ετικέτες


blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

Re-public στο

Alberto Altés Arlandis – Αναθεωρώντας το δημόσιο χώρο: Υβριδικές πρακτικές συνεργατικής τέχνης και η πειρατεία του χώρου στην αστική σφαίρα


Doing the Laundry and Having Breakfast at the Washing-Place Party

Φαίνεται πως η πόλη, ο χώρος της, το μέλλον της, η παραγωγή της, ήταν σχεδόν αποκλειστικά το αποτέλεσμα διαδικασιών και τάσεων που πραγματοποιούνται σε απρόσιτη απόσταση, σε άγνωστες τοποθεσίες, κυρίως καθορισμένες από τα συμφέροντα και τις βουλές μη-εντοπισμένων δυνάμεων, δρώντων και τάσεων. Λες και η πόλη δεν μπορούσε πια να παράγεται και να σχηματίζεται με βάση τις επιθυμίες των κατοίκων της, διατυπώνοντας κάποια μορφή συλλογικής βούλησης. Λες και η πόλη δεν ήταν πλέον η ψυχή και ο λόγος της αστικής πολιτικής αλλά ένα απλό αντικείμενο ενός είδους πνευματώδους και υγιενής διαχείρισης που αντιλαμβάνεται το δημόσιο χώρο σαν αγορά και προϊόν, θέτοντας την οικονομία στο ίδιο το κέντρο της κοινωνίας.


Η ημερήσια διάταξη των πόλεων δεν περιέχει πλέον αναδιανεμητικές και κοινωνικές ευαισθησίες αλλά εστιάζει τώρα στην οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την επιχειρηματικότητα. Η δημιουργική ευελιξία, η αποδοτικότητα και η στρατηγική σύμπραξη αποκλείουν τη διαφωνία, την αντιπαράθεση και τη ριζοσπαστική κριτική έτσι που σχεδόν σβήνουν την πολιτική από το πρόσωπο της πόλης. Ο χώρος της πόλης αναισθητοποιείται.


Ο δημόσιος χώρος σήμερα είναι προγραμματισμένος, σχεδιασμένος, ορισμένος, διαχωρισμένος, αστυνομευόμενος, και στημένος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ελέγχεται εύκολα, να είναι «ασφαλής» και «εμπορικοποιημένος», με τρόπους που οδηγούν σε ομοιογενείς, αδιάφορες, ομαλές και καθαρές επιφάνειες που διαφέρουν σημαντικά από τα εγγενή χαρακτηριστικά της ίδιας της έννοιας του δημόσιου.


Επιπλέον, ηγεμονικές χωρικές πρακτικές έχουν λειτουργήσει και συνεχίζουν να λειτουργούν από τη βάση μιας πολύ περιορισμένης κατανόησης του δημόσιου χώρου που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στη φυσική του διάσταση. Λες και η δημόσια σφαίρα είναι μόνο ο καθεαυτός χώρος της πλατείας, του δρόμου ή της αγοράς, αντί για το περίπλοκο σύνολο των διαδράσεων, αντιπαραθέσεων, της κοινωνικής και ανθρώπινης ανταλλαγής κι επικοινωνίας, αγάπης και διαμάχης που συνιστούν της ουσία της. Σαν να μην ήταν πλέον δυνατόν να φανταστούμε ποικίλες συλλογικές δράσεις κι ενέργειες που δίνουν σχήμα σε μια πολύ πλουσιότερη και κοινωνικά παραγωγική δημόσια σφαίρα. Σαν να μην ήταν πλέον το πολιτικό στοιχείο παρόν ως το βασικό συστατικό των διάφορων και πολύπλοκων συνάξεων ροών και δρώντων που αρθρώνουν την κοινωνία.


Για να αντισταθούμε στην απαισιοδοξία, το κυνισμό και την καιροσκοπία της μετα-ουτοπικής, μετα-πολιτικής και μετα-δημοκρατικής κατάστασης που κατήγγειλε ο Rànciere και άλλοι, οφείλει κανείς να αναζητήσει και να παράξει ενεργά εναλλακτικούς τρόπους προς μια πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής, αστικοποίησης και χωρικών πρακτικών γενικά. Η επανενεργοποίηση του αστικού χώρου είναι ακόμη δυνατή.


Την συνεχιζόμενη αποπολιτικοποίηση της πόλης στην πραγματικότητα αμφισβητούν και αντιστέκονται σ’ αυτήν πολυάριθμες δράσεις που αυθόρμητα εξορμούν και διατυπώνουν ατομικές ή συλλογικές εμπειρίες, όνειρα κι επιθυμίες, και τότε εξελίσσονται σε κάτι άλλο, ένα υβρίδιο, ένα δίκτυο, μια ενέργεια εν κινήσει. Αυτές οι ενέργειες, συχνότερα από αυτό που τείνουμε να αναγνωρίζουμε, επηρεάζουν και μεταμορφώνουν τις κατεστημένες δομές των δυνάμεων με τρόπους που είναι δύσκολο να χαρτογραφήσουμε ή να αξιολογήσουμε, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ικανές να επηρεάσουν ουσιαστικά την κατασκευή της πόλης.


Πολλές από αυτές τις δράσεις ξεχύνονται μέσα ή γύρω από συγκεκριμένα αστικά περιβάλλοντα, κομμάτια ή χώρους, σε σχέση με ειδικά, συχνά ακαθόριστα χαρακτηριστικά και δυναμικές αυτών των τοποθεσιών. Λανθάνοντες χώρους, ενδιάμεσους χώρους. Διαφορετικούς χώρους. Άλλους χώρους.


Κάποιο συγκεκριμένο είδος ριζοσπαστικά κριτικών πρακτικών ευαίσθητων στη δυναμική τέτοιων δημόσιων χώρων καταφέρνουν να πυροδοτήσουν περίπλοκες διαδικασίες επαναδραστηριοποίησης και χειραφέτησης της κοινότητας ενώ δοκιμάζουν εναλλακτικά αστικά μοντέλα και προσεγγίσεις κατασκευής πόλεων. Αρκετά συχνά, μέσα από τη διατύπωση δημιουργικών διαδικασιών συνεργασίας με ομάδες και κοινότητες, αυτές οι πρακτικές υιοθετούν τακτικές και τεχνικές κοντινές σ’ αυτές του πειρατή, αναμειγνύοντας την τέχνη με το χώρο με φαινομενικά ακίνδυνους τρόπους που αργότερα οδηγούν σε σοβαρή πολιτική διαμάχη, ανάμειξη και ενεργοποίηση.


Είναι πιθανό να φανταστούμε, ακολουθώντας τον De Certeau, μια πόλη που αποτελεί σκηνικό μιας ατέλειωτης, συνεχούς και σιωπηλής μάχης μεταξύ των μηχανισμών που παράγουν χώρο πειθαρχίας, π.χ. τις κοινωνικές πρακτικές, υπεύθυνες για μια μυστική δόμηση των συνθηκών της κοινωνικής ζωής, και των ποκίλων ατομικών τρόπων επανα-οικειοποίησης, πολλαπλών και «ποικιλόμορφων, αντιστασιακών, δόλιων και πεισματάρικων διαδικασιών που ξεγλυστρούν από την πειθαρχία χωρίς να βρίσκονται εκτός του πεδίου στο οποίο εξασκείται». (De Certeau, 1984: 96)


Αυτές οι τακτικές και πρακτικές επανα-οικειοποίησης ανοίγουν το δρόμο για μια άλλη πόλη, έναν άλλο χώρο, έναν χώρο μακριά από το ξεκάθαρο κείμενο της προγραμματισμένης, ευανάγνωστης ή εμφανούς πόλης. Ένα χώρο όπου κείται μια άλλη, αόρατη πόλη. Μια τέτοια «αόρατη» πόλη ανήκει στη σφαίρα του βιωμένου χώρου∙ για την ακρίβεια, η ζωή, οι πραγματικές πρακτικές και σχέσεις που πραγματοποιούνται στο χώρο, τα άτομα που κατοικούν στο χώρο, μερικές φορές μπορούν να φανταστούν, να προξενήσουν και να παράξουν ακόμη ένα άλλο είδος χώρου, ή ακόμη καλύτερα, μια πολλαπλότητα «άλλων χώρων» που παρέχουν το σημείο για «άλλες» επιθυμίες, ανάγκες, ιδέες, μεταβάσεις, μεταμορφώσεις, αλλαγές, ενέργειες και διαδικασίες που δε θα είχαν βρει τη θέση τους αλλιώς: ένας κάπως «αόρατος» αλλά πλήρως βιωμένος χώρος.


Αυτή μπορεί να είναι η περίπτωση των παρεμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν γύρω από τις δημόσιες στέρνες για το πλύσιμο των ρούχων στο Caldes de Montbui[1] – ένα χωριό της Ρωμαϊκής εποχής με ιαματικά νερά στα περίχωρα τα Βαρκελώνης – που υιοθέτησαν μια ομάδα φίλων, επιμελητών του τοπικού καλλιτεχνικού φεστιβάλ. Έχοντας ευαισθητοποιηθεί με την εύθραυστη κατάσταση ενός εκ των ορίων του ιστορικού πυρήνα που ήταν σε επαφή με ένα ρυάκι και μερικά χωράφια, αποφάσισαν να προτείνουν να γίνει αντικείμενο μελέτης και χώρος εργασίας για την ομάδα των επιλεγμένων καλλιτεχνών για τις εκδηλώσεις τέχνης του 2008 και του 2009.


Η πρόσφατη ανάπτυξη του χωριού έχει γεννήσει καινούριες περιοχές «αστικότητας», ποικιλομορφίας και συνθετότητας που δημιουργούν μια συγκέντρωση αστικής ζωής μακριά από τον ιστορικό πυρήνα και το φράγμα που εκπροσωπείται από τη φυσική άκρη της πόλης κατά μήκος της διαλείπουσας ροής του νερού, στο δυτικό σύνορο. Αυτός ο διαχωρισμός έχει δημιουργήσει μια αποκλεισμένη παρυφή, που, απορροφώντας όλο τον ιστορικό πυρήνα, διαμορφώνει ένα είδος πίσω πλευράς της πόλης, μια πίσω πλευρά που βλέπει προς τους κήπους και τα χωράφια, μια πίσω πλευρά που παρέχει μαρτυρίες της ίδιας της παραμέλησής της, της έλλειψής της σε υποδομές, της απουσίας ενότητάς της.


Ωστόσο, ο νέος αστικός σχεδιασμός του χωριού δείχνει πολύ ξεκάθαρα τα κλειδιά της αστικής πολιτικής που συντηρεί η τοπική κυβέρνηση. Μια αρχική ανάλυση των σχεδίων που περιγράφουν τις χρήσεις της μη-αστικής γης (π.χ. όλων των ειδών οι φυσικές, γεωργικές, υπαίθριες και προστατευμένες περιοχές) αποκαλύπτει ένα σοκαριστικά μεγάλο κομμάτι μη-αστικής γης να έχει μετατραπεί σε μια καινούρια μονάδα που επηρεάζει τα γόνιμα χωράφια, τους κήπους και τις κατοικίες, με το σκοπό να τα μετατρέψει σε μια τεράστια αποκαλούμενη «ιαματική πόλη». Ένα είδος συγκροτήματος θερμών πηγών «σαν θεματικό πάρκο» του μεγέθους του ιστορικού πυρήνα, καταπατώντας την πράσινη έκταση έξω από την άκρη της πόλης.


Στα μάτια της τοπικής κυβέρνησης, η νέα μονάδα θα αποκάλυπτε την κατάσταση της πίσω πλευράς του συνόρου, που θα έχει μετατραπεί σε πρόσοψη για τους τουρίστες και τους επισκέπτες του ιαματικού θεματικού πάρκου. Μια πρόσοψη που, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο, θα έπρεπε τότε να την μεταχειριστούν «κατάλληλα» με επιφανειακό «καλλωπισμό»: μια αποκλειστικά οπτική μεταμόρφωση, άμοιρη των εγγενών μικρών κι εύθραυστων διαδράσεων και μικρο-οικοσυστημάτων του μέρους, σε πείσμα της μνήμης και αδιάφορα προς τις ποικίλες ιδιαιτερότητες των μικρο-χώρων που σχηματίζονταν κατά μήκος του συνόρου.


Αρκετοί δημόσιοι χώροι στο χωριό έχουν ήδη μεταμορφωθεί, ιδιωτικοποιηθεί και απογυμνωθεί από την πρωτότυπη και εγγενή δημόσια φύση τους, σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός τέτοιου προγράμματος. Αντίθετα, μια σειρά από «άλλους χώρους», αποκλεισμένα τμήματα δημοσίων, ημι-δημοσίων, ή κάποτε δημοσίων χώρων, μπορούν να αναγνωριστούν κατά μήκος της άκρης της πόλης, μερικά από τα οποία είναι κυριολεκτικά ενσωματωμένα στο τείχος που διαχωρίζει την παρυφή από τα χωράφια που βρίσκονται από κάτω. Ανάμεσά τους, πολλά είναι φορτισμένα με μια ακαθόριστη, ειδική δυναμική, σχετική με τη μορφή τους, την κατάστασή τους, την τοποθεσία τους, τη χρήσή τους, τις αναμνήσεις που διατηρούν ή ένα συνδυασμό όλων αυτών. Θα μπορούσε κανείς να τα αποκαλέσει «λανθάνοντες χώρους». «Άλλοι χώροι», κάπως αποκλεισμένοι, αλλά φορείς ειδικών δυναμικών και λανθανουσών αναμνήσεων.


«Η χωρική πρακτική δεν καθορίζεται ούτε από ένα υπάρχον σύστημα, είτε είναι αστικό ή οικολογικό, ούτε είναι προσαρμοσμένη σ’ ένα σύστημα, είτε είναι αυτό οικονομικό ή πολιτικό. Αντίθετα, χάρη στις δυνητικές ενέργειες μιας ποικιλίας ομάδων, ικανών να εκτρέπουν τον ομοιογενοποιημένο χώρο για τους δικούς τους σκοπούς, ένας θεατροποιημένος ή δραματοποιημένος χώρος είναι ευεπίφορος να προκύψει». (Lefebvre, 1991:391)


Αυτό το απόσπασμα από το The Production of Space (Η Παραγωγή του Χώρου) του Lefebvre διατυπώνει την παρουσία και την ύπαρξη ομάδων και ατόμων, μερικές φορές ικανών να ταυτοποιήσουν λανθάνουσες δυναμικές, μερικές φορές ικανών να τις πυροδοτήσουν, μερικές φορές να θέσουν τις προδιαγραφές για να προκύψουν «άλλοι» βιωμένοι χώροι. Η ομάδα πίσω από το «Ανεξάρτητο Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ της Πόλης» στο Caldes de Montbui μπορεί να είναι μια από αυτές.[2] Η ίδια η «συσκευή» περιέχει μικρούς χώρους που κάνουν τις αντιδράσεις ενάντια τις ίδιες της τις δράσεις πιθανές: στην περίπτωση αυτού του Καλλιτεχνικού Φεστιβάλ της Πόλης, το θέαμα υπάρχει χάρη σ’ ένα πρόγραμμα επιχορήγησης της τοπικής κυβέρνησης που ακριβώς στοχεύει στην επανενεργοποίηση του αστικού πυρήνα υπό πολιτιστικούς όρους. Κάποιος μπορεί εδώ να προβλέψει σημαντικές διαφορές μεταξύ της έννοιας «πολιτιστικό» για το Δήμο και του νοήματος που έχει για τους «πειρατές» φίλους μας.


Σαν αποτέλεσμα των αναπτυσσόμενων αντιπαραθέσεων ως προς το χώρο, που ανιχνεύτηκαν στο χωριό το Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ προσπάθηε να υιοθετήσει κρίσιμες παρεμβάσεις κι ενθάρρυνε την αλληλεπίδραση με το μέρος όπως και τη μεταμόρφωσή του ανακοινώνοντας ένα κάλεσμα για έργα που ενδιαφέρονταν να προκαλέσουν τη θεσμική οπτική και τα σχέδια για έναν επιφανειακό καλλωπισμό της άκρης της πόλης. Η πρόταση του Καλλιτεχνικού Φεστιβάλ ήταν να αντιστρέψει την κατάσταση μέσω μιας άλλης ματιάς, αφοσιωμένης σε μια πολύ περισσότερο προσεκτική, ίσως εθνογραφική προσέγγιση, προσανατολισμένη στο τοπίο και στους κήπους (‘huertas’), που βρίσκονταν στην άκρη της πόλης.


Δυο από τους καλλιτέχνες αποφάσισαν να παρέμβουν σε δυο κομμάτια του δημόσιου χώρου ανάμεσα σ’ εκείνους που προηγουμένως είχαν ταυτοποιηθεί ως «λανθάνοντες χώροι». Ήταν και οι δυο δημόσιοι «χώροι για πλύσιμο» ή «πλυσταριά» αλλά πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη και καλύτερα διατηρημένη στέρνα φιλοξένησε την πρόταση της Γιαπωνέζας καλλιτέχνιδας Atsuko Arai, με τίτλο ‘Vine a Fer Safareig’.[3] Μέσα από αυτή τη δράση, μια λεκάνη ήταν ανοιχτή για το κοινό μόνο λίγες ώρες την ημέρα σαν κομμάτι των ξεναγήσεων της τοπικής περιήγησης της πόλης, είχε μετατραπεί σε μια εορταστική συνάντηση για να πλύνουν ρούχα και να πάρουν μαζί πρωϊνό, ενώ μιλούσαν και κουβέντιαζαν, ενώ μοιράζονταν τη στιγμή και την εμπειρία του χώρου.


Η καλλιτέχνης αναγνώρισε το δυναμικό των κοινωνικών και σχεσιακών χώρων που προέκυπτε από τους συμμετέχοντες και τη συνύπαρξή τους, και το έθεσε σε κίνηση για να περιθάλψει τη μεταμόρφωση του κατοίκου-θεατή, για τον οποίο ο «θεματικός» χώρος σχεδιάζεται από τους θεσμούς, σε έναν κάτοικο-χρήστη, ή ακόμη κι έναν κάτοικο-δημιουργό αυτού του χώρου.


Η Atsuko πρότεινε ένα ευχάριστο πρόγευμα για να ανακτηθεί η δημόσια κατάσταση του χώρου: όλοι μπορούσαν να μπουν δωρεάν, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, κι όχι μόνο για να το επισκεφθούν, αλλά και να το βιώσουν πλένοντας ρούχα. Βρήκε τις ηλικιωμένες γυναίκες να χρησιμοποιούν ακόμη το χώρο και τις ενθάρρυνε να μοιραστούν τη γνώση τους με τις υπόλοιπες σε μια συνάντηση διαφορετικών γενεών γύρω από το γεγονός του πλυσίματος των ρούχων σαν κοινωνική εκδήλωση. Η δράση της Atsuko κατάφερε να υιοθετήσει την ενεργοποίηση μιας λανθάνουσας ενέργειας, σπρώχνοντας το χώρο πίσω σε μια «αμφιλεγόμενη» κατάσταση που τον έφερε πιο κοντά στην καθημερινή ζωή και μακρύτερα από το θέαμα.


Η δεύτερη δράση πραγματοποιήθηκε στη μικρότερη λεκάνη για πλύσιμο της ‘Santa Esperança’, έναν παραμελημένο και ξεχασμένο χώρο, παρατημένο στην άκρη της πόλης. Ένα κομμάτι δημόσιου χώρου σπουδαίας αξίας και τεράστιου δυναμικού που έχει διαγραφεί, «ακυρωθεί» και τεθεί υπό έλεγχο για να αντικατασταθεί και να καταληφθεί από ένα νέο έργο: ένα χώρο στάθμευσης για την εκκλησία.


Αυτή η λεκάνη, ένας σκουπιδότοπος πλέον για όλων των ειδών τα σκουπίδια και απόβλητα, εγκαταλελειμένος και βρώμικος, αποδείχτηκε η τέλεια ευκαιρία για μια άλλη καλλιτέχνιδα. Η ‘Somanyprojects’ αφοσιώθηκε σε μια στέρεη αναζήτηση για την ανόρθωση και επανενεργοποίηση του χώρου και των δυναμικών του, ανακοινώνοντας τα επίσημα εγκαίνια του καινούριου «Κλαμπ Κολύμβησης του Πλυσταριού» για την ημέρα – κλειδί του Φεστιβάλ. Ύστερα ξεκίνησε μια μακρά και σιωπηλή διαδικασία επιλεκτικού καθαρισμού, ταξινόμησης κάθε σκουπιδιού και αποβλήτου όπως τα έβγαζε από τη στέρνα, επιδιορθώνοντας σωλήνες και ανοίγοντας ξανά τη ροή του ιαματικού νερού που είχε φραχτεί.


Με το που έρρευσε ξανά το ιαματικό νερό κι άρχισε να γεμίζει τις στέρνες, οι άνθρωποι ήρθαν στη συνάντηση κατά ομάδες. Έπεσαν μέσα στο νερό κι άρχισαν να μοιράζονται κάποιες πολύ έντονες στιγμές κατά τις οποίες όλοι εξεπλάγησαν που ανακάλυψαν ξανά αυτό το μέρος.



Πηγαίνοντας πίσω στην ιδέα του λανθάνοντα χώρου, σαν χώρος που είναι κάπως αποκλεισμένος αλλά διατηρεί ενδιαφέροντα και/ή ακαθόριστα δυναμικά, οι περιπτώσεις που παρουσιάζονται εδώ απεικονίζουν μια μεταμόρφωση τέτοιων λανθανόντων χώρων σε κάτι άλλο, μέσω της ενσωμάτωσης μιας ενέργειας που προέρχεται από την αλληλεπίδραση των επιμελητών και του φεστιβάλ, του καλλιτέχνη, και των αντίστοιχων βλεμμάτων τους, καθώς και με τα εγγενή χαρακτηριστικά και δυναμικά του ίδιου του χώρου.


Όλες αυτές οι ενέργειες σε συνδυασμό εκτελούν μια μετάβαση από τον πρωτότυπο λανθάνοντα χώρο σε κάτι άλλο: ένα διαφορετικό κι ακόμη πιο ελκυστικό ενδιάμεσο χώρο που ξανακερδίζει τη «δημόσια χροιά» του σα χώρος για συζήτηση, σα χώρος που συζητείται, σα χώρος που ούτε αποκλείεται, ούτε περιλαμβάνεται. Σαν χώρος που η κοινότητα έχει τη διάθεση να ξανακατοικήσει, ένας χώρος όπου μπορεί να ξανασυμβεί η αλληλεπίδραση.


Θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει και να ονομάσει αυτή τη διαδικασία υβριδική πρακτική συνεργατικής τέχνης. Ένα καθεστώς εμπλουτισμένης συνάντησης, αλληλεπίδρασης κι ανταλλαγής που πηγαίνει πιο πέρα από τη συλλογική εμπειρία της καλλιτεχνικής εκδήλωσης. Μια συνάντηση της γειτονιάς, ένα συλλογικό μπάνιο ή κολύμπι, το άνοιγμα ξανά ενός παραμελημένου κάποτε δημόσιο χώρου, μια καλλιτεχνική παράσταση, μια συζήτηση και μια κουβέντα συμβαίνουν ταυτόχρονα.


Τα αποτελέσματα ενός τόσο εντατικοποιημένου καθεστώτος διάδρασης και σχέσεων αχρηστεύουν τα όρια αυτού που μοιάζει με δίκτυο που πολλαπλασιάζει το χώρο σε όλες τις σφαίρες της δημόσιας περιοχής. Και κάποιες από αυτές τις επιδράσεις, τις συνέπειες και τα παρακλάδια τους οδηγούν σε μια επαναδιανομή του λογικού με πολλούς τρόπους, πηγάζοντας από την εντατικοποίηση της διάδρασης μεταξύ των συμμετεχόντων και περιλαμβάνοντας: τη δική τους εκ νέου ανακάλυψη του χώρου και την συνεπαγόμενη διαδικασία της επανα-οικειοποίησης μέσω της συνεργατικής κατασκευής ενός εναλλακτικού και συλλογικού «φανταστικού», μιας επιθυμίας να πουν σε «άλλους» γι’ αυτό το «φανταστικό» κι αυτό το «καινούριο» μέρος, μια αυξανόμενη επίγνωση της ικανότητάς τους να πράττουν για τον εαυτό τους και να επεμβαίνουν στον καθορισμό του περιβάλλοντος και της ζωής τους, και τελικά, μια διαδικασία καθόλου σκόπιμης συνειδητοποίησης της διαφωνίας τους με την πραγματικότητα που οδηγεί σε μια αυθεντική αντιγνωμία.


Αυτά τα «συν» είναι ακόμη ζωντανά ύστερα από ένα διάστημα, και αυτή τη στιγμή εξελίσσονται και παίρνουν σχήμα με πολλούς τρόπους: μια νέα πρόταση για ένα συμμετοχικό και προερχόμενο από την κοινότητα σχέδιο ανάπτυξης και διαχείρισης για τα περιβόλια και τον κήπο, που προέκυψαν ύστερα από μια επίσκεψη στο μέρος και βοήθησε να έρθει η κοινότητα κοντά στα περιβόλια της ώστε να ξανανακαλύψουν το χώρο, προσπαθώντας να ανοίξει ένας διάλογος με τους νεοφερμένους κι αυτούς που ήδη φροντίζουν αυτή τη γη∙ η επικείμενη επαναλειτουργία της δεύτερης στέρνας για περιοδικά προγραμματισμένα ομαδικά λουτρά∙ ένα πολύ ωραίο πρόγραμμα για τις αναμνήσεις που σχετίζονται με τις κινήσεις και τα σώματα των γυναικών που χρησιμοποιούν τις στέρνες∙ άλλο ένα πολύ πετυχημένο νυχτερινό μπάνιο που έγινε στο λουτρό, που είχε σαν αποτέλεσμα οργανωμένες φωνές να ζητήσουν περιοδικές επανεκδόσεις μιας τέτοιας «δημόσιας συνάντησης»∙ ένα διεπιστημονικό πρόγραμμα έρευνας πάνω στα ζητήματα του χώρου και του φύλου σε σχέση με τη μεγαλύτερη στέρνα, και η επιστροφή της συζήτησης της προτεινόμενης μετατροπής της άκρης του ιστορικού πυρήνα∙ η «ελπίδα» που εμφανίστηκε σαν graffiti σ’ έναν απ’ τους τοίχους∙ οι συνεντεύξεις που πήραμε από διαφορετικά άτομα σχετικά μ’ αυτά τα μέρη (καλλιτέχνες, κάτοικοι, πολεοδόμοι, κοινωνικοί λειτουργοί…)∙ η οργάνωση μιας στρογγυλής τράπεζας που επέτρεψε σε όλους αυτούς τους διαφορετικούς παράγοντες να συναντηθούν και να συζητήσουν, δημιουργώντας νέες πιθανότητες καθώς έρχονταν αντιμέτωποι μεταξύ τους∙ και η πιθανότητα μιας πιο σταθερής ομάδας ή «πλατφόρμας» που θα μπορούσε να ηγηθεί της πρότασης για καινούριες χρήσεις αυτών των ιστορικών χώρων.


Οι καλλιτεχνικές πρακτικές συνεργασίας είναι δημιουργικές διαδικασίες που θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς σχεδιασμού. Στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, αλλά όπως και σε τόσες άλλες καταστάσεις, αυτές οι πρακτικές λειτουργούν μέσω τριών πολύ ενδιαφερόντων ιδεών: από τη μια πλευρά, είναι η «ελαστικότητα», η ικανότητα μιας κοινότητας να προσαρμοστεί αργά στις αλλαγές∙ από την άλλη, η «μετάβαση», ένας νέος δρόμος σε καινούριες πιθανότητες κι αλλαγές∙ και τελικά, η «συμπερίληψη», π.χ. ο καθένας – ομάδα ή άτομο – χρειάζεται στη διάρκεια της διαδικασίας.


Αυτή η παρέμβαση μπορεί να γίνει ένα καλό παράδειγμα μιας υβριδικής συνεργατικής πρακτικής που πηγαίνει μακρύτερα από άλλα παραδείγματα μεγαλύτερης εμπορικής επιτυχίας και προσοχής των μέσων ενημέρωσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον σε σχέση με τη σπουδαιότερη ικανότητά του να μεταμορφώσει την κοινωνική σφαίρα, αλλά πάνω απ’ όλα, είναι ένα παράδειγμα συνεργασίας και συλλογικής δουλειάς γύρω από την ιδέα της ανάκτησης «αναμνήσεων» που έχουν κατατεθεί μέσα σε αστικούς χώρους, σε κομμάτια του δημόσιου χώρου, σ’ αυτά τα μικρά «αστικά τεχνουργήματα» που περισσότερο από μια ετικέτα θεσμοθετημένης κληρονομιάς έχουν μια πιο επείγουσα ανάγκη μιας προσαρμοσμένης χρήσης, δηλαδή, αυτήν της καθημερινής ζωής.


Αντί για την πιθανότητα να υποθάλπτουν κλειστή και «στατική» αντίσταση, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των «άλλων» ενδιαμέσων χώρων είναι το δυναμικό που έχουν να χρησιμοποιηθούν και να επανακτηθούν και, μακριά από τον έλεγχο, να διατυπωθούν μέσω των αυθόρμητων (ή προσεκτικά σκηνοθετημένων) ενεργειών διαφορετικών ομάδων και ατόμων, με ποικίλους στόχους που ξεφεύγουν από αυτούς της ηγεμονικής τάξης. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι συχνά έχουν απρόσμενα κι έτσι δύσκολα να ελεγχθούν αποτελέσματα και επιδράσεις. Τέτοιοι χώροι μπορούν να μετατραπούν σε χώρους συνεργασίας, χώρους όπου άτομα και ομάδες συνταντιούνται και ίσως ανακαλύπτουν κρυμμένες δυναμικές κι αξίες όχι μόνο του χώρου, αλλά επίσης των δικών τους κείμενων γνώσεων και διαφορών. Μέσω της ξαφνικής συνειδητοποίησης αυτών των δυναμικών και τη συνάντηση των κατόχων τους με ένα εξίσου δυναμικό χώρο, ξεδιπλώνεται ένα απίστευτα πλούσιο τοπίο πιθανοτήτων.


Η αποστολή τότε είναι να ξανακωδικοποιηθούν όλες αυτές οι πιθανότητες και δυναμικές, να πυροδοτήσουν κυριολεκτικά ποικίλες διαδικασίες συνεργασίας, βρίσκοντας και αναγνωρίζοντας τον «διαφορικό χώρο», ανακαλύπτοντας τη δυναμική του, υιοθετώντας αυτές τις συναντήσεις, το μοίρασμα και τους συνδέσμους, και διατυπώνοντας τους προς την κατεύθυνση ενός ή πολλών συλλογικών έργων, που τελικά, θα έπρεπε να στοχεύουν σε κάποια μορφή δράσης προς τα μπρος ενάντια στις αλλοτριωτικές, πλήρως διαβρωτικές, μεταλλαγμένες και φαινομενικά αδιαφιλονίκητες μορφές εξουσίας κι ελέγχου: μιας δράση προς τη ζωή.


Μερικές φορές όμως, η δημιουργία κωδικών για τις δυναμικές και οι διαδικασίες ανάφλεξης στο χώρο απαιτούν προσεκτικά, σιωπηλά βήματα, και οι προθέσεις ή οι τελικοί σκοποί να είναι καμουφλαρισμένοι, κρυμμένοι ή μεταμφιεσμένοι σε κάτι άλλο, υιοθετώντας τεχνικές από αποφεύγουν «κατ’ αρχήν» τοποθετήσεις ή θέσεις που είναι υπερβολικά ξεκάθαρες. Τακτικές που καθιστούν αυτούς τους στόχους και δράσεις εμφανώς «αβλαβείς», τραβώντας όλο και πιο πολλά άτομα στη συνεργασία και την πλοκή ενός όλο και πιο σύνθετου δικτύου σχέσεων και συνδέσεων που αρχίζουν από γεγονότα και ζητήματα της καθημερινής ζωής και κορυφώνονται στα πιο ουσιαστικά κι αυθεντικά «θέματα που προκαλούν ανησυχία»,[4] για να καταλήξουν απρόσμενα να προκαλούν τις πιο άκαμπτες δομές και θεσμούς της εξουσίας.


Μερικές φορές, είναι ίσως απαραίτητο να ζήσουμε με την αυτοσχέδια μάσκα ενός πειρατή, να γίνουμε κάτοχοι των δεξιοτήτων του, των κόλπων του, των διαδικασιών και ικανοτήτων του, και να τις οικειοποιηθούμε για άλλους σκοπούς. Η υβριδική πρακτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καμουφλάρει τον πολιτικό ακτιβισμό, να κινητοποιήσει την κοινότητα για ένα αρχικά «άκακο» γεγονός που επιτρέπει στην κοινότητα να αναγνωρίσει, επαναξιολογήσει και επανακτήσει τις δικές της αναμνήσεις και χώρους. Η υβριδική πρακτική μπορεί να παράξει ριζωματικές κι εξίσου υβριδικές διαδικασίες ενέργειας οδηγώντας στη μεταμόρφωση του υπάρχοντος χώρου και/ή την παραγωγή «άλλων» χώρων.


Όπως έχει περιγραφεί από τον Rànciere, η πολιτική διαδικασία της αντιγνωμίας μέσω της οποίας η κατεστημένη τάξη της αντίληψης ή «διανομής του λογικού» έρχεται αντιμέτωπη με το μη επιτρεπτό, εδώ καμουφλάρεται, και καθίσταται πιο αποτελεσματική, εν τω μέσω ενός αρχικά «ποιητικού» και «ελκυστικού» γεγονότος που ωστόσο δημιουργεί μια ρωγμή στη λογική τάξη κι ανοίγει χώρους αμφισβήτησης, αφανείς μέχρι τώρα.


Η ρωγμή γίνεται δυνατή με το που ο καλλιτέχνης αναγνωρίζει την κρυμμένη δυναμική ενός προηγούμενα αγνοημένου ή παραμελημένου χώρου, μεταμορφώνοντας τα οικονομικά μη παραγωγικά «ενδιάμεσα» του Μαρξ σε ένα κοινωνικά και πολιτικά παραγωγικό χωρικό χάσμα, με το να αποδομεί, επανακτά και ξαναπαρουσιάζει το δημόσιο χώρο μέσω μιας υβριδικής δράσης, που είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνική και συνεργατική.


Η ποιητική στιγμή ευφυώς αναπτύσει ένα τέτοιο δυναμικό επιτρέποντας στην κοινότητα να αναγνωρίσει και ταυτοποιήσει τις κρυμμένες αξίες και το δυναμικό του δικού «τους» πεδίου, οδηγώντας τα άτομα σε μια εμπειρία του καλλιτεχνικού γεγονότος που συναντά την καθημερινή ζωή.


Αυτή η αναγνώριση δραστηριοποιεί και τους ανθρώπους και το χώρο, υιοθετώντας μια πολλαπλότητα από ακόλουθες συνδέσεις, δράσεις κι αντιδράσεις που γίνονται ένας καινούριος κοινωνικός δρων: μια τεράστια μεταμορφωτική ενέργεια που εξαπλώνεται σαν ιός, και προοδευτικά επηρεάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνίας μέσω μιας πάρα πολύ περίπλοκης πολιτικής διαδικασίας.


Ο ριζοσπαστικός πολιτικός ακτιβισμός μπορεί λοιπόν να καμουφλαριστεί μέσα σε μια από αυτές τις υβριδικές πρακτικές και ύστερα να αναπτυχθεί προοδευτικά όχι μόνο μέσα σ’ έναν ενδιάμεσο τριτοχώρο (thirdspace) – που μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον «τόπο» για συνωμοσία και εκκόλαψη – αλλά επίσης στην ίδια την ουσία της αστικής ζωής, γινόμενος ένας εναλλακτικός αλλά αποτελεσματικός τρόπος να παραχθεί ο χώρος παραγωγικά, δίνοντας τελικά σχήμα στην πόλη.



Σημειώσεις

[1] Tο Caldes de Montbui είναι ένα μικρό Ρωμαϊκό χωριό που είχε αναπτυχθεί αργά στηριζόμενο στους φυσικούς πόρους του, συγκεκριμένα την καλλιέργεια της γης και τα ιαματικά νερά, μέχρι που πρόσφατα κύματα από τους εσωτερικούς δακτύλιους ανέβασαν τον πληθυσμό του σε 15.000 κατοίκους.

[2] Το φεστιβάλ ‘Mostra Independent d’Art Urbà de Caldes de Montbui’ (MIAU) επιμελούνται οι Vicenc Ferreres, Helena Pielias και Marta Serra. Το φεστιβάλ χρηματοδοτείται μέσω ενός προγράμματος δωρεών που έχει δημιουργήσει ο Δήμος ώστυε να προάγει την πολιτιστική επανενεργοποίηση του ιστορικού πυρήνα.

[3]Vine a fer safareig’. Στο “Doing the Laundry and Having Breakfast at the Washing-Place Party” (Πάρτυ με θέμα: Κάνοντας μπουγάδα και Παίρνοντας πρωϊνό στο Πλυσταριό) η Atsuko Arai ενσωμάτωσε ευφυώς όλες τις πιθανές μεταφράσεις του πρωτότυπου Καταλανικού ‘fer safareig’: η παραδοσιακή Καταλανική έκφραση για την πράξη της συζήτησης και του μοιράσματος (κουβέντα, κουτσομπολιό), και η κυριολεκτική μετάφραση που θα μπορούσε να κάνει ένας επισκέπτης διαβάζοντας ένα «φτιάξιμο» ή «συσσώρευση» του ίδιου του μέρους.

[4] Βλ. τα έργα του Bruno Latour, ειδικά το We Have Never Been Modern (Ποτέ δεν Υπήρξαμε Σύγχρονοι) όπου αντιμετωπίζει το θέμα σε βάθος.



Αναφορές

- Amin, A. και N. J Thrift (2002), Cities : reimagining the urban, (Cambridge: Polity).

- De Cereau, M. (1984) The Practice of Everyday Life. (Berkeley, University of California Press).

- Easterling, K. (2005), Enduring innocence : global architecture and its political masquerades, (Cambridge, Mass: MIT Press).

- Latour, B. (1993), We have never been modern, (Cambridge, Mass: Harvard University Press).

- ______ (2004), ‘Why Has Critique Run out of Steam? From Matters of Fact to Matters of Concern’, Critical Inquiry, 30 (2), 225-48.

- ______ (2005), Making things public: atmospheres of democracy, (Cambridge, Mass [Karlsruhe, Germany]: MIT Press ZKM/Center for Art and Media in Karlsruhe).

- ______ (2005), Reassembling the social: an introduction to actor-network-theory, (Oxford ; New York: Oxford University Press).

- Lefebvre, H. (1980), La présence et l’absence : contribution à la théorie des représentations, ([Paris]: Casterman).

- ______ (1981), La production de l’espace, (2ème éd edn., Paris: Éditions Anthropos).

-______ (1991), Critique of everyday life, (London ; New York: Verso).

- ______ (1991), The production of space, (Oxford, OX, UK ; Cambridge, Mass., USA: Blackwell).

- ______ (2003), The urban revolution, (Minneapolis: University of Minnesota Press).

- Rancière, J. (1995), On the shores of politics, (New York: Verso).

- ______ (2006), The politics of aesthetics : the distribution of the sensible, (Pbk. ed edn., London ; New York: Continuum).

- ______ (2006), Hatred of democracy, (London ; New York: Verso).




Αφιέρωμα: πειρατεία ως ακτιβισμός
Ετικέτες: , , , , , ,

|
0 σχόλια »

σχολίασε