σχετικά άρθρα



  • ετικέτες


    blogging claudia aradau creative commons facebook geert lovink michel bauwens olpc p2p trafficking Venanzio Arquilla web2.0 wikileaks wikipedia Γαλλία ΕΕ ΕΚΦ ΗΠΑ Λατινική Αμερική Μεγάλη Βρετανία ΟΗΕ ΠΚΦ Τουρκία ακτιβισμός ανθρωπισμός ανθρωπολογία ανθρώπινα δικαιώματα ανοικτές υποδομές ανοικτή πρόσβαση αραβικές εξεγέρσεις αριστερά αρχιτεκτονική ασφάλεια βασίλης κωστάκης βιοτεχνολογία δημιουργικότητα δημοκρατία δημόσια αγαθά δημόσιοι χώροι διανεμημένη-ενέργεια διαφάνεια εθνικισμός εκπαίδευση ελεύθερα δεδομένα ελεύθερο λογισμικό ελλάδα ενέργεια επισφάλεια εργασία ηθική θεωρία δικτύων θρησκεία θυματοποίηση ιταλία καθημερινή ζωή καινοτομία καπιταλισμός κλιματική αλλαγή κοινά αγαθά κοινωνία πολιτών κοινωνική δικαιοσύνη κοσμοπολιτισμός κρίση αντιπροσώπευσης λαϊκισμός λογισμικό λογοδοσία μετανάστες μετανθρωπισμός μη-γραμμικότητα μη πολίτες μουσική νέα μέσα νέλλη καμπούρη νεοφιλελευθερισμός ντιζάιν οικολογία οικονομικές στατιστικές οικονομική κρίση παγκοσμιότητα πειρατεία πνευματικά δικαιώματα πολιτισμικές διαφορές πρόνοια πόλεις σεξουαλική εργασία σοσιαλδημοκρατία σοσιαλισμός συλλογική νοημοσύνη συμμετοχική δημοκρατία συμμετοχική κουλτούρα συνεργατική γνώση σύνορα τέχνη ταχύτητα υπηκοότητα φιλελευθερισμός φύλο χαρτογράφηση χρέος χώρος ψηφιακά δικαιώματα

    Re-public στο

    Brett Neilson – Η κρίση σαν μια αλληγορία της παραγωγής


    Brett Neilson

    Η τρέχουσα χρηματο-πιστωτική κρίση έχει δημιούργησε την ανάγκη για επιστροφή στην «πραγματική οικονομία» σαν αντίθεση προς την χρηματοοικονομική (πλασματική) οικονομία. Ο Brett Neilson μας δείχνει ότι αυτή η τάση δεν είναι κάτι καινούριο: μέσω της ανάλυσης των πρόσφατων αλλαγών στην ίδια την άσκηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης διαλύει κάθε φαντασίωση για επίλυση της κρίσης με την επιστροφή στη βιομηχανία.



    Υπάρχει μια αποκρυφιστική ιστορία για την κινέζικη λέξη 危机 (wēi jī) που σημαίνει κρίση. Συνδυάζοντας τα λογοτεχνικά είδη των βιβλίων αυτοβοήθειας στις επιχειρήσεις και τα Ανατολικά σε σχέση με τις τρέχουσες γεωπολιτικές μεταβολές, κυκλοφορεί ο μύθος πως η λέξη αποτελείται από δυο συνθετικά που αντίστοιχα σημαίνουν κίνδυνος (wēi) και ευκαιρία (). Ενώ οι Σινολόγοι έχουν απορρίψει αυτό το μύθο, η ιστορία παρόλα αυτά απηχεί και στους ταξιδιώτες της θέσης μπίζνες που ελπίζουν να εξαργυρώσουν την τρέχουσα οικονομική αναταραχή και αυτούς τους αριστερίζοντες που πιστεύουν πως κάθε ανακοίνωση μιας κρίσης θα επηρεάσει τις πιθανότητες ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής. Από την ύφεση του Αυγούστου του 2007, βρίθουν οι εξαγγελίες για το τέλος του ενός και του άλλου: το τέλος του νεοφιλελευθερισμού, το τέλος της συλλογικής ασωτίας, το τέλος της μετα ψυχροπολεμικής εποχής, το τέλος της Δύσης, και σε κάποιες εκδοχές, ακόμη και το τέλος του καπιταλισμού.


    Αυτές οι βιαστικές κρίσεις είναι όλες υπερβολικά πρόωρες και τελεολογικές. Καθώς το πολυδαίδαλο της κινέζικης γλώσσας δεν συνδέεται απαραίτητα με τις τρέχουσες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αξίζει να ωθήσουμε αυτό το επιχείρημα λίγο πιο πέρα. Όπως εξηγεί ο Victor H. Mair στο pinyin.info, κίνδυνος + ευκαιρία ≠ κρίση. Σύμφωνα με τον Mair, το κομμάτι της κινέζικης λέξης που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει (机 ή ) υπονοεί σε αυτά τα συμφραζόμενα «εναρκτήρια στιγμή» ή «αποφασιστικό σημείο». Μόνο του υποδεικνύει «ευστροφία» ή «επινοητικότητα» ή «μηχανή, συσκευή». Η κρίση μπορεί λοιπόν να είναι μια στιγμή κινδύνου, ένα σημείο απόφασης ή μια μηχανή που ξετυλίγει ακόμη πιο επικίνδυνες αλληλουχίες και συνδέσεις. Πράγματι, ένας από τους πιο επικίνδυνους συνδέσμους που διαιωνίζονται από αυτή τη μηχανή μπορεί να είναι ότι συνδέει την οικονομική αναταραχή με τον πολιτικό οπορτουνισμό. Τι νόημα έχει να επενδύουμε στην προσδοκία ότι ο καπιταλισμός ή ακόμη κι ο νεοφιλελευθερισμός, θα καταρρεύσουν; Η ελπίδα είναι τόσο ακατάλληλη σαν πολιτικό συναίσθημα όσο και η εκφορά του λόγου σαν εννοιολογική βάση για τον πολιτικό αγώνα. Ενώ η πρώτη ενθαρρύνει επιθυμίες για το μέλλον που αναστρέφουν τη νοσταλγία κι εμψυχώνουν την αδράνεια, η δεύτερη προϋποθέτει την απλή σύνδεση σαν υποκατάστατο της πολιτικής σχέσης. Η ρήξη της εκφοράς της κρίσης και της ελπίδας είναι ένα από τα πιο επείγοντα καθήκοντα αυτή τη στιγμή.


    Αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί λόγο για απαισιοδοξία. Η ανάγκη να εγκαταλείψουμε την απόλαυση είναι τόσο μικρή όσο κι αυτή που υπαγορεύει να πιστέψουμε ότι η ανησυχία μπορεί να κατασταλεί με τα ψώνια ή τις προσδοκίες για την επόμενη φούσκα. Αντί να κοιτάζουμε μόνο για συνδέσμους ή να αναζητούμε να ενώσουμε τις τελείες που αρθρώνουν αυτό ή το άλλο, υπάρχει μια ανάγκη να ερμηνεύσουμε πέρα από πλαίσια γεωγραφικά, ιστορικά ή πολιτικά. Σε κίνδυνο βρίσκεται όχι μια οικονομία σύνδεσης μεταξύ ξεχωριστών οντοτήτων αλλά ένα σύνθετο κίνημα με πολλαπλές κατευθύνσεις που είναι προσηλωμένο σε επικαλύψεις, διαθλάσεις κι εποχικές δυσαρμονίες. Σε ένα τέτοιο τέλμα από συγκλίσεις και αντιθέσεις, είναι δυνατόν να αποκτήσουμε μια αίσθηση για το πως δουλεύει η μηχανή της κρίσης. Μια τέτοια μηχανή δεν είναι μια τεχνική συσκευή που χρησιμοποιείται προς έναν ορισμένο σκοπό. Μάλλον κάνουν στροφές συνεχόμενα γύρω από τον εαυτό τους, ενεργοποιώντας ρυθμίσεις υποκειμενικοποίησης και κοινωνικοποίησης. Ο καπιταλισμός χρειάζεται την κρίση για ανανεωθεί. Γι’ αυτό η μηχανή του παρατάσσει συνδέσμους και όρια που μοιάζουν να ξεφεύγουν από τον έλεγχο και να μεταλλάσσουν την ίδια τους την αρμονία.


    Πάρτε τον άξονα ΗΠΑ- Κίνα, που συνεχώς αναφέρεται σαν την πρώτη γραμμή πάνω στην οποία ισορροπεί η κρίση. Πάρα πολύ συχνά το σχέδιο, στρίψιμο, σπάσιμο και στροβίλισμα αυτής της γραμμής κρύβεται σε ένα πέπλο από δίπολα: Ανατολή/ Δύση, πίστωση/ χρέος, μέλλον/ παρόν, ανάδυση/ παρακμή, ολοκληρωτισμός/ δημοκρατία, παραγωγή/ κατανάλωση, αποταμίευση/ ασωτία … ευκαιρία/ κίνδυνος. Απόρροια αυτού είναι η φαντασίωση της διαχείρισης αυτής της δυάδας κι οπότε η υπερνίκηση αυτής της κρίσης, είτε μέσω μιας αναδρομικής ηθικής της πρόληψης ή μιας μελλοντικής προβολής της ανάρρωσης. Ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί αν οι Κινέζοι εργάτες ήταν καλύτερα πληρωμένοι ή υπήρχε λιγότερη στήριξη στους Αμερικάνους ομολόγους τους ως «καταναλωτές της έσχατης λύσης»; Ερωτήσεις σαν κι αυτή αφθονούν. Υπάρχει όμως κίνδυνος στην προσέγγιση εργατικών δυναμικών εσωτερικά ετερογενών και συνδεδεμένων σαν να μπορούσαν να ομογενοποιηθούν πλήρως σε εθνικούς συνασπισμούς, σε συσχετισμούς με τις συνολικές οικονομικές δυνάμεις που χειραγωγούνται από τις κεντρικές τράπεζες, και τότε μόνο να συσχετιστούν. Είτε τοποθετημένο σαν μια βάση για αλληλεγγύη ή σαν κίνητρο για ανταγωνισμό, υπάρχει μια στιγμή διαχωρισμού που σχεδόν αναπόφευκτα ανήκει στη δέσμευση της ελεύθερης ανταλλαγής ή του προστατευτισμού. Παρά το θόρυβο γύρω από αυτή τη διαίρεση, παρουσιάζει ένα αναλυτικό αδιέξοδο που δεν αφήνει το περιθώριο να συλλάβουμε τις ιστορικές εξελίξεις που μπορούν να ανακινηθούν από τις αλλαγές αυτές.


    Δεν είναι κατά λάθος που αυτό το άρθρο ξεκινάει με μια ιστορία για τη μετάφραση. Η μετάφραση συχνά γίνεται κατανοητή ως μια γέφυρα που ενώνει τους πολιτισμούς. Όμως μπορεί να γίνει και εργαλείο διαχωρισμού και χάραξης συνόρων, που υποθέτει τη μεταφορά ενός μηνύματος από τη μια πλευρά στην άλλη, και, κάνοντας αυτό, προϋποθέτει την ύπαρξη δυο ξεχωριστών και διαφορετικών ενοτήτων. Επιπλέον, η μετάφραση είναι ένας από τους βασικούς τρόπους λειτουργίας του παγκόσμιου κεφαλαίου. Καθημερινά το κεφάλαιο πρέπει να μεταφράζει την κίνηση και τη συνεργασία ζωντανών σωμάτων σε «ομογενή και κενό χρόνο» της αιχμαλώτισης της αξίας. Σήμερα το οικονομικό σύστημα είναι το πιο εξελιγμένο μηχάνημα για να επιτευχθεί αυτή η σύλληψη. Αξίζει να θυμηθούμε ότι, για τον Μαρξ, μια τέτοια αιχμαλώτιση περιλαμβάνει τη διαδικασία της αφαίρεσης. Μόνο όταν αφαιρείται η εργασία γίνεται μετρήσιμη. Υπάρχει πάντα ο πειρασμός σε στιγμές οικονομικής αναταραχής, όταν η ακαταλληλότητα ενός τέτοιου μέτρου γίνεται έκδηλη, να ψάξουμε για το συγκεκριμένο – να ξεφλουδίσουμε τα στρώματα της αφαίρεσης σαν να επρόκειτο για στρεψοδικία. Πίσω από αυτό κρύβεται η αναζήτηση για την «πραγματική οικονομία» ή ένα όνειρο για την επανάκτηση κάποτε της εργασίας στην οποία η αξία που παράγει δεν μπορεί ούτε να αφαιρεθεί ούτε να ανταλλαχθεί.


    Για να βγάλουμε νόημα από αυτή την τάση χρειάζεται να μεταφράσουμε στο βάθος των ιστορικών περιόδων, αν όχι τα διαφορετικά επεισόδια οικονομικών κρίσεων. Παράγωγα, μετοχές, ο ατομικός καπιταλιστής – όλα αυτά εκπροσωπούν διαφορετικούς βαθμούς διαχωρισμού από την ιδιοκτησία που εισάγουν νέα στρώματα ρευστότητας στις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού. Όταν η μηχανή της κρίσης αρχίζει να ξετυλίγει τα επικίνδυνα μέτρα της, υπάρχει μια ροπή να κατηγορούμε ή να συνηγορούμε υπέρ της απογύμνωσης του πιο πρόσφατου στρώματος της καπιταλιστικής οργάνωσης. Είτε στην τρέχουσα φρενίτιδα να αναγνωρίζουμε ενέργειες κατά της διακύμανσης των τιμών και πώλησης προς κάλυψη ως «εγκληματικές» ή την πολεμική κατά της «μετοχικής εταιρείας» της εποχή της οικονομικής κρίσης του 1857, υπάρχει μια λαχτάρα για πρακτικές ρύθμισης που υπόσχεται να στερεοποιήσει κάθε τι ρευστό. Πως θα καταλάβουμε εμείς αυτή την προθυμία να γειώσουμε την επιμονή της καπιταλιστικής κερδοσκοπίας, που συχνότερα αντηχεί σαν μια έκκληση προς την κρατική εξουσία ή στην φαντασίωση να εξαπλωθεί αυτή η δύναμη παγκοσμίως;


    Αξίζει να θυμηθούμε ότι οι φυσιοκράτες θεμελίωσαν τη σύλληψη της παραγωγικής εργασίας κυριολεκτικά στη γη, στο πλαίσιο της γεωργίας. Γράφοντας στην Γαλλία του 18ου αιώνα, έστρεψαν τη διαμάχη για την προέλευση της υπεραξίας από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της παραγωγής. Αυτή όμως ήταν μια τροπή που κατόρθωσαν μόνο στο στενό πεδίο της γεωργίας. Για τους φυσιοκράτες, η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ήταν απλά και μόνο η κατανάλωση της γεωργικής υπεραξίας. Όπως εξηγεί ο Mario Tronti στο Operai e capitale:


    Ανακάλυψαν την υπεραξία σαν το περίσσευμα της παραγόμενης έναντι της καταναλισκόμενης αξίας χρήσης· κι αυτό είναι φανερό, πρώτα και κύρια, στη γεωργία, στην πρωτογενή παραγωγή – αυτός είναι ο κλάδος της παραγωγής που μπορούμε να φανταστούμε ως αυτόνομο, ως ανεξάρτητο από την κυκλοφορία και την ανταλλαγή. Αυτό οφείλεται στο ότι είναι στη γη, στην αγροτική παραγωγή, στο ότι ανακαλύπτουν την υπεραξία που παράγεται από την παραγωγική εργασία – η παραγωγική εργασία εδώ πάντα γίνεται πιο συγκεκριμένη, ορισμένη, όχι αφηρημένη εργασία, όχι εξουσία της εργασίας – κι έτσι η υπεραξία παρουσιάζεται σε δώρο της φύσης, της παραγωγικής δύναμης της φύσης. Η γεωργία γίνεται ο μόνος παραγωγικός κλάδος στον οποίο η παραγωγή του κεφαλαίου (δηλαδή, η παραγωγή της υπεραξίας) εκδηλώνεται ευθέως (173 –δική μου μετάφραση).


    Είναι δυνατόν να διακρίνουμε παρόμοιες απόπειρες να γειωθεί η παραγωγή κεφαλαίου σε διαμάχες σχετικές με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση. Σ’ αυτή την περίπτωση, το σχίσιμο δεν είναι μεταξύ της γεωργίας και της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών αλλά μάλλον στο πλαίσιο της πολυεθνικής και του νέου οικονομικού στρώματος παραγώγων. Το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν η απλή κατανάλωση του πλεονάσματος που δημιουργεί το πρώτο ή σαν σφαίρα κέρδους χωρίς συσσώρευση. Οπότε η εικόνα του παρασιτισμού αυξάνεται – για να μην πούμε για το θέμα της τοκογλυφίας που είναι εμφανές σε κάποιους λόγους για τη συμπεριφορά των τραπεζιτών ή την υποτιθέμενη Κινέζικη τάση προς συσσώρευση. Μαζί με αυτά είναι και οι νέοι ισχυρισμοί για την αξιοπρέπεια της δουλειάς – ούτε αφηρημένη εργασία ούτε δύναμη της εργασίας αλλά συγκεκριμένη εργασία ως «δώρο της φύσης», κι ως εκ τούτου προς κάθε άκρη και σκοπό ανάξια ανταμοιβής. Χωρίς να έχει σχέση με το κέρδος χωρίς συσσώρευση, ο σύγχρονος οικονομικός καπιταλισμός έχει φέρει μια αλλαγή στην ίδια την πρακτική της συσσώρευσης. Από την εποχή της ρήξης του Φορντισμού στις αρχές του 1970, υπήρχε μια τάση να περικυκλώσουν αυτές τις μορφές εργασίας που παραδοσιακά ξέφευγαν από την αφαίρεση μέσα στον παραγωγικό κύκλο. Το κεφαλαίο έκανε αποικίες όχι μόνο στη σφαίρα της παραγωγής αλλά και σ’ αυτήν της αναπαραγωγής – όχι μόνο οι μορφές της συναισθηματικής και σχεσιακής εργασίας που παραδοσιακά ανήκαν στο γυναικείο φύλο αλλά όλη η σειρά των επικοινωνιακών, γλωσσικών και συναισθηματικών ικανοτήτων που απαιτούνται για να συνεχίσουν τα πράγματα να δουλεύουν στον εργασιακό χώρο της εποχής μετά τον Φορντ. Ίσως θα ήταν ακριβέστερο να λέγαμε πως το φράγμα μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας έχει καταρριφθεί από το νέο καθεστώς συσσώρευσης που έχει εισέλθει τώρα σε κρίση.


    Αλλά η κίνηση της αναπαραγωγικής εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής δεν έχει συνοδευτεί από την αξιολόγησή του. Πιο συχνά, η εργασία των σχέσεων, του συναισθήματος ή της μετάφρασης μένει απλήρωτη. Το Google είναι ίσως το πιο εμφανές παράδειγμα εταιρείας της οποίας η υπεροχή έχει χτιστεί πάνω στην ελεύθερη εργασία – με τα αχνάρια των κλικ των χρηστών του διαδικτύου να θεωρούνται «δώρα της φύσης». Ένα τέτοιο «δώρο» είναι η βάση των νέων μορφών συσσώρευσης που είναι έκδηλες στην οικονομία της εξόρυξης πληροφοριών. Αυτή η κίνηση όμως για συσσώρευση που βασίζεται σε διαδικασίες σχεσιακής κι επικοινωνιακής εργασίας επίσης σημαίνει ότι η κρίση δεν μπορεί να αποτραπεί με την επιστροφή στη βιομηχανία – χτίζοντας γέφυρες και υποδομές ενώ περιμένουμε να γυρίσει ο οικονομικός κύκλος.


    Η χρηματιστικοποίηση έχει αλλάξει αμετάκλητα τις πολιτικές της επιθυμίας, όπως ακριβώς και η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει αμετάκλητα τις πολιτικές του χώρου και του χρόνου. Κανείς δεν ξέρει προς τα που θα στρίψει η μηχανή της κρίσης στην επόμενη φάση. Η απάντηση που θεωρεί ότι αυτή η πρόσφατη φάση του καπιταλισμού θα εισάγει σε κάτι καλύτερο από το νεοφιλελευθερισμό είναι εξίσου ακατάλληλη όσο και το συμπέρασμα ότι η ανάρρωση θα κατέβει σαν από μηχανής Θεός. Έχουμε αφεθεί στο να ζούμε στην αμφιβολία. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε ελπίδες ή απόγνωση. Ένα από τα χειρότερα πράγματα της αβεβαιότητας είναι ο τρόπος που ενεργοποιεί επιτηδειότητα. Αυτό πρέπει να αποκηρυχθεί έντονα. Για να βγει νόημα από αυτή την κρίση δεν απαιτεί επιτηδειότητα αλλά συνεχή μετάφραση κατά μήκος των γεωγραφικών, ιστορικών και πολιτικών πλαισίων, που επίσης σημαίνει συνεχή αντιμετώπιση του δυσερμήνευτου. Αυτού του είδους η αντιμετώπιση απαιτεί μια πολύ διαφορετική ποικιλία μετάφρασης από ομογενοποιητική κατάληψη του κεφαλαίου. Βρίσκεται σε κίνδυνο η επινόηση νέων μορφών οικειότητας που συνδυάζουν το κοινό με το ξένο για τη δημιουργία υποκειμενικών και θεσμικών μορφών ικανών να διαπραγματευτούν την τρέχουσα μετάβαση. Οποιαδήποτε πολιτική κατάλληλη για την αβεβαιότητα της στιγμής οφείλει να εκτιμήσει αυτή τη δουλειά της μετάφρασης.


    *Ευχαριστίες στην Αγγέλα Μητροπούλου για μια ημέρα συζήτησης από την οποία γεννήθηκαν ιδέες γι’ αυτό το άρθρο.




    Αφιέρωμα: left-1, αναπαραστάσεις της κρίσης
    Ετικέτες: , , ,

    |
    0 σχόλια »

    σχολίασε