ότι η παράνομη διακίνηση βρίσκει σημαντική στήριξη από την υπάρχουσα κοινωνική τάξη (συμπεριλαμβανομένης της σφαίρας της πρότυπης σεξουαλικότητας). Ιστορικά, η πορνεία μάλλον στήριξε παρά αμφισβήτησε τον αστικό γάμο- μπορούμε να πούμε το ίδιο για την παράνομη διακίνηση; Η εισαγωγή της διάκρισης σε ‘αθώα θύματα’ και ‘πρόθυμους συμμετέχοντες’ μοιάζει να καθρεφτίζει μια ιστορικό αντίληψη της πορνείας- παρόλο που προσφέρει σε ένα μικρό αριθμό γυναικών που ανταποκρίνονται στον κρατικό ορισμό του ‘αθώου θύματος’ μια μικρή ευκαιρία να μην εκτοπιστούν. Ποιες είναι οι διασυνδέσεις, αν υπάρχουν, ανάμεσα στην κρατική κωδικοποίηση του ‘αθώου θύματος’ της παράνομης διακίνησης και την κακοποιημένη μετανάστρια σύζυγο; Σε όλες τις περιπτώσεις, οι νομικές και διοικητικές αλλαγές υπόσχονται να τις βοηθήσουν, αλλά στην πράξη είναι απρόσιτες. Πώς όλα αυτά συντηρούν την πρότυπη σεξουαλική τάξη;


    Bridget Anderson: Eithne, τα σχόλια σου για την παράνομη διακίνηση για σεξουαλική εκμετάλλευση άγγιξαν μια ευαίσθητη χορδή μου, καθώς σχετίζονται με το ενδιαφέρον μου για το ποια είδη ανταλλαγής εργασίας κατηγοριοποιούνται ως ‘καταναγκαστικά’- και συνεπώς θεωρούνται ‘αποτέλεσμα διακίνησης’. Ο Robert Steinfeld αναφέρει πώς στις περιπτώσεις τόσο του σκλάβου όσο και του ελεύθερου αμειβόμενου εργαζόμενου, τα μέρη μπορεί να θεωρηθούν ότι εξαναγκάστηκαν ή ότι επέλεξαν το μικρότερο κακό. Τι μας λέει αυτό για το τι θεωρείται ‘ελεύθερη εργασία’, ποιος θεωρείται ότι έχει επιλογή (και είναι ικανός για συναίνεση) ποιος όχι, και σε ποιες συνθήκες; Και κατά πόσο πρέπει να ιδωθεί αυτό μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ κρατών και αγορών, συμπεριλαμβανομένων των αγορών εργασίας; Όταν πρόκειται για παράνομη διακίνηση για σεξουαλική εκμετάλλευση, η δημόσια συζήτηση (αυτό ίσως δεν αποτελεί έκπληξη) ακολουθεί συχνά μια μη κριτική κατεύθυνση που είναι υπέρ της κατάργησης και βοηθά στην αποφυγή ορισμένων τέτοιων ερωτήσεων.


    Μολονότι συμφωνώ ότι οι ερωτήσεις για το ποιος ωφελείται από την παράνομη διακίνηση δεν περιλαμβάνουν ποτέ τους τοπικούς άρχοντες και τους αστυνομικούς (ακαδημαϊκοί, γραφειοκράτες και οργανώσεις κατά της παράνομης διακίνησης δεν ζημιώνονται, επίσης, απ’ αυτή την ιστορία) θα έλεγα ότι οι άντρες που πληρώνουν για σεξ με μετανάστες που διακινήθηκαν παράνομα βρίσκονται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της συζήτησης- μολονότι πιστεύω ότι οι πελάτες είναι πιθανότερο να ζητούν ‘πειθήνιους ξένους’ παρά ‘μετανάστες που διακινήθηκαν παράνομα’. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος που ο προβληματισμός για την ανισότητα στη μεταναστευτική εργασία διαστρεβλώνεται μέσα από την έμφαση στην παράνομη διακίνηση. Επειδή η παράνομη διακίνηση συνδέεται με τη σεξουαλική εργασία- που είναι ασυνήθης τομέας- και ύστερα εφαρμόζεται σε όλους τους άλλους τομείς κι αυτό δημιουργεί μεγάλη σύγχυση. Η εξάλειψη της ζήτησης και η κατάργηση του τομέα παρουσιάζονται από ορισμένους ως η κατάλληλη απάντηση για το εμπορικό σεξ, αλλά θα εξαλείψουμε τη ζήτηση, ας πούμε, για φράουλες, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την εκμετάλλευση των μεταναστών αγροτικών εργαζομένων;


    Σκεφτόμουν τις παρατηρήσεις για τα συλλογικά και ατομικά οφέλη σε σχέση με τους συνεταιρισμούς των πολιτών και πώς ορισμένα κράτη προτίθενται να επικυρώσουν συνεταιρισμούς μεταξύ γκέι, χωρίς όμως να επιτρέπουν νέα είδη αισθηματικής ζωής και σχέσεων. Το πρότυπο του ζευγαριού, με τους φίλους σε πολύ δευτερεύοντα ρόλο, παραμένει ανέπαφο. Προσπαθούσα να φανταστώ μια μεταναστευτική πολιτική που θα επέτρεπε την είσοδο φίλων (όπως αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό) και η συστηματική αγνόηση κάθε σχέσης που δεν αντανακλά την πυρηνική οικογένεια μού έγινε πολύ σαφής – όχι μόνο σε σχέση με τη μετανάστευση, αλλά γενικότερα. Είμαι σίγουρη ότι όλα αυτά είναι προφανή για σένα, αλλά για μένα είναι ένα ακόμη παράδειγμα για το πόσο φτωχή έχει γίνει η φαντασία μας. Με έκανε να σκεφτώ ότι η ιδέα σου για το ηλεκτρονικό παιχνίδι θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αρχή για να μας βοηθήσει να ξανασκεφτούμε τον κόσμο μας. Έχω γράψει για την εργασία των μεταναστών και για το πώς φανταζόμαστε τα σύνορα σαν στρόφιγγες ή καθισμένους μηχανισμούς, αλλά μπορούμε να τα φανταστούμε καλύτερα σαν καλούπια, που κατασκευάζουν συγκεκριμένα είδη εργατών με συγκεκριμένα είδη σχέσεων με την αγορά εργασίας. Και συνειδητοποίησα πώς, επίσης, κατασκευάζουν/ενισχύουν/ επικυρώνουν συγκεκριμένα είδη συναισθηματικών σχέσεων ( δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτές είναι ‘πραγματικές’ κατά τον ίδιο τρόπο που οι άνθρωποι δεν είναι ‘πραγματικά’ au pairs ή κάτοχοι άδειας εργασίας κλπ). Όπως συμβαίνει συνήθως, είναι θέμα εστίασης- αυτές οι κοινωνικές κατασκευές δεν είναι πραγματικές, αλλά έχουν πολύ πραγματικές συνέπειες.


    Αναρωτιέμαι, όταν το σκέφτομαι, πόσο μπορεί να βοηθήσει αν στραφούμε στη φιλολογία για την υπηκοότητα. Να σκεφτούμε την υπηκοότητα σαν κάτι που διαμορφώνεται από τα κάτω και όχι απλώς σαν ένα νομικό καθεστώς που εκχωρείται από τα πάνω. Κάτι που περιλαμβάνει τη δημιουργία και τη στράτευση με την πολιτεία και κατασκευάζεται μέσα από τη δράση. Είναι πρακτικό πολιτικό σχέδιο να χορηγείται η υπηκοότητα από το κράτος;


    Eithne Luibhéid: Τα σχόλια σου για το ποιοι συναισθηματικοί δεσμοί αξιολογούνται ή αντίθετα αγνοούνται από το μεταναστευτικό σύστημα είναι πράγματι σημαντικά. Πιστεύω ότι μερικές χώρες επιτρέπουν τη μετανάστευση που βασίζεται σε ‘αλληλεξάρτηση’, που αναγνωρίζει δεσμούς πέραν της πυρηνικής οικογένειας. Ωστόσο, και πάλι υπάρχει πρόβλημα που είναι ότι τελικός στόχος της μεταναστευτικής πολιτικής παραμένει ο περιορισμός των εισόδων και το προσεκτικό καλούπωμα αυτών που εισέρχονται. Έτσι, από τη μια πλευρά, χαίρομαι που μια ευρεία γκάμα συναισθηματικών δεσμών μπορούν να αποτελέσουν βάση για μετανάστευση. Από την άλλη πλευρά, τι σημαίνει ότι το κράτος αξιολογεί τους συναισθηματικούς δεσμούς; Αυτό είναι αρκετά προβληματικό. Μια τέτοια αξιολόγηση πηγάζει από το γεγονός ότι το κράτος θέλει να οργανώσει και να κατευθύνει το συναίσθημα, και στις κοινότητες μεταναστών, σε πολιτικούς και οικονομικούς στόχους που πρέπει να αμφισβητηθούν βαθιά. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι ακόμη κι όταν το κράτος αναγνωρίζει μια γκάμα δεσμών πέραν της πυρηνικής οικογένειας, οι δεσμοί αυτοί δεν ωφελούν, εκτός κι αν μπορείς να ανταποκριθείς σε ορισμένα εισοδηματικά κριτήρια και άλλες απαιτήσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι εκείνοι που έχουν οικονομικές ευκαιρίες και δεν έχουν στοχοποιηθεί από την κυβέρνησή τους λόγω της πολιτικής τους ή της υγείας τους, για παράδειγμα, θα έχουν προτεραιότητα για είσοδο.


    Τι κερδίζεται-και τι χάνεται- όταν μια ευρύτερη γκάμα συναισθηματικών δεσμών αναγνωρίζονται για μεταναστευτικούς σκοπούς, αλλά η αναγνώριση εξαρτάται πάντα από οικονομικά και άλλα προνόμια, ενώ επιτρέπει στο κράτος να κατευθύνει το συναίσθημα προς κάποιους σκοπούς; Αυτό το ερώτημα θέτει τεράστια διλήμματα αλλά ίσως και ευκαιρίες για συμμαχίες ανάμεσα, ας πούμε, σε ζευγάρια του ιδίου φύλου, που οι δεσμοί τους δεν αναγνωρίζονται, και ζευγάρια διαφορετικού φύλου που οι δεσμοί τους αναγνωρίζονται αλλά που το εισόδημά τους δεν φτάνει στο απαιτούμενο όριο. Σημαίνει, επίσης, ότι η γνώση για τη μετανάστευση εισέρχεται τώρα στη συζήτηση με σημαντικά στοιχεία για τις επιδράσεις, το δημόσιο αίσθημα, τις μαρτυρίες, την ιστορική μνήμη και το τραύμα, και τις πολιτικές πιθανότητες που μπορεί να εμφανιστούν. Το ερώτημα πώς οι συναισθηματικοί δεσμοί –και η συναισθηματική εργασία- διαμορφώνουν τη μεταναστευτική πολιτική και ιστορία είναι σημαντικό.


    Bridget Anderson: Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος ή η πρόκληση της εργασίας σε ένα συγκεκριμένο μεταναστευτικό ‘ζήτημα’ είναι ότι κανείς, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να γίνει ένα άνοιγμα σε μια συγκεκριμένη βάση, δέχεται αυτονόητα την πειθαρχική, ποινική φύση των μεταναστευτικών ελέγχων για ‘Άλλους’. Αποτελεί μέρος του παραδείγματος για τον ‘καλό μετανάστη/κακό μετανάστη’: ωστόσο, παρόλο που πολλοί άνθρωποι μπορούν να στριμωχτούν στην κατηγορία του ‘καλού μετανάστη’, ο ‘κακός μετανάστης’ αποκλείεται. Συχνά, ο ‘κακός μετανάστης’ θεωρείται ότι κάνει τη ζωή του ‘καλού μετανάστη’ πιο δύσκολη (οι τρακαδόροι δημιουργούν προβλήματα στους σκληρά εργαζόμενους, οι παράνομοι στους νόμιμους κατοίκους, αυτοί που ζητούν ψευδώς άσυλο στους πραγματικούς πρόσφυγες κλπ), νομιμοποιώντας ακόμη περισσότερο την ποινική φύση του ελέγχου. Ξαναγυρνάμε λοιπόν στο χώρο της έρευνας για την ανατροπή αυτών των παραδειγμάτων. Η ερώτηση για την κρατική ρύθμιση είναι, επίσης, πολύ οξυδερκής. Είναι σαφές ότι το ‘ιδιωτικό’ είναι ‘ιδιωτικό’ μόνο για ορισμένους ανθρώπους- μολονότι το κράτος δεν παρεμβαίνει στα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης, μπαίνει στα σπίτια των μεταναστών και των φτωχών (και όλο και περισσότερο, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα σπίτια των έγχρωμων) με ατιμωρησία. Παρομοίως, οι ιδιωτικές ζωές των μεταναστών και εκείνων που ζητούν παροχές υφίστανται εξονυχιστική εξέταση. Πού βρίσκεται λοιπόν η αξία της ‘ρύθμισης’, την οποία επικαλούμαι πάντα, όταν πρόκειται για οικιακή εργασία σε ιδιωτικά νοικοκυριά;




    Αφιέρωμα: φύλο/σύνορα
    Ετικέτες: , , , , , , , ,

    |
    1 σχόλιο »

    1 σχόλιο

    1. Ο/Η xenophon drosow :
      June 1st, 2009 at 17:34

      στην συνεντευξή της Bridget Anterson όσον αφορά την ανατγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωματων για τους Έλληνες σοσιαλιστές πραγματοποιήθηκε με νόμο από την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου. όμως στην Ελλάδα η ψήφος για την γυναίκα καθηερώθηκε το 1958.
      Σ’αυτές που θέλει να κάνει ο συντροφος Θαπατέρο τα ισπανικά ανάκτωρα θα τις αποδεχθούν ; Ή θα γίνει ότι έγινε στην στην Ελλάδα με την ψήφηφιση το0υ νομοσχεδίου του πολιτικού γάμου που το εκκλησιαστικό κατεστημάνο δημιούργησε τεράστιες αντιδράσεις.
      ευχομα;ι καλη επιτυχία στις αλλαγες που θέλει να κάνει ο ΘΑΠΑΤΈΡΟ


    σχολίασε