σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Philip Sarre – Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη απαιτεί οικονομική μεταρρύθμιση


    green drops Η περιβαλλοντική αλλαγή και η φτώχεια στον πλανήτη προκαλούνται από τον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, που εξαρτάται από τον τρόπο διοίκησής της. Η περιορισμένη επιτυχία των πρωτοβουλιών της διεθνούς πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και/ή την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί θέτουν ως προτεραιότητα οικονομικούς στόχους, όλο και περισσότερο μέσα στο πλαίσιο της ‘ελεύθερης αγοράς’.



    Όποια κι αν είναι η συναίνεση μεταξύ των προοδευτικών, ελάχιστη πρόοδος θα σημειωθεί προς την κατεύθυνση της κοινωνικής ή περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, εάν δεν αποκαταστήσουμε τη δημοκρατική ρύθμιση των αγορών. Αυτό απαιτεί την αντιστροφή της πολιτικής και οικονομικής αλλαγής μιας τριακονταετίας και θα αντιμετωπίσει την αδυσώπητη εχθρότητα όσων πιστεύουν ή έχουν αποκομίσει κέρδη από τη σημερινή μορφή οικονομικής διοίκησης. Για ν’ αρχίσουμε να το κάνουμε, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πώς η ορθοδοξία του σήμερα κατάφερε να νικήσει το προηγούμενο σύστημα, πώς ξεπέρασε την πιο σημαντική διεθνή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και αναπτυξιακών προβλημάτων και πώς τελικά έγινε ευάλωτη.


    Από το 1944 μέχρι το 1977, το σύστημα του Bretton Woods συνδύασε την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου με τη διατήρηση σταθερών συναλλαγματικών τιμών μέσω ελέγχων στην κίνηση του κεφαλαίου. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε η πιο γρήγορη οικονομική ανάπτυξη στην ιστορία, την οποία βίωσαν οι χώρες του δεύτερου και τρίτου κόσμου, όπως και του πρώτου. Στις ανεπτυγμένες χώρες, η δημοκρατική πίεση έκανε τις κυβερνήσεις να παρεμβαίνουν στην οικονομία για να ενισχύσουν την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόνοια, παρέχοντας υψηλά κριτήρια διαβίωσης και μειώνοντας την ανισότητα. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1070, οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου και οι υψηλές κυβερνητικές δαπάνες έφεραν τον πληθωρισμό και οικονομική κρίση. Ένα από τα πρώτα θύματα ήταν το σύστημα Bretton Woods, καθώς το 1971 οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήργησαν τη συνάρτηση δολαρίου και χρυσού και έθεσαν τέρμα στην περίοδο των καθορισμένων συναλλαγματικών τιμών.


    Η φύση της νέας ορθοδοξίας έγινε σαφής στη δεκαετία του 1980, όταν οι κυβερνήσεις Θάτσερ και Ρήγκαν ηγήθηκαν της εφαρμογής αυτών που σήμερα ονομάζονται ‘φιλελεύθερες πολιτικές’.[1] Απέδωσαν τα προβλήματα της δεκαετίας του 1970 στην παρέμβαση του κράτους και υποστήριξαν ότι η λύση βρισκόταν στην πολιτική της ελεύθερης αγοράς. Έκαναν περικοπές στους προϋπολογισμούς και τους φόρους, περιόρισαν τη δραστηριότητα των συνδικάτων, απελευθέρωσαν τις αγορές, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιαγορών, και ιδιωτικοποίησαν τις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Την πολιτική τους ακολούθησαν πολλές κυβερνήσεις, μερικές από επιλογή, άλλες επειδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια τράπεζα απαιτούσαν αυτού του είδους τις αλλαγές από τις χώρες που ζητούσαν τη βοήθειά τους. Αυτό το νέο καθεστώς είχε άμεση επίδραση τόσο στο περιβάλλον όσο και στην ανισότητα, από τη στιγμή που η αυξανόμενη έμφαση στον ανταγωνισμό και το κέρδος έκαναν τις κυβερνήσεις όλο και πιο απρόθυμες να πληρώνουν πάνω απ’ το μίνιμουμ για ακατέργαστες ύλες, εργατικά χέρια, έλεγχο της ρύπανσης και των φόρων.


    Μια κρίσιμη πρόκληση ήρθε μετά το 1983, όταν τα Ηνωμένα Έθνη ίδρυσαν την World Commission on Environment and Development (Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη), με επικεφαλής την πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας Gro Brundtland. Η αναφορά της διέγνωσε μια σειρά από συνδεδεμένες μεταξύ τους περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές κρίσεις και ανέφερε ότι ‘η ανισότητα είναι το κύριο “περιβαλλοντικό” πρόβλημα στον πλανήτη και το κύριο ‘αναπτυξιακό’ του πρόβλημα’.[2] Ήταν κριτική ως προς τα αποτελέσματα της διεθνούς οικονομίας: ‘η απαίτηση από σχετικά φτωχές χώρες να μειώσουν τα κριτήρια διαβίωσης, να δεχτούν την αύξηση της φτώχειας και να εξαγάγουν αυξανόμενες ποσότητες σπάνιων πόρων για να διατηρήσουν την εξωτερική δανειοληπτική τους ικανότητα, αντανακλά προτεραιότητες που ελάχιστες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις μπορούν να ανεχτούν για πολύ καιρό’.[3] Σημείωνε επίσης ότι για την ανάπτυξη στις πλούσιες χώρες είχαν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά πολλοί πόρους και δημιουργηθεί πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα.


    Η Επιτροπή αντιπαρέθεσε δυο προσεγγίσεις στην περιβαλλοντική πολιτική, με μια ‘ στάνταρ ατζέντα’ για τα αποτελέσματα και τα συμπτώματα, αλλά η προσέγγισή τους επικεντρώθηκε στις αιτίες των προβλημάτων.[4] Οι συστάσεις τους ήταν ριζοσπαστικές, καθώς έδιναν προτεραιότητα στους φτωχούς μέσω εστίασης στις ανάγκες στον ορισμό τους για τη βιώσιμη ανάπτυξη ως ‘ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλοντικών γενιών να ανταποκριθούν στις δικές τους ανάγκες’.[5] Το τελευταίο κεφάλαιο που αφορούσε την εφαρμογή έδινε έμφαση στις εθνικές πολιτικές και θεσμούς, στις περιφερειακές και παγκόσμιες οργανώσεις, ειδικά στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών κοινοτήτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Υπήρχε ελάχιστη έμφαση στον ιδιωτικό τομέα, μολονότι η ‘αυξημένη συνεργασία με τη βιομηχανία’ και η ανάγκη ‘ενθάρρυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων’ περιλαμβάνονταν. Εάν οι προτάσεις αυτές είχαν γίνει το 1972, οι περισσότερες θα είχαν φανεί απολύτως λογικές, και μπορεί να είχαν υιοθετηθεί, αλλά στο τέλος της δεκαετίας του 1980 έρχονταν σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία.


    Συνεπώς, όπως έδειξε ο Bernstein (2001) στο σχολαστικά τεκμηριωμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του, η ανάλυση του Brundtland υπονομεύτηκε από έναν διαφορετικό τρόπο επίλυσης των αντιφάσεων μεταξύ περιβαλλοντικής και οικονομικής ανάπτυξης.[6] Εργασίες οργανισμών όπως η Environment Directorate (Διεύθυνση Περιβάλλοντος) του ΟΟΣΑ, το US Project 88 κι ακόμη και η UNCTAD εισηγούντο ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούσαν να χειριστούν τα περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα εάν η αποτυχία της αγοράς επανορθωνόταν. Για να γίνει αυτό, όλοι οι πόροι έπρεπε να είναι ιδιωτικοί έτσι ώστε οι ρυπαντές να είναι υπεύθυνοι για τις εξωτερικές επιδράσεις που δημιουργούν. Τα κράτη θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την κατάργηση των διαστρεβλωτικών επιδοτήσεων της αγοράς των δασμών. Μέχρι να γίνει η Διάσκεψη για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, στο Ρίο, το 1992, οι ελεύθερες αγορές έμοιαζαν συμβατές, ακόμη και αναγκαίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8.31 (c) στην Ατζέντα 21-‘Να συμπεριληφθεί, όταν χρειάζεται, η χρήση των αρχών της αγοράς στο πλαίσιο των οικονομικών εργαλείων και πολιτικών, για να συνεχιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη’. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η διάσκεψη του Ρίο δεν απογύμνωσε μόνο την βιώσιμη ανάπτυξη από τον ριζοσπαστισμό της, αλλά παρήγαγε ακόμη περισσότερη πίεση για ιδιωτικοποίηση και ‘marketisation’, παρόλο που στην πράξη αποδείχτηκε αδύνατο να ιδιωτικοποιηθούν όλοι οι πόροι ή να κληθούν όλοι οι ρυπαντές να πληρώσουν.


    Τα επόμενα 16 χρόνια, τα αποτελέσματα της χρήσης των νεοφιλελεύθερων αρχών για τη διοίκηση της παγκόσμιας οικονομίας έγιναν ορατά. Η μεγαλύτερη απελευθέρωση του εμπορίου ωφέλησε τις πλούσιες, διακρατικές εταιρίες και τους καταναλωτές των χωρών με υψηλό εισόδημα, γύρω στις 10 ‘αναδυόμενες αγορές’, κυρίως ασιατικές χώρες με υψηλά ποσοστά αποταμίευσης και ‘αναπτυξιακά κράτη’, καθώς και εξαγωγείς πετρελαίου, όχι όμως εξαγωγείς άλλων μεταλλευμάτων, που υποφέρουν από την ‘κατάρα των πόρων’.


    Το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα συγκεντρώνει κεφάλαια σε παράκτια οικονομικά κέντρα και χώρες με υψηλό εισόδημα και το αντλεί από χώρες με χαμηλό εισόδημα, μέσω της φυγής των κεφαλαίων και μέσω χειρισμών στο κόστος μεταφοράς, αποστερώντας τις από επενδυτικά κεφάλαια και καθυστερώντας την ανάπτυξή τους.[7] Οι καθαρές ροές χρήματος ήταν ευκαιριακές, συμβάλλοντας σε πιο συχνές και ευρύτερες οικονομικές κρίσεις με καταστροφικά αποτελέσματα για τη Ρωσία και την Αργεντινή, και σοβαρές αναστολές για ορισμένες από τις αναπτυσσόμενες με γρήγορους ρυθμούς ασιατικές οικονομίες στη δεκαετία του 1000. Οι ανοιχτές κεφαλαιαγορές υπονομεύουν τη δημοκρατία, καθώς οι κυβερνήσεις γίνονται απρόθυμες να παρεμβαίνουν στις αγορές για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς σκοπούς, και όσες το επιχειρούν δέχονται πιέσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις χρηματαγορές.


    Από το τέλος της δεκαετίας του 1990, η κυβερνητική δέσμευση στη νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση αποτέλεσε εμπόδιο για αρκετές προοδευτικές πρωτοβουλίες, Η πρόοδος σε ό, τι αφορά την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας υπήρξε αργή. Η Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ επιβεβαίωσε ότι οι περιβαλλοντικές επιδιώξεις που ορίστηκαν στη Στοκχόλμη και το Ρίο είχαν πολύ αργή πρόοδο. Παρά την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι σοβαρές, η πρόοδος μετά το Κυότο υπήρξε αργή, ακόμη κι αρνητική.


    Έγινε επίσης σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι αποτελεσματικός τρόπος διοίκησης της οικονομίας. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη υπήρξε πιο αργή μεταξύ 1973-2003 παρά υπό το σύστημα Bretton Woods 1950-73 (3.17% ανά έτος έναντι 4.9%) και πολύ πιο άνιση μεταξύ χωρών και ηπείρων,[8] όπως και εντός ορισμένων κρατών.[9] Οι ερευνητές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου συμπέραναν ότι η φιλελευθεροποίηση της κεφαλαιαγοράς δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε αρκετή για να δημιουργήσει γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.[10] H UNDP προσφέρει πακέτα εκπαίδευσης στην εθνική οικονομική διοίκηση που υποστηρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε οριστικά στην προώθηση της ανάπτυξης και συστήνουν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές, προκειμένου να προωθηθεί η θεσμική ανάπτυξη και επένδυση στους ανθρώπους.[11]

    Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν τροποποιήσει την πολιτική τους και έχουν δεχτεί ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να υπάρξει ανάπτυξη, να αντιμετωπιστεί η φτώχεια και να ενθαρρυνθεί η ‘κυριότητα της χώρας’ σε ό, τι αφορά την οικονομική πολιτική, όταν η οικοδόμηση θεσμών και η καλή διακυβέρνηση αναγνωρίζονται τώρα ως θετικές, μολονότι δεν είναι σαφές σε πιο βαθμό έχει αλλάξει η συμπεριφορά τους.


    Η τελευταία αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού παρέχει την ευκαιρία για αμφισβήτησή του στην αγγλο-αμερικάνικη γη του, καθώς η πρόσφατη αστάθεια βρίσκεται μάλλον στην καρδιά του συστήματος παρά σε μακρινές χώρες. Η κρίση αυτή, που προκλήθηκε από απρόσεκτο, ίσως δόλιο, δανεισμό και χρεόγραφα από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, προκάλεσε πιστωτική κρίση, τραπεζικές απώλειες και αποτυχίες που απαιτούν λύσεις από κεντρικές τράπεζες και κυρίαρχα οικονομικά ιδρύματα. Ακόμη χειρότερα, από τη στιγμή που οι άλλες επενδύσεις έπαψαν να είναι ελκυστικές, οι κερδοσκόποι επενδυτές στράφηκαν στους φυσικούς πόρους, συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων και πλήττοντας παντού τους ανθρώπους.


    Τώρα είναι η ευκαιρία και η δικαίωση για τους ανθρώπους και τους πολιτικούς να ζητήσουν να τεθεί τέρμα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε εθνικά και διεθνή επίπεδα και να αποκαταστήσουν στα κράτη και τις διεθνείς οργανώσεις την ελευθερία να αναπτύσσουν πολιτικές που προωθούν την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Δεν θα είναι εύκολο, καθώς ισχυρά συμφέροντα κερδίζουν από τον νεοφιλελευθερισμό, που ορισμένες από τις ρήσεις του είναι περιχαρακωμένες σε συντάγματα και συνθήκες.


    Εάν δεν το κάνουμε, όμως, η κλιματική αλλαγή, η ανισότητα και η αδικία θα επιταχυνθούν.



    Αναφορές

    [1] Βλ. David Harvey, A brief history of neoliberalism (Oxford: Oxford University Press, 2005).

     

    [2] Βλ. World Commission on Environment and Development, Report of the World Commission on Environment and Development: Our Common Future (Oxford: Oxford Universaity Press, 1987), σ. 6.

     

    [3] Οπ., σ. 75.

     

    [4] Οπ., σ. 310.

     

    [5] Οπ., σ. 43.

     

    [6] Βλ. Steven Bernstein, The compromise of liberal environmentalism (New York: Columbia UP, 2001).

     

    [7] Βλ. Philip Sarre, “Understanding the geography of international finance” Geography Compass 1, no. 5 (2007): 1076-1096

     

    [8] Βλ. Angus Maddison, Contours of the world economy 1-2030 AD (Oxford: Oxford University Press, 2007).

     

    [9] Βλ. Joseph Stiglitz, Making globalisation work: next steps to global justice (London: Allen Lane/ Penguin, 2006).

     

    [10] Βλ. Eswar S. Prasad et al, Effects of financial globalization on developing countries: some empirical evidence (IMF: IMF Working paper, 2003).

     

    [11] Βλ. Gerald Epstein and Ilene Grabel, Financial Policy Training Manual No 3 (UNDP International Policy Centre Brasilia Brazil, 2007).



    Αφιέρωμα: περιβαλλοντική δικαιοσύνη
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    3 Σχόλια »

    3 σχόλια

    1. Ο/Η ΜΚ :
      December 14th, 2010 at 14:20

      Ενδιαφέρον άρθρο..προφανώς αναφέρεστε :

      στην πρώην πρωθυπουργό Νορβηγίας Gro Brundtland
      και όχι στον (γένους θηλυκού) και όχι Gro Bruntland (λείπει το d)

      παραθέτω από το κείμενο “με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας Gro Bruntland” για να αντιληφθείτε τις αντίστοιχες διορθώσεις.

      Ενδιαφέρουσες πληροφορίες με έγκυρες πηγές .. μονάχα ο τίτλος με αποπροσανατολίζει λιγάκι..θεώρησα πως το άρθρο θα διαπραγματευόταν κάτι σχετικό με τη “διαγενεακή ισότητα” – “intergenerational equity”.

      Με εκίμηση
      ΜΚ


    2. Ο/Η Editors - Re-public :
      December 14th, 2010 at 18:39

      @MK

      ευχαριστούμε για τις παρατηρήσεις. Διορθώσαμε το λάθος.


    3. Ο/Η Τ.Ο Πεύκων Θεσσαλονίκης » Philip Sarre – Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη απαιτεί οικονομική μεταρρύθμιση :
      February 20th, 2011 at 23:57

      […] …..περισσοτερα WordPress Theme .::. ΠΑΣΟΚ Ανοιξη .::. Υλοποιημένο από το Τμήμα Διαδικτύου, Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών ΠΑΣΟΚ To περιεχόμενο (εκτός από αυτό που προέρχεται από τρίτες πηγές) διατίθεται με την άδεια Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 Ελλάδα. […]


    σχολίασε