σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Peter Barnes – Για μία δίκαιη κλιματική πολιτική


    Peter Barnes
    Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές στοχεύουν 1) να ανεβάσουν το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη ώστε να αποθαρρύνουν αυτές τις εκπομπές και να ενθαρρύνουν εναλλακτικές πρακτικές (2) να το κάνει με ένα τρόπο που δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.



    Αν δεν καταλάβουμε ένα πρόβλημα, είναι απίθανο να μπορέσουμε να το λύσουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν, αναφορικά με την κλιματική κρίση, με το ερώτημα ποιο είναι το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε; Συχνά στην πολιτική το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε δεν είναι προφανές από την αρχή. Μερικές φορές βλέπουμε τα συμπτώματα και δεν βλέπουμε το πρόβλημα που κρύβεται από πίσω. Άλλες φορές βλέπουμε ένα μέρος του προβλήματος, όχι όμως το σύνολο. Επιφανειακά, η κλιματική αλλαγή εμφανίζεται ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, ή ίσως τεχνολογικό. Στο βάθος, όμως, είναι αποτέλεσμα δυο οικονομικών και πολιτικών αποτυχιών.


    Η πρώτη είναι αποτυχία της αγοράς. Οι άνθρωποι πετάνε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα επειδή δεν υπάρχουν όρια ή τιμήματα. Υπάρχουν, ωστόσο, μεγάλα κόστη- κόστη που μεταφέρονται στις επόμενες γενιές. Όταν οι άνθρωποι δεν πληρώνουν ολόκληρο το κόστος αυτού που κάνουν, αλλά αντίθετα το μεταφέρουν σε άλλους, οι οικονομολόγοι μιλούν για ‘αποτυχία της αγοράς’. Ο Nicholas Stern, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Παγκόσμια Τράπεζα, είπε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ‘η μεγαλύτερη αποτυχία της αγοράς που είδε ποτέ ο κόσμος’.


    Η δεύτερη αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει να κάνει με μια λανθασμένη ιεράρχηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Επειδή οι ρυπογόνες εταιρίες είναι ισχυρές και οι μέλλουσες γενιές δεν ψηφίζουν, οι κυβερνήσεις μας δεν επιτρέπουν μόνο να αυξάνονται οι εκπομπές άνθρακα, αλλά τις επιδοτούν με πολυάριθμους τρόπους. Επομένως, σε πείσμα όλων όσα ξέρουμε για την κλιματική αλλαγή, περίπου τα δυο τρίτα των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων για την ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών πηγαίνουν, για παράδειγμα, σε ορυκτά καύσιμα.


    Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι δίδυμες αποτυχίες επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία μας. Δεν είναι προβλήματα που αφορούν τον ηλεκτρισμό, τον αυτοκινητιστικό ή τον κατασκευαστικό τομέα, είναι προβλήματα όλων των τομέων και πρέπει να αντιμετωπιστούν σ’ αυτό το επίπεδο. Διαστρεβλώνουν τη συμπεριφορά όλων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων. Ανεξάρτητα πόσο ‘υπεύθυνος’ μπορεί ο καθένας από μας να είναι, οι χωριστές δράσεις μας δεν αντισταθμίζουν αυτό που οι δίδυμες αποτυχίες μας κάνουν να κάνουμε.


    Απαιτούνται λύσεις και για τις δυο αποτυχίες του συστήματος. Πρέπει να περιορίσουμε και να πληρώσουμε για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, και πρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή της κυβέρνησης από τα ρυπαρά καύσιμα σε καθαρές εναλλακτικές λύσεις. Εάν δεν το κάνουμε, δεν θα σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή.


    Ποια είναι καλή πολιτική για το κλίμα;


    Οι πολιτικές αποτελούν προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιλύσουν προβλήματα. Μπορούν να αποτιμηθούν σε τρία πεδία:

    1.Πόσο αποτελεσματικά λύνουν το πρόβλημα;
    2.Ποιανού συμφέροντα υπηρετούν;
    3.Ποιες αρχές προωθούν;


    Ορισμένες πολιτικές δεν είναι παρά φούμαρα. Πρόκειται για τις προσπάθειες των πολιτικών να φανούν καλοί χωρίς να θίξουν τους υποστηρικτές τους.

    Πολλοί ασχολούνται μόνο με ένα μέρος του προβλήματος. Πετυχαίνουν ενδεχομένως κάποια μικρά κέρδη, αλλά δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που εξακολουθεί να επιδεινώνεται. Άλλες πολιτικές είναι παραχωρήσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα. Τυπικά καλύπτονται με τον μανδύα του δημόσιου συμφέροντος, αλλά τελικά συμβάλλουν στον πλουτισμό κάποιων εταιριών. Οι λομπίστες δουλεύουν σκληρά για να πετύχουν τέτοιες πολιτικές. Κάποιες πολιτικές επιλύουν πραγματικά μεγάλα προβλήματα, υπηρετούν τα συμφέροντα των κοινών ανθρώπων και προωθούν σημαντικές αρχές όπως η δικαιοσύνη. Αυτές τις πολιτικές θα έπρεπε να στηρίζουν ενεργά οι πολίτες. Η Κοινωνική Ασφάλιση, για παράδειγμα, λύνει το πρόβλημα της φτώχειας στην τρίτη ηλικία με τρόπο που είναι δίκαιος για όλους. Αυτό το κριτήριο θα έπρεπε να εφαρμόζεται στην πολιτική για το κλίμα.


    Τι είναι δίκαιο;


    Η δικαιοσύνη είναι μια από τις σημαντικότερες αρχές που θα έπρεπε να εμπεριέχει μια λύση για το κλίμα. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Η δικαιοσύνη έχει πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα, υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ των ειδών: είμαστε, εμείς οι άνθρωποι, δίκαιοι απέναντι στα άλλα είδη; Υπάρχει η διεθνής δικαιοσύνη: εμείς, στην Αμερική, που έχουμε περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από οποιαδήποτε άλλη χώρα, είμαστε δίκαιοι απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο; Υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ γενιών: είναι εκείνοι που ζουν σήμερα δίκαιοι απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια τους; Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση: εάν μια πολιτική συμβάλλει στον πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας ενώ επιβαρύνει όλους τους άλλους, είναι μια τέτοια πολιτική δίκαιη απέναντι στους συμπολίτες μας;


    Το βασικό τεστ για όλα αυτά είναι: θα μπορέσει η πολιτική αυτή να μειώσει τις εκπομπές αρκετά γρήγορα ώστε να αποτρέψει την καταστροφή του πλανήτη; Εάν όχι, χρειάζεται πιο σκληρή προσπάθεια. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, η επιστράτευσε ίσχυε για όλους τους άντρες εξίσου και τα δελτία σήμαιναν ίδιες μερίδες για όλους. Η δικαιοσύνη δεν προέκυψε στην πορεία: ήταν απ’ την αρχή ενσωματωμένη στις πολιτικές μας.


    Ποιος θα πληρώσει για τη σταθερότητα του κλίματος;


    Κάθε πολιτική έχει νικητές και ηττημένους. Μερικές φορές είναι προφανές ποιοι είναι αυτοί, αλλά συνήθως χρειάζεται κάποια προσπάθεια για να καταλάβουμε πώς ρέει το χρήμα. Ο συνήθης τρόπος που τα ειδικά συμφέροντα χρηματοδοτούνται απ’ την κυβέρνηση είναι μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν και οι ευνοημένες εταιρίες κερδίζουν.


    Οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές βρίσκονται κατά κόρον στο τραπέζι στις δημόσιες συζητήσεις για το κλίμα. Αλλά η κλιματική κρίση παρέχει στις επιχειρήσεις πολλούς άλλους τρόπους για να πλουτίζουν με δημόσια δαπάνη, και οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, μια πρόταση για επιβολή ανώτατου ορίου στις εκπομπές άνθρακα θα έδινε στις ρυπογόνες εταιρίες άδειες για εκπομπές αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλες προτάσεις οδηγούν στη δημιουργία ενός χαλαρά ρυθμισμένου συστήματος για αντισταθμίσεις άνθρακα που συμβάλει στο κέρδος των εμπόρων αλλά προσθέτει ελάχιστο δημόσιο όφελος.


    Το μεγάλο οικονομικό ερώτημα στην πολιτική για το κλίμα είναι κατά πόσο αυτοί που ρυπαίνουν πρέπει να πληρώνουν ή να πληρώνονται. Εάν οι άδειες για άνθρακα χορηγούνται ελεύθερα στους διαχρονικούς ρυπαντές, τότε οι τιμές της ενέργειας θα αυξηθούν και θα πληρώνουμε όλοι περισσότερα σε οποιονδήποτε χορηγείται άδεια. Αυτή η μεταβίβαση πλούτου –που μπορεί να ξεπεράσει το τρισεκατομμύριο δολάρια- θα ρέει κατευθείαν από τις τσέπες μας στους μετόχους των εταιριών που ρυπαίνουν. Εάν η επιβράβευση όσων ρυπαίνουν είναι λάθος, τότε το σωστό είναι να υποχρεωθούν να πληρώνουν. Αυτό απαιτεί ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα.


    Φόροι έναντι ανώτατου ορίου


    Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να αυξηθεί η τιμή γι’ αυτούς που πετάνε άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτό. Ο φόρος στον άνθρακα είναι ένας τρόπος. Αρχικά, οι εταιρίες καυσίμων θα πληρώσουν το φόρο και η κυβέρνηση θα εισπράξει το έσοδο. Αλλά οι εταιρίες καυσίμων θα μεταφέρουν το φόρο στους καταναλωτές κι έτσι, στο τέλος, ο φόρος στον άνθρακα θα είναι σαν τον φόρο στην πώληση ειδών πρώτης ανάγκης. Ως τέτοιος, θα είναι αρνητικός-δηλαδή, όσο πιο χαμηλό εισόδημα έχεις, τόσο περισσότερο θα το τρώει ο φόρος στον άνθρακα.


    Το ανώτατο όριο στον άνθρακα είναι ένας έμμεσος τρόπος χρέωσης σε αυτούς που πετάνε διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Θέτει ένα φυσικό όριο – ένα ανώτατο όριο- στην προμήθεια ορυκτών καυσίμων ή στην ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για να επιβάλει το ανώτατο όριο, η κυβέρνηση εκδίδει έναν αριθμό αδειών που μειώνεται σταδιακά. Όσο οι άδειες λιγοστεύουν, τόσο αυξάνεται η τιμή του άνθρακα. Από τη στιγμή που το τίμημα πληρώνουν τελικά οι καταναλωτές, η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα είναι εξίσου αρνητική με τον φόρο στον άνθρακα.


    Πόσο θα στοίχιζε ο φόρος ή η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα στο μέσο νοικοκυριό; Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, εάν το ανώτατο όριο είναι 15% χαμηλότερα από το σημερινό επίπεδο εκπομπών, το μέσο νοικοκυριό στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πληρώνει για ακριβότερη ενέργεια $1.160 το χρόνο. Όσο οι άδειες θα μειώνονται, τόσο θα αυξάνεται το κόστος για τα νοικοκυριά. Ένας φόρος που θα πετύχαινε τις ίδιες μειώσεις θα είχε το ίδιο κόστος. Δεν είναι μικρό το βάρος για τους ήδη σφιχτούς προϋπολογισμούς της αμερικανικής οικογένειας- δεν θα πλήξει μόνο τους φτωχούς αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη. Και θα μειώσει την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, τη στιγμή ακριβώς που η αμερικανική οικονομία χρειάζεται ώθηση.


    Ευτυχώς, υπάρχει τρόπος αντιστάθμισης αυτού του πλήγματος στο εισόδημα των νοικοκυριών- είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν ‘ανακύκλωση εισοδήματος’. Η ιδέα είναι να επιστρέφεται στα νοικοκυριά το σύνολο του επιπλέον ποσού που πληρώνουν όταν οι τιμές του άνθρακα ανεβαίνουν. Ορισμένα νοικοκυριά θα πληρώσουν περισσότερα από όσα θα πάρουν πίσω, ενώ άλλα θα πληρώσουν λιγότερα, αλλά συνολικά, το εισόδημα των νοικοκυριών θα διατηρηθεί.


    Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η ανακύκλωση εισοδήματος, με κάποια μορφή, είναι καλή ιδέα. Μεταξύ των πολιτικών, ο Αλ Γκορ τάσσεται κάθετα υπέρ. ‘Πρέπει να βάλουμε μια τιμή στον άνθρακα’, είπε ο Γκορ στην ομιλία του όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ, ‘με έναν φόρο που θα επιστρέφεται προοδευτικά’. Η μέθοδος ανακύκλωσης που προτιμά είναι η επιστροφή ενός μέρους του φόρου που πληρώνουν οι μισθωτοί.


    Ένας καλύτερος τρόπος για την ανακύκλωση του εισοδήματος από τον άνθρακα είναι αυτός που κάνει η Αλάσκα με τις προσόδους από την εκμίσθωση των πετρελαίων της- πληρώνει ίσα μερίσματα σε όλους τους κατοίκους. Αυτό θα κάλυπτε όλους όσοι πληρώνουν υψηλότερες τιμές για την ενέργεια, κι όχι μόνο τους φορολογούμενους μισθωτούς. Η επιστροφή χρημάτων μόνο στους τελευταίους, αφήνει εκτός τους συνταξιούχους, τους νέους, τους γονείς που μένουν στο σπίτι, τους εργαζόμενους στην παραοικονομία, και τους μισούς απ’ τους φτωχότερους ανθρώπους στην Αμερική.


    Επιστρέφοντας τις υψηλότερες τιμές του άνθρακα σε όλους τους Αμερικανούς εξίσου, θα είχαμε ένα σύστημα όπου ο καθένας που ρυπαίνει θα πλήρωνε, αλλά εκείνοι που προστατεύουν το περιβάλλον θα έβγαιναν κερδισμένοι. Οι άνθρωποι που οδηγούν μεγάλα αυτοκίνητα και θερμαίνουν μεγάλα σπίτια θα πλήρωναν περισσότερα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας από εκείνους που κυκλοφορούν με το λεωφορείο και ζουν σε μικρά διαμερίσματα. Από τη στιγμή που όλοι θα έπαιρναν πίσω το ίδιο ποσό, εκείνοι που ρυπαίνουν λιγότερο θα κέρδιζαν, ενώ οι άλλοι θα έχαναν. Θα ήταν επιβράβευση της πράσινης συμπεριφοράς και τιμωρία για όσους ρυπαίνουν.


    Με δυο λόγια, ένα σύστημα επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων θα ήταν ο πιο απλός, ο πιο δίκαιος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίλυση της κλιματικής κρίσης- και πολιτικά ο πιο δημοφιλής.


    Αυτό το κείμενο είναι ένα μωσαϊκό από τρία άρθρα του Peter Barnes που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα capanddividend.org



    Αφιέρωμα: περιβαλλοντική δικαιοσύνη
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε