σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Armando Barrientos – Πρόνοια χωρίς κράτη πρόνοιας: Η μείωση της φτώχειας στο Νότο


    Armando Barrientos

    Η έκταση της απόλυτης φτώχειας στις αναπτυσσόμενες χώρες, το Νότο, υπενθυμίζει πόσο μακριά βρίσκεται η ανθρωπότητα από το να έχει εξασφαλίσει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης για όλους. Ένας στους πέντε ανθρώπους στον κόσμο σήμερα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επιζεί με λιγότερα από 2 δολάρια τη μέρα και 1,5 δις άνθρωποι δίνουν μάχη για να ζουν με λιγότερα από 1 δολάριο. Η μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που πλήττονται είναι παιδιά, και το καθένα τους είναι μια ατομική ιστορία ανεκπλήρωτης ελπίδας και δυνατοτήτων.

    Ένας χάρτης του κόσμου διαβαθμισμένος ανάλογα με την έκταση της έσχατης φτώχειας δείχνει την περιφερειακή κατανομή της (Εικόνα 1). Δείχνει επίσης ότι εάν εστιαστούμε στη φτώχεια, θα μπορέσουμε να δούμε τον πλανήτη μας πολύ διαφορετικά.


    Λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν ότι ʺένας κόσμος απαλλαγμένος από τη φτώχειαʺ αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα. Το καίριο ζήτημα είναι πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Στο βιβλίο Just Give Money to the Poor: The Development Revolution from the Global South, οι Hanlon, Barrientow και Hulme συζητούν για το κύμα της νέας σκέψης για τη μείωση της φτώχειας και την ανάπτυξη που σαρώνει το Νότο. Αντί να βασιζόμαστε σε μια μεγάλη και ακριβή βιομηχανία βοήθειας για να βρούμε τρόπους “να βοηθήσουμε τους φτωχούς”, θα ήταν καλύτερο να στηρίζουμε τις εσωτερικές πολιτικές πρόνοιας και τους θεσμούς προκειμένου να μεταβιβάζουν χρήματα και πόρους απευθείας στα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας, έτσι ώστε να μπορούν να βρουν τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να ξεφύγουν από αυτήν.

    poverty by country

    Εικόνα 1: Χάρτης – Εισόδημα $1/ημέρα ανά χώρα (πηγή: Chronic Poverty Research Centre)


    Στις ανεπτυγμένες χώρες, η κοινωνική αρωγή είναι κατά μεγάλο μέρος ένα κατάλοιπο. Άλλα στοιχεία του κράτους πρόνοιας τους, όπως μορφές κοινωνικής ασφάλισης, πολιτικές και προγράμματα που εστιάζονται στην προστασία και την προώθηση της απασχόλησης, προσπαθούν να αποτρέψουν άτομα και νοικοκυριά από τη φτώχεια. Η κοινωνική αρωγή στηρίζει μια πολύ μικρή μειοψηφία του πληθυσμού που γλυστράει έξω απ’ το δίκτυ ασφαλείας. Στις ανεπτυσσόμενες χώρες, από την άλλη πλευρά, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης καλύπτουν μια μειοψηφία εργατών που απασχολούνται επισήμως (μόνο 7% του εργατικού δυναμικού στην Ινδία) και οι αγορές εργασίας είναι σε μεγάλο βαθμό αρρύθμιστες. Μέχρι πρόσφατα, ελάχιστες αναπτυσσόμενες χώρες είχαν δώσει προσοχή σε προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας που παρέχουν απευθείας υποστήριξη σε νοικοκυριά που βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας. Η κατάσταση αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς.


    Οι περισσότεροι ερευνητές και διαμορφωτές πολιτικής στο Νότο αναγνωρίζουν ότι η εισαγωγή θεσμών κοινωνικής πρόνοιας από το Βορρά δεν προωθεί την πρόοδο. Η πρόκληση για τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι να σχεδιάσουν και να εγκαθιδρύσουν προγράμματα και θεσμούς που μειώνουν την έσχατη φτώχεια και συμβάλλουν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση για τα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων όπως το Oportunidades στο Μεξικό, το Bolsa Familia στη Βραζιλία, το Child Support Grant στη Νότια Αφρική και το National Rural Employemnt Guarantee Scheme στην Ινδία. Παρέχουν όλα τακτικές μεταβιβάσεις χρημάτων σε νοικοκυριά που βρίσκονται σε έσχατη φτώχεια με στόχο να βελτιώσουν τη διατροφή τους, να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, να διασφαλίσουν ότι οι υποψήφιες μητέρες υποβάλλονται σε τακτικούς ιατρικούς ελέγχους και να δημουργήσουν κοινοτικά ενεργητικά.


    Το Bolsa Familia καλύπτει παραπάνω από 12 εκατομμύρια νοικοκυριά σε έσχατη φτώχεια στη Βραζιλία, παρέχοντας μεταβιβάσεις σε μετρητά μαζί με πρόσβαση στην εκπαίδευση και την περίθαλψη. Έχει αποδειχτεί ότι είναι αποτελεσματικό μέσο για τη μείωση της φτώχειας στη χώρα και είχε ιδιαίτερη επιτυχία στην προστασία νοικοκυριών σε κατάσταση φτώχειας από την επίδραση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008/9. Το Child Support Grant καλύπτει παραπάνω από 9 εκατομμύρια παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά που βρίσκονται σε έσχατη φτώχεια στη Νότια Αφρική και έχει βοηθήσει στην βελτίωση της διατροφής και της κατάστασης της υγείας των παιδιών. Το National Rural Employment Guarantee Scheme στην Ινδία παρέχει εγγυημένη απασχόληση έως 100 μέρες σε άνεργους αρχηγούς οικογενειών σε αγροτικές περιοχές, με αντάλλαγμα την εργασία για τη βελτίωση των κοινοτικών υποδομών. Το 2008/9 έφτασε σε 48 εκατομμύρια νοικοκυριά. Αυτά είναι παραδείγματα από ένα νέο κύμα προγραμμάτων για την αντιμετώπιση της έσχατης φτώχειας στο Νότο.


    Τα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων είναι αναπτυξιακά. Δεν υποκαθιστούν την ανάγκη επένδυσης στην οικονομική ανάπτυξη και τις βασικές υπηρεσίες. Αντίθετα, έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίσουν ότι νοικοκυριά σε έσχατη φτώχεια μπορούν να συμμετέχουν στην οικονομική δραστηριότητα και να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Οι μικρές μεταβιβάσεις σε νοικοκυριά που βρίσκονται σε μεγάλη φτώχεια βοηθούν στην παροχή πρόσβασης σε νέες οικονομικές ευκαιρίες και υπηρεσίες ζωτικές για την υγεία και την εκπαίδευση. Χωρίς τις μεταβιβάσεις αυτές, τα κόστη μεταφοράς, σχολικής στολής, φαρμάκων και αναζήτησης εργασίας θα ήταν απαγορευτικά.


    Τα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων δεν πετούν τα χρήματα από ελικόπτερα. Επιλέγουν και εποπτεύουν προσεκτικά τους παραλήπτες, βεβαιώνονται ότι είναι καλά πληροφορημένοι για τους στόχους και ελέγχουν τα αποτελέσματα. Στη Λατινική Αμερική, οι μεταβιβάσεις καταβάλλονται απευθείας στις μητέρες, δυναμώνοντας έτσι τη φωνή τους μέσα στο νοικοκυριό. Οι ευθύνες της κυβέρνησης και των νοικοκυριών συζητιούνται προσεκτικά κατά την εγγραφή. Δίνεται έμφαση στην εποπτεία και την αποτίμηση, επιτρέποντας έτσι στους αρμόδιους οργανισμούς να μαθαίνουν από την εφαρμογή των προγραμμάτων αλλά και να συμβάλουν στην προστασία των επιτυχών προγραμμάτων από πολιτικές παρεμβάσεις.


    Παρά τις απόπειρες της βιομηχανίας βοήθειας να πιστωθεί αυτές τις πρωτοβουλίες, τα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων αποτελούν συνήθως εθνικές απαντήσεις σε τοπικά προβλήματα. Το Bolsa Familia της Βραζιλίας ξεκίνησε ως δημοτικό πρόγραμμα στο Campinas το 1994/5 και έχει κτιστεί πάνω στην εσωτερική γνώση και εμπειρία ως προς το τι μπορεί να μειώσει τη φτώχεια. Το National Employment Guarantee Scheme κτίζει επίσης πάνω σε μια προσεκτική αξιολόγηση παρόμοιων προγραμμάτων στο Maharastra και αλλού. Τα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων έχουν υψηλά κόστη χρηματοδότησης και γι’ αυτό το λόγο η διεθνής βοήθεια είναι σημαντική στις χώρες με χαμηλό εισόδημα. Ωστόσο, η βιωσιμότητα και η νομιμότητα απαιτούν μεσοπρόθεσμα εσωτερική πολιτική στήριξη και χρηματοδότηση. Η χορήγηση χρημάτων σε νοικοκυριά σε κατάσταση φτώχειας αποτελεί ένα ʺ σχέδιο του Νότουʺ, όπως δείχνει η μεγάλη ποικιλία προγραμμάτων στον αναπτυσσόμενο κόσμο.


    Οι σημαντικές προκλήσεις παραμένουν, ιδίως σε χώρες με χαμηλό εισόδημα που δεν έχουν την ικανότητα να σχεδιάζουν, να παραδίδουν και να χρηματοδοτούν προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων.


    Χώρες με μεσαία εισοδήματα όπως η Βραζιλία και η Νότια Αφρική μπορούν να βασιστούν σε δημόσιους οργανισμούς που διαθέτουν πόρους για να εφαρμόσουν τα προγράμματα. Ανακαλύπτουν όμως ότι για να έχουν πρόσβαση σε νοικοκυριά που βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας και να τα στηρίξουν αποτελεσματικά, χρειάζεται μια γκάμα υπηρεσιών και τεχνογνωσίας που μόνο ένα δίκτυο υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων, των μη κερδοσκοπικών και των ιδιωτικών οργανώσεων, μπορούν να παράσχουν. Για τα βασικά τμήματα των προγραμμάτων- συστήματα πληροφορικής, κατάρτιση, εκταμιεύσεις χρημάτων- απασχολούνται μέλη αυτών των δικτύων.


    Σε χώρες με χαμηλό εισόδημα, η ικανότητα των δημοσίων οργανισμών είναι περιορισμένη και σε ορισμένα μέρη ανύπαρκτη. Σε χώρες όπως η Ζάμπια ή το Μαλάουι τα προγράμματα κατά της φτώχειας παρέχονται μόνο με την υποστήριξη των κοινοτικών οργανώσεων και εκείνων της κοινωνίας των πολιτών. Στη Ζάμπια, οι κοινοτικές οργανώσεις εντοπίζουν τους πιθανούς δικαιούχους, συγκεντρώνουν χρήματα από περιφερειακά γραφεία και παραδίδουν μεταβιβάσεις και στήριξη σε αυτούς που βρίσκονται σε ανάγκη. Στο Μπαγκλαντές, οι τοπικές επιτροπές αποτελούν ουσιαστικό μέρος ενός επιτυχούς προγράμματος κατά της φτώχειας. Το Targeting the Ultra-Poor Programme του BRAC, που παρεμβαίνει στη διατροφή και την υγεία, όπως επίσης στην κατάρτηση και τα ενεργητικά γυναικών αρχηγών οικογενειών, ξεκινάει κινητοποιώντας τις πολιτικές ελίτ για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή και την υποστήριξή τους στην προσπάθεια κατά της φτώχειας.


    Η παράδοση μιας ολοκληρωμένης σειράς μεταβιβάσεων και υπηρεσιών στους δικαιούχους είναι μια πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τη συμβολή των δικτύων κατά της φτώχειας. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών παίζουν, επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της επίβλεψης και της υπευθυνότητας των υπηρεσιών που χειρίζονται το πρόγραμμα.


    Σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες η θεσμοποθέτηση των προγραμμάτων κατά της φτώχειας είναι επισφαλής. Η Βραζιλία, η Ινδία και η Νότια Αφρική επέλεξαν να εντάξουν τα δικαιώματα στην εισοδηματική ασφάλεια και προστασία στο σύνταγμά τους. Οι πολίτες διαθέτουν νομικές οδούς για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων τους. Σε άλλες χώρες, η απουσία νομικού πλαισίου σημαίνει ότι οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να βασίζονται στην διακριτική ευχέρεια των δημοσίων οργανισμών. Η πολιτική αστάθεια συχνά καθυστερεί τη διαδικασία θεσμοθέτησης.


    Τα υπάρχοντα προγράμματα κοινωνικών μεταβιβάσεων πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως ένα πρώτο στάδιο για την ανάπτυξη ισχυρών και σταθερών θεσμών, ικανών να προστατεύσουν τους φτωχούς και ευάλωτους πληθυσμούς του Νότου από την αστάθεια και την κρίση της παγκόσμιας οικονομίας. Η εισαγωγή καινοτόμων προγραμμάτων για την αντιμετώπιση της έσχατης φτώχειας θα οδηγήσει τελικά σε ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς κοινωνικής ασφάλισης στο Νότο, ικανούς να ενσωματώσουν απαντήσεις στην πολυδιάστατη φύση της έσχατης φτώχειας. Αυτή η μορφή οικοδόμησης θεσμών υπάρχει ήδη σε μερικές χώρες στη Λατινική Αμερική, στη Χιλή, τη Βραζιλία και το Μεξικό.


    Κατά τα φαινόμενα, οι θεσμοί κοινωνικής ασφάλισης που αναδύονται στη Νότο θα είναι πολύ διαφορετικοί από τα κράτη πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών. Εάν μη τι άλλο, επειδή η κυριαρχία των βόρειων συμφερόντων στη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική συνεπάγεται ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν περιορισμένο πεδίο για τη ρύθμιση των αγορών εργασίας, την αύξηση των φόρων προσωπικών και εταιρικών εισοδημάτων και, στη συνέχεια, την αναδιανομή.


    Η εμφάνιση καινοτόμων προγραμμάτων σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες δείχνει ότι, εάν θελήσουμε να διδαχτούμε από το Νότο, η γνώση για τον τρόπο εξάλειψης της φτώχειας βρίσκεται ήδη στη διάθεσή μας.




    Αφιέρωμα: κοινωνική πρόνοια
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    1 σχόλιο »

    1 σχόλιο

    1. Ο/Η Φαίδων Θεοφίλου :
      November 23rd, 2010 at 23:10

      Πολύ ενδιαφέρον άρθρο, που μας φέρνει πρακτικές και ιδέες άλλων χωρών, που μπορούμε να προσαρμόσουμε στα ελληνικά δεδομένα, αν υπάρχει η βούληση και η φαντασία, με στόχο “οι κοινωνικές μεταβιβάσεις” να γίνουν ένας ισχυρός θεσμός, διαρκώς βελτιούμενος.


    σχολίασε