<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; λαϊκισμός</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Liliana de Riz &#8211; Οι Κίρχνερ έκτισαν τη δική τους οπισθοδρομική ουτοπία</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2859</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2859#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:36:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Liliana De Riz]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Liliana de Riz]]></category>
		<category><![CDATA[Αργεντινή]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[Κίρχνερ]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2859</guid>
		<description><![CDATA[Οι Κίρχνερ επιχείρησαν να αναβιώσουν τον λαϊκισμό στον κλασικό συνδυασμό του: κρατικιστικό, εθνικιστικό και αυταρχικό. H αργή αναδιάρθρωση του ριζοσπαστισμού και η δυσκολία δημιουργίας κυβερνητικών συνασπισμών, βασισμένων σε κατευθύνσεις δημόσιας πολιτικής που προσφέρουν στο εκλογικό σώμα σαφείς και αντικρουόμενες επιλογές, στιγματίζουν το πολιτικό μας σύστημα. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Liliana de Riz" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/de-riz.jpg"><img title="Liliana de Riz" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/de-riz.jpg" alt="Liliana de Riz" hspace="5" vspace="5" width="117" height="138" align="left" /></a> </p>
<p>Στο παρακάτω κείμενο, που γράφτηκε λίγο καιρό πριν το θάνατο του Νέστορ Κίρχνερ, η Liliana de Riz αναλύει την πολιτική του ζεύγους που τα τελευταία χρόνια εναλασσόταν στην εξουσία. Με εργαλεία τον κρατικισμό, τον αυταρχισμό και τον εθνικισμό κατά το πρότυπο του Περόν αλλά και του Μένεμ, οι Κίρχνερ επιδιώκουν να διαιωνίσουν την παραμονή τους στην εξουσία, προτάσσοντας ένα μοντέλο που, πιστό στο δίπολο &#8220;λαού-αντιλαού&#8221; υπονομεύει τη δημοκρατική αντιπαράθεση.<span id="more-2859"></span></p>
<p><code><br />
</code>H αργή αναδιάρθρωση του ριζοσπαστισμού και η δυσκολία δημιουργίας κυβερνητικών συνασπισμών, βασισμένων σε κατευθύνσεις δημόσιας πολιτικής που προσφέρουν στο εκλογικό σώμα σαφείς και αντικρουόμενες επιλογές, στιγματίζουν το πολιτικό μας σύστημα. Οι εκλογικοί συνασπισμοί εμφανίστηκαν ανίσχυροι την εποχή της πραγματικής διακυβέρνησης και οι πειραματισμοί στις διασταυρώσεις αποτέλεσαν επιταγές και όχι συμμαχίες.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτές οι ατέλειες συμβάλλουν στην αναβίωση του λαϊκισμού στον κλασικό συνδυασμό του, αυτόν του κρατικισμού, του εθνικισμού και του αυταρχισμού, που διέκρινε τον περονισμό στη χρυσή εποχή του.</p>
<p><code><br />
</code>Ο κιρχνερισμός επιδιώκει να κατακερματίσει πάλι τον πολιτικό χάρτη της χώρας δημιουργώντας δυο ανταγωνιστικούς πόλους, τον &#8220;λαό&#8221; και τον &#8220;αντι-λαό&#8221;, προκειμένου να κτίσει την εικόνα του αντικιρχνερισμού  με τον ίδιο τρόπο που ο περονισμός έκτισε τον αντιπερονισμό,  όπως δείχνει ο Luis Alberto Romero στο κείμενό του <a href="http://edant.clarin.com/diario/2005/09/13/opinion/o-02901.htm" target="_blank">&#8220;Η απελευθέρωση έφερε ένα νέο Περονισμό&#8221;</a>. Εκείνοι που διαφωνούν με την πολιτική τους δυσκολεύονται να μην γίνουν αντι-κιρχνεριστές,  παρά το γεγονός ότι ένα μέρος αυτής της πολιτικής θα μπορούσε να αποτιμηθεί θετικά.</p>
<p><code><br />
</code>Το προεδρικό ζεύγος αποκαλύπτει ότι οι Κίρχνερ είναι καλοί οπαδοί του Περόν.</p>
<p><code><br />
</code>Εκείνοι που δεν δέχονται μια ιδεολογία που βιώνει τη διαμάχη ως πόλεμο, που αντιπαρατίθεται  στο ʺλαόʺ με ʺεπιχειρήσειςʺ που γίνονται μονοπώλια, ολιγαρχίες ή αντιπολιτευόμενος τύπος, χαρακτηρίζονται ως  ʺχρεοκοπημένοιʺ. Στο παρελθόν τους αποκαλούσαν αποβράσματα. Αλλά η αναφορά στον Περόν δεν αρκεί πια για τη νομιμοποίηση του τρόπου άσκησης εξουσίας.</p>
<p><code><br />
</code>Το προεδρικό ζεύγος κτίζει μια ειδική σχέση ανάμεσα στο ακαδημαϊκό και το πολιτικό πεδίο και με αυτό το σκοπό τείνει χείρα βοηθείας στην ερμηνεία που ο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Ernesto_Laclau" target="_blank">Ernesto Laclau</a> δίνει στον <a href="http://books.google.com/books?hl=el&amp;lr=&amp;id=_LBBy0DjC4gC&amp;oi=fnd&amp;pg=PP13&amp;dq=laclau+populist+reason&amp;ots=gLWYnTUK1K&amp;sig=YIWuvhqAIatQS1g2keDVZkVX_Xk#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">λαϊκισμό </a> προκειμένου να αιτιολογήσει στο πεδίο του ιδεολογικού λόγου μια εταιρία κατασκευής προσωπικής εξουσίας. Ο &#8220;λαϊκίστικος αγώνας&#8221; είναι η βάση μιας πολιτικής όπου ο ηγέτης δίνει νόημα στην κενή έννοια του λαού και ηγείται της οικοδόμησης της λαϊκής ταυτότητας. Ένας παλιός τρόπος διαμόρφωσης πολιτικής επανεμφανίζεται, υπό το κάλυμμα πνευματικών διαπιστευτηρίων που την επικυρώνουν για να ασκήσει μια δημοκρατία όπου το πιο σημαντικό πράγμα είναι η εκλογή των ηγετών και η αρχή της πλειοψηφίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Από τη στιγμή που εκλέγεται, ο ηγέτης ʺεξουσιοδοτείταιʺ να οδηγήσει το λαό του στη γη της επαγγελίας.</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η πύρινη ρητορική του προέδρου και της συζύγου του, επικεντρωμένη στο ιδεολογικό περιεχόμενο ενός σχεδίου για τη χώρα, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες προτάσεις για αλλαγή. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν ότι δεν υπάρχουν δημόσιες συζητήσεις για το ʺμοντέλοʺ που προωθεί η προεδρία.</p>
<p><code><br />
</code>Ζούμε σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας όπου  μια εποικοδομητική αντιπολίτευση δεν έχει θέση, τα συναισθήματα προέχουν και τα επιχειρήματα σπανίζουν.</p>
<p><code><br />
</code>Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση είναι πρωτίστως αντιδραστική εναντίον των πρωτοβουλιών μιας κυβέρνησης που ασκεί ακούραστα τη φόρμουλα της ʺαπόφασης, του μυστικού και της έκπληξηςʺ που πρώτος ο Μένεμ εισήγαγε, και η οποία την καθιστά πιο κατάλληλη για να ηγηθεί ενός στρατού παρά να κυβερνήσει μια κοινωνία. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέχουν καίρια θέση, προκειμένου να δώσουν φωνή σε εκείνους που δεν εκπροσωπούνται από τις πράξεις αυτής της κυβέρνησης που αυτοπροσδιορίζεται ως εθνική και λαϊκή.</p>
<p><code><br />
</code>Υπό τη μορφή  διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, οι Κίρχνερ επιδιώκουν να τα ελέγξουν, με την πεποίθηση ότι η μοναδική πραγματικότητα είναι εκείνη που κτίζει η κυβέρνηση με γεγονότα που τα χειρίζεται το <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/National_Institute_of_Statistics_and_Census_of_Argentina" target="_blank">Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικών και Απογραφών της Αργεντινής (INDEC)</a>,<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a>, χωρίς επανόρθωση, καθώς η καλύτερη στρατηγική για τη χρήση τους δεν είναι η καταστροφή των μέσων ενημέρωσης αλλά η πειθώ και η ηθική εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν είναι η ανάγκη προώθησης της ισοτιμίας, της συμμετοχής και της προστασίας σε ό, τι αφορά τις φτωχότερες κοινωνίες που διακρίνει την  κυβέρνηση Κίρχνερ από τις κυβερνήσεις με σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η αυταρχική οδός μέσω της οποίας αυτή  η κυβέρνηση θέλει να θεμελιώσει την κοινωνική πρόοδο.</p>
<p><code><br />
</code>Μια οδός που δεν είναι ούτε δημοκρατική ούτε προοδευτική, που επιδιώκει τη διαιώνιση της εξουσίας εκείνων που την ενσαρκώνουν, που μεταχειρίζεται διάφορους ανθρώπους σαν να είναι τίποτα και που επανορθώνει χωρίς να αναμορφώνει, υποθηκεύοντας έτσι το μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Η Αργεντινή αυτού του αιώνα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του μέσου του περασμένου αιώνα. Η κρίση επιλύθηκε χωρίς την παρέμβαση βίας, δεν υπήρξαν στρατιωτικά πραξικοπήματα ή παρενοχλήσεις ή φυλακή για τους αντιπάλους ή περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης.</p>
<p><code><br />
</code> Στις κυβερνήσεις Κίρχνερ, ωστόσο, η τάση για &#8220;σφίξιμο&#8221; εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια μεθοδολογία για φίμωση των διαφωνούντων.</p>
<p><code><br />
</code>Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως αιώνια επιστροφή στο σημείο εκκίνησης, αλλά ως φαύλος κύκλος στον οποίον τίποτα δεν είναι το ίδιο με εκείνο που έμεινε πίσω.</p>
<p><code><br />
</code> Ο λαϊκίστικος λόγος δεν κατέχει πλέον την συγκολλητική δύναμη που είχε στο παρελθόν. Οι αξίες του πλουραλισμού και η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αποκτήσει βαθιές ρίζες σε αυτά τα χρόνια της δημοκρατίας.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ηγεμονίες είναι πιο ευάλωτες, οι πολίτες εξαρτώνται λιγότερο από τους κυβερνήτες.</p>
<p><code><br />
</code>Η ασταθής δημοκρατία, μεταξύ μανίας και λογικής, κατά τον τίτλο ενός θαρραλέου βιβλίου του Natalio Botana, επιβιώνει ως μέρος μιας παράδοσης που ο κιρχνερισμός αναβιώνει με το κόστος της αμφισβήτησής του. Η αργεντίνικη κοινωνία είναι ήδη αρκετά ώριμη ώστε να βλέπει την πολιτική ως σύγκρουση σε επίπεδο αξιών και συμφερόντων και να μην υποχωρεί σε μια προσφορά που, σε αντάλλαγμα, τη μεταμορφώνει σε σύγκρουση συμφερόντων και ρουσφετολογικών σχέσεων.</p>
<p><code><br />
</code><br />
[<strong>Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στα Ισπανικά στον ιστότοπο: <a href="http://www.escenariosalternativos.org/">Escenarios alternativos</a></strong>]</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Τα στοιχεία που το INDEC δημοσιεύει αποτελούν συχνά αντικείμενο κριτικής, ακόμα και από τους υπαλλήλους του, οι οποίοι διαμαρτύρονται για την καταστρατήγηση της αυτονομίας του από το καθεστώς των Κίρχνερ. </span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορά</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Natalio Botana, Analia Roffo. 2002. La Republica Vacilante: Entre La Furia y La Razon: Conversaciones Con Analia Roffo.  [Η Διστακτική Δημοκρατία: Ανάμεσα στην Μανία και την Λογική. Συζητήσεις με την Analia Roffo]. Taurus. </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2859</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Héctor E. Schamis &#8211; Λαϊκισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατικοί θεσμοί</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=409</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=409#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2009 14:37:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Hector E. Schamis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Héctor E. Schamis]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=409</guid>
		<description><![CDATA[Αν όλα τα κόμματα της αριστεράς στη Λατινική Αμερική επικαλούνται τη φιλοδοξία ενός καπιταλισμού πιο ισότιμου και ενός πολιτικού συστήματος πιο συμμετοχικού, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από όσο υποδεικνύουν αυτές οι γενικές τους διακηρύξεις.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/hector-schamis.jpg" title="Héctor E. Schamis"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/hector-schamis.jpg" title="Héctor E. Schamis" alt="Héctor E. Schamis" vspace="5" width="100" align="left" height="125" hspace="5" /></a></p>
<p>Αν όλα τα κόμματα της αριστεράς στη Λατινική Αμερική επικαλούνται την φιλοδοξία για ένα καπιταλισμό πιο ισότιμο και ένα πολιτικό σύστημα πιο συμμετοχικό, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από όσο υποδεικνύουν αυτές οι γενικές τους διακηρύξεις. Ως εκ τούτου, οι σημερινές διαφωνίες για τις κυβερνήσεις που γενικά αυτοχαρακτηρίζονται ως κεντροαριστερές δεν έχουν πάει πιο πέρα από το να κάνουν αναφορές πολύ πλατιές πάνω σε δύο τύπους αριστερής πολιτικής, επαναλαμβάνοντας τις γνωστές αναλύσεις ως προς τους παράγοντες που έχουν δώσει μορφή ιστορικά στα προοδευτικά κινήματα της περιοχής.<span id="more-409"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Για παράδειγμα,<a href="http://www.foreignaffairs.com/articles/61702/jorge-g-castaneda/latin-americas-left-turn" target="_blank"> ένα πρόσφατο δοκίμιο με τη συμβολή μάλιστα του Μεξικανού ακαδημαϊκού και διπλωμάτη Χόρχε Καστανιέδα</a> ταξινομεί έναν τύπο της αριστεράς που πηγάζει από τον κομμουνισμό και την επανάσταση των μπολσεβίκων και που κατόπιν ταυτίζεται με την Κουβανέζικη επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο. Λενινιστική στις ιδεολογικές ρίζες της και από πλευράς οργάνωσης, αυτή η αριστερά με κάποιο τρόπο έχει απροσδόκητα πάρει στροφή προς τον πραγματισμό και τη μετριοπάθεια στα πρόσφατα χρόνια, προσκολλούμενη σφιχτά στους δημοκρατικούς θεσμούς. Από την άλλη πλευρά, ο άλλος τύπος της αριστεράς υιοθετεί ελεύθερα τα εθνικά σύμβολα και τους λαϊκιστές του παρελθόντος. Αυτή η αριστερά προσφεύγει στους φτωχούς, αλλά μέσω μιας εμπρηστικής ρητορικής και προγραμμάτων αναδιανομής του πλούτου που χρηματοδοτούνται από την οικονομική επέκταση. Τα κυβερνητικά έξοδα αυξάνονται στις περιόδους της αφθονίας, μόνο για να περιοριστούν δραματικά όταν χειροτερεύουν οι οικονομικές συνθήκες και επιβάλλονται καινούριοι μακροοικονομικοί περιορισμοί. Η δημοκρατία υποφέρει σε αυτά τα πλαίσια, μιας και η πολιτική διαδικασία μειώνεται σε ένα απλό υποπροϊόν των οικονομικών κύκλων, ενώ η συνεχής  επέκταση της πολιτικής εξουσίας διαβρώνει τους πολιτικούς θεσμούς.</p>
<p><code><br />
</code>Αν ακριβώς η διάκριση που κάνει ο Καστανιέδα ανάμεσα στους δύο τύπους αριστεράς είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, χρειάζεται μια μεγαλύτερη διαφοροποίηση για να περιγραφούν οι διαφορετικές αριστερές που έχουν αναδυθεί στη Λατινική Αμερική στο πρόσφατο παρελθόν. Χρειαζόμαστε χαρακτηρισμούς πιο οξυδερκείς και ακριβέστερες ταξινομήσεις των περιπτώσεων, όχι μόνο για λόγους ταξινομικής συνέπειας, αλλά και για να περιγράψουμε τις περιπλοκότητες που μια τυπολογία δύο ειδών δεν είναι ικανή να χωρέσει. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε το λάθος να ταξινομήσουμε τις παρατηρήσεις μας με βάση έννοιες που αυτή τη στιγμή έχουν πολύ λιγότερο νόημα από αυτό που είχαν πριν από 50 χρόνια, όταν ο σοσιαλισμός κι ο λαϊκισμός παρουσίαζαν ένα όραμα του μέλλοντος – μιας κοινωνίας αταξικής στην περίπτωση της πρώτης, και μιας αυτάρκους βιομηχανοποίησης στη δεύτερη, η οποία κατάφερε να αιχμαλωτίσει την φαντασία μεγάλων τομέων της κοινωνίας. Βεβαίως, η λατινοαμερικάνικη προοδευτική πολιτική θα πάρει αναπόφευκτα κάποιο από τα ιστορικά κληροδοτήματα του σοσιαλισμού και του λαϊκισμού. Ωστόσο, ο δυσδιάκριτος, ανόργανος και άμορφος τρόπος με τον οποίο αυτά τα κληροδοτήματα εκφράζονται σήμερα υπονοεί πως δύσκολα μπορούν να εκπροσωπήσουν αναλυτικές κατηγορίες προς χρήση.</p>
<p><code><br />
</code>Σε κάθε περίπτωση, η αριστερά σε αυτό το μέρος του κόσμου συχνά μοιάζει με ένα μείγμα μετασοσιαλισμού και μεταλαϊκισμού. Για παράδειγμα, πως θα χαρακτηρίζαμε το Κόμμα των Εργατών της Βραζιλίας (ΚΕ); Αν και ελάχιστα μπολσεβικικό (και ωστόσο, είναι ένας σοσιαλιστικός σχηματισμός), είναι ένα κόμμα που αναδύεται από τις στάχτες παραδόσεων με εργατικές βάσεις συνδεδεμένες με τον πρόεδρο Χετούλιο Βάργκας (1930-1945, 1950-1954). Ωστόσο, η οικονομική πειθαρχία του ΚΕ από τότε που ανέβηκε στη εξουσία το 2003 σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον σαν λαϊκίστικο κόμμα. Ποιό είναι το νόημα της λέξης λαϊκισμός – στη Βενεζουέλα και σε άλλα μέρη, και με ή χωρίς το «μπολιβαριανός σοσιαλισμός» του Ούγκο Τσάβες – όταν λείψει αυτός ο στύλος της λαϊκιστικής πολιτικής οικονομίας της Λατινικής Αμερικής, η βιομηχανοποίηση με το μοντέλο υποκατάστασης των εισαγωγών; Πως δίνουμε νόημα στο «λαϊκιστή της αριστεράς» Νέστορ Κίρχνερ, από την Αργεντινή, έναν πρόεδρο ελεγμένο από το ίδιο κόμμα που πρόσκειται στον Περόν που πλάσαρε προηγουμένως στην εξουσία τον «λαϊκιστή της δεξιάς» Κάρλος Μένεμ;</p>
<p><code><br />
</code>Η μελέτη για τις σύγχρονες αριστερές ανοίγει ένα χρήσιμο παράθυρο προς τη λατινοαμερικάνικη πολιτική και τα άνισα δημοκρατικά της συστήματα, αλλά η πρόκληση ριζώνει στην αναγνώριση σταθερών και κατάλληλων κριτηρίων που μας επιτρέπουν να διαφοροποίησουμε τη μια αριστερά από την άλλη. Αυτό προϋποθέτει την ανοχή στη χρήση εννοιολογικών εργαλείων μέσα στα κατάλληλα ιστορικά συμφραζόμενά τους, μιας και οι έννοιες που αποσπώνται από τον τόπο και την ημερομηνία γέννησής τους τείνουν να χάνουν την ικανότητά ερμηνείας. Ιδέες όπως μια λενινιστική και λαϊκιστική αριστερά (ή λαϊκιστική δεξιά, για την υπόθεσή μας) στη Λατινική Αμερική έχουν μια λειτουργία πιο μεταφορική σήμερα, καθώς και οι κατηγοριοποιήσεις που μιλούν για μια «φασιστική» δεξιά (που γενικά ισχύουν για την άκρα δεξιά, ανεξαρτήτως μέρους) ή για μια αριστερά «μαοϊστική» (συνήθως ισχύουν για την κινητοποίηση των αγροτών σε όλο τον κόσμο σε δρόμους ανάπτυξης).</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, οφείλουμε να εξετάσουμε τις καταγραφές της αριστεράς χρησιμοποιώντας πιο κοντινούς παράγοντες. Γι΄αυτό το λόγο ταυτίζω μια σειρά από αριστερές εφαρμόζοντας σαν βάση της ανάλυσής μου τη διάσπαση του χαρακτήρα του συστήματος των κομμάτων, που μπορεί να εκπέσει, ώστε από θεσμικό και λειτουργικό,να διασπαστεί και να οδηγηθεί ακόμη και σε κατάρρευση. Αν παρατηρηθεί η λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων, επιτυγχάνεται μια πιο βαθιά κατανόηση της αριστεράς και της ποιότητας της δημοκρατίας, γενικά, εφ’ όσον αυτό που ως επί το πλείστον επιβεβαιώνεται για τις διαφορετικές αριστερές επίσης ισχύει για τα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Δηλαδή, στις χώρες στις οποίες η αριστερά είναι μετριοπαθής, με ροπή προς την αφοσίωση στον κοινοβουλευτισμό και σεβόμενη τους θεσμούς, επίσης έχουν την τάση να είναι έτσι και τα υπόλοιπα κόμματα. Αντίθετα, όταν η αριστερά δεν σέβεται το δίκαιο, περιορίζει την ανεξαρτησία των μέσων επικοινωνίας και αγνοεί τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης, το ίδιο κάνει και η δεξιά.</p>
<p><code><br />
</code>Επομένως, ένα ερώτημα σχετικό είναι γιατί τα συστήματα των κομμάτων στην περιοχή έχουν αναπτυχθεί με τρόπο τόσο άναρχο από τις μεταβάσεις στη δημοκρατία της δεκαετίας του ογδόντα. Θίγω αυτό το ζήτημα εξετάζοντας την εξάρτηση στη διαδρομή της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού, τη συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ, καθώς και τις οικονομικές πολιτικές που έχουν βελτιώσει ή οξύνει τις επιδράσεις των οικονομικών κύκλων. Αν εξηγούν καλά τα πολλά είδη της αριστεράς, αυτοί οι τρεις παράγοντες φωτίζουν σημαντικές διαφορές στη λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων και στην άνιση αποδοτικότητα της δημοκρατικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Θεσμική πολιτική των κομμάτων της αριστεράς</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ανεξαρτήτως αν είναι στην εξουσία η αριστερά ή η δεξιά, η θεσμική πολιτική του κόμματος υποκινεί τη διαλλακτικότητα και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, και μ΄αυτό τη δημοκρατική σταθερότητα. Κάποιες λατινοαμερικάνικες χώρες έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, ενώ άλλες όχι. Οι παράγοντες που έχουν επιτρέψει να κατορθώσουν κάποιες χώρες μια δημοκρατική πολιτική με βάση ένα σύστημα κομμάτων σταθερό εξηγούν επίσης τη συμπεριφορά των κομμάτων της αριστεράς.</p>
<p><code><br />
</code>Η επαναφορά της δημοκρατίας στη Χιλή, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, είναι μια περίπτωση που αξίζει να αναλυθεί. Από τις αρχές της, η διαδικασία υπολόγιζε σε μια δυνατή θεσμική βάση αποτέλεσμα του συντάγματος του στρατιωτικού καθεστώτος του στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ που ανακοινώθηκε δημόσια το 1980 μέσω ενός δημοψηφίσματος. Το συγκεκριμένο έγγραφο περιείχε μια φόρμουλα κι ένα πρόγραμμα για να οδηγηθεί η στρατιωτική κυβέρνηση στο τέλος της, συγκαλώντας ένα δημοψήφισμα το 1988 που θα διατηρούσε τον Πινοτσέτ σαν πρόεδρο για άλλα οχτώ χρόνια ή θα οδηγούσε στις εθνικές εκλογές το 1989 και στην έναρξη της δημοκρατικής μετάβασης. Αυτό έφερε τα πόλιτικά κόμματα αντιμέτωπα με μια απόφαση: να παρατείνουν επ’ αόριστον την κατάσταση που ξεκίνησε με την ανατροπή του προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973, ή να γίνουν κομμάτι της πολιτικής διαδικασίας, το οποίο προϋπέθετε την πιθανότητα να νομιμοποιήσουν οι ψηφοφόροι την ίδια τη δικτατορία εναντίον της οποίας είχε αγωνιστεί η αντιπολίτευση για περισσότερα από 15 χρόνια. Στην αρχή, μόνο μια χούφτα από αρχηγούς του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος τάχθηκε υπέρ αυτής της τελευτίας επιλογής, αλλά κατόρθωσε να πείσει τα ίδια τα μέλη του, καθώς και τους αντίπαλους του στο Σοσιαλιστικό κόμμα.</p>
<p><code><br />
</code>Στο τέλος, η συμμετοχή απέδωσε τους καρπούς της. Τα κόμματα της κεντροαριστεράς, ενωμένα ως Συνασπισμός, κέρδισαν τόσο το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 1988 όσο και τις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1989. Η Χιλή επέστρεψε στο δημοκρατικό καθεστώς με την αρχή της προεδρίας του Πατρίσιο Αϋλουίν, το Μάρτιο του 1990. Παρά τις αμφιβολίες και τη δυσπιστία, η κυβέρνηση Πινοτσέτ παρέδωσε την εξουσία στη νέα δημοκρατική κυβέρνηση, ακριβώς όπως το προέβλεπε το Σύνταγμα που το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς είχε συντάξει. Αυτή η διαδικασία της μετάβασης ήταν, από μόνη της, μια εξαίρεση, καθώς σπανίως τα απολυταρχικά καθεστώτα ιδρύουν κανόνες που συγκεκριμενοποιούν, με μεγάλη προσδοκία και λεπτομέρεια, πότε και πώς θα εγκαταλείψουν την εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, ειδωμένο αναδρομικά, το στρατιωτικό καθεστώς βρέθηκε να περιορίζεται από το συνταγματικό πλαίσιο που του είχε παραχωρήσει η εξουσία. Το Σύνταγμα του 1980 κατέληξε να έχει θετικές συνέπειες, παρά τις αρχικές αρνητικές προβλέψεις. Όχι μόνο μείωσε την αβεβαιότητα στη διαδικασία μετάβασης, αλλά και – βάζοντας τέλος στο βαθιά ριζωμένο πρόβλημα των προέδρων που εκλέγονταν με μια μειοψηφία της λαϊκής ψήφου και που χρειάζονταν πλειοψηφίες στο Κογκρέσο πιο σημαντικές για να εγκρίνουν τους νόμους – ελαχιστοποίησε την αστάθεια που μάστιζε την προηγούμενη θεσμική τάξη. Η εμπειρία της Χιλής ενδυνάμωσε τις κεντρομόλους δυνάμεις, εμβαθύνοντας και εμπλουτίζοντας μια διαδικασία μάθησης που ήδη είχε δρομολογηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Σε μια χώρα με μια ιστορία αυξανόμενης ιδεολογικής πόλωσης που εκτονώθηκε βίαια στη δεκαετία του εβδομήντα, η επιβίωση της δημοκρατίας εξαρτιόταν επίσης από την επανακοινωνικοποίηση της πολιτικής ελίτ. Τα νέα θεσμικά κίνητρα διευκόλυναν αυτή τη διαδικασία. Έκανε εμφανές ότι κάποιος σαν τον Αλεχάντρο Φόξλεϋ, υπουργός Οικονομικών από το 1990 ως το 1995 και αργότερα υπουργός Εξωτερικών, θα αναγνώριζε από τις αρχές της πρώτης δημοκρατικής κυβέρνησης ότι οι συνταγματικοί κανόνες που είχε προτείνει ο Πινοτσέτ είχαν «ειρωνικά ενθαρρύνει ένα σύστημα πιο δημοκρατικό», εφ’ όσον υποχρέωσαν τους βασικούς πρωταγωνιστές να καταλήξουν σε συμφωνίες, αντί σε αντιπαράθεση, και «αποφεύγοντας το λαϊκισμό» αύξησαν τον «οικονομικό τρόπο διακυβέρνησης».</p>
<p><code><br />
</code>Η κλασική απεικόνιση της Χιλής ως «πρωταθλήτριας του νεοφιλελευθερισμού» στη Λατινική Αμερική αδυνατεί να συλλάβει πόσο πραγματιστικές υπήρξαν οι οικονομικές πολιτικές της: από την έμφαση σε έναν τύπο ανταγωνιστικής αλλαγής σε μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες• από έναν στενό έλεγχο του τραπεζικού τομέα, στην προσαρμογή των επιτοκίων• κι από τους περιορισμούς της ροής του κεφαλαίου, στη δημιουργία ενός αποθέματος για να προστατευτεί η οικονομία από τις διακυμάνσεις στην παγκόσμια τιμή του χαλκού (το βασικό προϊόν εξαγωγής της Χιλής και το οποίο πάντοτε υπήρξε ένας πόρος στα χέρια του Κράτους). Αυτές οι πολιτικές πηγάζουν σε ένα πλαίσιο όπου η διαπραγμάτευση μέσα στο Κογκρέσο έχει υπερισχύσει της πολιτικής στους δρόμους, και της συμφωνίας για την διακριτική άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η προοδευτική πολιτική στη Χιλή είναι μια υπόθεση όχι ριζικών μετατροπών, αλλά βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων. Η συνένωση της κεντροαριστεράς, ο Συνασπισμός, που αναδύθηκε από τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές, έχει κυβερνήσει από το 1990 και έχει μετατρέψει τη χώρα σε ένα μοντέλο δημοκρατικού καπιταλισμού και σταθερής πολιτικής κομμάτων στην περιοχή.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Η αριστερά και το μέλλον της δημοκρατίας</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός ως πολιτικός πρωταγωνιστής ανήκει στο παρελθόν και ίσως θα οφείλαμε να τον καταργήσουμε και σαν έννοια. Από τη στιγμή πουτο κλασικό μοντέλο βιομηχανοποίησης με υποκατάσταση των εισαγωγών έπαψε να είναι μια βιώσιμη στρατηγική, σαν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ενοποίησης της αγοράς και του οικονομικού ανοίγματος που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, εξαφανίστηκαν οικονομικά κίνητρα των αστικών συνασπισμών που είχαν σχηματίσει πολλές τάξεις που είχαν υποστηρίξει το λαϊκισμό. Χωρίς μια υλική βάση στήριξης, τα δομικά θεμέλια του λαϊκισμού χάθηκαν. Οι ποικιλίες του «λαϊκισμού» που έφτασαν στην εξουσία αποό τις μεταβάσεις της δεκαετίας του ογδόντα ήταν αδέξιες απομιμήσεις του πρωτότυπου, ικανές να αναδημιουργήσουν τη ρητορική και τις τελετουργίες του, αλλά χωρίς να μπορούν να αναπαράγουν την ουσία του. Παρομοίως, ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα του παρελθόντος. Με το που ο σοσιαλισμός του Κράτους έδειξε το κακό πρόσωπό του και την παράλογη οικονομία του, το σύστημα και η ιδεολογία του αποσυντέθηκαν. Ιδέες όπως η αταξική κοινωνία, ο κεντρικός προγραμματισμός και η απόκτηση των μέσων παραγωγής από το Κράτος έχασε το νόημα και τη δύναμή του, τόσο στη Λατινική Αμερική όπως και αλλού. </p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, οι ουσιαστικές ανησυχίες του λαϊκισμού είναι τόσο ζωντανές όσο ήταν πάντα. Δεκαετίες μετά το τέλος των στρατιωτικών κυβερνήσεων, των μακρόπνοων στόχων, όπως το Κράτος ευημερίας, η κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική συμμετοχή, η ισότητα και αξιοπρέπεια της εργατικής τάξης και τα δικαιώματα των ομάδων είναι μειονεκτήματα, συνεχίζουν να είναι ανεκπλήρωτα και να προκαλούν κινητοποιήσεις. Παρ΄όλα αυτά, τα πολιτικά οχήματα του παρελθόντος έχουν πάψει να είναι βιώσιμα στην πρωτότυπη μορφή τους. Τα ζητήματα συνεχίζουν να είναι τα ίδια, αλλά χρειάζονται νέες στρατηγικές για να τα προσεγγίσουν και να τα επιλύσουν. Γενικά, οι σοσιαλιστές έχουν βρει ένα νέο σενάριο με σχετική ευκολία, μιας και έχουν βρει άλλα μέρη προς τα οποία να κοιτάξουν. Ο Φελίπε Γκοθάλεθ είχε ήδη καταφέρει να μετατρέψει την Ισπανία σε ένα μοντέλο για την κοινωνική δημοκρατία στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα έφτασε να «επιλέγει» παλιούς κομμουνιστές από την Ουγκαρία και την Πολωνία για να πάνε στις χώρες τους «γυρίζοντας από την Ευρώπη».</p>
<p><code><br />
</code>Εντούτοις, οι λαϊκιστές πολιτικοί είχαν μικρότερη επιτυχία στη μετατροπή των μαζικών κινημάτων τους σε βιώσιμα πολιτικά κόμματα. Στην πλειοψηφία τους αυτοί οι ηγέτες είχαν δυσκολία να βρουν ένα αφήγημα που θα συνεισέφερε στη δημοκρατική σταθερότητα με έναν έγκυρο τρόπο. Το φάντασμα του παλιού λαϊκισμού συνεχίζει να επιστρέφει, ίσως σαν ένας μάρτυρας του πόσο ανολοκλήρωτη είναι η ενσωμάτωση των φτωχών στη Λατινική Αμερική, και σαν μια οδυνηρή υπενθύμιση πως η περιοχή συνεχίζει να έχει την μεγαλύτερη ανισότητα του κόσμου. Το λαϊκιστικό αίνιγμα φέρνει αντιμέτωπη τη Λατινική Αμερική με τη γνωστή αλλά περίπλοκη πρόκληση να προάγει έναν βαθύ εκδημοκρατισμό την ίδια στιγμή που ενισχύονται οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της ίδιας της δημοκρατίας. Η ανάγκη να επιτευχθούν και οι δυο εργασίες συνεχίζει να παρουσιάζει ακανθώδη θέματα σε μια περιοχή που που και η ίδια η λέξη «θεσμός» έχει φτάσει να σημαίνει, εδώ και πολύ καιρό, έναν απλό σάκο με ταχυκτυλουργικά που οι κυβερνούσες ελίτ χρησιμοποιούν για να ξεγελάσουν, αποκλείσουν και καταστήσουν πιο φτωχό το λαό. Πολύ συχνά οι ηγέτες έχουν προτείνει δίκαια κοινωνικά ιδανικά που δεν έχουν νιώσει υποχρεωμένοι να τα εφαρμόσουν με κοινωνικές μορφές. Είναι μια θλιβερή ειρωνία, αυτοί οι ηγέτες έχουν καταλήξει να αποδυναμώσουν ακριβώς τα δικαιώματα και τους θεσμούς που οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι χρειάζονται απεγνωσμένα, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τις ανισότητες που οι ηγέτες θα έπρεπε να είχαν διορθώσει.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η αυθαιρεσία δεν αποτελεί μια καλή συνταγή για μια δημοκρατική κοινωνία. Αν ο δεξιός Κάρλος Μένεμ αξίζει να επικρίνεται επειδή διόρισε παράνομα δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του, επίσης θα πρέπει να κριθεί και ο αριστερός Ούγκο Τσάβες, ανεξαρτήτως από τους στόχους του που είναι τόσο διαφορετικοί. Σε μια δημοκρατία τα μέσα είναι ουσιαστικά και όχι μια τυπικότητα, εφ΄όσον οι κανόνες είναι το μοναδικό στο οποίο οι αντίπαλοι μπορούν πάντα νασυμφωνούν. Οπότε, οι μέθοδοι συνιστούν την κόλλα που κρατάει ενωμένη την πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την αριστερά στη Λατινική Αμερική σήμερα: να συμφιλιωθούν οι βασικοί στόχοι της ένταξης  και της ισότητας με τους στόχους – εξίσου βασικούς, επιμένω- του να υπολογίζουμε σε μεθόδους και θεσμούς στέρεους.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν χώρες στην περιοχή στις οποίες αυτή η διπλή πρόκληση έχει προσεγγιστεί και μάλιστα επιτευχθεί. Ο κοινός παρανομαστής σε τέτοιες ιστορίες επιτυχίας είναι η ύπαρξη ενός σταθερού συστήματος πολιτικής κομμάτων και μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων που δεν εξαρτάται από τη διακριτική εξουσία της Εκτελεστικής, αλλά στην νομοθετική διαπραγμάτευση. Στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής απομένουν πολλά για να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν καλά παραδείγματα κοντά μας. Είναι αναγκαίο να τα μιμηθούμε.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Το κείμενο έχει εμφανιστεί στα ισπανικά στην Μεξικάνικη επιθεώρηση <a href="http://www.pri.org.mx/PriistasTrabajando/publicaciones/confluencia.aspx" target="_blank">CONFLUENCIA XXI</a>, και δημοσιεύεται στο πλαίσιο συνεργασίας των δύο περιοδικών</strong></em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=409</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Anna Colombo &#8211; Προς μια πολιτική Ευρώπη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=389</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=389#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:58:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Anna Colombo]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=389</guid>
		<description><![CDATA[Η Anna Colombo, γενική γραμματέας της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδίδει την απομάκρυνση της Ευρώπης από τους πολίτες της σε τρεις βασικούς παράγοντες: την όλο και πιο περίπλοκη θεσμική της αρχιτεκτονική, την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, και την επικράτηση δεξιών κυβερνήσεων σε πολλές χώρες-μέλη, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια συνέντευξη στην Ελένη [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/colombo.jpg" title="Anna Colombo"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/colombo.jpg" title="Anna Colombo" alt="Anna Colombo" vspace="5" width="75" align="left" height="110" hspace="5" /></a></p>
<p>Η Anna Colombo, γενική γραμματέας της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδίδει την απομάκρυνση της Ευρώπης από τους πολίτες της σε τρεις βασικούς παράγοντες: την όλο και πιο περίπλοκη θεσμική της αρχιτεκτονική, την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, και την επικράτηση  δεξιών κυβερνήσεων σε πολλές χώρες-μέλη, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.<span id="more-389"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Μια συνέντευξη στην Ελένη Χριστίδου για το Re-public</strong></em></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Η πρώτη ερώτηση είναι: γιατί το ‘όχι’ στην Ε.Ε. είναι, σήμερα,  πιο εύκολο από το ‘ναι’;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Πρώτα απ’ όλα, τους Ευρωπαίους πολίτες η Ευρώπη τους αφορά κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν. Αυτή είναι κι η πλευρά που κάνει το όλο εγχείρημα  κάπως παράλογο. Από τη μια πλευρά, η Ευρώπη ανέπτυξε τα τελευταία πέντε χρόνια έναν τρόπο παρουσίας σχεδόν σε κάθε τομέα της ύπαρξής μας. Από την άλλη πλευρά, όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότεροι πολίτες- για διάφορους λόγους- κάνουν πίσω. Υπάρχουν δυο αιτίες: η πρώτη, που είναι πιθανώς αντικειμενική, είναι ότι η Ευρώπη, προκειμένου να δημιουργήσει την ενιαία αγορά και άλλα εναρμονιστικά μέτρα, γίνεται όλο και πιο περίπλοκη σε ό,τι αφορά τη θεσμική της αρχιτεκτονική με αποτέλεσμα, οι πολίτες να κάνουν λίγο πίσω. Η άλλη συνδέεται με την εξέλιξη της ιδέας της Ευρώπης στη σκέψη των Ευρωπαίων ηγετών. Νομίζω ότι μέχρι πριν από μερικά χρόνια είχαμε ακόμη Ευρωπαίους ηγέτες από σημαντικά κράτη-μέλη που ήταν εξαιρετικά αφιερωμένοι προσωπικά, ιστορικά και πολιτικά στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Δεν είχαμε, λοιπόν, μια Ευρώπη διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών που συνδέονταν απλώς με πρόσθετα εθνικά συμφέροντα, αλλά μια προοπτική, μια ιδέα. Στο μυαλό των Ευρωπαίων ηγετών, η Ευρώπη σήμαινε πολύ περισσότερα από απλούς συμβιβασμούς, από το να δούνε πόσα μπορεί να κερδίσει η χώρα τους απ’ την Ευρώπη. Η τρίτη αιτία, εμφανής για μένα που είμαι σοσιαλίστρια, είναι το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη, εκτός από τις θεσμικές δυσκολίες και την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, κυβερνιέται από δεξιές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτή η Ευρώπη έπαψε να εκπληρώνει στόχους, από την άποψη -για να χρησιμοποιήσω το σύνθημά μας- του ‘πρώτα οι άνθρωποι’, από την άποψη  του κοινωνικού προβληματισμού για τους ανθρώπους, από την άποψη του να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν προστατευμένοι και όχι απειλούμενοι από την ΕΕ.</p>
<p><code><br />
</code>Πολλοί πολίτες, που οι περισσότεροι προέρχονται από το εν δυνάμει εκλογικό σώμα μας, επειδή ανήκουν στις πιο λαϊκές κοινωνικές τάξεις που είναι πιο ευάλωτες στις χρηματοοικονομικές κρίσεις και την παγκοσμιοποίηση, δεν βρίσκουν σ’ αυτές τις δεξιές κυβερνήσεις της Ευρώπης απάντηση στα ερωτήματά τους αλλά ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Κι αυτή είναι η αιτία που τόσο πολλοί άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Με αυτό απαντήσατε και στην επόμενη ερώτησή μου, που είναι: οι άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη, γενικά, ή σ’ αυτή την συντηρητική, δεξιά Ευρώπη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Αυτή είναι η πρόκλησή μας! Ανέφερα τρία επιχειρήματα. Σχετικά με το πρώτο, την περιπλοκή των θεσμών και το γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται πολύ μακριά από τους πολίτες της, οι ευθύνες ανήκουν σε όλους. Υπάρχουν ευθύνες για τους τομείς του Τύπου και της επικοινωνίας, για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ύστερα από τα δυο ‘όχι’ στο σύνταγμα κατάλαβαν ότι πρέπει να κάνουν μια προσπάθεια για να  ‘επικοινωνήσουν’ την Ευρώπη. Υπάρχουν ευθύνες για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και νομίζω ότι εμείς, ως σοσιαλιστές, πρέπει τώρα να είμαστε πολύ σοβαροί με αυτό το θέμα. Σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα, υπάρχουν ευθύνες για τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες &#8211; στη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, η κλιματική αλλαγή, η ανάγκη για ένα νέο τρόπο αντίληψης για την ειρήνη στον κόσμο- υπάρχει επίσης η νίκη του Ομπάμα στις ΗΠΑ- δείχνουν ότι το μεμονωμένο έθνος-κράτος δεν μπορεί πλέον να μετρήσει καθόλου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνάντηση των G-20 έδειξε πολλά πράγματα, ένα όμως πολύ καθαρά: ήταν η αρχή του τέλους των G-8, προς όφελος ενός πολύ πιο περιφερειακού κόσμου, όπου τα κράτη-μέλη μας, μόνα τους, δεν μετρούν. Κι όπου μια Ευρώπη που αποτελεί άθροισμα διαφορετικών και αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων δεν μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο. Πρέπει να επανιδρύσουμε την ιδέα της Ευρώπης, που ήταν ιδέα των ιδρυτών της. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε ως σοσιαλιστές είναι να καταστήσουμε σαφές στους πολίτες ότι η Ευρώπη είναι πολιτική, μπορεί να είναι αριστερή ή δεξιά κι αυτό κάνει τη διαφορά. Υπάρχουν δυο δυνατές απαντήσεις σ’ αυτή την τάση για ‘όχι’ στην Ευρώπη. Η μια είναι αυτή στην οποία πιστεύουμε, το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι απολύτως αναγκαία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς ευρωπαϊκή συνεργασία. Όλες οι προκλήσεις για τις οποίες συζητήσαμε, χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, κλιματική αλλαγή, ενεργειακή κρίση, δεν σταματούν στα σύνορα. Κατά συνέπεια, μια Ευρώπη ικανή να έχει ισχυρούς θεσμούς, να μιλάει με μια ενιαία φωνή, είναι ένα must, μια ανάγκη. Η Ευρώπη είναι μια υπέροχη ιδέα, που διευθύνεται σήμερα από τους λάθος ανθρώπους. Κι αυτή είναι η δική μας πρόκληση: να κάνουμε τους πολίτες να καταλάβουν αυτές τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι και οφείλουμε να κάνουμε αυτή την Ευρώπη καλύτερη, πιο αριστερή και πιο σοσιαλιστική. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση για τις ευρωπαϊκές εκλογές.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπάρχουν όμως και σοσιαλιστές ηγέτες που έχουν επιλέξει τον ευρωσκεπτικισμό ως προσανατολισμό του κόμματός τους. Αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στο αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Δεν θα το έλεγα ευρωσκεπτικισμό, σίγουρα όμως γίνονται υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στον λαϊκισμό, με τη σκέψη ότι ο λαϊκισμός μπορεί να αμφισβητηθεί στο δικό του γήπεδο. Νομίζω ότι αυτό είναι αδύνατον, ο λαϊκισμός πάντα θα νικά. Γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε πολύ πιο σοβαροί όταν δίνουμε τις απαντήσεις μας, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι οι άνθρωποι βλέπουν ποια είναι τα πλεονεκτήματά τους. Δεν λέω, βέβαια, ότι όλοι πρέπει να πιστεύουν σε ιδανικά και να μη βλέπουν τη ζωή τους να καλυτερεύει. Οι άνθρωποι, όμως, πρέπει να καταλάβουν ότι για να δουν τη ζωή τους να καλυτερεύει, πρέπει να εκχωρήσουν περισσότερα στην ευρωπαϊκή δικαιοδοσία, αλλά οπωσδήποτε με ένα άλλο είδος πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Νομίζετε ότι η ΕΕ ή οι θεσμοί της πρέπει να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να έρθουν πιο κοντά στους πολίτες; Θα ήταν έτοιμοι για μια κοινή ευρωπαϊκή λίστα υποψηφίων για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο; Θα βοηθούσε κάτι τέτοιο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά είναι λίγο πρόωρο. Θα ήταν σα να βάζαμε τη δομή πριν από τη λύση του προβλήματος. Αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για την Ευρώπη, που οφείλεται σε όλες αυτές τις ξαφνικές αλλαγές τις οποίες πρέπει να χειριστούμε πριν αποκτήσουμε υπερεθνικές λίστες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα, γιατί το σύστημα των ευρωπαϊκών εκλογών είναι ακόμη εθνικό. Υπάρχουν πολλές χώρες, για παράδειγμα, όπου οι προτιμήσεις μετρούν. Εάν βάζατε κάποιον που προέρχεται από άλλο κράτος-μέλος -κι επομένως τελείως άγνωστο- σε μια υπερεθνική λίστα, θα μπορούσε να είναι επιζήμιο για τη λίστα σας. Πριν λοιπόν έχουμε μια υπερεθνική λίστα, την οποία θα υιοθετήσουν μόνο οι σοσιαλιστές, πρέπει να συζητήσουμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Θα ήταν καλή ιδέα αν η απάντηση στο σύνταγμα ήταν ‘ναι’.</p>
<p><code><br />
</code>Είδαμε ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε μας και τον κόσμο. Πρέπει να δουλέψουμε πάνω στη γεφύρωση αυτού του χάσματος πριν προωθήσουμε την ιδέα μιας ευρωπαϊκής λίστας. Νομίζω ότι πρέπει να δουλέψουμε πολύ περισσότερο πάνω στις απαντήσεις που δίνουμε. Η επόμενη νομοθετική περίοδος θα είναι η πλέον πολιτική, θα έχει να χειριστεί τουλάχιστον δυο εντελώς διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη. Είμαι πεπεισμένη ότι εάν κερδίσουμε και μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το όραμά μας, οι άνθρωποι στο τέλος αυτής της νομοθετικής περιόδου θα είναι πολύ πιο φιλοευρωπαίοι και θα έχουν πολύ μεγαλύτερη συνείδηση αυτού που κάνουμε. Και τότε, γιατί όχι, θα βάλουμε το επόμενο λιθάρι με τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, μιας ευρωπαϊκής ιθαγένειας,  αφού θα έχουμε εφαρμόσει στο μεταξύ το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη Συνθήκη της Λισσαβόνας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Έχω κατά νου την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν για πολλά χρόνια σαφώς φιλοευρωπαϊκή, αλλά άλλαξε γρήγορα. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξεχνούν πώς και πόσο πολύ ωφελήθηκαν από την Ευρώπη. Ένα παράδειγμα είναι το ευρώ, που είναι-κατά την άποψή μου- το πιο ισχυρό ευρωπαϊκό εργαλείο που είχαμε ποτέ, αλλά ακόμη και σ’ αυτή την οικονομικά δύσκολη περίοδο κανείς δεν αναφέρει σαφώς ότι χωρίς αυτό τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Πρώτα απ’ όλα, η αυξανόμενη αντιδημοτικότητα της Ευρώπης στην Ελλάδα είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι ορισμένες κυβερνήσεις δεν διστάζουν να παρουσιάζουν την Ευρώπη ως πηγή όλων των αρνητικών πραγμάτων. Όταν πρέπει να μειώσουν τον προϋπολογισμό για οποιαδήποτε αιτία ή να πάρουν οποιαδήποτε μη δημοφιλή απόφαση, δεν διστάζουν να πουν ότι το κάνουν λόγω της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η ίδια κυβέρνηση δεν εξηγεί επαρκώς ότι ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, κατέστη δυνατή κυρίως μέσω της αλληλεγγύης της Ευρώπης, μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, μέσω ενός αριθμού αποφάσεων. Αποσιωπά, ακόμη, τις κοινές μας προσπάθειες για την καταπολέμιση της κλιματικής αλλαγής και την αλληλεγγύη που δείχνουμε απέναντι στην Ελλάδα, που υποφέρει λόγω των πυρκαγιών και των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Υπάρχει αυτή η παθητικότητα από μέρους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων αλλά, ακόμη χειρότερο, υπάρχουν μερικοί που λαϊκίστικα χρησιμοποιούν την Ευρώπη, κατηγορώντας την για όλα τα κακά και αποδίδοντας στους ίδιους όλα τα καλά που η Ευρώπη κάνει για τη χώρα τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει κι ο κόσμος πρέπει να το συνειδητοποιήσει.</p>
<p><code><br />
</code>Το γεγονός ότι η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν πάντα μια πολύ φιλοευρωπαϊκή χώρα, αλλάζει, πρέπει να μας ανησυχήσει.</p>
<p><code><br />
</code>Στο θέμα του ευρώ είναι ιδιαίτερα δύσκολο να απαντήσει κανείς. Οι άνθρωποι υπέφεραν, ιδίως σε ορισμένες χώρες, μετά την εφαρμογή του ευρώ, όχι λόγω του ίδιου του ευρώ, αλλά λόγω των καταχρήσεων του ιδιωτικού τομέα, του λιανικού εμπορίου ή της ανεπάρκειας των μηχανισμών ελέγχου. Σε κάποιες άλλες χώρες τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Θα ήθελα να πω δυο πράγματα: το πρώτο, ότι είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους να δουν αναδρομικά τι θα είχε συμβεί, ιδιαίτερα σε χώρες με αδύναμη οικονομία, χωρίς το ευρώ. Το 1988, ένας οικονομολόγος, ο Paolo Cechini, συνέθεσε μια έκθεση με τίτλο ‘<a href="http://www.amazon.com/1992-European-Challenge-Benefits-Single/dp/0704506130/ref=sr_1_8?ie=UTF8&amp;s=books&amp;qid=1233135993&amp;sr=1-8" target="_blank">Το κόστος της μη Ευρώπης</a>’, για να προωθήσει την ιδέα της ενιαίας αγοράς. Ήταν ένα ερέθισμα για να καταλάβει κανείς ποιο θα ήταν το κόστος του μη ευρώ, ειδικά τώρα που το ευρώ μας προστάτευσε. Είναι πολύ εύκολο να το αντιληφθούμε: αρκεί να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Ουγγαρία. Τότε βλέπουμε ότι δεν ήταν μόνο οι τράπεζες που πτώχευσαν στην Ουγγαρία, αλλά μια σειρά από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις, λόγω του νομίσματός τους που ήταν υποτιμημένο και βαλλόμενο.</p>
<p><code><br />
</code>Για να χρησιμοποιήσουμε ένα  άλλο παράδειγμα, είναι πολύ σημαντικό να εξηγήσουμε στον κόσμο πώς, μερικές φορές, με το να εγκαταλείψουμε την εθνική μας κυριαρχία σε ένα τομέα, μπορούμε να την  ανακτήσουμε ξανά σε έναν άλλο. Χρησιμοποιώ πάντα το ίδιο παράδειγμα: όταν ο Θαπατέρο κέρδισε τις εκλογές για πρώτη φορά, στην Ισπανία, έκανε αυτό που είχε υποσχεθεί και απέσυρε τα ισπανικά στρατεύματα από το Ιράκ. Χωρίς το ευρώ, θα είχε καταστραφεί από τις ΗΠΑ, γιατί η πεσέτα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη. Όταν ο ισπανικός λαός αποφάσισε να μπει στην ευρωζώνη εγκατέλειψε την κυριαρχία του σε σχέση με το νόμισμά του, αλλά κατέκτησε την τεράστια δύναμη να αποφασίζει για την εξωτερική πολιτική του.</p>
<p><code><br />
</code>Βέβαια, όταν μιλάμε για το ευρώ πρέπει να πούμε τι κάναμε μ’ αυτό το νόμισμα, που είναι μόνο το ένα πόδι κάποιου πράγματος που μας το πούλησαν ως οικονομική και νομισματική ένωση. Περπατάμε τώρα με το ένα πόδι- το νομισματικό- και το άλλο, το οικονομικό, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Είναι λοιπόν πολύ βασικό για την Ευρώπη να έχει συντονισμένη οικονομική, προϋπολογιστική ή βιομηχανική πολιτική για να κερδίσει το στοίχημα και να δημιουργήσει μια συνέργεια, όπου ένα κι ένα δεν κάνουν δύο αλλά τρία, τέσσερα, πέντε…..Μπορούμε πραγματικά να δούμε ότι κάθε ευρώ που ξοδεύουμε στην Ισπανία για την εκπαίδευση, θα έχει κατά κάποιο τρόπο θετική επίδραση στη Δανία ή αντίστροφα. Μπορούμε να το αποδείξουμε, και ο ρόλος των δεξαμενών σκέψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να είναι πολύτιμος για να αποδείξουμε  συσχετισμούς αυτού του είδους, επειδή επιστημονικά μπορούν να αποδειχτούν. Επομένως, η απάντηση στην ερώτησή σας για το ευρώ είναι η ακόλουθη: τώρα πρέπει επιτέλους να δώσουμε στην ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ένωση το άλλο της πόδι.</p>
<p><code><br />
</code>Θα ήθελα να προσθέσω ότι  οι Έλληνες, όπως και οι Ιταλοί, οι Ισπανοί ή οι Πορτογάλοι, υπήρξαν εργάτες που ταξίδεψαν πολύ στην Ευρώπη. Βίωσαν τη μη Ευρώπη: τα διαβατήρια, τη μη αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης, καταχρήσεις και δυσκολίες. Ίσως οι άνθρωποι να το έχουν ξεχάσει, αλλά εκείνοι οι εργάτες που προήλθαν από φτωχές χώρες ήταν κατά κάποιο τρόπο οι πρωτοπόροι αυτού που χτίσαμε και θα ήταν οι πρώτοι που θα έλεγαν ‘χάρη στην Ευρώπη δεν έχουμε πια σύνορα, έχουμε κοινό νόμισμα, έχουμε αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης…’ Τα πράγματα δεν είναι τέλεια, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν, αλλά η καλύτερη απάντηση σ’ αυτό είναι ότι πρέπει να κοιτάμε μπροστά και όχι πίσω.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σημερινή άρνηση απέναντι στην Ευρώπη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του λαϊκισμού και των άλλων παραγόντων που αναφέρατε, αλλά επίσης του γεγονότος ότι η Ευρώπη δεν έχει-μέχρι σήμερα- ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιούργησε στους πολίτες της;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Θυμάμαι ακόμη ότι στην αρχή της δεκαετίας του 1990 η Ευρώπη θεωρείτο από τους Ευρωπαίους πολίτες και εργαζόμενους ως δίκτυ ασφαλείας. Ήταν εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσαμε να ολοκληρώσουμε τη νομοθεσία για την εργασία, τις εργασιακές συνθήκες, τη συμμετοχή των εργαζομένων, όλα εκείνα τα εκπαιδευτικά σχήματα: Erasmus, Leonardo, τα δικαιώματα μειονοτήτων, την εφαρμογή της γεωγραφικής συνοχής με τα διαρθρωτικά ταμεία…Ύστερα άρχισε η παρακμή. Υπήρξε κάποια στιγμή που όλες αυτές οι ιδέες αναστήθηκαν με τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, τότε που στην εξουσία βρίσκονταν κυρίως κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Έπειτα όμως, το 2003, με τον Αθνάρ και τους λοιπούς δεξιούς ηγέτες, άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά οι κυβερνητικές πολιτικές και τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κυριάρχησε μια πολύ νεοφιλελεύθερη και συντηρητική ιδέα του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης. Εκείνη την εποχή, η κυρίαρχη σκέψη ήταν ότι ο μόνος τρόπος ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο δεν είχε να κάνει με την ποιότητα ή με την έμφαση στους ανθρώπινους πόρους ή την κοινωνική ασφάλιση ως μοχλούς ανάπτυξης. Αποφάσισαν απλώς να καταπολεμήσουν την παγκοσμιοποίηση σε επτά αναδυόμενες χώρες με τα δικά τους τα όπλα: πολύ φτηνά εργατικά χέρια, ανταγωνισμός στα βασικά κόστη αντί για εκσυγχρονισμό και οικοδόμηση της περίφημης κοινωνίας της γνώσης. Τώρα, μας είπαν, θα γίνουμε πρωταθλητές του κόσμου. Επέλεξαν να ξεπετάξουν τα δικαιώματα, πράγμα που ήταν επιζήμιο για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, για τους εργαζόμενους, για τις συνδικαλιστικές ενώσεις και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κυρίως όμως ήταν εντελώς επιζήμιο για την αξιοπιστία της Ευρώπης στα μάτια των πολιτών της, γιατί άρχισαν να τη βλέπουν ως απειλή και όχι πια ως δίκτυ ασφαλείας, που θα τους προστάτευε από τον πόλεμο παρέχοντας ειρήνη, δημοκρατία και ένα κοινό ευρωπαϊκό έδαφος για μια ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Νομίζετε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι ένα σχέδιο που ταιριάζει περισσότερο στις επιχειρήσεις, που διαθέτουν τους πόρους για να χρησιμοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που τους προσφέρονται (του λόμπινγκ συμπεριλαμβανομένου) παρά στους ‘απλούς’ πολίτες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Δεν νομίζω ότι έχει σχέση με το λόμπινγκ. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να πιστεύουν οι πολίτες είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ο ισχυρότερος θεσμός που τους προστατεύει. Με την ευκαιρία, εγκρίναμε πρόσφατα έναν πολύ ισχυρό κανονισμό κατά των λόμπις. Ασφαλώς, αυτό που είδαν στις χώρες τους- ειδικά εκείνοι  που είχαν δεξιές κυβερνήσεις &#8211; και στην Ευρώπη είναι ότι, ως απάντηση στην ανάπτυξη, κυριάρχησε η ελεύθερη αγορά και το ‘laissez-faire’. Είναι σαφές ότι το ‘laissez-faire’ και η πλήρης απορρύθμιση ευνοεί τις επιχειρήσεις. Αυτό όμως που αντιμετωπίζουμε σήμερα με την χρηματοοικονομική κρίση είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ πιο βαθύ.  Είναι η μάχη μεταξύ της πραγματικής οικονομίας, όπου η ποιότητα των ανθρώπινων πόρων, η εκπαίδευση και οι καλές συμβάσεις μεταξύ συνδικαλιστικών ενώσεων και εργοδοτών, η κοινωνική ασφάλιση κλπ είναι ο μοχλός για την ανάπτυξή μας και της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, που δεν σεβάστηκε καθόλου την πραγματική οικονομία. Το χρήμα τοποθετήθηκε σε ένα είδος παράλληλου κόσμου της ‘κερδοσκοπίας για την κερδοσκοπία’, για να κερδίσουν εύκολο χρήμα από το τίποτα, όταν όλο αυτό το χρήμα θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει τη μεγάλη βιομηχανία, αλλά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον ιστό της νέας τεχνολογικής και νεωτεριστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη. Οι νέοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, εκεί όπου τα πανεπιστήμια  θα μπορούσαν να προωθήσουν την εφαρμογή της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Αυτό δεν έγινε δυνατό, και εξαιτίας της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Αυτή είναι η αιτία που από τις αρχές του 2000 εργαστήκαμε ως σοσιαλιστική ομάδα και σοσιαλιστικό κόμμα για να καταγγείλουμε αυτή την κατάσταση της χρηματοοικονομικής αγοράς, να τη σταματήσουμε και να επιστρέψουμε στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Κανένας δεν μας άκουσε. Ακόμη και ο Σαρκοζί, που είναι τώρα ο πρωταθλητής της ‘μεγάλης επιστροφής του κράτους’, όταν του ζητήσαμε στις αρχές της γαλλικής προεδρίας της ΕΕ να θέσει αυτό το θέμα στις πρώτες προτεραιότητές του, δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσαμε.</p>
<p><code><br />
</code>Οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι, αλλά για μια άλλη Ευρώπη, την Ευρώπη που θέλουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Συμπερασματικά, νομίζω ότι αντλήσατε πολλά από τη συζήτηση  που έγινε αυτές τις μέρες σχετικά με το τι προσπαθούμε να κάνουμε- και νομίζω ότι είμαστε πραγματικά στην πρωτοπορία. Τα πράγματα αλλάζουν ταχύτατα, εξαιτίας της κρίσης και όλων των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να κάνουμε δυο πράγματα ταυτόχρονα: η πολιτική δεν μπορεί να μείνει πίσω και η πολιτική πρέπει να είναι κατάλληλη. Σ’ αυτά τα δυο σημεία διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας μας και όχι μόνο το μέλλον της Ευρώπης. Το πρώτο σημείο είναι ότι για τους πολίτες η πολιτική – η καλή πολιτική που νοιάζεται γι’ αυτούς- πρέπει να γίνει ξανά ‘ο κυρίαρχος του παιχνιδιού’. Είναι εμφανές ότι τα τελευταία χρόνια  πολιτική και αγορά δεν συμβάδισαν – η καλύτερη πολιτική ήταν ν’ αφήνουν την αγορά ήσυχη….</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπήρξαν και σοσιαλιστές που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Απολύτως. Τώρα, λοιπόν,  που είμαστε πάλι στη θέση του οδηγού πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη και όχι μόνο την οικονομική. Το πρόβλημα είναι ότι από τη στιγμή που βάζουμε την πολιτική στο επίκεντρο, πρέπει να δώσουμε απαντήσεις. Εάν δεν το κάνουμε, το χειρότερο δεν θα είναι ότι θα χάσουμε την ευρωπαϊκή  εκλογή, αλλά ότι θα αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στον λαϊκισμό και άλλες δυνάμεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοκρατία. Αυτή είναι μια τεράστια πρόκληση….και κίνδυνος. Όπως πολλοί άνθρωποι είπαν, το 1929 το σενάριο ήταν παρόμοιο, αλλά η σοσιαλδημοκρατία δεν κέρδισε και όλοι ξέρουμε τι έγινε μετά, ειδικά στην Ευρώπη. Πρέπει λοιπόν να προσέξουμε πάρα πολύ.</p>
<p><code><br />
</code>Το δεύτερο σημαντικό πράγμα είναι ότι αυτή η κρίση μπορεί να δώσει μια πολύ πιο ισχυρή Ευρώπη, από την άποψη των πολιτικών και των θεσμών, ή μπορεί να είναι επιζήμια για την Ευρώπη και να μας πάει πίσω σε ένα είδος διακυβερνητικότητας , όπου τα κράτη-μέλη και οι κυβερνήσεις παίρνουν όλες τις αποφάσεις και οι άλλοι θεσμοί δεν μετρούν καθόλου. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να ενισχύσουμε τον ευρωπαϊκό συντονισμό και τους θεσμούς, γιατί διαφορετικά θα έρθει το τέλος της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Το τελευταίο, κατά την άποψή μου, είναι ότι η χρηματοοικονομική κρίση και η δημιουργία του FEPS (<a href="http://www.feps-europe.eu/" target="_blank">Foundation for European Progressive Studies- Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών</a>) αποτελούν μια απίστευτη σύμπτωση. Οι δεξιές κυβερνήσεις προσπαθούν να θεραπεύσουν τώρα την χρηματοοικονομική κρίση, το κάνουν λιγότερο ή περισσότερο καλά, σε μερικές περιπτώσεις τις στηρίζουμε κιόλας, αλλά αυτό δεν φτάνει για να εμποδίσουμε να συμβούν ξανά τα ίδια πράγματα. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι δυο ή τρεις ρυθμίσεις ακόμα, αλλά μια συνολική, ριζοσπαστική, επαναστατική αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την οικονομία και την κοινωνία μας. Και συνεπώς χρειαζόμαστε μια ισχυρή πνευματική προσπάθεια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εάν είναι δυνατόν  μαζί με τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ, που θα ήταν πολύ καλή για τον πλανήτη, ή με τους Βραζιλιάνους, τους Ινδούς…Αυτό που έχει σημασία είναι να βάλουμε μαζί οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και διανοούμενους. Πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη, όχι μόνο την οικονομική. Πρέπει να σταματήσουμε αυτούς τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη γλώσσα. Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε αμυντικοί. Πρέπει να σταματήσουμε να πέφτουμε στην παγίδα και να έχουμε έναν μόνο τρόπο σκέψης για τα πράγματα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=389</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>René Cuperus- Οι παγίδες της πολυπολιτισμικότητας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=262</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=262#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 24 Mar 2008 12:11:16 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σοσιαλδημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[rene cuperus]]></category>
		<category><![CDATA[θρησκεία]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πολυπολιτισμικότητα]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=262</guid>
		<description><![CDATA[Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι ο λαϊκισμός, είτε αν προέρχεται από την δεξιά, την ακροδεξιά, ή ακόμα και από την αριστερά. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πρέπει να είναι σκληρή με τον λαϊκισμό αλλά και σκληρή με τα αίτιά του. Η πρόσφατη περιπέτεια της Ολλανδίας αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για το τίμημα που πρέπει [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/03/cuperus.jpg" title="rene cuperus"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/03/cuperus.jpg" title="rene cuperus" alt="rene cuperus" align="left" height="140" width="90" /></a>Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι ο λαϊκισμός, είτε αν προέρχεται από την δεξιά, την ακροδεξιά, ή ακόμα και από την αριστερά. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πρέπει να είναι σκληρή με τον λαϊκισμό αλλά και σκληρή με τα αίτιά του. Η πρόσφατη περιπέτεια της Ολλανδίας αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για την αντιμετώπιση του λαϊκισμού: είναι η εγκατάλειψη της έννοιας της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Η επιλογή είναι σκληρή, αλλά νομίζω ότι η έννοια της πολυπολιτισμικότητας έχει και συνεχίζει να προκαλεί πολλά δεινά και σύγχυση, τόσο στους μετανάστες όσο και στους πολίτες των χωρών υποδοχής.<span id="more-262"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι η κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, η διάσπασή τους στο επίπεδο των ψηφοφόρων υπό την επίθεση του λαϊκισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που διακυβεύεται είναι ο κατακερματισμός του σοσιαλδημοκρατικού εκλογικού σώματος σε δυο στρατόπεδα: ένα σχίσμα μεταξύ κοινωνικών/φιλελεύθερων ακαδημαϊκών επαγγελματιών και παραδοσιακών συνδικαλιστών σοσιαλδημοκρατών-ένα σχίσμα μεταξύ περισσότερο και λιγότερο μορφωμένων, μεταξύ κοσμοπολίτικων και εθνικιστικών ή φιλελεύθερων και αυταρχικών προσανατολισμών. Μια διαίρεση που απεικονίζει τον κατακερματισμό στο εσωτερικό της κοινωνίας της ευρωπαϊκής μεσαίας τάξης γενικά, που είναι αποτέλεσμα των ισχυρών δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης, της μαζικής μετανάστευσης, της εξατομίκευσης και της μεταβιομηχανικής, βασισμένης στη γνώση, οικονομίας.</p>
<p><code><br />
</code>Τα προβλήματα των κεντρώων κομμάτων είναι <em>pars pro toto</em>, ο καθρέφτης αυτής της κατάστασης. Οι πιέσεις διαίρεσης και κατακερματισμού στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι πιέσεις που προέρχονται από το εσωτερικό της κοινωνίας. Μια πιθανή διάσπαση ή σχίσμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας μπορεί να προοιωνίζεται την προαναφερόμενη κοινωνική διάσπαση. Αυτό που υφίσταται επίθεση είναι η κοινωνική συνοχή και η αλληλεγγύη, που αποτελούν τα θεμέλια και τους στυλοβάτες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία ορίζεται εδώ ως ο συνασπισμός, ο συνδετικός παράγοντας μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων, μεταξύ ανώτερης και κατώτερης μεσαίας τάξης. Συνεπώς, η μεγάλη πρόκληση για τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι η αποτροπή της εξόδου των ‘εργατών από τα εργατικά κόμματα’ (<em>die letzte Arbeiter aus die Arbeiterparteien)</em>, υπό την ισχυρή απειλή του λαϊκισμού, τόσο της αριστερής όσο και της δεξιάς πτέρυγας.</p>
<p><code><br />
</code>Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι ο λαϊκισμός, ο λαϊκισμός της δεξιάς ή και της ακροδεξιάς, και ο λαϊκισμός της αριστεράς. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πρέπει να είναι<em> σκληρή με τον λαϊκισμό και σκληρή με τα αίτια του λαϊκισμού</em>. Ο λαϊκισμός είναι μια έννοια διπρόσωπη. Ο λαϊκισμός είναι ένα επικίνδυνο πολιτικό είδος, με αναφορές στο μαύρο παρελθόν της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη, σε αντίθεση με την αμερικανική παράδοση του λαϊκισμού, είναι λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένος με τον φασισμό και το ναζισμό, τις παθολογίες της ‘φωνής των μαζών’.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά ο λαϊκισμός, κι αυτή είναι η άλλη όψη του νομίσματος, μπορεί επίσης να αποτελεί μια θεμιτή προειδοποίηση ενάντια στην τεχνοκρατική πολιτική, ενάντια στην προκατάληψη της ακαδημαϊκής μεσαίας τάξης στον κόσμο της πολιτικής, ενάντια σε νέες ανισότητες και στις αποτυχίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μ’ αυτή την έννοια του όρου, ο λαϊκισμός δεν πρέπει ποτέ να δαιμονοποιείται και να υποτιμάται.</p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός μπορεί να δρα ως σήμα κινδύνου που δείχνει μια υπάρχουσα ή επερχόμενη κρίση. Τέτοιες κρίσεις μπορεί να είναι μια κρίση αντιπροσώπευσης και/ή μια επικοινωνιακή αποτυχία μεταξύ των ελίτ και των κοινών ανθρώπων που γίνεται λαϊκή εξέγερση καχυποψίας και δυσαρέσκειας. Πράγματι, ο λαϊκισμός αποτελεί εφιάλτη για τη μετριοπαθή μεταρρυθμιστική πολιτική της κεντροαριστεράς, για τον πολιτικό συνασπισμό μεταξύ λιγότερο και περισσότερο ειδικευμένων, λιγότερο ή περισσότερο μορφωμένων.</p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός είναι μια βαθιά, θεμελιακή αντίδραση στις κοινωνικές εξελίξεις, σε μια ενδεχόμενη νέα φάση της εκσυγχρονιστικής διαδικασίας: στην έλευση μιας παγκοσμιοποιημένης, μεταβιομηχανικής, πολυπολιτισμικής κοινωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός είναι μια αποστροφή σε σχέση με την έννοια ότι το μέλλον θα είναι ένα μετα-εθνικό, παγκοσμιοποιημένο, πολυπολιτισμικό μέλλον, βασισμένο στην ευελιξία και τη δυναμική της αγοράς. Η αποστροφή αυτή γίνεται ακόμη πιο αντιδραστική καθώς συχνά το προαναφερόμενο μέλλον παρουσιάζεται ως η μόνη εναλλακτική λύση: TINA &#8211; <em>There Is No Alternative</em> (Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση). Αυτό είναι το μόνο πιθανό μέλλον, προκειμένου χώρες όπως η Γερμανία, η Δανία ή  η Ευρώπη γενικά να μπορέσουν να επιβιώσουν στο νέο παγκόσμιο κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Στη διαδικασία μεταρρύθμισης και προσαρμογής στη νέα παγκόσμια τάξη, συνέβη μια θεμελιακή κατάρρευση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις ελίτ και τον γενικό πληθυσμό, που δημιουργεί ένα απότομο σχίσμα μεταξύ νικητών και ηττημένων του νέου εκσυγχρονισμού, ένα σχίσμα μεταξύ αισιόδοξων και απαισιόδοξων για το μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Μια νέα διαχωριστική γραμμή διαγράφεται μεταξύ δυο ομάδων: εκείνων που αγκαλιάζουν το μέλλον και εκείνων που φοβούνται το μέλλον, των ανθρώπων που πιστεύουν ότι ο νέος κόσμος δεν επιφυλάσσει τίποτα καλό γι’ αυτούς και νιώθουν προδομένοι από την ‘πολιτική ελίτ’. Αυτό αφορά τόσο ένα πολιτισμικο-πολιτικό σχίσμα όσο και μια κοινωνικο-οικονομική ταξική διαίρεση. Στα δεξιά, αυτή η νέα διαχωριστική γραμμή δημιουργεί εύφορο έδαφος για δεξιά, λαϊκίστικα κόμματα, που είναι εναντίον των μεταναστών. Στα αριστερά, αποτελεί τη βάση για πιο παραδοσιακά ή αριστερά λαϊκίστικα κόμματα. Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα υπαρξιακό ζήτημα, καθώς και οι δυο αυτές τάσεις υπάρχουν στο εκλογικό τους σώμα.</p>
<p><code><br />
</code>Η διαδικασία οικονομικού και πολιτισμικού εκσυγχρονισμού καταλήγει σε μια νέα κοινωνική πόλωση μεταξύ νικητών και ηττημένων. Οι μεγάλες οικονομικές αλλαγές, σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, δεν έχουν την ίδια επίδραση σε όλους. Αντίθετα, καταλήγουν στην αναδιανομή των ευκαιριών συμμετοχής και υπάρχουν επιτυχίες και απώλειες για τους διάφορους συμμετέχοντες. Το επίπεδο της εκπαίδευσης, ειδικότερα, προκαθορίζει τις ευκαιρίες ζωής των ατόμων, την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική και τους δημόσιους θεσμούς και τις μελλοντικές προσδοκίες τους.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι βαθιά η πεποίθησή μου ότι οι προοδευτικοί έχουν καθήκον, μακροπρόθεσμα, να οικοδομήσουν <em>μια μεγαλύτερη συλλογικότητα, εμποτισμένη από κοινωνική αλληλεγγύη και κοινούς στόχους και μέθοδο</em>. Αυτή η αλληλεγγύη και η αίσθηση των ανθρώπων ότι ανήκουν κάπου, αυτή η γέφυρα μεταξύ πολιτισμών και εθνικών ομάδων, δεν πρέπει να προωθείται στο όνομα της ξεπερασμένης και αφελούς πολιτικής ορθότητας, αλλά επειδή αποτελεί τον μόνο τρόπο για να διατηρηθεί κάποια μορφή πρόνοιας. Η ιστορική αποστολή της σοσιαλδημοκρατίας είναι να επανεκκινήσει τη διαδικασία χειραφέτησης. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.</p>
<p><code><br />
</code>Το τίμημα γι’ αυτά τα ευγενικά ιδεώδη και φιλοδοξίες είναι η εγκατάλειψη της έννοιας της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Είναι μια σκληρή επιλογή, αλλά νομίζω ότι η έννοια της πολυπολιτισμικότητας έχει προκαλέσει πολλά δεινά και σύγχυση, τόσο στους μετανάστες όσο και στους πολίτες των χωρών υποδοχής- όπως, ειδικότερα, στην περίπτωση της Ολλανδίας. Το πρόγραμμα για την ‘επένδυση στη χειραφέτηση’, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, έχει σοβαρές πιθανότητες υλοποίησης μόνο εάν υπάρξει μια βασική ‘ανταλλαγή’ μεταξύ μεταναστών και ντόπιων- πλήρης και έντιμος προσανατολισμός προς τη χώρα υποδοχής από τους μετανάστες, από τη μια πλευρά, και αποδοχή ενός πολυεθνικού και πολυθρησκευτικού μέλλοντος από τη χώρα υποδοχής. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, αντιτίθενται οι περισσότεροι υπέρμαχοι της πολυπολιτισμικότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, στη μετά το Fortuyn Ολλανδία, σημειώνεται μια ριζική αλλαγή τακτικής, από την επιδοτούμενη πολυπολιτισμικότητα στην υποχρεωτική ενσωμάτωση και τα μέτρα για ‘υπηκοότητα’ (γλώσσα και στοιχειώδη πολιτισμική εκπαίδευση), με αναδρομική ισχύ για τους ‘παλαιότερους’- μετανάστες της πρώτης γενιάς που ζουν εδώ πολύ καιρό (René Cuperus, ‘From Polder Model to Postmodern Populism. Five Explanations for the ‘’Fortuyn Revolt’’ στο <a href="http://linux02-ren.spoe.or.at/cgi-bin/inhalt.cgi?id=40" target="_blank">The Challenge of Diversity</a>).</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με τις ενδείξεις, θα υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη ενσωμάτωση και υποχρεωτική συνύπαρξη των ντόπιων με τους μετανάστες μόνιμους κατοίκους. Τα πρότυπα διαχωρισμού στην εκπαίδευση (η Ολλανδία εφαρμόζει παραδοσιακά τη θρησκευτική εκπαίδευση και συνεπώς έχει ισλαμικά σχολεία), στη στέγαση και τις κοινωνικές επαφές προκαλούν αυξανόμενη ανησυχία σε περιοχές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν ποσοστά ανεργίας κάτω του μέσου όρου, απουσίες από τα σχολεία και εγκληματικότητα. Οι στατιστικές αυτές δημιουργούν ακόμη περισσότερη ένταση μεταξύ αλληλεγγύης και διαφορετικότητας και στη θεωρία <a href="http://www.policy-network.org/uploadedFiles/Events/Events/Bos%20speech%20021205.pdf" target="_blank">αποτελούν απειλή για τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού πρότυπου</a> του κράτους πρόνοιας, με την ευαίσθητη ισορροπία του ανάμεσα στην οριζόντια και την κάθετη αλληλεγγύη.</p>
<p><code><br />
</code>Ακόμη κι η ισλαμική φονταμενταλιστική τρομοκρατία<a href="http://www.opendemocracy.net/conflict-terrorism/multiculturalism_2879.jsp" target="_blank"> μπορεί να έχει μια παράλογη θετική παρενέργεια</a>: ότι για λόγους κρατικής ασφάλειας και ασφάλειας των πολιτών, υπάρχουν αυξανόμενες εκκλήσεις για αμοιβαία προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων των μεταναστών και του γηγενούς πληθυσμού.</p>
<p><code><br />
</code>Εν συντομία, είναι όλο και πιο επείγον να υπάρξει μια επίθεση κατά του διαχωρισμού, κατά της συμβίωσης πλάτη με πλάτη, κατά των χωριστών παράλληλων κοινωνιών, αφήνοντας ακέραιη την ‘πολυπολιτισμική κοινωνία’ στην ιδιωτική σφαίρα (όσο είναι συμβατή με τους νόμους της συνταγματικής φιλελεύθερης δημοκρατίας), αλλά αναζητώντας επειγόντως τρόπους να συνδυαστεί η εθνική και πολιτισμική διαφορετικότητα με μια κοινή εθνική ταυτότητα. Το μεγαλύτερο ερώτημα σε ολόκληρη τη σημερινή Ευρώπη είναι πώς μπορούν οι πλειοψηφίες να εκφράζουν τις τοπικές και εθνικές τους ταυτότητες χωρίς να αποξενώνουν τις μειοψηφίες; Πώς μπορούν οι ‘απέξω’ να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, χωρίς να κάνουν τους ‘μέσα’ να νιώθουν ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι; (David Goodhart, ‘Britain’s Glue’, στο <a href="http://www.progressive-governance.net/publications/index.aspx?id=470" target="_blank">The New Egalitarism</a>. σ. 170)</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει μια αυξανόμενη ανάγκη για μια ενοποιητική, γεφυροποιό εθνική ταυτότητα, για ένα μεγαλύτερο ‘Εμείς’. Αυτό απαιτείται για τον ‘καθησυχασμό της πλειοψηφίας’  και για την κοινωνική αποδοχή και την κοινωνική και οικονομική επιτυχία των μεταναστών (David Goodhart, ο.π.). Πώς μπορούν οι ευρωπαϊκές χώρες να ισχυρίζονται ότι διαφέρουν από την εμπειρία της ιστορικής μετανάστευσης, όπως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου η ομπρέλα της αμερικανικής (πολιτικο-πολιτισμικής) ταυτότητας αποτελεί προαπαιτούμενο για επιτυχή ενσωμάτωση κι όπου ο πατριωτισμός παράγει την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου διαμέσου της εθνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς;</p>
<p><code><br />
</code><br />
Ιδωμένη έτσι, η έννοια της εθνικής ταυτότητας ως υποκατάστατο της πολυπολιτισμικότητας, μπορεί να είναι ταυτόχρονα πρόβλημα και λύση. Είναι ένας επικίνδυνος όρος στην κλειστή, ξενοφοβική, εθνοκεντρική εκδοχή του, αλλά στην ανοιχτή, ανεκτική εκδοχή- όπως η ολλανδική- μπορεί να προωθήσει μια υπερεθνική κοινότητα, αλληλεγγύη και κοινωνική, ανεξαρτήτως χρώματος, συνοχή.</p>
<p><code><br />
</code>Η μετανάστευση πολύ ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, όπως στο κοσμοπολίτικο Λονδίνο, είναι βασική για μια δημιουργική οικονομία όπως η ολλανδική, αλλά για να έχει (πάλι) μια ευρεία δημόσια υποστήριξη πρέπει να γίνουμε, πράγματι, σαφείς για το τι είναι και τι δεν είναι η ενσωμάτωση – για τα όρια, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ‘υπηκοότητας του συμπολίτη’ και η διαδικασία να συντονιστεί με αυτό που η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της χώρας υποδοχής θεωρεί δίκαιο, πολιτισμένο και λογικό. Ο τελικός στόχος μπορεί κάλλιστα να είναι η ‘<a href="http://www.dissentmagazine.org/article/?article=365" target="_blank">αφομοίωση με διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας</a>’  &#8211; ‘<a href="http://www.nexus-instituut.nl/pages.php/lezing.html?tmple=13544&amp;ixix=3" target="_blank">μετανάστες μικτής εθνικότητας</a>’, που λέει ο λόγος, όπως δείχνει η εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Με την ευκαιρία, αυτό είναι πολύ ευκολότερο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την ταυτότητα-ομπρέλα της ‘βρετανικότητας’ που έχει να κάνει τόσο με την Κοινοπολιτεία όσο και με τον αγγλόφωνο κόσμο, παρά σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία ή η Γερμανία! (Stephen Howe, ‘Britishness and Multiculturalism’ στο <a href="http://linux02-ren.spoe.or.at/cgi-bin/inhalt.cgi?id=40" target="_blank">The Challenge of Diversity</a>)</p>
<p><code><br />
</code>Η Ολλανδία είναι υποχρεωμένη λόγω της ιστορίας της (Ολοκαύτωμα, απαρτχάιντ) να είναι μια ανοιχτή, κοσμοπολίτικη, μη –φυλετική κοινωνία- κατά προτίμηση, όμως χωρίς να βασίζεται σε κλειστές εθνικές παραδοσιακές κοινότητες, αλλά στην ατομική υπηκοότητα, που δεν λαμβάνει υπόψη την εθνότητα και τη θρησκεία. Υπάρχει μια μη-φυλετική αντίληψη της εθνικής ταυτότητας στην Ολλανδία- οι Αφρο-Ολλανδοί από τις πρώην αποικίες (Σουριναμέζοι, Αντιλλέζοι) είναι, συνήθως, καλά ενσωματωμένοι. Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα με τον πληθυσμό του ενός εκατομμυρίου Μουσουλμάνων, κυρίως Μαροκινών και Τούρκων, η πλήρης ενσωμάτωση των οποίων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί- κυρίως λόγω της βασιζόμενης στο γάμο μετανάστευσης και τη δημιουργία οικογένειας. Οι ομάδες αυτές προέρχονται συχνά από παραδοσιακές αγροτικές περιοχές με ευρύ πολιτιστικό και θρησκευτικό χάσμα ανάμεσα σε αυτές και την προοδευτική-φιλελεύθερη κουλτούρα της Ολλανδίας (οι έρευνες δείχνουν ότι ξενοφοβικά συναισθήματα στην Ολλανδία έχουν οι ανώτερης μόρφωσης γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι, που φοβούνται την έλλειψη ανεκτικότητας και τις διακρίσεις των μουσουλμάνων μεταναστών).</p>
<p><code><br />
</code>Η πολυπολιτισμότητα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και ιδεολογία του διαχωρισμού. Αυτό έχει να κάνει με το καίριο πρόβλημα ότι ο πολυπολιτισμικός διαχωρισμός μέσω της συλλογικής διαμόρφωσης ομάδων με βάση εθνικά, πολιτιστικά ή θρησκευτικά χαρακτηριστικά βρίσκεται σε αντίθεση με το πρότυπο μιας δυτικής, χειραφετημένης, εξατομικευμένης κοινωνίας, όπου τα άτομα δεν ‘επικαλύπτονται’ αιωνίως από τις εθνικές και πολιτισμικές παραδοσιακές κοινότητες. Ένα από τα κυριότερα πεδία μάχης μεταξύ δυτικής και μη δυτικής κουλτούρας, η σύγκρουση ανάμεσα στην εξατομίκευση και την παραδοσιακή συλλογικότητα, δεν αντιμετωπίζεται σωστά, για να το πούμε με επιείκεια, με την έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι, όσον αφορά στις τελικές συνέπειες της, η ιδεολογία του απαρτχάιντ;</p>
<p><code><br />
</code>Επιπλέον, εάν ο πολυπολιτισμικός διαχωρισμός, σε πείσμα των θεωριών, καταλήγει πρακτικά σε γκέττο των στερημένων, αυτό πρέπει να είναι για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ένα απαράδεκτο πολιτισμικό και κοινωνικο-οικονομικό σκάνδαλο, που πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτό το κείμενο εξέτασα την αμηχανία και τη λαϊκή καχυποψία, με ειδική αναφορά στο θέμα της απειλούμενης εθνικής ταυτότητας. Σχετικά με το θέμα της εθνικής ταυτότητας, κινήθηκα σε σαθρό έδαφος, σίγουρα σε ό, τι αφορά στους προοδευτικούς της κεντροαριστεράς που προτιμούν, οι περισσότεροι, να ακούν μια μετα-εθνική κοσμοπολίτικη και λακωνική πολυπολιτισμική μελωδία. Μιλάμε για εθνική ταυτότητα με την ευρεία έννοια της, γιατί μοιάζει τυπικά ευρωπαϊκό ότι είναι ακριβώς το κοινωνικό πρότυπο του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας και η κοινωνική οικονομία της αγοράς που διαμορφώνουν ουσιαστικό μέρος της θετικής εικόνας που έχουν για τον εαυτό τους διάφοροι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί. Η αμηχανία συναντιέται στην αντίληψη της απειλής και υπονόμευσης των εθνικών χαρακτηριστικών μέσω διαδικασιών διεθνοποίησης: από τη μια πλευρά, η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών όπως και των κεφαλαιαγορών και η φαινομενικά χωρίς όρια ευρωπαϊκή ενοποίηση. Και, από την άλλη πλευρά, μια μετανάστευση που μοιάζει ανεξέλεγκτη και η ανάπτυξη πολυεθνικών κοινωνιών με προβλήματα ενσωμάτωσης, διαχωρισμού και πολυπολιτισμικής ‘σύγχυσης’. Οι έρευνες δείχνουν ότι η μετανάστευση, εκτός από την περίπτωση της Βρετανίας μέχρι το 2005, είναι, από τη δεκαετία του 1970 κι ύστερα, το πιο σημαντικό και πολωτικό ζήτημα. Σε ορισμένες χώρες με έντονο ευρωσκεπτικισμό (Ελβετία, Βρετανία και, τελευταία, Ολλανδία), το θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί επίσης μέρος της νέας πολιτικο-πολιτισμικής διαμάχης. <a href="http://www.pacte.cnrs.fr/IMG/pdf/Kriesi-Cahier-1.pdf" target="_blank">Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα</a>, αυτή η πολιτισμική διάσταση έχει γίνει η πρωταρχική βάση πάνω στην οποία τα νέα κόμματα ή τα καθιερωμένα μετασχηματισμένα κόμματα επιχειρούν να κινητοποιήσουν το εκλογικό τους σώμα.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αντίθεση με το ευαγγέλιο των διαφόρων υπερμοντέρνων ειδημόνων που υπερασπίζονται την αυτό-κατάργηση του κράτους-έθνους σε όφελος νέων περιφερειακών κέντρων εξουσίας, ασταθή και αποδιοργανωμένα υπόγεια ρεύματα στην ευρωπαϊκή κοινωνία απαιτούν σύνεση σε όποια εκσυγχρονιστικά ή νεωτεριστικά σχέδια. Απαιτούν επίσης αποκατάσταση και επιστροφή στο κράτος-έθνος ως φόρουμ για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και ως πηγή κοινωνικής συνοχής μεταξύ των λιγότερο και των καλύτερα μορφωμένων, μεταξύ των μεταναστών και του γηγενούς πληθυσμού. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικών και πολιτών θα πρέπει να γίνει σε εθνικό επίπεδο, καθώς και η δημιουργία μιας αρμονικής πολύ-εθνικής κοινωνίας. Η Ευρώπη πρέπει να διευκολύνει αυτή τη διαδικασία και όχι να την εμποδίζει, Με άλλα λόγια, το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο και μια αρμονική πολύ-εθνική κοινωνία βρίσκονται στο κράτος-έθνος.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=262</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Nicolas Baygert &#8211; Οι λαϊκίστικες σκιές του Σαρκοζισμού ή η πολιτική της πόζας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=198</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=198#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[nicolas baygert]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[νέα μέσα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=198</guid>
		<description><![CDATA[Η πολιτική του Σαρκοζί ενσαρκώνει έναν νεο-λαϊκισμό, σύμφωνα με τον Nicolas Baygert. Παρακάμπτοντας την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρωνόμενος άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου. Στη Γαλλία, η στάση του Νικολά Σαρκοζί τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Σύμφωνα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/baygert.jpg" align="left" height="85" width="70" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Η πολιτική του Σαρκοζί ενσαρκώνει έναν νεο-λαϊκισμό, σύμφωνα με τον Nicolas Baygert. Παρακάμπτοντας την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρωνόμενος άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-198"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Στη Γαλλία, η στάση του Νικολά Σαρκοζί τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Σύμφωνα με <a href="http://www.rtl.fr/mediaDownload/divers/0000556/556562.pdf">μια δημοσκόπηση της TNS-Sofres</a>, αμέσως μετά τις 100 πρώτες ημέρες στην εξουσία, το 71% του πληθυσμού υποστηρίζει τη δράση του και πιστεύει ότι θα φέρει σε πέρας τη ‘ρήξη’ που υποσχέθηκε. Πάνω από τα τρία τέταρτα των Γάλλων κρίνουν τον πρόεδρό τους ενεργητικό, τολμηρό και κοντά στους προβληματισμούς τους, ενώ 83% παρατηρούν μια αλλαγή στο προεδρικό στυλ. Ως υποψήφιος, ο Σαρκοζί δήλωνε ότι μ’ αυτόν τίποτα δεν θα γινόταν πλέον όπως πριν. Σήμερα, το στυλ του δείχνει σαφώς μια παραδειγματική μεταστροφή στην ενσάρκωση του προεδρικού αξιώματος.</p>
<p><code><br />
</code>Στους πρώτους μήνες του στο Μέγαρο του Ελιζέ, ο Σαρκοζί δεν έδειξε πολλή υπομονή σε ό, τι αφορά στις διπλωματικές λεπτότητες. Γρήγορος και ανεπίσημος, διηύθυνε τη χώρα ως ‘ευμετάβλητος μάνατζερ’, πασχίζοντας για συγκεκριμένα αποτελέσματα, σύμφωνα με τις εκλογικές δεσμεύσεις του, συχνά παρακάμπτοντας ή παρακινώντας τους υπουργούς του να επιδείξουν σαφή αποτελέσματα. Επιπλέον, η Γαλλία μοιάζει να διακατέχεται από το σύνδρομο του Λευκού Οίκου. Η κυβέρνηση του προέδρου απέκτησε μοναδικό σχήμα και οι υπουργοί  υποκαθίστανται από τους ανθρώπους του προέδρου για ειδικές αποστολές. Ο Επιτελάρχης του Σαρκοζί, <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Claude_Gu%C3%A9ant">Κλοντ Γκεάν</a>, ανέλαβε  ειδικό ρόλο όταν συνόδευσε την πρώτη κυρία Σεσιλιά Σαρκοζί στο ταξίδι της στη Λιβύη, παίρνοντας έτσι αρμοδιότητες που επισήμως ανήκουν στον υπουργό Εξωτερικών <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Bernard_Kouchner">Μπερνάρ Κουσνέρ.</a> Το Ελιζέ λανσάρισε επίσης την πρώτη εβδομαδιαία ενημέρωση των δημοσιογράφων καλύπτοντας την ατζέντα του προέδρου, μια μέθοδο που είχε εισαγάγει ο Ρόναλντ Ρήγκαν.</p>
<p><code><br />
</code>Με την ομάδα μελέτης για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ιδρύθηκε τον Ιούλιο 2007 και της οποίας ηγείται ο πρώην πρωθυπουργός <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/%C3%89douard_Balladur">Εντουάρ Μπαλαντίρ</a>, και τις προσπάθειες  κατά της πόλωσης του γαλλικού πολιτικού φάσματος μέσω μιας πρωτοφανούς μεθόδου ενσωμάτωσης πολιτικών από την αντιπολίτευση σε διάφορους θεσμούς (<em>l’ ouverture</em>), ο Σαρκοζί προκάλεσε την αυξανόμενη προεδροποίηση του γαλλικού εκτελεστικού σώματος. Η <em>ouverture</em> έγινε η πολιτική μέθοδος του Σαρκοζί, ο οποίος υπονόμευσε σοβαρά, μ’ αυτόν τον τρόπο, τις προσπάθειες των επικριτών του, κατά την προεδρική προεκλογική εκστρατεία, να τον περιγράψουν ως δεσπότη.</p>
<p><code><br />
</code>&#8220;<em>Εξελέγην για να δράσω σε όλα</em>&#8220;, <a href="http://www.lefigaro.fr/institutions/20070702.WWW000000452_nicolas_sarkozy_l_hyperpresident.html">λέει ο Σαρκοζί</a>. Κανένας Γάλλος πρόεδρος από την εποχή του Ντε Γκολ δεν συγκέντρωσε στα χέρια του τόση εξουσία. Ως εκ τούτου, με λιγότερη επισημότητα από τους προκάτοχους του, ο Σαρκοζί επιχειρεί να εκπροσωπήσει έναν πολιτικό ηγέτη νέου τύπου, έναν ‘υπερ-πρόεδρο’, που είναι παντού παρών, παντογνώστης και παντοδύναμος. Στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας, ο Σαρκοζί ισχυρίστηκε πως δεν θα ήταν ποτέ ένας στατικός πρόεδρος. Στην πραγματικότητα, κινείται διαρκώς. Όχι μόνο μέσω της γλώσσας του σώματος, αλλά και συμβολικά- ενσωματώνει κυριολεκτικά την κίνηση.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, μια ευρεία γκάμα συμπτωμάτων δείχνουν μια λαϊκίστικη αντίδραση. Η δράση του Σαρκοζί μοιάζει όλο και περισσότερο με προσπάθεια να δείξει ότι είναι θεόσταλτος,  ότι ενσαρκώνει την κοινή προσδοκία για έναν μοναδικό συνδυασμό συμβατικότητας και μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με τον Alexandre Dorna, επικεφαλής της γαλλικής ένωσης πολιτικής ψυχολογίας, &#8216;ο λαϊκισμός εμφανίζεται σε μια κοινωνία που βρίσκεται στα πρόθυρα του κατακερματισμού, όταν η κατάσταση του κοινωνικού άγχους διατυπώνει ένα εκτεταμένο και αντιφατικό αίτημα για τάξη και αλλαγή, μαζί&#8217; (&#8216;Le néopopulisme et le charisme&#8217;, στο <a href="http://ww2.editionsladecouverte.fr/webcc/sog_dec/notice_reference.html?F_ean13=9782707139870&amp;F_lang_id=1">La tentation populiste au cœur de l’Europe</a>, σ. 90) . Με άλλα λόγια, ο λαϊκισμός ανέρχεται όταν το κοινωνικό σύστημα είναι σε αδιέξοδο- όταν η πολιτική χρειάζεται επαναπροσδιορισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός δεν πρέπει κατά συνέπεια να εκλαμβάνεται ως μορφή παρακμής αλλά πιθανά ως ένα εγκάρσιο χαρακτηριστικό που πλήττει το σύνολο δεξιάς-αριστεράς. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό στην  άκαμπτη πρακτική της <em>ouverture</em> από τον Σαρκοζί. Αφού κατέστησε εφικτή την κατάρρευση του κεντρώου κόμματος UDF μεταξύ των δυο γύρων της προεδρικής εκλογής προκειμένου να αποσταθεροποιήσει τον αντίπαλό του Φρανσουά Μπεϊρού, η <em>ouverture </em>αντιπροσώπευσε μια πραγματικά εχθρική πλειοδοσία για τους σοσιαλιστές πολιτικούς ηγέτες πρώτης γραμμής. Επιπλέον, η εξαφάνιση δομικών διαχωρισμών οδήγησε σε μια αυξανόμενη μη διαφοροποίηση των πολιτικών εναλλακτικών λύσεων, απενεργοποιώντας εν μέρει την κεντρικότητα του κοινοβουλίου. Ο ορισμός που έχει δώσει ο Peter Wiles εμφανίζεται <em>per se</em> εξαιρετικά κατάλληλος:<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>&#8216;[Ο λαϊκισμός] είναι βαθιά απολιτικός, και δεν αποτελεί βάση για ένα βιώσιμο πολιτικό κόμμα διακριτό από έναν σωρό κοινωνικών κινημάτων. Το πρόγραμμά του είναι πρόγραμμα αποκατάστασης (συχνά μια σκληρή εκδίκηση έναντι του ξένου και/ή επιτηδευμένου) της αλήθειας του τόπου. Υπερβαίνει τη δημοκρατία με στόχο τη συναίνεση και θυσιάζει την ελευθερία που διακηρύσσει για το συμφέρον μιας ηθικής ομοιομορφίας. Καλεί το κράτος να εγκαινιάσει την αποκατάσταση, αλλά δεν εμπιστεύεται το κράτος και τη γραφειοκρατία του και προτίθεται να τα ελαχιστοποιήσει προς όφελος των δικαιωμάτων και αρετών των τοπικών κοινοτήτων και του κάθε λαϊκιστή’ (&#8216;A Syndrome, Not a Doctrine: Some Elementary Theses on Populism&#8217;, στο <a href="http://www.amazon.com/Populism-meanings-national-characteristics-society/dp/0297176145">Populism: Its Meanings and National Characteristics</a>, σ. 162) .</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Ένα ανερχόμενο φαινόμενο προσωποποίησης αποτελεί ακόμη μια ένδειξη των εμφανών λαϊκίστικων περιγραμμάτων του πολιτικού στυλ του Σαρκοζί.<a href="http://www.lefigaro.fr/magazine/20060901.WWW000000247_sarkozy_je_revendique_la_rupture.html"> Θεωρεί αναπόφευκτο να βάλει</a> την προσωπική του ζωή στο προσκήνιο: ‘<em>ο κόσμος θέλει να ξέρει ποιοι είμαστε και με ποιον ζούμε</em>’. Επιπλέον, το δείπνο του στο <em>Le Fouquet’s</em> το βράδυ της εκλογής του και η ροπή του στα βαριά ρολόγια και τα κότερα δεν αποτελούν δείγματα του προεδρικού τρόπου ζωής που δικαιολογεί το αξίωμά του. Τα γούστα του αντιστοιχούν μάλλον σε αυτό που οι παρατηρητές περιγράφουν ως πολιτισμό ‘bling bling’, έναν όρο που αναφέρεται  στον προβεβλημένο τρόπο ζωής που αναμένει κανείς από τους σταρ του Hip Hop  ή τους Ρώσους μεγιστάνες. Συνεπώς, οι λαϊκιστές πρέπει εξ’ ορισμού να απευθύνονται στον ‘χαμηλότερο κοινό παρονομαστή’. Οι λαϊκιστές οφείλουν να προσχωρούν στα γούστα των πολλών προκειμένου να μεταβληθούν σε καθρέφτη με ωραιοποιημένη αντανάκλαση.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η πιθανή επανεμφάνιση του λαϊκισμού στην προσέγγιση του Σαρκοζί μπορεί να βρεθεί υπό το φως ενός νέου δεσμού μεταξύ ενός ‘ πολιτικού τελικού προϊόντος’ και ενός νέου τύπου καταναλωτικού <em>Weltanschauung</em>, που δεν επιδρά μόνο στα μέσα επικοινωνίας αλλά στην ολότητα των κοινωνικών πεδίων- μιας νέας σχέσης μεταξύ ενός ‘προέδρου που είναι παντού παρών’, που ενσωματώνει ένα ολόκληρο πολιτικό φάσμα, και ενός εκλογικού σώματος που αντιλαμβάνεται την πολιτική από μια καταναλωτική άποψη. Ο ‘σαρκοζισμός’ μπορεί, επομένως, να αντιπροσωπεύει μια αποκλειστική εστίαση των αντιδράσεων των καταναλωτών- ψηφοφόρων στις προβαλλόμενες πολιτικές. Το αποτέλεσμα είναι πως μολονότι οι καταναλωτές – ψηφοφόροι τείνουν να αναπτύξουν την ίδια συμπεριφορά στην πρακτική της ψηφοφορίας όπως σε άλλα πρότυπα επιλεκτικής κατανάλωσης, η εκ νέου ιδιοποίηση ενός λαϊκίστικου λόγου βασισμένου στην άμεση ικανοποίηση των προσδοκιών των καταναλωτών-ψηφοφόρων μπορεί να εξηγήσει την ξαφνική γοητεία της πολιτικής, όπως διακρίνεται στο <em>etat de grace</em> του Σαρκοζί, τη σημερινή υπερψήφισή του.</p>
<p><code><br />
</code>Ως <em>modus operandi</em> που παρακάμπτει την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρώνεται άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται συνεπώς ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου. Από την ώρα που ερμηνεύεται  εκ νέου μέσα από ένα καταναλωτικό πρίσμα, η πολιτική λαμβάνεται πιο θετικά υπόψη από το εκλογικό σώμα. Κατά συνέπεια, το κυρίαρχο σλόγκαν της προεκλογικής εκστρατείας του Σαρκοζί ‘ να δουλέψουμε περισσότερο για να κερδίσουμε περισσότερα’ (<em>Travailler plus pour gagner plus</em>) αντανακλά μια αντίστοιχη προσδοκία: ‘να κερδίσουμε περισσότερα για να καταναλώσουμε περισσότερα’. Είναι εντυπωσιακό ότι <a href="http://www.pme.gouv.fr/029.pdf">στην πρώτη της ομιλία ενώπιον του κοινοβουλίου</a>, η νέα υπουργός Οικονομίας, Οικονομικών και Απασχόλησης του Σαρκοζί Κριστίν Λαγκάρντ απηύθυνε μια ζωηρή έκκληση υπέρ της εργασίας. Η υπουργός σημείωσε με ενθουσιασμό ότι υπάρχει μια νέα καταναλωτική τάση και υποστήριξε ότι ‘ το θέμα δεν είναι μόνο να έχεις χρήματα, πρέπει επίσης να τα ξοδέψεις’.</p>
<p><code><br />
</code>Οι σύγχρονες λαϊκίστικες επανακάμψεις μπορούν, λοιπόν, να βρουν μια νέα κινητήρια δύναμη  στην καταναλωτική κοινωνία όπου η  τηλεόραση κι ακόμη περισσότερο η επανάσταση του Web 2.0 έδωσαν ώθηση στην πολιτική παραγωγή θεαμάτων. Το τεχνικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε διαμορφώνει τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, να κυβερνάς σημαίνει να σε βλέπουν και να έχεις δημοσιότητα. Οι υπάρχοντες οπτικοακουστικοί τρόποι της καταναλωτικής κοινωνίας έχουν σημαντικά τροποποιήσει το προφίλ του πολιτικού, <a href="http://www.puf.com/Book.aspx?book_id=008200">που μετατρέπεται προοδευτικά</a> σε ‘καθοδικό άνθρωπο’. Το γεγονός ότι ο Σαρκοζί είναι παντού παρών  μοιάζει λοιπόν να συνάδει με τη σύγχρονη σφαίρα των μέσων επικοινωνίας- ο ‘υπερπρόεδρος εμφανίζεται ως υπερκείμενο ον, ευμετάβλητο και απείρως κλιτό.</p>
<p><code><br />
</code>Για να απεικονίσει αυτή την απεδαφοποιημένη προεδρία, ο Σαρκοζί αποφάσισε στις αρχές Σεπτεμβρίου να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο στο Στρασβούργο. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο υπουργός Οικισμού και Πόλεων εκτοπίστηκε στη Λυών για δέκα μέρες, στα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο Σαρκοζί επιδιώκει έτσι να δημιουργεί την εντύπωση ενός συνεχούς ακτιβισμού, αυξάνοντας την περίμετρο ορατότητας του όπως θα έλεγε ένας δημοσιολόγος.</p>
<p><code><br />
</code>Η σύγχρονη πολιτική έχει να αντιμετωπίσει αυτό που <a href="http://www.kulturundoekonomie.ch/referate/Bolz_Norbert.pdf">ο Norbert Bolz αποκαλεί</a> ‘ειδησο-ψυχαγωγία’ (infotainmnet) &#8211; την ατέλειωτη ροή πληροφοριών που αμέσως και συνεχώς μας κατακλύζουν. Ο Σαρκοζί κατάλαβε λοιπόν ότι έπρεπε να επιλέξει μια διαρκή  επιθετική στάση για να είναι μονίμως στο προσκήνιο, έτσι ώστε ο λόγος του να υπερέχει. Μ’ αυτή τη μέθοδο, τα γεγονότα δεν δικαιούνται να προχωρούν πιο γρήγορα απ’ την πολιτική και το κρίσιμο θέμα του σήμερα μπορεί εύκολα να αντισταθμιστεί από εκείνο του αύριο.</p>
<p><code><br />
</code>Ως νέο είδος λαϊκισμού, ο σαρκοζισμός αποκαλύπτει τα συμπτώματα μιας κίνησης προς μια ‘μεταδημοκρατική εποχή’, στην οποία οι εκλεγμένοι ηγέτες τείνουν να παραμερίζουν το επιβραδυμένο καταστατικό στοιχείο της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων ή της συμμετοχικής δημοκρατίας. Η πολιτική δημόσια συζήτηση έχει περιέλθει σε αχρηστία. ‘<em>Γιατί η πολιτική δεν ακούγεται πια; Επειδή οι λέξεις κι οι ιδέες που χρησιμοποιούνται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ζωή</em>’, <a href="http://besoindeparler.blogmilitant.com/index.php/2005/11/11/17-lintervention-de-nicolas-sarkozy-a-vous-de-juger">παρατηρεί ο Σαρκοζί</a>. Οι πολιτικές επικοινωνίες πρέπει να είναι άμεσες, αδιάκοπες και σύμφωνες με το μειωμένο χρονικό πλαίσιο των μέσων επικοινωνίας. Κάθε δράση πρέπει να είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να είναι συμβατή με την επερχόμενη μετάδοσή της. Ο Γάλλος πρόεδρος γνωρίζει ότι η αξιοπιστία του συνδέεται άμεσα με τη συχνότητα των εμφανίσεών του στα μέσα.</p>
<p><code><br />
</code>Μπορεί  κάποιος να υποστηρίξει ότι ο ‘σαρκοζισμός’ καταλήγει να στηρίζεται στην κοινή γνώμη για τον προσδιορισμό ή την αναδιαμόρφωση μιας πολιτικής προσφοράς- μέθοδος που προσεγγίζει το καθοδηγούμενο από τη ζήτηση μάρκετινγκ και που έγκειται στην αποκάλυψη ενός συνόλου επιφανειακών αποτελεσμάτων. Στην πραγματικότητα, οι καταναλωτές-ψηφοφόροι είναι όλο και πιο αντιδραστικοί και έτοιμοι να ανακαλέσουν την πολιτική δράση.  Ο Νικολά Σαρκοζί ενσαρκώνει μια νέα γενιά πολιτικών ηγετών, ικανών να δαμάσουν τα μέσα επικοινωνίας και ευθυγραμμισμένων με την καταναλωτική κοινωνία. Υπό τον Σαρκοζί, η Γαλλία εισήλθε σε ένα νέο πολιτικό παράδειγμα- την εποχή της δημοψηφισματικής πολιτικής.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=198</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
