σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Νέλλη Καμπούρη και Παύλος Χατζόπουλος – Ένας μεταναστευτικός οδηγός για το Γαλαξία: Καταλαμβάνοντας τον δημόσιο χώρο


    logo Γαλαξία

    Το κείμενο θα προσπαθήσει να ακολουθήσει διαδρομές, στάσεις, πορείες, ετερογενείς συχνότητες κινήσεων, διάκενα, συναντήσεις που έγιναν και που δεν έγιναν με σκηνικό την πλατεία της Νέας Σμύρνης. Κύριοι φορείς αυτών των κινήσεων είναι οι μετανάστες-μικροπωλητές που δραστηριοποιούνται μόνιμα πλέον στην πλατεία και τα άτομα κι οι ομάδες που συμμετείχαν στην εφήμερη κατάληψης ενός δημόσιου κτιρίου, του Γαλαξία.


    Ο Γαλαξίας


    Ο Γαλαξίας είναι το μοναδικό κλειστό κτίριο εντός του περιμετρικού χώρου της πλατείας Νέας Σμύρνης και αποτελεί κομμάτι του αρχικού σχεδιασμού της. Το κτίριο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να μπερδεύει αλλά και να αναδεικνύει τον διαχωρισμό του μέσα και του έξω. Οι τρεις πλευρές του αποτελούνται από γυάλινες τζαμαρίες που ανοίγουν και κλείνουν, ενώ το πίσω μέρος είναι φτιαγμένο από τσιμέντο στο πρώτο επίπεδο και τζαμαρία στο δεύτερο. Το εσωτερικό του αποτελείται από έναν μεγάλο ανοιχτό γεωμετρικό χώρο σε δύο επίπεδα, ενώ στο υπόγειο βρίσκεται μια μεγάλη αίθουσα με ελάχιστο εξαερισμό και φωτισμό. Το εξωτερικό διαμορφώνεται από ορθογώνιες τεχνητές λίμνες, και ανοιχτές τσιμεντένιες εκτάσεις που καλύπτονται κατά κύριο λόγο από κάθετες σειρές από τραπέζια και καρέκλες καφενείων. Οι κάθετες και οι οριζόντιες γραμμές του κτηρίου, καθώς και η ανοιχτή θέα συνθέτουν έναν «γραμμωμένο» χώρο. Μέσω των εκταταμένων διαφανειών ενσωματώνεται το έξω και το μέσα σε ένα ενιαίο-κλειστό χώρο. Η ιστορία του Γαλαξία καθορίζεται από την λογική της ενοποίησης του μέσα και του έξω που επιβάλει η γραμμωμένη αρχιτεκτονική του.


    Ο Γαλαξίας

    Εικόνα 1: Ο Γαλαξίας στη Νέα Σμύρνη


    Από την ημερομηνία της οικοδόμησής του το 1969 ο Γαλαξίας έχει υπάρξει γιαπί, καφενείο, υπό ανακαίνιση πολιτιστικό κέντρο του δήμου, ξανά καφενείο, γιαπί, ξανά υπό ανακαίνιση πνευματικό κέντρο του δήμου, υπό ανακαίνιση καφενείο, ξανά γιαπί. Στις 14 Δεκεμβρίου 2008, ο Γαλαξίας μετατράπηκε προσωρινά σε χώρο κατάληψης. Η άμεση ανακοίνωση-κάλεσμα που κυκλοφόρησε η κατάληψη δήλωνε ευθέως την επιθυμία να γίνει ο Γαλαξίας «κέντρο συντονισμού και δράσης» για την εξάπλωση της εξέγερσης του Δεκεμβρίου. Ακολούθησε η συμμετοχή σε πολλαπλές δράσεις που οργανώνονταν διάσπαρτα το Δεκέμβριο σε όλη την Αθήνα. Ο Γαλαξίας απέκτησε συνέλευση που διαχειριζόταν όλα τα θέματα της κατάληψης, έγινε πορεία στους δρόμους της Νέας Σμύρνης, εκδηλώσεις για όσους είχαν φυλακιστεί κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου, συζητήσεις για τους δημόσιους χώρους, για την αστυνομική βία, δημιουργήθηκε ένα δελτίο αντιπληροφόρησης που μοιραζόταν και στους δρόμους της Νέας Σμύρνης, και η συνέλευση αρχίσε να δημοσιεύει ψηφίσματα.


    Την ίδια περίοδο που άρχισε η διασπορά των δράσεων της κατάληψης στον χώρο της πόλης, οι συμμετέχοντες αναπροσάρμοσαν τη σχέση του κτιρίου με τον εξωτερικό χώρο της πλατείας. Όλες οι γυάλινες επιφάνειες καλύφθηκαν με υφάσματα, χαρτόνια και αφίσες: η οπτική επαφή με το έξω διακόπηκε, με πρόχειρο και εφήμερο, όμως, τρόπο. Για όσους βρισκόντουσαν στο εσωτερικό δεν υπήρχε πλέον ανοιχτός ορίζοντας, το βλέμμα δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια της κατάληψης. Μέσα από το εφήμερο αυτό κλείσιμο, όμως, ο χώρος άνοιξε σε μια λογική του λείου – όπου περιορίστηκε η επιθυμία για την ωραία θέα και ενισχύθηκε η οπτική της εγγύτητας. Γκράφιτι τα οποία μπορούσε κανείς να δει μόνο από πολύ κοντά αντικατέστησαν τον ανοιχτό ορίζοντα και δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον χωρίς όρια. Στο εσωτερικό του κτιρίου άρχισε να λειτουργεί κατάληψη στέγης που απλώθηκε τόσο στον πάνω χώρο όσο και στο σκοτεινό υπόγειο.


    Την περίοδο εκείνη το κτίριο έμοιαζε με καταφύγιο-σπηλιά καλυμμένο και προστατευμένο από τον εξωτερικό χώρο της πλατείας. Η αναδιαμόρφωση του κτρίου δεν είχε σκοπό την περιχαράκωση αλλά έγινε πρόχειρα, σαν ο εξωτερικός δημόσιος χώρος της πλατείας να μην είχε σημασία. Ο Γαλαξίας μετατράπηκε σε ένα ασύμμετρο σημείο, σε μια παραφωνία σε σχέση με την υπόλοιπη πλατεία: ένας κοινός τόπος εφήμερης κατοίκησης και διάσπαρτης πολιτικής δράσης. Κατοικούμενος προσωρινά σαν να ήταν σπηλιά, διαμόρφωσε χρήστες που πρωταρχική τους επιθυμία δεν ήταν ο προσδιορισμός της κατάληψης σαν χωρικού σημείου αναφοράς μέσα στην πόλη, αλλά η δημιουργία πολλαπλών τροχιών για την διασπορά της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Οι πολλαπλές επιθυμίες της καταληψιών άρχισαν να χαρτογραφούν μια πόλη που δεν βασιζόταν πλέον «σε κάθετες και οριζόντιες γραμμές», που δεν επιθυμούσε πλέον την «μετακίνηση από το ένα σημείο στο άλλο» αλλά να «αλλάζει κατευθύνσεις» διαρκώς. Ένας λείος χώρος, όπου, «καταλαμβάνει κανείς χωρίς να απαριθμεί».


    Δύο μήνες μετά, η συνέλευση αποφάσισε την λήξη της κατάληψης στέγης. Ένα άτομο μόνο, συνέχισε να κατοικεί το υπόγειο του κτιρίου για «πρακτικούς λόγους». Σκοπός αυτής της μεταστροφής ήταν να «ανοίξει το κτίριο στον κόσμο της Νέας Σμύρνης» και να ανακτήσει την αρχική του διαφάνεια, ενώ οι δράσεις άρχισαν να επικεντρώνουν όλο και περισσότερο στην ανακατασκευή του εσωτερικού και την διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων εντός του. Οι τζαμαρίες ανέκτησαν την διαφάνειά τους ενώ επαναπροσδιορίστηκε η ενότητα του εξωτερικού με τον εσωτερικό χώρο. Το «άνοιγμα» αυτό αποτυπώθηκε στο ψήφισμα της συνέλευσης με τίτλο «O Γαλαξίας είναι υπόθεση όλων μας», όπου διατυπώθηκε η επιθυμία για την μετατροπή της κατάληψης σε «ένα αυτοδιαχειριζόμενο δημόσιο χώρο, μη εμπορευματικού χαρακτήρα». Το άνοιγμα σήμανε την δημιουργία ενός ορίου, ενός συνόρου μεταξύ του εμπορευματικού έξω και του αντι-εμπορευματικού μέσα. Αυτό το ψήφισμα τυπώθηκε, μοιράστηκε και συνέχισε να μοιράζεται και να βρίσκεται μόνιμα πάνω σε ένα τραπέζι στο χώρο της κατάληψης με σκοπό την συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων υπογραφών στήριξης.


    Το άνοιγμα σήμανε και το ξεκίνημα της απαρίθμησης. Η κατάληψη του Γαλαξία άρχισε να απαριθμεί τις υπογραφές στήριξής της, αλλά και πολλά άλλα μεγέθη: Πόσοι υπέγραψαν για την διατήρηση της κατάληψης, πόσοι συμμετείχαν στις εβδομαδιαίες συνελεύσεις της κατάληψης, πόσοι ήρθαν στην εκδήλωση για τους ελεύθερους δημόσιους χώρους, πόσα χρήματα μαζεύτηκαν από την εκδήλωση αλληλεγγύης και ενίσχυσης της Κωνσταντίνα Κούνεβα, πόσες μπύρες είχε το μπαρ, πόσα σουβλάκια το ψυγείο, πόσες και ποιες συλλογικότητες μετείχαν στην κατάληψη. Η κατάληψη του Γαλαξία προσπαθούσε πλέον να αναστήσει την οπτική επαφή με το έξω της πλατείας, να ανακτήσει την έστω συγκρουσιακή σχέση της με το έξω της πλατείας, να «απαριθμήσει για να μπορέσει να καταλάβει το χώρο», να αποτελέσει χωρικό σημείο αναφοράς για τον αγώνα για την αποεμπορευματοποίηση και την ελευθερία των δημόσιων χώρων: ένας γραμμωμένος χώρος «όπου κάποιος απαριθμεί για να τον καταλάβει»;


    Ελεύθερος Γαλαξίας και Αφρικανοί πειρατές: συναντήσεις


    Το κηνύγι του θησαυρού


    Στο πλαίσιο του ανοίγματος της κατάληψης στον χωροχρόνο της Πλατείας, έγιναν και προσπάθειες επικοινωνίας με τους μετανάστες-μικροπωλητές της Πλατείας. Η προσέγγιση αυτή ξεκίνησε με ένα παιχνίδι για παιδιά – ένα κυνήγι θησαυρού. Η εκκίνηση του παιχνιδιού έγινε με μία ομάδα παιδιών που έβρισκε ένα γράμμα ξεχασμένο στον χώρο της κατάληψης πριν την έλευση των καταληψιών. ΄Ενας Αφρικανός το είχε αφήσει εκεί λίγο πριν φύγει:


    Είναι σκοτάδι και κάθομαι μόνος μου στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης. Πέρασα από τόπους πολλούς μέχρι να φτάσω εδώ. Οι θάλασσες που διέσχισα ήταν άγριες και τα καράβια μας δεν ήταν πάντοτε τα πιο γερά. Αλλά ήμασταν γενναίοι και δεν φοβηθήκαμε. Στην Ελλάδα μπήκα παράνομα, όπως όλοι οι πειρατές. Δεν φοβήθηκα. Η πλατεία της Νέας Σμύρνης μου άρεσε στην αρχή γιατί είχε νερό και μπορούσες να βλέπεις μακριά. Μου θύμιζε τη θάλασσα. Έμεινα ένα χρόνο εδώ πουλώντας το πειρατικό μου εμπόρευμα σε όποιον περνούσε. Είναι καιρός, όμως, να φύγω, να πάω σε άλλα νερά πιο φιλόξενα. Όπως και στην ανοιχτή θάλασσα έτσι και εδώ στην Πλατεία υπήρχαν πολλοί εχθροί που μας κυνηγούσαν διαρκώς. Δεν ήταν ζωή αυτή. Μας ζητούσαν άδειες, διαβατήρια, κι έπρεπε να μαζεύουμε την πραμάτεια μας και να τρέχουμε μακριά όποτε τους βλέπαμε να έρχονται. Φεύγω αλλά κρύβω τον θησαυρό μου σε μέρος όπου δεν μπορούν να τον βρουν οι εχθροί μας. Οι σύντροφοί μου έχουν το πρώτο το κλειδί για τη μακριά διαδρομή.


    Η ομάδα των παιδιών πήρε τον χάρτη και βγήκε από το κτίριο του Γαλαξία ψάχνοντας τους συντρόφους του πειρατή για να τους ρωτήσει για τον θησαυρό. Οι σύντροφοι του πειρατή ήταν μετανάστες, οι περισσότεροι Αφρικανοί, μικροπωλητές, οι οποίοι έχουν μια μόνιμη καθημερινή παρουσία στην πλατεία Νέας Σμύρνης τα τελευταία χρόνια. Κύρια δραστηριότητά τους είναι η πώληση πειρατικών cd και dvd, αλλά και άλλων προϊόντων-μαϊμού. Κάποια στιγμή η ομάδα των παιδιών έφτασε μπροστά στον τοίχο του υπό ανέγερση γκαράζ στα όρια της πλατείας, εκεί όπου συνήθως μαζεύονται οι μετανάστες μικροπωλητές. Στον τοίχο όπου συνήθως είναι γεμάτος από διαφημιστικές αφίσες ήταν κρεμασμένος και ένας χάρτη του κόσμου. Τα παιδιά ζήτησαν από τους πειρατές να τους δείξουν τις διαδρομές που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα κι εκείνοι τους έδωσαν έναν φάκελο που είχε μέσα μια ιστορία, το ίχνος για να ξεκινήσει η επόμενη διαδρομή. Στον χάρτη που τοποθετήθηκε ανάμεσα στις διαφημιστικές αφίσες κάποιοι μας διηγήθηκαν τις διαδρομές που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα από την Αγγλία ή την Καραϊβική. Δεν ήταν εν τέλει όλοι Αφρικανοί πειρατές.


    Πριν τη μέρα του παιχνιδιού οι διοργανωτές ζήτησαν στους πειρατές να γράψουν κάποιες λέξεις στη γλώσσα τους. Ένας από αυτούς πήρε τηλέφωνο τη μαμά του να την ρωτήσει πώς λέγεται το λουλούδι στην τοπική του διάλεκτο. Παρόλο, που η μητέρα του τού είπε τη λέξη από το τηλέφωνο, αυτός συνέχισε να μην θυμάται. Τελικά οι λέξεις-ίχνη παρέμειναν στα Αγγλικά και στα Γαλλικά.


    Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού αυτού, συναντήθηκαν δύο διαφορετικές μορφές εναλλακτικής παραγωγής του χώρου της Πλατείας. Παρόλο που κι οι δυο αμφισβητούσαν τις υπάρχουσες οριοθετήσεις και τα δεδομένα του χώρου, δεν ήταν απαραίτητα συμβατές. Από τη μία, η διανεμημένη κίνηση των μεταναστών-χρηστών στον ανοικτό χώρο της πλατείας, που αναζητούν αγοραστές και ταυτόχρονα προσπαθούν να αποφύγουν τον έλεγχο της τοπικής αστυνομίας. Από την άλλη, ένας στατικός χώρος κατάληψης που προσπαθεί να αντισταθεί στην αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου και να επεκτείνει ζώνες αντι-εμπορευματοποίησης εντός του.


    Το εγχείρημα της αντιεμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου που ανέλαβε η κατάληψη του Γαλαξία βρισκεται σε αντίθεση με αυτό της πώλησης πειρατικών προϊόντων. Η ίδια η οικονομία της πειρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι όμως γραμμωτή. Τα προϊόντα μαϊμού, τα προϊόντα χωρίς μάρκα, τα CD και DVD που έχουν αντιγραφεί ψηφιακά και πωλούνται στο δρόμο δεν έχουν καταγραφεί, δεν έχουν φορολογηθεί, δεν ελέγχονται. Η οικονομία της πειρατείας βασίζεται, αντίθετα, στην αναπαραγωγή του προϊόντος για δυνητικά άπειρες φορές κάνοντας το κάτι που εν τέλει δεν μπορεί επίσημα να απαριθμηθεί.


    Παράλληλα, η στατικότητα της ανοιχτής κατάληψης ενός δημόσιου κτιρίου έρχεται σε αντίθεση με την εφήμερη τοποθέτηση εμπορευμάτων που επιτρέπει την γρήγορη μετακίνηση και μπορεί να επανατοποθετείται σε διαρκώς νέα σημεία. Αυτή η πρακτική δεν εξυπηρετεί μόνο την αυτονόητη προφύλαξη από τις αρχές που κάνουν ελέγχους και περιπολίες, αλλά και την πιο αποτελεσματική προώθηση ενός προϊόντος που δεν απαριθμείται. Οι μετανάστες-μικροπωλητές σε τακτά χρονικά διαστήματα διαπερνούν τις υπάρχουσες οριοθετήσεις και χρήσεις του χώρου προκειμένου να πουλήσουν. Απλά, γιατί προσπαθούν να πουλήσουν παντού: και στον ελεύθερο χώρο κυκλοφορίας, και στον εμπορικό χώρο συνεστίασης (καφενείο), ακόμα και στην παιδική χαρά. Η εμπορική τους δράση συνδέεται επομένως με μια διαφορετική στρατηγική παραγωγής του χώρου και του χρόνου της πόλης, μια στρατηγική που δεν αντιτίθεται ευθέως στην εμπορευματοποίηση αλλά αμφισβητεί τους υπάρχοντες κανόνες της. Οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών ωθούν την εμπορευματοποίηση στα άκρα της, μην αναγνωρίζοντας ότι η εμπορευματοποιημένη συναλλαγή θα πρέπει να καθορίζεται και σε σχέση με τον χώρο που πραγματοποιείται, μη αναγνωρίζοντας ότι θα πρέπει να οριοθετείται. Στο ‘πιο πολλές και πιο εκτεταμένες εμπορικές χρήσεις του δημόσιου χώρου’ που αντιπροσωπεύει την τάση για την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών αντιπροσωπεύουν, κατά κάποιο τρόπο, το ‘εμπόριο παντού’ και για όλους, αρκεί αυτή η εμπορική δραστηριότητα να είναι πειρατική.


    Η κίνηση των μεταναστών-μικροπωλητών παράγει λείους χώρους που διαπερνούν τις επίσημες οριοθετήσεις στην Πλατεία. Το πέρασμά τους αυτό εγγράφεται και στην ασαφή σχέση τους με το Ελληνικό κράτος: νομιμοποιούν την παρουσία τους στην Ελλάδα μέσω της εξαγοράς ενσήμων τα έξοδα των οποίων καλύπτονται από την πώληση πειρατικών εμπορευμάτων. Μέσα από μια παράνομη δραστηριότητα επομένως καταφέρνουν οι ίδιοι να γίνουν νόμιμοι. Αν μπορούσαμε να χαρτογραφήσουμε την πλατεία μέσα από τις κινήσεις των μικροπωλητών θα προέκυπτε «μια γραμμή που δεν περιβάλει τίποτε, που δεν διαγράφει ένα πλαίσιο, που δεν πηγαίνει από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά διαπερνά ανάμεσα στα σημεία, εκπίπτει διαρκώς από το οριζόντιο και το κάθετο, αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση, μια μεταλλαγμένη γραμμή αυτού του τύπου που δεν έχει εσωτερικό και εξωτερικό, φόρμα η φόντο, αρχή ή τέλος, και είναι τόσο ζωντανή σαν μια συνεχής εναλλαγή- μια γραμμή που είναι πραγματικά αφηρημένη και διαγράφει ένα λείο χώρο».


    Οι μετανάστες μικροπωλητές της πλατείας δεν είναι όμως νομάδες, ή τουλάχιστον δεν είναι διαρκώς νομάδες:

    «Ο νομάς δεν είναι σε καμιά περίπτωση ίδιος με τον μετανάστη: γιατί ο μετανάστης κινείται κυρίως από ένα σημείο στο άλλο, ακόμα κι αν το δεύτερο σημείο είναι αβέβαιο, απρόβλεπτο ή ακόμα και δύσκολο να προσδιοριστεί σαν τόπος».

    Οι επιθυμίες των μεταναστών-μικροπωλητών είναι γραμμωμένες. Όπως έγραψαν σ’ ένα συλλογικό κείμενο: «Φύγαμε από εκεί για να έρθουμε στην Ευρώπη με σκοπό να προστατεύσουμε τη ζωή μας γιατί οι τόποι μας δεν ήταν ασφαλείς για να ζήσουμε”. Αυτό που επιθυμούν και αναζητούν είναι καλύτερες συνθήκες ζωής, ευκαιρίες, ανοίγματα για να γίνουν πιο πλούσιοι, πιο μορφωμένοι, πιο ανεξάρτητοι, πιο αυτόνομοι από πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς περιορισμούς. Ένας από αυτούς διηγείται:


    «Είμαι από τη Νιγηρία. Ήρθα στην Ελλάδα λόγω των δυσκολιών της ζωής. Ζούσα μια άνετη ζωή στη χώρα μου, όπου είχα δικό μου μαγαζί. Πουλάω αυτοκίνητα στη Νιγηρία. Μετά έχασα την δουλειά μου στη Νιγηρία και ήρθα στην Ελλάδα. Είχα ένα όνειρο: να ζω άνετα όπως κάθε άνθρωπος.»

    Κατά κάποιο τρόπο, οι μετανάστες-μικροπωλητές υιοθετούν νομαδικές πρακτικές επειδή οι πρωταρχικές μεταναστευτικές επιθυμίες τους είναι αδύνατον να εκπληρωθούν. Στο συλλογικό τους κείμενο αναφέρουν: «Ψάξαμε για δουλειές αλλά ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε κάτι. Γίναμε μικροπωλητές όχι επειδή θέλουμε να είμαστε στους δρόμους αλλά επειδή αναζητούσαμε έναν τρόπο επιβίωσης.»


    Η επιθυμία των μεταναστών-μικροπωλητών να πουλήσουν αλλά και η προσπάθεια ελέγχου από τις αρχές αυτής της επιθυμίας τους οδηγούν σε μία απόσμενη χρήση του δημόσιου χώρου. Εφευρίσκουν κι εφαρμόζουν διάσπαρτες πρακτικές προκειμένου να δουλέψουν και να διαφύγουν τον έλεγχο. Ο ελεγχος, όπως εφαρμόζεται από την δημοτική και την κρατική αστυνομία είναι εξίσου διάσπαρτος: άλλες φορές τους ζητούν χαρτιά κι άλλες φορές απλά συνομιλούν μαζί τους φιλικά, άλλες φορές τους διώχνουν, τους κάνουν ελέγχους των αδειών παραμονής και άλλες φορές τους προσπερνούν. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί λείους χώρους που ξεπερνούν την ίδια την μεταναστευτική επιθυμία και οδηγούν προς εφήμερες, αποσπασματικές νομαδικές πρακτικές.


    Εκδηλώσεις αλληλεγγύης


    Η πρώτη συνάντηση της κατάληψης με τους μετανάστες – μικροπωλητές, αυτή του Κυνηγιού του Θησαυρού, ήταν η αρχή μιας σειράς αποτυχημένων προσπαθειών για κοινή δράση. Στη δεύτερη συνάντηση, η πλατεία γέμισε με τονικούς ήχους. Στο πλαίσιο της αντιρατσιστικής αλληλεγγύης η κατάληψη του Γαλαξία οργάνωσε μικροφωνική δράση και διανομή φυλαδίων σε περαστικούς. Η συνέλευση του Γαλαξία είχε λίγο πριν καταλήξει σε ένα κείμενο για τη μετανάστευση στην Ελλάδα -γραμμένο στα Ελληνικά και στα Αγγλικά για να μπορεί να γίνει κατανοητό από όλους. Το κείμενο έπρεπε να διαβαστεί με ντουντούκα. Το μήνυμα επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά σε τακτά χρονικά διαστήματα. Παράλληλα τυπώθηκε και σε φυλλάδιο για να αναπαραχθεί σε πολλά αντίτυπα και να μοιραστεί στους περαστικούς και τους μικροπωλητές. Το κείμενο κατέληγε:


    «Οι μετανάστες καταδιωγμένοι από πόλεμο, οικονομικές και επισιτιστικές καταστροφές αναζητούν μια καλύτερη ζωή στο δυτικό κόσμο. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι με όλους τους μετανάστες, όχι στα πλαίσια φιλανθρωπίας ή λύπησης. Είμαστε αλληλέγγυοι γιατί νιώθουμε ότι με τους μετανάστες είμαστε από την ίδια πλευρά, ότι η καθημερινή καταπίεση και εκμετάλλευση που δεχόμαστε, είτε στη δουλειά είτε στο δρόμο, είναι κοινή για έλληνες και ξένους».


    Οι μετανάστες- μικροπωλητές δεν απάντησαν ποτέ άμεσα στο κάλεσμα της κατάληψης.


    Ένα μήνα μετά προετοιμάστηκε μια ανοιχτή συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο του Γαλαξία με τίτλο «Αλληλεγγύη στους μετανάστες μικροπωλητές». Πριν την εκδήλωση έγιναν συναντήσεις προετοιμασίας τα μεσημέρια, στο διάλειμμα των μεταναστών, όταν ο Γαλαξίας ήταν κλειστός. Τα πατζούρια ήταν κατεβασμένα, οι τζαμαρίες καλυμμένες. Άρχισε να συζητιέται τι είναι ο Γαλαξίας και πως θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτόν. Δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, αλλά πολλοί από αυτούς αντέδρασαν διστακτικά λέγοντας ότι δεν ήθελαν να μπλέξουν, ούτε επιθυμούσαν μια ευθεία αντιπαράθεση με την τοπική αστυνομία ή το Δήμο, που δεν ήταν και πάντοτε εναντίον τους.


    Η εκδήλωση έγινε με τα πατζούρια ανεβασμένα. Μεταφράστηκαν κείμενα των μεταναστών τα οποία προβάλλονταν στον τοίχο κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης σε συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα. Παράλληλα έγιναν παρουσιάσεις από αντιρατσιστικές ομάδες και την Ένωση Μικροπωλητών Μεταναστών. Ακούστηκαν πολλές τοποθετήσεις και στο τέλος εκδόθηκε ψήφισμα ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία, τις κατασχέσεις εμπορευμάτων και υπέρ της νόμιμης εργασίας και παραμονής όλων των μεταναστών στην Ελλάδα. Διοργανώθηκε και πάρτυ με Αφρικανικές μπύρες και κάσιους που είχαν φέρει σαν δώρο το προηγούμενο βράδυ οι μικροπωλητές. Στην ιστοσελίδα του Γαλαξία αναρτήθηκε την επόμενη μέρα η περιγραφή:


    «Συγκλονιστικές μπορούν να χαρακτηριστούν οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων πρωτοβουλιών μεταναστών, μικροπωλητών κ.λ.π. καθώς και των παιδιών που πουλούν CD και άλλα μικροαντικείμενα στην πλατεία. Μερικές από αυτές τις ακούσαμε με βουρκωμένα μάτια ενώ σε όλες ο κόσμος διέκοπτε με χειροκροτήματα. Πιο χαρακτηριστική ατάκα όμως ήταν αυτή του πεντάχρονου γιου ενός συντρόφου που ρώτησε μόλις είδε τα παιδιά από τη Νιγηρία μαζεμένα : “Μπαμπά, ποιοι είναι αυτοί οι ωραίοι σοκολατένιοι;”


    Οι γραμμωμένες πρακτικές αλληλεγγύης προς τους μετανάστες -όπως δείχνει και το παραπάνω απόσπασμα αναγνώρισης των μεταναστών ως θύματα- δεν μπορούν από μόνες τους να παράγουν πρακτικές φιλοξενίας. Όπως και η διανεμημένη κίνηση των μεταναστών-μικροπωλητών για να πουλήσουν τα πειρατικά CD και DVD, η διασπορά τους σαν η πλατεία να είναι ένας λείος χώρος – δεν αναπαράγει από μόνη της πρακτικές φιλοξενίας. Αντιθέτως, η συνύπαρξη λείων και γραμμωμένων χώρων οδηγεί σε μια περίπλοκη σχέση μεταξύ πρακτικών φιλοξενίας και πρακτικών ξενοφοβίας. Η παραγωγή λείων χώρων εντός του σκηνικού της πλατείας μπορεί να μην έχει δημιουργήσει έναν απελευθερωμένο από ρατσιστικές πρακτικές χώρο, αλλά έχει τουλάχιστον θέσει την παραγωγή της πλατείας υπό νέα διαπραγμάτευση.


    Τόσο η κατάληψη του Γαλαξία όσο και οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών οδηγούν στην παραγωγή του δημόσιου χώρου της Πλατείας, σαν ένα patchwork λείων και γραμμωμένων χώρων. Οι συναντήσεις, όμως, μεταξύ καταληψιών και μικροπωλητών πραγματοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε συνθήκες γραμμωμένου χώρου αναδεικνύοντας τις πολλαπλές εντάσεις και αντιφάσεις εντός των αντιρατσιστικών πρωτοβουλιών αλλά και των μεταναστευτικών (συλλογικών και ατομικών) επιθυμιών και πρακτικών. Στο πλαίσιο της αλληλεγγύης, το μόνο αίτημα που κατάφερε να αρθρωθεί ήταν αυτό της συμμετοχής των μεταναστών στην επίσημη εμπορευματοποίηση της πλατείας, με όρους πλέον νομιμότητας και κρατικής αναγνώρισης. (Να τους δοθούν άδειες για να πουλούν νόμιμα τα προϊόντα τους κι ένας συγκεκριμένος οριοθετημένος χώρος όπου θα μπορούν να πουλούν κάτω από στέγαστρο τα -αναπόφευκτα πλέον- μη πειρατικά προϊόντα τους). Το ερώτημα (αναπάντητο προς το παρόν) είναι τι θα μπορούσε να σημαίνει μια αντιρατσιστική – μεταναστευτική συνάντηση σε λείο χώρο.


    Η πλατεία Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork


    Το σκηνικό αυτών των συναντήσεων ήταν η Πλατεία της Νέας Σμύρνης. Τόσο η κατάληψη του Γαλαξία όσο και οι πρακτικές των μεταναστών μικροπωλητών αποτέλεσαν πρακτικές ρήξης με τις προδιαγεγραμμένες κατατμήσεις και χρήσεις του χώρου και του χρόνου της πλατείας αυτής. Παρά την φαινομενικά κοινή τους, όμως, σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο, οι στρατηγικές τους είναι συχνά ασσύμετρες –ούτε και μπορούν να θεωρηθούν ως αυτονόητες οι συνδέσεις μεταξύ τους. Οι συνήθεις πρακτικές αλληλεγγύης δεν αποσιωπούν αλλά αντίθετα αναδεικνύουν πιο έντονα την αδυναμία διαφυγής από την εδραιωμένη λογική των κινημάτων πόλης. Το υποκείμενο που δρα είναι αυτό του πολίτη, ενώ οι μετανάστες ως μη-πολίτες, που είναι αναγνωρίσιμοι από τους μηχανισμούς του κράτους -επιλεκτικά και προσωρινά – εντάσσονται στο εγχείρημα με συγκεκριμένους όρους που αποτρέπουν την ενεργή συμμετοχή τους στην παραγωγή του χώρου και την ρήξη με τον δημόσιο χώρο.


    Προσπαθήσαμε να συρράψουμε εικόνες της πλατείας Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork. Ένα patchwork αποτελούμενο από λείους και γραμμωμένους χώρους που παράγονται από μετανάστες-πειρατές και την κατάληψη του Ελεύθερου Γαλαξία. Η πλατεία της Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork, είναι χώρος ταυτόχρονα φιλόξενος και ξενοφοβικός. Λείοι και γραμμωμένοι χώροι δεν τέμνονται, δεν συγκλίνουν, δεν αποκλείνουν: είναι ασσύμετροι. Όπως και η σχέση μεταξύ μεταναστών μικροπωλητών και κατάληψης του Γαλαξία παρόλες τις πολλαπλές συναντήσεις τους, τις προσπάθεις για από κοινού δράση παρέμεινει ασσύμετρη.


    Επίλογος


    Μετά από συνεχείς διαμάχες στο εσωτερικό της συνέλευσης, πολλοί από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στο «άνοιγμα» του Γαλαξία αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους ότι «εμπορικά πολύτιμο» είχε αποκτήσει η κατάληψη. Τον χώρο κατέλαβε προσωρινά μια ομάδα εφήβων με καταγωγή από την Ρωσία, την Ελλάδα, την Γεωργία την Αλβανία, και την Κίνα. Δεν έβγαλαν κανένα διάγγελμα και δεν προσπάθησαν να οργανώσουν καμιά απολύτως δράση, αντίθετα άρχισαν να καταστρέφουν συστηματικά τα απομεινάρια της κατάληψης. Υποστήριξαν ότι εκείνοι ήταν στον Γαλαξία πολύ πριν τον Δεκέμβρη και θα συνεχίσουν να είναι εκεί και αφού τελειώσει η κατάληψη ακόμα κι αν γκρεμιστεί το κτίριο. Μετά από μια φωτιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, ο χώρος εκκενώθηκε από την πυροσβεστική, και το κτίριο παραμένει έως σήμερα κλειστό και κλειδωμένο. Φημολογείται ότι θα επαναμετατραπεί σε υπό ανέγερση πολιτιστικό κέντρο του δήμου.


    Σημειώσεις

    Η πλατεία Νέας Σμύρνης είναι αφιερωμένη στον ελεύθερο χρόνο, όπου στερεοτυπικά η διασκέδαση κι η ξεκούραση συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση. Ένα μεγάλο κομμάτι της, όμως, καλύπτεται από τεχνητές λίμνες, που επιβάλουν όρια στην επέκταση των εμπορικών χρήσεων καθώς εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να καλυφτούν, ή να πατηθούν αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθούν επιτρέποντας τη δημιουργία λείων ανοιγμάτων. Το νερό μπορεί, όπως λέει ο Μπασελάρ, να προσδίδει μια πιο «φυσική», πιο «πολιτισμένη» αλλά και πιο «γεωμετρική» αίσθηση του χώρου, Βλ.Gaston Bachelard, Poetics of Space (Boston: Beacon press, 1969). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι σχεδόν στάσιμο, τεχνητό και αποστειρωμένο (μυρίζει χλώριο και άλλα απολυμαντικά). Με άλλα λόγια πρόκειται για μια κατηγορία που ο Μπασελάρ δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει: το τεχνητό νερό ως μουσειακό είδος που επιτρέπει όχι πλέον μια ναρκισσιστική σχέση (κανείς δεν μπορεί να καθρεπτίζεται σε αυτά τα νερά) αλλά μια ηδονοβλεπτική σχέση. Ένα νερό που είναι εκεί μόνο για να το κοιτάζουμε από απόσταση.

    Οι Deleuze και Guatarri αναφέρονται στην έννοια του «γραμμωμένου χώρου» (striated space) σαν ένα χώρο που εγκαθιδρύεται από τους μηχανισμούς του κράτους σε αντίθεση με τον «λείο χώρο» (smooth space) που εγκαθιδρύεται από την Πολεμική Μηχανή. Παρόλο που η φύση αυτών των δύο χώρων είναι εντελώς διαφορετική και αντιθετική, βρίσκονται σε διαρκή μείξη κι αλληλεπίδραση καθώς οι δύο χώροι δεν είναι στην πράξη διακριτοί αλλά εισέρχονται, μεταμορφώνονται και μεταλλάσσονται διαρκώς ο καθένας στο αντίθετό του. Οι όροι αναπτύσσονται στο κεφάλαιο «The Smooth and the Striated» στο Gilles Deleuze – Felix Guattari, 1988 (1999) A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia, μτφ Brian Massumi (Λονδίνο: The Athlon Press).

    Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική κάθετων και οριζόντιων γραμμών, που επιθυμεί να απευθυνθεί κυρίως στο βλέμμα και κύριο σκοπό έχει να ξυπνήσει την όραση, να αναδείξει την ωραία θέα, αν και το υδάτινο στοιχείο των τεχνητών λιμνών που περιβάλλουν τον χώρο διαρκώς αποπροσανατολίζει αυτή την γραμμωμένη λογική και επιτρέπει παρελκύσεις προς έναν πιο λείο χώρο. Οπ.π., σσ. 492-493.

    Βλ., για παράδειγμα, «Διαδήλωση στην Άνω Νέα Σμύρνη με αφορμή τα γεγονότα των ημερών» http://www.youtube.com/watch?v=deL57so7FdA&feature=related

    Deleuze — Guattari, A Thousand Plateaus, σ. 496

    Η λογική του γραμμωμένου βέβαια δεν εγκατέλειψε εντελώς τον χώρο διότι πολύ συχνά ο προβληματισμός πίσω από την μετατροπή του διαφανούς κτιρίου σε σπηλιά απαντούσε και σε φόβους για την «ασφάλεια» της κατάληψης, για τη δημιουργία ενός ορίου με το έξω.

    Deleuze — Guattari, A Thousand Plateaus, σ. 498

    Οπ.π., σ. 477. Το παράθεμα αναφέρεται στην αντίληψη του Pierre Boulez για την μουσική. Δική μας μετάφραση.

    Δημιουργήθηκε έτσι μια ανταγωνιστική σχέση με τον περιβάλλοντα δημόσιο χώρο. Στις συνελεύσεις, κυριάρχησαν οι απόψεις για συντεταγμένη δράση ενάντια στο εμπορευματοποιημένο εκτός, ενώ πολλοί από τους αρχικούς καταλήψιες που συμμετείχαν στην κατάληψη στέγης κατηγορήθηκαν και εν τέλει αποχώρησαν διότι είχαν μετατρέψει τον χώρο σε κατάληψη στέγης και εμπόδιζαν την ανοιχτή αυτή αντιπαράθεση.

    Deleuze – Guattari, A Thousand Plateaus, σ. 477

    Είναι χαρακτηριστικό ότι το πιο δημοφιλής χώρος στάσης των μεταναστών-μικροπωλητών είναι ένα χώρος αβεβαιότητας: βρίσκεται απέναντι από το εργοτάξιο κατασκευής ενός γκαράζ, ένα σημείο προσωρινά αβέβαιο ως προς την χρήση του, ένα πέρασμα μεταξύ της στάσης του τραμ και των εμπορικών μαγαζιών της πλατείας.

    Deleuze – Guattari, A Thousand Plateaus, σ. 498

    Οπ.π., σ. 380

    «Ακόμα και η πιο γραμωμένη πόλη δημιουργεί λείους χώρους: να ζει κανείς στην πόλη σαν νομάς ή να βρίσκει καταφύγιο σε μια σπηλιά. Κινήσεις, ταχύτητα και αργοπορία αρκούν κάποιες φορές για να αναδομήσουν ένα λείο χώρο. Φυσικά οι λείοι χώροι δεν είναι από μόνοι τους απελευθερωτικοί. Αλλά η μάχη αλλάζει ή μετατοπίζεται εντός τους και η ζωή αναδιαμορφώνει τους στόχους της, έρχεται αντιμέτωπη με νέα εμπόδια, ανακαλύπτει νέους ρυθμούς, ανταλάσσει εχθρούς. Ποτέ μήν πιστέψετε όμως ότι ένας λείος χώρος αρκεί για να μας σώσει”. Deleuze – Guattari, A Thousand Plateaus, σ. 500

    Οπ.π., σσ. 474-75

    Την μικροφωνική, τον προτζέκτορα, τις σόμπες, τα συστήματα ήχου, τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης κ.α. με στόχο να τα προστατέψουν, όπως ισχυρίστηκαν.

    Η άρνηση για οποιαδήποτε πολιτική δράση βύθισε σε απελπισία τους εναπομείναντες καταληψίες, ενώ πυροδότησε οργισμένες αντιδράσεις από την πλευρά όσων είχαν αποχωρήσει για «προβοκάτσια» και «τραμπουκισμούς».




    Αφιέρωμα: πόλεις σε αναταραχή
    Ετικέτες: , , , , , , ,

    |
    1 σχόλιο »

    1 σχόλιο

    1. Ο/Η Χριστοφορος :
      May 20th, 2011 at 00:12

      Οι μετανάστες δεν διαφέρουν από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους που δεν έχουν φωνή. Δηλαδή τους περισσότερους από εμάς. Όποιος απογοητεύεται που δεν υπάρχει πολιτική δράση, στεναχωριέται από τη προσωπική του χαμένη ευκαιρία. Όχι απο την έννοια για την φροντίδα των άλλων.


    σχολίασε