σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Colin C Williams και Sara Nadin – Πέρα από την αγορά: η περίπτωση του εισοδήματος του πολίτη


    Colin C. Williams

    Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, υπάρχει μια διαρκής έκκληση για ένα εισόδημα του πολίτη. Εναλλακτικά γνωστό ως βασικό εισόδημα, κοινωνικές αποδοχές, κοινωνικό μέρισμα, κοινωνική πίστωση, εγγυημένο εισόδημα, αποδοχές του πολίτη, εισόδημα υπηκοότητας, εισόδημα διαβίωσης ή οικουμενική επιχορήγηση, θα μπορεί να παρέχει σε κάθε πολίτη βασικές “αποδοχές” ως κοινωνικό δικαίωμα χωρίς εξέταση των μέσων διαβίωσης ή προαπαιτούμενο εργασίας.


    Η εκλεξιμότητα θα είναι αυτόματη για όλους τους πολίτες και άνευ όρων. Δεν θα υπάρχει έλεγχος της βούλησης για εργασία. Με την εγγύηση ενός ελάχιστου εισοδήματος στο χέρι, οι άνθρωποι θα μπορούν να βελτιώνουν την ευημερία τους συμμετέχοντας στην απασχόληση, προκειμένου να κερδίσουν πρόσθετα χρήματα για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, ή αντίθετα θα μπορούν να επιλέξουν να επενδύσουν το χρόνο τους στην αυτό-εξασφάλιση αυτών των αγαθών και υπηρεσιών ή στη βοήθεια προς τους άλλους. Αυτό θα δώσει στα άτομα και τις ομάδες αυξημένους πόρους για τον έλεγχο της ζωής τους, περισσότερη εξουσία σε ό, τι αφορά τον τρόπο ζωής τους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Εάν εφαρμοστεί, δεν θα είναι μόνο η αγορά εργασίας που θα ενσωματώνει τους ανθρώπους στην κοινωνία, καθώς το σχήμα αυτό θα μπορεί δυνητικά να προσφέρει σε ένα βαθμό υλική ασφάλεια, υπόληψη και ταυτότητα.


    Για όσους αναγνωρίζουν εναλλακτικούς τρόπους για τη διασφάλιση του βιοπορισμού πέραν της επίσημης εργασίας, το εισόδημα του πολίτη προσφέρει ένα μέσο όχι μόνο για την αναγνώριση αλλά και για την ανταμοιβή των πολιτών που συμμετέχουν σε δραστηριότητες όπως η φροντίδα μικρών παιδιών, ο εθελοντισμός, η συμμετοχή στην κοινότητα και η αυτό-εξασφάλιση αγαθών και υπηρεσιών.


    Το εισόδημα του πολίτη: καταβολές και συζητήσεις


    Από πού ξεκίνησε αυτή η πρόταση; Η ιδέα για την παροχή ενός εισοδήματος του πολίτη ανάγεται, μεταξύ άλλων, στους Tom Paine, Saint-Simon, Bertrand & Dora Russell, και Major CH Douglas (Van Τrier, 1995). Πιο πρόσφατα υποστηρίζεται από μια ευρεία γκάμα οικονομολόγων (π.χ. Atkinson, 1995, Desai, 1998), πολιτικών φιλόσοφων (Van Parijis, 1995, 2000a,b) και σχολιαστών της κοινωνικής πολιτικής (Jordan, 1998) όλων των πολιτικών πεποιθήσεων. Ανάμεσα στα κυριότερα πλεονεκτήματα που ισχυρίζονται ότι θα είχε ένα τέτοιο βασικό σχήμα, είναι:

    • Βρίσκεται μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας, δίνοντας καλύτερα κίνητρα για μια χαμηλά αμειβόμενη απασχόληση από τις φοροαπαλλαγές, αλλά και την επιλογή για ένα συνδυασμό των δυο
    • Αντιμετωπίζει άνδρες και γυναίκες ως ίσους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν πώς να μοιραστούν τη μη αμειβόμενη εργασία στα νοικοκυριά
    • Καταπολεμά την εκμετάλλευση, επιτρέποντας στα άτομα να επιζήσουν χωρίς εξάρτηση από επικίνδυνη ή εξευτελιστική εργασία
    • Προωθεί την οικονομική αποτελεσματικότητα, διασφαλίζοντας ότι η χαμηλά αμειβόμενη εργασία δεν έχει ειδική επιδότηση (όπως οι φοροαπαλλαγές) και επομένως η εργατική δύναμη δεν αναπτύσσεται με επιζήμιο τρόπο, και
    • Προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη, αντιμετωπίζοντας όλα τα άτομα με τον ίδιο τρόπο και δίνοντας έκτακτο εισόδημα μόνο σε εκείνους που έχουν ανάγκη ειδικής φροντίδας.


    Ωστόσο, ακόμη και υπέρμαχοι του βασικού εισοδήματος αποδέχονται τώρα ότι ένα πλήρως εξατομικευμένο και άνευ όρων βασικό εισόδημα δεν μπορεί να εισαχθεί μεμιάς, αν μη τι άλλο επειδή θα αναστάτωνε την τρέχουσα κατανομή των εισοδημάτων και τον ανεφοδιασμό της εργασίας. Αντίθετα, και ιδιαίτερα σε ό, τι αφορά τον πληθυσμό σε εργάσιμη ηλικία, δημιουργείται μια αυξανόμενη συναίνεση ότι δεν πρέπει να προχωρήσουμε με ομάδες ή κατηγορίες, αλλά να ξεκινήσουμε με ένα πολύ συντηρητικό (μερικό) βασικό εισόδημα που δεν θα υποκαθιστά πλήρως τις υπάρχουσες παροχές του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Desai, 1998; Jordan et al, 2000; Parker and Sutherland, 1998).


    Ανεξάρτητα από τα κόστη του σχήματος ενός βασικού εισοδήματος, η λύση αυτή, παρότι αναγκαία, είναι ίσως ανεπαρκής καθεαυτή εάν θέλουμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ακολουθήσουν μια πιο ευρεία γκάμα στρατηγικών για τη διασφάλιση του βιοπορισμού τους, πέρα από την εισαγωγή στην επίσημη εργασία. Επομένως, ένα τέτοιο σχήμα εισοδήματος του πολίτη πρέπει να συνοδευτεί από πρωτοβουλίες που θα στοχεύουν στη διευκόλυνση της συμμετοχής σε άλλες μορφές εργασίας. Όπως υποστηρίζει ο Gough (2000:27):

    “Δεν αρκεί να καταβάλουμε στους πολίτες ένα ελάχιστο εισόδημα, εάν δεν τους δίνουμε τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε κοινωνικά σημαντικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της αμειβόμενης και της μη αμειβόμενης εργασίας…Όλοι όσοι μπορούν, πρέπει να έχουν το δικαίωμα- και το καθήκον- να συνεισφέρουν με κάποιο τρόπο στον κοινό πλούτο”.


    Ο Lipietz (1992:99) υποστηρίζει, παρομοίως, ότι ένα οικουμενικό βασικό επίδομα “θα ήταν αποδεκτό μόνο εάν σήμαινε ότι εκείνοι που το λαμβάνουν είναι έτοιμοι να επιδείξουν αλληλεγγύη προς την κοινωνία, η οποία τους πληρώνει”. Για να δανειστούμε μια τετριμμένη φράση, το καίριο θέμα σχετικά με το εισόδημα του πολίτη είναι ότι “δεν υπάρχουν δικαιώματα χωρίς ευθύνες”. Όπως πολύ σωστά λέει ο Elson (1988: 29):

    “Το δικαίωμα για επιχορήγηση πρέπει να συνοδεύεται για τους άρτιους σωματικά ενήλικους από το καθήκον ανάληψης κάποια μη αμειβόμενης οικιακής εργασίας για τη φροντίδα και την πρόνοια εκείνων που είναι ανίκανοι να φροντίσουν τον εαυτό τους. Τα άτομα που έχουν ήδη αναλάβει τη φροντίδα ενός νεαρού ή άρρωστου ή ανάπηρου ατόμου πρέπει να εξαιρούνται”.


    Επικρατεί επομένως μια γενικευμένη άποψη ότι το εισόδημα του πολίτη πρέπει να συνδέεται με κάποια μορφή ενεργής υπηκοότητας. Ο Atkinson (1998), για παράδειγμα, τάσσεται υπέρ ενός ʺ εισοδήματος συμμετοχής ʺ και ο Lipietz (1995) υπέρ ενός νέου τομέα που θα συμμετέχει στην κοινωνικά χρήσιμη δραστηριότητα και θα αποτελείται από το 10% της εργατικής δύναμης (το ποσοστό ανεργίας, όταν έγραφε αυτές τις γραμμές). Η ιδέα επομένως είναι να συνδεθεί το σχήμα του βασικού εισοδήματος με μια μορφή συμμετοχής στην κοινωνία. Ωστόσο, οι υπέρμαχοι ενός βασικού εισοδήματος άνευ όρων, αντιτίθενται σε μια τέτοια προσέγγιση (π.χ. Gortz, 1999, Jordan, 1998, Jordan & Jordan, 2000). Γι’ αυτούς, το αποτέλεσμα θα είναι νέες μορφές καταναγκασμού που θα σχετίζονται με την ανταποδοτικότητα της κοινωνικής πρόνοιας, όπως η καταναγκαστική εργασία στον τριτογενή τομέα (π.χ. Elson, 1988, Offre, 1995, Rifkin, 1996).


    Δεν είναι όμως αναγκαστικό να συμβεί κάτι τέτοιο. Είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθούν ʺ διαβατήρια συμμετοχήςʺ ή ʺ εισοδήματα συμμετοχήςʺ ή μορφές ʺ απασχόλησης στην υπηρεσία της κοινότηταςʺ (Williams and Windebank, 2003), που θα παρέχουν βασικά εισοδήματα για την ενεργή συμμετοχή του πολίτη με τρόπο που θα αποτρέπει τον καταναγκασμό.


    Η ενεργή υπηρεσία της κοινότητας


    Η έννοια του “εργαζόμενου πολίτη” βρίσκεται στον πυρήνα των περισσότερων προτύπων για ασφάλεια, υπόληψη και ταυτότητα. Ωστόσο, για τους υπέρμαχους ενός εισοδήματος του πολίτη βασισμένου στη συμμετοχή, ο όρος της “εργασίας” διευρύνεται για να ενσωματώσει μορφές εργασίας πέρα από την απασχόληση- όπως η αυτό-εξασφάλιση, η μη αμειβόμενη κοινοτική εργασία και ο εθελοντισμός. Αντίθετα, το πρότυπο που κυριαρχεί σήμερα θεωρεί τον “εργαζόμενο πολίτη” ως κάποιον που συμμετέχει στην επίσημη απασχόληση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, όλα συνδέονται με την αμειβόμενη εργασία, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της υπηκοότητας, όπως δείχνει η έλλειψη διαχωριστικής γραμμής μεταξύ δικαιωμάτων των πολιτών και δικαιωμάτων των εργαζομένων.


    Για τους υπέρμαχους, όμως, ενός εισοδήματος ενεργού πολίτη, βασισμένου σε έναν ευρύτερο ορισμό της εργασίας που περιλαμβάνει την ανεπίσημη εργασία, επιδίωξη είναι η προώθηση ενός εναλλακτικού πρότυπου ασφάλειας, υπόληψης και ταυτότητας. Από αυτή την άποψη, ο “εργαζόμενος πολίτης” δεν ενσωματώνεται μόνο μέσω της επίσημης αλλά και μέσω της ανεπίσημης εργασίας. Για να δούμε πώς αυτό το νέο πρότυπο του ʺ εργαζόμενου πολίτηʺ μπορεί να λειτουργήσει, θα εξετάσουμε παρακάτω δυο πιθανές επιλογές πολιτικής. Η πρώτη επιδιώκει την επέκταση του “εθελοντικού και κοινοτικού τομέα” του προγράμματος του New Deal που υιοθετήθηκε από πολλά δυτικά έθνη για την προώθηση της ολοκλήρωσης μέσω της ενεργής υπηκοότητας (παρά μέσω της επίσημης απασχόλησης και μόνο), και η δεύτερη επιδιώκει να εισαγάγει φοροαπαλλαγές για τους ενεργούς πολίτες, όπως εφαρμόζεται ευρέως στον δυτικό κόσμο.


    Το New Deal πιο κοντά στον πολίτη


    Ακολουθώντας το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών, πολλές δυτικές οικονομίες άρχισαν τις τελευταίες δεκαετίες να εφαρμόζουν καθεστώτα που έχουν να κάνουν με την ανταποδοτικότητα της κοινωνικής πρόνοιας ως μέρος ενός γενικού επαναπροσανατολισμού των παρεμβάσεων της αγοράς εργασίας προς ενεργές πολιτικές της αγοράς εργασίας. Αυτά τα προγράμματα ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας σηματοδοτούν μια σημαντική απομάκρυνση από τα παραδοσιακά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας. Σε χτυπητή αντίθεση με τα προηγούμενα προγράμματα πρόνοιας και επιδότησης των ανέργων, όπου η κρατική υποστήριξη ήταν παθητική, άνευ όρων και βασισμένη σε δικαιώματα, τα νέα καθεστώτα ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας θέτουν όρους, είναι εστιασμένα στην εργασία και υποχρεώνουν τους συμμετέχοντες να είναι ενεργοί προκειμένου να λάβουν κοινωνικές αποδοχές (Campbell, 2000; Robinson 1998). Η κυριότερη κριτική σε σχέση με αυτά είναι ότι εμπεριέχουν ένα στοιχείο καταναγκασμού, καθώς οι άνθρωποι υποχρεώνονται σε εργασία που διαφορετικά δεν θα επιθυμούσαν να κάνουν (π.χ. Peck, 2001).


    Υπάρχει πρόθεση για μια τροποποίηση του New Deal που θα μειώσει τις κριτικές περί καταναγκασμού και ταυτόχρονα θα απελευθερώσει τους άνεργους από τα δεσμά που τους εμποδίζουν να συμμετάσχουν σε οικονομικές πρακτικές που θα επιθυμούσαν να αναλάβουν. Προτείνεται λοιπόν η επέκταση του “εθελοντικού και κοινοτικού” τομέα του προγράμματος του New Deal, για να μπορέσουν οι άνεργοι να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη σχετικά με τη φύση της ενσωμάτωσής τους στην εργασία. Το ακριβές φάσμα της εργασίας που θα θεωρείτο αποδεκτή και τα προβλήματα που σχετίζονται με το εύρος μια τέτοιας δραστηριότητας παρουσιάζουν προβλήματα, αλλά θα μπορούσαν οπωσδήποτε να περιλαμβάνουν δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με τη φροντίδα και την οργάνωση κοινοτικών ομάδων. Επομένως, κάποιος που φροντίζει ήδη ένα παιδί προσχολικής ηλικίας ή ένα ηλικιωμένο εξαρτημένο πρόσωπο θα μπορέσει να δει αυτή τη βασική δουλειά του να αναγνωρίζεται από τον “κοινοτικό και εθελοντικό τομέα” του New Deal, όπως και να αμειφθεί με ένα επίδομα δραστηριότητας για να κάνει αυτή τη δουλειά. Παρομοίως, όσοι οργανώνουν και διευθύνουν κοινοτικές ομάδες όπως οι LETS, οι τράπεζες χρόνου και οι πιστωτικές ενώσεις θα λάβουν, σε αναγνώριση της συνεισφοράς τους, ένα επίδομα δραστηριότητας υψηλότερο από εκείνο της μηδενικής δραστηριότητας.


    Ένα παράδειγμα παρόμοιας πρωτοβουλίας συναντάμε στην Αυστραλία. Εδώ, έχει κατά κάποιο τρόπο αναγνωριστεί ότι διάφορες δραστηριότητες είναι κοινωνικά θεμιτές για όσους διεκδικούν επιδόματα εκτός εργασίας. Έχει συμφωνηθεί, για παράδειγμα, ότι η παροχή φροντίδας πρέπει να αναγνωρίζεται. Και οι δυο μοναχικοί γονείς, όπως κι ο ένας γονέας σε ένα ζευγάρι, μπορούν να διεκδικήσουν ένα ʺγονικό επίδομαʺ. Αυτό χορηγείται ύστερα από εξέταση των εισοδημάτων των δυο γονέων και αφορά παιδιά έως 16 ετών (Hirsch, 1999).


    Μολονότι αυτή η πρόταση πολιτικής θα αρχίσει να μειώνει τις κριτικές για την ανταποδοτικότητα της κοινωνικής πρόνοιας που συνδέονται με ενεργές πολιτικές της αγοράς εργασίας, όπως τα New Deals, ένα καίριο πρόβλημα που η πρόταση αυτή δεν καταφέρνει να τροποποιήσει είναι η έννοια του ʺ εργαζόμενου πολίτηʺ μεταξύ εκείνων που δεν είναι εκλέξιμοι για New Deal. Η πιθανή έκβαση είναι ότι θα εισαγάγει μια “διπλή κοινωνία”. Μόνο οι άνεργοι θα μπορούν να επιλέξουν τη συνεισφορά που επιθυμούν να έχουν στις κοινότητές τους. Ενδέχεται, επομένως, να θεωρηθεί ότι αυτές οι νέες μορφές εργασίας αποτελούν μια “οικονομία” δεύτερης κατηγορίας, για τους αποκλεισμένους από την επίσημη αγορά εργασίας. Αυτό μας οδηγεί σε μια πιο συνεκτική πρόταση προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα μιας κοινωνίας πολλαπλών δραστηριοτήτων, που εξετάζουμε παρακάτω και η οποία είναι πιο περιεκτική σε ό, τι αφορά τις ομάδες που θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν για να επαναδιαπραγματευθούν τη συνεισφορά τους στην κοινωνία.


    Πιστώσεις Ενεργών Πολιτών (Active Citizens’Credits-ACC)


    Η συμβατική σύμβαση ανάμεσα στο κράτος και τα εκτός εργασίας νοικοκυριά παρέχει εισόδημα έναντι του καθήκοντος για αναζήτηση απασχόλησης, για εκείνους που είναι ικανοί. Μόνο λίγες ομάδες απαλάσσονται από αυτή την υποχρέωση. Η συμμετοχή στα γονικά καθήκοντα για παράδειγμα, δεν θεωρείται σε γενικές γραμμές αποδεκτή.


    Εδώ, ωστόσο, προτείνεται ένα σχήμα που δεν αναγνωρίζει μόνο την εργασία πέρα της απασχόλησης, αλλά επίσης ανταμείβει τα άτομα που συμμετέχουν σε μια τέτοια προσπάθεια- και επομένως προωθούν μια κοινωνία πολλαπλών δραστηριοτήτων. Το σχήμα αυτό βασίζεται στην έννοια της αναγνώρισης της ενεργής υπηκοότητας. Σχετικά με τις ιδέες για υπηρεσία των πολιτών (Briscoe, 1995; Hirsch, 1999; Mc Cormick, 1994) και εισόδημα συμμετοχής (Atkinson, 1998), η πρόθεση των “πιστώσεων των ενεργών πολιτών” είναι να καταγράφουν, να μαζεύουν και να ανταμείβουν τη συμετοχή στην παροχή φροντίδας και άλλη εργασία που κάνουν προς όφελος της κοινότητάς τους ( Williams, 2007; Williams and Windebank, 2003). Σε ένα τέτοιο μη καταναγκαστικό σχήμα, οι άνθρωποι θα μπορούν να συμμετέχουν σε ένα χαρτοφυλάκιο εργασίας της επιλογής τους και σχεδιασμένο από τους ίδιους, για το οποίο θα αποζημιώνονται.


    Δεν πρόκειται για καταναγκασμό, καθώς θα μπορούν να επιλέγουν ελέυθερα εάν θα συμμετέχουν ή όχι. Εκείνοι που θα συμμετέχουν σε αυτό το σχήμα θα μπορούν επίσης να αποφασίζουν οι ίδιοι για το χαροφυλάκιο των οικονομικών πρακτικών που θα επιθυμούν να αναλάβουν. Οι στόχοι αυτής της πρότασης είναι:

    • Η ανταμοιβή και αποτίμηση μιας εργασίας που σήμερα ούτε αναγνωρίζεται ούτε αποτιμάται
    • Η ενθάρρυνση της ενεργής υπηκοότητας χωρίς προσφυγή σε καταναγκασμό
    • Η χαλιναγώγηση της ανεπίσημης εργασίας
    • Η δημιουργία μιας κοινωνίας ʺ πλήρους συμμετοχήςʺ, με δυνατότητα στους ανθρώπους που το επιθυμούν να έχουν συγεκριμένη ʺ κοινωνική συνεισφοράʺ
    • Η ενσωμάτωση της πολυδιάστατης κοινωνικής ενσωμάτωσης και αποκλεισμού στη διαμόρφωση πολιτικής, και
    • Η καταπολέμηση της φτώχειας με μέσα πέραν της εισαγωγής στην επίσημη εργασία


    Η ιδέα ότι ένα τέτοιο σχήμα πρέπει να αναπτυχθεί για να ενθαρρύνει τα άτομα να συμμετέχουν σε μια εργασία που έχουν επιλέξει ελεύθερα προς όφελος της κοινότητας, δεν προσκρούει σε αντιρρήσεις. Το επίμαχο σημείο είναι πώς θα ανταμείβονται οι άνθρωποι. Μια επιλογή είναι να ενσωματωθεί η πρόταση αυτή στην προσέγγιση των φοροαπαλλαγών που έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες (π.χ. Liebman, 1998; Meadows, 1997; Millar and Hole, 1998). Ακριβώς όπως υπάρχουν “φοροαπαλλαγές απασχόλησης”, φοροαπαλλαγές για συνταξιούχους και αρρώστους, θα έπρεπε να υπάρχουν “φοροαπαλλαγές για ενεργούς πολίτες”, εκείνους που συμμετέχουν σε δραστηριότητες παροχής φροντίδας και άλλη εργασία προς όφελος της κοινότητάς τους, υποδιαιρεμένες σε τρία ακόμη είδη φοροαπαλλαγής: για τους γονείς, για εκείνους που φροντίζουν άλλους και για τους εργαζόμενους για την κοινότητα ( Williams και Windebank (2003) και Williams (2007)). Εάν αυτό υιοθετηθεί, θα δημιουργηθεί μια κοινωνία πολλαπλών δραστηριοτήτων, που θα καταγράφει, θα μαζεύει και θα ανταμείβει τη συμμετοχή στην εργασία πέραν της απασχόλησης. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας, βασισμένης στην αρχή των πολλαπλών δραστηριοτήτων, χωρίς ριζοσπαστική πολιτική ελέγχου.


    Συμπεράσματα


    Με δεδομένο ότι οι ανάγκες των φτωχών και των άνεργων αντιμετωπίζονται τόσο ακατάλληλα από το συμβατικό πρότυπο δημιουργίας θέσεων εργασίας, που αποκοσκοπεί στη δυνατότητα του καθένα να διασφαλίζει το βιοπορισμό του μόνο μέσω της επίσημης αγοράς εργασίας, είναι προφανές ότι απαιτούνται νέα πρότυπα κοινωνικής και οικονομικής ολοκλήρωσης. Μπορεί, λοιπόν, να έχει έρθει η ώρα για την ιδέα παροχής ενός εισοδήματος του πολίτη. Έτσι κι αλλιώς, απαιτείται περισσότερη συζήτηση γι’ αυτό και για το πώς μια τέτοια ιδέα μπορεί να εφαρμοστεί.


    Αυτό που είναι αναμφισβήτητο, ωστόσο, είναι ότι η ενσωμάτωση μέσω της επίσημης απασχόλησης και μόνο δεν είναι πλέον εφικτή ή επιθυμητή. Είναι καιρός να ανοίξουμε τη συζήτηση σε νέες προσεγγίσεις. Η ιδέα για το εισόδημα του πολίτη είναι μια σημαντική δυνατότητα που ελπίζουμε ότι θα εξεταστεί περισσότερο.


    Αναφορές

    - Atkinson, A.B. (1995) Public Economics in Action: the basic income/flat tax proposal, Οξφόρδη: Oxford University Press.

    - Atkinson, A.B. (1998) Poverty in Europe, Οξφόρδη: Blackwell.

    - Briscoe, I. (1995) In Whose Service? making community service work for the unemployed, Λονδίνο: Demos.

    - Campbell, M. (2000) ‘Reconnecting the long-term unemployed to labour market opportunity: the case for a local active labour market policy’, Regional Studies, 34, 7: 655-68.

    - Desai, M. (1998) A Basic Income Proposal, Λονδίνο: Social Market Foundation.

    - Elson, D. (1988) ‘Market socialism or socialization of the market?’, New Left Review, 172, 11-29.

    - Gorz, A. (1999) Reclaiming Work: beyond the wage-based society, Cambridge: Polity.

    - Gough, I, (2000) Global Capital, Human Needs and Social Policies, Basingstoke: Palgrave.

    - Hirsch, D. (1999) Welfare beyond Work: active participation in a new welfare state, York: York Publishing Services.

    - Jordan, B. (1998) The New Politics of Welfare: social justice in a global context, London: Sage.

    - Jordan, B. and Jordan, C. (2000) Social Work and the Third Way: tough love as social policy, Λονδίνο: Sage.

    - Jordan, B., Agulnik, P., Burbridge, D. and Duffin, S. (2000) Stumbling Towards Basic Income: the prospects for tax-benefit integration, Λονδίνο: Citizen’s Income Study Centre.

    - Liebman, J. (1998) Lessons about Tax-Benefit Integration from the US Earned Income Tax Credit experience, York: York Publishing Services.

    - Lipietz, A. (1992) Towards a New Economic Order: post-fordism, ecology and democracy, Cambridge: Polity.

    - Lipietz, A. (1995) Green Hopes: the future of political ecology, Cambridge: Polity.

    - McCormick, J. (1994) Citizens’ Service, Λονδίνο: Institute for Public Policy Research.

    - Meadows, P. (1997) The Integration of Taxes and Benefits for Working Families with Children: issues raised to date, York: York Publishing Services.

    - Millar, J. and Hole, D. (1998) Integrated Family Benefits in Australia and Options for the UK Tax Return System, York: York Publishing Services.

    - Offe, C. (1985) Disorganised capitaism: contemporary transformations of work and politics, Cambridge: Polity.

    - Parker, H. and Sutherland, H. (1998) ‘How to get rid of the poverty trap: basic income plus national wage’, Citizens Income Bulletin, 25: 11-4

    - Peck, J. (2001) Workfare States, Λονδίνο: Guildford Press.

    - Rifkin, J. (1996) The End of Work: the decline of the global labor force and the dawn of a post-market era, New York: G.P. Putnam.

    - Robinson, P. (1998) ‘Employment and Social Inclusion’, in C. Oppenheim (ed.) An Inclusive Society: strategies for tackling poverty, Λονδίνο: IPPR.

    - Van Parijis, P. (1995) Real Freedom for All: what (if anything) is wrong with capitalism?, Οξφόρδη: Oxford University Press.

    - Van Parijis, P. (2000a) Basic Income: guaranteed income for the XXIst century?, Βερκελώνη: Fundació Rafael Campalans.

    - Van Parijis, P. (2000b) ‘Basic income and the two dilemmas of the welfare state’, in C. Pierson and F.G. Castles (Eds.) The Welfare State: a reader, Cambridge: Polity.

    - Van Trier, W. (1995) Every one a King, PhD dissertation, Leuven: University of Leuven, Department of Sociology.

    - Williams, C.C. (2007) Re-thinking the Future of Work, Basingstoke: Palgrave-Macmillan.

    - Williams, C.C. and Windebank, J. (2003) Poverty and the Third Way, Λονδίνο: Routledge.




    Αφιέρωμα: κοινωνική πρόνοια
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε