<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; κλιματική δικαιοσύνη</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Peter Barnes &#8211; Για μία δίκαιη κλιματική πολιτική</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=327</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=327#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:05:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[capanddivident]]></category>
		<category><![CDATA[peter barnes]]></category>
		<category><![CDATA[ανώτατο-όριο]]></category>
		<category><![CDATA[επιστροφή μερισμάτων]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=327</guid>
		<description><![CDATA[Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes" alt="Peter Barnes" align="left" height="140" width="110" /></a><br />
Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές στοχεύουν 1) να ανεβάσουν το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη ώστε να αποθαρρύνουν αυτές τις εκπομπές και να ενθαρρύνουν εναλλακτικές πρακτικές (2) να το κάνει με ένα τρόπο που δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.<span id="more-327"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Αν δεν καταλάβουμε ένα πρόβλημα, είναι απίθανο να μπορέσουμε να το λύσουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν, αναφορικά με την κλιματική κρίση, με το ερώτημα ποιο είναι το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε; Συχνά στην πολιτική το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε δεν είναι προφανές από την αρχή. Μερικές φορές βλέπουμε τα συμπτώματα και δεν βλέπουμε το πρόβλημα που κρύβεται από πίσω. Άλλες φορές βλέπουμε ένα μέρος του προβλήματος, όχι όμως το σύνολο. Επιφανειακά, η κλιματική αλλαγή εμφανίζεται ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, ή ίσως τεχνολογικό. Στο βάθος, όμως, είναι αποτέλεσμα δυο οικονομικών και πολιτικών αποτυχιών.</p>
<p><code><br />
</code>Η πρώτη είναι αποτυχία της αγοράς. Οι άνθρωποι πετάνε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα επειδή δεν υπάρχουν όρια ή τιμήματα. Υπάρχουν, ωστόσο,  μεγάλα κόστη- κόστη που μεταφέρονται στις επόμενες γενιές. Όταν οι άνθρωποι δεν πληρώνουν ολόκληρο το κόστος αυτού που κάνουν, αλλά αντίθετα το μεταφέρουν σε άλλους, οι οικονομολόγοι μιλούν για ‘αποτυχία της αγοράς’. Ο  Nicholas Stern, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Παγκόσμια Τράπεζα, είπε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ‘η μεγαλύτερη αποτυχία της αγοράς που είδε ποτέ ο κόσμος’.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει να κάνει με μια λανθασμένη ιεράρχηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Επειδή οι ρυπογόνες εταιρίες είναι ισχυρές και οι μέλλουσες γενιές δεν ψηφίζουν, οι κυβερνήσεις μας δεν επιτρέπουν μόνο να αυξάνονται οι εκπομπές άνθρακα, αλλά τις επιδοτούν με πολυάριθμους τρόπους. Επομένως, σε πείσμα όλων όσα ξέρουμε για την κλιματική αλλαγή, περίπου τα δυο τρίτα των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων για την ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών πηγαίνουν, για παράδειγμα, σε ορυκτά καύσιμα.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι δίδυμες αποτυχίες επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία μας. Δεν είναι προβλήματα που αφορούν τον ηλεκτρισμό, τον αυτοκινητιστικό ή τον κατασκευαστικό τομέα, είναι προβλήματα όλων των τομέων και πρέπει να αντιμετωπιστούν σ’ αυτό το επίπεδο. Διαστρεβλώνουν τη συμπεριφορά όλων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων. Ανεξάρτητα πόσο ‘υπεύθυνος’ μπορεί ο καθένας από μας να είναι, οι χωριστές δράσεις μας δεν αντισταθμίζουν αυτό που οι δίδυμες αποτυχίες μας κάνουν να κάνουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Απαιτούνται λύσεις και για τις δυο αποτυχίες του συστήματος. Πρέπει να περιορίσουμε και να πληρώσουμε για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, και πρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή της κυβέρνησης από τα ρυπαρά  καύσιμα σε καθαρές εναλλακτικές λύσεις. Εάν δεν το κάνουμε,  δεν θα σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποια είναι καλή πολιτική για το κλίμα;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι πολιτικές αποτελούν προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιλύσουν προβλήματα. Μπορούν να αποτιμηθούν σε τρία πεδία:</p>
<p>1.Πόσο αποτελεσματικά λύνουν το πρόβλημα;<br />
2.Ποιανού συμφέροντα υπηρετούν;<br />
3.Ποιες αρχές προωθούν;</p>
<p><code><br />
</code>Ορισμένες πολιτικές δεν είναι παρά φούμαρα. Πρόκειται για τις προσπάθειες των πολιτικών να φανούν καλοί χωρίς να θίξουν τους υποστηρικτές τους.</p>
<p>Πολλοί ασχολούνται μόνο με ένα μέρος του προβλήματος. Πετυχαίνουν ενδεχομένως κάποια μικρά κέρδη, αλλά δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που εξακολουθεί να επιδεινώνεται. Άλλες πολιτικές είναι παραχωρήσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα. Τυπικά καλύπτονται με τον μανδύα του δημόσιου συμφέροντος, αλλά  τελικά συμβάλλουν στον πλουτισμό κάποιων εταιριών. Οι λομπίστες δουλεύουν σκληρά για να πετύχουν τέτοιες πολιτικές. Κάποιες πολιτικές επιλύουν πραγματικά μεγάλα προβλήματα, υπηρετούν τα συμφέροντα των κοινών ανθρώπων και προωθούν σημαντικές αρχές όπως η δικαιοσύνη. Αυτές τις πολιτικές θα έπρεπε να στηρίζουν ενεργά οι πολίτες. Η Κοινωνική Ασφάλιση, για παράδειγμα, λύνει το πρόβλημα της φτώχειας στην τρίτη ηλικία με τρόπο που είναι δίκαιος για όλους. Αυτό το κριτήριο θα έπρεπε να εφαρμόζεται στην πολιτική για το κλίμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Τι είναι δίκαιο;</em><br />
</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η δικαιοσύνη είναι μια από τις σημαντικότερες αρχές που θα έπρεπε να εμπεριέχει μια λύση για το κλίμα. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Η δικαιοσύνη έχει πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα, υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ των ειδών: είμαστε, εμείς οι άνθρωποι, δίκαιοι απέναντι στα άλλα είδη; Υπάρχει η διεθνής δικαιοσύνη:  εμείς, στην Αμερική, που έχουμε περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από οποιαδήποτε άλλη χώρα, είμαστε δίκαιοι απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο; Υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ γενιών: είναι εκείνοι που ζουν σήμερα δίκαιοι απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια τους; Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση: εάν μια πολιτική συμβάλλει στον πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας ενώ επιβαρύνει όλους τους άλλους, είναι μια τέτοια πολιτική δίκαιη απέναντι στους συμπολίτες μας;</p>
<p><code><br />
</code>Το βασικό τεστ για όλα αυτά είναι: θα μπορέσει η πολιτική αυτή να μειώσει τις εκπομπές αρκετά γρήγορα ώστε να αποτρέψει την καταστροφή του πλανήτη; Εάν όχι, χρειάζεται πιο σκληρή προσπάθεια. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, η επιστράτευσε ίσχυε για όλους τους άντρες εξίσου και τα δελτία σήμαιναν ίδιες μερίδες για όλους. Η δικαιοσύνη δεν προέκυψε στην πορεία: ήταν απ’ την αρχή ενσωματωμένη στις πολιτικές μας.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποιος θα πληρώσει για τη σταθερότητα του κλίματος;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Κάθε πολιτική έχει νικητές και ηττημένους. Μερικές φορές είναι προφανές ποιοι είναι αυτοί, αλλά συνήθως χρειάζεται κάποια προσπάθεια για να καταλάβουμε πώς ρέει το χρήμα. Ο συνήθης τρόπος που τα ειδικά συμφέροντα χρηματοδοτούνται απ’ την κυβέρνηση είναι μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν και οι ευνοημένες εταιρίες κερδίζουν.</p>
<p><code><br />
</code>Οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές βρίσκονται κατά κόρον στο τραπέζι στις δημόσιες συζητήσεις για το κλίμα. Αλλά η κλιματική κρίση παρέχει στις επιχειρήσεις πολλούς άλλους τρόπους για να πλουτίζουν με δημόσια δαπάνη, και οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, μια πρόταση για επιβολή ανώτατου ορίου στις εκπομπές άνθρακα θα έδινε στις ρυπογόνες εταιρίες άδειες για εκπομπές αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλες προτάσεις οδηγούν στη δημιουργία ενός χαλαρά ρυθμισμένου συστήματος για αντισταθμίσεις άνθρακα που συμβάλει στο κέρδος των εμπόρων αλλά προσθέτει ελάχιστο δημόσιο όφελος.</p>
<p><code><br />
</code>Το μεγάλο οικονομικό ερώτημα στην πολιτική για το κλίμα είναι κατά πόσο αυτοί που ρυπαίνουν πρέπει να πληρώνουν ή να πληρώνονται. Εάν οι άδειες για άνθρακα χορηγούνται ελεύθερα στους διαχρονικούς ρυπαντές, τότε οι τιμές της ενέργειας θα αυξηθούν και  θα πληρώνουμε όλοι περισσότερα σε οποιονδήποτε χορηγείται άδεια. Αυτή η μεταβίβαση πλούτου –που μπορεί να ξεπεράσει το τρισεκατομμύριο δολάρια-  θα ρέει κατευθείαν από τις τσέπες μας στους μετόχους των εταιριών που ρυπαίνουν. Εάν η επιβράβευση όσων ρυπαίνουν είναι  λάθος, τότε το σωστό είναι να υποχρεωθούν να πληρώνουν. Αυτό απαιτεί ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Φόροι έναντι ανώτατου ορίου</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να αυξηθεί η τιμή γι’ αυτούς που πετάνε άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτό. Ο φόρος στον άνθρακα είναι ένας τρόπος. Αρχικά, οι εταιρίες καυσίμων θα πληρώσουν το φόρο και η κυβέρνηση θα εισπράξει το έσοδο. Αλλά οι εταιρίες καυσίμων θα μεταφέρουν το φόρο στους καταναλωτές κι έτσι, στο τέλος, ο φόρος στον άνθρακα θα είναι σαν τον φόρο στην πώληση ειδών πρώτης ανάγκης. Ως τέτοιος, θα είναι αρνητικός-δηλαδή, όσο πιο χαμηλό εισόδημα έχεις, τόσο περισσότερο θα το τρώει ο φόρος στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Το ανώτατο όριο στον άνθρακα είναι ένας έμμεσος τρόπος χρέωσης σε αυτούς που πετάνε διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Θέτει ένα φυσικό όριο – ένα ανώτατο όριο- στην προμήθεια ορυκτών καυσίμων ή στην ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για να επιβάλει το ανώτατο όριο,  η κυβέρνηση εκδίδει έναν αριθμό αδειών που μειώνεται σταδιακά. Όσο οι άδειες λιγοστεύουν, τόσο αυξάνεται η τιμή του άνθρακα. Από τη στιγμή που το τίμημα πληρώνουν τελικά οι καταναλωτές, η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα είναι εξίσου αρνητική με τον φόρο στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Πόσο θα στοίχιζε ο φόρος ή η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα στο μέσο νοικοκυριό; Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, εάν το ανώτατο όριο είναι 15% χαμηλότερα από το σημερινό επίπεδο εκπομπών, το μέσο νοικοκυριό στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πληρώνει για ακριβότερη ενέργεια $1.160  το χρόνο. Όσο οι άδειες θα μειώνονται,  τόσο θα αυξάνεται το κόστος για τα νοικοκυριά. Ένας φόρος που θα πετύχαινε τις ίδιες μειώσεις θα είχε το ίδιο κόστος. Δεν είναι μικρό το βάρος για τους ήδη σφιχτούς προϋπολογισμούς της αμερικανικής οικογένειας- δεν θα πλήξει μόνο τους φτωχούς αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη. Και θα μειώσει την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, τη στιγμή ακριβώς που η αμερικανική οικονομία χρειάζεται ώθηση.</p>
<p><code><br />
</code>Ευτυχώς, υπάρχει τρόπος αντιστάθμισης αυτού του πλήγματος στο εισόδημα των νοικοκυριών- είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν ‘ανακύκλωση εισοδήματος’. Η ιδέα είναι να επιστρέφεται στα νοικοκυριά το σύνολο του επιπλέον ποσού που πληρώνουν όταν οι τιμές του άνθρακα ανεβαίνουν. Ορισμένα νοικοκυριά θα πληρώσουν περισσότερα  από όσα θα πάρουν πίσω, ενώ άλλα θα πληρώσουν λιγότερα, αλλά συνολικά, το εισόδημα των νοικοκυριών θα διατηρηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η ανακύκλωση εισοδήματος, με κάποια μορφή, είναι καλή ιδέα. Μεταξύ των πολιτικών, ο Αλ Γκορ τάσσεται κάθετα υπέρ. ‘Πρέπει να βάλουμε μια τιμή στον άνθρακα’, <a href="http://nobelprize.org/nobel_prizes/peace/laureates/2007/gore-lecture_en.html" target="_blank">είπε ο Γκορ στην ομιλία του όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ</a>, ‘με έναν  φόρο που θα επιστρέφεται προοδευτικά’. Η μέθοδος ανακύκλωσης που προτιμά είναι η επιστροφή ενός μέρους του φόρου που πληρώνουν οι μισθωτοί.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας καλύτερος τρόπος για την ανακύκλωση του εισοδήματος από τον άνθρακα είναι αυτός που κάνει η Αλάσκα με τις προσόδους από την εκμίσθωση των πετρελαίων της- <a href="http://www.capitalism3.com/" target="_blank">πληρώνει ίσα μερίσματα σε όλους τους κατοίκους</a>. Αυτό θα κάλυπτε όλους όσοι πληρώνουν υψηλότερες τιμές για την ενέργεια, κι όχι μόνο τους φορολογούμενους  μισθωτούς. Η επιστροφή χρημάτων μόνο στους τελευταίους, αφήνει εκτός τους συνταξιούχους, τους νέους, τους γονείς που μένουν στο σπίτι, τους εργαζόμενους στην παραοικονομία, και τους μισούς απ’ τους φτωχότερους ανθρώπους στην Αμερική.</p>
<p><code><br />
</code>Επιστρέφοντας τις υψηλότερες τιμές του άνθρακα σε όλους τους Αμερικανούς εξίσου, θα είχαμε ένα σύστημα όπου ο καθένας που ρυπαίνει θα πλήρωνε,  αλλά εκείνοι που προστατεύουν το περιβάλλον θα έβγαιναν κερδισμένοι. Οι άνθρωποι που οδηγούν μεγάλα αυτοκίνητα και θερμαίνουν μεγάλα σπίτια θα πλήρωναν περισσότερα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας από εκείνους που κυκλοφορούν με το λεωφορείο και ζουν σε μικρά διαμερίσματα. Από τη στιγμή που όλοι θα έπαιρναν πίσω το ίδιο ποσό, εκείνοι που ρυπαίνουν λιγότερο θα κέρδιζαν, ενώ οι άλλοι θα έχαναν. Θα ήταν επιβράβευση της πράσινης συμπεριφοράς και τιμωρία για όσους ρυπαίνουν.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, ένα σύστημα επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων θα ήταν ο πιο απλός, ο πιο δίκαιος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίλυση της κλιματικής κρίσης- και πολιτικά ο πιο δημοφιλής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αυτό το κείμενο είναι ένα μωσαϊκό από τρία άρθρα του Peter Barnes που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα <a href="http://capanddividend.org" target="_blank">capanddividend.org</a></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=327</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Philip Sarre &#8211; Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη απαιτεί οικονομική μεταρρύθμιση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=330</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=330#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:05:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[Michel Serres]]></category>
		<category><![CDATA[philip sarre]]></category>
		<category><![CDATA[Venanzio Arquilla]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[νεοφιλελευθερισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=330</guid>
		<description><![CDATA[Η περιβαλλοντική αλλαγή και η φτώχεια στον πλανήτη προκαλούνται από τον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, που εξαρτάται από τον τρόπο διοίκησής της. Η περιορισμένη επιτυχία των πρωτοβουλιών της διεθνούς πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και/ή την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί θέτουν ως προτεραιότητα οικονομικούς στόχους, όλο και περισσότερο μέσα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/green-drops.jpg" title="green drops"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/green-drops.jpg" title="green drops" alt="green drops" align="left" height="90" width="80" /></a> Η περιβαλλοντική αλλαγή και η φτώχεια στον πλανήτη προκαλούνται από τον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, που εξαρτάται από τον τρόπο διοίκησής της. Η περιορισμένη επιτυχία των πρωτοβουλιών της διεθνούς πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και/ή την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί θέτουν ως προτεραιότητα οικονομικούς στόχους, όλο και περισσότερο μέσα στο πλαίσιο της ‘ελεύθερης αγοράς’. <span id="more-330"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Όποια κι αν είναι η συναίνεση μεταξύ των προοδευτικών, ελάχιστη πρόοδος θα σημειωθεί προς την κατεύθυνση της κοινωνικής ή περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, εάν δεν αποκαταστήσουμε τη δημοκρατική ρύθμιση των αγορών. Αυτό απαιτεί την αντιστροφή της πολιτικής και οικονομικής αλλαγής μιας τριακονταετίας και θα αντιμετωπίσει την αδυσώπητη εχθρότητα όσων πιστεύουν ή έχουν αποκομίσει κέρδη από τη σημερινή μορφή οικονομικής διοίκησης. Για ν’ αρχίσουμε να το κάνουμε, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πώς η ορθοδοξία του σήμερα κατάφερε να νικήσει το προηγούμενο σύστημα, πώς ξεπέρασε την πιο σημαντική διεθνή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και αναπτυξιακών προβλημάτων και πώς τελικά έγινε ευάλωτη.</p>
<p><code><br />
</code>Από το 1944 μέχρι το 1977, το σύστημα του Bretton Woods συνδύασε την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου με τη διατήρηση σταθερών συναλλαγματικών τιμών μέσω ελέγχων στην κίνηση του κεφαλαίου. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε η πιο γρήγορη οικονομική ανάπτυξη στην ιστορία, την οποία βίωσαν οι χώρες του δεύτερου και τρίτου κόσμου, όπως και του πρώτου. Στις ανεπτυγμένες χώρες, η δημοκρατική πίεση έκανε τις κυβερνήσεις να παρεμβαίνουν στην οικονομία για να ενισχύσουν την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόνοια, παρέχοντας υψηλά κριτήρια διαβίωσης και μειώνοντας την ανισότητα. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1070, οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου και οι υψηλές κυβερνητικές δαπάνες έφεραν τον πληθωρισμό και οικονομική κρίση. Ένα από τα πρώτα θύματα ήταν το σύστημα Bretton Woods, καθώς το 1971 οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήργησαν τη συνάρτηση δολαρίου και χρυσού και έθεσαν τέρμα στην περίοδο των καθορισμένων συναλλαγματικών τιμών.</p>
<p><code><br />
</code>Η φύση της νέας ορθοδοξίας έγινε σαφής στη δεκαετία του 1980, όταν οι κυβερνήσεις Θάτσερ και Ρήγκαν ηγήθηκαν της εφαρμογής αυτών που σήμερα ονομάζονται ‘φιλελεύθερες πολιτικές’.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Απέδωσαν τα προβλήματα της δεκαετίας του 1970 στην παρέμβαση του κράτους και υποστήριξαν ότι η λύση βρισκόταν στην πολιτική της ελεύθερης αγοράς. Έκαναν περικοπές στους προϋπολογισμούς και τους φόρους, περιόρισαν τη δραστηριότητα των συνδικάτων, απελευθέρωσαν τις αγορές, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιαγορών, και ιδιωτικοποίησαν τις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Την πολιτική τους ακολούθησαν πολλές κυβερνήσεις, μερικές από επιλογή, άλλες επειδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια τράπεζα απαιτούσαν αυτού του είδους τις αλλαγές από τις χώρες που ζητούσαν τη βοήθειά τους. Αυτό το νέο καθεστώς είχε άμεση επίδραση τόσο στο περιβάλλον όσο και στην ανισότητα, από τη στιγμή που η αυξανόμενη έμφαση στον ανταγωνισμό και το κέρδος έκαναν τις κυβερνήσεις όλο και πιο  απρόθυμες να πληρώνουν πάνω απ’ το μίνιμουμ για ακατέργαστες ύλες, εργατικά χέρια, έλεγχο της ρύπανσης και των φόρων.</p>
<p><code><br />
</code>Μια κρίσιμη πρόκληση ήρθε μετά το 1983, όταν τα Ηνωμένα Έθνη ίδρυσαν την World Commission on Environment and Development (Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη), με επικεφαλής την πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας Gro Brundtland. Η αναφορά της διέγνωσε μια σειρά από συνδεδεμένες μεταξύ τους περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές κρίσεις και ανέφερε ότι ‘<em>η ανισότητα είναι το κύριο &#8220;περιβαλλοντικό&#8221; πρόβλημα στον πλανήτη και το κύριο ‘αναπτυξιακό’ του πρόβλημα</em>’.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ήταν κριτική ως προς τα αποτελέσματα της διεθνούς οικονομίας: ‘<em>η απαίτηση από σχετικά φτωχές χώρες να μειώσουν τα κριτήρια διαβίωσης, να δεχτούν την αύξηση της φτώχειας και να εξαγάγουν αυξανόμενες ποσότητες σπάνιων πόρων για να διατηρήσουν την εξωτερική δανειοληπτική τους ικανότητα, αντανακλά προτεραιότητες που ελάχιστες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις μπορούν να ανεχτούν για πολύ καιρό</em>’.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a> Σημείωνε επίσης ότι για την ανάπτυξη στις πλούσιες χώρες είχαν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά πολλοί πόρους και δημιουργηθεί πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα.</p>
<p><code><br />
</code>Η Επιτροπή αντιπαρέθεσε δυο προσεγγίσεις στην περιβαλλοντική πολιτική, με μια ‘ στάνταρ ατζέντα’ για τα αποτελέσματα και τα συμπτώματα, αλλά η προσέγγισή τους επικεντρώθηκε στις αιτίες των προβλημάτων.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a> Οι συστάσεις τους  ήταν ριζοσπαστικές, καθώς έδιναν προτεραιότητα στους φτωχούς μέσω εστίασης στις ανάγκες στον ορισμό τους για τη βιώσιμη ανάπτυξη ως ‘<em>ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλοντικών γενιών να ανταποκριθούν στις δικές τους ανάγκες</em>’.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Το τελευταίο κεφάλαιο που αφορούσε την εφαρμογή έδινε έμφαση στις εθνικές πολιτικές και θεσμούς, στις περιφερειακές και παγκόσμιες οργανώσεις, ειδικά στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών κοινοτήτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Υπήρχε ελάχιστη έμφαση στον ιδιωτικό τομέα, μολονότι η ‘αυξημένη συνεργασία με τη βιομηχανία’ και η ανάγκη ‘ενθάρρυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων’ περιλαμβάνονταν. Εάν οι προτάσεις αυτές είχαν γίνει το 1972, οι περισσότερες θα είχαν φανεί απολύτως λογικές, και μπορεί να είχαν υιοθετηθεί, αλλά στο τέλος της δεκαετίας του 1980 έρχονταν σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, όπως έδειξε ο Bernstein (2001) στο σχολαστικά τεκμηριωμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του, η ανάλυση του Brundtland υπονομεύτηκε από έναν διαφορετικό τρόπο επίλυσης των αντιφάσεων μεταξύ περιβαλλοντικής και οικονομικής ανάπτυξης.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a> Εργασίες οργανισμών όπως η Environment Directorate (Διεύθυνση Περιβάλλοντος) του ΟΟΣΑ, το US Project 88 κι ακόμη και η UNCTAD εισηγούντο ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούσαν να χειριστούν τα περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα εάν η αποτυχία της αγοράς επανορθωνόταν. Για να γίνει αυτό,  όλοι οι πόροι έπρεπε να είναι ιδιωτικοί έτσι ώστε οι ρυπαντές να είναι υπεύθυνοι για τις εξωτερικές επιδράσεις που δημιουργούν. Τα κράτη θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την κατάργηση των διαστρεβλωτικών επιδοτήσεων της αγοράς των δασμών. Μέχρι να γίνει η Διάσκεψη για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, στο Ρίο, το 1992, οι ελεύθερες αγορές έμοιαζαν συμβατές, ακόμη και αναγκαίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8.31 (c) στην Ατζέντα 21-‘<em>Να συμπεριληφθεί, όταν χρειάζεται, η χρήση των αρχών της αγοράς στο πλαίσιο των οικονομικών εργαλείων  και πολιτικών, για να συνεχιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη</em>’. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η διάσκεψη του Ρίο δεν απογύμνωσε μόνο την βιώσιμη ανάπτυξη από τον ριζοσπαστισμό της, αλλά παρήγαγε ακόμη περισσότερη πίεση για ιδιωτικοποίηση και ‘marketisation’, παρόλο που στην πράξη αποδείχτηκε αδύνατο να ιδιωτικοποιηθούν  όλοι οι πόροι ή να κληθούν όλοι οι ρυπαντές να πληρώσουν.</p>
<p><code><br />
</code>Τα επόμενα 16 χρόνια, τα αποτελέσματα της χρήσης των νεοφιλελεύθερων αρχών για τη διοίκηση της παγκόσμιας οικονομίας έγιναν ορατά. Η μεγαλύτερη απελευθέρωση του εμπορίου ωφέλησε τις πλούσιες, διακρατικές εταιρίες και τους καταναλωτές των χωρών με υψηλό εισόδημα, γύρω στις 10 ‘αναδυόμενες αγορές’, κυρίως ασιατικές χώρες με υψηλά ποσοστά αποταμίευσης και ‘αναπτυξιακά κράτη’, καθώς και εξαγωγείς πετρελαίου, όχι όμως  εξαγωγείς άλλων μεταλλευμάτων,  που υποφέρουν από την ‘κατάρα των πόρων’.</p>
<p><code><br />
</code>Το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα συγκεντρώνει κεφάλαια σε παράκτια οικονομικά κέντρα και χώρες με υψηλό εισόδημα και το αντλεί από χώρες με χαμηλό εισόδημα, μέσω της φυγής των κεφαλαίων και μέσω χειρισμών στο κόστος μεταφοράς,  αποστερώντας τις από επενδυτικά κεφάλαια και καθυστερώντας την ανάπτυξή τους.<a href="#_ftn7" title="_ftnref7" name="_ftnref7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[7]</a> Οι καθαρές ροές χρήματος ήταν ευκαιριακές, συμβάλλοντας σε πιο συχνές και ευρύτερες οικονομικές κρίσεις με καταστροφικά αποτελέσματα για τη Ρωσία και την Αργεντινή, και σοβαρές αναστολές για ορισμένες από τις αναπτυσσόμενες με γρήγορους ρυθμούς ασιατικές οικονομίες στη δεκαετία του 1000. Οι ανοιχτές κεφαλαιαγορές υπονομεύουν τη δημοκρατία, καθώς οι κυβερνήσεις γίνονται απρόθυμες να παρεμβαίνουν στις αγορές για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς σκοπούς, και όσες το επιχειρούν δέχονται πιέσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις χρηματαγορές.</p>
<p><code><br />
</code>Από το τέλος της δεκαετίας του 1990, η κυβερνητική δέσμευση στη νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση αποτέλεσε εμπόδιο για αρκετές προοδευτικές πρωτοβουλίες, Η πρόοδος σε ό, τι αφορά την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας υπήρξε αργή. Η Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ επιβεβαίωσε ότι οι περιβαλλοντικές επιδιώξεις που ορίστηκαν στη Στοκχόλμη και το Ρίο είχαν πολύ αργή πρόοδο. Παρά την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι σοβαρές, η πρόοδος μετά το Κυότο υπήρξε αργή, ακόμη κι αρνητική.</p>
<p><code><br />
</code>Έγινε επίσης σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι  αποτελεσματικός τρόπος διοίκησης της οικονομίας. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη υπήρξε πιο αργή μεταξύ 1973-2003 παρά υπό το σύστημα Bretton Woods 1950-73 (3.17% ανά έτος έναντι 4.9%) και πολύ πιο άνιση μεταξύ χωρών και ηπείρων,<a href="#_ftn8" title="_ftnref8" name="_ftnref8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[8]</a> όπως και εντός ορισμένων κρατών.<a href="#_ftn9" title="_ftnref9" name="_ftnref9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[9]</a> Οι ερευνητές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου συμπέραναν ότι η φιλελευθεροποίηση της κεφαλαιαγοράς δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε αρκετή για να δημιουργήσει γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.<a href="#_ftn10" title="_ftnref10" name="_ftnref10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[10]</a> H UNDP προσφέρει πακέτα εκπαίδευσης στην εθνική οικονομική διοίκηση που υποστηρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε οριστικά στην προώθηση της ανάπτυξης και συστήνουν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές, προκειμένου να προωθηθεί η θεσμική ανάπτυξη και επένδυση στους ανθρώπους.<a href="#_ftn11" title="_ftnref11" name="_ftnref11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[11]</a><br />
<code><br />
</code>Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν τροποποιήσει την πολιτική τους και έχουν δεχτεί ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να υπάρξει ανάπτυξη, να αντιμετωπιστεί η φτώχεια και να ενθαρρυνθεί η ‘κυριότητα της χώρας’ σε ό, τι αφορά την οικονομική πολιτική, όταν η οικοδόμηση θεσμών και η καλή διακυβέρνηση αναγνωρίζονται τώρα ως θετικές, μολονότι δεν είναι σαφές σε πιο βαθμό έχει αλλάξει η συμπεριφορά τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η τελευταία αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού παρέχει την ευκαιρία για αμφισβήτησή του στην αγγλο-αμερικάνικη γη του, καθώς η  πρόσφατη αστάθεια βρίσκεται μάλλον στην καρδιά του συστήματος παρά σε μακρινές χώρες. Η κρίση αυτή, που προκλήθηκε από απρόσεκτο, ίσως δόλιο, δανεισμό και χρεόγραφα από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, προκάλεσε πιστωτική κρίση, τραπεζικές απώλειες και αποτυχίες που απαιτούν λύσεις από κεντρικές τράπεζες και κυρίαρχα οικονομικά ιδρύματα. Ακόμη χειρότερα, από τη στιγμή που οι άλλες επενδύσεις έπαψαν να είναι ελκυστικές, οι κερδοσκόποι επενδυτές στράφηκαν στους φυσικούς πόρους, συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων και πλήττοντας παντού τους ανθρώπους.</p>
<p><code><br />
</code>Τώρα είναι η ευκαιρία και η δικαίωση για τους ανθρώπους και τους πολιτικούς να ζητήσουν να τεθεί τέρμα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε εθνικά και διεθνή επίπεδα και να αποκαταστήσουν στα κράτη και τις διεθνείς οργανώσεις την ελευθερία να αναπτύσσουν πολιτικές που προωθούν την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Δεν θα είναι εύκολο, καθώς ισχυρά συμφέροντα κερδίζουν από τον νεοφιλελευθερισμό, που ορισμένες από τις ρήσεις του είναι περιχαρακωμένες σε συντάγματα και συνθήκες.</p>
<p><code><br />
</code>Εάν δεν το κάνουμε, όμως, η κλιματική αλλαγή, η ανισότητα και η αδικία θα επιταχυνθούν.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-US">David Harvey, <em>A brief history of neoliberalism</em> (Oxford: Oxford University Press, 2005).</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. World Commission on Environment and Development, <em>Report of the World Commission on Environment and Development: Our Common Future</em> (Oxford: Oxford Universaity Press, 1987), σ. 6.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 75.<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 310.<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 43.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Steven Bernstein, <em>The compromise of liberal environmentalism</em> (New York: Columbia UP, 2001).<o></o></span></p>
<p id="ftn7">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref7" title="_ftn7" name="_ftn7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Philip Sarre, “Understanding the geography of international finance” <em>Geography Compass</em> 1, no. 5 (2007): 1076-1096<o></o></span></p>
<p id="ftn8">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref8" title="_ftn8" name="_ftn8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Angus Maddison, <em>Contours of the world economy 1-2030 AD</em> (Oxford: Oxford University Press, 2007).<o></o></span></p>
<p id="ftn9">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref9" title="_ftn9" name="_ftn9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Joseph Stiglitz, <em>Making globalisation work: next steps to global justice</em> (London: Allen Lane/ Penguin, 2006).<o></o></span></p>
<p id="ftn10">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref10" title="_ftn10" name="_ftn10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Eswar S. Prasad et al, <em>Effects of financial globalization on developing countries: some empirical evidence</em> (IMF: IMF Working paper, 2003).<o></o></span></p>
<p id="ftn11">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref11" title="_ftn11" name="_ftn11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Gerald Epstein and Ilene Grabel, <em>Financial Policy Training Manual No 3</em> (UNDP International Policy Centre Brasilia Brazil, 2007).<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=330</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
