σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Στέλιος Σταυρουλάκης – Η επείγουσα ανάγκη των ομότιμων κοινοτήτων για μια ομαλή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας


    Burton Latimer Wind farm

    Η βιωσιμότητα της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα σε πηγές ανανεώσιμης ενέργειας κυρίως με την οικονομική βοήθεια του κράτους, πρόσφατα, ανέτρεψε τις απαισιόδοξες προβλέψεις και τις υπερβολικές ανησυχίες σχετικά με τις δαπάνες και την αυτάρκεια τους. Ωστόσο, η μετάβαση πραγματοποιείται σε συνθήκες υψηλών ποσοστών ανεργίας και οι δαπανηρές και πιθανώς δύσκολες στη συντήρηση μεγάλες εγκαταστάσεις που κληρονομήθηκαν από τη νοοτροπία υποδομών εργοστασίων μεγάλου μεγέθους θέτουν επιπρόσθετες προκλήσεις.



    Σε ένα ανανεώσιμο περιβάλλον στο μέλλον, τα μεγάλα εργοστάσια μάλλον θα χρησιμοποιηθούν για την διαχείριση αποβλήτων. Για να αντιμετωπίσουμε πιθανά κοινωνικά προβλήματα που πηγάζουν από τη φύση της μετάβασης, καθώς και να μειώσουμε περισσότερο τις περιβαλλοντικές ζημιές, η μετάβαση θα πρέπει να ενισχυθεί και επιταχυνθεί από την ανάδειξη των ομότιμων ενεργειακών κοινοτήτων. Θα εστιάσουμε επιλεκτικά σε ζητήματα γύρω από νεογέννητες ομότιμες υποδομές σε σχέση με τη δημόσια πολιτική και σε μια γρήγορη ανασκόπηση της αυτόνομης μονάδας, που συνιστά ένας κόμβος σε ένα ομότιμο ενεργειακό δίκτυο, σαν μια σύντομη εισαγωγή για τους μη ειδικούς.


    Η προέλευση της έννοιας του ομότιμου [peer-to-peer (P2P)] είναι το Διαδίκτυο, ένα δίκτυο κόμβων επεξεργασίας πληροφοριών, ισοδύναμων σε σχέση με τη διαθεσιμότητα πόρων, με κατανεμημένο έλεγχο, με βάση κυρίως το ελεύθερο λογισμικό και με πρωτόκολλα επικοινωνίας βασισμένα σε ανοικτά πρότυπα. Εν ολίγοις, μια τεχνολογική ανακάλυψη που ωθεί την κοινωνική αλλαγή. Μια ομότιμη κοινότητα είναι πρωταρχικά μια μη-ιεραρχική κοινότητα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για έναν τομέα κι εξειδικεύονται μοιράζοντας τη γνώση τους, δουλεύοντας σε έργα που παράγουν αποτελέσματα που επιλύουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πρόβλημα προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας. Το ελεύθερο λογισμικό είναι ένα καλούπι από το οποίο προκύπτουν ιδέες για να επιδείξουν πως οι ομότιμες ενεργειακές κοινότητες μπορούν να γίνουν λειτουργικές. Μια σύντομη σκιαγράφηση ενός προτύπου κοινότητας παρουσιάζεται εδώ.


    Ενώ το ελεύθερο λογισμικό αποτελεί λύση στο κοινωνικό πρόβλημα της αποκλειστικής ιδιοποίησης της γνώσης, η ομότιμη προοπτική προτείνει κατανεμημένες, διαδικτυακές οργανωτικές δομές ως ανώτερες από τις συγκεντρωτικές ιεραρχίες. Το ελεύθερο λογισμικό ευδοκιμεί σήμερα, πιθανώς επειδή όταν ξεκίνησε, όπως εξηγεί ο ιδρυτής του, οι εχθροί του αντιλήφθηκαν την απήχηση που θα μπορούσε να έχει όταν ήταν ήδη πολύ αργά. Αντίθετα, η ομότιμη διαδικασία, ή τουλάχιστον κάποιες από τις μορφές της όπως η ανταλλαγή αρχείων, έχουν ποινικοποιηθεί βαριά από μια συμμαχία μεταξύ κυβερνήσεων και μονοπωλίων, που αυτοαποκαλούνται κάτοχοι πνευματικής ιδιοκτησίας και πατεντών. Το παράδοξο, προς το οποίο μας οδηγεί η αδυναμία του νόμου, επιβεβαιώνεται από μελέτες που αποκαλύπτουν πως οι κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων γίνονται παρασιτικά δαιμόνια που θερίζουν κέρδη από την υποτιθέμενα παράνομη ανταλλαγή δεδομένων. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι η ρύθμιση των τεχνολογιών, αλλά οι παράνομες συμπεριφορές και αυτού του τύπου οι συμπεριφορές βρίσκονται συχνά πιο κοντά στην πηγή των δεδομένων από οπουδήποτε αλλού. Σύμφωνα με μια πρόσφατη τάση, οι οργανισμοί δημόσιων υπηρεσιών όπως οι τηλεπικοινωνίες ή το ταχυδρομείο ενώ απαγορεύουν την πρόσβαση στα δεδομένα τους από εφαρμογές ιστού, τους επιτρέπεται να εμπορεύονται τα δεδομένα τους με ιδιωτικές εταιρείες, που με τη σειρά τους πουλούν αυτά τα δεδομένα στο κοινό. Δηλαδή, αντίγραφα κάποιων κατά τα άλλα πανομοιότυπων δημοσίων και/ή προσωπικών δεδομένων πωλούνται κατ’ επανάληψη εκτός δικτύου σε αυθαίρετες τιμές. Αυτές οι εταιρείες κι οργανισμοί δεν έχουν τη δικαιοδοσία να το κάνουν αυτό. Σε σχέση μ’ αυτό, για αρκετούς μήνες η ηλεκτρονική βάση δεδομένων των ταχυδρομικών κωδικών των Ελληνικών Ταχυδρομείων φαίνεται να καταστρατηγεί την αρχή της ακεραιότητας της βάσης δεδομένων κι ως εκ τούτου είναι αναξιόπιστη. Αυτή η κατάσταση έχει επίπτωση σε άλλες ηλεκτρονικές υπηρεσίες και πίσω από αυτή την αλυσίδα γεγονότων εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς μια πολιτική ώθησης διεργασιών στην αγορά που είναι εξ ορισμού έξω από τη φύση της αγοράς και την ικανότητά της να τις χειριστεί. Παρόμοιες ανησυχίες μπορούν να βρεθούν στην καμπάνια 4Δ. Αυτό είναι μονάχα ένα παράδειγμα για το πώς η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποβαθμίσει την ποιότητα των υπηρεσιών ή να περιορίσει την πρόσβαση σε ανθρώπους κι εδώ βρίσκεται ακόμη ένα, αναστημένο κατάλοιπο από την εποχή του ψυχρού πολέμου. Αυτά είναι παραδείγματα αρνητικών πολιτικών ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και θα πρέπει ολοφάνερα να απορριφθούν.


    Τα κράτη της ΕΕ έχουν δείξει σταθερή αφοσίωση σε προσχεδιασμένους στόχους και, μέσα σε λίγα χρόνια, καλά πρακτικά αποτελέσματα που διατηρούν μια υψηλή ποιότητα διαβίωσης, ενώ μεταμορφώνουν το περιβάλλον για να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή. Μια συνέργεια εφαρμοσμένων, καλοσχεδιασμένων πολιτικών δεν μπορούν παρά να γίνουν ευρέως αποδεκτές. Στη Δανία η υποδειγματική ενσωμάτωση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην καθημερινή ζωή και οι σχετικές πολιτικές αποτελούν ένα μάθημα. Στη Σουηδία η φορολόγηση του Διοξειδίου του Άνθρακα εισήχθη το 1991. Αν και η προηγούμενη εμπειρία δείχνει πως τα φορολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να βελτιωθούν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι μάλλον περιορισμένα, αυτό το μέτρο αποδείχτηκε επιτυχημένο. Μια πτώση του 9% κατά κεφαλήν μέσα σε 2 δεκαετίες είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική και τα ετήσιο έσοδα, που είναι σχεδόν 2 δις €, υποδεικνύει πως η πτώση των εκπομπών αερίων θα επιταχυνόταν αν το εισόδημα αυτό χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει οικονομικά βιομηχανικές μονάδες που θέλουν να πραγματοποιήσουν τη μετάβαση, μειώνοντας έτσι το συνολικό προσδόκιμο ζωής του φόρου. Σήμερα, ο φόρος για τον άνθρακα εισάγεται επίσης στη Φινλανδία, στην Ολλανδία, τη Νορβηγία και την Ιταλία. Του χρόνου θα ακολουθήσει η Γαλλία. Αυτά είναι παραδείγματα θετικών πολιτικών που θα έπρεπε να συμπληρωθούν με τον ομότιμο μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα.


    Για έναν ομότιμο τομέα ενέργειας


    Η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές και δεδομένου ότι ο διαθέσιμος χρόνος για την αντικατάσταση πριν εξαντληθεί το πετρέλαιο είναι περιορισμένος, φαίνεται ότι η μετάβαση σε ένα πρώτο στάδιο, αν είναι επιτυχής, θα ολοκληρωθεί πριν τα αποτελέσματα της έρευνας δώσουν το πράσινο φως για την ευρεία χρήση των μεταφορέων υδρογόνου. Αναπόφευκτα πέφτουμε σε ένα χαμηλότερο επίπεδο ενέργειας γιατί η ίδια ποσότητα ενεργειακής εισροής δίνει ενέργεια λιγότερη απ’ αυτή που παράγουν τα ορυκτά καύσιμα σήμερα. Για να αμβλύνουμε τις ανησυχίες, αξίζει να σημειώσουμε ότι σήμερα η καθημερινή κατανάλωση ενέργειας ενισχύεται από κάποιες πολιτικές που πριμοδοτούν επιχειρήσεις αντί για ιδιώτες σε τεχνητά υψηλά επίπεδα, μιας και οι ενδείξεις των τιμών σ’ αυτή την περίπτωση είναι παραπλανητικές και τα χαμηλά κόστη δεν αφήνουν περιθώριο για τεχνολογική καινοτομία, η οποία είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της απόδοσης και την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού κόστους. Αν η κατανάλωση ενέργειας που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα μειώνεται κατά 0.5% κάθε χρόνο αρχίζοντας από σήμερα και για τα επόμενα 50 χρόνια -με στόχο να παράσχει επιπλέον ενέργεια για τη μεταβατική περίοδο ώστε να χαμηλώσει το επίπεδο ενέργειας με το οποίο και να μπορέσουν οι ανανεώσιμες πηγές να κατορθώσουν την αυτάρκεια έγκαιρα- η τρέχουσα οικονομία δεν θα αντιμετώπιζε σοβαρές διακυμάνσεις. Η μείωση είναι δυνατή πρώτα και κύρια με την εγκατάλειψη των βιομηχανικών μεθόδων στην γεωργική παραγωγή, και ακολουθώντας κινήματα σαν τα De-growth, Permaculture και Transition Towns τα οποία, τουλάχιστον για την Ευρώπη, μπορεί να αναζωογονήσουν τις ερημωμένες αγροτικές εκτάσεις και να εξορθολογίσουν το σχεδιασμό του αστικού περιβάλλοντος.


    Σε μια ανανεώσιμη στρατηγική, ένας ομότιμος ενεργειακός κόμβος ορίζεται σαν μια αυτόνομη καταναλωτική μονάδα, που δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά με μια μοναδική ιδιοκτησία. Η σημερινή τεχνολογία αναμιγνύει την πλευρά του παραγωγού και του καταναλωτή, παρέχοντας μικρές γεννήτριες για κάθε είδους ιδιοκτησία, ανοίγει ευκαιρίες για την απομάκρυνση από ζημιογόνα επιχειρηματικά μοντέλα και μπορεί να διαμορφώσει, αντίθετα, κοινότητες ενέργειας που θα κατασκευάσουν και θα αναπτύξουν καινοτόμες λύσεις χαμηλού κόστους για το περιβάλλον. Δίνει τη δυνατότητα για την έκδοση αδειών για υλικά ανοικτού σχεδιασμού που στοχεύουν να χακέψουν τους νόμους για τις πατέντες [με έναν αντίστοιχο τρόπο με αυτό που η Γενική Άδεια Δημόσιας Χρήσης (GPL) χάκεψε το νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων]. Υπάρχουν ήδη γεννήτριες ανοιχτού σχεδιασμού που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και που έχουν εγκατασταθεί σύμφωνα μ’ αυτές τις άδειες, αποδεικνύοντας το πόσο εφικτή είναι μία τέτοια ιδέα. Επίσης, η πτώση των τιμών των φωτοβολταϊκών κυψελών τα έχει ήδη οδηγήσει σε μία ισοτιμία με τον άνθρακα στην Καλιφόρνια, τη Χαβάη και την Ιαπωνία. Υπάρχει, λοιπόν, γόνιμο έδαφος για νέες επιχειρήσεις.


    Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν διαδικασίες με δημόσια διαθέσιμη τεκμηρίωση, όπως το εγχείρημα SHPEGS με στόχο την προτυποποίηση των διεπαφών, να κατασκευάζουν ή να παραγγέλνουν τα αναγκαία εξαρτήματα και να φτιάχνουν τα συστήματά τους σε τοπικό επίπεδο. Η προτυποποίηση εργαλείων για το Physical Computing μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν αισθητήρες κι ελεγκτές, ώστε να καταστήσουν μεγαλύτερα συστήματα ικανά να αλληλεπιδρούν με τον φυσικό κόσμο.


    Η ύπαρξη μιας πληθώρας κοινωνικών κινημάτων -πολύ περισσότερων από αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω- τα οποία αναδύονται με μία ταχύτητα που είναι δύσκολο για τις κατεστημένες εξουσίες να την παρακολουθήσουν, είναι μία ένδειξη ότι είμαστε μπροστά σε μία επανάσταση με ρίζες στην διάχυση της γνώσης απ’τον κόσμο των ειδικών στους πολίτες, μια διαδικασία που επιβάλλεται από την τεχνολογία παρά από κάποια πολιτικά ή οικονομικά υποκείμενα που επιθυμούν να κρατήσουν την εξειδικευμένη γνώση κρυμμένη πίσω από κλειστές πόρτες. Πρόκειται για μια αργή μετάβαση από απλές σε σύνθετες διαδικασίες που προκύπτουν μέσα από την ανταλλαγή ιδεών μεταξύ ενός πολύ μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Η σημερινή άνθιση των locavolts στον ενεργειακό τομέα και η κατά το παρελθόν άνθιση των locavores στη γεωργία είναι άλλη μια ένδειξη της εξάπλωσης των αντιγράφων του μιμιδίου της αυτο-οργάνωσης. Αυτά τα οργανικά ή κινήματα βάσης (grassroots), όπως συχνά ονομάζονται, είναι πολύ πιθανόν να γίνουν η αιτία για το σύνδρομο τείχους του Βερολίνου: την εσωτερική κατάρρευση των παραδοσιακών αυταρχικών μηχανισμών, επιχειρηματικών μοντέλων και θεσμών, που ενώ συνεχίζουν να λειτουργούν απορροφώντας πόρους, είναι ανίκανοι να εκπληρώσουν την αποστολή τους και καταλήγουν να μην είναι χρήσιμοι για τίποτα και για κανέναν. Μία περίπτωση μοντελοποίησης του μέλλοντος της ενέργειας είναι ο υπολογισμός της επιφάνειας εγκατάστασης ενός φωτοβολταϊκού που απαιτείται από έναν αυτόνομο ενεργειακό κόμβο που τροφοδοτείται αποκλειστικά με ηλιακή ενέργεια. Αυτό είναι και το σημείο εκίννησης για το σχεδιασμό και την κατασκευή των οικιακών φωτοβολταϊκών.


    Η ακτινοβολία του ηλίου έχει υπολογιστεί κατά μέσο όρο για διάστημα τριών χρόνων από το 1991 ως το 1993 στη Νότια Ευρώπη παρέχει ισχύ 200W/m2 σύμφωνα με αυτή την εγγραφή. Η τιμή αυτή είναι χαμηλή σε σύγκριση με τα δεδομένα γεωγραφικής τοποθέτησης που βρέθηκαν στο PVGIS Solar Irradiation Data για την ίδια περιοχή σε κλίση 25 μοιρών. Αν και η πλειοψηφία των ηλιακών πινάκων έχει αποδοτικότητα 20%, δηλαδή 40W/m2 ηλιακού συλλέκτη, η νανοτεχνολογία μπορεί να ανεβάσει αυτό το ποσοστό. Το στρογγυλό συνολικό άθροισμα της εκτίμησης της οικιακής κατανάλωσης ενέργειας είναι Εc = 20000kWh το χρόνο για εύκρατα κλίματα, πιθανώς για μια κατοικία 100-120 m2 και τριών – τεσσάρων ενοίκων.


    Ένας ηλιακός συλλέκτης που λαμβάνει 1 Watt ηλιακής ισχύος μπορεί να παράξει ενέργεια,



    το οποίο σημαίνει ότι 11.4kW ηλιακής ισχύος ή 285 m2 επιφάνειας εγκατάστασης ηλιακών πινάκων απαιτείται για να καλύψει τις ετήσιες ενεργειακές ανάγκες του υποθετικού Ευρωπαϊκού νοικοκυριού, μια προσέγγιση του ελάχιστου της περιοχής εγκατάστασης ενός υποθετικού κόμβου ομότιμης ηλιακής ενέργειας. Μια μείωση 25% σε Εc και διπλασιάζοντας της αποδοτικότητα του ηλιακού κυττάρου, συρρικνώνει την απαιτούμενη περιοχή εγκατάστασης σε 53.5 m2. Προσθέτοντας ανεμογεννήτριες κι εκμεταλλευόμενοι τη γεωθερμική ενέργεια, όπου αυτό είναι εφικτό, αυτή η τιμή μπορεί να μειωθεί κι άλλο. Ο γενικός τύπος για τον υπολογισμό της περιοχής εγκατάστασης φωτοβολταϊκών κυττάρων είναι:


    (m2)


    Αν όμως χρησιμοποιηθεί ισχύς,


    (m2)

    ή


    (m2)


    όπου


    : η συνολική οικιακή κατανάλωση ενέργειας (Wh)


    ,: η εικονική και πραγματική ηλιακή ισχύς που απαιτείται για την ικανοποίηση της οικιακής κατανάλωσης ενέργειας (W)

    : η απόδοση του ηλιακού πίνακα


    : η τιμή μέσης ηλιακής ακτινοβολίας σε σχέση με τη γεωγραφική θέση (W/m2)


    Παρόλο που οι νομικές, οικονομικές και τεχνικές συνθήκες για την εγκατάσταση ομότιμων ενεργειακών δικτύων οδεύουν προς την ωριμότητα, η δημόσια πολιτική καθυστερεί κι αυτές οι κοινότητες δεν μπορούν να αναπτυχθούν αν μονίμως τις τιμωρούν ή τις αγνοούν. Για να ελαχιστοποιηθούν οι επιπλοκές, ενώ θα αντικαθίστανται οι πηγές ενέργειας, είναι αναγκαία η άμεση δράση σε διάφορα επίπεδα.




    Αφιέρωμα: ομότιμη ενέργεια
    Ετικέτες: , , , ,

    |
    2 Σχόλια »

    2 σχόλια

    1. Ο/Η Tο ελληνικό ιστολόγιο της P2P Foundation » Blog Archive » Nέο τεύχος για την ομότιμη παραγωγή ενέργειας :
      December 10th, 2009 at 15:36

      […] O Γιώργος Παπανικολάου με το “Η ομότιμη παραγωγή ενέργειας και οι κοινωνικές συγκρούσεις στην εποχή της πράσινης ανάπτυξης” O Michel Bauwens με το “Θέτοντας το ευρύτερο πλαίσιο για τις ομότιμες υποδομές: Τα μακρά κύματα και το νέο κοινωνικό συμβόλαιο” O Στέλιος Σταυρουλάκης με το “Η επείγουσα ανάγκη των ομότιμων κοινοτήτων για μια… […]


    2. Ο/Η Oμότιμη παραγωγή και διανομή ενέργειας « ma8u's log :
      May 10th, 2010 at 19:16

      […] θέτουν επιπρόσθετες προκλήσεις. Διαβάστε το άρθρο εδώ. Η μικροενέργεια και η επερχόμενη ενεργειακή […]


    σχολίασε