σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Stephanie Posthumus – Διατυπώνοντας τη Γαλλική οικο-διαφορά: Μια σύντομη επισκόπηση


    Stephanie PosthumusΣτο Le Retour au contrat naturel ( Η Επιστροφή στη φυσική σύμβαση), ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Serres υποστηρίζει ότι η Γη, παγκόσμιο αντικείμενο από τότε που μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε από απόσταση απ’ το διάστημα, έγινε προοδευτικά ένα παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο, το οποίο εισέρχεται στις διεθνείς συζητήσεις εξαιτίας φαινόμενων όπως η κλιματική αλλαγή και η τρύπα του όζοντος που απαιτούν δράση σε διεθνή κλίμακα.[1] Χωρίς να αρνούμαι τη σημασία της ερμηνείας που δίνει ο Serres για τη Γη ως παγκόσμιο υποκείμενο ούτε τη συνάφεια της έννοιας του για τη φυσική σύμβαση, θα ήθελα να εξερευνήσω ορισμένες από τις πολιτιστικές διαφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια ομάδα κάνει διάλογο με τη Γη. Σε αυτό το άρθρο, θα επικεντρωθώ στις γαλλικές αντιλήψεις και συζητήσεις για το περιβάλλον.



    Αρχίζοντας, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η λέξη ‘περιβάλλον’, όπως χρησιμοποιείται στη Γαλλία, είναι αμφιλεγόμενη. Μολονότι η αρχική της σημασία είναι οποιοδήποτε περιφραγμένος χώρος (‘enceinte’), η λέξη εισήχθη ξανά στη γαλλική γλώσσα στη δεκαετία του 1960 ως μετάφραση της αγγλικής λέξης ‘ περιβάλλον’ και αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στην ομάδα των στοιχείων που φτιάχνουν τις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εξελίσσονται οι άνθρωποι.[2] Ωστόσο, η λέξη αυτή δεν είναι αποδεκτή από όλους. Ο Michel Serres, για παράδειγμα, ασκεί κριτική στον όρο αυτό επειδή επικεντρώνεται στον άνθρωπο, ενώ αρνείται την αγγλόφωνη έννοια καθώς και τη βορειοαμερικανική environmentalism (περιβαλλοντιστικό’) που συνδέεται μ’ αυτήν.[3] Σύμφωνα με τον Kerry Whiteside, η γαλλική πολιτική οικολογία διαχωρίζεται από το αγγλόφωνο environmentalism επειδή αρνείται να επικεντρωθεί σε μια νέα ανθρώπινη ηθική για τη φροντίδα της φύσης. Εν συντομία, η φύση και ο άνθρωπος θεωρούνται, σε τελευταία ανάλυση, πάντοτε και αναγκαστικά, συνυφασμένοι.


    Ένας πρόσφατος ανασχηματισμός των γαλλικών υπουργείων μετέτρεψε το ‘Υπουργείο Οικολογίας και διαρκούς Ανάπτυξης’ (2002) (προηγουμένως ‘Υπουργείο Περιβάλλοντος’- 1971) σε ‘Υπουργείο Οικολογίας, Ενέργειας, διαρκούς Ανάπτυξης και Χωροταξίας’ (2007). Αυτό που μοιάζει με απλή εξέλιξη της πολιτικής σκηνής είναι, θα έλεγα, η ‘γαλλοποίηση’ ενός περιβαλλοντικού κινήματος που εισήχθη από τη Βόρεια Αμερική. Μολονότι οι Γάλλοι επιχείρησαν αρχικά να ακολουθήσουν το βορειοαμερικανικό παράδειγμα, δημιουργώντας το πρώτο εθνικό πάρκο τους το 1963 (το Yellowstone National Park ιδρύθηκε το 1872), οι σημερινές πολιτικές τους αντανακλούν την ιστορία της διατήρησης φυσικών χώρων στη Γαλλία, όπου τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οικολογία και το περιβάλλον συνδέονται με θέματα πολιτισμού, ιδιοκτησίας και οικονομικού σχεδιασμού.


    Ένα βασικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ο ρόλος της ανθρώπινης προοπτικής στην αναδιαμόρφωση φυσικών χώρων. Μετά την προστασία των ιστορικών μνημείων στη Γαλλία (1887), παρόμοιοι νόμοι θεσπίστηκαν για την προστασία –όχι ανεκμετάλλευτων, άγριων περιοχών, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες- αλλά τοπίων ως φυσικά μνημεία. Υπό την επιρροή καλλιτεχνών του τοπίου και συγγραφέων, οι νόμοι αυτοί αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της ομορφιάς μιας συγκεκριμένης θέας που συμπεριλάμβανε συχνά ανθρώπινα στοιχεία.[4] Όπως εξηγεί ο Larrere, οι Γάλλοι ήθελαν να διατηρήσουν την πολιτιστική κληρονομιά (‘patrimoine’) για τις μέλλουσες γενιές (δάση, παράκτιες περιοχές, αλλά επίσης καλλιεργημένα αγροκτήματα, πλατείες χωριών).[5] Στη Γαλλία, η φύση ήταν και εξακολουθεί να πλαισιώνεται με όρους τοπίου και πολιτιστικής κληρονομιάς. (Βλέπε, για παράδειγμα, το έργο των θεωρητικών ‘paysagistes’ Augustin Berque και Alain Roger που επιμένουν, μερικές φορές μανιωδώς, ότι οι Γάλλοι πρέπει να εργαστούν για να (ανα)δημιουργήσουν το ‘τοπίο’, όχι το ‘περιβάλλον’.[6]


    Για την περιβαλλοντική ηθική αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κλάδος φιλοσοφίας που λειτουργεί υπό τον τίτλο ‘περιβαλλοντικός’ στη Γαλλία.[7] Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί φιλόσοφοι που το έργο τους είναι εμφανώς οικολογικό: οι Felix Guattan, Bruno Latour, Catherine & Raphael Larrere και Michel Serres, για να ονομάσουμε κάποιους απ’ αυτούς. Γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της γαλλικής οικο-φιλοσοφίας και της βορειοαμερικανικής περιβαλλοντικής φιλοσοφίας, η Catherine Larrere υποστηρίζει πολλές πτυχές της ηθικής της γης του Aldo Leopold, συμπεριλαμβάνοντας όμως τόσο το βιολογικό όσο και το πολιτιστικό στοιχείο στην ηθική της για την ποικιλία. Εκφράζοντας μια φαινομενικά πολύ διαφορετική άποψη, ο Bruno Latour τάσσεται υπέρ μιας πιο τεχνικής, πιο ανθρώπινης, πιο φροντισμένης φύσης. Ωστόσο, η κραυγή του για μια στρατευμένη χρήση της τεχνολογίας με στόχο την καλύτερη φροντίδα της φύσης, απηχεί από πολλές απόψεις την έκκληση της Larrere για το ‘bon usage’ (καλή/σοφή χρήση) της φύσης και τη φυσική σύμβαση του Serres ως τρόπο εξισορρόπησης της σχέσης της ανθρωπότητας με τον κόσμο.


    Τι να τις κάνουμε, λοιπόν, τις φαρμακερές κριτικές της πράσινης πολιτικής και φιλοσοφίας που ασκούν Γάλλοι στοχαστές όπως οι Jean Baudrillard, Gerard Bramoulle και Luc Ferry; Οι επιθέσεις τους μοιάζουν να αποτελούν μια ενδιαφέρουσα μορφή λανθασμένης αναγνώρισης (και υπεραπλούστευσης, αλλά αυτό το αφήνω για ένα μεγαλύτερο άρθρο). Οι Baudrillard, Bramouille και Ferry κάνουν λάθος θεωρώντας τις γαλλικές οικο-φιλοσοφίες ως βαθιά οικολογία, κατά το βορειοαμερικανικό πρότυπο, που θεωρεί τους ανθρώπους περιττούς στην πορεία αποκατάστασης της φύσης στην ‘αρχική’ της κατάσταση.[8] Η σφοδρή αντίδραση αυτών των τριών Γάλλων στοχαστών σε οποιοδήποτε είδος ‘πρασινοποίησης’ δείχνει σαφώς πόσο βαθιά είναι ριζωμένος ο ανθρωπισμός στη γαλλική ψυχή. Με αρνητικό τρόπο, ασπάζονται και αυτοί τη γαλλική οικο-διαφορά που αντιστέκεται στον αποκλεισμό ή την απόσπαση του ανθρώπινου στοιχείου από μια άποψη του κόσμου.


    Η αρχή της ανθρώπινης ενσωμάτωσης εξηγεί την περίεργη έλλειψη ενδιαφέροντος για οικοκριτικές προσεγγίσεις από την πλευρά των Γάλλων λόγιων και θεωρητικών. Μολονότι η οικοκριτική, η μελέτη των πολιτιστικών απεικονίσεων της φύσης από οικολογική άποψη, είναι μια σημαντική εναλλακτική θεωρία στη Βόρεια Αμερική, έχει περάσει απαρατήρητη στη Γαλλία. Μπορούμε πρώτα απ’ όλα να υποθέσουμε ότι η οικοκριτική είναι τόσο ριζωμένη στις βορειοαμερικανικές απόψεις για το περιβάλλον που δεν μπορεί να περάσει τα εθνικά σύνορα. Ωστόσο υπάρχουν σήμερα ομάδες οικοκριτικών λόγιων στην Ευρώπη ( στη Γερμανία, για παράδειγμα), στην Ινδία, την Ιαπωνία και την Κορέα. Γιατί, λοιπόν, η Γαλλία παραμένει εξαίρεση;


    Σε ένα από τα θεωρητικά κείμενα με οικοκριτική βάση, ο Lawrence Buell συνηγορεί υπέρ ενός νέου φιλολογικού ρεαλισμού που ωθεί τις οικολογικές απεικονίσεις του φυσικού κόσμου στο επίκεντρο της φιλολογικής γραφής. Ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να μοιάζει άκριτο για τους Γάλλους θεωρητικούς της φιλολογίας που είναι εμποτισμένοι με την παράδοση του ‘nouveau roman’ και της ‘ere du soupcon’ και εξαιρετικά καχύποπτοι για οποιαδήποτε φιλολογική θεωρία υποστηρίζει την καθιέρωση μιας διαφανούς, απλής σύνδεσης ανάμεσα στον κόσμο του κειμένου και τον κόσμο έξω απ’ αυτό. Στην πραγματικότητα, οι ελάχιστοι Γάλλοι λόγιοι που μελετούν τα αμερικανικά κείμενα για τη φύση επιμένουν στις ρητορικές και αφηγηματικές πλευρές τους, σα να θέλουν να θυμίσουν στον αναγνώστη ότι η γλώσσα παραμένει μια μη απλοποιημένη κατασκευή.[9] Η γαλλική ανάγνωση της αμερικανικής γραφής για τη φύση αποτελεί άλλη μια αντανάκλαση αυτής της οικο-πολιτιστικής διαφοράς που συγκρατεί το ανθρώπινο πλαίσιο όταν πρόκειται για τις σχέσεις με τον κόσμο.


    Το προφανές ερώτημα παραμένει: Γιατί; Από πού προέρχεται αυτή η διαφορά; Είναι αποτέλεσμα γεωγραφικών διακρίσεων, επειδή η Γαλλία είναι ο Παλιός Κόσμος, εγκατεστημένος πολύ πριν από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου; Ή πρόκειται για ζήτημα γλωσσολογικών διαφορών, σύμφωνα με την πασίγνωστη και πολυσυζητημένη εικασία του Sapir-Whorf; Ή είναι ζήτημα φιλοσοφικών παραδόσεων που έχουν διαμορφώσει διαφορετικές εθνικιστικές ταυτότητες, με τη Γαλλία να είναι υπέρμαχος των οικουμενικών, ανθρωπιστικών αξιών και τη Βόρεια Αμερική να ασπάζεται λιγότερο παραδοσιακές μορφές σκέψεις;


    Έχουν ήδη προωθηθεί κάποιες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Η φιλόσοφος Catherine Larrere λέει πως δεν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας στη Γαλλία επειδή το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό/τεχνικό πρόβλημα. Αντί να εμπνέουν μια νέα ηθική, τα οικολογικά ζητήματα περιορίζονται στη σφαίρα της ‘κοινής λογικής’ και της ‘συνετής/λογικής δράσης’. [10]Ο κοινωνιολόγος Jean Viard αναπτύσσει την ιδέα ότι καθολικές και προτεσταντικές γραμμές χωρίζουν τη Γαλλία και τη Βόρεια Αμερική κι ότι η διατήρηση της φύσης είναι μια καθαρά προτεσταντική υπόθεση.[11] Τόσο η Larrere όσο και ο Viard αναγνωρίζουν τους αυστηρούς περιορισμούς των υποθέσεών τους, καθώς οι εξηγήσεις τους καλύπτουν μόνο μια πλευρά (ιδεολογική και κοινωνιολογική αντίστοιχα) ενός πολυδιάστατου, συνεχώς εξελισσόμενου, φαινόμενου.


    Αντί να επιχειρήσω μια πληρέστερη εξήγηση της γαλλικής οικο-διαφοράς (που θα απαιτούσε μια ομάδα λόγιων από διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα), θα επεκτείνω το θέμα για να συμπεριλάβω το πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης. Οι διαφορές που εξήγησα προηγουμένως σ’ αυτό το άρθρο έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές εξαιτίας των παγκόσμιων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων; Ή έχουν γίνει πιο έντονες καθώς οι εθνικές ταυτότητες υποχρεώνονται να έχουν συχνή, στενή επαφή;


    Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή του Jose Bové, που απέσπασε πρώτος την προσοχή των διεθνών μέσων επικοινωνίας το 1999 λόγω του ηγετικού ρόλου του στη διάλυση ενός τοπικού ΜακΝτόναλντ. Πρώτα απ’ όλα, ο Bové μοιάζει να ενσαρκώνει το τυπικό, ξεχωριστό γαλλικό πνεύμα αντίστασης που θέλει να διατηρήσει την τοπική ταυτότητα. Ωστόσο, ο Bové είναι πολυταξιδεμένος και προσπαθεί να ενώσει διαφορετικές τοπικές γεωργίες στον αγώνα τους ενάντια στη χρήση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Εξετάζοντας πιο λεπτομερώς την ταυτότητα του Bove, ανακαλύπτουμε ότι οι τεχνικές αντίστασής του όταν διαδηλώνει κατά της αμερικανικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βασίζονται στο πρότυπο της ανυπακοής του πολίτη του Henry David Thorean ( ο Bové έχει γράψει με τον Gilles Lumeau ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο Pour la desobeissance civique, το οποίο αντλεί από το On Civil Disobedience του Thoreau). Δεν πρόκειται για καθαρή περίπτωση Γάλλου εναντίον Αμερικανού, ούτε παγκοσμιοποίησης εναντίον προ-παγκοσμιοποίησης, αλλά για μια απεικόνιση των περίπλοκων δυνάμεων που παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση και μεταμόρφωση της γαλλικής οικο-διαφοράς (Μια τελευταία σημείωση: ο Bové είναι μια σημαντική μορφή της ‘εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης’, ενός κινήματος που προήλθε από τη Γαλλία, ανασυντάσσει διάφορες αριστερίστικες θέσεις και προωθεί πιο δημοκρατικές, πιο οικολογικές, λιγότερο οικονομικές μορφές παγκοσμιοποίησης).


    Πώς προβλέπεται λοιπόν το μέλλον της γαλλικής οικο-διαφοράς; Όπως σημειώνει ο Guillaume Sainteny, το Πράσινο Κόμμα (‘Les Verts’) εξαφανίστηκε από τη γαλλική πολιτική σκηνή.[12] Αυτή όμως η εξαφάνιση δεν σημαίνει ότι οι Γάλλοι δεν νοιάζονται για τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Αντίθετα, τόσο τα δεξιά όσο και τα αριστερά κόμματα στη Γαλλία ‘πρασινίζουν’ καθώς ο προβληματισμός για τον φυσικό κόσμο εντάσσεται στις γενικές κοινωνικές πολιτικές και προγράμματα. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, προϊόντα και παραγωγοί, ακριβώς όπως η φύση είναι μέρος των ανθρώπων. Ποια είναι, όμως, η φύση αυτής της ενσωμάτωσης- απλώς πολιτική ή, επίσης, ηθική; Μπορεί να φέρει το είδος της αλλαγής που απαιτείται σε ατομικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας τρόπος ζωής πιο βιώσιμος;



    Αναφορές

    [1] Michel Serres, Le retour au contrat naturel (Paris: BNF, 2000).

     

    [2] Robert Delort και François Walter. Histoire de l’environnement européen (Paris: PUF,
    2001).

     

    [3] Michel Serres, Hominescence (Paris: Le Pommier, 2001).

     

    [4] Jean Viard, Le tiers espace. Essai sur la nature (Paris: Méridiens Klincksieck, 1990).

     

    [5] Catherine Larrère και Raphaël Larrère. Du bon usage de la nature. Pour une philosophie
    de l’environnement
    (Paris: Alto/Aubier, 1997).

     

    [6]Augustin Berque, “Paysage, milieu, histoire”, στο Cinq propositions pour une théorie du
    paysage
    , επ. Augustin Berque (Paris: Champ Vallon, 1994), 11-29 και Alain Roger, Court traité du paysage (Paris: Gallimard/nrf, 1997).

     

    [7] Catherine Larrère, “Éthique de l’environnement”, Multitudes 24.1 (2006): 75-84.

     

    [8] Jean Baudrillard, “L’écologie maléfique.” L’illusion de la fin (Paris: Galilée, 1992), 115-28; Gérard Bramoullé, La peste verte (Paris: Les Belles Lettres, 1991); και Luc Ferry, Le nouvel ordre écologique: l’arbre, l’animal et l’homme (Paris: Grasset, 1992).

     

    [9] Michel Granger and Tom Pughe, “Introduction.” Special Issue: “Écrire la nature.” Revue
    française d’études américaines
    106.4 (2005): 3-7.

     

    [10] Larrère, “Éthique de l’environnement”, 75

     

    [11]Viard, Le tiers espace.

     

    [12] Guillame Sainteny, L’introuvable écologisme francais? (Paris: PUF, 2000).



    Αφιέρωμα: περιβαλλοντική δικαιοσύνη
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε