σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Μιχάλης Φραγκιάς- Συνδέοντας την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη: Ο καίριος ρόλος των πόλεων και η καλή αστική διακυβέρνηση


    Michail FragkiasΟι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.



    Η κλιματική αλλαγή και γενικότερα η παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή-το σύνολο των βιοφυσικών μεταβολών της γης, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας, που καθοδηγείται από ένα συμπλεκόμενο σύστημα ανθρώπινων και φυσικών διαδικασιών- είναι ευρέως τεκμηριωμένη και αναγνωρίζεται σήμερα ως πραγματικότητα από τη συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων. Αυτές οι παγκόσμιες αλλαγές μπορούν να γίνουν αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της αλλοίωσης της ατμόσφαιρας της γης και των ωκεανών (όπως αλλαγές στη σύνθεση της ατμόσφαιρας, συγκέντρωση όζοντος στη στρατόσφαιρα, εισροή υπεριωδών και κλίμα ) ή μπορούν να προκύψουν τοπικά αλλά τόσο εκτεταμένα ώστε να αποτελούν παγκόσμια αλλαγή (όπως αλλαγή στη χρήση γης, απώλεια βιολογικής ποικιλίας, βιολογικές εισβολές και αλλαγές στην ατμοσφαιρική χημεία).[1]


    Η κλιματική αλλαγή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο σε ό, τι αφορά τις πραγματικότητες της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής. Μέσα από τις προσπάθειες κοινοτήτων όπως η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και η 4η Έκθεση Αξιολόγησής της του 2007, ξέρουμε ότι η αύξηση στις παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες είναι αναμφισβήτητη κι ότι από τα μέσα του 20ού αιώνα είναι πολύ πιθανό (90-99% πιθανότητα) το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής να προκαλείται από τον άνθρωπο. Εκτός από τη γενική αύξηση των θερμοκρασιών, του επιπέδου της θάλασσας και της συχνότητας των φυσικών καταστροφών και των επιπέδων των οικονομικών απωλειών, το σύνολο των διαθέσιμων συντηρητικών προτύπων της κλιματικής αλλαγής δείχνει ότι είναι πολύ πιθανό οι ακραίες θερμότητες, οι μακρές περίοδοι ζέστης και τα κύματα καύσωνα να συνεχίσουν να είναι πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές. Ότι τα φαινόμενα ισχυρών βροχοπτώσεων θα είναι, επίσης, πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές, ότι είναι πιθανό να πλήττεται από την ξηρασία μια ακόμη μεγαλύτερη περιοχή του πλανήτη κι ότι οι μελλοντικοί τροπικοί κυκλώνες θα είναι πιο έντονοι, με μεγαλύτερες ταχύτητες ανέμων και ισχυρότερες βροχοπτώσεις αλλά αβέβαιο συνολικό αριθμό.[2]


    Αυτές οι επιστημονικές προβλέψεις έχουν τεράστια σημασία για την ανθρώπινη ασφάλεια και υγεία στο βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον, καθώς τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής εκδηλώνονται σε διαφορετικές τοποθεσίες. Ενώ η διεθνής πίεση για γρήγορη δράση έναντι των τεκμηριωμένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αυξάνεται, οι πληθυσμοί που η ζωή τους απειλείται εξαιτίας της μη αναστρέψιμης κλιματικής αλλαγής και των αναμενόμενων βραχυπρόθεσμων επιδράσεών της, πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται επιλογές προσαρμογής. Όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο έχει δυσανάλογες επιδράσεις στους φτωχούς μέσα από διαφορετικές κλίμακες- περιοχές, έθνη, πόλεις και γειτονιές. Ενώ είναι σαφές ότι οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής αγγίζουν τόσο τους νικητές όσο και τους ηττημένους, τα έθνη και οι πόλεις που έχουν κάνει τις περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου τα τελευταία 100 χρόνια δεν θα είναι αυτά που θα επωμιστούν το φορτίο των αρνητικών επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Τα ‘καλά’ και τα ‘κακά’ της κλιματικής αλλαγής που προκαλείται από τον άνθρωπο δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στους πληθυσμούς του ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Τα φτωχά έθνη και πληθυσμοί έχουν μειωμένη ή ανύπαρκτη προσαρμοστική ικανότητα που θα τους επέτρεπε να προστατευθούν από τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και συνεπώς αντιμετωπίζουν αυξημένα επίπεδα ευπάθειας. Ταυτόχρονα, οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο δεν έχουν συνήθως ισχυρή φωνή στην πολιτική αρένα, με αποτέλεσμα την αδύναμη εκπροσώπησή τους στη διαμόρφωση πολιτικής σε εθνικό και υπο-εθνικό επίπεδο.


    Οι συζητήσεις για την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή κατά καιρούς παραβλέπουν την παγκόσμια μεταστροφή από την αγροτική στην αστική ζωή, που αποτελεί μια καθοριστική παγκόσμια τάση τα τελευταία 100 χρόνια. Οι πόλεις έχουν γίνει σημαντικές ολότητες στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές σφαίρες. Η πιο πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τις Παγκόσμιες Προοπτικές Αστικοποίησης επισημαίνει ότι ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός ζει σήμερα σε πόλεις, σε σύγκριση με 30% πριν από πενήντα χρόνια και 10% πριν από εκατό χρόνια. Πιο σημαντικό, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του μελλοντικού παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι το 2020 προβλέπεται ότι θα προκύψει στις γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις φτωχών αφρικανικών και ασιατικών εθνών (περίπου 30% του συνόλου) καθώς και στη Λατινική Αμερική. Η Αφρική και η Ασία αστικοποιούνται σήμερα πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερο όγκο από τις υπόλοιπες περιοχές του κόσμου. Μολονότι ο αριθμός των μεγαλουπόλεων, πόλεων με πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, θα είναι αυξανόμενος, αναμένεται ότι θα περιλαμβάνουν περίπου το ίδιο ποσοστό του αστικού πληθυσμού στον κόσμο- γύρω στο 15%. Οι περισσότεροι από τους μελλοντικούς κατοίκους των αστικών κέντρων θα ζουν σε γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις, μεσαίου ή μικρού μεγέθους, του αναπτυσσόμενου κόσμου, και θα υφίστανται πολλές από τις σημερινές αστικές παθολογίες.[3]


    Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος, η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.


    Είναι σαφές, όμως, ότι σήμερα η αστικοποίηση προκύπτει γρηγορότερα και περισσότερο σε μέρη που βρίσκονται σε χαμηλότερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης και αντιμετωπίζουν γοργές δημογραφικές αλλαγές. Τα συστήματα της πόλης θα εξακολουθήσουν να επιδρούν δυσανάλογα στις ευαίσθητες οικολογικά περιοχές και συγκριτικά με άλλα συστήματα θα συμβάλουν στην απώλεια γεωργικής γης. Αστική ανάπτυξη αναμένεται σε παράκτια και άγονα οικοσυστήματα, ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής. Η εξάπλωση της αστικής ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα αποτελέσει κυρίαρχη τάση αλλά αυτό θα μπορούσε να ανατραπεί από την πρόσφατη άνοδο στην τιμή του πετρελαίου. Τα καυτά σημεία της αστικοποίησης στερούνται λειτουργιών όπως μόνιμη στέγαση, πρόσβαση σε βελτιωμένο νερό, βασικούς πόρους και συνθήκες υγιεινής ενώ είναι υπερπλήρη, με υψηλά επίπεδα ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τα θεσμικά περιβάλλοντα σε αυτά τα σημεία είναι αδύναμα, δεν υπάρχει κυριαρχία του νόμου και υπευθυνότητα, αλλά εκτεταμένη διαφθορά. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ‘δέσμες άγχους’ που αυξάνουν την πιθανότητα επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής.


    Οι αστικές περιοχές θεωρούνται κεντρικό στοιχείο στις αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή στη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών, λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων ευκαιριών και ρίσκων. Καθώς μέχρι το 2020 οι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο θα έχουν φτάσει, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες, τα 4 δις (τρία τέταρτα του πληθυσμού), η προσοχή εστιάζεται στο γεγονός ότι το 80% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από τις πόλεις. Το θετικό είναι ότι οι πόλεις είναι (ή μπορούν να είναι) τόποι οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας, σημαντικοί κόμβοι για τη σημερινή παγκοσμιοποίηση, σύνδεσμοι της παραγωγής και του εμπορίου και πύλες για την παγκόσμια οικονομία. Είναι επίσης δυνητικά αποτελεσματικοί χρήστες της υποδομής και των πόρων που οφείλονται σε οικονομίες κλίμακας, και προωθούν πιο αποτελεσματικές αστικές μορφές και λειτουργίες. Είναι ακόμη πρωταρχικοί χώροι παρέμβασης για την αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης, για τη μείωση των επιδράσεων της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η τοπική δράση στις μητροπολιτικές περιοχές έχει παγκόσμιες επιδράσεις. Λόγω της αυξημένης πυκνότητας των πληθυσμών, οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής όπως οι φυσικές καταστροφές, οι κρίσεις στην υγεία, οι διαταράξεις στην κοινωνική ζωή και την οικονομία γίνονται πολύ αισθητές σε σημαντικά υποσύνολα των εθνικών πληθυσμών.[4]


    Οι αλληλεπιδράσεις προς δυο κατευθύνσεις ανάμεσα στις αστικές περιοχές και την κλιματική αλλαγή έχουν καλλιεργήσει μια εντυπωσιακή ποικιλία αντιδράσεων στις αστικές περιοχές στη διάρκεια των τελευταίων ετών- διάφορες διεθνείς, περιφερειακές, εθνικές και τοπικές πρωτοβουλίες δημιουργήθηκαν σε μεγάλες πόλεις βιομηχανοποιημένων χωρών, εστιασμένες στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα, η Ένωση των Δημάρχων για την Προστασία του Κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημιουργήθηκε το 2001 με περισσότερες από 700 πόλεις-μέλη, αποτελεί εν μέρει μια αντίδραση στην απροθυμία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η κλιματική ομάδα C-40 των μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου, αρχικά υπό τον Δήμαρχο του Λονδίνου το 2005 με τη συμμετοχή 18 πόλεων, επεκτάθηκε σε παραπάνω από 40 μεγάλες πόλεις στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις, σε αντίθεση με τις αμερικανικές, δίνουν έμφαση σε μια κοινή προσέγγιση που εστιάζεται στην άμβλυνση όπως και στην προσαρμογή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσοχή έχει επικεντρωθεί σε πράξεις άμβλυνσης που επιδιώκουν στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου με ελάχιστη προσοχή μέχρι στιγμής στην προσαρμογή σε τοπικό επίπεδο.


    Στη χρονική περίοδο που θεωρείται σχετική με την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή, και τις διαδικασίες της κλιματικής αλλαγής, οι αντιδράσεις σε αυτό το φαινόμενο έρχονται μέσω τριών πρωταρχικών μέσων: τεχνολογία, θεσμική ανάπτυξη και αλλαγή, καθώς και αλλαγές συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Παρόλο που οι τεχνολογικές ανακαλύψεις είναι πολύ σημαντικές (και οι πόλεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές ως κέντρα τεχνολογικής καινοτομίας) η θεσμική ανάπτυξη στις μητροπολιτικές περιοχές αξίζει αυξημένης προσοχής- σαφές σημάδι καλής αστικής διακυβέρνησης.[5]


    Η αποκεντρωμένη διακυβέρνηση, που προέκυψε μέσα από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, τον εκδημοκρατισμό και τα οικονομικά αναπτυξιακά προγράμματα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο και τις ικανότητες των πόλεων να αυτοδιοικούνται και, τουλάχιστον θεωρητικά, επιτρέπει μια πιο ενημερωμένη κοινωνική επιλογή (όπως δημόσιες μεταφορές, αστική αναπτυξιακή πυκνότητα, ρεαλιστικές αναπτυξιακές προσδοκίες και μείωση των φτωχογειτονιών) και πιο αποτελεσματική και βιώσιμη χρήση των τοπικών πόρων (όπως υπηρεσίες προστασίας του οικοσυστήματος και των ευαίσθητων γαιών). Η πιο αποτελεσματική αστική διακυβέρνηση αποτελεί κλειδί για την αστικο-περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με δεδομένες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αστικοποίησης και του τοπικού, περιφερειακού και παγκόσμιου περιβάλλοντος, στην καρδιά της περιεκτικής ατζέντας για την αστική βιώσιμη έρευνα. Η επίτευξη καλής αστικής διακυβέρνησης μπορεί να προωθήσει περαιτέρω τις ενέργειες άμβλυνσης και προσαρμογής αλλά και να δώσει μια ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας την κλιματική αλλαγή σε θεμελιακό επίπεδο.


    Οι ερευνητές έχουν συνοψίσει τις προκλήσεις και τα οράματα για μια καλή αστική διακυβέρνηση, που είναι πολύ σημαντική για τον σχεδιασμό ενός βιώσιμου αστικού μέλλοντος. Θεσμοί και οργανώσεις, όπως η Επιτροπή Εθνικών Ακαδημιών των Ηνωμένων Πολιτειών για τον Πληθυσμό και το Περιβάλλον και η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της Έκθεσή της για την Παγκόσμια Ανάπτυξη, επισημαίνουν παράγοντες όπως η ικανότητα μιας τοπικής κυβέρνησης να παράσχει κατάλληλες δημόσιες υπηρεσίες στους πολίτες της (ικανότητα), με τη συγκέντρωση και διαχείριση ικανοποιητικού εισοδήματος (οικονομία), με τον χειρισμό αποκλίσεων, κατακερματισμού και ανισοτήτων μεταξύ πόλεων (διαφορά), όπως και της αυξανόμενης αστικής βίας και του εγκλήματος (ασφάλεια). Με τον χειρισμό, επίσης, της αυξανόμενης πολυπλοκότητας σε ό, τι αφορά τη διαχείριση του μωσαϊκού που έχει στη δικαιοδοσία της, καθώς οι πόλεις αυξάνουν σε πληθυσμό και έκταση (εξουσία). Μοιράζονται την ευθύνη και συντονίζουν την ενίσχυση και διασύνδεση των παικτών σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης (μοίρασμα ευθυνών και συντονισμού), προσφέρουν ευρεία συμμετοχή στη στρατηγική για την κατανόηση και την οικοδόμηση συναίνεσης, παρακινούν πράξεις και προσπάθειες για την αποτίμηση της προόδου (συμμετοχική διακυβέρνηση) και δίκτυα για επικοινωνίες και οικοδόμηση ικανότητας μεταξύ επαγγελματιών και επιτηρητών (οικοδόμηση δικτύων). Παλιά και τρέχοντα προγράμματα του International Human Dimensions Programme για την Παγκόσμια Περιβαλλοντική Αλλαγή συστήνουν να δίνεται προσοχή στα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κλίμακα προσαρμογής/ταιριάσματος και την αλληλεπίδραση μεταξύ (πολιτικών) θεσμών και Συστήματος της Γης, καθώς και στις διαστάσεις της αρχιτεκτονικής, της δράσης, της προσαρμοστικότητας, της υπευθυνότητας, της πρόσβασης και της κατανομής στην αστική κλίμακα της διακυβέρνησης του Συστήματος της Γης. Η ομάδα της Resilience Alliance προωθεί την ιδέα μιας συμμετοχικής αστικής διακυβέρνησης με ευέλικτη, ανοιχτή στη μάθηση, διαχείριση, που μπορεί να αποφύγει τις ακαμψίες που ενδέχεται να προκύψουν κατά την κατάρρευση των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.[6]


    Τέλος, η σύγχρονη πολιτική οικονομία- στην καρδιά της διεπιστημονικής κοινωνικής επιστήμης- πρεσβεύει ότι η ιδέα της καλής διακυβέρνησης απαιτεί μια ισορροπημένη άποψη για την κυβέρνηση- μια κυβέρνηση που λειτουργεί υπό το διορθωτικό πλαίσιο στις αποτυχίες της αγοράς αλλά που ανταποκρίνεται επίσης στις κυβερνητικές αποτυχίες. Μια καλή αστική διακυβέρνηση έχει ως προαπαιτούμενο τη συνειδητοποίηση της διασύνδεσης σχέσεων και ευκαιριών για τη στρατηγική αλληλεπίδραση μεταξύ όλων των παικτών και των επιτηρητών που υπάρχουν στη σφαίρα της αστικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη θεσμική διασύνδεση των μεγάλων παγκόσμιων αλλαγών των τελευταίων 150 χρόνων, που προκλήθηκαν από τον άνθρωπο και χαρακτηρίζονται για τον, χωρίς προηγούμενο, γοργό ρυθμό τους.


    Notes

    [1] Βλ. Vitousek, P. M. (1992). Global environmental change: an introduction. Annual Review of Ecology and Systematics, 23, 1-14.

     

    [2] IPCC. (2007). Climate Change 2007: The Physical Science Basis. Contribution of Working Group I to the Fourth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change. Cambridge, United Kingdom and New York, NY, USA: Cambridge University Press.

     

    [3] UN. (2008). World urbanization prospects: the 2007 revision. New York: UN Press.

     

    [4] Sánchez-Rodríguez, R., Seto, K. C., Simon, D., Solecki, W. D., Kraas, F., & Laumann, G. (2005). Science Plan: Urbanization and Global Environmental Change (No. 15). Bonn Germany: IHDP.

     

    [5] Wilbanks, T. J., Kirshen, P., Quattrochi, D., Romero-Lankao, P., Rosenzweig, C., Ruth, M., et al. (2007). Effects of global change on human settlements.Unpublished manuscript.

     

    [6] Redman, C. L., & Jones, N. S. (2005). The environmental, social, and health dimensions of urban expansion. Population and Environment, 26(6), 505-520.



    Αφιέρωμα: περιβαλλοντική δικαιοσύνη
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε