σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Γρηγόρης Κοταλακίδης και Σταύρος K. Πάρλαλης – H κοινωνική οικονομία και η συμβολή της στη δημιουργία θέσεων εργασίας


    social economy

    Η αύξηση των ποσοστών της ανεργίας και της φτώχειας στη σημερινή Ευρώπη του 21ου αιώνα υποδηλώνει την αδυναμία της υπάρχουσας οικονομίας (δημόσιος και ιδιωτικός τομέας) να προσφέρει εργασία σε όλο το εργατικό δυναμικό και υψηλό επίπεδο διαβίωσης με κάλυψη όλων των πραγματικών και πλασματικών αναγκών των ανθρώπων. Η ανεργία εξακολουθεί να προβληματίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία καθώς το ποσοστό της ανεργίας το τελευταίο διάστημα ολοένα και αυξάνει λόγω των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και των κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Ιδιαίτερες δυσκολίες κοινωνικής ένταξης αντιμετωπίζουν οι κοινωνικά ευπαθείς ομάδες, οι οποίες βιώνουν ή απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί ολοένα και περισσότερο στην αναζήτηση νέων τρόπων καταπολέμησής αυτών των εξελίξεων. Ιδιαίτερα σε περιόδους με τάσεις συρρίκνωσης της αγοράς εργασίας εμφανίζεται ακόμα πιο μεγάλη η ανάγκη ανάπτυξης πολιτικών και παρεμβάσεων υπέρ των κοινωνικά ευπαθών ομάδων, οι οποίες πλήττονται ολοένα και περισσότερο από την ανεργία.


    Την τελευταία κυρίως δεκαετία με δεδομένα τα προβλήματα που προκάλεσε η λειτουργία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος ως προς την άνιση κατανομή του πλούτου, η αποδυνάμωση του ρόλου του κράτους ως παρεμβατικού μηχανισμού έναντι των αγορών και η αντίστοιχη υπερβολική ενδυνάμωση των επιχειρήσεων, δημιουργήθηκε η απαίτηση για βελτίωση της συνεργασίας ανάμεσα στις ∆ημόσιες Αρχές και τους κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους, για την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης. Έτσι, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται πιλοτικές δράσεις στήριξης της απασχόλησης, σε διάφορους τομείς οι οποίοι παρουσιάζουν στοιχεία καινοτομίας, και διερευνάται το κατά πόσο οι δράσεις αυτές είναι σε θέση να προωθήσουν την ανάπτυξη περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας. Ένας από αυτούς τους νέους τομείς στήριξης της απασχόλησης είναι η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας και ειδικότερα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας που ενδείκνυται για την εκάστοτε ομάδα-στόχο. Πρόκειται για τη δημιουργία και την υποστήριξη μίας ειδικής μορφής επιχειρήσεων – των κοινωνικών επιχειρήσεων, οι οποίες ευνοούν την απασχόληση κοινωνικά ευπαθών ομάδων (γυναίκες, νέοι, άνεργοι, άτομα με αναπηρία, κλπ.).


    Οι πληθυσμιακές ομάδες που προαναφέραμε παρά τις όποιες προσπάθειες καταπολέμησης της ανεργίας, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στην προσπάθεια εύρεσης θέσεων εργασίας και αξιοποίησης των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους. Ωστόσο με βάση την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις που σημειώνονται στη χώρα μας αλλά και διεθνώς οι νέοι έρχονται αντιμέτωποι με ανομικές καταστάσεις, υπάρχει κρίση αξιών με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν δυσκολίες να χειριστούν το επαγγελματικό τους μέλλον τις σχέσεις τους με τους άλλους και με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Θα πρέπει λοιπόν να αναπτυχθούν δράσεις προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των ατομικών και κοινωνικών δεξιοτήτων αυτών των ομάδων για την επαγγελματική και κοινωνική τους ένταξη.


    Είναι σημαντικό να δημιουργηθούν συνθήκες και προϋποθέσεις πρόληψης με δεδομένη την οικονομική και κοινωνική συγκυρία με στόχο την πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού και την ενσωμάτωση των ατόμων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσαρμογή τους εξαιτίας ψυχολογικών προβλημάτων.


    Στο συγκεκριμένο ανταγωνιστικό πλαίσιο, παρουσιάζεται η έννοια της Κοινωνικής Οικονομίας, που χαρακτηρίζεται όπως θα δούμε από την δημιουργία εταιρικών σχέσεων, δραστηριοποιείται για την κάλυψη των αναγκών εκείνων που δεν ικανοποιούνται πλήρως από την ιδιωτική/δημόσια αγορά ή καλύπτει νέες ανάγκες και συμβάλλει μέσω της ενίσχυσης της απασχόλησης στην επίτευξη της κοινωνικής συνοχής. Η Κοινωνική Οικονομία είναι ένας τομέας οικονομικής δραστηριότητας. Η έννοια της κοινωνικής οικονομίας και η πρακτική με την οποία εμφανίζεται είναι στενά συνυφασμένη με συγκεκριμένες ιστορικές, θεσμικές και τοπικές συνθήκες. Η κοινωνική οικονομία, λειτουργεί μέσα από την δυνατότητα που υπάρχει για συλλογικά συστήματα, για εθελοντικές δράσεις, για κοινωνικές επιχειρήσεις και για δράσεις που δεν λειτουργούν κερδοσκοπικά, αλλά αποδίδουν διαρθρωτικές αλλαγές, αποδίδουν σε πεδίο κοινωνικό αλλά και οικονομικό. Ουσιαστικά η κοινωνική οικονομία περιλαμβάνει εθελοντικές οργανώσεις, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, συνεταιρισμούς, σωματεία και κοινωνικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν ανεξάρτητα από την κρατική δράση, με σκοπό όχι την επιδίωξη του κέρδους, αλλά την παροχή αγαθών-υπηρεσιών προς τα μέλη τους και την κοινωνία. Αν και η έννοια «κοινωνική οικονομία» δεν είναι ακόμα αρκετά γνωστή, χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο για να περιγράψει τις δραστηριότητες που έχουν ταυτόχρονα οικονομικούς και κοινωνικούς σκοπούς. Στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας λειτουργούν φορείς και επιχειρήσεις που έχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Οι φορείς και οι επιχειρήσεις αυτές έρχονται να καλύψουν κενά στον τομέα της παραγωγής προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών. Κυρίως, όμως, έρχονται να προσφέρουν νέες ευκαιρίες απασχόλησης. Η προσπάθεια ανάπτυξης του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και η προσπάθεια αντιμετώπισης της ανεργίας είναι στενά συνδεδεμένες.


    Όπως αναφέρθηκε, η κοινωνική οικονομία διαφέρει από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των οργανισμών και των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας, μερικά από τα οποία είναι τα ακόλουθα:


    1. Επιδιώκουν την κάλυψη οικονομικών και κοινωνικών σκοπών ταυτόχρονα.

    2. Πρωταρχική σημασία έχει ο άνθρωπος και όχι το κεφάλαιο. Η επιδίωξη κέρδους δεν είναι πρωταρχικός σκοπός, αλλά θεωρείται μέσο για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αντίθετα, δίνεται προτεραιότητα στο άτομο και την εργασία και βασικός στόχος είναι η παροχή υπηρεσιών στα μέλη των κοινωνικών επιχειρήσεων, καθώς και στο κοινωνικό σύνολο.

    3. Στην περίπτωση που είναι κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα κέρδη δε στοχεύουν στην αύξηση του πλούτου των μελών της επιχείρησης, αλλά στην επανεπένδυση. Με άλλα λόγια, τα κέρδη τους δεν κατανέμονται στα μέλη (τα μέλη λαμβάνουν μόνο ένα μέρος των κερδών για την εξασφάλιση του βασικού εισοδήματός τους), αλλά επανεπενδύονται στον οργανισμό ή στην κοινωνική επιχείρηση.

    4. Συσχετίζεται με την ανάπτυξη νέων μορφών απασχόλησης, οι οποίες συνδέονται με την ικανοποίηση νέων αναγκών ή αναγκών που δεν καλύπτονται ούτε από το κράτος αλλά ούτε και από τον ιδιωτικό κερδοσκοπικό τομέα.

    5. Γίνεται συχνή αναφορά σε τομείς, προϋποθέσεις και κριτήρια όπως, η κοινωνική αλληλεγγύη, η δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, η έμφαση που δίνεται στην παροχή υπηρεσιών προς τα μέλη τους ή την κοινωνία χωρίς την επιδίωξη του κέρδους, η προτεραιότητα στα άτομα και την εργασία έναντι του κεφαλαίου κατά τη διανομή του εισοδήματος.

    6. Προκύπτουν συχνά μέσω σύναψης εταιρικών σχέσεων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων αλλά και διαφόρων πρωτοβουλιών και συνεργασιών και βρίσκονται σε άμεση σχέση με τις ανάγκες της τοπικής κοινότητας.

    7. ∆ίδεται ιδιαίτερη έμφαση σε μειονεκτούντα άτομα της κοινωνίας.


    Η Κοινωνική Οικονομία και η σχέση της με άλλους τομείς της Οικονομίας απεικονίζεται στο παρακάτω σχεδιάγραμμα:


    κοινωνική οικονομία


    Στη συνέχεια παραθέτουμε τα χαρακτηριστικά και τις διαφορές μεταξύ των τριών τομέων της οικονομίας:


    Ιδιωτικός Τομέας ∆ημόσιος Τομέας Τρίτος Τομέας (Τομέας της Κοινωνικής Οικονομίας)
    Ποιος αποφασίζει Ιδιοκτήτης ή ∆.Σ εταίρων ∆ιοίκηση (υπό τον έλεγχο των εκλεγμένων) Οι (συν)εταίροι (ένα μέλος, μία ψήφος), ∆ημοκρατικά εκλεγμένα όργανα
    Πώς λειτουργεί Ιδιωτική πρωτοβουλία, μισθωτοί Νομικό πλαίσιο, υπάλληλοι Ιδιωτική- συλλογικού χαρακτήρα πρωτοβουλία. Μεικτό σύστημα: μισθωτοί και εθελοντές
    Χρηματοδότηση Αγορά Φόροι Μεικτή: Αγορά και Επιχορηγήσεις
    Στόχος Κέρδος Εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου Συνδυασμός κοινωνικών και οικονομικών στόχων. Μη κερδοσκοπικός. Κοινωνική χρησιμότητα
    Πώς καθορίζεται ο προσανατολισμός Αγορά Ανάγκες της κοινωνίας ανάλογα με κανονιστικά πρότυπα Καταστατικό δράσης, ηθικές δεσμεύσεις, εξασφάλιση συμβατότητας μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών στόχων
    Ως πότε συνεχίζει να λειτουργεί Αγορά και ελεύθερη απόφαση του Ιδιοκτήτη Απόφαση της εκάστοτε κυβέρνησης (ιδιωτικοποίηση, αναδιάρθρωση της υπηρεσίας) Κοινή απόφαση συνεταίρων/μελών (ένα μέλος, μία ψήφος)

    (Zιώμας 2010).


    Μέσα από τη μελέτη του συγκεκριμένου πίνακα, γίνεται κατανοητό ότι ο Τρίτος Τομέας της οικονομίας διαφέρει σε βασικά σημεία από τους άλλους δύο τομείς. Ουσιαστικά, βασίζεται στην συλλογική δράση όλων των μερών, στην ηθική δέσμευση τους στις ίδιες αρχές και αξίες και εν συνεχεία στην χρήση του κέρδους για την επίτευξη οικονομικών αλλά και κοινωνικών στόχων. Αναφορικά με την περίπτωση της Ελλάδας, ο Τρίτος Τομέας και πιο συγκεκριμένα οι φορείς της Κοινωνικής Οικονομίας θα μπορούσαν να ενισχυθούν μέσα από κάποιους αναγκαίους εναλλακτικούς χρηματοδοτικούς θεσμούς και εργαλεία, τα οποία όμως δεν υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα. Αυτά τα εργαλεία είναι: η συνεταιριστική πίστη, οι τοπικοί αποταμιευτικοί και επενδυτικοί μηχανισμοί (όπως τα κοινωνικά αμοιβαία κεφάλαια), οι κοινωνικές διατακτικές πληρωμής για την κατανάλωση υπηρεσιών των φορέων της Κοινωνικής Οικονομίας, τις οποίες αγοράζουν κυρίως φορείς του ∆ημόσιου Τομέα και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι πρακτικές μικροπίστωσης, καθώς και οι συστηματικές συμβάσεις προμηθειών με το ∆ημόσιο, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προβλέπουν την «κοινωνική ρήτρα εκτέλεσης» (Ζιώμας 2010).


    Πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα και στις περιφέρειες της, η κοινωνική επιχειρηματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Ενώ και στην Ελλάδα έχει γίνει αξιόλογη προσπάθεια σε επιστημονικό (θεωρητικό) επίπεδο, η πρακτική εφαρμογή πολιτικών και πρακτικών κοινωνικής οικονομίας βρίσκονται σε πολύ αρχικό/βασικό επίπεδο. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η κινητοποίηση τα τελευταία χρόνια, ως προς την ανάπτυξή της, σχετίζεται περισσότερο με τη κινητοποίηση και υποστήριξη από την ΕΕ, παρά με την ύπαρξη παράδοσης στον εθελοντισμό ή και στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών γενικά, ή και ως αποτέλεσμα αυτο-οργάνωσης και κινητοποίησης των πολιτών ειδικότερα. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονη δραστηριοποίηση στο χώρο της κοινωνικής οικονομίας και την εμφάνιση ενός μεγάλου φάσματος πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην ένταξη στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση της ανεργίας και του αποκλεισμού, στην αγροτική, τουριστική και γενικά, στην τοπική ανάπτυξη, στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.


    Τα διαφορετικά μοντέλα κοινωνικών επιχειρήσεων τα οποία μπορούμε να συναντήσουμε είναι τα ακόλουθα: ένας Συνεταιρισμός, μια Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, ένας Κοινωνικός Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙΣΠΕ) ή με την μορφή μιας Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας.


    Ένα τέτοιο παράδειγμα κοινωνικής επιχειρηματικότητας αποτελεί ο ΚΟΙΣΠΕ ∆ιάπλους, ο οποίους απευθύνεται σε άτομα με ψυχική ασθένεια και απαρτίζεται από τις εξής επιχειρηματικές δράσεις: θερμοκήπιο, κατάστημα πώλησης παραδοσιακών προϊόντων και κηποτεχνία. Ο Κοισπε ξεκίνησε το 2002 ύστερα από μια προσπάθεια σύστασης κοινωνικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης. Ξεκίνησε ουσιαστικά από το Ψ.Ν.Α και από εκεί δημιουργήθηκε η πρώτη ομάδα πρωτοβουλίας, που έφτασε κάποια στιγμή το 2004, να συστήσει ουσιαστικά τον κοινωνικό συνεταιρισμό. Μία πολύ βασική λεπτομέρεια είναι, ότι ο ΚΟΙΣΠΕ – ∆ιάπλους δεν ανήκει στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (Ψ.Ν.Α.) Το ∆αφνί είναι μέλος του κοινωνικού συνεταιρισμού, τον έχει υποστηρίξει αλλά ωστόσο αποτελούν δυο διαφορετικές νομικές οντότητες. Ο κοινωνικός συνεταιρισμός είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με δικό του Α.Φ.Μ με συγκεκριμένο νόμο, που το περιγράφει και τον τρόπο που λειτουργεί και αποτελεί πέρα από κοινωνική επιχείρηση, μια μονάδα ψυχικής υγείας. Σύμφωνα με τον νόμο 2716/99, μέσω του οποίου συστήθηκε ο Διάπλους, στόχος ήταν για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας σε ψυχικά ασθενείς. Μέλη του συνεταιρισμού είναι ψυχικά ασθενείς, επαγγελματίες υγείας ή οποιοσδήποτε άλλος δεν έχει σχέση με την ψυχική υγεία καθώς επίσης δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς.


    Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας σχετίζεται με την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις έχουν μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Αυτό δεν αναιρεί τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα τους και την επιδίωξη της εμπορικής τους βιωσιμότητα. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά συντελούν όπως θα αιτιολογηθεί στην συνέχεια στην αύξηση της τοπικής απασχόλησης και την ενίσχυση του τοπικού παραγωγικού συστήματος.


    Ο Κάμπελ αναλύει το εργασιακό σύστημα του τρίτου τομέα σε σχέση με την τοπική ανάπτυξη. Σύμφωνα με αυτόν λοιπόν, η παραγωγή ή/και παροχή αγαθών και υπηρεσιών από τις «κοινωνικές επιχειρήσεις» που αναπτύσσονται δημιουργούν άμεση απασχόληση, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο πράττουν το δημόσιο και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η Harding στην ανάλυση της για τον συγκεκριμένο τομέα στην Βρετανία, διαπίστωσε μάλιστα ότι δημιουργούνται πέντε φορές περισσότερες θέσεις απασχόλησης από αυτές που δημιουργούνται από τις εμπορικές επιχειρήσεις. Η συγκεκριμένη υπεροχή των «κοινωνικών επιχειρήσεων» στη δημιουργία άμεσης απασχόλησης θα πρέπει να συσχετιστεί με την κοινωνική διάσταση αυτών και τον καινοτόμο χαρακτήρα τους. Πέρα όμως από τις προαναφερόμενες άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο τοπικό παραγωγικό σύστημα, η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών που παράγονται από ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες επιτρέπει ή προωθεί την πρόσβαση των ίδιων των ευπαθών κοινωνικά ομάδων στην εύρεση εργασίας. Η ανάπτυξη δραστηριοτήτων της Κοινωνικής Οικονομίας-Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας αναμένεται να συντελέσει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, και ειδικότερα θέσεων εργασίας για άτομα ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Πέραν αυτού, διαθέτει τη δυναμική να προωθήσει την κοινωνική αλληλεγγύη και την κοινωνική ενσωμάτωση και να ενδυναμώσει τον τοπικό παραγωγικό ιστό και την τοπική ανάπτυξη.


    Εφόσον, οι υπάλληλοι των επιχειρήσεων του τρίτου τομέα προέρχονται από κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από αποκλεισμό στην αγορά εργασίας (μακροχρόνια άνεργοι, άτομα αναπηρίες γυναίκες, νέοι, πρώην χρήστες ουσιών, μειονότητες κτλ), επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Επιπλέον, η εργασιακή ένταξη των ατόμων των ευπαθών ομάδων στις επιχειρήσεις του τρίτου τομέα συνοδεύεται από την επακόλουθη βελτίωση της απασχολησιμότητας και την ενίσχυση των επαγγελματικών προοπτικών τους στην αγορά εργασίας.


    Συνολικά, όλοι οι παραπάνω παράγοντες αυξάνουν τις προοπτικές κοινωνικής ένταξης των αποκλεισμένων ατόμων, επηρεάζουν άμεσα τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας μίας περιοχής και κυρίως στηρίζουν την συνοχή του κοινωνικού συνόλου, ιδιαίτερα στα πλαίσια κρίσεων της τοπικής αναπτυξιακής δυναμικής. Βέβαια, η δυναμικότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας εξαρτάται και από άλλους σημαντικούς τοπικούς παράγοντες (τοπικό κοινωνικό κεφάλαιο, ευνοϊκές συνθήκες ανταγωνιστικότητας σε περιφερειακό επίπεδο κτλ). Η κοινωνική επιχειρηματικότητα, όμως, μπορεί να αποτελέσει το εναρκτήριο έναυσμα της αναπτυξιακής διαδικασίας.


    Σχετικά με την παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα, το σχέδιο νόμου για την κοινωνική οικονομία συζητήθηκε στη Βουλή το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου (2010). Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου τέθηκε σε κοινοβουλευτική διαβούλευση στη ∆ιαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, ενώ έχει ήδη παρουσιαστεί από τον υπουργό Εργασίας το προσχέδιο αυτού του εγχειρήματος, το οποίο αποτελεί καινοτόμο πεδίο προώθησης της απασχόλησης για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (νέους μακροχρόνια ανέργους, ανέργους σε προ-συνταξιοδοτικό στάδιο, ΑμEΑ κ.λπ.) προς καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Η ψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου θα αποτελέσει την απαρχή δημιουργίας νέων ευκαιριών για όλες τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και θα βοηθήσει ουσιαστικά στον περιορισμό του κοινωνικού τους αποκλεισμού. Ας ελπίσουμε ότι ένα τέτοιο σχέδιο νόμου θα ψηφιστεί σύντομα και δεν θα μείνει απλά άλλο ένα ευχολόγιο.


    Βιβλιογραφία

    - Αλεξόπουλος, Ανδρέας, Κωστοπούλου, Νικολίτσα, Μαραβά Νεκταρία, Μιχαλόπουλος,Χαράλαμπος (2000) Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και η συμβολή της στην βιώσιμη ανάπτυξη και συνοχή: Το παράδειγμα της Κοινωνικής Επιχείρησης Ναυπάκτου.

    - Αναπτυξιακή Σύμπραξη «Κοινωνικό Επιχειρείν», Μοντέλα Χρηματοδότησης Κοινωνικών Επιχειρήσεων στο Νομό Αρκαδίας, ΚΠ EQUAL.

    - Ζιώμας, ∆. (2010) Κοινωνική Οικονομία – Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και Κοινωνικές Επιχειρήσεις: Βασικές έννοιες, ορισμοί και τα κυριότερα χαρακτηριστικά.

    - Λουμάκη, Ελένη (2008) Η προώθηση της Κοινωνικής Οικονομίας μέσα από την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και η σύνδεση της με την απασχόληση: Το παράδειγμα του κλάδου των τραπεζών. ∆ιπλωματική Εργασία, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

    - Campbell, Mike (1999) Το τρίτο σύστημα Απασχόλησης και Τοπικής Ανάπτυξης, Συνθετική Έκθεση.

    - Harding, R. (2004), Social enterprise. The new economic engine?, στο Business Strategy Review, Winter.

    - Lullarinen, Μ. (2003) Η κοινωνική οικονομία ως όργανο για τη δραστηριοποίηση των τοπικών αγορών απασχόλησης, Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την Τοπική Ανάπτυξη και Απασχόληση, Ρόδος, 16-17 Μάιου, 2003.

    - Moulaert, F. & Ailenei, O. (2005) Social Economy, third sector and Solidarity relations: A conceptual Synthesis from history to present, στο Urban Studies, vol. 42, νο 11: 2037- 2053.




    Αφιέρωμα: κοινωνική πρόνοια
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε