<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; κλιματική αλλαγή</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>David Miliband &#8211; Σοσιαλδημοκρατικές απαντήσεις στην οικονομική κρίση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=1455</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=1455#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 02 Nov 2009 23:59:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[David Miliband]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Προτάσεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση]]></category>
		<category><![CDATA[David Miliband]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλδημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=1455</guid>
		<description><![CDATA[Η οικονομική κρίση έθεσε αμετάκλητα σε αμφισβήτηση την ορθόδοξη σκέψη για τις σχέσεις μεταξύ κρατών και αγορών και την εθνική και παγκόσμια κατανομή της εξουσίας.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="David Miliband" href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/david-millband.jpg"><img title="David Miliband" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/david-millband.jpg" alt="David Miliband" hspace="5" vspace="5" width="120" height="160" align="left" /></a></p>
<p>Η οικονομική κρίση έθεσε αμετάκλητα σε αμφισβήτηση την ορθόδοξη σκέψη για τις σχέσεις μεταξύ κρατών και αγορών και την εθνική και παγκόσμια κατανομή της εξουσίας.</p>
<p><code><br />
</code>Ορισμένοι λένε ότι το αγγλοσαξωνικό μοντέλο των ανοικτών αγορών πρέπει να κατεδαφιστεί, αυτό όμως θα μπορούσε να καταστείλει τις επενδύσεις και καινοτομίες που χρειαζόμαστε για να ανακάμψει η ανάπτυξη. Προτεραιότητές μας πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση του βάθους της ύφεσης και η διασφάλιση ότι η ανάκαμψη είναι βιώσιμη, παρέχοντας εθνικά προγράμματα δημοσιονομικής διεύρυνσης, μέτρα αντίστασης για την προστασία των εθνικών βιομηχανιών και ενισχυμένες ρυθμίσεις για τη μεταρρύθμιση του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. </p>
<p><code><br />
</code>Για να προωθήσουμε την αλλαγή, οι δυνάμεις της συνεργασίας πρέπει να νικήσουν. Η επιτυχία του G 20 είναι ότι έδωσε έναυσμα σε μία νέα πολυμερή προσέγγιση και πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτή τη συγκυρία για να μεταρρυθμίσουμε τους διεθνείς θεσμούς, έτσι ώστε να αντανακλούν την ανάδυση ενός πολυκεντρικού  κόσμου. Αντί για προστατευτισμό, πρέπει να υπερασπιστούμε την ευρωπαϊκή ενιαία αγορά και να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία για να δείξουμε ότι η Ε.Ε. είναι εταίρος από θετική επιλογή. </p>
<p><code><br />
</code>Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής πρέπει να αποτελεί συνεισφορά και όχι περισπασμό για την ανάκαμψη. Οι κυβερνήσεις πρέπει να χρησιμοποιήσουν κίνητρα για να αναδομήσουν τις οικονομίες τους γύρω από τις βιομηχανίες και τις κατοικίες χαμηλού άνθρακα και τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών. </p>
<p><code><br />
</code>Ως σοσιαλδημοκράτες, η μοίρα μας δεν θα καθοριστεί από την ίδια την κρίση αλλά από την αντίδρασή μας. Πρέπει να αδράξουμε αυτή την ευκαιρία για να χτίσουμε  τους αναγκαίους  συνασπισμούς για την επίτευξη των κοινών μας στόχων.    </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=1455</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Kevin Featherstone &#8211; Ξεπερνώντας το φράγμα της νομιμότητας: Μπορεί η Ευρώπη να προχωρήσει μπροστά;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=391</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=391#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 09:11:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Kevin Featherstone]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=391</guid>
		<description><![CDATA[Θα ήταν λίγο αν λέγαμε ότι η Ε. Ε., σήμερα, έχει πρόβλημα μάρκετινγκ. Πολύ συχνά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει κουρασμένη, απόμακρη και άσχετη. Χρειάζεται μια ‘μεγάλη ιδέα’, γρήγορα. Για να εφεύρει ξανά τη λογική του Μοννέ, πρέπει να επιλέξει ένα πρόβλημα και να δείξει ότι μπορεί να δώσει τη λύση. Η θεσμική μεταρρύθμιση ή ο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/01/featherstone.JPG" title="Kevin Featherstone"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/01/featherstone.JPG" title="Kevin Featherstone" alt="Kevin Featherstone" vspace="5" width="100" align="left" height="150" hspace="5" /></a></p>
<p>Θα ήταν λίγο αν λέγαμε ότι η Ε. Ε., σήμερα, έχει πρόβλημα μάρκετινγκ. Πολύ συχνά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει κουρασμένη, απόμακρη και  άσχετη. Χρειάζεται μια ‘μεγάλη ιδέα’, γρήγορα. Για να εφεύρει ξανά τη λογική του Μοννέ,  πρέπει να επιλέξει ένα πρόβλημα και να δείξει ότι μπορεί να δώσει τη λύση. Η θεσμική μεταρρύθμιση ή ο νεωτερισμός πρέπει να θεωρηθούν ως μέσα για τη διευκόλυνση του στόχου της νέας πολιτικής: μια πρακτική προϋπόθεση που θα ικανοποιήσει τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα που έχουν αποτελματωθεί σε ένα τρέχον ζήτημα μείζονος δημόσιου προβληματισμού. Το πιο πρόσφατο πρόβλημα είναι ότι, για πολλούς ψηφοφόρους, το Σύνταγμα ή η Συνθήκη έδινε λύσεις σε προβλήματα που δεν καταλάβαιναν ή για τα οποία δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα.<span id="more-391"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Με χαμηλότερα επίπεδα δημόσιας επικύρωσης, τίθεται θέμα νομιμότητας της Ε.Ε. Την άνοιξη του 2008, <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb68/eb68_en.htm" target="_blank">η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου</a> της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξε ότι <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb69/eb69_en.htm" target="_blank">λίγο περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους</a> στην Ευρωπαϊκή Ένωση των ‘27’ πιστεύουν ότι η ένταξη της χώρας τους στην Ε.Ε. είναι ‘καλό πράγμα’-  ανησυχητικά χαμηλό ποσοστό για να αποτελέσει βάση οικοδόμησης. Επιπλέον, λιγότεροι από τους μισούς από εκείνους που έλαβαν μέρος στην έρευνα του φθινοπώρου 2008, εξέφρασαν ‘εμπιστοσύνη’ στον θεσμό των Βρυξελλών. Υπήρξε σημαντική πτώση υποστήριξης στη Γαλλία, τη Ρουμανία, την Αυστρία και την Ελλάδα- περιπτώσεις που είναι ιδιαίτερα σημαντικές αφού όλες μαζί καλύπτουν διαφορετικά μεγέθη της εμπειρίας της Ε.Ε. Παλαιότερα, <a href="http://www.ft.com/cms/s/0/4939ff7a-d578-11db-a5c6-000b5df10621.html" target="_blank">μια δημοσκόπηση της F/T Harris, το 2007</a>, είχε δείξει ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της  Ε.Ε. στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η ‘γραφειοκρατία’. Μόνο η Ιταλία και η Ισπανία έμοιαζαν να ενοχλούνται λιγότερο από αυτό.</p>
<p><code><br />
</code>Με παρόμοιο δημόσιο αίσθημα, μοιάζει παράλογο να θεωρηθεί ως άμεση λύση οποιαδήποτε προσθήκη στο υπερεθνικό οικοδόμημα. Πράγματι, η σημερινή κρίση στην Ε.Ε. οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του νέου αιώνα, η Ε.Ε. κλείστηκε στον εαυτό της, προκειμένου να τελειοποιήσει τη θεσμική αρχιτεκτονική της. Το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ ήταν –και παραμένει-  σημαντική ατζέντα προς αντιμετώπιση. Πόσοι ψηφοφόροι ανά την Ευρώπη έχουν άποψη για την ‘ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία’ ή για την προεδρία του συμβουλίου υπουργών; Όταν τέτοια θέματα τίθενται δημιουργούν αναπόφευκτα μια αποστασιοποίηση ανάμεσα στο cognoscenti  και το μαζικό κοινό. Έτσι, όταν τους ρωτούν για τις συνταγματικές ρυθμίσεις, πολλοί ψηφοφόροι απαντούν απλώς  ‘κοίτα τη δουλειά σου’ ή  επηρεάζονται από λαϊκίστικες ‘αντί’- εκστρατείες που προσφέρουν πιο εύκολες και πιο ενδιαφέρουσες εξηγήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Η παρατεταμένη αυτή ενδοσκόπηση αποτελεί, ιστορικά, εξαίρεση. Το καθένα από τα προηγούμενα σημαντικά βήματα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συνδύαζε τις θεσμικές αλλαγές με μια νέα μεγάλη ιδέα ή ιδέες. Ο Ζαν Μοννέ ξεκίνησε με μια κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα. Οι θεσμοί ήταν μέσο και όχι αυτοσκοπός. Η ίδια λογική επαναλήφθηκε με τη Συνθήκη της Ρώμης. Θεσμική μεταρρύθμιση δεν υπήρξε ουσιαστικά πριν από την Ενιαία Πράξη στη δεκαετία του 1980. Με αυτήν επεκτάθηκε η ψηφοφορία με  πλειοψηφία στο Συμβούλιο όπως ποτέ άλλοτε, πριν ή μετά, αλλά παρουσιάστηκε δημοσίως ως συμπλήρωμα της εσωτερικής αγοράς. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε το ‘ευρώ’, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας και τη συνεργασία σε θέματα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και αιτιολόγησε την θεσμική δομή των τριών ‘πυλώνων’, καθώς και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ ενίσχυσε την κοινωνική διάσταση και τη διάσταση της απασχόλησης και διευθέτησε διαδικαστικά ζητήματα. Σε κάθε στάδιο, η εκστρατεία είχε ως στρατηγική την υποστήριξη νέων οικονομικών προγραμμάτων, η υλοποίηση των οποίων απαιτούσε θεσμική μεταρρύθμιση.</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έπρεπε να φαίνεται ότι κάνει και όχι ότι απλώς υπάρχει. Η νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής επίπονης προσπάθειας προέκυπτε καταρχήν από τα αποτελέσματα των πολιτικών πρωτοβουλιών &#8211; μια ‘παραγωγική νομιμότητα’- καθώς το κοινό έβλεπε τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, ταυτίζοντας την ‘Ευρώπη’ με ανάπτυξη και επιτυχία. Η οικοδόμηση της Ευρώπης απευθυνόταν στα ορθολογικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που αναζητούσαν νέες αγορές, των εργαζομένων που αναζητούσαν περισσότερες και καλύτερες δουλειές και των καταναλωτών που ήθελαν πιο αποτελεσματικές αγορές. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα: εδώ η κοινωνική προστασία χάλκευε την αποτελεσματικότητα της αγοράς, αλλά και πάλι η βάση ήταν τα συμφέροντα των καίριων τομέων. Επιπλέον, η ‘Ευρώπη’ έπρεπε να δημιουργηθεί έξω από τα έθνη κράτη: ως αντίδοτο στους αποτυχημένους εθνικισμούς και ιδεολογίες, πρόσφερε μια νέα πολιτική μοντερνισμού. Η οικονομική διαχείριση ήταν α-πολιτικοποιημένη, απαλλαγμένη από εσωτερική διαφθορά και καθοδηγούμενη από τεχνοκρατική αντίληψη. Η νέα οικονομική ανάπτυξη έπρεπε επίσης να αποτελεί ανάχωμα έναντι της κομμουνιστικής απειλής, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, ενισχύοντας περαιτέρω την αίσθηση της νομιμότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Αργότερα, όταν ο αριθμός των κρατών μελών της νότιας Ευρώπης αυξήθηκε, η ‘Ευρώπη’ είχε ένα πρόσθετο πεδίο δράσης: την εδραίωση της μετάβασης στη δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας μια κοινή ‘οικογενειακή’ ταυτότητα (στοιχεία που επαναλήφθηκαν με τη διεύρυνση της κεντρικής Ευρώπης, αλλά με πιο αδύναμη επίδραση στη Δύση λόγω της πρόσφατης θεσμικής ατζέντας). Σε όλη τη διάρκεια, η ‘Ευρώπη’ ήταν η πρόκληση στο στάτους κβο και το παλιό κατεστημένο, με σαφή στόχο. Οι φεντεραλιστές ήταν από τους πλέον ένθερμους, αλλά δεν μπορούσαν να αποτελούν την κεντρική πελατεία.</p>
<p><code><br />
</code>Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει την ιδιότητα της avant-guarde , που έχει ξεπεραστεί από νέα ζητήματα και μεταπτώσεις του κοινού. Τα πρόσφατα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία άφησαν την Ε.Ε. φοβισμένη από τα γεγονότα, από την ορμή της δημόσιας απόρριψης. Το τωρινό σχέδιο διεξαγωγής ενός δεύτερου δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι αναπόφευκτα αντενεργό και γεμάτο φόβο για τον ψηφοφόρο. Η Ε.Ε. δεν μοιάζει να νιώθει ότι ανήκει στο μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Πού είναι η ‘Ευρώπη’ στα νέα ζητήματα που κυριαρχούν στις ειδήσεις μας; Πόσοι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι μπορούν να μιλήσουν για την πολιτική της Ε.Ε. σε σχέση με την κλιματική αλλαγή ή την προμήθεια σε ενέργεια; Ή για το τι κάνει η Ε.Ε. για τη διεθνή τρομοκρατία; Ακόμη και σε ό, τι αφορά τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα, ποια άμεση ικανότητα έχει σήμερα η Ε.Ε. να αντιμετωπίσει την ανεργία; Ή την εξειδίκευση; Το κοινό δεν ξεγελιέται: η Ε.Ε. λέει συχνά ‘μεγάλα’ λόγια, αλλά η πραγματική ικανότητά της να δράσει  παραμένει περιορισμένη. Το Πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, που έγινε πιο ενήμερο το 2005, διακήρυττε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, αλλά οι μηχανισμοί της πολιτικής του (<a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Open_Method_of_Coordination" target="_blank">η ‘Ανοιχτή Μέθοδος Επικοινωνίας’</a>) ήταν η περίτρανη απόδειξη για τους περιορισμούς που τέθηκαν στην ικανότητα της Ε.Ε. να δράσει. ‘Ήπιες’ διαδικασίες άφησαν στην Ε.Ε. τη δυνατότητα για εκκλήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ξέσπασε η παγκόσμια τραπεζική κρίση το 2008, η Ε.Ε. μπορούσε μόνο να κοιτάει πάνω απ’ τους ώμους των σημαντικότερων εθνικών κυβερνήσεων, αντί να καθοδηγεί τις ‘λύσεις’. Ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί<a href="http://news.bbc.co.uk/1/hi/business/7648249.stm" target="_blank"> κάλεσε τους ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα</a> σε μια ιδιωτική σύνοδο κορυφής στο Ελιζέ, στις 4 Οκτωβρίου. Η κρίση ήταν τόσο σοβαρή που απαιτούσε την συγκεντρωμένη προσοχή των ‘μεγάλων 4’ της Ε.Ε., αλλά η απουσία των υπόλοιπων 23 κυβερνήσεων -μελών έδειχνε ότι η Ε.Ε. ως τέτοια δεν βρισκόταν στο κάθισμα του οδηγού. Η μίνι σύνοδος συμφώνησε ότι δεν θα υπήρχε εγγύηση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε επίπεδο Ε.Ε. και η αποκατάσταση ήταν θέμα εθνικής επιλογής. Η ιρλανδική κυβέρνηση είχε ήδη προχωρήσει στην εγγύηση των καταθέσεων στις τράπεζές της, χωρίς καμιά αναφορά στη διάσταση της Ε.Ε. Πολύ αργότερα, η Neelie Kroes , συνήθως δυναμική Επίτροπος αρμόδια για τον Ανταγωνισμό, ανακοίνωσε ότι <a href="http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=SPEECH/08/679&amp;format=HTML&amp;aged=0&amp;language=EN&amp;guiLanguage=en" target="_blank">η ΕΕ θα χαλάρωνε τους κανονισμούς της</a> για να επιτρέψει στις κυβερνήσεις να εγγυηθούν και να διοχετεύσουν μετρητά στις τράπεζές τους. Στις 26 Νοεμβρίου, η Επιτροπή της ΕΕ που μέχρι τότε δεν είχε τίποτα ουσιαστικό να πει για την αυξανόμενη οικονομική κρίση, <a href="http://ec.europa.eu/economy_finance/thematic_articles/article13502_en.htm" target="_blank">δημοσίευσε ένα κείμενο για την ανάγκη συντονισμένης ανόρθωσης της οικονομίας</a> από τα 27 κράτη-μέλη. Ακόμη και τότε, η προσοχή επικεντρώθηκε στην κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ, που διαφοροποιήθηκε υποτιμώντας το είδος δράσης που είχαν αναλάβει ο Μπράουν και ο Σαρκοζί και υποσχέθηκε να διαθέσει στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης μόνο τα μισά χρήματα απ’ όσα είχαν υποσχεθεί το Λονδίνο και το Παρίσι. Όταν τέθηκε σε δοκιμασία, η Ευρωπαϊκά Ένωση διαιρέθηκε και άργησε να καθορίσει το ρόλο της. Με όλα αυτά, η ΕΕ απογοήτευσε τους υπέρμαχούς της και απέτυχε στην εκπλήρωση των προσδοκιών τους.</p>
<p><code><br />
</code>Πώς μπορεί η ΕΕ να βρει μια νέα αντίληψη του στόχου; Συγγραφείς όπως ο Timothy Garton Ash απ’ την Οξφόρδη <a href="http://www.prospect-magazine.co.uk/article_details.php?id=8214" target="_blank">συμπεραίνουν ότι η ΕΕ έχασε το δρόμο της μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου</a>, που της έδωσε την καθοριστική ‘ιστορία’ της. Ασφαλώς, η ευρωπαϊκή ενότητα άρχισε με τη γαλλο-γερμανική συμφιλίωση στο πλαίσιο της διαιρεμένης στα δυο Ευρώπης. Προχώρησε όμως μόνο επειδή μπόρεσε να συνδυάσει πολλές ξεχωριστές τμηματικές και τοπικές ιστορίες πίσω από μια νέα ατζέντα. Η σταθεροποίηση της δημοκρατίας στη νότια Ευρώπη, η  μεταρρύθμιση του κράτους στην Ιταλία κι αλλού με την ενιαία αγορά, η επιθυμία για πρόσβαση στις αγορές από την πλευρά των Σκανδιναβών, η ανάγκη ‘εισαγωγής’ νομισματικής πειθαρχίας μέσω της ‘ευρωζώνης’ – τίποτα από όλα αυτά δεν βασιζόταν σε μια αναγκαστική ενότητα λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η είσοδος της Βρετανίας και της Ιρλανδίας το 1979 δεν είχε επίσης να κάνει με κίνητρα που προέρχονταν από τον Ψυχρό Πόλεμο. Με δυο λόγια, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν ποτέ  η μοναδική ιστορία και τον διαδέχτηκαν άλλες πριν από το τέλος του. Και η Γαλλία, τουλάχιστον, είδε τους προέδρους της, στο μεταψυχροπολεμικό σκηνικό, να ανανεώνουν τη δέσμευσή τους στον ειδικό δεσμό με τη Γερμανία στην ηγεσία της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα υπάρχουν 27 τοπικοί δημόσιοι διάλογοι για το μέλλον της Ευρώπης, με πολλές, διαφορετικές ανάμικτες ιστορίες. Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι το σύνολο της Ευρώπης συναινεί στα βασικά θέματα και μόνο μια, δυο, τρεις ή περισσότερες χώρες διαφωνούν. Η ιδιότητα αυτή είναι εκτεταμένη. Διατρέχοντας την ατζέντα, υπάρχουν πολλές διαχωριστικές γραμμές και μεταβαλλόμενες  πλειοψηφίες, ανάλογα με το εάν το επίκεντρο είναι το πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, η Συνταγματική Συνθήκη και τα κείμενα που τη διαδέχτηκαν, οι ντιρεκτίβες των υπηρεσιών, το ευρώ’ κλπ. Μπορούμε επίσης να δούμε πόσο διαφορετικά βλέπουν οι Δυτικοευρωπαίοι τους μετανάστες εργάτες από την Ανατολή- να αντιπαραθέσουμε την εικόνα του ‘Πολωνού υδραυλικού’ στη Βρετανία και τη Γαλλία, για παράδειγμα, και να αναρωτηθούμε ποιος υποστηρίζει εδώ μια ‘ευρωπαϊκή’ ταυτότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Η πραγματικότητα είναι ότι στο μέλλον, όπως και στο παρελθόν, η Ε. Ε. θα πρέπει να συνθέσει ποικίλες ιστορίες σε έναν κοινό σκοπό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτός είναι ο μόνος εφικτός τρόπος για να εγκαθιδρύσει έναν αναγκαίο συνασπισμό υποστήριξης. Μια μεγάλη ιδέα χρειάζεται ένα πακέτο μέτρων πίσω της – να προσφέρει παράπλευρες αποζημιώσεις για να διευρύνει την έκκληση- και να αιτιολογήσει τη θεσμική μεταρρύθμιση.</p>
<p><code><br />
</code>Μια ανανεωμένη εστίαση στην παραγωγική νομιμότητα  απαιτεί πολιτική ηγεσία. Και πάλι η ιστορία μας διδάσκει ότι τα μεγάλα βήματα προς τα μπρος απαιτούν έναν πρόεδρο της Επιτροπής με ισχυρό προφίλ, μαζί με έναν σθεναρό γαλλογερμανικό άξονα. Σήμερα, ο Μπαρόζο δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το κριτήριο και πρέπει να ελπίσουμε για ένα πιο δημοφιλές πρόσωπο μετά το 2009. Η άλλη πλευρά της εξίσωσης χρειάζεται αναθεώρηση. Το Παρίσι και η Βόννη μπορούσαν να διευθύνουν την Ε.Ε. των 12, αλλά τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι δεν ισχύει το ίδιο για την Ευρώπη των 27. Οι κεντροευρωπαίοι δεν συμμερίζονται αναγκαστικά τη σκοπιά τους και δεν είναι εύκαμπτοι.</p>
<p><code><br />
</code>Στην πραγματικότητα, μια Ε.Ε. των 27 ή περισσότερων αντιπροσωπεύει έναν πολύ διαφορετικό χώρο σε ό, τι αφορά την ηγεσία. Είναι πολύ απίθανο ένα ή δυο κράτη-μέλη να ασκούν το είδος της ηγεμονικής ηγεσίας που άσκησαν το Παρίσι και η Βόννη στο παρελθόν. Η ηγεσία μοιάζει να είναι πιο ρευστή και εστιασμένη σε συγκεκριμένους τομείς, με μεταβαλλόμενους συνασπισμούς ως αποτέλεσμα. Με περισσότερους παίκτες, εκτεταμένες πολιτικές και 27 εκλογικούς κύκλους, η σταθερή ηγεσία αποτελεί χίμαιρα. Η Γαλλία και η Γερμανία μόνες τους τυγχάνουν, πιθανότατα, ανεπαρκούς υποστήριξης. Περισσότερο απ’ ό, τι για τους προκατόχους του, είναι πιο δύσκολο για τον  Σαρκοζί να είναι διάμεσος παίκτης στο φάσμα των εθνικών θέσεων, ενώ η Μέρκελ στο τέλος του 2008 φάνηκε να εγκαταλείπει το έργο της εδραίωσης μιας νέας συναίνεσης. Υπάρχει μια ανανεωμένη ευκαιρία για τη Βρετανία να επιβάλει την παρουσία της κι αυτό θα μπορούσε να διευρύνει την κάλυψη της ηγεσίας. Αυτό θα ήταν πολύ ρεαλιστικό αν η ΕΕ εστίαζε σε ένα μείζον πρόγραμμα πολιτικής. Όμως, οι εσωτερικοί περιορισμοί στο Λονδίνο  είναι πολύ αυστηροί: ο Μπράουν (κάπως λιγότερο από τον Μπλερ) είναι πιο αναγκαίος, αλλά δεν μπορεί να εκπληρώσει. Ο πιθανός διάδοχός του, Ντέηβιντ Κάμερον, θα είναι ακόμη πιο αποστασιοποιημένος από την Ευρώπη, περιορισμένος από τις θέσεις του περιβάλλοντός του περί ‘Μικρής Αγγλίας’ και τη δική του έλλειψη ενδιαφέροντος. Μια γενναία κίνηση στην Ευρώπη από τον Μπράουν θα έκανε την αυτοκρατορία του Μέρντοχ να γείρει στους Τόρρις, επιδεινώνοντας τα τραύματα των Εργατικών. Κατά συνέπεια, οι προοπτικές για μια νέα ηγεσία στην Ευρώπη δεν είναι άμεσα υποσχόμενες.</p>
<p><code><br />
</code>Ηγεσία και νομιμότητα συνδέονται στενά. Μια νέα ‘παραγωγική’ νομιμότητα στην ΕΕ μπορεί να επιτευχθεί με πολιτικές που  θα ανατεθούν σε μια ειδική υπηρεσία. Σήμερα, όμως, μέρος της παλινδρόμησης ως προς την Ε.Ε. στη Γαλλία, ειδικά, απευθύνεται εναντίον του ρόλου και της μορφής της ίδιας της Κομισιόν. Αυτό έρχεται παράλληλα με την εχθρότητα που εκπέμπεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία και άλλους σε διάφορες στιγμές. Είναι απίθανο μια αλλαγή του προέδρου της Κομισιόν να επιλύσει το ζήτημα. Συγγραφείς όπως ο Yves Meny του European University Institute  έχουν αναγνωρίσει την ανάγκη μιας νέας ‘ χρήσιμης ηγεσίας’ στην Ε.Ε. και υποστηρίζουν ότι μόνο η Κομισιόν μπορεί να την παράσχει. Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι δεν είναι διατεθειμένοι να δουν την Κομισιόν ως κεντρικό κομμάτι μιας μεγάλης ιδέας- γι’ αυτούς αποτελεί μέρος του προβλήματος, όχι λύση, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Το πρότυπο της Κομισιόν ως θεσμική μορφή μοιάζει παρωχημένο-παραπέμπει στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 1950. Ποιος αγαπά την ευρωπαϊκή ενότητα λόγω της μορφής της Κομισιόν; Η δομή είναι απόμακρη και ελιτίστικη, πολύ διαφορετική από το πολιτικό μοντέλο που οι ψηφοφόροι γνωρίζουν και εμπιστεύονται στις χώρες τους. Την ίδια στιγμή, η εμπειρία των άμεσων εκλογών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορηματικά ως επιτυχής. Το εκλεγμένο Κοινοβούλιο μπορεί να έχει εκτρέψει μέρος της κριτικής κατά της τεχνοκρατικής Κομισιόν, αλλά δεν έχει να παρουσιάσει πολλά πρόσθετα οφέλη. Είχε μικρή επίδραση στη δημόσια εικόνα της Ε.Ε. στα μέσα ενημέρωσης ανά την Ευρώπη. Το γεγονός ότι δεν είναι ορατό είναι ένας παράγων που συντελεί στο πρόβλημα νομιμότητας της Ε.Ε. ως σύνολο.</p>
<p><code><br />
</code>Η ‘Ευρώπη’ πρέπει να αναπτυχθεί ως πολιτικό σύστημα, με την πολιτικοποίηση που αυτό συνεπάγεται, εάν θέλει η νομιμότητά της να έχει βαθύτερες ρίζες.  Σ’ αυτή τη γενική πρόταση,<a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745642048" target="_blank"> συμφωνώ με τον συνάδελφό μου του LSE, Simon Hix</a>. Αλλά η πολιτικοποίηση δεν καλύπτει τις άμεσες ανάγκες του παρόντος και κινδυνεύει ‘να πετάξει το μωρό με το νερό του μπάνιου’, θυσιάζοντας οφέλη του παρελθόντος χωρίς να αποκομίσει νέα. Η θεσμική ενδοσκόπηση, που έχει οδηγήσει την Ευρώπη στο σημερινό χάος, δεν αποτελεί την καλύτερη στρατηγική εξόδου. Με τις παγκόσμιες κρίσεις στους τομείς των τραπεζών, της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής, ο πολιτικός σχεδιασμός της Ε.Ε. μοιάζει με περισπασμό. Συμφωνώ με τον Stefano Bartolini  του EUI <a href="http://cadmus.eui.eu/dspace/handle/1814/6436" target="_blank">ότι η μεγαλύτερη πολιτικοποίηση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις</a> – διαφορετικά ενδέχεται να είναι διασπαστική- αλλά δεν μπορούμε να αρχίσουμε με θεσμικές μεταρρυθμίσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αντίθετα, η πολιτική μεταρρύθμιση πρέπει να καθοριστεί από τη φύση μιας μεγάλης νέας πολιτικής ιδέας- να διατυπωθεί ως λογικό μέσο για μια επιθυμητή πολιτική λύση. Η τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κέντρο της σκηνής δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως κεντρική προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής πρωτοβουλίας. Επιπλέον, η αύξηση των εξουσιών της Κομισιόν δεν θα ικανοποιήσει εκείνο το κοινό που είναι σκεπτικό σε σχέση με τις αξίες και τους στόχους της.</p>
<p><code><br />
</code>Η τελευταία μεγάλη επιτυχία της Ε.Ε. ήταν η εισαγωγή του ‘ευρώ’ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στο σημερινό κλίμα- συμπιεσμένος μεταξύ της αντιπάθειας έναντι της Κομισιόν και των κινδύνων πολιτικοποίησης μέσω του Κοινοβουλίου- ο καλύτερος συμβιβασμός θα ήταν πάλι η δημιουργία ενός ξεχωριστού θεσμικού σώματος αφιερωμένου στην πραγματοποίηση της μεγάλης νέας ευρωπαϊκής πολιτικής ιδέας. Αυτό μπορεί να προωθηθεί ως πραγματιστική απάντηση, με τη λογική της ευρωπαϊκής ενότητας, χωρίς να αναζωπυρώσει τις ατζέντες για τις εξουσίες των ‘Βρυξελλών’. Ακολουθεί το πρότυπο του 1957 με τη δημιουργία του EURATOM.</p>
<p><code><br />
</code>Επιστρέφουμε έτσι στο αρχικό θέμα: το πακέτο πολιτικής. Μια μεγάλη νέα ιδέα μπορεί να τραβήξει την προσοχή με τη συζήτηση της θετικής επίδρασής της. Έχει το πλεονέκτημα της απλής εστίασης- μια κρίσιμης προϋπόθεσης για ενίσχυση της ορατότητας και νομιμότητας της ΕΕ. Μια τέτοια στρατηγική αποτρέπει τις μπερδεμένες περιπλοκές μιας αναθεώρησης της θεσμικής αρχιτεκτονικής.</p>
<p><code><br />
</code>Η μεγάλη νέα ιδέα απαιτεί προσεκτική επιλογή και σχεδιασμό, προκειμένου να αντανακλά ικανοποιητικά την καταλληλότητα  της ‘φίρμας’ της ΕΕ. Οι πλέον κατάλληλες επιλογές σήμερα είναι τα προγράμματα που διασφαλίζουν την προμήθεια ενέργειας και αντιμετωπίζουν την κλιματική αλλαγή. Αυτά συνδυάζουν τις νέες πολιτικές της ‘πράσινης’ ατζέντας με ζητήματα οικονομικής ασφάλειας. Μέρος αυτής της ατζέντας – κλιματική αλλαγή και περικοπή εκπομπών αερίου- ήταν στο επίκεντρο της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών στο Πόζναν, τον Δεκέμβριο του 2008, και μια ανάλογη διάσκεψη προγραμματίζεται να γίνει στην Κοπεγχάγη το 2009. Μολονότι τέτοια ζητήματα είναι κατάλληλα σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ευρώπη έχει να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα. Δεν έχει δώσει όμως στην ΕΕ πολλές συλλογικές αρμοδιότητες. Αντίθετα, ο έξω κόσμος βλέπει διακυβερνητικότητα και όχι υπερεθνική ηγεσία. Το πλαίσιο βελτιώνεται: ο πρόεδρος Ομπάμα θα είναι υποστηρικτικός σύμμαχος και όχι εμπόδιο. Συνεπώς, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να δράσει διεθνώς, ασκώντας μια ηθική ηγεσία, και δημιουργώντας μια πραγματική ενεργειακή κοινότητα που θα αντιμετωπίζει τους περιβαλλοντικούς προβληματισμούς και θα διασφαλίσει τον ανεφοδιασμό σε ενέργεια. Ως μέσο γι’ αυτούς τους σκοπούς,  η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μια νέα υπηρεσία με την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη και αρμοδιότητες. Μια ‘Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη’ θα άγγιζε τις χορδές των Ευρωπαίων ψηφοφόρων. Η Υπηρεσία θα είχε παρόμοια σχέση με το Συμβούλιο με αυτή που έχει τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα είχε να κάνει με την εισαγωγή πολιτικής και ψηφοφορία στο Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία.</p>
<p><a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/standard_en.htm" target="_blank"><code><br />
</code>Η έρευνα κοινής γνώμης του Ευρωβαρόμετρου</a> έδειξε ότι 69-71% των ανθρώπων στην Ε.Ε. των 27 πιστεύουν ότι η ΕΕ πρέπει να έχει ρόλο στην προστασία του περιβάλλοντος και 61-88% πιστεύουν το ίδιο για την ενεργειακή πολιτική (Ευρωβαρόμετρο, 68-69). Πράγματι, κανένας άλλος τομέας πολιτικής δεν είχε μεγαλύτερη υποστήριξη από το ευρωπαϊκό κοινό- εκτός από την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Αυτός μοιάζει ένας λιγότερο πρόσφορος τομέας για να ηγηθεί η ΕΕ. Θέματα που έχουν να κάνουν με παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών θα συνάσπιζαν τους υπέρμαχους των πολιτικών δικαιωμάτων και τους ευρωσκεπτικιστές. Η ενέργεια και το περιβάλλον προβάλλουν στις συζητήσεις για το μέλλον και μπορούν να συμβάλουν σε μια αλλαγή της αντίληψης του κοινού σε σχέση με την καταλληλότητα της ευρωπαϊκής ενότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Ο ίδιος ο Μοννέ είχε δει την ενέργεια ως σημείο κλειδί για την αναζωογόνηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μετά το φιάσκο της γαλλικής απόρριψης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας το 1954. Η σύνοδος της Μεσσήνης, στη συνέχεια, δεν επέμεινε σε μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική αλλά σε μείζονα προγράμματα νέας πολιτικής. Ύστερα από τις πρόσφατες αναταράξεις, φαίνεται ότι απ’ αυτή την άποψη ο Μοννέ μπορεί να διδάξει και πάλι την Ευρώπη. Δεν δέχτηκα ποτέ ότι ο Μοννέ ήταν ο ‘άγιος’ που διατείνονται κάποιοι, αλλά σε ό, τι αφορά το να προχωράμε μπροστά μέσα από προγράμματα πολιτικής, η στρατηγική του αντίληψη μοιάζει πιο συνετή από αυτή την οποία βιώνουμε στη σημερινή Ε.Ε.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=391</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Dan Smith &#8211; Για την  προσαρμογή στις απειλές της κλιματικής αλλαγής</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=334</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=334#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:07:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[arlen dilsizian]]></category>
		<category><![CDATA[dan-smith]]></category>
		<category><![CDATA[εμπορία εκπομπών άνθρακα]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνία πολιτών]]></category>
		<category><![CDATA[συγκρούσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=334</guid>
		<description><![CDATA[Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έχουν ήδη αρχίσει να προκαλούν γενικευμένη ανησυχία. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Dan Smith μιλά για τα πιθανά επακόλουθα σε κοινωνικό επίπεδο &#8211; ειδικότερα, τον κίνδυνο εξάπλωσης συγκρούσεων και γενικευμένης αστάθειας. Ο Smith υποστηρίζει ότι η προσαρμογή μας στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν συνδεθεί [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/dan_smith.JPG" title="Dan Smith"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/dan_smith.JPG" title="Dan Smith" alt="Dan Smith" width="105" align="left" height="105" /></a><br />
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έχουν ήδη αρχίσει να προκαλούν γενικευμένη ανησυχία. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Dan Smith μιλά για τα πιθανά επακόλουθα σε κοινωνικό επίπεδο &#8211; ειδικότερα, τον κίνδυνο εξάπλωσης συγκρούσεων και γενικευμένης αστάθειας. Ο Smith υποστηρίζει ότι η προσαρμογή μας στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν συνδεθεί στενά με τις πολιτικές μας για την ανάπτυξη και αν ενσωματωθεί σαν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ειρηνευτικής διαδικασίας.<span id="more-334"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Λαμβάνοντας υπόψη ότι το φαινόμενο της αιφνίδιας και συχνά βίαιης κλιματικής αλλαγής μέσα από τον γεωλογικό χρόνο είναι καλά τεκμηριωμένο, γιατί είμαστε τόσο  ανήσυχοι για τις αλλαγές που βλέπουμε σήμερα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ο τρόπος ζωής μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι στις πολύ αστικοποιημένες κοινωνίες μας, είναι πολύ εξαρτημένος από το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον. Ακόμη και μικρές αλλαγές, όπως οι αυξήσεις των εκπομπών αερίων ή των μέσων θερμοκρασιών μπορούν να έχουν  μεγάλη επίδραση στις ζωές μας.</p>
<p><code><br />
</code>Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, υπήρξε για πολλά χρόνια  ξηρασία- που συνοδεύτηκε πρόσφατα από φοβερές πυρκαγιές στα δάση, από τις οποίες η Ελλάδα έχει εμπειρία. Το μεγαλύτερο, όμως,  πρόβλημα στην Αυστραλία είναι ότι η καλλιέργεια ρυζιού μειώθηκε κατά 98%. Εάν αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχει επισιτιστική κρίση αυτή τη στιγμή και οι τιμές ανεβαίνουν και αρχίζουν να γίνονται φασαρίες όπου οι άνθρωποι δεν έχουν τα μέσα να φάνε, η ξηρασία είναι μια από τις αιτίες. Υπάρχουν χίλιοι λόγοι, δηλαδή, να είμαστε ανήσυχοι για την κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Με ποιο τρόπο ο υπερπληθυσμός και η αστικοποίηση εμποδίζουν την ικανότητα προσαρμογής μας στις κλιματικές αλλαγές που αντιμετωπίζουμε σήμερα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται με δραματική ταχύτητα κι αυτό, νομίζω, το γνωρίζουμε όλοι. Στη δεκαετία του 1820, ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 1 δις κι έφτασε τα τρία δισεκατομμύρια το 1960. Σήμερα, ξεπερνά τα 6 δις και ενδέχεται να συνεχίσει και να φτάσει τα 9 δις μέχρι το μέσο του 21ου αιώνα. Σε ιστορική προοπτική είναι μια συγκλονιστική αύξηση. Την  ίδια στιγμή, είναι προφανές ότι έχουμε καλλιεργήσει περισσότερη γη, έχουμε βελτιώσει τις γεωργικές τεχνικές μας, έχουμε πολύ καλύτερη αποθήκευση τροφίμων και διανομή απ’ ό, τι είχαμε ποτέ και, παρόλα αυτά, παραμένει το ερώτημα εάν μπορούμε πράγματι να είμαστε τόσο αποτελεσματικοί και τόσο δημιουργικοί ώστε ο πλανήτης να μπορεί να αντέξει το φορτίο όλων αυτών των ανθρώπων.</p>
<p><code><br />
</code>Από τη μια πλευρά, δεν νομίζω πως έχει αποδειχτεί ότι ο πλανήτης έχει υπερπληθυσμό. Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές πως, για παράδειγμα, προβλήματα που σχετίζονται με την παραγωγή και την κατανάλωση τροφής και ενέργειας γίνονται πιο έντονα λόγω της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού.</p>
<p><code><br />
</code>Αναφερθήκατε, επίσης, στην αστικοποίηση. Περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στις πόλεις, αυτή τη στιγμή, και σύμφωνα με τις σημερινές προβλέψεις ο αριθμός αυτός θα πλησιάσει ίσως το 70% μέχρι το 2030. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού οφείλεται εν μέρει στην αναπαραγωγή στις πόλεις αλλά και στην ερήμωση των αγροτικών περιοχών. Το ένα τρίτο του αστικού πληθυσμού του κόσμου ζει σήμερα σε παράγκες και σε αυτές τις παράγκες έχουν συχνά πολύ μικρή ή και καθόλου πρόσβαση σε καθαρό νερό και συνθήκες υγιεινής, για να μη μιλήσουμε για πράγματα όπως η παιδεία και η περίθαλψη, ο νόμος και η τάξη, η προσωπική ασφάλεια.</p>
<p><code><br />
</code>Οι παράγκες αυτές, που καλύπτουν ευρείες περιοχές σε ορισμένες από τις μεγαλουπόλεις του κόσμου, γίνονται απαγορευμένες περιοχές σε ό, τι αφορά τον νόμο και τη τάξη και  διοικούνται από συμμορίες. Προφανώς είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατον, να συμπεριλάβουμε τις περιοχές αυτές και τους ανθρώπους που ζουν εκεί σε προγράμματα προσαρμογής στις απειλές της κλιματικής αλλαγής. Εάν πάρουμε πόλεις όπως το Καράτσι ή η Βομβάη, μολονότι αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικά ρίσκα, είναι πολύ δύσκολο να εκπαιδευτούν οι τοπικοί πληθυσμοί έτσι ώστε να αντιδράσουν σ’ αυτά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυτικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δρουν σε αναπτυσσόμενες χώρες  θεωρούνται από τις τοπικές κοινωνίες ως υπολείμματα της περιόδου της αποικιοκρατίας. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση και θεωρείτε ότι αποτελεί σημαντικό πρόβλημα σε σχέση με την πολιτική για την κλιματική αλλαγή στις αναπτυσσόμενες χώρες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Θα ήθελα να διακρίνω ορισμένα  διαφορετικά συστατικά των προβλημάτων και ζητημάτων που θέτετε. Ένα από αυτά είναι ο δυνητικά εποικοδομητικός ρόλος της κοινωνίας των πολιτών. Νομίζω πως είναι αλήθεια ότι εάν οι χώρες μπορούν να αναπτύξουν μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, τότε οι δυνατότητές τους για ανάπτυξη, για καλή διακυβέρνηση, για ελευθερία και ελευθερίες και, μεταξύ άλλων, για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, θα είναι αυξημένες και νομίζω ότι υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι που μας επιτρέπουν να το πούμε. Το δεύτερο σημείο αφορά την ομογενοποίηση. Είναι λάθος, ενδεχομένως καταστροφικό, να νομίζουμε ότι η κοινωνία των πολιτών πρέπει να είναι ίδια σε κάθε χώρα και νομίζω ότι υπάρχουν περιπτώσεις που η προβολή του ευρωπαϊκού ή του ελαφρώς διαφορετικού βορειοαμερικανικού πρότυπου της κοινωνίας των πολιτών στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι ακατάλληλη και μη βοηθητική. Τρίτον, νομίζω ότι πρέπει να αναγνωριστεί στην κοινωνία των πολιτών ότι έβαλε το θέμα της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια ατζέντα. Οι πολιτικοί δεν θα ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα εάν η κοινωνία των πολιτών δεν υποστήριζε ότι ο σχεδιασμός μιας σωστής κλιματικής πολιτικής ήταν επείγων.</p>
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή και η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ζητήματα που ξεπερνούν τη ζωή μιας κυβέρνησης. Είναι προβλήματα που θα εξακολουθήσουν να μας στοιχειώνουν για ακόμη έναν αιώνα- ό,τι επιτυγχάνεται στη διάρκεια της ζωής μιας αμερικανικής κυβέρνησης, μιας ευρωπαϊκής προεδρίας, είναι σχετικά περιορισμένο. Δεν είναι το είδος του ζητήματος που ταιριάζει στο σχήμα της σύγχρονης δυτικής πολιτικής σκέψης και νομίζω ότι εμείς οι επιστήμονες,  κάποιοι δημοσιογράφοι και μη κυβερνητικές οργανώσεις, προωθήσαμε πραγματικά τη συνειδητοποίηση αυτού του ζητήματος και είπαμε ‘όχι, αυτό είναι κάτι που πρέπει να χειριστούμε’. Ωστόσο, όταν οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν δράση, το χειρίζονται με  προσεγγίσεις που πάνε από πάνω προς τα κάτω και εμπεριέχουν όσο δυνατόν λιγότερη αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Ο λόγος που ρωτάω είναι ότι γνωρίζω ανθρώπους που δουλεύουν σε περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις στην Αφρική, για παράδειγμα, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η κοινωνία των πολιτών πρέπει να αναδύεται από την ίδια τη χώρα κι ότι συχνά είναι πολύ δύσκολο για τους ξένους να καταλάβουν τον τρόπο που λειτουργούν οι τοπικές κοινωνίες. <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Emissions_trading" target="_blank">Η εμπορία εκπομπών άνθρακα</a>, ο τρόπος με τον οποίον γίνεται στην Αφρική, είναι ένα καλό παράδειγμα….</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Αυτό το είδος κριτικής είναι απολύτως σωστό. Υπάρχουν μερικές διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που δρουν σα να αποτελούν μέρος της κοινωνίας των πολιτών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ή της Λιβερίας ή της Τανζανίας κι αυτό είναι τεχνητό, είναι πλαστό, αλλά δεν σημαίνει ότι οι διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Μπορούν…μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Πρέπει όμως να καταλάβετε ότι όταν συμμετέχετε σε αυτού του είδους τη δραστηριότητα, όλα εξαρτώνται από τις οργανώσεις που είναι οι εταίροι σας και ότι βρίσκεστε εκεί για να τις υποστηρίξετε και να τις βοηθήσετε και όχι για να τις καθοδηγήσετε.</p>
<p><code><br />
</code>Για να επιστρέψουμε στο θέμα της εμπορίας εκπομπών άνθρακα…Η εμπορία εκπομπών  άνθρακα προτάθηκε ως ένα είδος ανώδυνης και επικερδούς τεχνικής λύσης στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και σήμερα αποδεικνύεται ότι δεν λειτουργεί. Υπάρχουν στοιχεία ότι, σήμερα, ο καθαρός αναπτυξιακός μηχανισμός (CDM), που είναι το κύριο εργαλείο της εμπορίας εκπομπών άνθρακα σε όλο τον κόσμο, λειτουργεί αποτελεσματικά αλλά ανέντιμα, σύμφωνα με ορισμένες πρόσφατες εκθέσεις. Ακόμη όμως κι αν λειτουργούσε με έντιμο τρόπο, είναι δύσκολο να δούμε αν θα υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Η εμπορία εκπομπών άνθρακα  έχει να κάνει με μετατοπίσεις εκεί που γίνονται εκπομπές άνθρακα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ορισμένες από τις δραματικές μειώσεις στις οποίες αναφέρονται κάποιες από τις περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις- μειώσεις των εκπομπών άνθρακα περισσότερο από 50% μέσα στα επόμενα 30 χρόνια. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, πρέπει να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα και το θλιβερό είναι ότι καμιά κυβέρνηση δεν το κάνει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Η πορεία από το Κιότο στο Μπαλί δείχνει μια τάση προς μια πιο συντηρητική πολιτική. Συμφωνείτε μ’ αυτό και γιατί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Νομίζω ότι πρόκειται για ένα μίγμα αυτή τη στιγμή. Μια από τις σημαντικές αιτίες γι’ αυτές τις εξελίξεις είναι η απελπισμένη προσπάθεια που γίνεται για να δεσμευθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω, νομίζω ότι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση υπήρξε καταστροφική σε ό, τι αφορά τις διεθνείς προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Εάν ο Αλ Γκορ είχε εκλεγεί το 2000, νομίζω ότι θα είχαμε μια καλύτερη εφαρμογή των επιπέδων του Κιότο και μια πιο πλήρη και σαφή δημόσια συζήτηση για το μετα-Κιότο, πράγμα που θα είχε θέσει πιο φιλόδοξους στόχους, χωρίς να θέλω να πω ότι όλα θα ήταν τέλεια…</p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να πούμε ότι εάν πάρετε την πολιτική συζήτηση στην Ευρώπη και σε πολλές άλλες χώρες, θα δείτε ότι οι κυβερνήσεις και οι διαμορφωτές πολιτικής έχουν αρχίσει να παίρνουν στα σοβαρά την έκταση που πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα. Αυτό που δεν έχουν βρει είναι πώς θα εφαρμόσουν αυτή την αλλαγή. Είναι πολύ δύσκολο, και νομίζω πως είναι λάθος, να καθόμαστε απλώς στην άκρη και να λέμε ‘αχ, η κυβέρνηση….αχ, η κυβέρνηση….το χειρίζεται λάθος’, γιατί αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους. Η κλιματική αλλαγή και τα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούν μια απειλή που συνδέει τα πάντα, από το πιο υψηλό διεθνές επίπεδο μέχρι τον ιδιώτη που πάει να ψωνίσει στο σουπερμάρκετ. Ποιες είναι οι επιλογές που κάνετε; Χρησιμοποιείτε πλαστικές σακούλες; Σκέφτεστε τις εκπομπές άνθρακα στην καθημερινή σας ζωή; Οδηγείτε αυτοκίνητο όταν δεν είναι απαραίτητο; Όλοι μας πρέπει να αποδεχτούμε και να καλωσορίσουμε, να αγκαλιάσουμε και να απολαύσουμε τις αλλαγές στα πρότυπα συμπεριφοράς μας, γιατί αν συνεχίσουμε την άγρια κατανάλωση που κάναμε τα τελευταία 30 χρόνια, τότε δεν πρόκειται να μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα και όλα τα εφιαλτικά σενάρια για την κλιματική αλλαγή θα βγουν αληθινά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Σχετικά με την εμπορία εκπομπών άνθρακα, πώς μπορούμε ακόμη να μιλάμε γι’ αυτό όταν υπάρχει ακόμη το χρέος του τρίτου κόσμου που κρατά τις χώρες αυτές υπό την εξουσία των ανεπτυγμένων χωρών; Η κατάργηση του χρέους του τρίτου κόσμου δεν μπορεί να αποτελέσει την τομή για την ανεξάρτητη ανάπτυξη αυτών των χωρών;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ναι, νομίζω ότι ακόμη μπορεί…Θέλω να πω ότι έγιναν τεράστια βήματα προς τα μπρος. Για ορισμένες χώρες, όμως, η αποπληρωμή του χρέους είναι ακόμη πολύ υψηλότερη από όσο μπορούν να αντέξουν. Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα εδώ, που πρέπει να τονίσουμε, που είναι ότι η εμπορία εκπομπών άνθρακα, εάν λειτουργήσει, θα πετύχει αυτό που λέμε ‘μετριασμό των εκπομπών άνθρακα’. Μολονότι δεν πιστεύω ότι θα λειτουργήσει, η εμπορία εκπομπών άνθρακα κάνει ακριβώς αυτό. Γεγονός είναι, όμως, ότι το περιβαλλοντικό σύστημα κινείται πολύ αργά, κι έτσι τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής που ξετυλίγονται τώρα και θα συνεχίσουν να ξετυλίγονται τις επόμενες τρεις δεκαετίες, καθορίζονται από τις εκπομπές άνθρακα που έγιναν τον περασμένο αιώνα. Εάν μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα τώρα και το κάνουμε σοβαρά, τότε θα αρχίσουμε να βλέπουμε τα οφέλη των ενεργειών μας σε 3 με 4 δεκαετίες.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, ειδικότερα, πρέπει να προβληματιστούμε για το τι θα συμβεί στα 35 με 40 χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στο σήμερα και στο πότε θα γίνουν αισθητές οι μειωμένες εκπομπές άνθρακα. Σ’ αυτό το διάστημα, οι αναπτυσσόμενες χώρες θα αντιμετωπίσουν (σύμφωνα με τις προβλέψεις)  περισσότερες ξηρασίες στα πιο ξηρά μέρη, περισσότερες πλημμύρες, μεταβολές στα πρότυπα των επιδημιών, ελλείψεις τροφίμων, πιθανώς μαζικές μεταναστεύσεις, αυξημένο κίνδυνο συγκρούσεων. Το να βασιστούμε απλώς στην εμπορία εκπομπών άνθρακα για να λυθούν αυτά τα περίπλοκα ζητήματα είναι εντελώς εκτός διαβάθμισης, εκτός στόχου. Αυτό που χρειάζεται είναι να δουλέψουμε μαζί με τις αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουμε να προσαρμοστούν έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και εάν συμβούν πλημμύρες να είναι πιο έτοιμες να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές τους, για παράδειγμα. Προφανώς, η ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις αυτές θα είναι αυξημένη, εάν έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα κι έτσι η μεταρρύθμιση του συστήματος της εμπορίας εκπομπών άνθρακα αποτελεί πράγματι μέρος μιας σωστής και δίκαιης αντίδρασης στην κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Στις περιπτώσεις, λοιπόν, που τα κράτη είναι εξαιρετικά ευάλωτα στις συγκρούσεις, πώς μπορούν να συμμετάσχουν στην παγκόσμια ατζέντα της κλιματικής αλλαγής;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Στην έκθεσή μας με τίτλο ‘<a href="http://www.international-alert.org/pdf/A_Climate_Of_Conflict.pdf" target="_blank">Ένα Κλίμα Σύγκρουσης</a>’ δείξαμε ότι η κλιματική αλλαγή,  σε αλληλεπίδραση με τις αδύναμες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές υποδομές των χωρών δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για ένοπλες συγκρούσεις σε περίπου 46 χώρες και κίνδυνο σοβαρής πολιτικής αστάθειας σε άλλες 56 χώρες. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε μια πρόβλεψη που αφορά  τα επόμενα 10 με 15 χρόνια. Πιστεύουμε ότι η επισιτιστική ανασφάλεια θα αποτελέσει μια πολύ σημαντική αιτία γι’ αυτές τις εξελίξεις- όπου αυξάνεται η επισιτιστική ανασφάλεια, ακολουθεί συνήθως  μαζική μετανάστευση, που είναι μια άλλη πιθανή αιτία για συγκρούσεις. Τα περισσότερα από τα μεταναστευτικά κινήματα που βλέπουμε αφορούν τις φτωχές χώρες. Αποτελούνται είτε από εσωτερικές μεταναστευτικές ροές ή από μετακινήσεις ανθρώπων από ένα φτωχό κράτος στις γειτονικές του χώρες, παρά από κινήματα από τον φτωχό προς τον πλούσιο κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να γίνει είναι η αναγνώριση του προβλήματος και των διαφορετικών αποχρώσεων που έχει σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Ο μετριασμός της παραγόμενης ποσότητας αερίων του θερμοκηπίου είναι απολύτως βασικός, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι αρκετός και ότι μέχρι να γίνουν αισθητά τα θετικά αποτελέσματά του θα χρειαστεί να προσαρμοστούμε. Οι πλούσιες χώρες, όπως η Βρετανία και η Ολλανδία, για παράδειγμα, ασχολούνται ήδη με την προσαρμογή στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και μπορούν να το κάνουν επειδή είναι καλά οργανωμένες, ευνομούμενες και πλούσιες. Χώρες όμως όπως το Μπαγκλαντές δεν μπορούν να το κάνουν ή μπορούν σε πολύ μικρότερη έκταση. Και πρέπει να μπουν σε ένα διεθνές σύστημα βοήθειας για να αναπτύξουν τη γνώση και την κατανόηση σε ό, τι αφορά την ακριβή αναγνώριση των απειλών που αντιμετωπίζουν. Για παράδειγμα, στο Μπαγκλαντές, αυτό έχει σαφώς να κάνει με τους κυκλώνες και με το σύστημα των ποταμών που φέρνουν νερό από <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Ganges_Delta" target="_blank">το σύστημα των ποταμών του Γάγγη</a>. Αλλά στις Φιλιππίνες, το θέμα είναι ότι το πρότυπο των τυφώνων αλλάζει ή ότι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον καιρό που έρχεται απ’ τη θάλασσα, λόγω των περίπου 7000 νησιών τους. Πρέπει να μελετήσουμε συστηματικά ποιες είναι οι ειδικές ανάγκες κάθε χώρας, να τις αναγνωρίσουμε και να ανταποκριθούμε σ’ αυτές. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει, συγκεντρωτικά, από πανεπιστημιακούς ερευνητές στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Πρέπει οι αναπτυσσόμενες χώρες να έχουν τη δυνατότητα να μελετήσουν, να αναλύσουν, να καταλάβουν και να ανταποκριθούν σ’ αυτά τα ζητήματα. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο έργο. Κανείς από όσους μιλούν γι’ αυτό δεν ισχυρίζεται ότι είναι εύκολο να επιτευχθεί, ότι αυτό μπορεί να γίνει γρήγορα ή φτηνά. Πρέπει να κάνουμε το πρώτο βήμα σ’ αυτό το δρόμο και να το κάνουμε πολύ γρήγορα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα που να δείχνει πώς η κλιματική αλλαγή συνέβαλε στην οικοδόμηση της ειρήνης, μια συγκεκριμένη περίπτωση; Ή είναι κάτι που πρέπει να περιμένουμε να δούμε στο μέλλον;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Το επιχείρημά μας στο ‘Ένα Κλίμα Σύγκρουσης’ είναι ότι αυτό που χρειάζονται οι κοινωνίες όταν βγαίνουν από συγκρούσεις συνδέεται πολύ στενά με αυτό που χρειάζονται για να προσαρμοστούν στις απειλές της κλιματικής αλλαγής. Τεχνικά, μπορεί να μοιάζουν διαφορετικές, αλλά οι κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονται από πίσω και η σκέψη να συμμετέχουν οι άνθρωποι στη διαδικασία οικοδόμησης της ειρήνης και η προσαρμογή στην  κλιματική αλλαγή μοιάζουν πολύ. Συνεπώς, εμείς υποστηρίζουμε ότι η οικοδόμηση της ειρήνης και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να πορευθούν χέρι-χέρι και, επομένως, μια κοινωνία που θα είναι ικανή να ανταποκριθεί στην απειλή της κλιματικής αλλαγής είναι μια κοινωνία πολύ πιο ικανή να χτίσει μια πιο ευπροσάρμοστη ειρήνη για την ίδια. Είναι μάλλον ένα όραμα παρά κάτι για το οποίο μπορώ να σας δώσω συγκεκριμένο παράδειγμα.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να καταλάβουμε ότι η προσέγγισή μας έναντι της ανάπτυξης και στην πραγματικότητα έναντι της οικοδόμηση της ειρήνης πρέπει να αλλάξει και να προσαρμοστεί στην κλιματική αλλαγή. Την ίδια στιγμή, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα λειτουργήσει μόνο αν συνδεθεί στενά με την ανάπτυξη και γίνει αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε ειρηνευτικής διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα πορεύονται χέρι με χέρι, είναι  κλωστές πλεγμένες στο ίδιο ύφασμα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=334</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Larry Lohmann &#8211; Η πολιτική της κλιματικής αλλαγής</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=336</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=336#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:06:07 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[arlen dilsizian]]></category>
		<category><![CDATA[larry lohman]]></category>
		<category><![CDATA[εμπορία εκπομπών άνθρακα]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=336</guid>
		<description><![CDATA[Ο Larry Lohmann είναι μελετητής και ακτιβιστής που δουλεύει με το ερευνητικό ινστιτούτο Corner House της Μεγάλης Βρετανίας, έναν οργασνιμό αλληλέγγυο με τα δημοκρατικά και κοινοτικά κινήματα για την περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτή τη συνέντευξη, ξεμπλέκει τις πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται από την κλιματική κρίση, τις αντιφάσεις της εμπορίας άνθρακα, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/larrylohmann.jpg" title="Larry Lohmann"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/larrylohmann.jpg" title="Larry Lohmann" alt="Larry Lohmann" width="110" align="left" height="100" /></a>Ο Larry Lohmann είναι μελετητής και ακτιβιστής που δουλεύει με το ερευνητικό ινστιτούτο <a href="http://www.thecornerhouse.org.uk/index.shtml" target="_blank">Corner House</a> της Μεγάλης Βρετανίας, έναν οργασνιμό αλληλέγγυο με τα δημοκρατικά και κοινοτικά κινήματα για την περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτή τη συνέντευξη, ξεμπλέκει τις πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται από την κλιματική κρίση, τις αντιφάσεις της εμπορίας άνθρακα, και τους χώρους από τους οποίους μπορούμε να περιμένουμε πιο εποικοδομητικές παρεμβάσεις στο μέλλον.  <span id="more-336"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code></p>
<p><strong>Arlen Dilsizian:</strong> Για αρχή, μπορούμε να δούμε με ποιο τρόπο το έργο σας ερευνά  τη σχέση ανάμεσα στον  αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής και τις μάχες για κοινωνική δικαιοσύνη τόσο στον παγκόσμιο νότο όσο και στα βιομηχανοποιημένα έθνη. Μπορείτε να μας εξηγήσετε ποια είναι η σύνδεση και γιατί θεωρείτε ότι οι μάχες αυτές παίζουν καίριο ρόλο στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Larry Lohmann:</strong> Η κλιματική αλλαγή είναι ένα κοινωνικό ζήτημα όπως τα άλλα κοινωνικά ζητήματα,  και ως τέτοιο θα συνδέεται πάντα με χειροπιαστές, συγκεκριμένες μάχες για την εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, τη ρύπανση, την υγεία, τη γεωργία,  τον βιοπορισμό, την πρόσβαση στην ενέργεια και τα λοιπά. Περιέργως, νομίζω ότι αυτό δεν είναι πάντοτε κατανοητό. Υπάρχει η εντύπωση ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα ριζικά νέο ζήτημα, ‘το χειρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα’, ένα ζήτημα καθαρά επιστημονικό και εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο αντιμετωπίζουμε. Δεν νομίζω, όμως, ότι πρέπει να το βλέπουμε έτσι. Νομίζω ότι το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής αποτελεί συνέχεια και εκδήλωση των ίδιων κοινωνικών δυνάμεων και κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε εδώ και αιώνες. Είναι θέμα πολιτικής εξουσίας, θέμα που έχει να κάνει με το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει σε πρόσβαση και δικαιώματα, και αποτελεί συνέχεια μιας ολόκληρης σειράς θεμάτων, ξεκινώντας από τις μάχες που δίνουν λαοί όπως του Ισημερινού και της Αλάσκας  για να σταματήσουν τη λεηλασία της γης τους από τις πετρελαϊκές εταιρίες.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Η κλιματική αλλαγή είναι επίσης ένα ζήτημα που έχει να κάνει με το ποιος κατέχει την ατμόσφαιρα, ποιος θα έχει επιρροή σε ό, τι αφορά την ικανότητα της γης να σταθεροποιεί το κλίμα της, και τα λοιπά. Τα θέματα αυτά έχουν να κάνουν με την εξουσία και την πολιτική, και συνεπάγονται μάχες για δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Υπάρχει όμως το ζήτημα ότι  η κλιματική αλλαγή μας παρουσιάζεται σε ένα  απολιτικό πλαίσιο, ότι  έχει κυρίως να κάνει με το να μη φτάνουν τα αέρια  του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Πιστεύετε ότι η α-πολιτικοποίηση της ιδέας της κλιματικής αλλαγής είναι  μια στρατηγική για να μην αντιμετωπιστούν τα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα που βρίσκονται από πίσω;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν ξέρω αν πρόκειται για στρατηγική, γεγονός είναι όμως ότι υπάρχουν συνεχείς πιέσεις για την α-πολιτικοποίηση του ζητήματος, κι αυτό συμβαίνει με διάφορους τρόπους.</p>
<p><code><br />
</code>Όπως ανέφερα, η κλιματική αλλαγή μας παρουσιάζεται συχνά σαν ένα επιστημονικό ζήτημα μορίων που μετακινούνται εδώ κι εκεί. Οι επιστήμονες μας λένε τι να κάνουμε κι ύστερα θεσπίζουμε μια υποτιθέμενη τεχνική διαδικασία για να διοικήσουμε τα μόρια. Είναι προφανώς ένας τρόπος α-πολιτικοποίησης του ζητήματος. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ούτε μάχες εξουσίας σ’ αυτή την εξίσωση. Ποιος αποφασίζει ποια μέσα θα χρησιμοποιήσουμε για να προσπαθήσουμε να σταθεροποιήσουμε το κλίμα; Ποιος αποφασίζει πού πάνε τα μόρια του άνθρακα; Τέτοια ερωτήματα παραλείπονται.</p>
<p><code><br />
</code>Μια άλλη πλευρά όπου η δημόσια συζήτηση α-πολιτικοποιείται – κι ίσως εδώ η λέξη ‘στρατηγική’ που χρησιμοποιήσατε να είναι η κατάλληλη- έχει να κάνει με τον τρόπο που τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που ανακύπτουν από την κλιματική αλλαγή ( ποιος κατέχει την ατμόσφαιρα και τα λοιπά) συγκαλύπτονται από τη νεοκλασική ιδιωματική γλώσσα της οικονομίας. Για παράδειγμα, αν δείτε τις εκθέσεις του επίσημου σώματος των εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύουν τους διαπραγματευτές των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, <a href="http://www.ipcc.ch/" target="_blank">τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή</a> (IPCC), ολόκληρο το πλαίσιο τους αφορά τη φυσική επιστήμη συν τη νεοκλασική οικονομία. Δεν υπάρχει πολιτική ή ιστορική ανάλυση για την προέλευση του κλιματικού προβλήματος ή για το τι μας διδάσκει η ιστορία σχετικά με τη μάχη που απαιτείται για την αντιμετώπισή του. Ακόμη κι όταν προσπαθούν να προβλέψουν ποιες θα είναι στο μέλλον οι επιδράσεις ορισμένων επιπέδων εκπομπών, η IPCC  δίνει υπερβολική έμφαση στις δημογραφικές προβλέψεις ή σε εικασίες για την ανάπτυξη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος κ.α. Πολλές από τις επιλογές που η IPCC παρουσιάζει στις κυβερνήσεις βασίζονται σε μια συζήτηση που μονοπωλείται και κυριαρχείται από ορθόδοξους οικονομολόγους. Από πνευματική και πολιτική άποψη, αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Βλέπουμε ότι υπάρχει μια δημόσια παρεξήγηση για την ίδια τη φύση των διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή. Η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο του Κιότο οδήγησε στην ερμηνεία ότι πρόκειται για μια σοβαρή νομοθεσία που απειλεί αυτούς που εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες άνθρακα. Εσείς θεωρείτε όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν, στην πραγματικότητα, ο κύριος αρχιτέκτονας της νομοθεσίας του Κιότο. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ταυτόχρονη υποστήριξη και απόρριψη της συμφωνίας του Κιότο από τις Ηνωμένες Πολιτείες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν είναι πολύ δύσκολο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ ισχυρές στη διεθνή διαπραγματευτική αρένα για την κλιματική αλλαγή και το 1997, στις διαπραγματεύσεις για το Πρωτόκολλο του Κιότο, η κυβέρνηση Κλίντον είπε ότι δεν θα είχαν περαιτέρω συμμετοχή εκτός κι αν περιλαμβάνονταν τρεις μηχανισμοί της αγοράς και το Κιότο μετατρεπόταν σε εμπορική συνθήκη. Το επιχείρημα ήταν ότι αυτό θα έδινε ‘ευελιξία’ στη βιομηχανία των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι, το Κιότο είχε φτιαχτεί, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως συνθήκη φιλική στις μεγάλες επιχειρήσεις. Εταιρίες όπως η Enron, η οποία ως  έμπορος ενέργειας ήταν σε θέση να αποκομίσει κέρδη από την εμπορία άνθρακα, ήταν ευχαριστημένες με το Κιότο και ήθελαν να συμμετέχουν σ’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αλ Γκορ ήταν ο σημαιοφόρος  αυτής της φατρίας στις διαπραγματεύσεις για το Κιότο. Ο υπόλοιπος κόσμος συντάχθηκε με τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ελπίζοντας ότι διασφάλιζε τη συμμετοχή τους στις περαιτέρω διαπραγματεύσεις για το κλίμα.</p>
<p><code><br />
</code>Ύστερα εξελέγη ο (ή δεν εξελέγη, ανάλογα με τη σκοπιά που το βλέπει κανείς) ο Τζορτζ Μπους, ο οποίος, σε αντίθεση με τον Κλίντον, αποφάσισε ότι δεν θέλει καθόλου το Κιότο, ούτε καν ένα Κιότο που θα καθορίζεται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Όχι επειδή νόμιζε ότι το Κιότο αποτελεί μεγάλη απειλή για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αλλά επειδή ανησυχούσε για τις επιδράσεις του σε μια συγκεκριμένη φατρία των αμερικανικών επιχειρήσεων- την πιο δεινοσαυρική φατρία που εκπροσωπείται από εταιρίες όπως η Exxon, που δεν διέβλεπαν ευκαιρίες για κέρδος όπως η Enron, και ήταν εναντίον οποιασδήποτε συνθήκης για το κλίμα. Ο Μπους συντάχθηκε με αυτή τη φατρία, προς μεγάλη στενοχώρια των φίλων του στην Enron, όπως ο Kenneth Lay.</p>
<p><code><br />
</code>Τώρα το εκκρεμές έχει αρχίσει να γέρνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πολλές περιοχές στις Ηνωμένες Πολιτείες δραστηριοποιούνται στήνοντας αγορές άνθρακα, και η επόμενη ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να ακολουθήσει ή ακόμη και να συμμετάσχει σε μια μετα-Κιότο συνθήκη. Διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων τράπεζες επενδύσεων, έμποροι και σύμβουλοι άνθρακα προσδοκούν μεγάλα κέρδη απ’ αυτή τη νέα αγορά.</p>
<p><code><br />
</code>Όλα αυτά δεν κρύβουν κανένα μυστήριο, εκτός κι αν μας διακατέχει η ιδέα ότι η μάχη για να τεθεί το Πρωτόκολλο του Κιότο σε ισχύ ήταν μια μάχη ανάμεσα στις  κακές Ηνωμένες Πολιτείες και τον πιο προοδευτικό υπόλοιπο κόσμο. Θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι επρόκειτο για μια διαμάχη ανάμεσα σε δυο επιχειρηματικές  φατρίες, στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Γιατί θεωρείτε ότι η εμπορία άνθρακα αποτυγχάνει ακόμη και σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Η εμπορία άνθρακα είχε σχεδιαστεί ως τρόπος  εξοικονόμησης κόστους από τις μειώσεις εκπομπών. Λειτουργεί (όταν λειτουργεί, γιατί μέχρι στιγμής δεν το έχει πετύχει) κατανέμοντας τα κόστη κάθε μείωσης που εντέλλεται η κυβέρνηση. Η ιδέα είναι ότι οι περικοπές εκπομπών πρέπει να γίνονται εκεί όπου είναι φθηνότερες, με το επιχείρημα ότι εάν μπορούμε να περικόψουμε εκπομπές με μικρό κόστος, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε ότι θα πρέπει να κάνουμε υπερβολικές περικοπές.</p>
<p><code><br />
</code>Έτσι η εμπορία άνθρακα επιτρέπει σε βιομηχανίες όπως η παραγωγή ηλεκτρισμού ή η αεροναυπηγική να μην προχωρούν σε άμεσες περικοπές εάν οι τελευταίες κοστίζουν πολύ ακριβά-όπως είναι η περίπτωση, εφόσον και οι δυο αυτές βιομηχανίες επενδύουν πολύ στη χρήση ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, οι εταιρίες αυτές μπορούν να πληρώσουν, έτσι ώστε άλλες εταιρίες να κάνουν περικοπές εκπομπών ‘για’ λογαριασμό τους και να επιτευχθεί ο συνολικός κοινωνικός στόχος. Ή αυτές οι βιομηχανίες μπορούν να χρηματοδοτήσουν ειδικά προγράμματα εξοικονόμησης άνθρακα σε άλλες χώρες, εάν θεωρήσουν ότι είναι ένας ακόμη φθηνότερος τρόπος να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.</p>
<p><code><br />
</code>Το πρώτο πρόβλημα μ’ αυτό το σχήμα είναι ότι στοχεύει σε λάθος στόχο. Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει να κάνει, πάνω απ’ όλα, με την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων με τρόπο που να μην προκαλεί πολλά δεινά. Το μεγαλύτερο μέρος του κάρβουνου, του πετρελαίου και του αερίου που βρίσκονται στο υπέδαφος, πρέπει απλώς να μείνει στο υπέδαφος. Η μείωση των εκπομπών με τον παλιό τρόπο δεν πρόκειται από μόνη της να συμβάλει σε μια μακροπρόθεσμη απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Μπορούμε να μειώσουμε τις εκπομπές βραχυπρόθεσμα, σε μικρή ποσότητα, χωρίς να ξεκινήσουμε από τις δομικές αλλαγές που θα χρειαστεί να γίνουν μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να καθυστερήσουμε αυτές τις δομικές αλλαγές με την κατανομή των περικοπών εκπομπών με τον σωστό, εγκεκριμένο απ’ την αγορά, τρόπο. Αυτό που καθιστά δυνατές τις αγορές άνθρακα είναι ότι κάνουν αφαίρεση αυτού του γεγονότος. Η εμπορία άνθρακα λέει ότι η μείωση εκπομπών αποτελεί  αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Δεν πρέπει όμως να μπούμε σ’ αυτό το είδος της αφαίρεσης, γιατί μας απομακρύνει από τις ρίζες του προβλήματος.</p>
<p><code><br />
</code>Για να ολοκληρώσουμε λίγο ακόμη την εικόνα, η εμπορία άνθρακα βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν έχει σημασία για το κλίμα ποιος κάνει περικοπές εκπομπών, πώς τις κάνει ή πού. Οποιαδήποτε περικοπή εκπομπών, της τάξεως ας πούμε του 1 εκατομμυρίου τόνων διοξειδίου του άνθρακα, είναι ίδια, ανεξάρτητα αν την κάνει μια ηλεκτρογεννήτρια ή ένα εργοστάσιο ψυκτικών. Και πάλι, αυτό είναι λάθος. Το πιθανότερο είναι ότι οι φθηνότερες περικοπές του 1 εκατομμυρίου τόνων είναι αυτές που μπορείς να κάνεις με πολύ λίγα-για παράδειγμα, βασικές βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα, που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να κάνεις και που σου εξοικονομούν χρήματα. Οι περικοπές αυτές δεν έχουν διαφορές σε σχέση με την μακροπρόθεσμη τεχνολογική ή  κοινωνική ανάπτυξη, μακριά από τη χρήση  ορυκτών καυσίμων. Κάνοντας, όμως, αυτές τις φθηνές περικοπές, επιτρέπεις στις βιομηχανίες που αγοράζουν δικαιώματα ρύπανσης να καθυστερούν τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν άμεσα προς όφελος του μακροπρόθεσμου μέλλοντος. Στην πραγματικότητα εμποδίζεις την πρόοδο μακριά από τα ορυκτά καύσιμα. Διατηρείς τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.</p>
<p><code><br />
</code>Και από τη στιγμή που η αγορά αυτή λειτουργεί, αποκλείεται να θυμηθείς ή να σε νοιάζει αυτό που επρόκειτο αρχικά να είναι. Όλοι είναι πολύ απασχολημένοι προσπαθώντας να βρουν έξυπνους νέους τρόπους να βγάλουν χρήματα. Πριν από δυο εβδομάδες, ένας αναλυτής της Deutsche Bank βγήκε και είπε ότι η τιμή των δικαιωμάτων ρύπανσης με άνθρακα στην Ευρώπη επρόκειτο να ανέβει κι ότι για ‘να προειδοποιήσουν για τον κίνδυνο υπερβολικής αύξησης’, οι βιομηχανίες πρέπει να μπορούν να χρηματοδοτούν περισσότερα προγράμματα εξοικονόμησης άνθρακα στον παγκόσμιο νότο, αγοράζοντας  ιδιαίτερα φθηνά δάνεια άνθρακα, έτσι ώστε να συνεχίσουν να κάνουν τις δουλειές τους όπως πάντα. Το όλο ζήτημα είναι να διασφαλιστεί μια τιμή για τον άνθρακα, αρκετά υψηλή αλλά όχι υπερβολικά, και να διευθετηθούν τα πράγματα με τρόπο ώστε η βιομηχανία, οι τράπεζες, οι σύμβουλοι, να βγάζουν όλοι χρήματα. Εννοείται ότι αυτό δεν έχει να κάνει, με οποιοδήποτε τρόπο, με την υπερθέρμανση του πλανήτη.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν πολλά άλλα προβλήματα με τις αγορές άνθρακα- για παράδειγμα, ο τρόπος που τα υποτιθέμενα προγράμματα ‘εξοικονόμησης άνθρακα’, που γεννούν δάνεια άνθρακα στον παγκόσμιο Νότο, εμποδίζουν μια εποικοδομητική δράση για την κλιματική αλλαγή εκεί- αλλά αυτά είναι αρκετά για αρχή. Μπορείτε να βρείτε πολλά στοιχεία στις ιστοσελίδες που συνδέονται με το Durban Group for Climate Change, όπως για παράδειγμα    <a href="http://www.thecornerhouse.org.uk/subject/climate" target="_blank">www.thecornerhouse.org.uk/subject/climate</a> ή το <a href="http://www.%20carbontradewatch.org" target="_blank">www. carbontradewatch.org</a>.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Κάνετε τη σύνδεση ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στο προσκήνιο της μάχης για την κλιματική αλλαγή (εκείνοι που θέλουν να είναι σίγουροι ότι οι υδρογονάνθρακες θα μείνουν στο έδαφος), είναι αυτοί που ο βιοπορισμός τους επηρεάζεται περισσότερο από την εξόρυξη των ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, υπό μια έννοια, πολλές από αυτές τις μάχες είναι χωροταξικά και πολιτικά διαχωρισμένες από τον όγκο των τελικών χρηστών αυτών των πόρων, τους δυτικούς καταναλωτές της μεσαίας τάξης. Πιστεύετε ότι αυτή η τάξη ανθρώπων παίζει καίριο ρόλο στη συζήτηση; Δεν θα ήταν σωστό να πούμε ότι μέχρι στιγμής επικρατεί αρκετή απάθεια για το ζήτημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις μεσαίες τάξεις του παγκόσμιου βορρά;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν νομίζω ότι οι μεσαίες τάξεις στα βιομηχανοποιημένα έθνη παίζουν ηγετικό ρόλο στη μάχη κι αυτό δεν οφείλεται σε οποιονδήποτε εγγενή περιορισμό τους, αλλά εν μέρει, τουλάχιστον, στο γεγονός ότι δεν έχουν επιρροή σε πολιτικές δημόσιες συζητήσεις όπως αυτή. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο αν σκεφτείτε ότι η κλιματική κρίση απαιτεί την αναδόμηση πολλών πλευρών της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που παράγουμε και σκεφτόμαστε την ενέργεια, του τρόπου που οργανώνουμε τα συστήματα μεταφορών, τις κοινότητες και λοιπά. Θα υπάρξουν τελικά περισσότερα κίνητρα στις μεσαίες τάξεις στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες για να συζητηθούν οι αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιηθούν. Πιστεύω όμως ότι η πρώτη ώθηση για να χτιστεί ένα πιο ενοποιημένο κίνημα θα έρθει από ανθρώπους με διαφορετικό είδος πολιτικής εξουσίας, ανθρώπους που οι βιοπορισμοί τους  συνδέονται πιο άμεσα με τα προβλήματα της εξόρυξης και χρήσης ορυκτών καυσίμων, καθώς και με άλλα προβλήματα που απαιτούν δομική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code>Ακόμη, όμως, και η μεσαία τάξη στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες δεν είναι με κανένα τρόπο μονολιθική. Έχετε, για παράδειγμα, κοινότητες της κατώτερης μεσαίας τάξης που υποφέρουν από τη ρύπανση και προβλήματα υγείας που οφείλονται στη χρήση των ορυκτών καυσίμων, για τα οποία υπάρχει μια πιο άμεση βάση για την κατανόηση της φύσης του κλιματικού προβλήματος. Το έχουμε δει αυτό σε μέρη όπως η Καλιφόρνια, όπου η κυβέρνηση σχεδιάζει να κτίσει 21 νέα εργοστάσια που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα και τα οποία, χωρίς εξαίρεση, νομίζω, θα εγκατασταθούν στις φτωχότερες έγχρωμες κοινότητες. Το κίνημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης εκεί δεν θέλει να χτιστούν τα εργοστάσια αυτά, και το αποτέλεσμα είναι ότι κι εκείνα βλέπουν την εμπορία άνθρακα- που είναι, βέβαια, η επίσημη προσέγγιση στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη-ως απειλή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εμπορία άνθρακα είναι σχεδιασμένη με τρόπο που εμποδίζει τις προσπάθειες για ένα διαφορετικό είδος οικονομίας που δεν θα απαιτούσε να χτιστούν αυτά τα εργοστάσια και αντίθετα οι πόροι θα πήγαιναν στην κοινότητα, για παράδειγμα, για να εξοπλιστούν τα υπάρχοντα σπίτια έτσι ώστε να χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια. Δεν μπορεί να αποκαλέσει κανείς το κίνημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στην Καλιφόρνια κίνημα της μεσαίας τάξης, αλλά αυτοί μπορούν να είναι σύνδεσμοι στο μέτρο που τα ζητήματα της ρύπανσης και της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα επιδρούν επίσης στους ανθρώπους της μεσαίας τάξης. Δεν είναι λοιπόν άσπρο-μαύρο.</p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια  στιγμή, όμως, αποτελεί πρόβλημα που η αυξανόμενη ανησυχία για το κλιματικό πρόβλημα στις μεσαίες τάξεις του βορρά συναντιέται κυρίως σε ανθρώπους που δεν θέλουν να κάνουν πιο δομικές ερωτήσεις- συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών περιβαλλοντολόγων- και μερικές φορές δεν θέλουν καν να αμφισβητήσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Πρόκειται για ανθρώπους που ανησυχούν για την υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά είναι πιθανό να υποστηρίξουν τεχνικές ρυθμίσεις της αγοράς που προτείνουν οι κυβερνήσεις, οι εταιρίες και οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι, χωρίς να το σκεφτούν πολύ. Από τη σκοπιά της μεσαίας τάξης, αυτές οι υποτιθέμενες σταθερές είναι ‘πολιτικά ορθές’ προσεγγίσεις.  Οι μεσαίες τάξεις στο βορρά παραμένουν αρκετά απομονωμένες από πιθανούς συμμάχους αλλού- δεν έρχονται συνήθως αντιμέτωπες με ανθρώπους από διαφορετικό περιβάλλον, με απόψεις που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τις προκαταλήψεις τους για την πολιτική. Η απομόνωση αυτή είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά η ηγεσία θα πρέπει μάλλον να προέλθει από αλλού.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Τα μέσα επικοινωνίας προβάλλουν πολύ  τον αναδυόμενο ρόλο της Κίνας και της Ινδίας ως μεγάλων παραγωγών αερίων του θερμοκηπίου. Πιστεύετε ότι ο ρόλος της Κίνας και της Ινδίας περιπλέκει την εικόνα μιας απλής διαίρεσης Βορρά/Νότου σε ό, τι αφορά την ευθύνη για την κλιματική αλλαγή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Με κάθε σεβασμό προς την ιστορική ευθύνη, όχι. Η ιστορική πραγματικότητα παραμένει: η κλιματική αλλαγή είναι βασικά ένα πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί από τις ιστορικά βιομηχανοποιημένες χώρες. Πρόσφατα, υπάρχει η τάση να ‘μεταθέτουμε’ το πρόβλημα, να λέμε ότι η Κίνα και η Ινδία είναι κατά πολύ υπεύθυνες ή πρόκειται να είναι υπεύθυνες στο μέλλον, και ότι επομένως ‘εμείς’ δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, εκτός κι αν κάνουν ‘αυτές’. Αυτό είναι ανησυχητικό ειδικά επειδή αυτή η γραμμή προέρχεται συχνά από ανθρώπους που τους αρέσει να επιτίθενται στην Κίνα ή που έχουν μαλθουσιανική σκέψη. ‘Ας μη μιλάμε για την ιστορία’, λένε. ‘Ας μη μιλάμε για τις πραγματικότητες της εξουσίας, ας μιλάμε για το μέλλον αυτών των εκατομμυρίων Κινέζων και Ινδών που θα απαιτούν να έχουν αυτοκίνητα σα να ήταν  δικαίωμά τους εκ γενετής και που θέλουν έναν τρόπο ζωής που απαιτεί χρήση ορυκτών καυσίμων.’ Αυτό εντάσσεται σε μια ολόκληρη γκάμα ρατσιστικών και αποικιοκρατικών πολιτικών συζητήσεων.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι, επίσης, σημαντικό να δούμε τα πρότυπα χρήσης των ορυκτών καυσίμων από παγκόσμια σκοπιά. Τι ακριβώς παράγεται από την καύση κάρβουνου στην Κίνα που τόσοι ειδήμονες μιλούν γι’ αυτό; Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό θα συνεχίσει να παράγει αγαθά για τον βιομηχανοποιημένο Βορρά.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι περίπλοκο ζήτημα, και νομίζω ότι απαιτεί μεγάλη κατανόηση για την εσωτερική κατάσταση σε αυτές τις δυο χώρες, και τη μάχη μεταξύ των ομάδων στο εσωτερικό τους, γιατί καμιά από αυτές τις χώρες δεν είναι μονολιθική. Υπάρχουν πολλές φωνές και στις δυο που υπογραμμίζουν ότι πρέπει να σκεφτούν προσεκτικά την πορεία εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Είναι σημαντικό να έρθουμε σε επαφή με αυτές τις φωνές και να καταλάβουμε το πλαίσιο τους, και τι αυτές πιστεύουν για το τι μπορεί ή πρέπει να γίνει.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας Κινέζος ακτιβιστής φίλος μου είπε, αστειευόμενος, πρόσφατα, ότι όταν μιλάει για την υπερθέρμανση του πλανήτη με ανθρώπους που λένε ότι το πρόβλημα είναι η Κίνα και η Ινδία, έχει την αίσθηση ότι πιστεύουν ότι τα μόρια του άνθρακα πρέπει, κατά κάποιο τρόπο, να είναι διαφορετικά στην Κίνα από τα μόρια του άνθρακα στην Ευρώπη, και πολύ πιο καταστροφικά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Φαίνεται ότι  υπάρχει η πεποίθηση ότι οι κατεξοχήν τεχνολογικές αρετές ορισμένων εναλλακτικών τεχνολογιών που προωθούνται ως στοιχεία μετατροπής της χημικής ενέργειας σε ηλεκτρική, της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, τείνουν προς ένα πιο αποκεντρωμένο πρότυπο παραγωγής και διανομής ενέργειας. Ο κίνδυνος μονοπώλησης αυτών των τεχνολογιών δεν αποτελεί πραγματική απειλή  γι’ αυτές τις εναλλακτικές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Ναι. Και κάνει τη συζήτηση για το κλίμα απολιτική. Οι άνθρωποι λένε, ‘ εντάξει, είναι  θέμα τεχνικών εναλλακτικών, επιστημονικής καινοτομίας’. Και πάλι, όμως, το θέμα είναι πολιτικό. Έχουμε το παράδειγμα πετρελαϊκών εταιριών όπως η Shell που αγοράζουν μικρότερες εταιρίες οι οποίες εμπλέκονται στην παραγωγή ενέργειας χωρίς ή με λίγο άνθρακα. Ενώ επιταχύνουν την εξερεύνηση για πετρελαϊκούς πόρους προσπαθούν ταυτόχρονα να μονοπωλήσουν όσο μπορούν περισσότερο οποιεσδήποτε ενεργειακές πηγές. Εάν δείτε το κλιματικό πρόβλημα ως πρόβλημα να παραμείνουν τα ορυκτά καύσιμα στο έδαφος, τότε είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη. Στο παρελθόν έχουμε  πολλά προηγούμενα, όπως στην Καλιφόρνια, τον τρόπο που σιδηρόδρομοι σε πόλεις σαν το Λος Άντζελες αγοράστηκαν από αυτοκινητοβιομηχανίες, τον περασμένο αιώνα, και έκλεισαν για να βοηθήσουν την αναπτυσσόμενη οικονομία του αυτοκινήτου. Αυτό το προηγούμενο σου δίνει μια ιδέα για το τι να περιμένεις με τη μονοπώληση οποιασδήποτε τεχνολογίας. Η απάντηση λοιπόν είναι όχι μόνο η τεχνολογία. Ασφαλώς, ορισμένες τεχνολογίες είναι εγγενώς πιο φιλικές σε αποκεντρωμένες προσεγγίσεις από άλλες. Ο ηλεκτρισμός DC είναι πιο προσαρμόσιμος στην τοπική παραγωγή από τον AC, που συνδέεται ιστορικά με μεγάλη συγκεντρωτική παραγωγή ηλεκτρισμού. Δεν πρόκειται όμως να λύσεις όλα σου τα προβλήματα προωθώντας μια τεχνολογία που στη θεωρία μπορεί να προσαρμόζεται καλύτερα στην αποκεντρωμένη χρήση.</p>
<p><code><br />
</code>Η αιολική ενέργεια αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα. Δεν υπήρξε με κανένα τρόπο θετική εξέλιξη για ορισμένες τοπικές κοινότητες στην Ινδία.  Τους πήραν τη γη, αποκλείοντας τους χωρικούς από τους κοινούς βοσκότοπους, για μεγάλα αιολικά αγροκτήματα που δεν μειώνουν κατά κανένα τρόπο την επέκταση της οικονομίας των ορυκτών καυσίμων. Όποιος βρίσκεται 8000 χιλιόμετρα μακριά και βλέπει τις δυνατότητες αποκέντρωσης του ανέμου και πώς θα μπορούσε, θεωρητικά, να είναι μια πιο οικολογική και πολιτικά φιλική τεχνολογία, μπορεί να χάσει τις πολιτικές πραγματικότητες του τι μπορεί να συμβεί με μια τεχνολογία σαν κι αυτή.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=336</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Peter Barnes &#8211; Για μία δίκαιη κλιματική πολιτική</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=327</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=327#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:05:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[capanddivident]]></category>
		<category><![CDATA[peter barnes]]></category>
		<category><![CDATA[ανώτατο-όριο]]></category>
		<category><![CDATA[επιστροφή μερισμάτων]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=327</guid>
		<description><![CDATA[Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes" alt="Peter Barnes" align="left" height="140" width="110" /></a><br />
Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές στοχεύουν 1) να ανεβάσουν το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη ώστε να αποθαρρύνουν αυτές τις εκπομπές και να ενθαρρύνουν εναλλακτικές πρακτικές (2) να το κάνει με ένα τρόπο που δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.<span id="more-327"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Αν δεν καταλάβουμε ένα πρόβλημα, είναι απίθανο να μπορέσουμε να το λύσουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν, αναφορικά με την κλιματική κρίση, με το ερώτημα ποιο είναι το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε; Συχνά στην πολιτική το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε δεν είναι προφανές από την αρχή. Μερικές φορές βλέπουμε τα συμπτώματα και δεν βλέπουμε το πρόβλημα που κρύβεται από πίσω. Άλλες φορές βλέπουμε ένα μέρος του προβλήματος, όχι όμως το σύνολο. Επιφανειακά, η κλιματική αλλαγή εμφανίζεται ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, ή ίσως τεχνολογικό. Στο βάθος, όμως, είναι αποτέλεσμα δυο οικονομικών και πολιτικών αποτυχιών.</p>
<p><code><br />
</code>Η πρώτη είναι αποτυχία της αγοράς. Οι άνθρωποι πετάνε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα επειδή δεν υπάρχουν όρια ή τιμήματα. Υπάρχουν, ωστόσο,  μεγάλα κόστη- κόστη που μεταφέρονται στις επόμενες γενιές. Όταν οι άνθρωποι δεν πληρώνουν ολόκληρο το κόστος αυτού που κάνουν, αλλά αντίθετα το μεταφέρουν σε άλλους, οι οικονομολόγοι μιλούν για ‘αποτυχία της αγοράς’. Ο  Nicholas Stern, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Παγκόσμια Τράπεζα, είπε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ‘η μεγαλύτερη αποτυχία της αγοράς που είδε ποτέ ο κόσμος’.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει να κάνει με μια λανθασμένη ιεράρχηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Επειδή οι ρυπογόνες εταιρίες είναι ισχυρές και οι μέλλουσες γενιές δεν ψηφίζουν, οι κυβερνήσεις μας δεν επιτρέπουν μόνο να αυξάνονται οι εκπομπές άνθρακα, αλλά τις επιδοτούν με πολυάριθμους τρόπους. Επομένως, σε πείσμα όλων όσα ξέρουμε για την κλιματική αλλαγή, περίπου τα δυο τρίτα των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων για την ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών πηγαίνουν, για παράδειγμα, σε ορυκτά καύσιμα.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι δίδυμες αποτυχίες επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία μας. Δεν είναι προβλήματα που αφορούν τον ηλεκτρισμό, τον αυτοκινητιστικό ή τον κατασκευαστικό τομέα, είναι προβλήματα όλων των τομέων και πρέπει να αντιμετωπιστούν σ’ αυτό το επίπεδο. Διαστρεβλώνουν τη συμπεριφορά όλων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων. Ανεξάρτητα πόσο ‘υπεύθυνος’ μπορεί ο καθένας από μας να είναι, οι χωριστές δράσεις μας δεν αντισταθμίζουν αυτό που οι δίδυμες αποτυχίες μας κάνουν να κάνουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Απαιτούνται λύσεις και για τις δυο αποτυχίες του συστήματος. Πρέπει να περιορίσουμε και να πληρώσουμε για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, και πρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή της κυβέρνησης από τα ρυπαρά  καύσιμα σε καθαρές εναλλακτικές λύσεις. Εάν δεν το κάνουμε,  δεν θα σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποια είναι καλή πολιτική για το κλίμα;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι πολιτικές αποτελούν προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιλύσουν προβλήματα. Μπορούν να αποτιμηθούν σε τρία πεδία:</p>
<p>1.Πόσο αποτελεσματικά λύνουν το πρόβλημα;<br />
2.Ποιανού συμφέροντα υπηρετούν;<br />
3.Ποιες αρχές προωθούν;</p>
<p><code><br />
</code>Ορισμένες πολιτικές δεν είναι παρά φούμαρα. Πρόκειται για τις προσπάθειες των πολιτικών να φανούν καλοί χωρίς να θίξουν τους υποστηρικτές τους.</p>
<p>Πολλοί ασχολούνται μόνο με ένα μέρος του προβλήματος. Πετυχαίνουν ενδεχομένως κάποια μικρά κέρδη, αλλά δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που εξακολουθεί να επιδεινώνεται. Άλλες πολιτικές είναι παραχωρήσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα. Τυπικά καλύπτονται με τον μανδύα του δημόσιου συμφέροντος, αλλά  τελικά συμβάλλουν στον πλουτισμό κάποιων εταιριών. Οι λομπίστες δουλεύουν σκληρά για να πετύχουν τέτοιες πολιτικές. Κάποιες πολιτικές επιλύουν πραγματικά μεγάλα προβλήματα, υπηρετούν τα συμφέροντα των κοινών ανθρώπων και προωθούν σημαντικές αρχές όπως η δικαιοσύνη. Αυτές τις πολιτικές θα έπρεπε να στηρίζουν ενεργά οι πολίτες. Η Κοινωνική Ασφάλιση, για παράδειγμα, λύνει το πρόβλημα της φτώχειας στην τρίτη ηλικία με τρόπο που είναι δίκαιος για όλους. Αυτό το κριτήριο θα έπρεπε να εφαρμόζεται στην πολιτική για το κλίμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Τι είναι δίκαιο;</em><br />
</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η δικαιοσύνη είναι μια από τις σημαντικότερες αρχές που θα έπρεπε να εμπεριέχει μια λύση για το κλίμα. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Η δικαιοσύνη έχει πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα, υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ των ειδών: είμαστε, εμείς οι άνθρωποι, δίκαιοι απέναντι στα άλλα είδη; Υπάρχει η διεθνής δικαιοσύνη:  εμείς, στην Αμερική, που έχουμε περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από οποιαδήποτε άλλη χώρα, είμαστε δίκαιοι απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο; Υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ γενιών: είναι εκείνοι που ζουν σήμερα δίκαιοι απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια τους; Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση: εάν μια πολιτική συμβάλλει στον πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας ενώ επιβαρύνει όλους τους άλλους, είναι μια τέτοια πολιτική δίκαιη απέναντι στους συμπολίτες μας;</p>
<p><code><br />
</code>Το βασικό τεστ για όλα αυτά είναι: θα μπορέσει η πολιτική αυτή να μειώσει τις εκπομπές αρκετά γρήγορα ώστε να αποτρέψει την καταστροφή του πλανήτη; Εάν όχι, χρειάζεται πιο σκληρή προσπάθεια. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, η επιστράτευσε ίσχυε για όλους τους άντρες εξίσου και τα δελτία σήμαιναν ίδιες μερίδες για όλους. Η δικαιοσύνη δεν προέκυψε στην πορεία: ήταν απ’ την αρχή ενσωματωμένη στις πολιτικές μας.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποιος θα πληρώσει για τη σταθερότητα του κλίματος;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Κάθε πολιτική έχει νικητές και ηττημένους. Μερικές φορές είναι προφανές ποιοι είναι αυτοί, αλλά συνήθως χρειάζεται κάποια προσπάθεια για να καταλάβουμε πώς ρέει το χρήμα. Ο συνήθης τρόπος που τα ειδικά συμφέροντα χρηματοδοτούνται απ’ την κυβέρνηση είναι μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν και οι ευνοημένες εταιρίες κερδίζουν.</p>
<p><code><br />
</code>Οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές βρίσκονται κατά κόρον στο τραπέζι στις δημόσιες συζητήσεις για το κλίμα. Αλλά η κλιματική κρίση παρέχει στις επιχειρήσεις πολλούς άλλους τρόπους για να πλουτίζουν με δημόσια δαπάνη, και οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, μια πρόταση για επιβολή ανώτατου ορίου στις εκπομπές άνθρακα θα έδινε στις ρυπογόνες εταιρίες άδειες για εκπομπές αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλες προτάσεις οδηγούν στη δημιουργία ενός χαλαρά ρυθμισμένου συστήματος για αντισταθμίσεις άνθρακα που συμβάλει στο κέρδος των εμπόρων αλλά προσθέτει ελάχιστο δημόσιο όφελος.</p>
<p><code><br />
</code>Το μεγάλο οικονομικό ερώτημα στην πολιτική για το κλίμα είναι κατά πόσο αυτοί που ρυπαίνουν πρέπει να πληρώνουν ή να πληρώνονται. Εάν οι άδειες για άνθρακα χορηγούνται ελεύθερα στους διαχρονικούς ρυπαντές, τότε οι τιμές της ενέργειας θα αυξηθούν και  θα πληρώνουμε όλοι περισσότερα σε οποιονδήποτε χορηγείται άδεια. Αυτή η μεταβίβαση πλούτου –που μπορεί να ξεπεράσει το τρισεκατομμύριο δολάρια-  θα ρέει κατευθείαν από τις τσέπες μας στους μετόχους των εταιριών που ρυπαίνουν. Εάν η επιβράβευση όσων ρυπαίνουν είναι  λάθος, τότε το σωστό είναι να υποχρεωθούν να πληρώνουν. Αυτό απαιτεί ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Φόροι έναντι ανώτατου ορίου</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να αυξηθεί η τιμή γι’ αυτούς που πετάνε άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτό. Ο φόρος στον άνθρακα είναι ένας τρόπος. Αρχικά, οι εταιρίες καυσίμων θα πληρώσουν το φόρο και η κυβέρνηση θα εισπράξει το έσοδο. Αλλά οι εταιρίες καυσίμων θα μεταφέρουν το φόρο στους καταναλωτές κι έτσι, στο τέλος, ο φόρος στον άνθρακα θα είναι σαν τον φόρο στην πώληση ειδών πρώτης ανάγκης. Ως τέτοιος, θα είναι αρνητικός-δηλαδή, όσο πιο χαμηλό εισόδημα έχεις, τόσο περισσότερο θα το τρώει ο φόρος στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Το ανώτατο όριο στον άνθρακα είναι ένας έμμεσος τρόπος χρέωσης σε αυτούς που πετάνε διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Θέτει ένα φυσικό όριο – ένα ανώτατο όριο- στην προμήθεια ορυκτών καυσίμων ή στην ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για να επιβάλει το ανώτατο όριο,  η κυβέρνηση εκδίδει έναν αριθμό αδειών που μειώνεται σταδιακά. Όσο οι άδειες λιγοστεύουν, τόσο αυξάνεται η τιμή του άνθρακα. Από τη στιγμή που το τίμημα πληρώνουν τελικά οι καταναλωτές, η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα είναι εξίσου αρνητική με τον φόρο στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Πόσο θα στοίχιζε ο φόρος ή η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα στο μέσο νοικοκυριό; Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, εάν το ανώτατο όριο είναι 15% χαμηλότερα από το σημερινό επίπεδο εκπομπών, το μέσο νοικοκυριό στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πληρώνει για ακριβότερη ενέργεια $1.160  το χρόνο. Όσο οι άδειες θα μειώνονται,  τόσο θα αυξάνεται το κόστος για τα νοικοκυριά. Ένας φόρος που θα πετύχαινε τις ίδιες μειώσεις θα είχε το ίδιο κόστος. Δεν είναι μικρό το βάρος για τους ήδη σφιχτούς προϋπολογισμούς της αμερικανικής οικογένειας- δεν θα πλήξει μόνο τους φτωχούς αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη. Και θα μειώσει την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, τη στιγμή ακριβώς που η αμερικανική οικονομία χρειάζεται ώθηση.</p>
<p><code><br />
</code>Ευτυχώς, υπάρχει τρόπος αντιστάθμισης αυτού του πλήγματος στο εισόδημα των νοικοκυριών- είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν ‘ανακύκλωση εισοδήματος’. Η ιδέα είναι να επιστρέφεται στα νοικοκυριά το σύνολο του επιπλέον ποσού που πληρώνουν όταν οι τιμές του άνθρακα ανεβαίνουν. Ορισμένα νοικοκυριά θα πληρώσουν περισσότερα  από όσα θα πάρουν πίσω, ενώ άλλα θα πληρώσουν λιγότερα, αλλά συνολικά, το εισόδημα των νοικοκυριών θα διατηρηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η ανακύκλωση εισοδήματος, με κάποια μορφή, είναι καλή ιδέα. Μεταξύ των πολιτικών, ο Αλ Γκορ τάσσεται κάθετα υπέρ. ‘Πρέπει να βάλουμε μια τιμή στον άνθρακα’, <a href="http://nobelprize.org/nobel_prizes/peace/laureates/2007/gore-lecture_en.html" target="_blank">είπε ο Γκορ στην ομιλία του όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ</a>, ‘με έναν  φόρο που θα επιστρέφεται προοδευτικά’. Η μέθοδος ανακύκλωσης που προτιμά είναι η επιστροφή ενός μέρους του φόρου που πληρώνουν οι μισθωτοί.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας καλύτερος τρόπος για την ανακύκλωση του εισοδήματος από τον άνθρακα είναι αυτός που κάνει η Αλάσκα με τις προσόδους από την εκμίσθωση των πετρελαίων της- <a href="http://www.capitalism3.com/" target="_blank">πληρώνει ίσα μερίσματα σε όλους τους κατοίκους</a>. Αυτό θα κάλυπτε όλους όσοι πληρώνουν υψηλότερες τιμές για την ενέργεια, κι όχι μόνο τους φορολογούμενους  μισθωτούς. Η επιστροφή χρημάτων μόνο στους τελευταίους, αφήνει εκτός τους συνταξιούχους, τους νέους, τους γονείς που μένουν στο σπίτι, τους εργαζόμενους στην παραοικονομία, και τους μισούς απ’ τους φτωχότερους ανθρώπους στην Αμερική.</p>
<p><code><br />
</code>Επιστρέφοντας τις υψηλότερες τιμές του άνθρακα σε όλους τους Αμερικανούς εξίσου, θα είχαμε ένα σύστημα όπου ο καθένας που ρυπαίνει θα πλήρωνε,  αλλά εκείνοι που προστατεύουν το περιβάλλον θα έβγαιναν κερδισμένοι. Οι άνθρωποι που οδηγούν μεγάλα αυτοκίνητα και θερμαίνουν μεγάλα σπίτια θα πλήρωναν περισσότερα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας από εκείνους που κυκλοφορούν με το λεωφορείο και ζουν σε μικρά διαμερίσματα. Από τη στιγμή που όλοι θα έπαιρναν πίσω το ίδιο ποσό, εκείνοι που ρυπαίνουν λιγότερο θα κέρδιζαν, ενώ οι άλλοι θα έχαναν. Θα ήταν επιβράβευση της πράσινης συμπεριφοράς και τιμωρία για όσους ρυπαίνουν.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, ένα σύστημα επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων θα ήταν ο πιο απλός, ο πιο δίκαιος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίλυση της κλιματικής κρίσης- και πολιτικά ο πιο δημοφιλής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αυτό το κείμενο είναι ένα μωσαϊκό από τρία άρθρα του Peter Barnes που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα <a href="http://capanddividend.org" target="_blank">capanddividend.org</a></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=327</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μιχάλης Φραγκιάς- Συνδέοντας την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη: Ο καίριος ρόλος των πόλεων και η καλή αστική διακυβέρνηση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=335</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=335#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[μιχάλης φραγκιάς]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=335</guid>
		<description><![CDATA[Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias" alt="Michail Fragkias" align="left" height="120" width="105" /></a>Οι  αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά  διαμετρήματος, αναμένεται  ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι  περισσότεροι από τους  νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.<span id="more-335"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή και γενικότερα η παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή-το σύνολο των βιοφυσικών μεταβολών της γης, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας, που καθοδηγείται από ένα συμπλεκόμενο σύστημα ανθρώπινων και φυσικών διαδικασιών- είναι ευρέως τεκμηριωμένη και αναγνωρίζεται σήμερα ως πραγματικότητα από τη συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων. Αυτές οι παγκόσμιες αλλαγές μπορούν να γίνουν αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της αλλοίωσης της ατμόσφαιρας της γης και των ωκεανών (όπως αλλαγές στη σύνθεση της ατμόσφαιρας, συγκέντρωση όζοντος στη στρατόσφαιρα, εισροή υπεριωδών και κλίμα ) ή μπορούν να προκύψουν τοπικά αλλά τόσο εκτεταμένα ώστε να αποτελούν  παγκόσμια αλλαγή (όπως αλλαγή στη χρήση γης, απώλεια βιολογικής ποικιλίας, βιολογικές εισβολές και αλλαγές στην ατμοσφαιρική χημεία).<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο σε ό, τι αφορά τις πραγματικότητες της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής. Μέσα από τις προσπάθειες κοινοτήτων όπως η Διακυβερνητική Επιτροπή  για την Κλιματική Αλλαγή και η 4η  Έκθεση Αξιολόγησής της του 2007, ξέρουμε ότι η αύξηση στις παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες είναι αναμφισβήτητη κι ότι από τα μέσα του 20ού αιώνα είναι <em>πολύ πιθανό</em>  (90-99% πιθανότητα) το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής να προκαλείται από τον άνθρωπο. Εκτός από τη γενική αύξηση των θερμοκρασιών, του επιπέδου της θάλασσας και της συχνότητας των φυσικών καταστροφών και των επιπέδων των οικονομικών απωλειών, το σύνολο των διαθέσιμων συντηρητικών προτύπων της κλιματικής αλλαγής δείχνει ότι είναι <em>πολύ πιθανό</em> οι ακραίες θερμότητες, οι μακρές περίοδοι ζέστης και τα κύματα καύσωνα να συνεχίσουν να είναι πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές. Ότι τα φαινόμενα ισχυρών βροχοπτώσεων θα είναι, επίσης, πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές,  ότι είναι <em>πιθανό</em> να πλήττεται από την ξηρασία μια ακόμη μεγαλύτερη περιοχή του πλανήτη κι ότι οι μελλοντικοί τροπικοί κυκλώνες θα είναι πιο έντονοι, με μεγαλύτερες ταχύτητες ανέμων και ισχυρότερες βροχοπτώσεις αλλά αβέβαιο συνολικό αριθμό.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a></p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι επιστημονικές προβλέψεις έχουν τεράστια σημασία για την ανθρώπινη ασφάλεια και υγεία στο βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον, καθώς τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής εκδηλώνονται σε διαφορετικές τοποθεσίες. Ενώ η διεθνής πίεση για γρήγορη δράση έναντι των τεκμηριωμένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αυξάνεται, οι πληθυσμοί που η ζωή τους απειλείται εξαιτίας της μη αναστρέψιμης κλιματικής αλλαγής και των αναμενόμενων βραχυπρόθεσμων επιδράσεών της, πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται  επιλογές προσαρμογής. Όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, η  κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο έχει δυσανάλογες επιδράσεις στους φτωχούς μέσα από διαφορετικές κλίμακες- περιοχές, έθνη, πόλεις και γειτονιές. Ενώ είναι σαφές ότι οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής αγγίζουν τόσο τους νικητές όσο και τους ηττημένους, τα έθνη και οι πόλεις που έχουν κάνει τις περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου τα τελευταία 100 χρόνια δεν θα είναι αυτά που θα επωμιστούν το φορτίο των αρνητικών επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Τα ‘καλά’ και τα ‘κακά’ της κλιματικής αλλαγής που προκαλείται από τον άνθρωπο δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στους πληθυσμούς του ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Τα φτωχά έθνη και πληθυσμοί έχουν μειωμένη ή ανύπαρκτη προσαρμοστική ικανότητα που θα τους επέτρεπε να προστατευθούν από τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και συνεπώς αντιμετωπίζουν αυξημένα επίπεδα ευπάθειας. Ταυτόχρονα, οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο  δεν έχουν συνήθως  ισχυρή φωνή στην πολιτική αρένα, με αποτέλεσμα την αδύναμη εκπροσώπησή τους στη διαμόρφωση πολιτικής σε εθνικό και υπο-εθνικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι συζητήσεις για την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή κατά καιρούς  παραβλέπουν την παγκόσμια μεταστροφή από την αγροτική στην αστική ζωή, που αποτελεί μια καθοριστική παγκόσμια τάση τα τελευταία 100 χρόνια. Οι πόλεις έχουν γίνει σημαντικές ολότητες στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές σφαίρες. Η πιο πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τις Παγκόσμιες Προοπτικές Αστικοποίησης επισημαίνει ότι ο μισός  παγκόσμιος πληθυσμός ζει σήμερα σε πόλεις, σε σύγκριση με 30% πριν από πενήντα χρόνια και 10% πριν από εκατό χρόνια. Πιο σημαντικό, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του μελλοντικού παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι το 2020 προβλέπεται ότι θα προκύψει στις γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις φτωχών αφρικανικών και ασιατικών εθνών (περίπου 30% του συνόλου) καθώς και στη Λατινική Αμερική. Η Αφρική και η Ασία αστικοποιούνται σήμερα πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερο όγκο από τις υπόλοιπες περιοχές του κόσμου. Μολονότι ο αριθμός των μεγαλουπόλεων, πόλεων με πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων,  θα είναι αυξανόμενος, αναμένεται ότι θα περιλαμβάνουν περίπου το ίδιο ποσοστό του αστικού πληθυσμού στον κόσμο- γύρω στο 15%. Οι περισσότεροι από τους μελλοντικούς κατοίκους των αστικών κέντρων θα ζουν σε γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις, μεσαίου ή μικρού μεγέθους, του αναπτυσσόμενου κόσμου, και θα υφίστανται πολλές από τις σημερινές αστικές παθολογίες.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος, η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σαφές, όμως, ότι σήμερα η αστικοποίηση προκύπτει γρηγορότερα και περισσότερο σε μέρη που βρίσκονται σε χαμηλότερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης και αντιμετωπίζουν γοργές δημογραφικές αλλαγές. Τα συστήματα της πόλης θα εξακολουθήσουν να επιδρούν δυσανάλογα στις ευαίσθητες οικολογικά περιοχές και συγκριτικά με άλλα συστήματα θα συμβάλουν στην απώλεια γεωργικής γης. Αστική ανάπτυξη αναμένεται σε παράκτια και άγονα οικοσυστήματα, ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής. Η εξάπλωση της αστικής ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα αποτελέσει κυρίαρχη τάση αλλά αυτό θα μπορούσε να ανατραπεί από την πρόσφατη άνοδο στην τιμή του πετρελαίου. Τα καυτά σημεία της αστικοποίησης στερούνται λειτουργιών όπως μόνιμη στέγαση, πρόσβαση σε βελτιωμένο νερό, βασικούς πόρους και συνθήκες υγιεινής ενώ είναι υπερπλήρη, με υψηλά επίπεδα ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τα θεσμικά περιβάλλοντα σε αυτά τα σημεία είναι αδύναμα, δεν υπάρχει κυριαρχία του νόμου και  υπευθυνότητα, αλλά εκτεταμένη διαφθορά. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ‘δέσμες άγχους’ που αυξάνουν την πιθανότητα επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές  θεωρούνται κεντρικό στοιχείο στις αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή στη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών, λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων ευκαιριών και ρίσκων. Καθώς μέχρι το 2020 οι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο θα έχουν φτάσει, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες,  τα 4 δις (τρία τέταρτα του πληθυσμού), η προσοχή εστιάζεται  στο γεγονός ότι το 80% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από τις πόλεις.  Το θετικό είναι ότι οι πόλεις είναι (ή μπορούν να είναι) τόποι  οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας, σημαντικοί κόμβοι για τη σημερινή παγκοσμιοποίηση, σύνδεσμοι της παραγωγής και του εμπορίου και πύλες για την παγκόσμια οικονομία. Είναι επίσης δυνητικά αποτελεσματικοί χρήστες της υποδομής και των πόρων που οφείλονται σε οικονομίες  κλίμακας, και προωθούν  πιο αποτελεσματικές αστικές μορφές και λειτουργίες.  Είναι ακόμη πρωταρχικοί χώροι παρέμβασης για την αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης, για τη μείωση των επιδράσεων της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.  Η τοπική δράση στις μητροπολιτικές περιοχές έχει παγκόσμιες επιδράσεις. Λόγω της αυξημένης πυκνότητας των πληθυσμών, οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής όπως οι φυσικές καταστροφές, οι κρίσεις στην υγεία, οι διαταράξεις στην κοινωνική ζωή και την οικονομία γίνονται πολύ αισθητές σε σημαντικά υποσύνολα των εθνικών πληθυσμών.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αλληλεπιδράσεις προς δυο κατευθύνσεις ανάμεσα στις αστικές περιοχές και την κλιματική αλλαγή έχουν καλλιεργήσει μια εντυπωσιακή ποικιλία αντιδράσεων στις αστικές περιοχές στη διάρκεια των τελευταίων ετών- διάφορες διεθνείς, περιφερειακές, εθνικές και τοπικές πρωτοβουλίες δημιουργήθηκαν σε μεγάλες πόλεις βιομηχανοποιημένων χωρών, εστιασμένες στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα,  η Ένωση των Δημάρχων για την Προστασία του Κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημιουργήθηκε το 2001 με περισσότερες από 700 πόλεις-μέλη, αποτελεί εν μέρει μια αντίδραση στην απροθυμία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η κλιματική ομάδα C-40 των μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου, αρχικά υπό τον Δήμαρχο του Λονδίνου το 2005 με τη συμμετοχή 18 πόλεων, επεκτάθηκε σε παραπάνω από 40 μεγάλες πόλεις στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις, σε αντίθεση με τις αμερικανικές, δίνουν έμφαση σε μια κοινή προσέγγιση που εστιάζεται στην άμβλυνση όπως και στην προσαρμογή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσοχή έχει επικεντρωθεί σε πράξεις άμβλυνσης που επιδιώκουν στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου με ελάχιστη προσοχή μέχρι στιγμής στην προσαρμογή σε τοπικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Στη χρονική περίοδο που θεωρείται σχετική με την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή, και τις διαδικασίες της κλιματικής αλλαγής, οι αντιδράσεις σε αυτό το φαινόμενο έρχονται μέσω τριών πρωταρχικών μέσων: τεχνολογία, θεσμική ανάπτυξη και αλλαγή, καθώς και αλλαγές συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Παρόλο που οι τεχνολογικές ανακαλύψεις είναι πολύ σημαντικές (και οι πόλεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές ως κέντρα τεχνολογικής καινοτομίας) η θεσμική ανάπτυξη στις μητροπολιτικές περιοχές αξίζει αυξημένης προσοχής- σαφές σημάδι καλής αστικής διακυβέρνησης.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η αποκεντρωμένη διακυβέρνηση, που προέκυψε μέσα από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, τον εκδημοκρατισμό και τα οικονομικά αναπτυξιακά προγράμματα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο και τις ικανότητες των πόλεων να αυτοδιοικούνται και, τουλάχιστον θεωρητικά,  επιτρέπει μια πιο ενημερωμένη κοινωνική επιλογή (όπως δημόσιες μεταφορές,  αστική αναπτυξιακή πυκνότητα, ρεαλιστικές αναπτυξιακές προσδοκίες και μείωση των φτωχογειτονιών) και πιο αποτελεσματική και βιώσιμη χρήση των τοπικών πόρων (όπως υπηρεσίες προστασίας του οικοσυστήματος και των ευαίσθητων γαιών). Η πιο αποτελεσματική αστική διακυβέρνηση αποτελεί κλειδί για την αστικο-περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με δεδομένες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αστικοποίησης και του τοπικού, περιφερειακού και παγκόσμιου περιβάλλοντος, στην καρδιά της περιεκτικής ατζέντας για την αστική βιώσιμη έρευνα.  Η επίτευξη καλής αστικής διακυβέρνησης μπορεί να προωθήσει περαιτέρω τις ενέργειες άμβλυνσης και προσαρμογής αλλά και να δώσει μια ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας την κλιματική αλλαγή σε θεμελιακό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ερευνητές έχουν συνοψίσει τις προκλήσεις και τα οράματα για μια καλή αστική διακυβέρνηση, που είναι πολύ σημαντική για τον σχεδιασμό ενός βιώσιμου αστικού μέλλοντος. Θεσμοί και οργανώσεις, όπως η Επιτροπή Εθνικών Ακαδημιών των Ηνωμένων Πολιτειών για τον Πληθυσμό και το Περιβάλλον  και η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της Έκθεσή της για την Παγκόσμια Ανάπτυξη, επισημαίνουν παράγοντες όπως η ικανότητα μιας τοπικής κυβέρνησης να παράσχει κατάλληλες δημόσιες υπηρεσίες στους πολίτες της (ικανότητα), με τη συγκέντρωση και διαχείριση ικανοποιητικού εισοδήματος (οικονομία),  με τον χειρισμό αποκλίσεων,  κατακερματισμού και ανισοτήτων μεταξύ πόλεων (διαφορά), όπως και της αυξανόμενης αστικής βίας και του  εγκλήματος (ασφάλεια). Με τον χειρισμό, επίσης, της αυξανόμενης πολυπλοκότητας σε ό, τι αφορά τη διαχείριση του μωσαϊκού που έχει στη δικαιοδοσία της,  καθώς οι πόλεις αυξάνουν σε πληθυσμό και έκταση (εξουσία).  Μοιράζονται την ευθύνη και συντονίζουν την ενίσχυση και διασύνδεση των παικτών σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης (μοίρασμα ευθυνών και συντονισμού), προσφέρουν ευρεία συμμετοχή στη στρατηγική για την κατανόηση και την οικοδόμηση συναίνεσης, παρακινούν πράξεις και προσπάθειες για την αποτίμηση της προόδου (συμμετοχική διακυβέρνηση) και δίκτυα για επικοινωνίες και οικοδόμηση ικανότητας μεταξύ επαγγελματιών και επιτηρητών (οικοδόμηση δικτύων). Παλιά και τρέχοντα προγράμματα του International Human Dimensions Programme για την Παγκόσμια Περιβαλλοντική Αλλαγή συστήνουν να δίνεται προσοχή στα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κλίμακα προσαρμογής/ταιριάσματος και την αλληλεπίδραση μεταξύ (πολιτικών) θεσμών και Συστήματος της Γης, καθώς και στις διαστάσεις της αρχιτεκτονικής,  της δράσης, της προσαρμοστικότητας, της υπευθυνότητας, της πρόσβασης και της κατανομής στην αστική κλίμακα της διακυβέρνησης του Συστήματος της Γης. Η ομάδα της Resilience Alliance προωθεί την ιδέα μιας συμμετοχικής αστικής διακυβέρνησης με ευέλικτη, ανοιχτή στη μάθηση,  διαχείριση,  που μπορεί να αποφύγει τις ακαμψίες που ενδέχεται να προκύψουν κατά την κατάρρευση των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a></p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, η σύγχρονη πολιτική οικονομία- στην καρδιά της διεπιστημονικής κοινωνικής επιστήμης- πρεσβεύει ότι η ιδέα της καλής διακυβέρνησης απαιτεί μια ισορροπημένη άποψη για την κυβέρνηση-  μια κυβέρνηση που λειτουργεί υπό το διορθωτικό πλαίσιο στις αποτυχίες της αγοράς αλλά που ανταποκρίνεται επίσης στις κυβερνητικές αποτυχίες. Μια καλή αστική διακυβέρνηση έχει ως προαπαιτούμενο τη συνειδητοποίηση της διασύνδεσης σχέσεων και ευκαιριών για τη στρατηγική αλληλεπίδραση μεταξύ όλων των παικτών και των επιτηρητών που υπάρχουν στη σφαίρα της αστικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη θεσμική  διασύνδεση των μεγάλων παγκόσμιων αλλαγών των τελευταίων 150 χρόνων, που προκλήθηκαν από τον άνθρωπο και χαρακτηρίζονται για τον, χωρίς προηγούμενο, γοργό ρυθμό τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-US"> Vitousek, P. M. (1992). Global environmental change: an introduction. <em>Annual Review of Ecology and Systematics</em>, 23, 1-14.</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> IPCC. (2007). <em>Climate Change 2007: The Physical Science Basis. Contribution of Working Group I to the Fourth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change</em>. Cambridge, United Kingdom and New York, NY, USA: Cambridge University Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> UN. (2008).<em> World urbanization prospects: the 2007 revision</em>. New York: UN Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Sánchez-Rodríguez, R., Seto, K. C., Simon, D., Solecki, W. D., Kraas, F., &amp; Laumann, G. (2005). <em>Science Plan: Urbanization and Global Environmental Change</em> (No. 15). Bonn Germany: IHDP.<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wilbanks, T. J., Kirshen, P., Quattrochi, D., Romero-Lankao, P., Rosenzweig, C., Ruth, M., et al. (2007). <em>Effects of global change on human settlements</em>.Unpublished manuscript.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Redman, C. L., &amp; Jones, N. S. (2005). The environmental, social, and health dimensions of urban expansion. <em>Population and Environment</em>, 26(6), 505-520.<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=335</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Thomas Forster &#8211; Υπάρχει μια κοσμοπολίτικη λύση στην κλιματική αλλαγή;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=333</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=333#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:01:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[thomas forster]]></category>
		<category><![CDATA[βιώσιμη ανάπτυξη]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοσμοπολιτισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=333</guid>
		<description><![CDATA[Ως ερευνητής που μελετάει θέματα σχετικά με τον κοσμοπολιτισμό και την δημοκρατία στον πλανήτη, είδα με ενδιαφέρον τον τίτλο του αφιερώματος ‘ Από την Κλιματική Αλλαγή στην Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη’. H έκδοση, σκέφτηκα, αναφέρεται και στις δυο κατηγορίες θεμάτων ή οι δυο αυτές κατηγορίες είναι, ή θα μπορούσε να είναι, συνδεδεμένες; Σε ό, τι με αφορά, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/cartoon_environmentalism.jpg" title="cartoon_environmentalism"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/cartoon_environmentalism.jpg" title="cartoon_environmentalism" alt="cartoon_environmentalism" align="left" height="85" width="110" /></a>Ως ερευνητής που μελετάει θέματα σχετικά με τον κοσμοπολιτισμό και την δημοκρατία στον πλανήτη, είδα με ενδιαφέρον τον τίτλο του αφιερώματος ‘ Από την Κλιματική Αλλαγή στην Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη’. H έκδοση, σκέφτηκα, αναφέρεται και στις δυο κατηγορίες θεμάτων ή οι δυο αυτές κατηγορίες είναι, ή θα μπορούσε να είναι, συνδεδεμένες;<span id="more-333"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι με αφορά, τα δυο θέματα έχουν σίγουρα ένα κοινό σημείο. Στην έρευνα μου για τον κοσμοπολιτισμό, μια από τις πιο πρόσφατες σκέψεις που ήρθαν στο προσκήνιο αφορά την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Το 2005, ο David Held είπε, σε ένα από τα οκτώ σημεία του για τον κοσμοπολιτισμό, ότι ‘η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη πρέπει να είναι σύμφωνη με τη διαχείριση των βασικών πόρων του κόσμου- των πόρων, δηλαδή, που είναι αναντικατάστατοι και  μη βιώσιμοι’.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Νομίζω ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στάση στην κοσμοπολίτικη ατζέντα αφού, στο ίδιο απόσπασμα με την παραπάνω αναφορά, ο Ηeld εκφράζει, επίσης, την πεποίθηση ότι ‘εκείνοι στους οποίους  επιδρούν σημαντικά οι δημόσιες αποφάσεις, θέματα ή διαδικασίες, πρέπει, <em>ceteris paribus</em>, να έχουν μια ίση ευκαιρία, άμεσα ή έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων, να τις επηρεάζουν και να τις διαμορφώνουν…εάν οι συγκεκριμένες αποφάσεις είναι δια-τοπικές, διεθνικές ή διαπεριφερειακές, τότε οι πολιτικές οργανώσεις δεν πρέπει να έχουν μόνο τοπική βάση αλλά και μια ευρύτερη σκοπιά και πλαίσιο δράσης’.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ακαδημαϊκοί όπως ο Andrew Linklater έχουν, επίσης, την ίδια άποψη. Το 1999 ο Linklater είπε ότι η κοσμοπολίτικη ατζέντα πρέπει να δημιουργεί ‘ευρύτερες κοινότητες λόγου και να περιορίζει τις μορφές άδικου αποκλεισμού μέσα σε αυτές’- διευθετώντας την διεθνή ατζέντα με ‘διάλογο και συναίνεση παρά με εξουσία και δύναμη’.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a> Για μια γενική κοσμοπολίτικη ατζέντα αυτοί οι στόχοι μοιάζουν καλοί, νομίζω όμως ότι στο πλαίσιο των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος κόσμος, και υπό το φως της δήλωσης του Held ότι η βιωσιμότητα είναι κυρίαρχη στην κοσμοπολίτικη πρακτική, βρίσκονται μακριά από τη λύση (και τον πλανήτη) που πρέπει να προσπαθήσουν να φέρουν. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ετερογένεια στο σύγχρονο διεθνές πολιτικό σύστημα εμποδίζει τον αποτελεσματικό και δημοκρατικό διάλογο,  εφόσον οι αποφάσεις λαμβάνονται σε διεθνικό επίπεδο, και αποτελεί, συνεπώς, το μόνο μεγάλο εμπόδιο για στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σήμερα. Θα προσπαθήσω να το αναδείξω παρακάτω.</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με τον  κοσμοπολίτικο τρόπο σκέψης στον οποίον αναφέρθηκα πιο πάνω, σε σχέση με τις όποιες παγκόσμιες αποφάσεις για περιβαλλοντικά θέματα ή θέματα βιωσιμότητας, θα έπρεπε να γίνει ένα παγκόσμιο δημοψήφισμα προκειμένου οι άνθρωποι να έχουν την ευκαιρία να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα ή να ξεκινήσουν μια ανταλλαγή διαλόγου για τη διαμόρφωση  μιας απόφασης που να ταιριάζει περισσότερο σε όλους. Και οι δυο προτάσεις δεν μοιάζουν όμως λειτουργικές αν θέλουμε να φτάσουμε σε μια χειροπιαστή λύση αυτού του εξαιρετικά πιεστικού  ζητήματος. Η αιτία μπορεί να είναι ότι εν τη απουσία ενός μη πρακτικού παγκόσμιου δημοψηφίσματος, κάθε τόπος θα έστελνε αντιπροσώπους που θα ψήφιζαν ή θα άρχιζαν διάλογο για λογαριασμό του. Εάν πράγματι αυτό γινόταν, θα ήταν εξαιρετικά αφελές να πιστέψουμε ότι οι αντιπρόσωποι θα ψήφιζαν απλώς ‘για το καλό της ανθρωπότητας ως σύνολο’, από τη στιγμή που οι  εσωτερικές πολιτικές αφοσιώσεις και οι οικονομικές σκοπιμότητες θα έπαιζαν το ρόλο τους στη διαδικασία λήψης απόφασης. Αυτό θα ίσχυε ιδιαίτερα για τα αναπτυσσόμενα έθνη που εξαρτώνται ακόμη πολύ από τη χρήση του άνθρακα για την οικονομική τους ανάπτυξη. Τα κοσμοπολίτικα ιδεώδη που προσδιορίσαμε πιο πάνω θα ήταν, στην πράξη, ακατάλληλα εάν είχαν να κάνουν με θέματα όπως η κλιματική αλλαγή που οφείλεται στις εγγενείς πολιτιστικές, πολιτικές και, κυρίως, οικονομικές διαφορές μεταξύ των δυνάμεων που λαμβάνουν αποφάσεις και στις οποίες επαφίεται το αποτέλεσμα οποιασδήποτε συζήτησης.</p>
<p><code><br />
</code>Ας πάρουμε για παράδειγμα το Πρωτόκολλο του Κιότο. Ενώ αποτελεί εμφανώς μια ‘κοινή διεθνή προσπάθεια για την καταπολέμηση των επιδράσεων των αερίων του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, ολόκληρη η διαδικασία  σύρθηκε υπό το βάρος των εσωτερικών ‘αναγκών’ και ευθυνών κάθε έθνους, με αποκορύφωμα  την άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ακόμη και να επικυρώσουν τη συνθήκη. Δεν είναι σαφές εάν η θέση αυτή θα αλλάξει στο εγγύς μέλλον. Πράγματι, εάν ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2008 σημαίνει κάτι, μπορεί να μην αποτελούν καν οι Ηνωμένες Πολιτείες το μεγαλύτερο αντικείμενο της διεθνούς ανησυχίας. Οι Aufhammer και Carson αναφέρουν στο άρθρο τους για τη μελλοντική έκβαση του διοξειδίου του άνθρακα στην Κίνα ότι ‘σύμφωνα με τις καλύτερες προβλέψεις μας οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην Κίνα ξεπερνούν εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών το 2006 αντί για το 2020 όπως προβλεπόταν προηγουμένως’. Καθώς έχει γίνει σαφές εδώ και αρκετό διάστημα ότι ‘οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν θέσει ως προϋπόθεση για την προσχώρησή τους σε οποιαδήποτε διεθνή συμφωνία, όπως το πρωτόκολλο του Κιότο,  να προχωρήσει και η Κίνα σε ουσιαστικές μειώσεις του διοξειδίου του άνθρακα’, το μέλλον  σε ό, τι αφορά τις διεθνείς δημοκρατικές κοσμοπολίτικες λύσεις στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης μοιάζει δυσοίωνο.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a> <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/asia-pacific/7347638.stm" target="_blank">Σύμφωνα με ένα πρόσφατο σχόλιο</a>, ‘ οι επιστήμονες που επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν την αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών πριν από το 2020 για να αποτρέψουν μια μη αναστρέψιμη, όπως πιστεύουν,  ζημιά για το κλίμα θα αναρωτιούνται πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί’.</p>
<p><code><br />
</code>Πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτευχθεί; Μακριά από μένα να προτείνω εδώ την οριστική λύση, αν και θα ήθελα να συνεισφέρω με ορισμένες ιδέες. Χρησιμοποιώντας τη <em>νέο</em>-κοσμοπολίτικη ορολογία προτείνω ότι, σε ό, τι αφορά  το ζήτημα του περιβάλλοντος, πρέπει  να δούμε ότι  δεν  αφορά μόνο τις σημερινές, αλλά και τις μέλλουσες γενιές των ανθρώπων. Αυτοί, όσο κι εμείς ή ακόμη περισσότερο, θα δεχτούν τις μεγαλύτερες επιδράσεις των περιβαλλοντικών αλλαγών που είναι βέβαιο πως θα συμβούν εάν ο κόσμος συνεχίσει στην ίδια πορεία. Ενώ λοιπόν είμαι, ασφαλώς, υπέρμαχος των κοσμοπολίτικων <em>ιδανικών</em>, διαφωνώ με τον τρόπο με τον οποίον, ενδεχομένως, θα θελήσουν να δουν τη συλλογική περιβαλλοντική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code>Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν είναι ζητήματα που μπορούν να περιμένουν να λυθούν μέχρι να βρεθεί μια αποτελεσματική πολυμερής λύση. Οι επιστήμονες μιλούν, εδώ και πολύ καιρό, για ‘σημείο χωρίς επιστροφή’ (<a href="http://www.nature.com/nature/journal/v441/n7095/full/441802a.html" target="_blank">και πιο πρόσφατα για</a> ‘σημείο ανατροπής’) που, αν πιστέψουμε τις εκτιμήσεις, πλησιάζει όλο και περισσότερο κάθε χρόνο. Ενώπιον τούτου, φαίνεται ότι η μοναδική πραγματική αλλαγή μπορεί να διευκολυνθεί από μια μονομερή λύση και θα έλεγα ότι τη λύση αυτή μπορεί να δώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος είναι ότι η Ε.Ε. βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, σε εξαιρετικά ισχυρή οικονομική θέση έτσι ώστε να διευκολύνει την αλλαγή. Ως ένας, αν όχι <a href="http://www.china-embassy.org/eng/xw/t272113.htm" target="_blank"><em>ο </em>μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας</a>, με <a href="http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2008/01/weodata/weorept.aspx?sy=2006&amp;ey=2008&amp;ssd=1&amp;sort=country&amp;ds=.&amp;br=1&amp;c=998&amp;s=NGDPD%2CPPPGDP&amp;grp=1&amp;a=1&amp;pr.x=46&amp;pr.y=7" target="_blank">την ευρύτερη συνολικά παγκόσμια οικονομία</a> και μια θαυμάσια περιβαλλοντική ατζέντα, η Ε.Ε. είναι ασφαλώς σε θέση να κάνει την αλλαγή με τους δικούς της όρους. Στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν να έχουν τόσο σκληρή ισχύ όσο η ατομική βόμβα το 1945. Σε τελική ανάλυση, η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και όποιες άλλες χώρες έχουν σαφείς εθνικιστικές στάσεις έναντι της περιβαλλοντικής πολιτικής θα συντάσσονταν εάν υπήρχαν επιπτώσεις στις οικονομίες τους- αφού γι’ αυτό  λένε ότι δεν θέλουν να συμμετάσχουν πλήρως στη <em>σημερινή</em> περιβαλλοντική ατζέντα!</p>
<p><code><br />
</code>Το ηθικό δίδαγμα είναι σαφές για μένα και νομίζω ότι έχει καθαρά κοσμοπολίτικη φύση. Σε ζητήματα που επιδρούν στους ανθρώπους όλου του κόσμου είναι εύκολο να συγκεκριμενοποιήσουμε μερικά θεμελιώδη δικαιώματα που μπορεί να διεκδικήσει  το σύνολο της ανθρωπότητας. Όπως η τροφή, η στέγη, η παιδεία και η ιατρική περίθαλψη, νομίζω ότι το δικαίωμα να ζούμε σε ένα καθαρό και περιβαλλοντικά σταθερό κόσμο αποτελεί ένα αίτημα της σημερινής, όπως και της μελλοντικής γενιάς (ων). Αυτό διασφαλίζει ότι εάν μια οικονομική αξία πρόκειται να τεθεί στο περιβάλλον ως σύνολο, δεν θα γίνει με τρόπο που θα είναι επιζήμιος για τη μελλοντική ανθρώπινη αντιπροσωπεία. Στην καλύτερη περίπτωση, το αίτημα θα προωθείται φυσικά από τη δημοκρατική διαδικασία- όμως, με το ρολόι να χτυπά και με ορισμένα κράτη να εξακολουθούν να έχουν ιδιοτελείς εθνικιστικές ατζέντες, φαίνεται ότι η βία,  και σ’ αυτή την περίπτωση η οικονομική βία, μπορεί να είναι ο μόνος πραγματικός και αποτελεσματικός τρόπος για τη διευκόλυνση της αλλαγής. Για να χρησιμοποιήσω μια αναφορά του Isaiah Berlin, ‘αναγνωρίζουμε ότι είναι πιθανό, μερικές φορές δικαιολογημένο, να εξαναγκάζουμε τους ανθρώπους στο όνομα κάποιου σκοπού (ας πούμε της δικαιοσύνης ή της δημόσιας υγείας) που θα μπορούσαν οι ίδιοι, αν ήταν πιο φωτισμένοι, να επιδιώξουν, αλλά δεν το κάνουν, επειδή είναι τυφλοί ή αδαείς ή διεφθαρμένοι&#8217;.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Στην περίπτωση της σημερινής παγκόσμιας περιβαλλοντικής κρίσης, θα έλεγα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναλάβει αυτή τη δυσάρεστη, αλλά σαφώς κοσμοπολίτικη, ευθύνη, προτού είναι πολύ αργά. Ταυτόχρονα, όμως, με την οικονομική βία, θα πρέπει να δοθούν αυξημένες χρηματοδοτήσεις για την ανάπτυξη και εφαρμογή περιβαλλοντικά βιώσιμων ενεργειακών λύσεων για τις αναπτυσσόμενες χώρες.</p>
<p><code><br />
</code>Πιστεύω επίσης ότι οι μονομερείς, επικεντρωμένες στον κοσμοπολιτισμό, λύσεις μπορούν να είναι χρήσιμες όχι μόνο για την επιδίωξη περιβαλλοντικής δικαιοσύνης αλλά και για την επίτευξη δικαιοσύνης, γενικότερα, για κρίσιμα προβλήματα διακρίσεων, φτώχειας και συγκρούσεων που οφείλονται σε αρχικά παρόμοιες, ιδιοτελείς εθνικιστικές αιτίες. Στην Αφρική, για παράδειγμα, από το φόβο της αναβίωσης ιστορικά πρόσφατων και αρνητικών αποικιοκρατικών συνειρμών, η Δύση έμεινε έξω  από πολλά ζητήματα,  προκειμένου  να μην χαρακτηριστεί αντιδημοκρατική. Σύμφωνα όμως με τη παγκόσμια ατζέντα για τη δικαιοσύνη, όπως είπα προηγουμένως, πρέπει να υπάρχουν κάποια θεμελιώδη δικαιώματα που να μπορεί να διεκδικήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα, πέρα από τον ‘δημοκρατικό’ έλεγχο οποιασδήποτε χώρας. <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/africa/6260526.stm" target="_blank">Όπως το έθεσε εύστοχα ο αρχιεπίσκοπος της Ζιμπάμπουε</a> Pius Neube το 2007, υπάρχει μια σαφής επιλογή ανάμεσα στην υποστήριξη ‘μιας κυβέρνησης που είναι έτοιμη να θυσιάσει τις ζωές του λαού της ή την ανατροπή  (της Δύσης) με κίνδυνο να αποκαλεστεί ιμπεριαλιστική’. Η δήλωση αυτή ισχύει και για πολλά διαφορετικά θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που καταπατώνται σε παγκόσμιο επίπεδο και σε καθημερινή βάση- μολονότι η φύση και το περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων αποτελούν αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.</p>
<p><code><br />
</code>Τέλος,  εάν αναρωτιέται κανείς πώς η ατζέντα που πρότεινα μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, υπάρχουν προφανώς πολλά ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση. Για παράδειγμα- ποιες ακριβώς οικονομικές κυρώσεις  μπορούν να ληφθούν; Πόσο διάστημα θα πάρει και μπορεί η Ε.Ε. να καταλήξει σε απόφαση για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής; Ποιες συγκεκριμένες περιβαλλοντικές παραχωρήσεις πρέπει να κάνουν οι χώρες που δεν είναι σήμερα συνεργάσιμες και με ποια σειρά (οι μη συνεργάσιμες χώρες) θα ιεραρχηθούν; Καθώς αυτή είναι μόνο μια μικρή επιλογή των θεμάτων που μπορεί να τεθούν σε σχέση με τις προτάσεις μου (θα υπάρξουν αναπόφευκτα πολύ περισσότερα), δεν θα δώσω προς το παρόν απαντήσεις, προτιμώντας να αφήσω τους αναγνώστες να σκεφτούν αυτά που συζητήθηκαν. Ουσιαστικά, αν δεν βασιστούμε απλώς στις κυρίαρχες λύσεις για τα διεθνή προβλήματα, μπορεί να γεννήσουμε ιδέες που δεν είχαμε σκεφτεί προηγουμένως- και επιχείρησα να φτάσω σε μια από αυτές εδώ. Ελπίζω η απόπειρα αυτή,  για μια μη παραδοσιακή κοσμοπολίτικη λύση στη σημερινή παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση,  να ωθήσει κι άλλους ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.</p>
<p><code><br />
</code>Συμπερασματικά, ενώ το περιβαλλοντικό μέλλον του κόσμου δεν διαγράφεται ευοίωνο σήμερα, δεν πιστεύω ότι στερείται κάθε ελπίδας. Σ’ αυτό το άρθρο άγγιξα μόνο μια πιθανή λύση για τα περιβαλλοντικά  (και ίσως κάποια άλλα) προβλήματα που αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα- εκείνη της εμπνευσμένης από τον κοσμοπολιτισμό μονομερούς δράσης. Ωστόσο, ανεξάρτητα από ποια θετικά βήματα γίνονται, για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι πρέπει να γίνουν σύντομα. Όποιες μεθόδους κι αν χρησιμοποιήσουμε για την καταπολέμηση αυτής της απειλής για την ανθρωπότητα, κάποιος πρέπει να ηγηθεί για να προωθήσει τη διαδικασία και να ληφθούν υπεύθυνες αποφάσεις  για το καλό όλων. Μολονότι μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται ακριβώς με τις ‘παραδοσιακές’ κοσμοπολίτικες απόψεις, όπως των Held και Linklater, πιστεύω ότι συζητήσεις όπως αυτή που έγινε σ’ αυτό το άρθρο είναι δυνητικά πολύ πιο σημαντικές για τη γη από τις καθαρά ακαδημαϊκές κοσμοπολίτικες ανησυχίες. Για πολύ καιρό, οι εσωτερικές οικονομικές σκοπιμότητες εμπόδιζαν την εφαρμογή των αναγκαίων παγκόσμιων πρωτοβουλιών,. Όπως πρότεινα εδώ, το ‘μεγάλο δημοκρατικό πείραμα’ της Ε.Ε. θα μπορούσε να προωθήσει την αλλαγή στάσης που τόσο απεγνωσμένα χρειάζονται κάποιες περιοχές. Για το καλό μας, ελπίζω κάποιος εκεί πέρα να ακούει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Held, D., “Principles of Cosmopolitan Order” στο Brock, G Brighouse, H. (επ.) <em>The Political Philosophy of Cosmopolitanism</em>, σ. 15 (Cambridge University Press, 2005, Cambridge)</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Ο.π, σ. 14<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Linklater, A., “Cosmopolitan Citizenship” στο Hutchins, K. και Dannreuther, R. (επ.), <em>Cosmopolitan Citizenship</em>, σ. 53 (Macmillan Press Ltd, 1999, London)<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Auffhammer, M. και Carson, R., “Forecasting the path of China&#8217;s CO2 emissions using province-level information” στο <em>The Journal of Environmental Economics and Management</em>, (Vol. 55, Issue 3, May 2008, σσ. 229-247)<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Berlin, I., “Two Concepts of Liberty” in Quinton, A., (επ.) <em>Political Philosophy</em>, σ. 150 (Oxford University Press, 1967, Oxford)<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=333</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
