σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Simon Procter – “Καραόκε Live”: Η αμφισβήτηση του αστικού μουσικού χώρου μέσα σ’ ένα περιβάλλον «ψυχικής υγείας»


    Simon Procter

    Είναι στη φύση των σύγχρονων πόλεων να είναι πολλοί από τους πολίτες τους απρόθυμοι. Ακόμη και ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν φτάσει πρόσφατα, ένα σημαντικό ποσοστό μπορεί να μην έχει επιλέξει αυτό το μέρος για να ζήσει, και ακόμη περισσότερο μπορεί να νιώθουν ότι δεν έχουν πολλά κοινά με τους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους έχουν βρεθεί να ζουν. Ενώ οι αρχές ίσως να προσπαθούν να στηρίξουν μια αίσθηση «κοινότητας» (και μ’ αυτήν την υπακοή του πολίτη), αυτές είναι με πολλές έννοιες πολύ περιστασιακές κοινότητες, αν τελικά βιώνονται σαν κοινότητες.


    Μια αίσθηση αποκλεισμού ακόμη και από μια τέτοια περιστασιακή κοινότητα μπορεί να έχει πολλές αιτίες. Οι πόλεις είναι αμφισβητούμενοι χώροι: πολλοί πολίτες βιώνουν την ανάγκη για μια αίσθηση πολιτισμικής ταυτότητας που να έχει συνοχή (που μπορεί να εκφράζεται με την εθνική, γλωσσική, αισθητική, πολιτική ή θρησκευτική διάσταση) η οποία αποκλείει ορισμένες άλλες. Οι κρατικές υπηρεσίες που προωθούν την κοινωνική ένταξη αναγνωρίζουν την ψυχική υγεία σαν πρωταρχική αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Και πράγματι, άνθρωποι με εμπειρία στην ψυχική ασθένεια όντως νιώθουν αποκλεισμένοι μέσα στην πόλη – αποκλεισμένοι από τα συμπτώματά τους, αποκλεισμένοι από την αγωγή που το νομικό- ιατρικό σύστημα συχνά τους επιβάλλει, και αποκλεισμένοι από το στίγμα που συνοδεύει την ψυχική ασθένεια. Συχνά αποκλείονται, προσωρινά ή μόνιμα, από τη δουλειά, από τις πολιτιστικές ευκαιρίες και από την συμμετοχή στα κοινά – όλα τα υποτιθέμενα βασικά συστατικά αυτού που έχει να προσφέρει η πόλη.


    Και στη θέση τους μπορεί να τους προσφερθεί κάποιο υποκατάστατο, όπως κέντρα όπου άνθρωποι με ψυχικές ασθένειες μπορούν να περνούν τουλάχιστον κάποιες από τις ημέρες τους, και (ίσως ιδανικά, στο μυαλό των χρηματοδοτών) να ασχοληθούν με κάτι χρήσιμο όπως η μόρφωση και η εκπαίδευση, προσφέροντας έτσι την προσδοκία της μεταμόρφωσης σε κάτι που να μοιάζει περισσότερο με τον ιδανικό πολίτη. Προσφέρονται υποστηρικτικές υπηρεσίες με σκοπό να ελαχιστοποιηθούν συναφή κοινωνικά προβλήματα: μπορεί να παρασχεθεί ένα καθημερινό γεύμα και μια τηλεόραση. Κανείς ποτέ δεν επέλεξε να χρειάζεται αυτό το κέντρο, όμως βρίσκονται στη θέση να εξαρτώνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τη φροντίδα του Κέντρου. Όλοι έρχονται με μια ταμπέλα (διάγνωση) που τους ξεχωρίζει ως διαφορετικούς και σκορπίζουν το φόβο στην πόλη σε μεγάλο βαθμό: αυτά τα Κέντρα μπορούν, όπως και τα παλιότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα γκέτο πριν από αυτά, να θεωρηθούν μεν καταφύγια γι’ αυτούς που είναι «διαφορετικοί», αλλά μπορεί και να βιωθούν σαν καταναγκαστικά μέσα διαχωρισμού. Ως πολύ περιστασιακές κοινότητες και αυτά, μπορούν να θεωρηθούν μικρο- πόλεις μέσα στις πόλεις. Και ακριβώς όπως ο γεωγραφικός χώρος μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι αμφισβητήσιμο στις πόλεις με βάση τη διαφορετικότητα, τόσο και ο χώρος διάφορων ειδών είναι πεδίο ανταγωνισμού και διαφωνίας.


    Μια φορά την εβδομάδα, την Πέμπτη, περνώ την ημέρα μου σ’ ένα τέτοιο κέντρο. Στεγασμένο σ’ ένα πρώην εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό κτίριο, περιβάλλεται από ένα πολυώροφο οικοδόμημα σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές του Λονδίνου, η οποία χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα μετανάστευσης, φτώχεια κι ασθένειες (σωματικές και ψυχικές). Όπως και το σημείο της πόλης όπου βρίσκεται, ο πληθυσμός του κέντρου παρουσιάζει ποικιλία– ως προς τις ηλικίες, τις εθνικότητες, την πίστη και τη γλώσσα. Ο ρόλος μου είναι αυτός του μουσικού- είμαι μουσικοθεραπευτής, εκπαιδευμένος στο να απασχολώ με τη μουσική ανθρώπους που κατά τα άλλα είναι δύσκολο να εναχοληθούν. Έχω πολυετή εμπειρία σε περιβάλλοντα ψυχικής υγείας και με προσέλκυσε η ιδέα να δουλέψω εδώ λόγω της σχετικής ελευθερίας και έλλειψης ιεραρχίας (σε σύγκριση με νομικώς περιοριστικά και ιατρικώς πιεστικά ψυχιατρεία). Προσφέρω ατομικές συνεδρίες μουσικοθεραπείας (βασισμένες στην παραγωγή ζωντανής μουσικής από κοινού) σε όσους επιθυμούν να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους, να επανασυνδεθούν με τη μουσική, να επανακτήσουν εκφραστικότητα, ή απλά να απολαύσουν την ελεύθερη αλληλεπίδραση με κάποιον με έναν τρόπο που η ασθένειά τους συνήθως το κάνει πολύ δύσκολο να το ζήσουν, ειδικά όπου εμπλέκεται η λεκτική έκφραση. Οι πιο παραδοσιακές αντιλήψεις για τη θεραπεία έχουν να κάνουν με το ατομικό στοιχείο μάλλον παρά τη σκέψη για το γενικότερο πλαίσιο. Ένα σημαντικό όμως κομμάτι αυτού που κάνω είναι επίσης να προσφέρω έναν μουσικό χώρο όπου μπορούν να ενασχοληθούν οι άνθρωποι και να διευκολυνθούν ευχάριστες αλληλεπιδράσεις που μπορεί να μην προκύψουν αλλιώς. Στην πράξη, αυτό παίρνει τη μορφή μιας ώρας ελεύθερης δημιουργίας μουσικής («όλα ταιριάζουν») στο επισκεπτήριο που μοιάζει με χωλ το οποίο είναι προσκείμενο στην κουζίνα και το καφέ όπου σερβίρεται το γεύμα στο τέλος της ώρας. Είναι μια δυνατά φωτισμένη αίθουσα με ένα τραπέζι μπιλιάρδου και υλικά για να φτιάχνουν καφέ. Κυριαρχείται όμως από μια τεράστια τηλεόραση με δορυφορικά κανάλια που τείνει να τραβάει τους πάντες γύρω της σ’ έναν κυρίως σιωπηλό λήθαργο.


    Υπάρχει επίσης κι ένα πιάνο εκεί, κι ένα ηχητικό σύστημα το οποίο ρυθμίζω να είναι έτοιμο για λειτουργία γι’ αυτήν την ώρα. Αυτό μπορεί να κάνει τα πράγματα πολύ δυνατά: το μικρόφωνο συνδέεται σ’ ένα ισχυρό ζεύγος ηχείων και όποιος κρατάει το μικρόφωνο είναι σε θέση ισχύος. Όταν έφτασα για πρώτη φορά με το μικρόφωνο, οι άνθρωποι ήταν αρκετά επιφυλακτικοί να κάνουν ο,τιδήποτε μπροστά σε άλλους ανθρώπους, αλλά τώρα έχει καθιερωθεί η συνήθεια να τραγουδάμε σ’ αυτή την ομάδα. Πολλοί αναφέρονται σ’ αυτή την ώρα με φράση «Καραόκε Live»: υπάρχει μια ζωντανή σκηνή καραόκε σε πολλές παμπ εδώ γύρω κι αυτό το βλέπουμε σαν μια εκδοχή αυτού. Στην πραγματικότητα όμως είναι διαφορετικό για πολλούς λόγους. Πρώτον, το γεγονός πως δεν έχουμε μηχάνημα Καραόκε αλλά αντίθετα ένα πιάνο και διάφορα άλλα μουσικά όργανα που μπορεί να παίξει ο καθένας το κάνει πιο πολύ «ζωντανό» γεγονός από πολλές βραδιές Καραόκε, με την προσοχή των ανθρώπων να είναι πιο ενεργά δοσμένη: συμβαίνει στο προσκήνιο και όχι στο παρασκήνιο. Δεύτερον, επειδή είμαι μουσικός, και όχι μηχάνημα, μπορώ να προσαρμόσω την συνοδεία μου στους (κάποιες φορές υπερβολικά ιδιοσυγκρασιακούς) τρόπους που τραγουδούν οι άνθρωποι αυτοί. Επίσης μπορώ να παίζω στον τόνο που νιώθουν πιο άνετα, και να αλλάζω τονικότητες όταν χρειάζεται. Έτσι δεν τους υποστηρίζω μόνο μουσικά αλλά κάνοντας αυτό δίνω ώθηση στις ευκαιρίες τους να εκφράσουν τον εαυτό τους «με επιτυχία». Και τρίτον, ενώ οι παμπ του Λονδίνου εξυπηρετούν αυτούς που πίνουν αλκοόλ, αυτό το κομμάτι του Λονδίνου έχει έναν μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό που όχι μόνο δεν συχνάζουν σε παμπ, αλλά έχουν κι ένα τελείως διαφορετικό μουσικό ρεπερτόριο από αυτό που βρίσκουμε στις βραδιές καραόκε.


    Πολλά είδη μουσικής εκπροσωπούνται εδώ: ένα από τα μαθήματα που έμαθα γρήγορα είναι το πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η ιδιοκτησία της μουσικής. Ένα νεαρό λευκό κορίτσι δηλώνει πως της αρέσει «η ρέγκε, το τζανγκλ κι ίσως και η μουσική ενός λευκού». Ένας ηλικιωμένος κύριος από την Καραϊβική τραγουδάει Ιρλανδικά τραγούδια και ύμνους για τον Haile Selassie. Ένας νεαρός Ασιάτης τραγουδάει συνεχόμενα επιτυχίες των Black Eyed Peas και bhangra χωρίς να πάρει ανάσα. Για μενα ως μουσικό, όλα αυτά αποτελούν προκλήσεις αλλά η «αστική ποικιλία» (την οποία το Κέντρο αρέσκεται να διατυμπανίζει στα φυλλάδιά του) δουλεύει καλά ως προς την εξώρυξη απρόσμενων συνδέσεων μεταξύ των ανθρώπων και έτσι χτίζει τα είδη των χαλαρών δεσμών που οι θεωρητικοί του κοινωνικοί κεφαλαίου εγκωμιάζουν. Όμως η ποικιλία δουλεύει με δυο τρόπους. Πέρα από τη συμπλοκή του bhangra, της ρέγκε και των Beatles, παραμένουν θύλακες απομονωμένης μουσικής – μουσικής που είναι τόσο συγκεκριμένη πολιτιστικά που όχι μόνο δεν τη μοιράζονται οι άλλοι αλλά που μοιάζει να προξενεί ενεργή απόρριψη ακόμη και εχθρικότητα. Μια ομάδα ηλικιωμένων αντρών από την Βενγκάλη κάθονται σιωπηλοί περιμένοντας τη σειρά τους για να τραγουδήσουν, μοιάζοντας αναστατωμένοι καθώς ένας λευκός ξεφωνίζει ένα τραγούδι των Metallica. Και όταν παίρνουν το μικρόφωνο και παραδίδονται σ’ ένα θρησκευτικό τραγούδι, ακούω ψιθύρους αποδοκιμασίας από κάποιες γωνίες: κάποιοι άλλοι επιλέγουν αυτή τη στιγμή για να πάνε στην τουαλέτα ή να φτιάξουν τσάι.


    Για να πάρουμε αυτά τα θρησκευτικά τραγούδια ως παράδειγμα, στα αυτιά των ντόπιων Λονδρέζων ακούγονται ελαφρώς «ξένα». Ως προς τον τόνο και τον ρυθμό ξεφεύγουν από τους περιορισμούς της Δυτικής μουσικής, τραγουδιούνται σε μια παράξενη γλώσσα αλλά «ακούγονται» θρησκευτικά, δημιουργώντας συνδέσεις με όλες τις λαϊκές αντιλήψεις για το Ισλάμ. Η αρχή αυτών των τραγουδιών σημαίνει «κάτι άλλο» – μια διαφορετικότητα που είναι άβολη. Η μουσική που μας είναι οικεία πολιτισμικά έχει την τάση να μας βάζει μέσα της – χτυπάμε τα πόδια μας ρυθμικά, σιγοτραγουδάμε τον πιασάρικο σκοπό, ακόμη και την αναπνοή μας συντονίζουμε μ’ αυτήν. Γινόμαστε σωματικά κομμάτι της. Αλλά τέτοια ανοίκεια μουσική μας φέρνει ευθέως αντιμέτωπους με τις διαφορές μας. Επιπλέον, επειδή η εσωτερική δομή της άγνωστης μουσικής δεν είναι προφανής σε μας, οι συμμετέχοντες νιώθουν ξεκάθαρα ότι οι τραγουδιστές της άγνωστης μουσικής παρατείνουν χωρίς λόγο τα τραγούδια τους για να τα κάνουν να διαρκέσουν παραπάνω, το οποίο σημαίνει ότι κρατούν το μικρόφωνο (οπότε και την εξουσία) περισσότερο. Αυτό προκαλεί δυσαρέσκεια, που συχνά εκφράζεται λεκτικά, και είναι μέρος του ρόλου μου να την περιορίσω.


    Το να κρατήσω αυτή την ομάδα σε συνοχή είναι πρόκληση. Θέλω να προσφέρω σε όλους μια ασφαλή και ικανοποιητική εμπειρία μιας μουσικής παρουσίασης του εαυτού τους. Επίσης θέλω να προσφέρω ένα χώρο που καθιστά δυνατή την γεμάτη σημασία επαφή μεταξύ ομάδων ανθρώπων που μπορεί κατά τα άλλα, στην καλύτερη περίπτωση, να απέφευγαν ο ένας τον άλλο. Η μουσική δεν είναι η «παγκόσμια γλώσσα» για την οποία όλοι μιλούν με τόση ευκολία: μ’ αυτήν παρουσιάζουμε την ταυτότητά μας και σημαδεύουμε τα εδάφη μας. Πιάνω τον εαυτό μου να επεμβαίνει με ανορθόδοξους τρόπους. Για μένα είναι μικρό το πρόβλημα όταν έχω να συνοδεύσω τους Metallica με χορδές σε μια κιθάρα: είναι πιο δύσκολο (αλλά και πάλι εφικτό) για μένα να χτυπάω το τύμπανο με ένα τραγούδι από την Βενγκάλη. Όταν το συνοδεύω όμως πιάνω τον εαυτό μου να έχω την έγνοια όχι μόνο να υποστηρίξω το άτομο που τραγουδάει αλλά να αιχμαλωτίσω και να διατηρήσω την προσοχή, ανάμειξη και ανοχή των υπόλοιπων. Αυτό περιστασιακά με οδηγεί σε παράξενες μουσικές επιλογές – να χτυπάω τάμπλα στους Metallica ή να παίζω ελαφρώς συναισθηματικά (αλλά πολύ προσαρμοσμένα) μπάσσο στο πιάνο για ένα τραγούδι από τη Βενγκάλη – περπατώντας σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ του να διατηρήσω το μουσικό χαρακτήρα του και να επικοινωνήσω το λυρισμό του στους άλλους. Ξέρω ότι αυτό κινδυνεύει να θεωρηθεί από κάποιους πολιτισμικός βανδαλισμός και προσπαθώ να φεύγω μόνος κάθε φορά!


    Και εκτός μουσικής όμως, βρίσκομαι στη θέση να αναγκάζομαι να κρατήσω την ομάδα ενωμένη. Όλοι θέλουν να τραγουδήσουν και γίνεται αληθινή μάχη για το μικρόφωνο: φαίνεται πως είναι περισσότερο ο ρόλος μου να εξασφαλίσω ότι θα ακουστεί η φωνή του καθένα και θα υποστηριχτεί όσο περισσότερο γίνεται, μουσικά και κοινωνικά. Φτιάχνω μια ανεπίσημη λίστα αναμονής για το ποιος θα τραγουδήσει μετά από ποιον, καθησυχάζοντας τους ότι θα υπάρξει άλλη ευκαιρία για να τραγουδήσουν. Το πρότυπό μου είναι η μουσική συμμετοχή και ο σεβασμός για όλες τις μουσικές. Αντιδρώ λεκτικά στη μουσική και προσπαθώ να ενθαρρύνω την ομάδα να καταπιαστεί ο ένας με τις μουσικές του άλλου. Μερικές φορές αυτό δημιουργεί εκνευρισμό – υπάρχουν στιγμές που νιώθει κανείς μόνο αντιπαράθεση αναμοχλεύεται, και ύστερα από λίγο ότι υπάρχει αληθινό μοίρασμα κι αναγνώριση του πολιτισμού των άλλων. Οι μαγικές, μεταμορφωτικές στιγμές έρχονται όταν τα μέλη της ομάδας, ξεπερνούν τον εαυτό τους και ανακαλύπτουν ότι τους τραβούν μουσικές που δεν θα θεωρούσαν ποτέ δικές τους.


    Είναι «απλά» μια ομάδα τραγουδιού σ’ ένα πρόγραμμα ψυχικής υγείας σ΄ ένα κτίριο σε μια μεγάλη πόλη: μια φωτογραφία της καθημερινής ζωής. Αλλά είναι αστικός χώρος που αμφισβητείται συνεχώς. Οι ανταμοιβές, ατομικές και κοινωνικές, για την ενασχόληση μ’ αυτή την αμφισβήτηση είναι απτές: για να γίνει αυτό χρειάζεται δεξιότητα, ευαισθησία και ασίγαστο κουράγιο.




    Αφιέρωμα: πόλεις σε αναταραχή
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε