σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Jonas Andersson – Το τανγκό χρειάζεται (τουλάχιστον) δύο


    Jonas Andersson

    Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Michel de Certeau εντόπισε ένα φαινόμενο που ονομάζεται la perruque –πρόκειται για τις διαδικασίες με τις οποίες οι εργαζόμενοι εξαπατούν τους εργοδότες τους, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι εργάζονται, ενώ στην πραγματικότητα κάνουν προσωπικές τους δουλειές, χρησιμοποιώντας τους πόρους του χώρου εργασίας. Δεν κλέβουν τίποτα, εκτός από χρόνο. Μια δημιουργική διαδικασία λαμβάνει χώρα, αλλά τίποτα δεν παράγεται από οικονομικής άποψης. Καθιερώνεται μια τακτική που χρησιμοποιεί τις χαραμάδες που συγκεκριμένες συγκυρίες ανοίγουν για την εποπτεία των ιδιοκτησιακών δυνάμεων. Δραστηριοποιείται σ’ αυτές. Δημιουργεί εκπλήξεις σ’ αυτές. (de Certeau, 37).


    Σύμφωνα με μια περίεργη προκατάληψη που επικρατεί στη Βόρεια Ευρώπη, οι μεσογειακές χώρες χαρακτηρίζονται περισσότερο από αυτό το φαινόμενο από τους βόρειους γείτονές τους, με τη μη αναγνωρισμένη από οικονομικής άποψης εργασία στον τριτογενή τομέα και έναν νεποτισμό του τύπου “ξύσε μου την πλάτη να ξύσω τη δική σου”. Θα έλεγα όμως ότι πρόκειται για μια παραπλανητική διάκριση. Οι Σουηδοί, όπως και οι Βρετανοί, είναι επίσης ένθερμοι νεποτιστές με μηχανορραφίες φοροδιαφυγής και πολλές μη χαρτογραφημένες οικονομικές δραστηριότητες. Φυσικά, η επιθυμία της “επίσημης κοινωνίας” είναι να καταπνίξει αυτή τη σφύζουσα κόλαση των ανθρώπινων οικονομικών ανταλλαγής που ο Georges Bataille περιέγραψε τόσο εκφραστικά. Για παράδειγμα, στη Σουηδία, όπου η ψηφιακή πίστωση είναι πολύ διαδεδομένη, υπάρχει ένα ισχυρό και εντελώς νόμιμο πολιτικό κίνημα που ασκεί πίεση για την κατάργηση των μετρητών ως μέσου πληρωμής. Η αλλαγή αυτή έχει αρχίσει να γίνεται σε πολλούς τομείς. Σε ευρείες περιοχές της Ευρώπης, ακόμη και οι μικρότερες μηχανές στους δρόμους δέχονται πιστωτικές κάρτες.


    Κατά μεγάλη ειρωνεία, σε μια εποχή που το άτομο θεωρείται κυρίαρχο, χωνόμαστε σε τεχνικά συστήματα, όλα με προβλέψεις για την περίπτωση μη συμμόρφωσης σχετικά με τις οποίες εμείς ως “τελικοί χρήστες” δεν έχουμε σχεδόν κανένα λόγο. Γι’ αυτό θα ήθελα να δώσω έμφαση στο περίπλοκο κουβάρι των δυνατοτήτων για να δράσουμε, του οποίου εμείς ως καταναλωτές-υποκείμενα της ύστερης νεωτερικότητας αποτελούμε αναπόφευκτα μέρος. Το άρθρο αυτό αφορά το υποκείμενο ακτιβιστής, το υποκείμενο πειρατής και τη φαινομενική αδυναμία για την καθαρότητα του υποκειμένου που δρα σε μια τέτοια εποχή.


    Πειρατές, παρτιζάνοι και ο Pandeya


    Το ελληνικό κράτος και ο ελληνικός λαός συνήργησαν σε ένα “έγκλημα” – έδειξαν πως η ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι παρά ένας χάρτινος πύργος και πώς εκατομμύρια μικρών βημάτων μυρμηγκιού που κρύβονται κάτω από τη la perruque μπορούν να υπονομεύσουν ολόκληρες εθνικές οικονομίες.


    Την ίδια στιγμή, σε μια άλλη περιφερειακή ευρωπαϊκή χώρα, ο σουηδικός λαός συνήργησε στο “έγκλημα” του εναγκαλισμού μιας υποδομής που έδειξε ότι η κατεστημένη οικονομία πολιτιστικής κατανάλωσης δεν είναι παρά ένα χάρτινος πύργος. Ενώ φαινομενικά το σουηδικό νομικό σύστημα μάχεται εναντίον της μη ρυθμισμένης κοινής χρήσης αρχείων, πολλοί άλλοι θεσμικοί παράγοντες στη Σουηδία ευνοούν ενεργά αυτή τη δραστηριότητα: Μια υποδομή ευρείας ζώνης συχνοτήτων που χρηματοδοτείται από το κράτος, η τάση προς συλλογικές, οικουμενικές λύσεις και ένας ρατιοναλισμός Gesellschaftlich όπου η κεντρική μονάδα οργάνωσης είναι σε κρατικό επίπεδο και όχι στο επίπεδο των οικογενειών ή των τοπικών κοινοτήτων. Ένα όλο και πιο εξατομικευμένο, διορατικό και οξυδερκές κοινό των μίντια, μια εθνική περηφάνεια για τα λαμπερά καλώδια της ευρείας ζώνης συχνοτήτων που διαθέτουμε, εγχειρήματα και φίρμες όπως το Pirate Bay, το Spotify κι εκείνοι οι διαβόητοι σουηδικοί διακομιστές web που φιλοξενούν τον ιστότοπο WikiLeaks.


    Κατά την άποψή μου, η “ελευθερία” είναι ένα ζώο με πολλά πρόσωπα. Είναι μια ελευθερία που διατυπώνεται με ισχυρές κρατικές ρυθμίσεις, οι οποίες φαινομενικά κάνουν το Βέλγιο και τη Σουηδία μέρη όπου μπορείς να τοποθετήσεις διακομιστές web, εάν διοικείς έναν ιστότοπο σαν το WikiLeaks- κάτι που μοιάζει παράξενο στους Αμερικανούς, δεδομένου ότι ασπάζονται τόσο πολύ την ελευθερία του λόγου. Η ισχυρή παρουσία μετρήσιμων, αυστηρά τυποποιημένων υποδομών πληροφορίας συντελεί στη φαινομενική αναρχία, βασισμένη στην κοινή χρήση αρχείων μεταξύ ομοτίμων. Και παρά τις φαινομενικές διαμάχες στην επιφάνεια, είναι ίσως η παρουσία της διαδεδομένης, κοινής έννοιας για την “καλή ζωή” που επέτρεψε στο ελληνικό κοινό να υπονομεύσει τη δημόσια οικονομία, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, όπως το μυρμήγκι.


    Για να επανέλθουμε όμως στο θέμα αυτού του άρθρου, πού ακριβώς τοποθετούμε τον “πειρατή” σε όλα αυτά; Πρώτα απ’ όλα, από τη δική μου έρευνα προκύπτει ότι οι χρήστες που ανταλλάσουν αρχεία κάνουν βασική διάκριση ανάμεσα στην “πειρατική αντιγραφή” και την “ιδιωτική αντιγραφή”. Διακρίνουν δηλαδή ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους δράσης, με κάπως διαφορετικές προθέσεις. Ο “πειρατικός” τρόπος δράσης συνδέεται με την αξία ανταλλαγή/εμπόρευμα ενός αρχείου (παρά με την αξία χρήσης του), ενώ ο δεύτερος τρόπος έχει περισότερο να κάνει με την εξυπηρετικότητα και την αυτό-ικανοποίηση.


    Επιπλέον, στον τόμο Efter The Pirate Bay (επ. Andersson & Snickars, 2010), ο Leif Dahlberg διακρίνει μεταξύ “πειρατών” και “παρτιζάνων”, καθώς οι πρώτοι δεν “παίρνουν θέση” με τον ίδιο τρόπο όπως οι δεύτεροι. Οι παρτιζάνοι δεν είναι κανονικοί στρατιώτες, αλλά κάτι ανάμεσα σε πολίτες και στρατιωτικούς, και υιοθετούν μερικές φορές μια πολιτική στάση, καθώς αλλάζουν ρόλους με γήινο τρόπο.


    Αλλά με τι ακριβώς συντάσσονται; Σύμφωνα με τον Γερμανό μοντερνιστή φιλόσοφο Carl Schmidt, στόχος του παρτιζάνου δεν είναι να επεκτείνει το μέτωπο του πολέμου, αλλά να εγκαθιδρύσει μια νέα παγκόσμια τάξη. Και όταν η τάξη αυτή εγκαθιδρύεται, ο παρτιζάνος παραδίδεται και γίνεται κανονικό μέρος της. Ο παρτιζάνος εμφανίζεται σε μη τακτική και μη αναμενόμενη βάση και δρα για να υπερασπιστεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό αντικείμενο. Ο προβληματισμός πολλών σημερινών ακτιβιστών είναι κατά κάποιο τρόπο συμβατικός, με την έννοια ότι η “καθαρή πολιτική” μοιάζει αρχικά να είναι ένα κίνημα ελευθερίας του δικτύου, που διατηρεί τις ανοιχτές υποδομές στις οποίες έχουμε συνηθίσει.


    Με αυτή την έννοια, ο πειρατής είναι πολύ πιο τρομακτικός, καθώς αποφεύγει όλες αυτές τις διακρίσεις μεταξύ “φίλου” και “εχθρού”. Ο πειρατής είναι πολύ πιο ριζοσπαστικός απέναντι στις πιθανές συνέπειες των πράξεών του(της). Οι πραγματικοί πειρατές ορίζονται από μια ουδέτερη στάση σε σχέση με τις συνέπειες, που είναι περίπου μηδενιστική.


    Όπως σημείωσα προηγουμένως (Andersson 2009), παρατηρούμε εδώ μια μετακίνηση- από την τακτική στή στρατηγική. Ο “ιδιωτικός” καταναλωτής ενεργεί μέσα στη la perruque, ενώ οι ευκαιριακές “πειρατικές” στάσεις που υιοθετούν τα υποκείμενα ανοίγουν τον δρόμο προς πιο διαρκείς, στρατηγικές παρεμβάσεις (ειδικά καθώς η τεράστια δυναμική που δίνεται στο άτομο προέρχεται από τις κοινές ψηφιακές υποδομές μας). Τελικά, με μια πλήρως “παρτιζάνικη” στάση, εγκαθιδρύεται ένας στρατηγικός τόπος.


    Από τη στιγμή που ένα νεφελώδες κίνημα αποκτά αναγνωρίσιμους εκπροσώπους, επιτρέπει προσωπικά κουσούρια και εκστρατείες σπίλωσης να σπιλώνουν τη δραστηριότητά του, όπως είδαμε πρόσφατα στην υπόθεση του WikiLeaks. Αυτό εξηγεί επίσης τις περίεργες εξελίξεις στην υπόθεση Pirate Bay, όπου πολλοί online ακτιβιστές έφτασαν να αμφισβητούν την ηθική υπόσταση ανθρώπων της υπηρεσίας- Fredrik Neij, Gottfrid Svartholm Warg, Peter Sunde και Carl Lundström. Το 2003, το TPB αναπτύχθηκε από τη χαλαρή ακτιβιστική κολεκτίβα Piratbyran, που αποτελούσε μια διαλεκτική αντίδραση στη σουηδική ομάδα πίεσης υπέρ της βιομηχανίας κοπυράιτ, Antipiratbyran. Το TPB καθιέρωσε σύντομα ένα στυλ ανυπακοής και ανεξαρτησίας- ενώ ταυτόχρονα ήταν αυστηρά προσηλωμένο στην στήριξη της “ουδετερότητας του δικτύου” και σε μία τύπου Gesellschaftlich αποτελεσματικότητα. Το Pirate bay ήταν αφιερωμένο στη συλλογική κοινή χρήση πόρων- ενώ την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο μέρος της κυκλοφορίας του οφειλόταν στην κοινή χρήση ενός εξαιρετικά συμβατικού και καθιερωμένου εμπορικού περιεχομένου. Όταν ξεκίνησε η δίκη του Pirate Bay σε ένα περιφερειακό Σουηδικό δικαστήριο, το 2009, πολλές από αυτές τις εμφανείς αντιφάσεις εκδηλώθηκαν, καθώς οι κατηγορούμενοι δεν εκφώνησαν τις φλογερές αντιστασιακές ομιλίες που πολλοί περίμεναν, αλλά μάλλον περιγέλασαν την όλη διαδικασία του δικαστηρίου με την κατεργαριά του καταστασιακού χάπενινγκ της“δίκης-θεάματος” (Spectrial).


    Κι αμέσως μετά τη δίκη, κυκλοφόρησε η είδηση ότι η ονομασία της φίρμας και η διεύθυνση web ήταν προς πώληση, στον άγνωστο μέχρι τότε ένθερμο καπιταλιστή επιχειρηματία Hans Pandeya. Απογοήτευση εμφανίστηκε στους πίνακες μηνυμάτων του Pirate Bay: οι επαναστάτες είχαν τελικά ξεπουληθεί;


    Ωστόσο, η πώληση δεν έγινε ποτέ. Αλλά τον επόμενο χρόνο, ως μέρος της εθνικής προεκλογικής εκστρατείας στη Σουηδία, ένας άλλος θεσμικός παίκτης έκανε μια προσφορά για να πάρει ένα άλλο στοιχείο από το περίπλοκο συνονθύλευμα Pirate Bay – και πιο συγκεκριμένα τους διακομιστές. Καθώς με δικαστική εντολή είχε απαγορευτεί στους ιδρυτές που αναφέραμε πιο πάνω να διευθύνουν τον ιστότοπο με οποιονδήποτε τρόπο, το Swedish Pirate Party (Σουηδικό Πειρατικό Κόμμα) ανέλαβε να δώσει bandwidth στον ιστότοπο. Σύντομα, η πρώτη σελίδα του Pirate Bay γέμισε με υλικό της εκστρατείας του Pirate Party, κάτι τελείως ξένο με εκείνους που δημιούργησαν την υπηρεσία, καθώς δεν είχαν ποτέ συνδεθεί με το συγκεκριμένο κόμμα.


    Όλα αυτά δείχνουν πως μια υπηρεσία όπως το TPB είναι κολλώδης. Η πληθώρα διασυνδέσεων και συσχετισμένων πράξεων δρα ως κόλλα και προσδένει στη δίνη της καπιταλιστικές επιχειρήσεις, πολιτικές κομμάτων, παρτιζάνους, ακόμη και την ιδέα της επιστασίας μιας συνετής πολιτιστικής οικολογίας. Καθώς το TPB δεν ήταν ένα μόνο πράγμα, ξεγέλασε κάθε ιδέα καθαρότητας και αφιλοκέρδειας ήδη από τη γένεσή του.


    Όφελος για την κοινωνία;


    Σύμφωνα με την πρόσφατη δικαστική απόφαση για το Pirate Bay (από το Σουηδικό Εφετείο, 26.11.2010), το δικαστήριο κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στο The Pirate Bay και υπηρεσίες όπως το Google και το YouTube, που διανέμουν επίσης υλικό προσταταυμένο με κοπυράιτ:


    “Εάν η φύση μιας υπηρεσίας αναζήτησης είναι τέτοια που είναι αρχικά ένα πολύτιμο εργαλείο για νόμιμες δραστηριότητες, και για το γενικό όφελος της κοινωνίας, εάν αυτή η νόμιμη χρήση επικρατεί, αλλά η διανομή ή μετάδοση παράνομου υλικού παρά τις προφυλάξεις δεν μπορεί να ρυθμιστεί, η λειτουργία μιας τέτοιας υπηρεσίας μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη”.


    Αυτό εγείρει μια άποψη που θυμίζει τα γραπτά του Γάλλου ιστορικού Φερνάν Μπροντέλ, τα οποία εστιάζουν στις κυριότερες νοοτροπίες ορισμένων εποχών, αλλά και στα υλικά θεμέλια αυτών των νοοτροπιών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο έργο του Μπροντέλ παρουσιάζει η διάκριση ανάμεσα σε “αγορές” και “αντι-αγορές” και η εξάρτηση του από ποια σκοπιά βλέπουμε το όφελος που παρουσιάζουν διάφοροι παίκτες για την κοινωνία.


    Με δυο λόγια, μπορούμε να ορίσουμε την κοινωνία με έννοιες ανταγωνιστικών αγορών- με παίκτες μικρής κλίμακας, ίσους σε μέγεθος και επιρροή- και ολιγοπωλιακές αγορές, όπου ορισμένοι παίκτες καταφέρνουν να κυριαρχήσουν και επομένως πνίγουν τον ανταγωνισμό. Μπορούμε επίσης να ορίσουμε την κοινωνία σύμφωνα με διάφορες απόψεις βασισμένες σε συντεχνιακά κριτήρια (οι Γάλλοι κοινωνιολόγοι Luc Boltanski & Laurent Thevenot χρησιμοποιούν τον όρο διαφοροποιημένοι τρόποι αιτιολόγησης), όπου το όφελος ενός συγκεκριμένου φαινόμενου εξαρτάται από το κατά πόσο θα υιοθετήσουμε την άποψη των μονοπωλιακών, καλλιτεχνών, συνδικαλιστών, εμπόρων λιανικής, καταναλωτών, πολιτών κ.α. Κατά μια έννοια, οι ακτιβιστές αποτελούν επίσης μια τέτοια μορφή “ειδικού συμφέροντος” ή μάλλον: ο ακτιβισμός πρέπει αναγκαστικά να ευθυγραμμιστεί με ένα ή πολλά τέτοια “ειδικά συμφέροντα”. Τελικά, η ιδέα για το γενικό όφελος για την κοινωνία εξαρτάται επίσης από αυτές τις μεθόδους. Θα έλεγα ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία, πρωταρχική σκοπιά πρέπει να είναι η άποψη των πολιτών- όχι των καταναλωτών, όχι των “στοχευμένων ομάδων” κι ακόμη λιγότερο των εταιριών και/ή των κυρίαρχων βιομηχάνων.


    Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να καταλάβουμε ότι ο ρόλος μας ως ανθρώπινα όντα στο ψηφιακό οικοσύστημα είναι να παίρνουμε προσωρινά πολλές διαφορετικές θέσεις ή ρόλους. Είναι ένα από τα μαθήματα που μπορούμε να διδαχτούμε από μια ανάλυση των ψηφιακών υποδομών στη βάση του διπόλου δρώνες-δίκτυα (actor-network analysis): Η μεγάλη πλειονότητα όσων ανταλλάσουν αρχεία μοιάζει να αλλάζει αρκετά αυθόρμητα διάφορους ρόλους, όπως αυτόν του “seeder” ή του “leecher”. Ο “ripper”, ο “seeder”, ο “moderator” ή ο “χρήστης κοινών αρχείων” δεν είναι ένας ανθρώπινος δρων (ένας “δρων” με την παραδοσιακή έννοια) αλλά ένας λειτουργικός χειριστής, μια συστεμική ιδιοκτησία, ένας ρόλος που τα ανθρώπινα όντα ενσαρκώνουν ευκαιριακά , αποκλειστικά και μόνο χάρη στις αυξανόμενες τεχνικές υπηρεσίες. Έτσι μπορεί να εκληφθεί και η ιδέα του ακτιβισμού στο Ίντερνετ. Μολονότι η “ανάληψη” αυτού του ρόλου απαιτεί ενεργή επιλογή, δεν είναι αναγκαστικά μια συνειδητή προσπάθεια- και καθώς ένας χρήστης υπολογιστή κατέχει πολλούς διαφορετικούς ρόλους όταν χρησιμοποιεί έναν διασυνδεδεμένο υπολογιστή, είναι συζητήσιμο αν όλοι οι ρόλοι που “παίζει” είναι προαιρετικοί. Καλούμαστε να είμαστε ευκαιριακοί ακτιβιστές (οργανωμένοι σε “smart mobs” ή “adhocracies” ) αλλά θα μπορούσαμε εξίσου να ενσαρκώσουμε έναν ρόλο ακτιβιστή, ο οποίος μας ανατίθεται από την ίδια τη συμμετοχή μας στην υποδομή- όταν η ίδια η υποδομή γίνεται αντιληπτή ως “απειλή στην κοινωνία”. Όχι επαναστάτες χωρίς αιτία, αλλά μάλλον επαναστάτες κατόπιν εξουσιοδότησης. Οι ιδρυτές του Pirate Bay καταδικάστηκαν μόνο επειδή βοήθησαν σε έγκλημα, ενώ το πραγματικό έγκλημα έγινε από τους εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες, μια ενέργεια που μπορούσε να συμβεί μόνο χάρη στο τυφλό, τυποποιημένο πρωτόκολλο που λέγεται BitTorrent. Το “λάθος” ποτέ δεν είναι ενός συγκεκριμένου παίκτη. Στην πραγματικότητα, ο/η παίκτης (τρια) υπάρχει μόνο μέσω του κοινού πρωτοκόλλου και ένα μεγάλο συνονθύλευμα μηχανών και διαθέσιμων ανθρώπων. Το τανγκό χρειάζεται δύο.


    Στην περίπτωση του Pirate Bay, αυτό ανοίγει ένα κουτί εργαλείων με πολλές περαιτέρω ερμηνείες. Πρώτα απ’ όλα, μπορούμε να επαναλάβουμε την κριτική που ο ίδιος ο Peter Sunde ορθώς εξέφρασε το 2008, ότι ο ιστότοπος είχε, κατά μια έννοια, αναπτυχθεί υπερβολικά για τα μέτρα του. Η οικολογία της ανταλλαγής αρχείων θα μπορούσε να ωφεληθεί περισσότερο από μικρούς, πιο ισότιμους, λιγότερο κυρίαρχους κόμβους- ένα πιο αποκεντρωμένο παρά ένα μονολιθικό αρχιπέλαγος. Όπως με τον Assange και το WikiLeaks, αυτή είναι μια εξήγηση για τις επικρίσεις που δέχτηκε ο ιστότοπος: κατηγορίες για απληστία, κυριαρχία και εσφαλμένες αρχές. Θα μπορούσε ποτέ η κοινή χρήση αρχείων να μεταβληθεί σε αντι-αγορά; Πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι σε τέτοιες εξελίξεις, και το καλύτερο αντίδοτο θα ήταν να ξεκινήσετε το δικό σας torrent tracker, το δικό σας μπλογκ μουσικής, ταινιών, τέχνης ή παιχνιδιών, ή το δικό σας διανεμημένο αρχείο.


    Επιπλέον, μπορούμε να θέσουμε στους εαυτούς μας το ακανθώδες ερώτημα σχετικά με το “όφελος για την κοινωνία” και να το κάνουμε με ανοιχτό μυαλό, καθώς κατά την άποψή μου η ανταλλαγή αρχείων έχει οδηγήσει σε κάποιες ατυχείς εξελίξεις σε σχέση με εκείνους τους συγκεκριμένους παίκτες που υποφέρουν από την αλλαγή της ατμόσφαιρας. Ναι- για τους στιχουργούς, τους παραγωγούς μουσικής και τους καλλιτέχνες είναι πολύ δύσκολο τώρα να βρουν οικονομική στήριξη για μάρκετινγκ και τη “χαμένη τέχνη” των A&R (Artists and Repertoir- Καλλιτέχνες και Ρεπερτόριο), που οι δισκογραφικές εταιρίες παρείχαν με μεγαλύτερη ευκολία στο παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτιστικοί παραγωγοί, μικροί και μεγάλοι, διαθέτουν μια γκάμα νέων δυνατοτήτων για να παράγουν και να διανέμουν το υλικό τους με ψηφιακά εργαλεία. Το μάρκετινγκ, ωστόσο, είναι ακόμη ακριβό κι αυτό είναι πρόβλημα.


    Αυτό που είναι καίριο, όμως, είναι να μην αφήνουμε τις απόψεις συγκεκριμένων ομάδων συμφερόντων να θολώνουν το τοπίο και να συγκαλύπτουν την έννοια του τι είναι πράγματι καλό για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών.


    Ας ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα ότι η βασισμένη στο torrent διανομή είναι σε συγχρονισμό με το Ίντερνετ όπως το ξέρουμε, κι ότι αυτό το φαινόμενο δεν θα εξαφανιστεί- μολονότι τοπικοί κόμβοι, ιστότοποι και διακομιστές μπορούν να έρχονται και να φεύγουν Ας ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι η ακουστική αγορά CD είναι πραγματικά η μόνη βιομηχανία που έχει πραγματικά “υποφέρει” λόγω της ανταλλαγής αρχείων. Η κινηματογραφική βιομηχανία και η αγορά των video games παραμένουν εξαιρετικά επικερδείς αγορές. Στην πραγματικότητα, η ανταλλαγή αρχείων είναι ένας θαυμάσιος μηχανισμός διανομής, που επιτρέπει στους πολίτες να δοκιμάζουν υλικό και να διευρύνουν τη γνώση τους για την προσφερόμενη γκάμα. Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Ιστότοποι όπως το Pirate Bay θα μπορούσαν να θεωρηθούν δίκαιες επιχειρήσεις, με την έννοια ότι προσφέρουν εναλλακτικές μορφές διανομής- επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν όφελος για την κοινωνία, ως συμπληρώματα σε ήδη ακμάζουσες αγορές.


    Με αυτή την έννοια, ο Pandeya είχε πιάσει το νόημα. Υπάρχει εμπορική δυνατότητα σε αυτό που θεωρείται σήμερα δραστηριότητα εκτός νόμου. Ωστόσο, εάν η διανομή torrent γίνει εμπορική και ευθυγραμμιστεί με τις υπάρχουσες μιντιακές εταιρίες, ο κίνδυνος θα είναι, βέβαια, ότι αυτό που θα δούμε θα είναι μια “νερωμένη” άποψη του γνήσιου προϊόντος. Το είδαμε στη Σουηδία με την υπηρεσία μουσικής ροής Spotify, που είναι ένα είδος μονόδρομου Ίντερνετ, όπου ο ρόλος του πολίτη μεταμορφώνεται σε ρόλο καταναλωτή, καθώς ο χρήστης απλώς λαμβάνει δεδομένα χωρίς να μπορεί να στέλνει, ενώ όλα γίνονται σε έναν “περιφραγμένο κήπο”, δομικά χωρισμένο από το υπόλοιπο Ίντενερτ, με μια πολύ πιο περιορισμένη ποικιλία περιεχομένου που μπορεί κανείς να φορτώσει.


    Διαφορετικοί τρόποι, τοπικά Ίντερνετ


    Κουβεντιάζοντας με ένα μέλος του σουηδικού Pirate Party, αναφέρθηκε σε μια συζήτηση σε έναν πανευρωπαϊκό χώρο ηλεκτρονικής συζήτησης των πειρατιών κομμάτων, όπου διάφορα μέλη από διάφορες χώρες είχαν εκφράσει ελαφρώς διαφοροποιημένες απόψεις για το όφελος της ανταλλαγής αρχείων για την κοινωνία. Ή μάλλον η διαφορά έγκειτο στον τρόπο ερμηνείας: τις λεπτές διαφορές στην έμφαση. Στο γερμανικό και σκανδιναβικό πλαίσιο, σημείωσε, το γενικό επιχείρημα κατά της αυστηρότερης ρύθμισης του Ίντερνετ βασιζόταν σε μια συγκεκριμένη μορφή τεχνικού ντετερμινισμού- ή ίσως και προοδευτισμού- όπου η ανταλλαγή αρχείων γίνεται αντιληπτή ως η κατάληξη της υπάρχουσας τεχνικής υποδομής του Ίντερνετ. Για καλό και για κακό, η ελευθερία του να μοιράζεσαι είναι κτισμένη στο σύστημα. Αυτό ισχύει για βιομηχανικές χώρες όπως η Σουηδία και η Γερμανία, που η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους είναι βασισμένη στον τεχνικό ρασιοναλισμό κι όπου τα επιχειρήματα που βασίζονται στον εν λόγω ρασιοναλισμό έχουν ευρεία απήχηση στον εθνικό διάλογο.


    Η δημόσια συζήτηση στις αγγλοσαξωνικές χώρες, από την άλλη πλευρά, χαρακτηρίζεται από εκκλήσεις για το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Ο πολιτικός λόγος στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζει να τοποθετεί τα δικαιώματα του πολίτη για την ελευθερία της πληροφορίας και την σχετική οικονομική ανεξαρτησία στο επίκεντρο. Το Electronic Frontier Foundation (EFF), για παράδειγμα, ζει και αναπνέει μέσα από αυτό το ερέθισμα κι αυτός ο τρόπος ερμηνείας βρίσκει ασφαλώς γερά ερείσματα και στον παγκόσμιο λόγο, λόγω και της επιρροής της αγγλικής γλώσσας.


    Τέλος, η δημόσια συζήτηση στη μεσογειακή/λατινική περιοχή χαρακτηρίζεται από μια κάπως διαφορετική γεύση, με έμφαση στο γενικό συλλογικό όφελος. Η ανταλλαγή αρχείων θεωρείται εδώ ότι φέρει την υπόσχεση μιας πραγματικά κοινοτικής εμπειρίας, μιας δημόσιας ωφέλειας. Προφανώς, το επιχείρημα αυτό έχει ισχυρή απήχηση και στα (πρώην) σοσιαλδημοκρατικά έθνη του Βορρά. Η σουηδική αριστερά πηγαίνει μάλιστα τόσο μακριά ώστε να προτείνει στις βιβλιοθήκες να ενστερνιστούν και να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία της κοινής χρήσης αρχείων.


    Ίσως, λοιπόν, ως συμπατριώτες Ευρωπαίοι να μην είμαστε τελικά τόσο διαφορετικοί. Το homebrewing, η φοροδιαφυγή, τα μαστορέματα DIY, όπως και η ανταλλαγή αρχείων, διαδίδονται ευρέως. Ωστόσο, όλα αυτά μπορούν να σταματήσουν στον ατομικό ατομισμό, ενώ ο “πειρατικός” τρόπος δράσης μπορεί εύκολα να γείρει προς τον μηδενισμό. Όπως ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, δεν είναι περίεργο που η Gesellschaftich ανταλλαγή αρχείων μεταξύ ξένων, έχει διαδοθεί τόσο πολύ στη Σουηδία. Υπάρχει κάτι στο σκανδιναβικό κοινωνικό συμβόλαιο που ταιριάζει με τις δομές όπου ο ριζοσπαστικός ατομικισμός είναι δυνατός χάρη σε ευρείες, βουβές, όχι πολύ ορατές κολεκτίβες, σε κρατικό ή υπερτοπικό επίπεδο. Αλλά όταν ο ακτιβισμός προσδένεται σε τέτοιες διευθετήσεις, αυτές προσδένονται σε εκείνο που ο Certeau αποκαλεί “‘univocity’ (με μια φωνή) ή σταθερότητα ενός ‘κατάλληλου'” (σ. 117) . Επομένως, εκπρόσωποι, μανιφέστα και θέματα καθιερώνονται -και ίσως κάτι που θυμίζει περισσότερο ένα Gemeinschaft δύναται να δημιουργηθεί.


    Ο ακτιβισμός δεν μπορεί να απαλλαγεί από όλες αυτές τις περιπλοκές. Ο στόχος και το πεδίο δράσης του ακτιβισμού στην ψηφιακή σφαίρα δεν μπορεί να είναι η καθαρότητα, αλλά μάλλον η πρόσδεση όλων μαζί των, εξατομικευμένων κατά τα άλλα, υποκειμένων. Ο ακτιβισμός στην ψηφιακή σφαίρα έχει να κάνει με τη δημιουργία και τη συντήρηση συσχετισμών. Διαφορετικά, οι διασυνδέσεις ανάμεσα σε παίκτες και φαινόμενα ξεχειλίζουν, δημιουργώντας περισσότερες συνέπειες από τις προβλεπόμενες. Αυτές τις μέρες, ο πρωταρχικός ρόλος ενός ακτιβιστή είναι αυτός του παράγοντα διευκόλυνσης για ανθρώπους και πράγματα, ένα είδος κοινωνικού παράγοντα σύνδεσης – αλλά ξαφνικά η προοπτική μεταβάλλεται και στα μάτια ενός διαφορετικού παρατηρητή η ίδια πράξη θεωρείται αίφνης ανταρσία, απειλή στο στάτους κβο, κάτι που αγγίζει την τρομοκρατία! Ύστερα, με μια περιστροφή, η εικόνα ξαφνικά τρεμοσβήνει και ο ίδιος τρόπος δράσης θεωρείται επιχειρηματικός. Η σύγχυση συνεχίζεται: το κατεστημένο την ασπάζεται και η επιχείρηση αρχίζει να παίρνει μια απόχρωση παρτιζάνικη και τα λοιπά. Η άποψη υφίσταται περίθλαση, για να δανειστούμε μια φράση της Donna Haraway. Δεν είναι περίεργο που η σύγχυση δεσπόζει.


    Αναφορές

    - Andersson, Jonas (2009) “For the Good of the Net: The Pirate Bay as a Strategic Sovereign”, in Culture Machine, vol. 10 “Pirate Philosophy”

    - Andersson, Jonas & Snickars, Pelle (eds.) (2010) Efter The Pirate Bay. Stockholm: Mediehistoriskt arkiv

    - Boltanski, Luc and Thévenot, Laurent (2006, trans. by Catherine Porter) On Justification: Economies of Worth. Princeton, NJ and Oxford: Princeton University Press

    - Dahlberg, Leif (2011) “Pirates, partisans and politico-juridical space”, Law and Literature, Vol 23, No. 1

    - de Certeau, Michel (1984; trans. by Steven Rendall) The Practice of Everyday Life. Berkeley, CA, Los Angeles, CA, and London: University of California Press

    - Haraway, Donna J. (1997) Modest_Witness@Second_Millennium .FemaleMan©_Meets_OncoMouse™. London and New York, NY: Routledge




    Αφιέρωμα: πειρατεία ως ακτιβισμός
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε