σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    James Holston – Απόσπασμα για τη δημοκρατία, τη βία και την ιδιότητα του πολίτη


    James Holston

    Αν η γενίκευση της ιδιότητας του πολίτη στην δημοκρατία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εθνικότητας στην Δύση, η βία ανάμεσα στους πολίτες αντιμετωπίζεται ως επεισοδιακή προϋπόθεση για την ανάπτυξή της και όχι ως χαρακτηριστικό της. Μάλιστα, η δημοκρατική θεωρία στη Δύση εξελίσσεται σαν το πρόβλημα της εσωτερικής βίας να έχει ήδη λυθεί. Εικάζει ότι η ειρήνευση της κοινωνικής βίας γίνεται μέσα από την ανάπτυξη μιας εκπολιτιστικής διαδικασίας, κατά τον Norbert Elias, μέσα από τα σύγχρονα γνωστικά αντικείμενα, κατά τον Foucault ή ακόμη, κατά τον Max Weber, με το σύγχρονο έθνος-κράτος που συνδυάζει την κυριαρχία του νόμου με τη μονοπώληση των μέσων εξαναγκασμού και χρησιμοποιεί και τα δυο για να ελέγξει τη βία. Η δημοκρατική θεωρία συμπεραίνει λοιπόν ότι το πρόβλημα της εσωτερικής βίας εναντίον των πολιτών έχει λυθεί -ή μάλλον διαλυθεί- με τη μετάθεσή του στη δυτική ανάπτυξη του πολιτισμού και το έθνος-κράτος.


    Ωστόσο, η ανθρωπολογική έρευνα για τον εκδημοκρατισμό του κόσμου μετά τη δεκαετία του 1970 και ειδικά πέρα από το Βόρειο Ατλαντικό, αποκάλυψε μια μεθοδική σύμπτωση την οποία η πολιτική επιστήμη παρέβλεψε: Καθώς η δημοκρατία ρίζωσε στις πλέον διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς, νέα είδη βίας, αδικίας, διαφθοράς και ατιμωρησίας αυξήθηκαν δραματικά. Η σύμπτωση αποτελεί το παράδοξο του παγκόσμιου εκδημοκρατισμού. Εμφανές αλλά και φαινομενικά δύσκολο να γίνει αντιληπτό από άλλα γνωστικά αντικείμενα, η ανθρωπολογία- με τις μπερδεμένες μεθοδολογίες της ερευνά τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι άνθρωποι λένε και σε αυτό που κάνουν, την εθνογραφική αποστασιοποίηση από βιωμένες πρακτικές, τη χρήση της ιστορίας ως επιχειρήματος για το παρόν- έδειξε την εγγενή σχέση ανάμεσα στη δημοκρατική αλλαγή και τη βία: ότι σε μεγάλο μέρος του κόσμου όπου υπάρχει εκτεταμένη νομιμοποίηση της δημοκρατίας και της ιδιότητας του πολίτη, η δημοκρατία αποσταθεροποιείται σε βάθος και γεννά το δικό της είδος βίας.


    Η ανθρωπολογική μελέτη των νέων δημοκρατιών αποκάλυψε την έκταση στην οποία η υποτιθέμενη επίλυση της βίας που πρέσβευαν άλλες κοινωνικές επιστήμες είναι μάλλον η έκφραση- ακόμα και το πρόσχημα- συγκεκριμένων ιστοριών ορισμένων εθνών-κρατών (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία) παρά ένα γενικό ή οικουμενικό χαρακτηριστικό του ίδιου του εκδημοκρατισμού. Αυτό το μπέρδεμα ξεχωρίζει επειδή ο εκδημοκρατισμός έχει να κάνει με τα ιδιώματα βίαιων κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν συστατικά στοιχεία πολλών κοινωνιών με διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορίες. Επομένως, πολλές από αυτές τις κοινωνίες έχουν δημοκρατίες με εντυπωσιακή δυσλειτουργία: προβάλλουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και νομοθεσία βασισμένη σε δημοκρατικές αρχές και αξίες και την ίδια ώρα οι πολίτες τους υφίστανται συστηματική βία από δημόσιες και ιδιωτικές δυνάμεις, οργανωμένη και ανοργάνωτη πίεση που λειτουργεί με τη σιγουριά της ατιμωρησίας. Τα σώματα των πολιτών τους, δημοκρατικά από πολιτική άποψη, σύμφωνα με οποιαδήποτε λογική θεωρία για τη δημοκρατία, δεν προστατεύονται από το σύστημα δικαιοσύνης του κράτους. Ακόμη περισσότερο, είναι ευάλωτα στη βία, παγιδευμένα στην αναπαραγωγή της βίας που η ιδιωτικοποιημένη δικαιοσύνη προωθεί και ταπεινωμένα από την ατιμωρησία. Πολιτισμοί φόβου, αδιαφορίας, παρανομίας και κατάχρησης εξουσίας πολλαπλασιάζονται χαρακτηριστικά μέσα στο δημόσιο σώμα των πολιτικών δημοκρατιών, συνυπάρχοντας με δημοκρατικές αξίες για τη δημόσια ζωή. Κατά παράδοξο τρόπο, η κυριαρχία του νόμου γίνεται βίαιη και αναποτελεσματική στην καταπολέμηση της βίας. Σε αυτό το κοινό είδος πολιτικού εκδημοκρατισμού, ο αστικός δημόσιος χώρος πολιτικοποιείται και γίνεται εκ νέου επικίνδυνος , άλλοτε εγκαταλειμμένος και άλλοτε οχυρωμένος.


    Ένα σημαντικό εύρημα της ανθρωπολογικής μελέτης για τις αναδυόμενες δημοκρατίες είναι ότι αυτά που αποκαλώ νέα εξεγερσιακά κινήματα δημοκρατικών πολιτών, διαιωνίζουν θεμελιώδη χαρακτηριστικά της παγιωμένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη, ενάντια στην οποία τοποθετούνται. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι πολίτες-μέλη αυτών των κινημάτων με τους οποίους δουλεύω στο Σάο Πάολο αποδέχονται την αξία των δικαιωμάτων ειδικής μεταχείρισης, της ατομικής ιδιοκτησίας και της στρατηγικής νομιμοποίησης του παράνομου. Ωστόσο, βρίσκω πως, αντί να τρέφουν νέες εκδοχές αυτών των ιδιοτήτων, τα εξεγερσιακά κινήματα αποδιοργανώνουν: παραμένουν συνδεδεμένα με τις παγιωμένες αντιλήψεις, αλλά σε ένα ανισόρροπο, διαβρωτικό μίγμα που διαταράσσει και τις δύο πλευρές.


    Επομένως, δεν μπορούμε να περιμένουμε από την ιδιότητα του εξεργερμένου πολίτη να επεκτείνεται σταθερά. Έχει κι αυτή λακκούβες στις οποίες πέφτει. Ακριβώς επειδή οι παλιές φόρμουλες παραμένουν, νέες αντικοινωνικές συμπεριφορές και αδικίες προκύπτουν με τον εκδημοκρατισμό. Η μίξη του παγιωμένου και του εξεγερμένου έχει λοιπόν αντιφατικό αποτέλεσμα. Διαβρώνει εκείνες τις κατηγορίες κυριαρχίας που θεωρούνται δεδομένες και που έδιναν στην καθημερινή ζωή μια αίσθηση τάξης και ασφάλειας. Διαφορετικά, δεν θα είχε σημασία. Η δημοκρατία δεν είναι η μόνη δύναμη αυτής της αποσταθεροποίησης, αλλά αναμιγνύεται με άλλες, όπως η αστικοποίηση, η ιδιωτικοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός. Αναμφίβολα, όμως, προκαλεί βίαιες αντιδράσεις, ορισμένες για να αποκαταστήσει παλιά παραδείγματα τάξης και άλλες ως έκφραση ξεσπάσματος, τα στοιχεία των οποίων- τώρα πιο εμφανή ακριβώς επειδή είναι αποδιοργανωμένα- παραμένουν. Ως αποτέλεσμα, η δημοκρατία κουβαλάει τα δικά της είδη βίας που εισβάλλουν εκεί όπου αποσταθεροποιεί παλιότερες διατυπώσεις τάξης και καταστολής.


    Εμβληματικά αυτής της ασταθούς μίξης παλιάς και νέας αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη είναι τα υψηλά επίπεδα καθημερινής βίας από την πλευρά τόσο των εγκληματικών στοιχείων όσο και της αστυνομίας. Αυτή η μίξη συναντά την πιο παράλογη έκφρασή της στη βραζιλιάνικη κοινωνία όπου και τα εγκληματικά καρτέλ των ναρκωτικών και οι ειδικές μονάδες της αστυνομίας χρησιμοποιούν τη γλώσσα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την κυριαρχία του νόμου για να δικαιολογήσουν την ωμή βία. ΄Εχουν όμως γραφτεί πάρα πολλά γι’ αυτή τη βία και θέλω, κλείνοντας, να επιστήσω την προσοχή σε άλλες δημόσιες εκφράσεις για την έννοια της παραβίασης και του ξεσπάσματος που παράγει το ασταθές μίγμα εξεγερσιακής και παγιωμένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη. Αναφέρομαι στις κατάφωρες αντικοινωνικές συμπεριφορές και τις επιθετικές αισθητικές του απλού κοινού στο Σάο Πάολο: τον διαπεραστικό ήχο των καυγάδων και του τρόμου, όχι της σάμπα. Τη χρήση ρατσιστικών όρων που πολώνουν αντί να υβριδοποιούν. Το σημάδεμα της επιφάνειας των τοίχων παντού με μπογιά σε σπρέϊ (pinchacao) .


    Ας πάρουμε το θέμα των επιγραφών. Τα τελευταία χρόνια, στο Σάο Πάολο, υπάρχουν παντού. Αυτοί που το κάνουν είναι πάντοτε νεαροί από τις περιφέρειες. Υπερβαίνουν τις γειτονιές τους γράφοντας στις επιφάνειες των τοίχων σε όλη την πόλη τα ονόματά τους, με μια ταυτολογική γραφή που οι περισσότεροι κάτοικοι καταδικάζουν ως άσχημη, ακατανόητη και εγκληματική. Οι εισβολές τους δεν αφήνουν κανένα μέρος της πόλης ασημάδευτο, ειδικά τις επιφάνειες που μοιάζουν δυσπρόσιτες, έτσι ώστε οι πολίτες να μην μπορούν παρά να τα δουν. Με αυτό τον τρόπο, αμφισβητούν την οχύρωση και ιδιωτικοποίηση του Σάο Πάολο και δημιουργούν μια νέα δημόσια οπτική των επιφανειών της πόλης που επιβάλλει την παρουσία της περιφέρειας παντού. Ο στόχος τους μπορεί να είναι μια επίδειξη ʺστα μούτρα σαςʺ, αλλά οι περισσότεροι κάτοικοι του Σάο Πάολο τη θεωρούν απόδειξη της κατάντιας του αστικού χώρου και του κοινού του.


    Ωστόσο, καθώς μοιάζουν να έχουν την πρόθεση να διαταράξουν την υπόθεση περί εθνικής ολοκλήρωσης που αποτελεί τη βάση της παγιωμένης διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη στη Βραζιλία, μήπως θα έπρεπε να δούμε αυτές τις συμπεριφορές ως εκφράσεις εξέγερσης των πολιτών, ως μορφές διαμαρτυρίας και πολιτικές πράξεις; Φυσικά, οι ελίτ βλέπουν αυτές τις νέες εγγύτητες των περιφερειών ως εισβολές σε χώρους στους οποίους κάποτε κυριαρχούσαν πλήρως. Αντιδρούν δημιουργώντας νέα είδη απόστασης. Κινούμενες από το φόβο, την καχυποψία και το αίσθημα προσβολής, οι ελίτ αποσύρονται από την καθημερινή προσωρινή επαφή που αποτελούσε το στυλ άσκησης της εξουσίας που εφάρμοζαν- το καθεστώς της διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη, γνωστό για την επιφανειακή του οικειότητα. Αντί γι’ αυτό, αναπτύσσουν μια σειρά από νέους κοινωνικούς και φυσικούς φραγμούς. Από τη μια πλευρά, κλείνονται σε αστικούς και εμπορικούς περίκλειστους χώρους, φρουρούμενοι από ιδιωτική ασφάλεια και με την βοήθεια συστημάτων παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας, που δημιουργούν νέους διαχωρισμούς στον αστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, αυτός ο τρόπος σκέψης καταλήγει σε ρατσιστικές απεικονίσεις των χαμηλότερων τάξεων ως εγκληματιών, που είναι αντίθετες στα ανθρώπινα δικαιώματα και παρέχουν υποστήριξη στην αστυνομική βία.


    Αυτές οι επιθετικές στρατηγικές εισβολής, απόσυρσης και ιδιωτικοποίησης παράγουν ένα αποσταθεροποιημένο αστικό τοπίο. Τα επιτεύγματα της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη είναι ορατά σε όλη την πόλη, όπως και η απόρριψή τους προς όφελος της εσωστρέφειας και της ιδιωτικοποίησης. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, που κάποιες γειτονιές στις περιφέρειες επιδεικνύουν πολλές βελτιώσεις σε υποδομές και κονωνικούς πόρους, τα κτίρια εκεί και παντού ξεχειλίζουν από συστήματα ασφάλειας. Ακόμη κι όταν οι τοπικές αρχές επενδύουν σε νέες πολιτιστικές εγκαταστάσεις ( π.χ. μουσεία, πάρκα και κέντρα παραστάσεων), οι μεσοαστικές οικογένειες εγκαταλείπουν τα πάρκα και τις πλατείες της γειτονιάς, τα οποία έτσι υποβαθμίζονται, για τους ψυχαγωγικούς χώρους των ιδιωτικών λεσχών, των εμπορικών κέντρων και των κατοικιών. Η πόλη μοιάζει ταυτόχρονα ανανεωμένη και παρακμασμένη. Επιπλέον, ενώ κατασκευάζεται ένα λειτουργικό μετρό, οι μεσαίες τάξεις εγκαταλείπουν τις δημόσιες συγκοινωνίες για ιδιωτικά μέσα, στα οποία κρύβονται πίσω από σκούρα τζάμια και αλεξίσφαιρους εξοπλισμούς. Αυτές οι αντιθέσεις μεταξύ δημόσιας επένδυσης και αυξανόμενης ιδιωτικοποίησης, ανακαίνισης και παρακμής, δημοκρατικής πρόσβασης και ελιτίστικης εσωστρέφειας, είνα πλέον διάχυτα στο Σάο Πάολο, με τον πλέον σαφή τρόπο στην κοινή αστική εμπειρία.


    Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να τραβάμε την αξιοπιστία στα όρια της όταν αποκαλούμε τα γκράφιτι έκφραση της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη. Παρόλα αυτά, διαταράσσουν τις ιδεολογίες της οικουμενικής ολοκλήρωσης που συμβάλλουν στη διατήρηση των διατυπώσεων περί διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη της κυρίαρχης ελίτ. Οι ιδεολογίες αυτές θολώνουν- με την έννοια ότι κάνουν λιγότερο υπολογίσιμες-τις μαζικά και ωμά άνισες κατανομές. Η πολιτισμένη συμπεριφορά του εδραιωμένου καθεστώτος δίνει έμφαση στην ολοκλήρωση, τον εναρμονισμό, την αμφισημία και την ετερογένεια ως ιδιώματα των κοινωνικών σχέσεων, που εκφράζονται με μια ποικιλία εθνικιστικών ιδεολογιών, πολιτισμικών θεσμών και κοινωνικών συμβάσεων- για παράδειγμα, στη “φυλετική δημοκρατία” και το καρναβάλι. Αυτά τα ιδιώματα της ολοκλήρωσης διατυπώνονται περαιτέρω από πολιτισμικές συμβάσεις γοητείας που δίνουν στις προσωπικές σχέσεις που έχουν να κάνουν με το φύλο, τη φυλή και την τάξη μια λάμψη συνένοχης συμφιλίωσης, μια αίσθηση οικειότητας που σκιάζει αλλά διατηρεί θεμελιώδεις ανισότητες: Αναφέρομαι στις σαγηνευτικές αμφισημίες που προέκυψαν μέσα από τα (αμετάφραστα) τεχνάσματα των jetinho, malicia, malandragem, jinga, jogo de cintura και mineirice , που απέκτησαν οικουμενικό χαρακτήρα στους θεσμούς της samba, του carnaval και της caporeira και τιμήθηκαν ως συστατικό στοιχείο του βραζιλιάνικου πολιτισμού- ενός πολιτισμού που παρόλα αυτά διατηρεί φοβερές ανισότητες.


    Πιστεύω ότι αυτές οι ιδεολογίες και συμβάσεις της ολοκλήρωσης έγιναν πρόσφατα λιγότερο πειστικές. Καθώς η εξεγερσιακή αντίληψη περί της ιδιότητας του πολίτη διαταράσσει το διαφοροποιημένο, οι κυρίαρχες διατυπώσεις της ολοκλήρωσης δεν ανθίστανται και οι ανισότητες τις οποίες καλύπτουν γίνονται απαράδεκτες. Το πρόβλημα της σύγχρονης βραζιλιάνικης κοινωνίας είναι ότι μολονότι οι άνισες κατανομές παραμένουν, οι θολές εικόνες τους έχουν χάσει την αποτελεσματικότητά τους. Αυτή η εξάντληση εκθέτει όλο και περισσότερο τα σκληρά γεγονότα της ανισότητας “στα μάτια των Βραζιλιάνων”. Οι αναμφισβήτητες υπερβολές της βίας, της αδικίας και της διαφθοράς στην τρέχουσα περίοδο της δημοκρατίας μπορούν λοιπόν να ιδωθούν ως εξής: οι μεγάλες ανισότητες συνεχίζονται αλλά τα πολιτικά και πολιτισμικά συμβόλαια που τις διατήρησαν έχουν φθαρεί. Η αφαίρεση του κοινωνικού ιστού μεταμορφώνει την πόλη και την κοινωνία. Παράγει ωμότητα, ξέσπασμα και υπερβολή. Μ’ αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι οι βαθιές αλλαγές που έγιναν στον εκδημοκρατισμό παράγουν, αναγκαστικά ίσως, μη πολιτισμένη συμπεριφορά ως δημόσια γλώσσα αλλαγής.


    Καταλήγω λοιπόν λέγοντας ότι ούτε ο εκδημοκρατισμός στη Βραζιλία κατάφερε να ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα, ούτε οι αντίθετες δομές βίας και αδικίας κατάφεραν να αποτρέψουν την ανάπτυξη σημαντικών μέτρων δημοκρατικής καινοτομίας. Πάνω απ’ όλα, δεν απέτρεψαν τη διαδεδομένη νομιμοποίηση της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του δημοκρατικού πολίτη. Προς το παρόν, στη Βραζιλία, όπως σε πολλές άλλες χώρες, δεν επικρατεί ούτε η δημοκρατία ούτε τα αντίθετά της. Ριζωμένα, αλλά σε αποσύνθεση, παραμένουν μπερδεμένα και επιβιώνουν απρόσμενα το ένα έναντι του άλλου.


    Σημείωση

    Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο μου, Insurgent Citizenship: Disjunctions of Democracy and Modernity in Brazil (Princeton: Princeton University Press, 2008). Μπορείτε, επίσης, να βρείτε εκεί βιβλιογραφικές παραπομπές και υποστηρικτικό υλικό.




    Αφιέρωμα: πόλεις σε αναταραχή
    Ετικέτες: , , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε