σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Βασίλης Κωστάκης – H σφαίρα των Κοινών και το καθολικό εισόδημα


    kostakis.jpg
    Βασισμένο στις ιδέες του Barnes, που αναπτύσσονται διεξοδικά στο βιβλίο του Capitalism 3.0, το άρθρο αυτό αναλύει τις προοπτικές που αναδύονται από την ένταξη της σφαίρας των φυσικών Κοινών σε μια πολιτική ατζέντα ενάντια στην περιβαλλοντική και οικονομική εξαθλίωση, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα.



    Η κοινωνία και ο καπιταλισμός δεν έχουν ούτε κοινή καταγωγή, ούτε κοινό προορισμό. Η κοινωνία σχετίζεται με το κοινό συμφέρον ενώ ο καπιταλισμός με το ατομικό, μεταφρασμένο συνήθως σε χρηματικές μονάδες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επικράτηση του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινού οδηγεί στη φτώχεια. Γιατί σίγουρα η φτώχεια δεν είναι μέρος του κοινού μας συμφέροντος. Ακόμη και το φαινομενικά καπιταλιστικής προέλευσης, διάσημο, επιτραπέζιο παιχνίδι Μονόπολη, σε κάθε γύρο δίνει στους παίχτες ένα ποσό για να συνεχίσουν να υπάρχουν στο παιχνίδι. Βέβαια στη Μονόπολη δεν υπάρχει φυσικό περιβάλλον να βλάψει κανείς. Τι σχέση όμως μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη Μονόπολη, στη φτώχεια και στο φυσικό περιβάλλον;


    Το περιβάλλον είναι μέρος της κοινής μας περιουσίας, των «Κοινών».[1] Πιο συγκεκριμένα, ο Barnes στο βιβλίο του Capitalism 3.0 ταξινομεί τη σφαίρα των Κοινών χωρίζοντάς την σε τρεις κύριες κατηγορίες: τα φυσικά Κοινά (δηλαδή ο αέρας, το νερό, οι λίμνες, οι φυσικοί πόροι κ.τ.λ.), τα δημόσια Κοινά (οι δρόμοι, τα πανεπιστήμια, τα μουσεία κ.τ.λ.) και τα πολιτισμικά Κοινά (οι γλώσσες, οι επιστήμες, το διαδίκτυο, το ανοικτό και ελεύθερο λογισμικό κ.τ.λ.). Αντίθετα με τα περισσότερα πράγματα στη σύγχρονη καπιταλιστική εποχή, τα Κοινά δεν είναι ούτε ιδιωτικά, ούτε κρατικά: χαρακτηρίζονται από μια σχεσιακή προσέγγιση, καθώς περιέχουν κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε ένα ήθος συνεργασίας κι αλληλεξάρτησης, μακριά από κάθε είδος εμπορευματοποίησης.[2] Ο Bauwens διαχωρίζει τα Κοινά σε αυτά που είναι ανθρώπινα δημιουργήματα (σύμφωνα με τη προαναφερόμενη κατηγοριοποίηση του Barnes πρόκειται για τα δημόσια και πολιτισμικά Κοινά) και σε αυτά που αποτελούν φυσικούς πόρους (τα φυσικά Κοινά). Ύστερα πηγαίνει δύο βήματα παρακάτω ονομάζοντας πρώτα ως «Κοινά» και τα συγκεκριμένα θεσμικά/νομικά πλαίσια τα οποία χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση των κοινών πόρων, και έπειτα αντιλαμβανόμενος ως «Κοινά» τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα που προωθούν τις δύο προηγούμενες τάξεις Κοινών.


    Σε αυτό το άρθρο, εμπνευσμένος από τις ιδέες του Barnes, υποστηρίζω ότι η θεσμοθέτηση και η ενδυνάμωση της σφαίρας των Κοινών αποτελεί ελπίδα για την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας. Τα φυσικά Κοινά ανήκουν σε όλους. Ο καθένας και η καθεμία έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας στο φυσικό πλούτο, στα οικοσυστήματα, στον αέρα κ.τ.λ. Όπως επισημαίνει ο Barnes ο κοινός μας πλούτος παραμένει ένα σκοτεινό θέμα του «οικονομικού σύμπαντος»: υπάρχει παντού, αλλά δεν τον βλέπουμε. Αγνοούμε τα Κοινά γιατί δεν έχουν τιμή, γιατί δεν έχουν ετικέτα, γιατί βρίσκονται σε πλασματική αφθονία, γιατί δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την έννοια της ομότιμης ιδιοκτησίας: ούτε ιδιωτική, ούτε κρατική αλλά ομότιμη. Ανήκει σε όλους ανεξαιρέτως. Αν δεν ανήκει έστω και σε έναν, τότε δεν είναι ομότιμη. Τα φυσικά Κοινά δεν ανήκουν στο σύστημα (είτε αυτό είναι καπιταλιστικό, είτε σοσιαλιστικό, είτε υβριδικό, είτε κάτι άλλο) αλλά στους ανθρώπους. Σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Η αξία των Κοινών είναι άπειρη και δεν μπορεί να αποτυπωθεί εύκολα και αξιόπιστα σε οικονομικούς όρους, καθώς ο φυσικός πλούτος δεν εξυπηρετεί μόνο κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες, αλλά είναι προϋπόθεσή της ύπαρξής μας σαν βιολογικά όντα. Επιπροσθέτως, στην ιδιοκτησία των Κοινών δεν έχουν ίσο μερίδιο μόνο οι σημερινοί άνθρωποι αλλά και οι μελλοντικές γενιές. Αυτοί που θα κληρονομήσουν από εμάς ένα φυσικό πλούτο που περιλαμβάνει το νερό που θα πίνουν, τον αέρα που θα αναπνέουν, τη γη που θα καλλιεργούν. Η επιβίωσή τους καθώς και η ποιότητα της ζωής τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις σημερινές μας ενέργειες.



    Η ανάγκη υιοθέτησης μιας νέας περιβαλλοντικής πολιτικής είναι επιτακτική, όμως είναι κοινή αντίληψη πως ό,τι και να γίνει η μόλυνση δεν μπορεί να μηδενιστεί. Είναι μέρος της εντροπίας του συστήματος, που δυστυχώς ή ευτυχώς πάντα θα υπάρχει. Ευθύνη μας είναι η μείωση του βαθμού μόλυνσης του περιβάλλοντος σε βιώσιμα πλαίσια. Επίσης, είτε μολύνουν το περιβάλλον είτε όχι, πολλές οικονομικές δραστηριότητες χρησιμοποιούν το κοινό μας πλούτο για τη προσφορά υπηρεσιών ή τη παραγωγή αγαθών και τη δημιουργία κέρδους (το οποίο, αν και για τη δημιουργία του χρησιμοποιήθηκε σα μέσο παραγωγής μέρος της σφαίρα των Κοινών, δεν διαμοιράζεται πίσω στην κοινωνία – έστω ένα μέρος αυτού – αλλά συσσωρεύεται στους λίγους). Ο ραδιοφωνικός σταθμός χρησιμοποιεί τις συχνότητες στον αέρα για τη λειτουργία του, ενώ οι υδροηλεκτρικές εταιρίες χρησιμοποιούν τον υδάτινο πλούτο για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία μετά θα πωλήσουν στους καταναλωτές. Επανερχόμενος σε ένα από τα ερωτήματα αυτού του αφιερώματος, θα προσπαθήσω να απαντήσω ανιχνευτικά με ποιο τρόπο μπορεί η περιβαλλοντική πολιτική να συνδεθεί με την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας.


    Βασιζόμενος σε όλες τις παραπάνω υποθέσεις, υποστηρίζω ότι μια νέα περιβαλλοντική πολιτική, που θα περιλαμβάνει τη θεσμοθέτηση της σφαίρας των Κοινών, μπορεί να συνεισφέρει στην καταπολέμηση της τοπικής και παγκόσμιας φτώχειας μέσω της θέσπισης ενός καθολικού εισοδήματος. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις, τα κράτη, ακόμη και οι ιδιώτες που μολύνουν το περιβάλλον με ποικίλους τρόπους (απόβλητα, πυρηνικές δοκιμές κ.α.) ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί και οι εταιρίες τηλεφωνίας που χρησιμοποιούν τον αέρα (γι’ αυτούς ο αέρας είναι μέσο παραγωγής) για τη μετάδοση των σημάτων τους, θα πληρώνουν ένα σημαντικό ποσό στο ταμείο των Κοινών, καθώς χρησιμοποιούν ή επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα μέρος του κοινού μας πλούτου. Τα χρήματα που θα συγκεντρώνονται στο παραπάνω ταμείο θα δημιουργούν ένα αποθεματικό, από το οποίο θα προέρχεται το βασικό καθολικό εισόδημα, που θα λαμβάνουν οι οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω κατάλληλων μηχανισμών πετυχαίνεται και η προστασία του περιβάλλοντος και η ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων. Ένα παράδειγμα προστασίας του περιβάλλοντος (πρόκειται για τη μείωση εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα) και παράλληλα συγκέντρωσης χρημάτων για ένα καθολικό εισόδημα αποτελεί το σύστημα cap and dividend που αναπτύσσεται από την οργάνωση Onthecommons. Η ιδέα πίσω από αυτή τη μέθοδο είναι σχετικά απλή: εκδίδονται περιορισμένες άδειες μόλυνσης (ανάλογα με τους επίσημους στόχους μείωσης) οι οποίες μέσα από δημοπρασία πωλούνται στους μολυντές, ενώ τα χρήματα δεν πηγαίνουν στις κυβερνήσεις αλλά διαμοιράζονται ισομερώς σε όλους τους πολίτες. Καθώς οι οικονομικά ασθενέστερες ομάδες είναι αυτές που μολύνουν λιγότερο, αυτές επωφελούνται περισσότερο από ένα τέτοια μέτρο σύμφωνα με τον Barnes. Με λίγα λόγια το cap and dividend είναι ένας τρόπος μείωσης των εκπομπών CO2 ενώ προστατεύει το εισόδημα των νοικοκυριών. Ο πυλώνας αυτού του συστήματος είναι ένα ίδρυμα (trust) το οποίο μπορεί να διευθύνεται είτε από τη κυβέρνηση, είτε από μια μη κερδοσκοπική εταιρία. Το ίδρυμα αυτό θα εκδίδει τις άδειες μόλυνσης και θα διαμοιράζει τα χρήματα που εισπράττει από τη δημοπρασία αυτών στους πολίτες.


    Η μορφή θεσμοθέτησης των Κοινών απαιτεί ενδελεχή συζήτηση και έρευνα. Κατά πρώτον, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία του θεσμού. Ποιοι θα διοικούν το κοινό ταμείο και πώς θα εκλέγονται; Επίσης εξετάζοντας την πρόταση αυτή μακροοικονομικά, θα πρέπει να ελέγχεται κατά πόσο τα μισθώματα αυτά που θα είναι υποχρεωμένες οι εταιρίες, οι επιχειρήσεις, οι δήμοι, τα κράτη κ.λ.π. να πληρώνουν στο κοινό ταμείο, δε θα δημιουργούν πληθωριστικές τάσεις μεταφέροντας το κόστος στον καταναλωτή. Επιπλέον, ένα επιχείρημα ενάντια στην πρόταση που διατυπώνεται σ’ αυτό το άρθρο, θα μπορούσε να είναι ότι ο αριθμός των χρημάτων, που θα εισρέουν στο κοινό ταμείο, φαίνεται να εξαρτάται κατ’ ανάλογο τρόπο από την έκταση της μόλυνσης που θα λαμβάνει χώρα. Είναι γεγονός ότι όσο μεγαλύτερο θα είναι το μέγεθος της μόλυνσης, τόσο περισσότερο θα πληρώνει ο «μολυσματικός παράγοντας». Αυτό βέβαια, θεωρητικά, αναγκάζει το «μολυσματικό παράγοντα» να μολύνει λιγότερο, καθώς περισσότερη μόλυνση συνιστά υψηλότερο μίσθωμα. Όταν όμως μειώνεται η μόλυνση πώς θα εξασφαλίζεται το καθολικό εισόδημα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δίνεται από την παρακάτω πρόταση: αν υποθέσουμε ότι για μόλυνση μεγέθους Α, η αξία του αποθεματικού του κοινού ταμείου είναι 100 χρηματικές μονάδες, 50 χρ.μ. θα διατίθενται σε 25 μερίσματα, σε 25 ανθρώπους, με αξία 2 χρ.μ./μέρισμα. Στη περίπτωση που το μέγεθος της μόλυνσης μειώνεται κατά το ήμισυ (δηλαδή Α/2), το αποθεματικό θα μειωθεί κατά το ήμισυ (δηλαδή 50 χρ.μ.) και πλέον θα διατίθεται ολόκληρο σε 25 μερίσματα ίδιας αξίας. Αν και το παραπάνω παράδειγμα είναι εξαιρετικά απλοϊκό, δείχνει τη σημασία του κατάλληλου προγραμματισμού για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινού ταμείου.


    Βέβαια όταν μιλάμε για ενδυνάμωση και θεσμοθέτηση της σφαίρας των Κοινών δεν περιοριζόμαστε στα φυσικά Κοινά. Η γνώση και η τεχνολογία, κτήμα των Κοινών, αποτελεί μέσο παραγωγής και μέσο πολιτισμού. Η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και τη πληροφορία και η υιοθέτηση αδειών ομότιμης ιδιοκτησίας για προϊόντα πνευματικής παραγωγής, συνεισφέρουν στην οικονομική ενίσχυση της σφαίρας των Κοινών, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα συζήτησης. Επίσης, το κοινό ταμείο θα μπορούσε να εξασφαλίσει πόρους και από άλλους τομείς, αλλά πάλι αυτό είναι έξω από τα όρια αυτού του κειμένου. Το παρόν άρθρου ήθελε να αναδείξει ένα νέο, ή μάλλον ακριβέστερα ένα ξεχασμένο, στόχο ενός εναλλακτικού πολιτικού αγώνα. Του αγώνα για τη θεσμοθέτηση και την ενδυνάμωση της σφαίρας των Κοινών. Η ιδέα του καθολικού εισοδήματος δεν πρόκειται για φιλανθρωπία. Πρόκειται απλά για τη διεκδίκηση αυτών που μας ανήκουν.



    Αναφορές

    [1] Επιλεγώ να μεταφράσω στα Ελληνικά τον όρο Commons ως «Κοινά», καθώς αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε στα κείμενά του ιδρύματος για τις ομότιμες εναλλακτικές. Όσο γνωρίζω δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία στην Ελληνική γλώσσα, πέρα από δύο αφιερώματα του πολιτικού περιοδικού Re-public στα οποία ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «κοινά αγαθά». Παρόλ’ αυτά προτιμώ τον όρο «Κοινά» χάριν συντομίας.

     

    [2] Thompson. Ε.P, (1968). The Making of the English Working Class, New York: The New Press; Thompson. Ε.P, (1968). (1993), Customs in Common, New York: The New Press; και Neeson, J.M., (1993), Commoners: Common right, Enclosure and Social Change in England, 1700-1820, Cambridge: Cambridge University Press.



    Αφιέρωμα: περιβαλλοντική δικαιοσύνη
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε