<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; ΕΕ</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%B5%CE%B5" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Richard Howitt &#8211; Θα μπορούσε η Ελλάδα να ηγηθεί μιας «εναλλακτικής Ευρωπαϊκής πορείας;»</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=3946</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=3946#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 01 Apr 2011 09:06:53 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Richard Howitt]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Richard Howitt]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=3946</guid>
		<description><![CDATA[Από τις 29 πιο εκβιομηχανισμένες οικονομίες στον κόσμο, η χώρα με τη δεύτερη θέση στις ταχύτερες και βαθύτερες περικοπές είναι το Ηνωμένο Βασίλειο των David Cameron και George Osborne. Η μοναδική χώρα όπου η μείωση του ελλείματος είναι ταχύτερη είναι η Ελλάδα. Οπότε την εβδομάδα όπου Σοσιαλιστές και Δημοκρατικοί Ευρωβουλευτές συγκεντρώνονται στην Αθήνα, ποια είναι [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Richard Howitt" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2011/04/howitt.jpg"><img title="Richard Howitt" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2011/04/howitt.jpg" alt="Richard Howitt" hspace="5" vspace="5" width="130" height="160" align="left" /></a></p>
<p>Από τις 29 πιο εκβιομηχανισμένες οικονομίες στον κόσμο, η χώρα με τη δεύτερη θέση στις ταχύτερες και βαθύτερες περικοπές είναι το Ηνωμένο Βασίλειο των David Cameron και George Osborne. Η μοναδική χώρα όπου η μείωση του ελλείματος είναι ταχύτερη είναι η Ελλάδα. Οπότε την εβδομάδα όπου Σοσιαλιστές και Δημοκρατικοί Ευρωβουλευτές συγκεντρώνονται στην Αθήνα, ποια είναι τα πολιτικά μαθήματα από το αδελφό κόμμα του Εργατικού Κόμματος, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, για το πώς θα έπρεπε να αντιδράσει στην κρίση η Αριστερά στη Βρεταννία και σε όλη την Ευρώπη; </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, βγάλτε από το μυαλό σας τον Ευρω-σκεπτικιστικό χλευασμό των Συντηρητικών για την Ευρωζώνη. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές στην Ελλάδα ύστερα από τις αποτυχίες της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.<span id="more-3946"></span> Παρά τις σοβαρές επιπτώσεις των περικοπών και των αναταραχών στους δρόμους, διατηρούν τη δημόσια εμπιστοσύνη για το χειρισμό της κρίσης, καταγράφοντας συνεχώς τα αποτελέσματα των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης. Πάνω απ’ όλα, οι προτάσεις για οικονομική μεταρρύθμιση που ήταν τόσο αναγκαίες για την Ελλάδα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της διακύρηξης του ΠΑΣΟΚ και δεν επιβλήθηκαν ακούσια από εξωτερικούς παράγοντες. </p>
<p><code><br />
</code>Όμως το ξεκάθαρο μήνυμα για εμάς από τους συναδέλφους μας του ΠΑΣΟΚ, είναι ότι οι Σοσιαλιστές στην Ευρώπη θα έπρεπε να κάνουν τη διάκριση μεταξύ μεταρρύθμισης και λιτότητας. «Πολύ μακριά, πολύ γρήγορα» δεν θα έπρεπε να είναι απλώς η επωδός για τους δυο Ed του Εργατικού Κόμματος, αλλά για τους Σοσιαλιστές σε όλη την Ευρώπη. Μέσα σε πέντε χρόνια οι περικοπές που σχεδιάζονται για την Ευρώπη σαν σύνολο θα κάνουν τις δημόσιες επενδύσεις να πέσουν στο 1.5% του ΑΕΠ αντί για το 2.5% του 2010. Η ανεργία που ήδη είναι στα 23 εκατομμύρια συνεχίζει να ανεβαίνει.</p>
<p><code><br />
</code>Έτσι στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της προηγούμενης εβδομάδας, ήταν ζωτικής σημασίας τα επιχείρηματα της αριστεράς και των συνδικάτων να αποτρέψουν με επιτυχία τη συμφωνία για ένα Ευρωσύμφωνο που είχε απειλήσει ότι θα είναι τελείως αντιπληθωριστικό και θα κλείδωνε μόνιμα τη μονεταριστική δημοσινομική πολιτική σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Η μειοψηφία των κεντροαριστερών κυβερνήσεων, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, κατάφεραν να πάρουν σημαντικές συστάσεις για τη δημιουργία θέσεων και το σεβασμό για συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσα στη συμφωνία. Η Γερμανία απέτυχε με την επιμονή της ότι κάθε χώρα θα έπρεπε να εισάγει συνταγματικές απαιτήσεις για να σεβαστούν το Σύμφωνο. Όμως οι Συντηρητικοί κατόρθωσαν να απορριφθεί οποιαδήποτε αναφορά σε κοινωνικά δικαιώματα. </p>
<p><code><br />
</code>Μιλώντας στη Σοσιαλιστική Ομάδα των Ευρωβουλευτών, ο Έλληνας Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου είπε ότι η Ελλάδα έχει μειώσει το έλλειμα κατά 6%, έχει μεταρρυθμίσει τις συντάξεις για να είναι βιώσιμες, άνοιξε πάνω από εκατό επαγγέλματα, εισήγαγε την ιδιωτικοποίηση από τους δρόμους και τα αεροδρόμια μέχρι τα τυχερά παιχνίδια, τώρα δημοσιεύει όλες τις δαπάνες της κυβέρνησης στο Διαδίκτυο κι ότι η χώρα στην ουσία βρίσκεται σε καλό δρόμο για να έχει πλεόνασμα μέχρι το 2012. «Δεν είμαστε μια φτωχή χώρα, είμαστε μια χώρα με φτωχή διακυβέρνηση», μας είπε. Ο Παπανδρέου όμως καταρρίπτει το Συντηρητικό μύθο ότι οι αγορές θα επιλύσουν τα πάντα όταν οι τράπεζες και οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας αρνούνται να παραδεχτούν όσα έχουν κατορθώσει οι επίπονες μεταρρυθμίσεις. Επίσης επιτίθεται στους Συντηρητικούς ισχυρισμούς ότι η κρίση είναι μια κρίση υψηλής σπατάλης για την κοινωνική πρόνοια και μια κρίση ασωτίας γενικώς, όταν το πραγματικό φταίξιμο θα έπρεπε να αποδοθεί στην έλλειψη διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις διεφθαρμένες πρακτικές στο χρηματοπιστωτικό τομέα.<br />
Αναγνωρίζει αυτό το πρόβλημα όχι σαν πρόβλημα διαφθοράς, αλλά της ίδιας της δημοκρατίς που απειλείται από μια «υπερ-τάξη» στην οποία ο πλούτος, η εξουσία και η επιρροή έχουν υπερ-συγκεντρωθεί στα χέρια λίγων. «Η Ευρώπη χρειάζεται μια δημοκρατική επανάσταση για να δυναμώσουν οι θεσμοί μας σαν παρόμοια μ’ εκείνη όσων διαμαρτύρονται στην πλατεία Ταχρίρ», μας είπε. </p>
<p><code><br />
</code>Σπάνια ακούμε να μιλάει έτσι ένα κόμμα που είναι στην κυβέρνηση κι όχι στην αντιπολίτευση, και φέρει πραγματικό κύρος όταν εκφέρεται από ένα προηγούμενο οικονομικής ευθύνης. Αλλά οι ιδιωτικές συζητήσεις με συναδέλφους του ΠΑΣΟΚ υποννοούν ότι υπάρχουν τρία βασικά μαθήματα από την Ελληνική κρίση για το Εργατικό και αδελφά μας κόμματα κατά μήκος της Ευρώπης. </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, είναι ουσιαστικό για την Αριστερά να προσφέρει ένα όραμα. Τα κόμματα της δεξιάς χειρίζονται τις περικοπές σα λογιστική άσκηση και δίνουν ελάχιστες ελπίδες σ’ αυτούς που υποφέρουν ότι μπορούν παρόλα αυτά να οδηγηθούν σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να υποστηρίξει καινούριους τρόπους για να συγκεντρωθούν χρήματα, ακόμη και υποστηρίζοντας πλήρως ένα διεθνικό φόρο οικονομικών συναλλαγών – τη σοσιαλιστική εκστρατεία για ένα φόρο τύπου «Ρομπέν των Δασών»- και για την δημιουργία ενός Ευρω-ομολόγου. Χρειαζόμαστε τα χρήματα αλλά επίσης χρειαζόμαστε να δείξουμε τον πολιτικό ρεαλισμό που επιδεικνύει η αύξηση των εσόδων. Τρίτον, αν και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν πέτυχε την υποστήριξη της, οι Σοσιαλιστές δεν μπορούν να κάθονται με σταυρωμένα χέρια καθώς η πρόνοια διαλύεται και πρέπει να μην δεχτούν τις προσπάθειες των Συντηρητικών σε όλη την ΕΕ να εξαλείψουν το κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης. </p>
<p><code><br />
</code>Δεσμεύοντας την Ελλάδα σε ένα εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο μιας περιβαλλοντικά βιώσιμης και υψηλής προστιθέμενης αξίας παραγωγής, ο Παπανδρέου το θέτει συνοπτικά: «Η ανταγωνιστικότητα θα έπρεπε να βασίζεται στην ποιότητα κι όχι στην ανισότητα». Την ίδια ακριβώς ημέρα που συναντήσαμε το ΠΑΣΟΚ, οι αγορές ξαναμείωσαν την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Έδειξε πως η οικονομική αλληλεγγύη που δόθηκε στην Ελλάδα από την ΕΕ χρειάζεται να ταιριάξει με την πολιτική αλληλεγγύη μεταξύ των Σοσιαλιστών που συμβολίζεται μ’ αυτή την κοινή μας συνάντηση αυτή την εβδομάδα.<br />
Η Ελλάδα μπορεί να αγωνίζεται να καθησυχάσει τις αγορές αλλά η εμπειρία της θα έπρεπε να εμπνεύσει όλους εκείνους που εισηγούνται πως οι ίδιες οι αγορές είναι που χρειάζονται μεταρρύθμιση. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=3946</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Victor Ponta &#8211; Ένα πραγματικό κράτος πρόνοιας είναι ακόμη εφικτό στην Ευρώπη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2346</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2346#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 02 Sep 2010 13:23:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Victor Ponta]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[συνεντεύξεις για την κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[Victor Ponta]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[πρόνοια]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλδημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2346</guid>
		<description><![CDATA[Ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρουμανία, Victor Ponta, περιγράφει τις πιθανές πολιτικές κατευθύνσεις που μπορούν να ακολουθήσουν τα Ευρωπαϊκά περιφερειακά κράτη για να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια οικονομική κρίση.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Victor Ponta" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/vponta.jpg"><img title="Victor Ponta" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/vponta.jpg" alt="Victor Ponta" hspace="5" vspace="5" width="125" height="165" align="left" /></a></p>
<p>Ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρουμανία, Victor Ponta, περιγράφει τις πιθανές πολιτικές κατευθύνσεις που μπορούν να ακολουθήσουν τα Ευρωπαϊκά περιφερειακά κράτη για να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια οικονομική κρίση. Σχετικά με την οικονομική θέση της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση τονίζει ότι το &#8220;ευρώ είναι μια κοινή οικονομική ζώνη κι αν κάποιος έχει προβλήματα πρέπει να βοηθηθεί να τα ξεπεράσει, γιατί κάποια άλλη στιγμή κάποιος άλλος θα έχει ανάγκη αυτή τη βοήθεια.  Η ύπαρξη μιας κοινής αντίληψης θα μας ωθήσει να μπούμε γρηγορότερα στην ευρωζώνη. Είναι πραγματικά μια καλή ερώτηση αλλά ταυτόχρονα είναι μια καλή περίοδος για μας για να κατανοήσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτής της δυνατότητας και όχι απλώς να ευχόμαστε να μπούμε στην ευρωζώνη χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις συνέπειες.&#8221;<span id="more-2346"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Παύλος Χατζόπουλος:</strong> Κύριε Ponta, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποιο είναι το πολιτικό σας πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρουμανίας, τα επόμενα δυο χρόνια.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Πρώτα απ’ όλα οφείλω να πω ότι έγινα ο ηγέτης του μεγαλύτερου πολιτικού κόμματος στη Ρουμανία, το οποίο όμως όπως πολλά άλλα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη  (με ελάχιστες σημαντικές εξαιρέσεις, όπως στην Ελλάδα ή την Ισπανία) βρίσκεται τώρα στην αντιπολίτευση. Ο κόσμος με ψήφισε, πρώτα απ’ όλα, ως επένδυση για το μέλλον. Είμαι ένας νέος άνθρωπος γεμάτος ιδέες και μπορώ ακόμη να μαθαίνω από τις εμπειρίες των άλλων αλλά και από τις δικές μας. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά είμαι αποφασισμένος πρώτα να αναδιοργανώσω  το Κόμμα και μετά να εκσυγχρονίσω τη χώρα.</p>
<p><code><br />
</code>Η χώρα μας, όπως όλες οι άλλες, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση, αλλά ο τρόπος που η κυβέρνησή μας χειρίζεται αυτή την κρίση είναι κάπως ιδιαίτερος με την αρνητική έννοια. Φυσικά, παρακολουθούμε την κατάσταση στην Ελλάδα που έχει ίσως τη μεγαλύτερη παρουσία στα μέσα ενημέρωσης. Στη Ρουμανία όμως η κυβέρνησή μας πήρε πολύ πιο σκληρά μέτρα. Για παράδειγμα, ίσως είναι καλό να μάθει ο ελληνικός πληθυσμός ότι ο κόσμος στη Ρουμανία βρίσκεται κάτω από ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Οι περικοπές στις αποδοχές έφτασαν στο 25%, στις συντάξεις στο 15%, ο ΦΠΑ ανήλθε στο 24% (που είναι ο υψηλότερος στην Ευρώπη). Επομένως, η οικονομική κατάσταση στη Ρουμανία μοιάζει να είναι ακόμη χειρότερη από της Ελλάδας.</p>
<p><code><br />
</code>Κατά τη γνώμη μου, όμως, και κατά τη γνώμη του κόμματός μου, αυτό που είναι πραγματικά αρνητικό στη Ρουμανία είναι ότι δεν έχουμε στρατηγική για το μέλλον, δεν έχουμε στρατηγική για το πώς θα βγούμε από την κρίση, για το πώς θα οικοδομήσουμε τη νέα οικονομία και τη νέα κοινωνία. Γι’ αυτό κι έχω εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι η Ελλάδα και ο Έλληνας πρωθυπουργός σκέφτονται για όλα αυτά, ακούνε σημαντικούς οικονομολόγους από το εξωτερικό, αναζητούν λύσεις. Την ίδια ώρα στη χώρα μας, τουλάχιστον ο πρωθυπουργός δεν προσπαθεί να βρει μια λύση: θέλει μόνο να κάνει περικοπές, να κάνει περικοπές στα πάντα χωρίς να μας λέει ποιο είναι το μέλλον, και όπως συμβαίνει πάντοτε οι περικοπές και τα πιο σκληρά μέτρα δεν είναι για εκείνους που βρίσκονται σε καλύτερη θέση, δεν στοχεύουν τις μεγάλες τράπεζες ή επιχειρήσεις, αλλά αγγίζουν άμεσα τους πιο φτωχούς και αδύναμους. Έτσι η κοινωνική κατάσταση γίνεται χειρότερη κι από την οικονομική, και στο Συμπόσιο της Σύμης, ακούγοντας για την ελληνική εμπειρία και τους άλλους οικονομικούς συμβούλους,  συνειδητοποίησα ότι η κυβέρνησή μας στη Ρουμανία ακολουθεί  ακριβώς εκείνα τα βήματα που οι ειδικοί δεν συστήνουν.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν είμαστε στην ευρωζώνη για να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την νομισματική πολιτική πολύ καλύτερα απ’ ό, τι τώρα. Η ρουμανική κυβέρνηση έχει διατηρήσει σταθερό το νόμισμα, όπως συνέβη στην Αργεντινή ή την Τουρκία όταν βυθίστηκαν στην κρίση. Μειώνουμε απλώς την γενική οικονομική παραγωγή και την κατανάλωση κι αυτό θα μπλοκάρει ακόμη περισσότερο την οικονομία. Ωθούμε αυτή τη στιγμή όλες τις κοινωνικές ομάδες σε εσωτερικές διαμάχες, τους δημόσιους υπάλληλους έναντι των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, πράγμα που αυξάνει σημαντικά τις κοινωνικές εντάσεις. Προσπαθώ λοιπόν να μάθω και να καταλήξω σε λύσεις, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία πολλών άλλων χωρών. Οι παλιές ιδέες, σύμφωνα με τις οποίες το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να μειώσουμε τις δαπάνες και να αυξήσουμε την ανεργία- ο πρωθυπουργός μας είπε ότι πρέπει να απολύσουμε το ένα πέμπτο των δημοσίων υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των δασκάλων και των γιατρών- δεν είναι πλέον βιώσιμες. Είναι λύσεις της δεκαετίας του ογδόντα ή του ενενήντα,  δεν είναι λύσεις του μέλλοντος.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Μπορείτε να επεκταθείτε λίγο περισσότερο σε αυτό που εσείς και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Ρουμανίας προτείνετε ως εναλλακτική λύση στην πολιτική που περιγράψατε; Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι έχετε έτοιμες λύσεις, κανείς δεν έχει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Εμείς τουλάχιστον λέμε ότι πρέπει να εξετάσουμε τις πιθανές λύσεις. Το να συνεχίσουμε να κλαιγόμαστε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ότι είμαστε σε μια πολύ κακή κατάσταση, δεν πρόκειται να μας βοηθήσει να βγούμε απ’ την κρίση. Η πρώτη μας πρόταση- που έχει γίνει αντικείμενο μεγάλης συζήτησης στη Ρουμανία- αφορά τα υπάρχοντα ποσοστά των φόρων. Έχουμε σήμερα έναν σταθερό ενιαίο φόρο 16%, τον οποίο εισήγαγε η δεξιά κυβέρνηση πριν από πέντε χρόνια και θεωρήθηκε η μεγαλύτερη επιτυχία της δεξιάς πολιτικής της. Σε αυτά τα πέντε χρόνια δεν έφερε περισσότερα χρήματα στον προϋπολογισμό, αλλά αντίθετα πόλωσε ακόμη περισσότερο την κοινωνία μας. Ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού γινεται πλουσιότερο λόγω αυτού του 16%- είναι οπωσδήποτε πολύ επωφελές για τους ανθρώπους με τα υψηλότερα εισοδήματα. Από την άλλη πλευρά, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν έχει χρήματα  σήμερα για να  καλύψει τις βασικές ανάγκες. Τα περισσότερα δημόσια σχολεία αντιμετωπίζουν τώρα οικονομικά προβλήματα, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχουν ιδιωτικά σχολεία στα οποία έχουν πρόσβαση μόνο οι άνθρωποι και οι γονείς που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν γι’ αυτά. Το σύστημα υγείας είναι σχεδόν μια πλήρης καταστροφή, γιατί με το 16% δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί. Το κοινωνικό σύστημα, και πρώτα από όλα οι συντάξεις, βρίσκονται μονίμως σε αρνητικό ισοζύγιο.</p>
<p><code><br />
</code>Το μεγαλύτερο θέμα συζήτησης αυτή τη στιγμή, ανάμεσα σε εμάς την Αριστερά και τη δεξιά κυβέρνηση έχει να κάνει με την επιβολή ενός διαφορετικού, προοδευτικού συστήματος φορολόγησης στη Ρουμανία, όπως συνέβαινε πριν από το 2005. Το παλιό σύστημα φορολόγησης δεν έφερνε αναγκαστικά περισσότερα χρήματα στον προϋπολογισμό, αλλά τουλάχιστον εξασφάλιζε μια καλύτερη και πιο δίκαιη κοινωνική ισορροπία. Τώρα, το να φορολογείται με το ίδιο 16% κάποιος που κερδίζει 10.000 ευρώ και κάποιος που κερδίζει 100 ευρώ, δεν είναι δίκαιο, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά επειδή στην πραγματική ζωή δεν αποτελεί την καλύτερη λύση για να κρατούνται οι ισορροπίες στην κοινωνία.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη πρότασή μας αφορά την απόρριψη του προγράμματος της σημερινής κυβέρνησης για απολύσεις μεγάλου μέρους των δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα σε αυτόν τον τομέα. Απορρίπτουμε αυτό το πρόγραμμα: έχουμε μια συμφωνία με το ΔΝΤ και προτιμάμε να χρησιμοποιήσουμε τους όρους της συμφωνίας και να μαζέψουμε χρήματα από τις ιδιωτικές τράπεζες για την προώθηση επενδύσεων και τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας. Εάν απλώς απολύεις ανθρώπους και δεν τους δίνεις θέσεις εργασίας, το μόνο που πετυχαίνεις είναι να αυξάνει το ποσοστό της ανεργίας- πράγμα που πάλι επιβαρύνει το κράτος. Είναι σα να εξοικονομείς χρήματα στη μια τσέπη και να τα ξοδεύεις απ’ την άλλη.</p>
<p><code><br />
</code>Η τρίτη  πρότασή μας αφορά τα κυβερνητικά προγράμματα για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας. Πιστεύουμε ότι μακροπρόθεσμα αυτό θα επιδράσει αρνητικά στην κοινωνία μας, γιατί εάν δεν υποστηρίξουμε την εκπαίδευση και την υγεία όλων των πολιτών, και ιδιαίτερα των μη προνομιούχων, δεν θα μπορέσουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή. Η τέταρτη πρότασή μας, και τελειώνω μ’ αυτό, είναι να αξιοποιήσουμε το πλεονέκτημα ότι δεν ανήκουμε στην ευρωζώνη και να αφήσουμε το νόμισμα λίγο πιο ελεύθερο, αντί να κρατάμε τη συναλλαγματική ισοτιμία σταθερή. Μπορούμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε αυτή την πολιτική για να εξισορροπήσουμε τον προϋπολογισμό λίγο περισσότερο, αντί να επιμένουμε σε μέτρα μείωσης των δημοσίων δαπανών και της απασχόλησης. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Σχετικά με όσα είπατε για τις κοινωνικές υπηρεσίες,  το κράτος πρόνοιας και τι κάνει η Δεξιά: Η κρίση δημιουργεί κάποιες προκλήσεις για τη χρηματοδότηση του κράτους πρόνοιας σε χώρες όπου  αυτό ήταν ισχυρό και ακόμη μεγαλύτερες προκλήσεις για οικοδόμηση νέων κοινωνικών υπηρεσιών. Σε περιπτώσεις όπου το κράτος πρόνοιας ήταν πολύ αδύναμο, όπως υποθέτω ότι συνέβαινε στη Ρουμανία, πώς βλέπετε αυτή την πρόκληση τώρα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Συμφωνώ απολύτως ότι είναι κάτι παραπάνω από μια κρίση ή μια πολιτική συζήτηση. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα είναι κατά πόσο το κράτος πρόνοιας είναι ακόμη εφικτό στην Ευρώπη ή εάν ξαναγυρίσουμε σε κοινωνίες άκρως ατομικιστικές, όπως στη Δυτική Ευρώπη πριν από τη δεκαετία του πενήντα. Το κράτος πρόνοιας δεν υπήρχε από καταβολής κόσμου. Και πιστεύω ότι αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος και η μεγαλύτερη μάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά σήμερα. Καθώς πιστεύω ακράδαντα στο κράτος πρόνοιας ως ιδέα και ως λύση, εάν δεν λειτουργεί υπάρχουν δυο λύσεις, εννοώ ότι υπάρχουν δυο πράγματα να χειριστεί κανείς, γιατί δεν είμαι βέβαιος ότι έχουμε όλες τις λύσεις. Πρώτα απ’ όλα, είχα την ευκαιρία να ακούσω τον Ευρωπαίο Επίτροπο Γιοακίμ Αλμούνια, που μας είπε ´Κοιτάξτε, δεν πρέπει απλώς να περικόψετε δαπάνες και υπηρεσίες, πρέπει να βρείτε νέες πηγές εισοδήματος, να είστε πιο δημιουργικοί και να καταλάβετε ότι η αύξηση της φορολογίας δεν θα είναι πλέον η λύση, γιατί όλο το κεφάλαιο, όλο το χρήμα θα πηγαίνει οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ την Ευρώπηʺ. Πρέπει λοιπόν να βρούμε νέες λύσεις για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών και σε μια χώρα που δεν είναι πολύ ανεπτυγμένη, όπως η Ρουμανία, υπάρχει μεγάλο έδαφος για την ανάπτυξη υποδομών. Τα ευρωπαϊκά ταμεία είναι μια λύση προς αυτή την κατεύθυνση- κι εμείς δεν χρησιμοποιούμε αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά κονδύλια: είμαστε ένα από τα ελάχιστα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δίνουμε περισσότερα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από εκείνα που μας επιστρέφονται. Αυτό οφείλεται στη γραφειοκρατία μας και τη διαφθορά μας. Δεύτερον, είναι βέβαιο ότι υπάρχει δυσλειτουργία στην κρατική γραφειοκρατία. Έχω ακούσει τους φόβους εδώ στην Ελλάδα για τη διαδεδομένη διαφθορά και απάτη και φοβάμαι ότι βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Δεν μπορώ να πω ότι στην περίπτωσή μας 8% του ΑΕΠ – όπως στην Ελλάδα- χάνεται με αυτό τον τρόπο, μπορεί να είναι περισσότερο. Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, πρέπει να βρούμε νέες πηγές εισοδήματος, δεύτερον πρέπει να αναμορφώσουμε τη δημόσια διοίκηση και να την κάνουμε πιο αποτελεσματική,  πιο διαφανή, γιατί φυσικά έχουμε χρήματα, το πρόβλημα δεν είναι να έχουμε κάποια χρήματα, το πρόβλημα είναι πώς ξοδεύουμε αυτά τα χρήματα. Για παράδειγμα, σχεδόν 20% του ρουμανικού προϋπολογισμού δαπανάται σε υπηρεσίες και απόκτηση αγαθών που κανείς δεν βλέπει ή δεν καταλαβαίνει σε τι χρειάζονται. Υπάρχουν λοιπόν δυο λύσεις: ο τρόπος εφαρμογής τους είναι θέμα πολιτικής διαχείρισης και βεβαίως μοιάζουν πολύ καλές στα χαρτιά,  στην πράξη μπορεί να μην είναι εύκολες, αλλά δεν βλέπω κάποια τρίτη λύση.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Η Ρουμανία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίοδο κρίσης. Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η προσδοκία σας για το ρόλο της Ρουμανίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο μέτρο που  αυτό μπορεί να έχει επίδραση σε νέες πολιτικές, σε σχέση για παράδειγμα με την οικονομική κρίση ή με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Θα είμαι πολύ ευθύς και ευλικρινής. Φυσικά, οι προσδοκίες της Ρουμανίας είναι υψηλές- λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της χώρας μας και τον πληθυσμό της και επίσης τη στρατηγική σημασία της ως σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ουκρανία και τη Ρωσία και τη Μαύρη Θάλασσα. Ωστόσο, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να παίξουμε καλά τα χαρτιά μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, νιώθουμε σα να είμαστε ακόμη μέλος μιας δεύτερης κατηγορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν φταίνε μόνο οι Ευρωπαίοι γι’ αυτό, φταίνε οι πολιτικοί μας και δεν τους ασκώ κριτική επειδή είμαι στην αντιπολίτευση αλλά επειδή είναι εμφανές ότι δεν είχαν ιδέες, δεν είχαν την πρόθεση να συμμετάσχουν σε αυτή τη διαδικασία. Έπειτα, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης μας απογοήτευσαν όταν είπαν περίπου  – και ίσως αυτή είναι η γερμανική άποψη : ʺ Δεν είστε στο ευρώ, δεν μας νοιάζει για σας, πηγαίνετε στο ΔΝΤ και κάνετε ό, τι σας πουν, γιατί έχουμε τόσα προβλήματα με το ευρώ, έχουμε τόσα προβλήματα με τις χώρες της ευρωζώνης, δεν θέλουμε ν’ ακούμε για σας ή τη Βουλγαρία ή την Ουγγαρία και τους άλλουςʺ.</p>
<p><code><br />
</code>Στην πράξη, λοιπόν, νιώθουμε κάπως απογοητευμένοι από την ένταξή μας στην ΕΕ και υπάρχουν ζητήματα όπου η Ρουμανία θα έπρεπε να έχει συμμετάσχει περισσότερο στη λήψη αποφάσεων. Ένα παράδειγμα είναι η πολιτική των κοινών συνόρων: έχουμε τα μεγαλύτερα σύνορα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ξοδεύουμε πολλά χρήματα από τον προϋπολογισμό για την εποπτεία αυτών των συνόρων. Έχουμε πολλά προβλήματα με τους μετανάστες, είμαστε ίσως η μεγαλύτερη πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα ανατολικά. Δεύτερον, μετά την Πολωνία και φυσικά τη Γαλλία,  έχουμε τεράστιες δυνατότητες στη γεωργία που μένουν ανεκμετάλλευτες- δεν θέλω να κατηγορήσω κανέναν, ίσως είναι δικό μας το σφάλμα που δεν έχουμε καταφέρει να κατανοήσουμε πλήρως το αγροτικό σύστημα στην Ευρώπη. Το μισό περίπου της αγροτικής μας δυναμικής μας χάνεται κάθε χρόνο επειδή δεν ξέρουμε πώς να μπούμε στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό που είναι πραγματικά σκληρός σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία που μπήκαν νωρίς στην Ευρωπαϊκή Ένωση βοηθήθηκαν πάρα πολύ από τα ευρωπαϊκά ταμεία για την ανάπτυξη των υποδομών τους. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία ήρθαν λίγο αργά: τα ευρωπαϊκά κονδύλια γίνονται όλο και λιγότερα, κι είναι όλο και πιο δύσκολο να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά. Από την άλλη πλευρά, οφείλω να αναγνωρίσω ότι η κοινή γνώμη διάκειται ακόμη πολύ ευνοϊκά σε σχέση με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ήταν πάντα κι αυτό δεν άλλαξε, ανεξάρτητα από το τίμημα. Και φυσικά το μέλλον της χώρας, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, είναι εκατό τοις εκατό ευρωπαϊκό.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Μολονότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο θέμα, θέλω να σας ρωτήσω για το ευρώ. Για παράδειγμα, αναφερθήκατε προηγουμένως στις πιθανές λύσεις σε σχέση με την κρίση, στο ενδεχόμενο να έχετε έναν μη σταθερό μηχανισμό ισοτιμίας συναλλάγματος για το νόμισμά σας. Από την άλλη πλευρά, το ευρώ δεν το επιτρέπει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Το γνωρίζω αυτό! </p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Μετά την εμπειρία της κρίσης και τον τρόπο που την αντιμετώπισαν τα μέλη της ευρωζώνης, θα ήταν μια επιθυμητή στρατηγική για τη Ρουμανία να μπει στο ευρώ ή μήπως ένα άλλο είδος ευρώ θα αποτελούσε μια πιο επιθυμητή επιλογή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Θα σας απαντήσω ευθέως. Δεν ξέρουμε ακόμη. Εάν μου είχατε κάνει την ίδια ερώτηση πριν από δυο χρόνια, θα σας έλεγα: ʺ Θα μπούμε στο ευρώ όταν θα είμαστε έτοιμοι, ίσως το 2012 ή το 2013ʺ. Τώρα είμαστε πολύ πιο σκεπτικοί. Δεν είμαστε έτοιμοι να μπούμε τώρα στην ευρωζώνη και ίσως οι όροι να είναι πιο σκληροί όταν θα είμαστε έτοιμοι. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούμε να βάλουμε ως στόχο για να μπούμε στο ευρώ το 2014-2015. Στο μεταξύ, όμως, ο κόσμος θα αλλάξει, είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Η πολιτική του ευρώ θα αλλάξει, η ευρωζώνη θα αλλάξει. Ελπίζω πραγματικά η ευρωζώνη να αντέξει αυτή τη δύσκολη περίοδο της κρίσης. Είμαι όμως βέβαιος ότι το έτος 2015 θα έχουμε διαφορετικές συνθήκες και διαφορετικές προσεγγίσεις για τα αν θα μπούμε ή όχι στην ευρωζώνη. Αυτή την περίοδο, λοιπόν, σε σχέση με τα ευρώ λέμε: ʺΒλέποντας και κάνονταςʺ. Το πώς θα εξελιχθεί η  απόφαση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης να σώσει την Ελλάδα και να σώσει την Ισπανία και την Πορτογαλία  θα μας επηρεάσει πολύ, γιατί αν όλα πηγαίνουν καλά μόνο για τη Γερμανία ή τη Γαλλία δεν θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον για μας να μπούμε. Το ευρώ είναι μια κοινή οικονομική ζώνη κι αν κάποιος έχει προβλήματα πρέπει να βοηθηθεί να τα ξεπεράσει, γιατί κάποια άλλη στιγμή κάποιος άλλος θα έχει ανάγκη αυτή τη βοήθεια.  Η ύπαρξη μιας κοινής αντίληψης θα μας ωθήσει να μπούμε γρηγορότερα στην ευρωζώνη. Είναι πραγματικά μια καλή ερώτηση αλλά ταυτόχρονα είναι μια καλή περίοδος για μας για να κατανοήσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτής της δυνατότητας και όχι απλώς να ευχόμαστε να μπούμε στην ευρωζώνη χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις συνέπειες.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Π.Χ.:</strong> Μια τελευταία ερώτηση για τους άμεσους στόχους σας. Αναφερθήκατε στα σχέδιά σας για αναδιοργάνωση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτό;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Victor Ponta:</strong> Δεν είμαι ο νεότερος ηγέτης στην ιστορία του κόμματός μας αλλά είμαι ένας ηγέτης που εξελέγη από ένα πολύ δημοκρατικό συνέδριο, πράγμα που δεν ήταν ακριβώς στις παραδόσεις μας. Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μένα και τον προηγούμενο ηγέτη κρίθηκε από μια μικρή διαφορά 80 ψήφων σε σύνολο 1.600, κι αυτό με έπεισε ότι ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα δημοκρατικό εσωτερικά. Φυσικά θα υποστηρίξω, κι αυτό δεν θέλω να το κρύψω, τη νέα γενιά. Με εξέλεξαν, επίσης,  ως επένδυση για το μέλλον, για να υποστηρίξω τη γενιά μου, να βοηθήσω να έρθουν νέα πρόσωπα στη δημόσια σκηνή, νέοι ηγέτες στις τοπικές κομματικές οργανώσεις. Θα αποκτήσω πολύ περισσότερες διασυνδέσεις, αυτό προτείνω στον εαυτό μου και στο κοινό, στα ευρωπαϊκά κινήματα, δεν θα αρκεστώ στην εσωστρέφεια σε σχέση με τη δική μας χώρα και τις δικές μας εθνικές πολιτικές, γιατί αυτό δεν είναι πλέον δυνατό στο παγκοσμιοποιημέμο περιβάλλλον μας.</p>
<p><code><br />
</code>Το κόμμα μου ήταν στην κυβέρνηση από το 2000 έως το 2004 και όλοι, ακόμη και οι εχθροί μας, ακόμη και ο σημερινός πρωθυπουργός, αναγνώρισαν ότι έκανε την καλύτερη πολιτική διαχείριση και διακυβέρνηση της μετακομμουνιστικής περιόδου. Η προηγούμενη κυβέρνησή μας είχε ωστόσο πρόβλημα με τη διαφθορά. Δεν θα ντραπώ να το χειριστώ, όχι μόνο επειδή πριν μπώ στο κόμμα και στην πολιτική ήμουν δημόσιος κατήγορος, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι πολύ γι’ αυτό το θέμα.  Προωθώ τη νέα γενιά, αλλά προωθώ μια καθαρή νέα γενιά, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο. Φιλοδοξώ να αποδείξω ότι μπορούμε να είμαστε πάλι πολύ καλοί στη διακυβέρνηση, αλλά ότι θα μας αγγίξει λιγότερο αυτή η ασθένεια που μεταδίδεται τόσο πολύ στην Ευρώπη. Τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα. Όπως σας είπα προηγουμένως, θα είναι δύσκολο να τα εφαρμόσουμε στην πράξη, αλλά ελπίζω ότι θα τα καταφέρουμε. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2346</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Poul Nyrup Rasmussen &#8211; Η λύση στην κρίση είναι περισσότερη Ευρώπη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2196</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2196#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:04:43 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Poul Nyrup Rasmussen]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Poul Nyrup Rasmussen]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2196</guid>
		<description><![CDATA[Ο Poul Nyrup Rasmussen, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ), μιλά για την έλλειψη αποτελεσματικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση της κρίσης του δημόσιου χρέους και προτρέπει για την υιοθέτηση ενός πανευρωπαϊκού φόρου οικονομικών συναλλαγών]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Poul Nyrup Rasmussen" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/Forside-Poul-Nyrup.jpg"><img title="Poul Nyrup Rasmussen" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/Forside-Poul-Nyrup.jpg" alt="Poul Nyrup Rasmussen" hspace="5" vspace="5" width="115" height="140" align="left" /></a></p>
<p>Ο Poul Nyrup Rasmussen, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ), μιλά για την έλλειψη αποτελεσματικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση της κρίσης του δημόσιου χρέους και προτρέπει για την υιοθέτηση ενός πανευρωπαϊκού φόρου οικονομικών συναλλαγών, ενώ ανοίγει την δημόσια συζήτηση για την δημιουργία ενός συστήματος έκδοσης ευρω-ομόλογων που θα επιτρέψει την μείωση των κινδύνων στον χρηματοοικονομικό τομέα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.<span id="more-2196"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση</strong>: Ποια  διδάγματα πρέπει να αντλήσει η Ευρώπη από αυτή την οικονομική κρίση, προκειμένου να αποτρέψει την επόμενη; </p>
<p> <code><br />
</code><strong>Poul Nyrup Rasmussen</strong>: Το πρώτο δίδαγμα  για τους Ευρωπαίους ηγέτες, μολονότι είναι οδυνηρά αργά, είναι ότι η καλύτερη πορεία δράσης βασιζόταν στις <a href="http://www.pes.org/en/pes-action/political-initiatives/financial-crisis" target="_blank">συστάσεις του Κόμματος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών</a>. Ήδη από το Φεβρουάριο, δηλώσαμε- μέσω συνεντεύξεων Τύπου, άρθρων γνώμης, τηλεοπτικών συνεντεύξεων, σεμιναρίων και μιας <a href="http://www.pes.org/en/financial-transaction-tax/pes-european-day-of-action" target="_blank">πανευρωπαϊκής Ημέρας Δράσης</a> &#8211; ότι η απάντηση στην κρίση απαιτούσε τρεις άξονες: έναν μηχανισμό Οικονομικής Σταθερότητας, μια Ευρωπαϊκή Νομισματική Εγγύηση και έναν Φόρο Οικονομικών Συναλλαγών. Όλες αυτές οι συστάσεις υιοθετήθηκαν με καθυστέρηση και μερικές φορές με μισή καρδιά από τη συντηρητική πλειοψηφία. </p>
<p><code><br />
</code>Το δεύτερο  δίδαγμα για την Ευρώπη είναι  ότι σε αυτό το είδος της κρίσης οι σκληρότεροι οικονομικοί κανόνες πρέπει να συνοδεύονται από πολιτικές που διασφαλίζουν οικονομική ανάπτυξη και δημιουργία απασχόλησης. Οι αρχές που κατευθύνουν αυτές τις πολιτικές πρέπει να είναι η αλληλεγγύη και όχι ο εγωϊσμός, και εργαλεία πρέπει να είναι οι επενδύσεις και όχι οι περικοπές. Αυτή η αμφίδρομη πορεία δράσης είναι η εναλλακτική που προτείνουμε έναντι του σημερινού κύματος των περικοπών λιτότητας. </p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο και πιο εμφανές δίδαγμα που η Ευρώπη πρέπει να αντλήσει από την κρίση είναι πώς ΝΑ ΜΗΝ χειραγωγεί τις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Η δαπανηρή και εγωϊστική αναποφασιστικότητα της Μέρκελ αποτελεί ένα καλό παράδειγμα που δείχνει ότι το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να εξαρτάται από εθνικές μεταβαλλόμενες διαθέσεις και εκλογικά συμφέροντα. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση</strong>: Εάν δεν υπήρχε μια παγκόσμια τραπεζική κρίση, θα υπήρχε κρίση στην Ευρώπη; </p>
<p><code><br />
</code><strong>Poul Nyrup Rasmussen</strong>: Η απάντηση βρίσκεται στα χέρια της Ευρώπης, και πάλι. Το 1990, οι συντηρητικοί επιχείρησαν να επιλύσουν μια παρόμοια κρίση μέσω άγριων περικοπών. Απέτυχαν. Τώρα ήρθε ο καιρός για πιο σοβαρή και υπεύθυνη σκέψη. Εάν οι ηγέτες πάψουν να εστιάζουν στις περικοπές και δώσουν κίνητρα στις τράπεζες για να διευκολύνουν τα δάνεια, να ανεβάσουν ταχύτητα στην καινοτομία- ζωτική για την ανάκαμψη και πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη Στρατηγική της Λισαβόνας- έχουμε πολλές πιθανότητες να σταθεροποιήσουμε το οικονομικό σκάφος επεκτείνοντας παράλληλα και πάλι την οικονομία. Με άλλα λόγια μετρώ την επιτυχία της ανάκαμψης με το πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούμε. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση</strong>: Μπορεί  να υπάρξει μεταδοτικότητα, που θα θέσει το ευρώ σε κίνδυνο; </p>
<p><code><br />
</code><strong>Poul Nyrup Rasmussen</strong>: Υπάρχει ήδη μεταδοτικότητα! Το ευρώ βρίσκεται σήμερα σε κίνδυνο λόγω των επιθέσεων των χρηματοοικονομικών αγορών και της κερδοσκοπίας. Τα CDS ( Credit Default Swaps- Συμβ. Αντασφάλισης Κινδύνου) και οι ανοιχτές πωλήσεις αποτέλεσαν μόνο την κορυφή του παγόβουνου κατά του οποίου η καγκελάριος Μέρκελ κατεύθυνε το ευρωπαϊκό σκάφος.Αυτό μπορεί να χειροτερεύσει αν δεν τακτοποιήσουμε την άλλη μεγάλη μεταδοτικότητα που έχουμε στην Ε.Ε.: την πολυδιαίρεση. Ο τρόπος για να προχωρήσουμε μπροστά είναι να οικοδομήσουμε ενότητα και αυτό μπορεί μόνο να γίνει, όπως έγινε από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με αλληλεγγύη. Είμαστε ο μεγαλύτερος εμπορικός συνασπισμός στον κόσμο. Οι άνθρωποι και όχι οι αγορές πρέπει να αποφασίσουν πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση</strong>: Ποια  είναι η καλύτερη λύση; Ο νέος τραπεζικός φόρος που προτείνουν στην Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει; </p>
<p><code><br />
</code><strong>Poul Nyrup Rasmussen</strong>: Η πρόταση της Επιτροπής για τη δημιουργία εθνικών ταμείων ελεγχόμενης πτώχευσης δεν πάει πολύ μακριά. Όπως είπα πιο πάνω, η λύση είναι περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη. Χρειαζόμαστε μια προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, χρειαζόμαστε έναν πανευρωπαϊκό φόρο οικονομικών συναλλαγών που να συγκεντρώνει χρήματα για την αποπληρωμή ζημιών που έχουν ήδη προκληθεί και για την αντιμετώπιση των κερδοσκόπων. </p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει επίσης να αρχίσουμε να εξετάζουμε σοβαρά ένα σύστημα έκδοσης ευρω-ομόλογων που θα μας επιτρέψει να μειώσουμε τον κίνδυνο στον χρηματοοικονομικό τομέα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν πρέπει να αφήσουμε τις τράπεζες να πάρουν ακόμη μεγαλύτερα ρίσκα. Σε περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, οι τραπεζίτες θα πρέπει να πληρώσουν. Οι αποταμιεύσεις των πολιτών πρέπει να προστατευθούν με κάθε κόστος.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2196</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Γιάννης Βαρουφάκης &#8211;  Νέες Βερσαλλίες στοιχειώνουν την Ευρώπη ή Furiosa Teutonicorum insania1</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2220</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2220#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:04:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Γιάνης Βαρουφάκης]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[John Maynard Keynes]]></category>
		<category><![CDATA[Γερμανία]]></category>
		<category><![CDATA[γιάνης βαρουφάκης]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2220</guid>
		<description><![CDATA[Ο Γιάνης Βαρουφάκης ισχυρίζεται ότι το πακέτο στήριξης των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ αποτελεί τιμωρία για την Ελλάδα. Με τα υπέρμετρα επιτόκια που χρεώνει και με δεδομένη την αταλάντευτη αντίστασή του σε οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του υπάρχοντος ελληνικού χρέους, ωθεί την Ελάδα σε περαιτέρω πτώχευση. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Γιάννης Βαρουφάκης" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/varouf.jpg"><img title="Γιάννης Βαρουφάκης" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/varouf.jpg" alt="Γιάννης Βαρουφάκης" hspace="5" vspace="5" width="115" height="156" align="left" /></a> </p>
<p>Ο Γιάνης Βαρουφάκης ισχυρίζεται ότι το πακέτο στήριξης των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ αποτελεί τιμωρία για την Ελλάδα. Με τα υπέρμετρα επιτόκια που χρεώνει και με δεδομένη την αταλάντευτη αντίστασή του σε οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του υπάρχοντος ελληνικού χρέους, ωθεί την Ελλάδα σε περαιτέρω πτώχευση. Ακριβώς όπως ένας άσπλαχνος γιατρός δίνει αρκετά φάρμακα ώστε να κρατήσει λίγο ακόμη τον ασθενή στη ζωή έτσι ώστε να εξακολουθεί να υποφέρει ακόμη από βασανιστικό πόνο, αλλά όχι αρκετά για να τον αποτρέψει να απαλλαγεί από τη θανάσιμη αγωνία, έτσι και το πακέτο ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ παρατείνει την αγωνία του ελληνικού κράτους χωρίς να αποτρέπει την αναπόφευκτη χρεοκοπία.<span id="more-2220"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>1. Προσωπική αρετή, ελληνικές παραβιάσεις και η κληρονομιά των Βερσαλλιών</strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι Γερμανοί θεωρούν τους Έλληνες ανυπόφορα σπάταλους. Σκληρά εργαζόμενος, καλά εκπαιδευμένος, καινοτόμος, τεχνολογικά προχωρημένος, και με μια ιστορία ουσιαστικού σφιξίματος της ζώνης όταν η χώρα του αντιμετώπισε σοβαρή πτώση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της,<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> ο γερμανικός λαός είναι τώρα έξαλλος που η ασωτία ενός μικρού έθνους μπορεί να ταρακουνήσει βίαια τα θεμέλια στα οποία επένδυσε τη συλλογική μεταπολεμική ενέργεια του: <em>τη σταθερότητα του νομίσματός του</em>. </p>
<p><code><br />
</code>Η οργή του είναι ιδιαίτερα κατανοητή αν τοποθετηθεί στο ιστορικό πλαίσιο. Όταν το γερμανικό έθνος συνθηκολόγησε μετά τον <em>Μεγάλο Πόλεμο</em>, οι σύμμαχοι  αξίωσαν το νόμιμο αλλά και παράλογο δικαίωμά τους από το συλλογικό του σώμα. Κανένας οίκτος, καμιά τύψη, καμιά μεγαλοψυχία για τους νικημένους. Η <em>Συνθήκη των Βερσαλλιών</em> επέβαλε βαριές αποζημιώσεις στο ήδη ηττημένο και αποδεκατισμένο έθνος και άφησε το λαό του να τα βγάλει πέρα μόνος του, αφού ο πλούτος του έθνους λεηλατήθηκε από τους νικητές.</p>
<p><code><br />
</code>Ενώ ο υπόλοιπος ανεπτυγμένος κόσμος συμμετείχε ξανά στη <em>Χρυσή Βάση</em>, το μοναδικό νόμισμα εκείνης της εποχής, η Γερμανία υποχρεώθηκε να παραμείνει εκτός (καθώς δεν της είχε απομείνει χρυσός μετά την ατιμωτική ήττα) και να τυπώσει το δικό της χρήμα. Καθώς βρέθηκε αποστερημένη από επενδύσεις και υποχρεωμένη να πληρώνει αποζημιώσεις μεταξύ 2% και 3% ετησίως στους νικητές, το νόμισμά της άρχισε αναπόφευκτα να υποτιμάται. Το αποτέλεσμα ήταν ένας υπερ-πληθωρισμός που σάρωσε τις κερδισμένες με μόχθο καταθέσεις της γερμανικής μεσαίας τάξης και έστρωσε το δρόμο για την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί,  αφού πλέον οι κραδασμοί της κρίσης του 1929 είχαν αγγίξει την ήδη ρημαγμένη χώρα. Τα υπόλοιπα, όπως λένε, ανήκουν στην ιστορία.</p>
<p><code><br />
</code>Από τότε η Γερμανία αποφάσισε, περίπου ομόφωνα, να μην ξαναβρεθεί ποτέ σε ένδεια λόγω κατάρρευσης του νομίσματος. Μολονότι συνεισφέρει ευχαρίστως και με το παραπάνω στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρεώνεται μεγάλους λογαριασμούς όταν κάποιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα το απαιτεί, το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να καταλάβει είναι οποιαδήποτε παραβίαση της αυστηρής νομισματικής πολιτικής  που κράτησε ισχυρό το DeutschMark, το οποίο μεταφέρθηκε στο νέο πανευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ.</p>
<p><code><br />
</code>Τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση της Αθήνας ανακοίνωσε ότι το έλλειμμα της Ελλάδας ήταν διπλό από εκείνο που η προηγούμενη κυβέρνηση ανέφερε, οι Γερμανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους. Αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι ακόμη κι ένα νοτιοευρωπαϊκό κράτος μπορούσε να εμπλακεί σε τέτοιο παιχνίδι εξαπάτησης. Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι χρηματαγορές συσπειρώθηκαν κατά των ελληνικών ομολόγων, πολλοί Γερμανοί θεώρησαν ότι οι Έλληνες πήραν αυτό που τους άξιζε.</p>
<p><code><br />
</code>Θεωρήθηκε ως δίκαιη ανταπόδοση, ειδικά στη νοοτροπία ενός έθνους που τον περασμένο αιώνα αποδέχτηκε τη συλλογική τιμωρία του και κατάφερε να βγει από το τέλμα μέσα από σκληρή δουλειά και εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Η Ελλάδα έπρεπε κι αυτή να πληρώσει για τις αμαρτίες της. Για τους Γερμανούς, το θέμα δεν ήταν το κόστος της διάσωσης του ελληνικού κράτους από τα νύχια των χρηματαγορών. Το θέμα ήταν ότι η Ελλάδα έπρεπε να υποστεί την τιμωρία που της άξιζε επειδή έθεσε σε κίνδυνο μια λέσχη που παραμέρισε με αβρότητα τους κανόνες για να τη δεχτεί ως μέλος της. Κι επειδή η εν λόγω λέσχη είναι αυτή που εκδίδει το νόμισμα στο οποίο ο γερμανικός λαός εμπορεύεται, αποταμιεύει και για το οποίο είναι συλλογικά περήφανος, η τιμωρία απέκτησε τη σημασία ενός καίριου δεσμευτικού τελετουργικού.</p>
<p><code><br />
</code><strong>2. Η πραγματική κληρονομιά των Βερσαλλιών</strong></p>
<p><code><br />
</code>Το πρόβλημα με την ηθική προσβολή είναι ότι σπανίως αποτελεί μια λογική βάση οικονομικής πολιτικής. Η προσωπική αρετή είναι σημαντική αλλά είναι αβέβαιος οδηγός για τον χειρισμό μιας κρίσης και κακός ιστορικός σε ό, τι αφορά τις αιτίες της. Ένα καλό παράδειγμα είναι η προαναφερόμενη <em>Συνθήκη των Βερσαλλιών</em> του 1919 που καταδίκασε τη Γερμανία σε  μακροχρόνιες αποζημιώσεις. Τότε, οι νικητές ένιωθαν δικαιωμένοι ηθικά που επέβαλαν βαριές ποινές στη χώρα που είχε αρχίσει τον πιο φονικό πόλεμο μέχρι τότε. </p>
<p><code><br />
</code>Ήταν όμως φρόνιμο; Όχι, δεν ήταν. Ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς, που επρόκειτο αργότερα να φωτίσει σημαντικά την ικανότητα του καπιταλισμού να σκοντάφτει, να πέφτει και ύστερα να αδυνατεί να σταθεί ξανά στα πόδια του χωρίς βοήθεια, βρισκόταν στις Βερσαλλίες καά την επεξεργασία της Συνθήκης. Μόλις επέστρεψε στο Κέμπριτζ, έβαλε σε τάξη τις σκέψεις του και κατέληξε σε ένα ζοφερό συμπέρασμα.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, ο Κέϊνς είπε ότι οι νικητές επέβαλαν στους νικημένους μια Συνθήκη που δεν ήταν μόνο ανελέητη αλλά και αυτοκαταστροφική για τους νικητές. Με αυτή την έννοια, η τιμωρία είχε ένα τίμημα που οι νηκητές δεν υπολόγισαν καλά, ένα τίμημα εξίσου εξωφρενικό για τους τιμωρημένους όσο και για τους τιμωρούς. Και ο Κέϊνς είχε δίκιο! </p>
<p><code><br />
</code>Οι αποζημιώσεις αποδείχτηκαν ανεπαρκείς για τη βελτίωση των οικονομιών της Γαλλίας και της Βρετανίας, κατάφεραν όμως να αποστραγγίσουν τη γερμανική οικονομία από ζωή και, επομένως, να δημιουργήσουν τις συνθήκες του υπερπληθωρισμού που προετοίμασε την κοινωνία για τη μετεωρική άνοδο του Χίτλερ. </p>
<p><code><br />
</code>Μετά το 1929 και την κοσμοϊστορική κρίση της Γουόλ Στριτ που μεταδόθηκε σαν ιός με τη μορφή της <em>Μεγάλης Ύφεσης</em> παντού, οι χώρες που είχαν απολαύσει χαμηλό πληθωρισμό χάρη στη <em>Χρυσή Βάση</em> της δεκαετίας του 1920 συνειδητοποίησαν ξαφνικά ότι, σε εποχές αποπληθωρισμού, το κοινό νόμισμα είναι σαν μια μπάλα αλυσσοδεμένη στο πόδι ενός ανθρώπου που πνίγεται. Ανίκανες να συντονίσουν τις οικονομικές πολιτικές, άρχισαν να πηδούν από το πλοίο η μια μετά την άλλη εγκαταλείποντας το ενιαίο νόμισμα (τη <em>Χρυσή Βάση</em>) κι αρχίζοντας έναν αποπληθωριστικό πόλεμο όλων εναντίον όλων.<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Οι άμεσες αιτίες του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού πανικού- γιατί περί αυτού πρόκειται- είναι εμφανείς. Οφείλονται στην καταστροφική πτώση της αξίας του χρήματος, όχι μόνο στα εμπορεύσιμα είδη, αλλά σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία…Οι δανειολήπτες όλων των ειδών ανακαλύπτουν ότι τα χρεώγραφά  τους δεν ισοδυναμούν πλέον με τα χρέη τους….Λίγες κυβερνήσεις έχουν ακόμη αρκετά έσοδα για να καλύψουν τις σταθερές χρεώσεις για τις οποίες είναι υπόλογες. Επιπλέον, μια κατάρρευση αυτού του είδους αυτοτροφοδοτείται.<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a>
</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Το αποτέλεσμα της ανικανότητας διαχείρισης μιας απλής αλήθειας, δηλαδή να υποχρεωθούν οι ελλειμματικές χώρες  να αποπληθωρίσουν, ήταν μια μάστιγα στο σπίτι των (μέχρι τότε) πλεονασματικών χωρών,  μαζική φτώχεια για όλους κι ένας πραγματικός πόλεμος που η ανθρωπότητα προσπαθεί από τότε να ξεπεράσει. Όπως λέει ο Κέϊνς:</p>
<p><code><br />
</code><br />
<blockquote>…η ανειλικρινής αποδοχή….αδύνατων όρων που δεν θα μπορούσε να φέρει σε πέρας (έκανε) τη Γερμανία σχεδόν εξίσου ένοχη που αποδέχτηκε κάτι που δεν  μπορούσε να εκπληρώσει με τους Συμμάχους που επέβαλαν κάτι που δεν είχαν δικαίωμα να αξιώσουν.<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Εάν οι Βερσαλλίες μας διδάσκουν κάτι, είναι ότι οι ισχυροί δεν επιβάλλουν πάντα στους νικημένους μια Συνθήκη που ανταποκρίνεται στα ίδια τους τα συμφέροντα. Μερικές φορές παρασύρονται από τη βιασύνη τους να τιμωρήσουν, σφίγγουν τους μυς τους περισσότερο απ’ ό, τι θα έπρεπε και καταλήγουν να τιμωρήσουν τον εαυτό τους. Αυτός είναι ο φόβος μου σχετικά με το πρόσφατο οικονομικό πακέτο που επέβαλαν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε μια άλλη ηττημένη χώρα: την Ελλάδα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>3. Οι νέες Βερσαλλίες </strong></p>
<p><code><br />
</code>Στην εισαγωγή του βιβλίου του για τις συνέπειες της <em>Συνθήκης των Βερσαλλιών</em>, ο Κέϊνς έγραψε τα ακόλουθα:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Ωθούμενος από τρελές ψευδαισθήσεις και παράτολμη αυτοεκτίμηση, ο <strong>ελληνικός</strong> λαός ανέτρεψε τα θεμέλια πάνω στα οποία όλοι ζούσαμε και χτίζαμε. Αλλά οι εκπρόσωποι της <strong>Ευρωπαϊκής Ένωσης</strong> πήραν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή που η <strong>Ελλάδα</strong> άρχισε, με ένα <strong>πακέτο οικονομικής στήριξης</strong> που εάν εφαρμοστεί θα υποσκάψει ακόμη ποερισσότερο, αντί να αποκαταστήσει, την ευαίσθητη, περίπλοκη οργάνωση, που ήδη ταρακουνήθηκε και διαλύθηκε  με <strong>την κρίση του 2008</strong>,  μέσω της οποίας και μόνο οι ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν να απασχολούνται και να ζουν.<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Δεν είναι, βέβαια, αυτά ακριβώς τα λόγια του Κέϊνς. Αλλά δεν απέχουν πολύ! Το μόνο που έκανα ήταν να αντικαταστήσω μερικές από τις λέξεις του με εκείνες που είναι τονισμένες πιο πάνω. Πράγματι, ο Κέϊνς θα μπορούσε να γράφει για την ελληνική δημοσιονομική καταστροφή και το πακέτο του ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ που επιβλήθηκε αποτελεσματικά στο χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος.</p>
<p><code><br />
</code>Το επιχείρημά μου εδώ είναι απλό: Το πακέτο των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ είναι το πιο παράξενο είδος τιμωρίας. Στην πραγματικότητα, είναι μια παράλογη ποινή επειδή:<br />
<code><br />
</code><br />
     α) αποτελεί μια άσπλαχνη και ασυνήθιστη τιμωρία<br />
     β) πρόκειται να ζημιώσει τους τιμωρούς πολύ περισσότερο από μια πιο δίκαιη τιμωρία στην Ελλάδα.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Κατά μεγάλη ειρωνεία, από αυτή την άποψη, δεν διαφέρει πολύ την πρωτότυπη <em>Συνθήκη των Βερσαλλιών</em>. </p>
<p><code><br />
</code>Γιατί ισχυρίζομαι ότι το πακέτο των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ αποτελεί τιμωρία, όταν αυτό που λένε ότι κάνει είναι ότι σώζει την Ελλάδα από τη χρεοκοπία; Επειδή, νομίζω,  δεν κάνει τίποτα τέτοιο. Με τα υπέμετρα επιτόκια που χρεώνει και με δεδομένη την αταλάντευτη αντίστασή του σε οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του υπάρχοντος ελληνικού χρέους, ωθεί την Ελάδα σε περαιτέρω πτώχευση. Ακριβώς όπως ένας άσπλαχνος γιατρός δίνει αρκετά φάρμακα ώστε να κρατήσει λίγο ακόμη τον ασθενή στη ζωή έτσι ώστε να εξακολουθεί να υποφέρει ακόμη από βασανιστικό πόνο, αλλά όχι αρκετά για να τον αποτρέψει να απαλλαγεί από τη θανάσιμη αγωνία, έτσι και το πακέτο των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ παρατείνει την αγωνία του ελληνικού κράτους χωρίς να αποτρέπει την αναπόφευκτη χρεοκοπία. Κι όταν έρθει η χρεοκοπία, θα έρθει σε μια εποχή μικρότερου εθνικού εισοδήματος και υψηλότερου  συνολικά επιπέδου χρέους. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να περιγράψουμε αυτό το πακέτο ως μια άσπλαχνη και ασυνήθιστη τιμωρία.</p>
<p><code><br />
</code>Πέραν αυτού, γιατί ισχυρίζομαι ότι το πακέτο των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ είναι αυτοκαταστροφικό για πλεονασματικές χώρες όπως η Γερμανία που παρέχουν τα πρόσθετα δάνεια; Η απάντηση είναι απλή: Μετά την <em>Κρίση του 2008</em>, η Γερμανία σάλπαρε σε μη χαρτογραφημένα τρικυμιώδη ύδατα. Για πρώτη φορά σε τριάντα χρόνια, το πλεόνασμά της δεν απορροφήθηκε από το εμπορικό έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέχρι το 2008, το γερμανικό θαύμα ήταν οικοδομημένο όχι μόνο πάνω στην τυπική γερμανική σκληρή εργασία και δημοσιονομική υπευθυνότητα αλλά επίσης στη μεγάλη δημοσιονομική ʺ ανευθυνότητα ʺ των Ηνωμένων Πολιτειών που  είχαν αρκετά μεγάλα ελλείμματα  ώστε να απορροφούν τη βιομηχανική παραγωγή των μεγάλων εθνών της Ευρώπης και της Ασίας. Τώρα, χρειαζόμαστε νέες πηγές δημοσιονομικής ʺ ανευθυνότητας ʺ, έτσι ώστε η Siemens, η BMW και οι υπόλοιποι λαμπεροί βιομηχανικοί γίγαντες της Γερμανίας να μπορούν να βρουν αγοραστές.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτό το πλαίσιο, το να μετατρέπεις χώρες όπως η Ελλάδα σε μια χτυπημένη απ’ τον ήλιο άγονη γη και να υποχρεώνεις την υπόλοιπη Ευρωζώνη σε ένα ακόμη πιο γρήγορο, καθοδικό σε ό, τι αφορά τον αποπληθωρισμό των χρεών φαύλο κύκλο, είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να υπονομεύσεις την οικονομία της ίδιας της Γερμανίας. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα θα  έχει τις ερήμους που της αξίζουν, αξίζουν οι σκληρά εργαζόμενοι Γερμανοί  μια πολιτική ελίτ που τους οδηγεί ολοταχώς στην οικονομική καταστροφή;</p>
<p><code><br />
</code>Δεν πιστεύω ότι το αξίζουν. Αλλά έχει συμβεί στο παρελθόν και μπορεί να ξανασυμβεί. Για να αναφερθώ, για μια τελευταία φορά, στο βιβλίο που  έγραψε ο Κέϊνς το 1920 για τη <em>Συνθήκη των Βερσαλλιών</em>: </p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Ίσως να είναι ιστορικά αληθινό ότι καμιά τάξη της κοινωνίας δεν χάνεται παρά από το ίδιο της το χέρι.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn2">[7]</a>
</p></blockquote>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Μεταφρασμένο σε ʺ Το παραλήρημα παραφροσύνης των Γερμανώνʺ. Βλέπε E.F.Heckscher, <em>Mercantilism</em>, Αναθεωρημένη 2η έκδοση, Λονδίνο: London: Allen &#038; Unwin, 1962, τ. 1. σ. 56</span></p>
<p id="ftn2">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Μετά την επανένωση, στο μέσο της δεκαετίας του 1990 και ύστερα πάλι από το 2002</span></p>
<p id="ftn3">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; John Maynard Keynes (1922). ʺ The World’s Economic Outlookʺ. <em>The Atlantic Monthly</em>.</span></p>
<p id="ftn4">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Dr Melchior: A Defeated Enemyʺ στο <em>Two Memoirs</em> (1949),  επανεκδόθηκε στο <em>Collected Writings, Vol. X: Essays in Biography</em>, σ. 428  </span></p>
<p id="ftn5">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Αντικατέστησα το <strong>γερμανικός</strong> με ʺελληνικόςʺ, το <strong>γαλλικός και βρετανικός</strong> με ʺ ευρωπαϊκόςʺ, το <strong>γερμανικός</strong>  με Ελλάδα, το <strong>Ειρήνη</strong> με ʺ πακέτο οικονομικής στήριξηςʺ, το <strong>πόλεμος</strong> με ʺ την κρίση του 2008ʺ. Βλέπε ʺ Introduction to John Maynard Keynes&#8221;. <em>The Economic Consequences of the Peace</em>, Harcourt Brace New York, 1920.</span></p>
<p id="ftn6">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211;  Αφήνοντας την Ελλάδα σε αθέτηση και επιτρέποντας στην ΕΚΤ να χρηματοδοτήσει τις τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές και γερμανικές).</span></p>
<p id="ftn7">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Κεφάλαιο 6, σ. 238, <em>The Economic Consequences of the Peace</em>, Harcourt Brace New York, 1920</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2220</wfw:commentRss>
		<slash:comments>10</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Gary A. Dymski &#8211; Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Καλιφόρνια: Προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2188</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2188#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:03:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Gary Dymski]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Gary Dymski]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[Καλιφόρνια]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2188</guid>
		<description><![CDATA[Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κινητοποιηθεί σε τρία επίπεδα: πρέπει να εργαστεί με άλλα απειλούμενα έθνη για να έχουν κοινούς στόχους και ιδέες, πρέπει να εργαστεί εντός του πλαισίου του ευρώ για λογαριασμό των απειλούμενων εθνών και πρέπει να κιητοποιήσει τον πληθυσμό προκειμένου να αγωνιστεί για ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής και τη διατήρηση ενός πραγματικού κοινωνικού διχτύου ασφαλείας.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Gary Dymski" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/06/gary-dymski.jpg"><img title="Gary Dymski" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/06/gary-dymski.jpg" alt="Gary Dymski" hspace="5" vspace="5" width="125" height="155" align="left" /></a> </p>
<p>Η Ελλάδα και η Καλιφόρνια είναι αφάνταστα διαφορετικές. Η Καλιφόρνια έχει τρεις φορές περισσότερο πληθυσμό και ένα ΑΕΠ πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερο. Αυτά τα δυο μέρη απέχουν πολύ μεταξύ τους στον πλανήτη και έχουν πολύ διαφορετικές διασυνδέσεις με την παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά, οι συνθήκες τους έχουν εντυπωσιακά ίδια χαρακτηριστικά. Και τα δυο μέρη διέρχονται βαθιές δημοσιονομικές κρίσεις που απειλούν να καταστρέψουν τα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας και συνοχής, και τα δυο ανήκουν σε ευρύτερες πολιτικές οντότητες όπου οι συνθήκες απέχουν από το να είναι ήρεμες ( πόσο μάλλον υγιείς). Ακόμη περισσότερο, και τα δυο αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα που εκφράστηκε πολύ καλά στους στίχους του ʺ Καλωσορίσατε στο Ξενοδοχείο Καλιφόρνια ʺ, μια επιτυχία του 1976 του συγκροτήματος <em>The Eagles</em> που εδρεύει στην Καλιφόρνια : ʺΜπορείτε να κάνετε τσεκ-άουτ ό, τι ώρα θέλετε, αλλά δεν μπορείτε ποτέ να φύγετεʺ. <span id="more-2188"></span></p>
<p><code><br />
</code>Η καθόλου προφανής σύγκριση των συνθηκών στην Ελλάδα και την Καλιφόρνια θα μας επιτρέψει να δούμε αν η λύση για την Καλιφόρνια είναι να εξυγιάνει τη διακυβέρνηση του κράτους της. Η μόνη μεσοπρόθεσμη λύση για την Ελλάδα είναι να εργαστεί προς την κατεύθυνση της δημιουργίας  Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Διαφορετικά, η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα είναι ουσιαστικά αναγκαία. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα, από κοινού με διάφορα άλλα γειτονικά κράτη στην ευρωζώνη. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας ως μέρος του ΑΕΠ, το εμπορικό ισοζύγιο της και τα λοιπά, θυμίζουν πολύ εκείνα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας ειδικότερα, μεταξύ των εθνών της ευρωπαϊκής περιοχής. Αυτό οδήγησε ορισμένους να κατασκευάσουν την καυστική και σκανδαλώδη ονομασία, ʺPIGSʺ.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο,  τα ʺδομικά ελλείμματαʺ στο εμπόριο και τις κρατικές δαπάνες αυτών των νοτιοευρωπαϊκών εθνών δεν αποτελούν έκπληξη, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό  πρότυπο παραγωγής και εμπορίου ολόκληρης της ευρωζώνης. Η παραγωγή υψηλής παραγωγικότητας και η εξαγωγική ικανότητα αποτελεί μονοπώλιο της Γερμανίας και της Γαλλίας και η παραγωγή με χαμηλότερες αποδοχές και εξαγωγική ικανότητα άλλων τμημάτων της περιφέρειας της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Εάν καταρτίσουμε το ισοζύγιο της Ευρώπης, αυτά τα εθνικά &#8220;προβλήματα&#8221; εξαφανίζονται μέσα στη συνολική εικόνα της ισχύος της Ευρώπης. Εδώ όμως υπάρχει ένα  catch -22. δηλαδή ένα δίλημμα χωρίς δυνατότητα διαφυγής λόγω των αμοιβαία συγκρουόμενων καταστάσεων. Εάν η Ευρώπη παραμείνει δυνατή, τότε οι αγορές θα αποτιμήσουν την Ευρώπη ως σύνολο, με τα ξεχωριστά έθνη-κράτη ως μέρος της οντότητάς της. Αλλά εάν η Ευρώπη διασπαστεί, τότε κάθε χώρα θα βρεθεί μόνη της και τα πιο ανίσχυρα έθνη θα πρέπει πράγματι να προσαρμοστούν περισσότερο- και θα υπάρχουν περισσότερα ρίσκα σε ό, τι αφορά την ικανότητα εξόφλησης των χρεών τους- τα επόμενα χρόνια.</p>
<p><code><br />
</code>Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: τι είναι η Ευρώπη; Είναι μήπως το ευρώ; Είναι η Γερμανία τόσο επιφυλακτική επειδή δεν θέλει να επιβραβεύσει μια αποτυχία ενός κράτους-μέλους που οφείλεται σε έλλειψη πειθαρχίας, επειδή δεν θέλει να δημιουργήσει προηγούμενο- ή και για τα δυο; Εάν όμως επιβληθεί στην Ελλάδα μια συμφωνία που δεν μπορεί να εφαρμοστεί και θα αποτύχει, για ποιο λόγο οι αγορές θα πιστέψουν ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο για την Πορτογαλία ή την Ισπανία; Τα πρόσφατα στοιχεία από τη Γαλλία δείχνουν ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ανησυχούν μήπως η κατάρρευση του ευρωπαϊκού χάρτινου πύργου θα πλήξει το έθνος τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η εξίσωση του &#8220;να σώσουμε την Ευρώπη&#8221; με το &#8220;να σώσουμε το ευρώ επιβάλλοντας δημοσιονομική πειθαρχία στα κράτη-μέλη&#8221; αποτελεί βασικό σφάλμα. Θα καταλάβουμε γιατί αν δούμε το παράδειγμα της Καλιφόρνιας. Η Καλιφόρνια έχει ένα έλλειμμα 20 δις δολαρίων ή και παραπάνω τα τελευταία τρία χρόνια, σε έναν βασικό προϋπολογισμό περίπου 100 δις δολαρίων. Η Καλιφόρνια έχει επί πλέον συσσωρεύσει έναν μεγάλο όγκο μη καταγεγραμμένου χρέους-ειδικά μέσω κρατικών ομολόγων- σε τόσο υψηλό επίπεδο που το κράτος πρέπει να δεσμεύει περίπου 6% των δαπανών του στην εξυπηρέτηση του χρέους και μπορεί να δανειστεί λίγο παραπάνω. Μέρος του χρέους συσσωρεύτηκε το 2003-04, όταν η Καλιφόρνια δανείστηκε 15 δις δολάρια για να καλύψει μέχρι το τέλος του έτους, όπως την υποχρεώνει ο νόμος,  ένα κενό στον προϋπολογισμό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι  πολιτείες εντέλλονται να ισοσκελίζουν τους προϋπολογισμούς τους, αυτή ήταν συμπεριφορά μιας δυσλειτουργικής κυβέρνησης. Κατά συνέπεια, το περιοδικό <em>The Economist</em> <a href="http://www.economist.com/blogs/freeexchange/2009/06/the_trouble_with_california" target="_blank">ανέφερε στο τεύχος της 10ης Ιουνίου 2009</a> ότι η Καλιφόρνια ήταν μια χρεοκοπημένη πολιτεία. Το κακό δημοσιονομικό ιστορικό της Καλιφόρνιας δεν επέδρασε στο αμερικανικό δολάριο, και δεν υπάρχει καλιφορνέζικο δολάριο. Λόγω της ύπαρξης ενός ενοποιημένου ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και της δυνατότητας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να τυπώνει χρήμα αν είναι απαραίτητο, τα ελλείμματα κάθε πολιτείας δεν πυροδοτούν ποτέ αντιδράσεις των χρηματαγορών. Στην πραγματικότητα, οι δαπάνες στο επίπεδο της πολιτείας αποτελούν μόνο ένα ποσοστό των δημοσίων δαπανών στην Καλιφόρνια. Πιο σημαντικές είναι οι ομοσπονδιακές δαπάνες. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση λαμβάνει 55%  του δημοσίου εισοδήματος που εισπράττεται εντός των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών. Διοχετεύει το 20% στις κυβερνήσεις των πολιτειών και στις τοπικές κυβερνήσεις και δαπανά το υπόλοιπο απευθείας. Τα χρήματα αυτά διοχετεύονται άμεσα ή έμμεσα σε ιδιώτες και εταιρίες σε κάθε πολιτεία, με βάση τις συμβάσεις που έχει κάνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την υγεία, τη συνταξιοδότηση και άλλα προγράμματα. Πολιτείες με υψηλότερο εισόδημα (όπως η Καλιφόρνια) λαμβάνουν λιγότερα ομοσπονδιακά έσοδα από  αυτά που καταβάλλουν οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες τους, ενώ πολιτείες με χαμηλότερο εισόδημα λαμβάνουν περισσότερα. Οι επιστροφές που λαμβάνει η Καλιφόρνια ανέρχονται στο 78%  των καταβολών της. Αυτός ο ʺ φόροςʺ που επιβάλλεται στην Καλιφόρνια εξασφαλίζει μια πιο ισότιμη ευημερία στις Ηνωμένες Πολιτείες ως σύνολο. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατανέμει απευθείας λιγότερο από τις μισές δημόσιες  δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών, διατηρώντας έτσι το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας της χώρας, τα δημόσια προγράμματα υγείας και ασφάλισης και λοιπά.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό λοιπόν που προστατεύει την Καλιφόρνια είναι το γεγονός ότι είναι μελος της ζώνης του δολαρίου των 50 πολιτειών, η οποία έχει εντός των συνόρων της μια κεντρική τράπεζα που δημουργεί όση ρευστότητα χρειάζεται για να διατηρείται η ανάπτυξη και να αποφεύγεται ο υπερβολικός πληθωρισμός. Το χρέος της Καλιφόρνιας είναι καταγεγραμμένο περίπου σε καθεστώς &#8220;σκουπιδιού&#8221; και η ικανότητά της να το εξυπηρετήσει είναι όλο και πιο επισφαλής, δεν έχει όμως ένα νόμισμα που οι κερδοσκόποι μπορούν να κάψουν. Το ίδιο ισχύει, φυσικά, για τη Νέα Υόρκη, τη Νεβάδα και άλλες ελλειμματικές πολιτείες.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περιπτώσεις της Ελλάδας και της Καλιφόρνιας βρίσκονται λοιπόν σε πλήρη αντίθεση. Η Ελλάδα δείχνει τη βούληση να υποστεί όλες τις θυσίες που απαιτούνται για να θέσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της υπό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της  βούλησης να ανοίξει κάποιες συμβάσεις που αφορούν θέματα αποδοχών και αρχαιότητας. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να αποτρέψει τις επιπτώσεις σε ό, τι αφορά το χρέος της, ωστόσο δεν έχει τη δυνατότητα να τυπώσει ευρώ, δεν έχει άλλο νόμισμα και δεν είναι σε θέση να βρει οδό διαφυγής κερδίζοντας  αυξητικά ευρώ μέσω του εμπορίου. Η Καλιφόρνια, αντίθετα, κατάφερε να πουλήσει τα χρεώγραφά της με σχετική άνεση. Ο δημόσιος τομέας στην Καλιφόρνια έκανε πολλές θυσίες τα τελευταία χρόνια, αποδείχτηκε όμως ότι δεν ήταν αρκετές για να επιλύσουν το θέμα του ελλείμματος. Αυτό θα απαιτούσε αύξηση της φορολογίας και το σύνταγμα της πολιτείας της Καλιφόρνιας απαιτεί μια ψηφοφορία 2/3 στο νομοθετικό σώμα. Οι Δημοκρατικοί έχουν ευρεία πλειοψηφία  -64%- αλλά δεν έχουν αρκετές ψήφους για να περάσουν παρόμοιες αυξήσεις κόντρα στην αντιπολίτευση των Ρεπουμπλικάνων. Ως ισχυρή πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί δεν θέλουν να περικόψουν τις δαπάνες για το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας και την παιδεία περισσότερο απ’ όσο τις έχουν ήδη περικόψει, αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θα συμφωνήσουν σε έναν συμβιβασμό. Για να αλλάξει η αναλογία των 2/3 θα έπρεπε να αλλάξει το σύνταγμα της πολιτείας, κι αυτό θα απαιτούσε  την ψήφο της πλειοψηφίας στις γενικές εκλογές. Έτσι, η Καλιφόρνια είναι παγιδευμένη σε ένα δίλημμα που δημιούργησαν οι κανόνες που επέβαλε στον εαυτό της και που οι οργισμένοι ψηφοφόροι δεν επιθυμούν να αλλάξουν. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Καλιφόρνια έχουν κάνει τσεκ ιν σε διαφορετικές παγίδες διακυβέρνησης και όπως στο Hotel California τους είναι αδύνατο να φύγουν από κει: η Ελλάδα, εξαιτίας των πολιτικών δυνάμεων και των οικονομικών δομών στην υπόλοιπη ευρωζώνη και η Καλιφόρνια εξαιτίας των οργισμένων ψηφοφόρων της.</p>
<p><code><br />
</code>Προς τα πού οδεύουν, λοιπόν, αυτά τα δυο μέρη που πλήττονται από την κρίση; Ο Κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Σβαρτσενέγκερ, υποστηρίζει ότι πρέπει να διοχετευθεί περισσότερο ομοσπονδιακό χρήμα στην Καλιφόρνια, ενώ στο μεταξύ οι κάτοικοι της πολιτείας  του έχουν βοηθηθεί από υψηλότερα επίπεδα ομοσπονδιακών δαπανών. Οι Καλιφορνέζοι πρέπει να ψηφίσουν για την αναθεώρηση του συντάγματός τους, αλλά μπορεί να μην το κάνουν, ελπίζοντας ότι οι ομοσπονδιακές δαπάνες και η μακροοικονομία θα τους βγάλουν από την κρίση. Αυτή είναι η τραγωδία της Καλιφόρνιας: διατηρώντας ανέφικτες ελπίδες ότι η  τύχη θα τους χαμογελάσει στο τέλος, οι Καλιφορνέζοι αποφεύγουν τις σκληρές επιλογές τώρα, κάνοντας έτσι τις σκληρές επιλογές που τους περιμένουν αύριο ακόμη πιο δύσκολες. Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να πάρει δραστικά μέτρα σε ό, τι αφορά τις δαπάνες και τους φόρους. Το γεγονός ότι αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεν το κάνει λιγότερο τραγικό. Η τραγωδία τελικά είναι ότι με αυτά τα μέτρα η Ελλάδα θα  συνεχίσει να είναι μέλος της ευρωζώνης έναντι ενός  εξωφρενικού τιμήματος σε ύφεση, αυξημένη ανισότητα και περιορισμένες δημόσιες υπηρεσίες. Και εάν η Ελλάδα αποδείξει ότι είναι ικανή να παραμείνει στην ευρωζώνη, οι κερδοσκόποι δεν θα σταματήσουν να επιτίθενται στονεπόμενο εθνικό κρίκο της αλυσίδας. Εάν η Ελλάδα δεν τα καταφέρει, είναι απίθανο όχι μόνο η Ισπανία και η Πορτογαλία, αλλά ακόμη και η Γαλλία να μπορέσουν να αντισταθούν στις κεντρόφυγες δυνάμεις που δημουργήθηκαν από την ανάγκη επαναβεβαίωσης του δημοσιονομικού ισολογισμού  μέσα σε μακροοικονομική επιβράδυνση και πολιτική ένταση.</p>
<p><code><br />
</code>Το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών δείχνει μια διαφορετική οδό. Σε μια λειτουργική ένωση, αφιερωμένη σε ένα ελάχιστο επίπεδο ευημερίας σε ολόκληρη ην περιοχή της ένωσης, υπομονάδες με χαμηλότερο εισόδημα, μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο, δέχονται μεταγγίσεις καθαρών εσόδων από υπομονάδες με υψηλότερο εισόδημα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει προβληματικό ή αντικείμενο πολιτικής διαμάχης. Για άλλη μια φορά, η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι διαφωτιστική: πολλοί μη Καλιφορνέζοι στις Ηνωμένες Πολιτείες ζηλεύουν και παράλληλα  είναι δύσπιστοι με τους Καλιφορνέζους και πολλοί Καλιφορνέζοι θεωρούν όσους μένουν σε άλλα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών ως ανίδεους. Η ομοσπονδιακή ένωση δεν κάνει τις ενδοεθνκές αντιπαλότητες να εξαφανίζονται, αλλά αμβύνει τις γωνίες τους, καθώς η μακροοικονομική, δημοσιονομική και νομισματική πολιτική συνδέει, στο τέλος,  όλους τους Αμερικανούς μαζί.</p>
<p><code><br />
</code>Τα διδάγματα  εδώ είναι σαφή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, έθνη όπως η Ελλάδα δεν θα υποχρεώνονταν να ισοσκελίσουν όλες τις δημόσιες δαπάνες εντός των συνόρων: το ζήτημα της αντιμετώπισης των δημοσίων δαπανών θα ετίθετο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Ελλάδα θα έπρεπε απλώς να ισοσκελίσει το όποιο μέρος των συνολικών δημοσίων δαπανών βρισκόταν υπό άμεσο έλεγχο σε κρατικό επίπεδο. Το χρηματοοικονομικό σύστημα θα έπρεπε να ώστε οι κερδοσκόποι να κρατηθούν σε απόσταση. Οι υπερτράπεζες και τα ταμεία δεν θα είχαν τη δυνατότητα να παίζουν βραχυπρόθεσμα παιχνίδια, ενώ θα μπορούσαν να επιτευχθούν σύνθετες μακροπρόθεσμες συμφωνίες. </p>
<p><code><br />
</code>Προς το παρόν, βέβαια, αυτό είναι άπιαστο όνειρο: οι διασυνοριακές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι πολύ λιγότερες από τις μισές δημόσιες δαπάνες στην Ευρώπη, και ακόμη κι αυτό προκαλεί συχνά πικρόχολες διαμαρτυρίες. Αλλά εάν αυτό είναι προς το παρόν άπιαστο όνειρο για την Ελλάδα και την Ευρώπη, υπάρχει στην πραγματικότητα εναλλακτική λύση έτσι ώστε αυτό που ονομάζεται &#8220;Ευρώπη&#8221; να επιβιώσει ως συνεκτική περιφερειακή οντότητα; </p>
<p><code><br />
</code>Εάν οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι &#8220;όχι&#8221;, τότε υπάρχει ατζέντα. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κινητοποιηθεί σε τρία επίπεδα: πρέπει να εργαστεί με άλλα απειλούμενα έθνη για να έχουν κοινούς στόχους και ιδέες, πρέπει να εργαστεί εντός του πλαισίου του ευρώ για λογαριασμό των απειλούμενων εθνών και πρέπει να κιητοποιήσει τον πληθυσμό προκειμένου να αγωνιστεί για ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής και τη διατήρηση ενός πραγματικού κοινωνικού διχτύου ασφαλείας. Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να συνεργαστεί με άλλα έθνη που στοχοποιούνται από τουςκερδοσκόπους, έτσι ώστε να φτάσουν σε συμφωνία για μια κοινή πρόταση. Εάν η Πορτογαλία ή η Ισπανία τάσσονταν στο πλευρό της Γερμανίας εναντίον της Ελλάδας, αυτό θα ήταν αυτοκτονικό για το όραμα της &#8220;μιας Ευρώπης&#8221;. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μια δυνατή, καθαρή, τίμια συζήτηση για το κατά πόσο ʺμια Ευρώπηʺ μπορεί να κατασκευαστεί στον μετα-νεοφιλελεύθερο κόσμο. Είναι σαφές ότι η επιχειρηματολογία δεν τελειώνει με την &#8220;Ευρώπη&#8221; ή τη &#8220;Βραζιλία&#8221; ή τις Ηνωμένες Πολιτείες ως προνομιούχες οντότητες που η τύχη τους και οι μακροοικονομικοί κατευθυντήριοι μηχανισμοί είναι απρόσβλητοι από τις τρέχουσες παγκόσμιες τάσεις της κατάτμησης και της ύφεσης. Αντίθετα. Οι κερδοσκόποι πρέπει να παταχθούν παγκόσμια κι νας παγκόσμιος δημοσιονομικός μηχανισμός πρέπει κάποτε να βρεθεί. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μια δυνατή, καθαρή, τίμια συζήτηση για το κατά πόσο &#8220;μια Ευρώπη&#8221; μπορεί να κατασκευαστεί στον μετα-νεοφιλελεύθερο κόσμο. Είναι διακαής η ελπίδα η  συζήτηση αυτή να καταλήξει με την αναγνώριση του όφελους μιας πραγματικής ένωσης εντός της Ευρώπης. Δεν έχει έρθει το τέλος των πραγμάτων, απέχουμε από την άλλη όχθη αυτού του ποταμού. Ωστόσο, ο,τιδήποτε λιγότερο προκαλεί την καταστροφή -για τη δημοκρατία, για την ηγεσία και για το μέλλον του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί να το υποστεί αυτό τώρα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2188</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Jan Toporowski &#8211; Μία όχι πολύ Ελληνική τραγωδία</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2191</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2191#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:03:35 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Jan Toporowski]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Jan Toporowski]]></category>
		<category><![CDATA[Γερμανία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2191</guid>
		<description><![CDATA[Η χρηματοοικονομική κρίση που απειλεί τώρα να καταπιεί την ευρωζώνη και για την οποία οι σημερινές και προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις επικρίνονται, οφείλεται κυρίως σε σφάλματα πολιτικής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον λανθασμένο θεσμικό σχεδιασμό της ευρωζώνης. Σ’ αυτά, οι ελληνικές κυβερνήσεις έπαιξαν πολύ μικρό ρόλο.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Jan Toporowski" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/toporowski.jpg"><img title="Jan Toporowski" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/toporowski.jpg" alt="Jan Toporowski" hspace="5" vspace="5" width="125" height="155" align="left" /></a> </p>
<p>Η χρηματοοικονομική κρίση που απειλεί τώρα να καταπιεί την ευρωζώνη και για την οποία οι σημερινές και προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις επικρίνονται, οφείλεται κυρίως σε σφάλματα πολιτικής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον λανθασμένο θεσμικό σχεδιασμό της ευρωζώνης. Σ’ αυτά, οι ελληνικές κυβερνήσεις έπαιξαν πολύ μικρό ρόλο. Στην πραγματικότητα, αν η Ελλάδα δεν αποτελούσε μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τα σφάλματα θα ανέκυπταν αλλού. Ακόμη κι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση περιοριζόταν στα βόρεια σύνορά της, δηλαδή τη Σκανδιναβία, τη Γερμανία, την Αυστρία, το Μπενελούξ και τη Γαλλία, τότε η κρίση θα ξεσπούσε στην Ολλανδία, όπου το δημόσιο χρέος σε σχέση με το εθνικό εισόδημα δεν βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από εκείνο της Ελλάδας ( 99% του ΑΕΠ το 2009, σε σύγκριση με  108% της Ελλάδας). Κι αυτό επειδή η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι το απόλυτο επίπεδο του δημόσιου χρέους, ή έστω το επίπεδο του χρέους σε σχέση με το εθνκό εισόδημα, όπως ορίζεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά το επίπεδο του χρέους που οι κεντρικές τράπεζες αρνούνται να αναχρηματοδοτήσουν.<span id="more-2191"></span></p>
<p><code><br />
</code>Η αρχή ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν πρέπει να αναχρηματοδοτούν δημόσιο δανεισμό ανάγεται στα δόγματα <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Hjalmar_Schacht" target="_blank">του Hjalmar Schacht</a>, προέδρου της Reichbank του Χίτλερ ( ο Schacht γλύτωσε την καταδίκη στη Νυρεμβέργη επειδή ο Χίτλερ τον απομάκρυνε από τη Reichsbank, μετά τη διαμαρτυρία του ότι το υπουργείο Οικονομικών ξεπέρασε τη συμφωνημένη ποσόστωση δανεισμού). Η αρχή αυτή οδήγησε στο παράδοξο των κεντρικών τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να αγοράζουν εταιρικά και άλλα ομόλογα, ακόμη και τις παράπλευρες δανειακές υποχρεώσεις που έγιναν διαβόητες στην οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά όχι ομόλογα που εκδίδονται από κυβερνήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η επιχειρησιακή πλευρά  των κεντρικών τραπεζών γέννησε φόβους αθέτησης των δανειακών υποχρεώσεων από πλευράς των κυβερνήσεων. Στην πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δανεισμός τους γίνεται με το εσωτερικό τους νόμισμα, ο κίνδυνος αθέτησης απομακρύνεται εύκολα εάν επιτραπεί στις κυβερνήσεις να αναχρηματοδοτούν τα χρέη τους, με τον ίδιο τρόπο που οι εταιρίες αναχρηματοδοτούν τα δικά τους. Πολλές κεντρικές τράπεζες, όπως η Bank of England, μπορούσαν αρχικά να διαχειριστούν τα χρέη της κυβέρνησής τους, για παράδειγμα αγοράζοντας και πουλώντας κρατικά ομόλογα, προκειμένου να διατηρούν μια σταθερή αγορά σε αυτά τα ομόλογα. Η λειτουργία αυτή καταργήθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχεδιάστηκε στο Μάαστριχτ από κεντρικούς τραπεζίτες που πίστευαν ότι οι εμπορικές τράπεζες και οι διατραπεζικές αγορές τους,  οι κεφαλαιαγορές και οι οίκοι αξιολόγησης  μπορούν να  εκτιμούν τα οικονομικά ρίσκα καλύτερα από τις κεντρικές τράπεζες.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η συγκινητική πίστη στη σύνεση και την προβλεπτικότητα των εμπορικών τραπεζιτών και των οίκων αξιολόγησης επέζησε παρά τις αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι εμπορικοί τραπεζίτες και οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι στην πραγματικότητα καλοί κριτές της οικονομικής αξιοπιστίας. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Η οικονομική επιτυχία των εμπορικών τραπεζιτών και των οίκων αξιολόγησης δεν εξαρτάται από τη σύνεσή τους αλλά από την κρίση τους για τη συναίνεση των χρηματοοικονομικών αγορών σε οποιαδήποτε στιγμή, <em>όσο άσκοπη κι αν είναι αυτή η συναίνεση</em>. Όπως έγραψε ο Κέϊνς, αλίμονο,  &#8216;συνετός ʺτραπεζίτης δεν είναι κάποιος που προβλέπει τον κίνδυνο και τον αποφεύγει, αλλά κάποιος που, όταν καταστρέφεται, καταστρέφεται με τον συνηθισμένο, ορθόδοξο τρόπο μαζί με τους εταίρους του, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να τον κατηγορήσει’ ( J.M.Keynes, <em><a href="http://www.questia.com/PM.qst?a=o&#038;d=10517889" target="_blank">Essays in Persuasion</a></em> 1931, σ. 176). Μετά την οικονομική κρίση του 1929, ο Κέϊνς συμπέρανε με λόγια ιδιαίτερα ταιριαστά στη σημερινή κατάσταση: ʺ Τα σημερινά σημάδια δείχνουν ότι οι τραπεζίτες του κόσμου τείνουν προς την αυτοκτονία. Σε κάθε στάδιο υπήρξαν απρόθυμοι να υιοθετήσουν μια δραστική θεραπεία. Και επέτρεψαν να φτάσουν τα πράγματα σε ένα σημείο όπου είναι δύσκολο να βρεθεί διέξοδος’ ( ίδιο, σ. 178)</p>
<p><code><br />
</code>Η αρχή του Schacht ήταν επίσης μια παρόμοια άσκοπη συναίνεση. Διορθώθηκε λίγο στις αρχές Μαΐου όταν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης συμφώνησαν τελικά να δημιουργήσουν ένα χρηματοδοτικό πακέτο 720 δις ευρώ για τις αγορές κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης. Αυτό μπορεί να είναι μόνο ένα πρώτο βήμα προς ένα επίσημο σύστημα που θα ρυθμίζει τις αγορές για κρατικά χρεώγραφα.</p>
<p><code><br />
</code> Η αθέτηση πληρωμής δεν είναι επομένως πρόβλημα. Ένα πολύ σοβαρότερο ενδεχόμενο είναι αυτό του αποπληθωρισμού του χρέους. Ο αποπληθωρισμός του χρέους έχει ήδη αρχίσει. Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη, και ειδικότερα στη Βρετανία και τη νότια Ευρώπη, συνθλίβονται από το υπερβολικό χρέος. Η αντίδρασή τους είναι να χρησιμοποιούν εισόδημα για να αποπληρώνουν το υπερβάλλον χρέος. Αυτό οδηγεί το χρήμα, με τη σημερινή μορφή της τραπεζικής πίστωσης, να βρίσκεται εκτός κανονικής κυκλοφορίας όπου θα ξοδευόταν σε αγαθά και υπηρεσίες, και να χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή του χρέους. Στους ισολογισμούς των τραπεζών, οι χρεώσεις και οι πιστώσεις ακυρώνονται από αυτή τη διαδικασία και οι τραπεζικοί ισολογισμοί μειώνονται. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της τραπεζικής πίστωσης και οι μειωμένες δαπάνες στην πραγματική οικονομία. Καθώς οι καλύτεροι (σε μετρητά) δανειολήπτες αποπληρώνουν πρώτοι, ο τραπεζικός δανεισμός επικεντρώνεται  όλο και περισσότερο στους χειρότερους δανειολήπτες, εκείνους που δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτές τις συνθήκες, το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις είναι να παρέχουν καλά περιουσιακά στοιχεία στις τράπεζες, με άλλα λόγια να δανείζονται περισσότερα από τις τράπεζες και όχι λιγότερα. Εάν οι κυβερνήσεις συμμετέχουν στον αποπληθωρισμό περικόπτοντας τις δαπάνες τους, τότε η πολιτική αυτή γίνεται ηττοπαθής. Το ΑΕΠ μπορεί τότε να πέσει πιο γρήγορα από τη μείωση του χρέους, κι έτσι η αναλογία του δημόσιου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ να εξακολουθήσει να αυξάνεται. Υπό το παρόν πρόγραμμα του ΔΝΤ, η αναλογία χρέος/ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να αυξηθεί στο 145% μέχρι το τέλος του 2011 (χαμηλότερα πάντως από εκείνη της Ιαπωνίας, που βρίσκεται σήμερα στο 192%). Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής λιτότητας, της πολιτικής αναταραχής και των μειωμένων επενδύσεων, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν της Ελλάδας αναμένεται να πέσει κατά 12% μέχρι το τέλος του 2011. Αυτό θα ανεβάσει την αναλογία του δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ στο 155%. Με απλά λόγια, δεν είναι δυνατόν να μειωθεί η αναλογία χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ με περικοπές δαπανών. Ο μόνος τρόπος που μπορεί η αναλογία αυτή να μειωθεί είναι με την οικονομική ανάπτυξη: την αύξηση της αξίας (σχετικά με το χρέος) της οικονομικής δραστηριότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Δυο αρχές πρέπει να καθοδηγούν αυτόν τον δημοσιονομικό ελιγμό. Η μία είναι ότι η συνολική δημόσια δαπάνη στην πραγματική οικονομία (που είναι ξεχωριστή από τις πληρωμές του χρέους) δεν πρέπει να περικοπεί. Μια τέτοια μείωση οδηγεί σε συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και αυξάνει την αναλογία του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ. Η δεύτερη αρχή είναι ότι το δημοσιονομικό ισοζύγιο πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να αποκατασταθεί με την αύξηση των φόρων στους πιο εύπορους. Όχι επειδή οι πλούσιοι αξίζουν αυτή τη μεταχείριση (αν και η δικαιοσύνη στην κατανομή του εισοδήματος πρέπει να βρίσκεται πάντα στην πολιτική ατζέντα) αλλά επειδή η μείωση των εισοδημάτων τους εξαιτίας των φόρων έχει ελάχιστο αντίκτυπο στη συνολική δαπάνη στην πραγματική οικονομία.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας άλλος κρίσιμος θεσμικός παράγοντας στην κρίση είναι η ενσωμάτωση των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών αγορών που βρίσκεται σε εξέλιξη στην ευρωζώνη από τότε που οι έλεγχοι του κεφαλαίου καταργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μολονότι τα αιτήματα για μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα που έγιναν για την τραπεζική και χρηματοπιστωτική ενσωμάτωση εμπεριείχαν μεγάλη δόση υπερβολής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενσωμάτωση οδήγησε στην αυξημένη αλληλεγγύη με την Ελλάδα των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοοικονομική ενσωμάτωση σημαίνει ότι τράπεζες σε άλλες χώρες κατέχουν το ελληνικό δημόσιο χρέος και είναι προετοιμασμένες να ασκήσουν πίεση για να διασφαλίσουν ότι τα  περιουσιακά στοιχεία τους θα αναχρηματοδοτηθούν.</p>
<p><code><br />
</code>Στα χρόνια πριν από την χρηματοοικονομική ενσωμάτωση τα πλεονάσματα που οι γερμανικές επιχειρήσεις αποκτούσαν μέσω του εξωτερικού εμπορίου συσσωρεύονταν σε γερμανικές τράπεζες. Το σύστημα ελέγχου του ξένου κεφαλαίου σήμαινε ότι οι γερμανικές τράπεζες αποκτούσαν ξένα περιουσιακά στοιχεία μέσω αγορών που ελέγχονταν από τη γερμανική κυβέρνηση. Τα εμπορικά ελλείμματα χωρών όπως η Ελλάδα αποστράγγιζαν τα αποθέματα σε ξένο νόμισμα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Κι αυτό όμως μπορούσε να το διαχειριστεί η κυβέρνηση της χώρας που είχε το έλλειμμα. Ωστόσο,  οι έλεγχοι ξένου κεφαλαίου πρόβαλαν στοιχεία κρατικής εγγύησης για τα ξένα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών.</p>
<p><code><br />
</code>Με την χρηματοοικονομική ενσωμάτωση, οι κρατικές εγγυήσεις έπαψαν να υπάρχουν. Διαδικασίες ανταγωνισμού στις τραπεζικές αγορές υποχρεώνουν τις γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες να αποκτούν ως περιουσιακά στοιχεία τα ασθενή χρέη της νότιας Ευρώπης. Κατά συνέπεια, οι καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες των γερμανικών, γαλλικών και ολλανδικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών στηρίζονται σε κάποιο βαθμό στα περιουσιακά στοιχεία που οι τράπεζές τους κατέχουν στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία.  Για χάρη των τραπεζών τους και των καταθέσεων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, οι κυβερνήσεις της Βόρειας Ευρώπης πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν τα χρέη της νότιας Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφθορά και η φοροδιαφυγή που θεωρείται διαδεδομένη στην Ελλάδα δεν έπαιξε ρόλο στην επιδείνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Η διαφθορά είναι σοβαρό πρόβλημα αλλά πρέπει να καταπολεμηθεί με τη διαφάνεια και τη δημοκρατική υπευθυνότητα. Τίποτα δεν θα ήταν χειρότερο για την ελληνική δημοκρατία ή για τους περιορισμένους, δυστυχώς, δημοκρατικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το να γίνει  εισπράκτορας χρέους για τις ξένες τράπεζες και τις πολυμερείς υπηρεσίες όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλες. Όλα τα κράτη οφείλουν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους μολονότι αυτό δεν σημαίνει, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω,  ότι πρέπει να αποπληρώσουν τα χρέη τους αμέσως. Πέρα από ένα σημείο, όμως, η αντίληψη ότι το πρώτο καθήκον ενός κράτους είναι να πληρώνει μαζικά κρατικά χρεώγραφα σε ξένα συμφέροντα μπορεί μόνο να εξαντλήσει τους συμβιβασμούς στους οποίους στηρίζεται η δημοκρατία. Κάπως έτσι οι δημοκρατίες πολλών αναπτυσσόμενων κρατών υπονομεύθηκαν από τη διεθνή χρεωστική κρίση της δεκαετίας του 1980. Εάν επιβληθούν παρόμοιες πιέσεις,  η προοπτική για τη δημοκρατία στην Ευρώπη θα είναι ζοφερή.</p>
<p><code><br />
</code>Πάνω από όλα είναι σημαντικό το γεγονός ότι η ευρωζώνη δεν πρέπει να ακολουθήσει την πορεία της ζώνης του φράγκου. Σχεδιασμένη από τον Γάλλο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Jacques_Rueff" target="_blank">Jacques Rueff</a>, που η  αντίθεσή του στον Κέινς τον έκανε να μη βλέπει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι πιστωτικές αγορές, η Ζώνη του Φράγκου αποτελεί παράδειγμα για ολόκληρο τον κόσμο για το πώς μπορεί να επιτευχθεί ο χαμηλός πληθωρισμός με τίμημα την οικονομική οπισθοδρόμηση και τη διεφθαρμένη δημοκρατία, που διακόπτεται μόνο από coups d’etat  και εμπορεύσιμες φούσκες. Χρειαζόμαστε καλύτερες λύσεις απ’ αυτήν. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2191</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Philip Arestis και Malcolm Sawyer &#8211; Οι Μεσογειακές χώρες έχουν καταδικαστεί σε υψηλή και αυξανόμενη ανεργία</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2176</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2176#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:03:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Philip Arestis - Malcolm Sawyer]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Malcolm Sawyer]]></category>
		<category><![CDATA[Philip Arestis]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2176</guid>
		<description><![CDATA[Τα οικονομικά προβλήματα μέσα στην ευρωζώνη είχαν αρχίσει να αρχίσει να διαφαίνονται από την έναρξή της κι οξύνθηκαν με την «μεγάλη ύφεση». Τα σφάλματα κρύβονται στο νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό του προγράμματος του ευρώ, που έχει τώρα ενσωματωθεί και στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, κι όπου υπάρχει ελάχιστη προοπτική για σοβαρή αλλαγή εξαιτίας των απαιτήσεων για αλλαγή με πλήρη σύμπνοια.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Philip Arestis " href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/photo_parestis.jpg"><img title="Philip Arestis " src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/photo_parestis.jpg" alt="Philip Arestis " hspace="5" vspace="5" width="125" height="185" align="left" /></a> </p>
<p>Το πρόγραμμα του Ευρώ είχε σχεδιαστεί γύρω από μια νεοφιλελεύθερη ατζέντα – τα κριτήρια σύγκλισης για να γίνει μια χώρα μέλος έδειχναν μια εμμονή με τη συγκράτηση των δημοσιονομικών ελλειμάτων, και εστίασαν όλη την προσοχή της πολιτικής στον πληθωρισμό αλλά όχι στη μείωση της ανεργίας. Ήταν λογικό να απαιτείται η σύγκλιση των τιμών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη, αλλά δεν δόθηκε καμία προσοχή στη διασφάλιση της ομοιότητας των συνθηκών του πληθωρισμού ανάμεσα στα κράτη. Ήταν λογικό να απαιτηθεί η σύγκλιση των επιτοκίων, αλλά δεν δόθηκε καμία προσοχή στη σύγκλιση του επιχειρηματικού κύκλου ή στα επίπεδα ανεργίας. Και, ίσως το σημαντικότερο όλων, δεν δόθηκε προσοχή στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.<span id="more-2176"></span> Όταν όμως ένα κράτος χάνει το δικό του νόμισμα αποσύρεται το βασικό εργαλείο για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα τρεχουσών συναλλαγών – να αλλάξουν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ένα έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών πρέπει να χρηματοδοτηθεί με δανεισμό εκτός της ενδιαφερόμενης χώρας. Επιπλέον, για χώρα μέσα σε μία νομισματική ένωση σημαίνει δανεισμό σε αυτό που στην πραγματικότητα είναι ξένο συνάλλαγμα – δηλαδή σε νόμισμα που η Κυβέρνηση και/ ή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να δημιουργήσει κι όπου δεν έχει κανένα έλεγχο στο επιτόκιο αυτού του νομίσματος. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας κι Ανάπτυξης (ΠΣΑ) της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) δεν παρέχει μηχανισμούς με τους οποίους το συναλλαγματικό έλλειμα μιας χώρας να μπορεί να διορθωθεί χωρίς πληθωρισμό, κι όμως ένα τέτοιο έλλειμα με τη συναφή ανάγκη δανεισμού από το εξωτερικό με συγκέντρωση χρεών είναι τελικά μια μη βιώσιμη κατάσταση. </p>
<p><code><br />
</code>Η μεγάλη ύφεση έχει επιφέρει μεγάλες (συχνά πρωτοφανείς) αυξήσεις σε ελλείματα προϋπολογισμού κι αυξανόμενο δημόσιο χρέος καθώς οι κυβερνήσεις επέτρεπαν στους αυτόματους σταθεροποιητές της δημοσιονομικής πολιτικής να λειτουργούν με την πρόσθεση μερικών, συχνά μικρών, διακριτικών ερεθισμάτων από τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες. Ευτυχώς το ΠΣΑ με τους περιορισμούς του στα ελλείματα σε κάτω από 3 τοις εκατό του ΑΕΠ (με ευρεία ισορροπία στην πορεία του επιχειρηματικού κύκλου) και με χρέος στο ΑΕΠ εξήντα τοις εκατό ή λιγότερο είχε στην πραγματικότητα ανασταλεί προσωρινά ενώ η καταιγίδα ήταν στο αποκορύφωμά της. Είναι όμως τόσο εμφανές τώρα πως οι εμμονές του ΠΣΑ με την δημοσιονομική εξυγείανση ήταν μόνο προσωρινά αδρανείς και τώρα έχουν επιστρέψει με σκοπό την εκδίκηση. </p>
<p><code><br />
</code>Η εγγύς δεκαετία από τότε που εγκαινιάστηκε το Ευρώ σαν «πραγματικό» νόμισμα (ύστερα από τρία χρόνια που ήταν εικονικό νόμισμα) έχει δει τους στόχους που έχει θέσει το ΠΣΑ να αποτυγχάνουν: </p>
<p><code><br />
</code>(i) Ακόμη και στα σχετικά καλά έτη από το 2002 ως το 2007 το μέσο έλλειμα του προϋπολογισμού ήταν 2.2 τοις εκατό του ΑΕΠ (το οποίο ανέρχεται στο 2.7 τοις εκατό αν συμπεριλαμβάνονταν το 2008 και το 2009) (βάσει υπολογισμών του Ο.Ο.Σ.Α.). Τέσσερις χώρες είχαν κατά μέσο όρο πλεονάζοντα προϋπολογισμό (η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Ισπανία), αλλά όταν η περίοδος εκτείνεται στο 2009 οι τελευταίες δυο χώρες έχουν ελλειματικό μέσο όρο.<br />
<code><br />
</code>(ii) Οι στόχοι των ποσοστών δημόσιου χρέους γενικά είχαν αποτύχει, κι ακόμη και πριν από την ύφεση μόνο οι τέσσερις χώρες που προαναφέρθηκαν μαζί με την Ολλανδία είχαν ποσοστό χρέους κάτω από το 60 τοις εκατό του ΑΕΠ.</p>
<p><code><br />
</code>(iii) Η τιμή του πληθωρισμού ήταν εκτός της εμβέλειας του 0 μέχρι 2 τοις εκατό που κρίνεται ότι συνιστά σταθερότητα στις τιμές, μολονότι το περιθώριο ήταν ελάχιστο με το ποσοστό πληθωρισμού να βρίσκεται μεταξύ 2 τοις εκατό και 2,5 τοις εκατό σε κάθε έτος της καινούριας δεκαετίας, μέχρι που έφτασε το 3,3 τοις εκατό το 2008.  </p>
<p><code><br />
</code>Αυτά τα αποτελέσματα υποστήριξαν ελάχιστα την αξιοπιστία της ΟΝΕ και ήταν η υποστήριξη στην αξιοπιστία του Ευρώ το κύριο σκεπτικό πίσω από την σύναψη του ΠΣΑ. Ωστόσο, η πολιτική συνέχισε να εστιάζει την προσοχή της στο έλλειμα του προϋπολογισμού, κι όταν ήρθε η μεγάλη ύφεση με πολύ μεγαλύτερη επίπτωση στην ελλειματική κατάσταση των Μεσογειακών χωρών αυτή η προσοχή εντάθηκε. Αυτό όμως είναι το λάθος έλλειμα για να εστιάσει κανείς – η προσοχή θα έπρεπε να δοθεί στο έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η παραμέληση του ελλείματος των τρεχουσών συναλλαγών είναι ένα (αν όχι το) σπουδαιότερο ελάττωμα του ΠΣΑ και του σχεδιασμού της ΟΝΕ. Είναι αξιοσημείωτο πως τα ελλείματα τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθούν να υπάρχουν για την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία για όλη την διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας. Αυτό έχει συχνά συνοδευτεί από μια σταδιακή απώλεια της ανταγωνιστικότητας που ξεκινάει από τις διαφορές στον πληθωρισμό. Αυτές οι διαφορές δεν ήταν πολύ μεγάλες σε κανένα έτος, αλλά συσσωρευτικά το αποτέλεσμα ήταν ότι, βάσει του δείκτη τιμών λιανικής, οι τιμές στην Ελλάδα ανέβηκαν 28 τοις εκατό από το 2001 ως το 2009, στην Ισπανία 25 τοις εκατό ενώ οι αριθμοί για την Φινλανδιά και τη Γερμανία ήταν 13.3 τοις εκατό και 14 τοις εκατό αντίστοιχα. Τα κόστη εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (αριθμοί από τη βάση δεδομένων του Ο.Ο.Σ.Α.) στις χώρες που αναφέρθηκαν ανήλθαν σχεδόν 10 τοις εκατό σχετικά με το μέσο όρο της ευρωζώνης (για την Πορτογαλία δεν διατίθενται οι αριθμοί) στην περίοδο 2002-2009, ενώ (με εξαίρεση το Λουξεμβούργο) τα κόστη ανά μονάδα προϊόντος είτε έπεσαν (ιδιαίτερα στη Γερμανία όπου υπήρξε μια πτώση 10 τοις εκατό) ή διαμορφώθηκαν με βάση το μέσο όρο. </p>
<p><code><br />
</code>Η «μεγάλη ύφεση» έχει σχετικά μικρή επίδραση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – για τον απλό λόγο ότι η ύφεση έχει ευρεία εξάπλωση και η ζήτηση για εισαγωγές κι εξαγωγές έχει πέσει, με σχετικά μικρές διαφοροποιήσεις στο καθαρό ισοζύγιο. Η μεγάλη ύφεση έχει σοβαρές επιπτώσεις στο έλλειμα του προϋπολογισμού. Ο δημόσιος δανεισμός αντικαθιστά τον ιδιωτικό δανεισμό, που σημαίνει ότι σε μια χώρα με έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών, ο ιδιωτικός δανεισμός από το εξωτερικό γίνεται δημόσιος δανεισμός από το εξωτερικό. </p>
<p><code><br />
</code>Καθώς η ευρωζώνη έχει την τάση να κρατάει σε ισορροπία το συνολικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και μερικές χώρες, κυρίως η Γερμανία, έχουν ουσιαστικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τότε σαν επακόλουθο άλλες χώρες θα έχουν ελλείματα. Τα τρία καίρια ζητήματα είναι μακροχρόνια. Πρώτον, ένα συνεχόμενο έλλειμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα καταστήσει μια χώρα ευάλωτη σε προβλήματα χρηματοδότησης του ελλείματος και προσέλκυσης της αντιστοιχης εισροής κεφαλαίων. Δεύτερον, το έλλειμα συνεχίζει να ανεβαίνει καθώς ο τόκος και οι σχετικές πληρωμές του συσσωρευόμενου χρέους αυξάνονται (εκτός αν οι εισαγωγές πέσουν σε σχέση με τις εξαγωγές). Τρίτον, ειδικά σε ένα καθεστώς σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας, οι ελλειματικές χώρες θα βρίσκονται υπό την πίεση να «ισορροπήσουν τα βιβλία τους» εκτός κι αν οι χώρες με πλεόνασμα έχουν τη διάθεση να επεκταθούν. </p>
<p><code><br />
</code>Αυτή τη στιγμή, η προσοχή εστιάζεται στην ικανότητα μιας σειράς κυβερνήσεων να διασφαλίσουν τη χρηματοδότηση για τα ελλείματα στον προϋπολογισμό τους και να «διαπραγματευτούν» τα χρέη. Σε μια κλειστή εθνική οικονομία όπου η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να προμηθεύσει («τυπώσει») χρήματα στον ιδιωτικό τομέα, δεν θα υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα για τη διασφάλιση της οικονομίας. Στην ΟΝΕ, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζές τους έχουν απωλέσει την ικανότητά τους να παρέχουν χρήματα, και φυσικά, οι οικονομίες δεν μπορούν να θεωρηθούν κλειστές, και στην πραγματικότητα η κάθε χώρα έχει γίνει μια περιοχή της ευρωζώνης. Αυτό οδηγεί πολλούς από εμάς να επιχειρηματολογήσομε υπέρ ενός στιβαρού προϋπολογισμού της ΕΕ (της τάξης του 5 τοις εκατό του ΠΣΑ) και της ικανότητας της ΕΕ να λειτουργήσει τη δημοσιονομική πολιτική (δηλαδή να αποσύρει την απαίτησή της για ισορροπημένο προϋπολογισμό). Αν το ουσιαστικό πρόβλημα ήταν ότι υπήρχε ανάγκη για χρηματοδότηση των ελλειμάτων που είχαν ανέβει σαν αυτόματοι σταθεροποιητές στη διάρκεια της ύφεσης και θα μπορούσαν να υποχωρήσουν καθώς να ανέκαμπταν οι οικονομίες, τότε η λύση θα ήταν άμεση – αν και μέσα στο πλαίσιο του ΠΣΑ, της Συνθήκης της Λισσαβώνας και τις πολιτικές πραγματικότητες της ΕΕ τις σχεδόν απίθανον να επιτευχθούν. Η ΕΕ θα δανειζόταν από το λογαριασμό της και ύστερα θα τα δάνειζε στις σχετικές κυβερνήσεις &#8211; μέλη. Η ΕΕ μπορεί να δανειστεί στο δικό της νόμισμα (το ευρώ) και μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει το νόμισμα που θα διασφάλιζε ότι δεν κινδυνεύει με αθέτηση. </p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η χρηματοδότηση των ελλειμάτων των προϋπολογισμών στην παρούσα κλίμακα δεν αποτελεί το βασικό πρόβλημα. Πρώτον, αυτά τα ελλείματα θα μειώνονταν εφόσον τα φορολογικά έσοδα αποκαθίστανται καθώς οι οικονομίες βγαίνουν από την ύφεση. Δεύτερον, είναι αρκετά πιθανό για πολλές χώρες οι απαιτήσεις του ΠΣΑ να είναι ασύμβατες με υψηλά επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας. Η επίτευξη υψηλών επιπέδων εργασίας συχνά απαιτεί το ερέθισμα που προέρχεται από τις δημόσιες δαπάνες (καθ’ υπέρβαση της φορολογίας). Τρίτον, πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής και Νομισματικής Ένωσης έχουν μεγάλα ελλείματα τρεχουσών συναλλαγών που δεν προήλθαν από τη μεγάλη ύφεση και που εμφανίζονται μάλλον σαν μακροχρόνια χαρακτηριστικά. Αυτά τα ελλείματα πρέπει να χρηματοδοτηθούν, και η ικανότητα των χωρών να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν αυτά τα ελλείματα πρέπει να αμφισβητείται σοβαρά. </p>
<p><code><br />
</code>Οι Μεσογειακές χώρες θα αντιμετωπίσουν μια ζοφερή πορεία σε σχέση με τον πληθωρισμό αν παραμείνουν στο ευρώ. Οι απόπειρες να επιβληθεί δημοσιονομική εξυγείανση για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του ΠΣΑ αναγκαστικά θα είναι αντιπληθωριστικές, και θα οδηγήσουν σε υψηλότερα επίπεδα ανεργίας. Η μοναδική «λύση» για να πληρούν τις απαιτήσεις του ελλείματος του προϋπολογισμού και να συγκρατήσουν το έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν η υποτίμηση. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος κίνδυνος από τις προσπάθειες να μειώσουν τα ελλείματα του προϋπολογισμού με περικοπές των δημόσιων δαπανών και οι αυξήσεις στους φόρους θα είχαν περιορισμένη επιτυχία – περικοπές στις δημόσιες δαπάνες μειώνουν τα έσοδα των δημοσίων υπαλλήλων, των οποίων η αγοραστική δύναμη ελαττώνεται με αλυσσιδωτές αντιδράσεις στον ιδιωτικό τομέα, μείωση των φορολογικών εισφορών, αφήνοντας έτσι το έλλειμα του προϋπολογισμού με ελάχιστες αλλαγές. Αν το περιβάλλον υποτίμησης μείωνε τις πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσε να έχει αυτό κάποια επίδραση στην αποκατάσταση του ανταγωνισμού κι έτσι να τροποποιήσει το έλλειμα των τρεχουσών συναλλαγών. </p>
<p><code><br />
</code>Η ΕΝΕ στρείται μηχανισμών με τους οποίους οι χώρες θα μπορούσαν να επιλύσουν τα προβλήματα των ελλειμάτων τους. Η επιλογή που αντικρύζουν πολλές χώρες της ΕΝΕ είναι είτε η άκαπμτη παραμονή στο ευρώ και η ταλαιπωρία ενός αβέβαιου μέλλοντος υποτίμησης και υψηλών επιπέδων ανεργίας ή τελικά να αφήσουν το ευρώ. Τα οικονομικά προβλήματα μέσα στην ευρωζώνη είχαν αρχίσει να αρχίσει να διαφαίνονται από την έναρξή της κι οξύνθηκαν με την «μεγάλη ύφεση». Τα σφάλματα κρύβονται στο νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό του προγράμματος του ευρώ, που τώρα έχουν ενσωματωθεί και στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, κι όπου υπάρχει ελάχιστη προοπτική για σοβαρή αλλαγή εξαιτίας των απαιτήσεων για αλλαγή με πλήρη σύμπνοια. Χωρίς όμως βασική και θεμελιώδη αλλαγή, πολλές (ίσως και όλες) οι χώρες της ευρωζώνης αντικρύζουν ένα δυσοίωνο οικονομικό μέλλον. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2176</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Matthieu Méaulle &#8211;  Ελλάδα: Ανάκαμψη, λιτότητα και διεθνείς ανισορροπίες</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2230</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2230#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:02:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Matthieu Méaulle]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Matthieu Méaulle]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2230</guid>
		<description><![CDATA[Η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν σύνολο δεν μπορεί απλά να κατηγορεί την Ελλάδα για την κακή διαχείριση των τελευταίων 5 ή 10 χρόνων. Η χειροτέρευση των τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας επέτρεψε σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες να επωφεληθούν, και γιατί ήταν σχετικά πιο ανταγωνιστικές κι επειδή οι εργαζόμενοι είχαν χρήματα για να αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες που έρχονταν από το εξωτερικό.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Matthieu Méaulle" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/Matthieu-Méaulle.jpg"><img title="Matthieu Méaulle" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/Matthieu-Méaulle.jpg" alt="Matthieu Méaulle" hspace="5" vspace="5" width="110" height="150" align="left" /></a></p>
<p>Η παγκόσμια λιτότητα οδηγεί στην παγκόσμια κρίση. Ως εκ τούτου, η πολιτική λιτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μεγαλώσει την Ευρωπαϊκή κρίση. Αντίθετα, και ειδικότερα δεδομένης της αξιολόγησης ορισμένων Ευρωπαϊκών μελών κρατών για την ικανότητά τους να αποπληρώσουν το κυρίαρχο χρέος τους, μια παγκόσμια επεκτατική πολιτική θα μπορούσε να αποδυναμώσει το Ευρώ στις διεθνείς αγορές και να βάλει σε κίνδυνο την Ευρωπαϊκή συνοχή, τουλάχιστον ως προς την σφαίρα της παραγωγής κι ακόμη χειρότερα από πολιτικής πλευράς.<span id="more-2230"></span></p>
<p><code><br />
</code>Όσο κι αν πιστεύεται πως οι ρίζες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης βρίσκονται σε παγκόσμιες ανισορροπίες, αυτές της Ευρωζώνης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται στις μη-συντονισμένες οικονομικές πολιτικές. Κρίνεται τότε απαραίτητο να εκτιμηθούν οι αιτίες των χρηματοπιστωτικών κρίσεων που βιώνουν κάποια μέλη κράτη, σε παγκόσμια<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a> και τομεακά επίπεδα, και να αναλυθούν οι πιθανοί τρόποι εξόδου από την κρίση για κάποια από αυτά τα κράτη μέλη δεδομένων των περιφερειακών και διεθνών διασυνδέσεών τους, και στη σφαίρα της πραγματικής και στη σφαίρα της χρηματοοικονομίας. Απ’ αυτή την άποψη θα υποστηριχθεί ότι η λιτότητα σε όλη την Ευρώπη θα ήταν επιζήμια για την ανάπτυξη και συνεπώς για την χρηματοπιστωτική κρίση και τελικά για το σύστημα του Ευρώ.  </p>
<p><code><br />
</code>Εν τούτοις, η πρόσφατη αύξηση στο παγκόσμιο εμπόριο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν ένα επιχείρημα που υποστηρίζει πακέτα λιτότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικά στην Ελλάδα. Η αξία των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών ήταν περίπου 25% υψηλότερη στους τρεις πρώτους μήνες του 2010 από την ίδια περίοδο του 2009,<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> σύμφωνα με τον Οργανισμό Παγκοσμίου Εμπορίου:<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a> </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Τιμές ανάπτυξης Παγκόσμιων Εμπορικών συναλλαγών, Ιαν. – Μάρτιος 2010</strong></p>
<p><code><br />
</code></p>
<table border="2">
<tr>
<th colspan="2" align="center">Εξαγωγές</th>
<th></th>
<th colspan="2" align="center">Εισαγωγές</th>
</tr>
<tr>
<th align="center">Ανά Έτος</th>
<th align="center">Ανά Τρίμηνο</th>
<th></th>
<th align="center">Ανά Έτος</th>
<th align="center">Ανά Τρίμηνο</th>
</tr>
<tr>
<td align="center">27</td>
<td align="center">-3</td>
<td align="center">Παγκοσμίως</td>
<td align="center">24</td>
<td align="center">-2</td>
</tr>
<tr>
<td align="center">18</td>
<td align="center">-5</td>
<td align="center">Ευρωπϊκή Ένωση (27)<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a></td>
<td align="center">16</td>
<td align="center">-3</td>
</tr>
<tr>
<td align="center">16</td>
<td align="center">-4</td>
<td align="center">εντός ΕΕ</td>
<td align="center">16</td>
<td align="center">-4</td>
</tr>
<tr>
<td align="center">22</td>
<td align="center">-7</td>
<td align="center">εκτός ΕΕ</td>
<td align="center">16</td>
<td align="center">-1</td>
</tr>
</table>
<p><code><br />
</code>Ακόμη κι αν οι παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές μειώθηκαν σε μια βάση μέτρησης από τρίμηνο σε τρίμηνο, συνεχίζουν να αυξάνονται σε ετήσια βάση. Παρόλα αυτά, οι εξαγωγές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν περισσότερο από τις εξαγωγές μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι τιμές αύξησης σε εισαγωγές εντός κι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ίσες. Εν τούτοις, η αύξηση σε παγκόσμια αγαθά δεν είχε την ίδια επίδραση στις τρέχουσες συναλλαγές των χωρών μελών: </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Τρέχουσες συναλλαγές (σε εκατομμύρια Ευρώ)</strong></p>
<p><code><br />
</code><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/current-accounts.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/current-accounts.jpg" alt="" title="current accounts" width="550" height="350" class="alignnone size-full wp-image-2496" /></a></p>
<p style="text-align: center;">Πηγή: Βάση Δεδομένων Eurostat</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, μια αύξηση στο παγκόσμιο εμπόριο δεν θα μπορούσε να εκπροσωπεί μια ευκαιρία δεδομένου ότι το μερίδιο από τις εξαγωγές της Ελλάδας εκτός ΕΕ-27 εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a>  διατηρήθηκαν στο 0,5% ενώ το μερίδιο εξαγωγών της Γερμανίας αυξήθηκε από 25% σε 27%. Επιπλέον, διαφορές στις αλλαγές των ελλειμάτων και πλεονασμάτων των τρεχουσών συναλλαγών που απεικονίζονται στον παραπάνω πίνακα μπορούν να εξηγηθούν από το επίπεδο του μεριδίου των εξαγωγών των διαφορετικών χωρών μέσα στο ΕΕ-27 κι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης: </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Εμπόριο εκτός ΕΕ- 27, Μερίδιο εξαγωγών ανά κράτος – μέλος </strong></p>
<p><code><br />
</code><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/extra-eu-trade.png"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/extra-eu-trade.png" alt="" title="extra eu-trade" width="550" height="350" class="alignnone size-full wp-image-2501" /></a></p>
<p style="text-align: center;">Πηγή: Βάση δεδομένων Eurostat</p>
<p><code><br />
</code>Επιπλέον, οι εξαγωγές της Ελλάδας εκτός ΕΕ- 27 είναι λιγότερο του 1% του Ελληνικού ΑΕΠ ενώ το Γερμανικό ανάλογο για το ίδιο μέγεθος είναι υψηλότερο από 10%.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Η Ελλάδα λοιπόν δεν μπορεί να υπολογίζει σε μια παγκόσμια ανάκαμψη σαν κίνητρο για την οικονομία της. </p>
<p><code><br />
</code>Από αυτή την άποψη, μπορεί να πει κανείς ότι οι καθαροί εξαγωγείς εκτός ΕΕ- 27 εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία ανάπτυξης στο παγκόσμιο εμπόριο για να βελτιώσουν τις τρέχουσες συναλλαγές τους.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn7">[7]</a> Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αύξηση στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν επιζήμια για τους καθαρούς εισαγωγείς μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.<a title="_ftnref8" name="_ftnref8" href="#_ftn8">[8]</a> Αν κοιτάξει κανείς την εξέλιξη των πλεονασμάτων κι ελλειμάτων τρεχουσών συναλλαγών σε ποσοστό ΑΕΠ, μπορεί να προσέξει την αντίθετη εξέλιξη των λογαριασμών: </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Ελλείματα/πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών σε % του ΑΕΠ</strong></p>
<p><code><br />
</code><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/current-account-deficits.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/current-account-deficits.jpg" alt="" title="current account deficits" width="550" height="380" class="alignnone size-full wp-image-2503" /></a></p>
<p style="text-align: center;">Πηγή: Βάση Δεδομένων Eurostat </p>
<p><code><br />
</code>Μοιάζει τότε προβληματικό να υπολογίζει κανείς στη διεθνή ανάκαμψη ως παράγοντα τόνωσης της Ελληνικής οικονομίας. Ένας από τους κύριους λόγους είναι η χρέωση στο εξωτερικό των καθαρών εισαγωγέων που έρχεται σαν αποτέλεσμα, μαζί με την πολύ αργή αντίδραση των Ευρωπαίων αρχηγών, προς τις επιθέσεις κερδοσκοπίας που ασκήθηκε ενάντια σ’ αυτές τις χώρες στις χρηματοοικονομικές αγορά. Στην πραγματικότητα, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια σ’ αυτές τις χώρες είναι τώρα όλα πιο ψηλά απ’ ότι στη Γερμανία.<a title="_ftnref9" name="_ftnref9" href="#_ftn9">[9]</a> </p>
<p><code><br />
</code>Επιπλέον, όπως απεικονίζεται στο παραπάνω γράφημα, θα ήταν πολύ άδικο για την Ελληνική οικονομία να την μεταχειρίζονται σαν δωρεάν επιβάτη που μόνο κερδίζει από την Ευρωπαϊκή ένωση χωρίς να κάνει καθόλου προσπάθειες να αυξηθεί η παραγωγικότητά της: </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Πραγματικό ΑΕΠ ανά υπάλληλο, 1999=100</strong></p>
<p><code><br />
</code><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/real-gdp.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/real-gdp.jpg" alt="" title="real gdp" width="550" height="300" class="alignnone size-full wp-image-2506" /></a></p>
<p style="text-align: center;">Πηγή: Βάση δεδομένων AMECO </p>
<p><code><br />
</code>Η Γερμανία είχε περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο όρο, αλλά αυτή η επίδοση σμικρύνθηκε από αυτήν της Ελλάδας όπου η πραγματική απόδοση ανά εργαζόμενο στην οικονομία ανήλθε κοντά στο 30% σαν σύνολο. Η εικόνα – που συχνά επαναλάμβανεται στα ΜΜΕ στα πλαίσια της Ελληνικής κρίσης – της καινοτόμου Γερμανίας να προσπερνάει, οδηγώντας τις εξαγωγικές επιτυχίες της με ταχύτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας είναι λοιπόν ξεκάθαρα μόνο μέρος της ιστορίας στην καλύτερη περίπτωση (κι απλά λανθασμένη όσον αφορά στην Ελληνογερμανική σύγκριση). Παρομοίως, το να μεταχειρίζονται τις χώρες του νότου (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία) σαν «γουρούνια» (PIGS από τα αρχικά των χωρών Portugal, Italy, Greece, Spain) είναι παραπλανητικό, καθώς οι μέσοι όροι των ετήσιων ωρών εργασίας είναι οι μεγαλύτεροι στην Ευρώπη. </p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, το γράφημα που ακολουθεί απεικονίζει μια μεγαλύτερη αύξηση σε ονομαστικούς μισθούς στην Ελλάδα σε σχέση με τη Γερμανία που αντισταθμίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας στην Ελλάδα συγκριτικά με τη Γερμανία:  </p>
<p><code><br />
</code>
<p style="text-align: center;"><strong>Ονομαστική αποζημίωση ανά εργαζόμενο, 1999=100</strong></p>
<p><code><br />
</code><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/nominal-compensation.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/nominal-compensation.jpg" alt="" title="nominal compensation" width="550" height="350" class="alignnone size-full wp-image-2507" /></a></p>
<p style="text-align: center;">Πηγή: Βάση δεδομένων AMECO υπολογισμός ETUI (Ινστιτούτο Εμπορίου Ευρωπαϊκής Ένωσης)</p>
<p><code><br />
</code>Το γράφημα δείχνει ξεκάθαρα αυτοσυγκράτηση του ονομαστικού μισθού στη Γερμανία. Ενώ η ανάπτυξη της παραγωγικότητας ήταν πάνω από τον μέσο όρο κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες, η ανάπτυξη του ονομαστικού μισθού στη Γερμανία ήταν κάτω από το μέσο όρο κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες (ως το 2008). Οι Ιβηρικές χώρες είχαν 12-14 ποσοστιαίες μονάδες ταχύτερη ανάπτυξη ονομαστικού μισθού, παρά την κάτω του μέσου όρου παραγωγικότητα. Στην περίπτωση της Ελλάδας ήταν σχεδόν 40 ποσοστιαίες μονάδες περισότερη που αντιστάθμισε το χάσμα της θετικής παραγωγικότητας, που ήταν γύρω στο 10%.</p>
<p><code><br />
</code>Για να το θέσουμε αλλιώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν σύνολο δεν μπορεί απλά να κατηγορεί την Ελλάδα για την κακή διαχείριση των τελευταίων 5 ή 10 χρόνων. Η χειροτέρευση των τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας επέτρεψε σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες να επωφεληθούν, και γιατί ήταν σχετικά πιο ανταγωνιστικές κι επειδή οι εργαζόμενοι είχαν χρήματα για να αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες που έρχονταν από το εξωτερικό: «<em>Ειδικότερα, η απώλεια της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα (και σε μια σειρά από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ισπανίας και της Ιρλανδίας) είναι το είδωλο μιας αύξησης σε σχετική ανταγωνιστικότητα άλλων χωρών, κυρίως της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ολλανδίας. Επιπλέον οι τελευταίες χώρες δεν θα μπορούσαν να είχαν αυξήσει τις καθαρές εξαγωγές τους χωρίς την επέκταση της ταχύτερης ζήτησης στην πρώτη ομάδα, που, συχνά ξεχνάμε, ήταν επίσης υπεύθυνες για αρκετή από την Ευρωπαϊκή ανάπτυξη στην οικονομία και στις θέσεις εργασίας στα πρόσφατα έτη, ενώ η ανάπτυξη της ζήτησης και της απόδοσης στις χώρες με πλεόνασμα ήταν υποτονική. Το πρόβλημα είναι συμμετρικό και τέτοια θα πρέπει να είναι και η λύση του</em>&#8220;.<a title="_ftnref10" name="_ftnref10" href="#_ftn10">[10]</a> Οπότε, μοιάζει τώρα άτοπο να επιμένουμε να θεραπεύσει η Ελλάδα μόνη της τα προβλήματά της μόνο με το να κάνει περικοπές στις δαπάνες, χωρίς κανένα κίνητρο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθώντας τις αρχές: «<em>εμείς βάζουμε τάξη στο δικό μας σπιτικό κι αν οι άλλοι δεν το κάνουν, τότε καλά να πάθουν</em>».<a title="_ftnref11" name="_ftnref11" href="#_ftn11">[11]</a> Επιπλέον, καθώς ο ιδιωτικός τομέας ξεπληρώνει τα χρέη του και προσπαθεί να ξαναχτίσει τους ισολογισμούς του, η κατανάλωση και οι επενδύσεις έχουν ήδη και σίγουρα θα συνεχίσουν να καταρρέουν, παίρνοντας στον κατήφορό μαζί τους και την παραγωγή. </p>
<p><code><br />
</code>Πρόσφατα, οι Ευρωπαίοι αρχηγοί συμφώνησαν να κατασκευάσουν ένα όχημα ειδικού σκοπού για να διαχειριστούν την χρηματοπιστωτική κρίση στην Ευρώπη. Εν τούτοις, πρώτα από όλα, μοιάζει προβληματικό να θεωρείται ότι μια τέτοια οικονομική κατασκευή μπορεί να αναπληρώσει το ρόλο μιας οικονομικής κυβέρνησης. Επιπλέον, κάνοντας αυτό, οι Ευρωπαίοι αρχηγοί δεν δρουν με γνώμονα μόνο το συμφέρον της Ελλάδας αλλά μάλλον για να προλάβουν τις δικές τους πιθανές μελλοντικές οικονομικές απώλειες αν δεν πάρουν αυτά τα μέτρα. Στην περίπτωση χρεωκοπίας, απώλειες θα είχαν όλοι εκείνοι που έχουν οικονομίες κι επενδύσεις σε Ελληνικά ομόλογα, οι μισοί σχεδόν εκ των οποίων είναι Γάλλοι, Γερμανοί και Ιταλοί. Από αυτή την άποψη, από τη μια οι Ευρωπαίοι ηγέτες δρουν για να αποφευχθεί μια μελλοντική κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, αποφεύγοντας έτσι και την κατάρρευση του συστήματος του Ευρώ, αλλά από την άλλη πλευρά, δεν γίνεται τίποτα για να δοθεί μια νέα ώθηση στην Ελληνική οικονομία: «<em>Κυριολεκτικά εγγυάται πως η Ελλάδα, η Ισπανία, και άλλες χώρες με μεγάλα ιδιωτικά και δημόσια χρέη θα καταδικαστούν σε χρόνια οικονομική ύφεση και υψηλά επίπεδα ανεργίας</em>».<a title="_ftnref12" name="_ftnref12" href="#_ftn12">[12]</a> </p>
<p><code><br />
</code>Επιπροσθέτως, μοιάζει δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι μια μείωση στις δημόσιες δαπάνες είναι ευνοϊκή για κέρδη στην παραγωγικότητα. Στην πραγματικότητα, μια μείωση στους μισθούς δημοσίων υπαλλήλων, ενώ μπορεί να ελαττώσει το χρέος, δεν μπορεί να επιφέρει βελτίωση στην ανταγωνιστική θέση της Ελλάδας. Οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι δεν παράγουν αγαθά και υπηρεσίες για εξαγωγές. Οπότε μια μείωση των μισθών τους θα ευνοήσει την ύφεση. Η αύξηση των μισθών στην Ελλάδα θα έπρεπε να ήταν πιο αργή και να συνδέεται με την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι χώρες με πλεόνασμα θα έπρεπε επίσης να μπουν στο παιχνίδι και να προφτάσουν την καθυστέρηση στην αύξηση των πραγματικών μισθών. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η Γερμανική μισθοδοτική πολιτική για τους μισθούς, που έχει χαρακτηριστεί ως μερκαντιλιστική, να είναι πηγή ανάκαμψης. Επομένως, αν τα εθνικά χρέη είναι προβληματικά, σίγουρα, η πτώση των δημοσίων δαπανών, απέχοντας πολύ από το να λύσει το πρόβλημα, θα το επιδεινώσει μέσω μιας μείωσης της ανάπτυξης, δηλαδή την δημιουργία ύφεσης. </p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, με την ευκαιρία της αναδιάρθρωσης των χρεών να έχει χαθεί,<a title="_ftnref13" name="_ftnref13" href="#_ftn13">[13]</a> το κόστος μιας αθέτησης οποιασδήποτε χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι υψηλότερο από όσο θα μπορούσε να είναι. Σίγουρα θα είχε στοιχίσει λιγότερο στους καθαρούς εξαγωγείς. Εξάλλου, ο βαθμός αναβολής κι ο χρόνος που χρειάστηκε για να προταθούν λύσεις για τη χρηματοπιστωτική κρίση σίγουρα έδωσε ένα κίνητρο στους κερδοσκόπους να επιτεθούν στο Ευρώ. Από αυτή την άποψη η μερική νομισματοποίηση του Ελληνικού χρέους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι βέβαια μια καλή αρχή. Τέτοια μέτρα θα έπρεπε να επεκταθούν στο πλαίσιο του άρθρου 122 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, ώστε να αποφευχθεί η αθέτηση οποιουδήποτε κράτους – μέλους. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα, η Γερμανία, η Αυστρία και άλλες χώρες με πλεόνασμα θα έπρεπε να δεσμευτούν να διατηρήσουν δημοσιονομικά κίνητρα και να μπουν σε μια φάση αυξήσεων των μισθών με ταχύτερο από την αύξηση της παραγωγικότητας. Από την άλλη πλευρά, οι χρεωμένες χώρες θα πρέπει να έχουν την ικανότητα να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους τείνοντας προς δημοσιονομικά πλεονάσματα μεσοπρόθεσμα. Σε κάθε περίπτωση, οι στρατηγικές εξόδου πρέπει να αποσυγχρονιστούν και να διαφοροποιηθούν μεταξύ των χωρών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να αναθεωρήσει τους διάφορους μηχανισμούς συντονισμού πολιτικής με σκοπό να τους ενδυναμώσει και να στρέψει την προσοχή εκ νέου προς την κατεύθυνση που αποκαλύφθηκε αναγκαία από την κρίση, συγκεκριμένα: μια συμμετρική εστίαση στις χώρες με πλεόνασμα και έλλειμα, την παρακολούθηση των ιδιωτικών δυναμικών χρεών-αποταμιεύσεων, αντί να παρακολουθείται μόνο ο δημόσιος τομέας, κι έτσι να γίνει εστίαση στις θέσεις τρεχουσών συναλλαγών. Θα πρέπει, επίσης, να ενσωματώσουν τις ρυθμίσεις μισθών και τιμών και επομένως να ενδυναμώσει το ρόλο των κοινωνικών εταίρων. Τέλος, αυτά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα θα έπρεπε να εφαρμοστούν με ένα καθαρό όραμα για το μέλλον των προτύπων παραγωγής της ΕΕ. Βεβαίως, η Ελλάδα θα μπορούσε να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην Ευρώπη στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> -Θα χειριστούμε μόνο τις μακροοικονομικές ρίζες της κρίσης σ’ αυτό το κείμενο. Η διαφοροποίηση τους σε τομεακό επίπεδο αναμένεται να γίνει. </span></p>
<p id="ftn2">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Σε σημερινά δολάρια ΗΠΑ</span></p>
<p id="ftn3">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Δελτία τύπου Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, στατιστική παγκόσμιου εμπορίου, 2 Ιουνίου 2010, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα  <a href="http://www.wto.org/english/news_e/pres10_e/pr604_e.htm#_ftn1" target="_blank">http://www.wto.org/english/news_e/pres10_e/pr604_e.htm#_ftn1</a></span></p>
<p id="ftn4">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; “Intra EU” («Εντός ΕΕ») είναι το εμπόριο μέσα στην ΕΕ. “Extra EU” («εκτός ΕΕ») σ’ αυτόν τον πίνακα είναι εμπόριο μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ και άλλων εκτός της ΕΕ.</span></p>
<p id="ftn5">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Τα 27 κράτη μέλη.</span></p>
<p id="ftn6">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Βλ. Βάσεις δεδομένων των Eurostat και AMECO</span></p>
<p id="ftn7">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Στα τελευταία δέκα χρόνια οι θετικές τρέχουσες συναλλαγές για το εμπόριο εκτός ΕΕ 27 της Γερμανίας αυξήθηκε κατά 258% ενώ το αντίστοιχο αρνητικό της Ελλάδας επιδεινώθηκε κατά 94% (Βάση Δεδομένων Eurostat).</span></p>
<p id="ftn8">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn8" name="_ftn8" href="#_ftnref8"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Στα τελευταία δέκα χρόνια οι θετικές τρέχουες συναλλαγές για το εμπόριο μέσα στην ΕΕ 27 της Γερμανίας αυξήθηκε κατά 177% ενώ οι αρνητικές της Ελλάδας επιδεινώθηκαν κατά 41%. Στην ουσία το μερίδιο εξαγωγών της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ 27 ήταν κάτω από 1,5% στα τελευταία δέκα χρόνια ενώ το ίδιο μερίδιο για τη Γερμανία ήταν πάνω από 19% στα τελευταία δέκα χρόνια (Βάση Δεδομένων Eurostat).</span></p>
<p id="ftn9">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn9" name="_ftn9" href="#_ftnref9"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Βλ. Πίνακες της ΕΚΤ, διαθέσιμους στην ιστοσελίδα <a href="http://www.ecb.int/stats/money/long/html/index.en.html" target="_blank">http://www.ecb.int/stats/money/long/html/index.en.html</a>.</span></p>
<p id="ftn10">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn10" name="_ftn10" href="#_ftnref10"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; P. Arestis &#038; G. A. Horn (2010), “Open letter to Europen policymakers: The Greek crisis is a European crisis and needs European solutions beyond emergency packages”, («Ανοιχτή επιστολή στους πολιτικούς: Η Ελληνική κρίση είναι μια Ευρωπαϊκή κρίση και χρειάζεται λύσεις πέρα από τα επείγοντα πακέτα») διαθέσιμο στην ιστοσελίδα <a href="http://www.boeckler.de/pdf/memorandum_arestis_horn.pdf" target="_blank">http://www.boeckler.de/pdf/memorandum_arestis_horn.pdf</a>.</span></p>
<p id="ftn11">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn11" name="_ftn11" href="#_ftnref11"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Στο T. Padoa-Schioppa (2010), “The debt crisis in the Euro Area : Interest and Passion”, (Η χρηματοπιστωτική κρίση στην περιοχή του Ευρώ) Policy Brief, Notre Europe.</span></p>
<p id="ftn12">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn12" href="#_ftnref12"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211;  SD. Rodrik (2010), « Who lost Europe ? », (Ποιος έχασε την Ευρώπη;) <em>Social Europe Journal</em>, τεύχος Ιουνίου.</span></p>
<p id="ftn13">
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn13" href="#_ftnref13"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[13]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211;  Βλ. M. Aglietta (2010), “La longue crise de l’Europe”, (Η μακρά κρίση της Ευρώπης) <em>Le Monde</em>, 17 Μαίου.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2230</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κάλεσμα για άρθρα &#8211; Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2163</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2163#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 10 Jun 2010 14:16:41 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κάλεσμα]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2163</guid>
		<description><![CDATA[Το ηλεκτρονικό περιοδικό Re-public απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για ένα δεύτερο αφιέρωμα πάνω στην κρίση του δημόσιου χρέους με τίτλο &#8220;Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι&#8221;. Η κρίση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και σε άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης γεννά αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των σημερινών θεσμών και μηχανισμών της [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Το ηλεκτρονικό περιοδικό <em>Re-public</em> απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για ένα δεύτερο αφιέρωμα πάνω στην κρίση του δημόσιου χρέους με τίτλο &#8220;Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι&#8221;. Η κρίση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και σε άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης γεννά αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των σημερινών θεσμών και μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2009 αντιμετωπίστηκε αρχικά μέσω της κρατικής παροχής ρευστότητας και  κεφαλαίου. Η σχετική οικονομική σταθεροποίηση και μείωση της κρίσης το 2009 έπληξε περιφερειακά ευρωπαϊκά κράτη σε μια κρίσιμη στιγμή: τα δημόσια έσοδά τους κατέρρευσαν εξαιτίας της ύφεσης και οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν για τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών θεσμών και την αύξηση της ζήτησης. Αυτό το νέο κύμα κρίσης εντοπίζεται τώρα στην καρδιά της Ευρώπης και χαρακτηρίζεται από αυτό που μπορεί να ονομαστεί &#8220;κρίση του δημόσιου χρέους&#8221;.<span id="more-2163"></span> Με την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσει έναν μηχανισμό σταθεροποίησης για τη διάσωση των χωρών της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν προβλήματα δανεισμού, ανοίγει για άλλη μια φορά η δημόσια συζήτηση για εναλλακτικές πολιτικές για την οικονομική διακυβέρνηση. Στόχος του αφιερώματος είναι να θέσει το ζήτημα της θεσμικής αδυναμίας του σημερινού Ευρωπαϊκού μοντέλου οικονομικής διακυβέρνησης  και η παρουσίαση πιθανών εναλλακτικών πολιτικών τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε κρατικό επίπεδο. Στα πιθανά θέματα συμπεριλαμβάνονται:<br />
<code><br />
</code></p>
<ul>
<li>Ποιες είναι  οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που έχουν οι υπάρχοντες θεσμοί οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη;</li>
<li>Πoιοι είναι οι κατάλληλοι μηχανισμοί για τον έλεγχο και την επιβολή λογοδοσίας στο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο;</li>
<li>Είναι τα υπάρχοντα επενδυτικά εργαλεία αρκετά για να βγάλουν τις περιφερειακές χώρες από την ύφεση; </li>
<li>Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι δομικές ανισότητες εντός της Ευρώπης μεταξύ περιφερειακών και κεντρικών κρατών-μελών;</li>
<p><code><br />
</code> Τα άρθρα πρέπει να είναι γύρω στις <strong>1.500-1.800 λέξεις</strong>.</p>
<p><code><br />
</code>Παρακαλούμε να υποβληθούν  σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική  μορφή στο<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>e-mail: phatzopoulos@republic.gr
</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Προθεσμία υποβολής άρθρων: <strong>20 Ιουλίου 2010</strong></ul>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2163</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κάλεσμα για άρθρα &#8211; Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρωπαϊκή  Νομισματική Ένωση σε σταυροδρόμι</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2139</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2139#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 09 Apr 2010 10:14:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κάλεσμα]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2139</guid>
		<description><![CDATA[Το ηλεκτρονικό περιοδικό Re-public απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για συνεργασίες για το επερχόμενο αφιέρωμά του με τίτλο &#8220;Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση σε σταυροδρόμι&#8221;. Η κρίση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και σε άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης γεννά αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των σημερινών θεσμών και μηχανισμών της Ευρωπαϊκής [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Το ηλεκτρονικό περιοδικό <em>Re-public</em> απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για συνεργασίες για το επερχόμενο αφιέρωμά του με τίτλο &#8220;Πέρα από την κρίση του δημόσιου χρέους: Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση σε σταυροδρόμι&#8221;. Η κρίση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και σε άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης γεννά αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των σημερινών θεσμών και μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2009 αντιμετωπίστηκε αρχικά μέσω της κρατικής παροχής ρευστότητας και  κεφαλαίου. Η σχετική οικονομική σταθεροποίηση και μείωση της κρίσης το 2009 έπληξε περιφερειακά ευρωπαϊκά κράτη σε μια κρίσιμη στιγμή: τα δημόσια έσοδά τους κατέρρευσαν εξαιτίας της ύφεσης και οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν για τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών θεσμών και την αύξηση της ζήτησης. Αυτό το νέο κύμα κρίσης εντοπίζεται τώρα στην καρδιά της ευρωζώνης και χαρακτηρίζεται από αυτό που μπορεί να ονομαστεί &#8220;κρίση του δημόσιου χρέους&#8221;.<span id="more-2139"></span> Με την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσει έναν μηχανισμό βοήθειας <em>ultima ratio</em> για τη διάσωση της Ελλάδας, ανοίγει για άλλη μια φορά η δημόσια συζήτηση για εναλλακτικές πολιτικές  μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Στόχος του αφιερώματος είναι να θέσει το ζήτημα της θεσμικής αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης και η παρουσίαση πιθανών εναλλακτικών πολιτικών τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε κρατικό επίπεδο. Στα πιθανά θέματα συμπεριλαμβάνονται:<br />
<code><br />
</code></p>
<ul>
<li>Ποιες είναι  οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που έχουν οι υπάρχοντες θεσμοί της ευρωζώνης;</li>
<li>Πώς οι υπάρχοντες μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης επιδρούν στην ισορροπία μεταξύ χρηματοοικονομικού και παραγωγικού κεφαλαίου;</li>
<li>Είναι τα υπάρχοντα επενδυτικά εργαλεία κατάλληλα για να βγάλουν τις περιφερειακές χώρες από την ύφεση; Πώς μπορούν οι διευρωπαϊκές επενδύσεις σε βιώσιμες βιομηχανίες να χρηματοδοτηθούν;</li>
<li>Χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση φορολογικές μετατροπές; Φορολογικές μεταφορές από πλούσια σε φτωχότερα κράτη; Έναν διευρυμένο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης;</li>
<li>Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι δομικές ανισότητες εντός της ευρωζώνης μεταξύ περιφερειακών και κεντρικών κρατών-μελών;</li>
<p><code><br />
</code> Τα άρθρα πρέπει να είναι γύρω στις <strong>1.500-1.800 λέξεις</strong>.</p>
<p><code><br />
</code>Παρακαλούμε να υποβληθούν  σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική  μορφή στο<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>e-mail: phatzopoulos@republic.gr
</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Προθεσμία υποβολής άρθρων: <strong>31 Μαΐου 2010</strong></ul>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2139</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Marc Roux &#8211; Διανθρωπισμός και πολιτική δράση;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=1017</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=1017#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 23 Jun 2009 15:06:34 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Marc Roux]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[μετανθρωπισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Marc Roux]]></category>
		<category><![CDATA[βιοτεχνολογία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=1017</guid>
		<description><![CDATA[Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στα ερωτήματα που θέτει το διανθρωπιστικό κίνημα, με άλλα λόγια τις προοπτικές της ‘ανθρώπινης ανάπτυξης’, και την πολιτική δράση; Δεν έχω ακόμη εξετάσει αυτό το ερώτημα σε βάθος, προτίθεμαι όμως να μεταφέρω, ως απλή μαρτυρία, τις εντυπώσεις μου από ένα πρόσφατο συνέδριο που έγινε στις Βρυξέλλες, στις 24 Φεβρουαρίου. Οργανωμένο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Η παρουσίαση του Andy Miah" href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/a-european-approach-to-human-enhancement.png"><img title="Η παρουσίαση του Andy Miah" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/a-european-approach-to-human-enhancement.png" alt="Η παρουσίαση του Andy Miah" hspace="5" vspace="5" width="180" height="135" align="left" /></a></p>
<p>Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στα ερωτήματα που θέτει το διανθρωπιστικό κίνημα, με άλλα λόγια τις προοπτικές της ‘ανθρώπινης ανάπτυξης’, και την πολιτική δράση;</p>
<p>Δεν έχω ακόμη εξετάσει αυτό το ερώτημα σε βάθος, προτίθεμαι όμως να μεταφέρω, ως απλή μαρτυρία, τις εντυπώσεις μου από ένα πρόσφατο συνέδριο που έγινε στις Βρυξέλλες, στις 24 Φεβρουαρίου. Οργανωμένο από μια προέκταση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (STOA- Science and Technology Options Assessement- [Αποτίμηση Επιλογών Επιστήμης και Τεχνολογίας]), είχε ως θέμα: <a href="www.europarl.europa.eu/stoa/events/workshop/.../flyer_en.pdf" target="_blank">A European approach to human enhancement</a> (Μια πανευρωπαϊκή προσέγγιση της ανθρώπινης βελτίωσης)”.<span id="more-1017"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Από τα κείμενα εργασίας που μου είχαν διαβιβάσει, προέκυπτε ότι ο προβληματισμός για τον Διανθρωπισμό είχε φτάσει, εδώ και λίγο καιρό, στ’ αυτιά των υπευθύνων που βρίσκονται στην κορφή της πολιτικής ιεραρχίας. Όπως επιβεβαιώθηκε από τους παρόντες βουλευτές (τέσσερις), εκείνοι που ασχολήθηκαν με αυτά τα ζητήματα έμοιαζαν να τα αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά (πάλι καλά, θα πείτε).</p>
<p><code><br />
</code>Πιο περίεργο είναι, ίσως, ότι η λέξη ‘Διανθρωπισμός’, που όπως έχουμε δει προκαλεί αλλεργία σε ορισμένους, δεν φάνηκε να δημιουργεί πρόβλημα στις ομιλίες και στα γραπτά των ομιλητών.</p>
<p><code><br />
</code>Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι οι περίπου πενήντα συμμετέχοντες- από βουλευτές του ευρωκοινοβουλίου μέχρι απλούς πολίτες, περνώντας από φιλόσοφους, κοινωνιολόγους, συγγραφείς και κάθε λογής πανεπιστημιακούς, μέλη επιτροπών ηθικής ή αντιπροσώπους ευρωπαϊκών διανθρωπιστικών οργανώσεων- ήταν όλοι ομόφωνοι για την απόρριψη, ευθύς εξαρχής, δυο ακραίων θέσεων. Οι θέσεις αυτές έχουν να κάνουν, από τη μια πλευρά, με την ιδέα της παντελούς απουσίας ελέγχου στην ανάπτυξη των τεχνολογιών NBIC (Νανοτεχνολογίες, Βιοτεχνολογίες, επιστήμες της Πληροφορίας και Γνωστικές επιστήμες). Και, από την άλλη πλευρά, με την απλή απαγόρευσή τους. Είναι βέβαιο ότι αυτές οι μαξιμαλιστικές πολιτικές επιλογές υπάρχουν, ότι έχουν τους υποστηρικτές τους, κι ακόμη ότι εκπροσωπούνται στα ευρωπαϊκά αμφιθέατρα, αλλά η εντύπωση που αποκόμισα από αυτή τη συνάντηση είναι ότι δεν μοιάζουν να είναι πλειοψηφικές.</p>
<p><code><br />
</code>Διαπίστωσα, επίσης, ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι ομιλητές τάχθηκαν υπέρ μιας ρύθμισης για την ‘ανθρώπινη ανάπτυξη’, που να είναι εμπνευσμένη από τις ευρωπαϊκές αξίες και παραδόσεις και ειδικά από το σεβασμό της αξιοπρέπειας του ατόμου, τις ατομικές ελευθερίες και την αξία της αλληλεγγύης, που αποτελεί ίδιον του πρότυπου της Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code>Μολονότι το κείμενο εργασίας περιείχε κάποιες αναφορές για την ιδέα μιας ‘ανταγωνιστικής’ ευρωπαϊκής κοινωνίας της γνώσης και της έρευνας, επικαλούμενο εμφανώς πολλά από τα άρθρα της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι βασικοί όροι της γλώσσας της ευρωπαϊκής επιτροπής, εκείνοι του θριαμβευτικού νεοφιλελευθερισμού, κατά παράδοξο τρόπο απουσίαζαν. Αντίθετα, πολλοί από τους ομιλητές υπογράμμισαν τους κινδύνους που συνδέονται με την εμπορευματοποίηση των τεχνικών NBIC. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι πλέον της μόδας (Φυσικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ τον Lampedusa: Όλα αλλάζουν, για να μην αλλάξει τίποτα…)</p>
<p><code><br />
</code>Ένα από τα κεντρικά θέματα είχε να κάνει με το πώς μπορούμε να ορίσουμε κριτήρια που θα μας επιτρέπουν να δεχόμαστε ή να απορρίπτουμε, να νομιμοποιούμε ή να απαγορεύουμε την τάδε ή τη δείνα τεχνολογία ‘ανθρώπινης ανάπτυξης’ στις κοινωνίες μας. Στους πολιτικούς αρέσουν οι λύσεις, οι απαντήσεις. Σε τελική ανάλυση, αυτός είναι ο ρόλος τους.</p>
<p><code><br />
</code>Ενδιαφέρουσα είναι, επίσης, η διαπίστωση ότι οι συνομιλητές μας μοιάζουν να τοποθετούνται στην αρχή μιας διαδικασίας σκέψης. Απέχοντας πολύ ακόμη από τη νομοθέτηση, βρίσκονται σ’ ένα στάδιο όπου ρωτούν τους εμπειρογνώμονες τους, καλούν τις δεξαμενές σκέψης τους, και ρωτούν την κοινωνία των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Εξαίρεση αποτελεί, βέβαια, ο τομέας της βιοτεχνολογίας. Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα που τίθενται εδώ και κάποιες δεκαετίες από τις προόδους της ιατρικά υποβοηθούμενης τεκνοποίησης ή της γενετικής, για παράδειγμα, πολλαπλασιάσαμε τις επιτροπές βιοηθικής και υιοθετήσαμε νόμους, συχνά περιοριστικούς (στη Γαλλία: ποινικοποίηση της ανθρώπινης κλωνοποίησης, απαγόρευση της πρακτικής έρευνας στο ανθρώπινο έμβρυο, περιορισμένες δυνατότητες έρευνας πάνω στα εμβρυακά βλαστικά κύτταρα (Η Γαλλία είναι τώρα δεσμευμένη, όπως κάθε πέντε χρόνια, να αναθεωρήσει τη νομοθεσία της για τη βιοηθική. Βλέπε, για παράδειγμα: http://www. etatsgenerauxdelabioethique.fr ). Αλλά ο νομοθέτης δεν μοιάζει να έχει υπολογίσει ακόμα όλες τις συνέπειες της σύγκλισης NBCI, χωρίς να αναφερθούμε σε όλες τις προοπτικές που ανοίγει ο Διανθρωπισμός.</p>
<p><code><br />
</code>Στο συνέδριο των Βρυξελλών, προωθήθηκαν τρεις προσεγγίσεις:</p>
<p><code><br />
</code>- Η πρώτη προτείνει μια ‘λελογισμένα ευνοϊκή’ προσέγγιση όλων των νέων τεχνολογιών. Αντικρούει τα επιχειρήματα εκείνων που υποστηρίζουν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη θεραπευτική άποψη για να καθορίσουν αν μια τεχνική είναι αποδεκτή ή όχι (αποδεκτές θα ήταν μόνο οι πρακτικές που επιτρέπουν τη φροντίδα ή την υπέρβαση μιας αναπηρίας) Ευνοεί την R&amp;D στις τεχνολογίες της ‘ανθρώπινης ανάπτυξης’, σεβόμενη ταυτόχρονα τις ηθικές αρχές της Ε.Ε.</p>
<table border="1">
<tbody>
<tr>
<td><code><br />
</code><em><strong>Η λελογισμένη προ-αναπτυξιακή προσέγγιση</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με τη λελογισμένη προ-αναπυξιακή προσέγγιση, η πολιτική της Ε.Ε. θα χρηματοδοτούσε τις τεχνολογίες R&amp;D (μη θεραπευτικές) για την ανθρώπινη ανάπτυξη, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τα εφαρμόσιμα στοιχεία των υπαρχόντων ηθικών πλαισίων και σεβόμενη τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες. Με μια τέτοια στρατηγική, η πολιτική της Ε.Ε. θα προσπαθούσε να ενθαρρύνει έναν κοινωνικό διάλογο σχετικά με το πόσο προστατευμένοι θα ήμασταν από ρίσκα και πόσο ανοιχτοί σε νεωτερισμούς που έρχονται σε αντίθεση με τα παραδοσιακά συστήματα αξιών. Πρωτοβουλίες για ενθάρρυνση της συζήτησης σχετικά με την έλλειψη ρυθμίσεων σε τομείς όπως οι πολιτικές για τα ναρκωτικά και το ντόπινγκ ή οι αναπαραγωγικές τεχνολογίες, θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία αυτής της στρατηγικής.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η προ-αναπτυξιακή προσέγγιση θα αναγνωρίσει και θα αντιμετωπίσει τις υπάρχουσες τάσεις, όπως αυτή της ιατρικοποίησης της κοινωνίας και τη γενικευμένη επιθυμία για έναν σχεδόν απεριόριστο αυτό-προσδιορισμό. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, θα πρέπει, επίσης, οι θεσμοί και οι πολίτες της ΕΕ να είναι ενήμεροι για τις νέες τεχνολογίες. Από την άλλη πλευρά, η προσέγγιση αυτή μπορεί να είναι προβληματική από μια ευρύτερη κανονιστική άποψη, αλλά και για πρακτικούς λόγους- για παράδειγμα, επειδή δεν θα είναι εύκολο οι τεχνολογίες για την ανθρώπινη ανάπτυξη να εναρμονιστούν με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες. Απομένει επίσης να αποφασιστεί αν το όριο ανάμεσα στις αποδεκτές και τις μη αποδεκτές τεχνολογίες για την ανθρώπινη ανάπτυξη θα καθοριστεί εκ των προτέρων ή κατόπιν εορτής. Επιπλέον, η ανθρώπινη ανάπτυξη μπορεί να έχει ανεπιθύμητες παρενέργειες που ανακαλύπτονται μακροπρόθεσμα. Τέλος, δεν είναι καθόλου σαφές εάν οι τεχνολογίες και οι τάσεις που συζητούνται περισσότερο μπορούν να διευκολύνουν την επίτευξη στόχων όπως η δημιουργία μιας ανταγωνιστικής, δυναμικής ευρωπαϊκής κοινωνίας της γνώσης ή η βελτίωση των ευρωπαϊκών συστημάτων καινοτομίας.</td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p><code><br />
</code>- Η δεύτερη έχει να κάνει με μια ‘λελογισμένα περιοριστική’ προσέγγιση αυτών των τεχνικών. Προτάσσει την αρχή της προφύλαξης, την υπεράσπιση των ελευθεριών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. </p>
<table border="1">
<tbody>
<tr>
<td><code><br />
</code><em><strong>Η λελογισμένα περιοριστική προσέγγιση</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ευθυγραμμισμένη με το προαναφερθέν επιχείρημα, η λελογισμένα περιοριστική προσέγγιση πρέπει πάντα να λαμβάνει υπόψη εάν οι προτεινόμενες λύσεις για την ανθρώπινη ανάπτυξη, σε σχέση με τα κοινωνικά και ατομικά προβλήματα, αποτελούν πράγματι προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με τις μη τεχνολογικές ή άλλες τεχνολογικές λύσεις και εάν οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα. Επιπλέον, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αρχή της προφύλαξης πρέπει να εφαρμόζεται όσο δυνατόν πιο συστηματικά και συνεκτικά, καθώς πρεσβεύει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη δεν θα πρέπει ποτέ να απειλήσει τον κοινωνικό ιστό και τις θεμελιώδεις πολιτισμικές αξίες. Οι ιδεολογίες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις που βρίσκονται πίσω από την πρόσφατη τάση για ανθρώπινη ανάπτυξη πρέπει να ελεγχθούν και να εξεταστούν κριτικά. Ορισμένα είδη R&amp;D ή παρεμβάσεων, όπως οι τεχνολογίες ανθρώπινης ανάπτυξης για στρατιωτικούς σκοπούς, πρέπει να απαγορευθούν εξαρχής.</p>
<p><code><br />
</code>Το πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι ενσωματώνει τον έλεγχο στην ανθρώπινη ανάπτυξη και τις συνέπειες της. Η στρατηγική αυτή μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της ΕΕ από ανεπιθύμητες συνέπειες της ανθρώπινης ανάπτυξης , επιτρέποντας τους παράλληλα να επωφεληθούν από ορισμένες, προσεκτικά ερευνημένες, τεχνολογίες. Επιπλέον, είναι συμβατή με τη συνεχή εστίαση στο ερώτημα που έχει να κάνει με το πώς μπορούν να δημιουργηθούν οικονομικά ανταγωνιστικές κοινωνίες της γνώσης,  χωρίς αδικαιολόγητη μεταστροφή της προσοχής σε ατομικές τεχνολογίες. Από την άλλη πλευρά, μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση στην ανθρώπινη ανάπτυξη μπορεί να διευκολύνει μια ανταγωνιστική αντίδραση της ευρωπαϊκής κοινότητας σε μια αύξηση ατομικών αιτημάτων για τεχνολογίες της ανάπτυξης ή στη μεταστροφή σε μια προ-αναπτυξιακή πολιτική σε άλλα μέρη του κόσμου. Ακόμη περισσότερο, η λελογισμένα περιοριστική προσέγγιση απαιτεί ένα σαφές πλαίσιο ή σειρά κριτηρίων για το πόσο αποδεκτή είναι κάθε ατομική τεχνολογία ανθρώπινης ανάπτυξης.</td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p><code><br />
</code>- Η τρίτη προσέγγιση είναι η ανά περίπτωση. </p>
<table border="1">
<tbody>
<tr>
<td><code><br />
</code><em><strong>Η συστηματική ανά περίπτωση προσέγγιση</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Στη συστηματική ανά περίπτωση προσέγγιση, μια κανονιστική προοπτική για την ανθρώπινη ανάπτυξη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κάθε φορά που προτείνεται μια τεχνολογία ή μια, βασισμένη στην επιστήμη, παρέμβαση που στοχεύει στη βελτίωση της ατομικής ανθρώπινης επίδοσης. Οποιαδήποτε απόφαση για το αν μια τέτοια παρέμβαση πρέπει να επιτρέπεται ή εάν σχετικές R&amp;D πρέπει να χρηματοδοτούνται, θα βασίζεται σε μια διαδικασία που περιλαμβάνει τη διαβούλευση με όλες τις ομάδες που δέχονται τις επιδράσεις της, τις οργανώσεις τους και τους εμπειρογνώμονές τους από όλους τους συναφείς τομείς και γνωστικά αντικείμενα (επιλεγμένους έτσι ώστε να αντανακλούν την πολιτισμική ποικιλία της Ευρώπης).</p>
<p><code><br />
</code>Η προσέγγιση αυτή δεν απαιτεί ένα μοναδικό ευρύ ρυθμιστικό σύστημα: αντίθετα, καθώς νέες τεχνολογίες εμφανίζονται στο προσκήνιο, πρέπει να υπάρξουν ειδικές ρυθμίσεις σχεδιασμένες έτσι ώστε να είναι συμβατές με το γενικό πλαίσιο. Αυτό το γενικό πλαίσιο πρέπει να επιτρέπει να λαμβάνονται συστηματικά υπόψη οι υπάρχουσες τάσεις της ανθρώπινης ανάπτυξης και να γίνεται έγκαιρη διαβούλευση, ιδίως με αυτούς στους οποίους επιδρούν περισσότερο. Καθώς δεν χρειάζεται να σχεδιαστούν ρυθμίσεις για τεχνολογίες που δεν υπάρχουν ακόμη, είναι δυνατό το έργο αυτό να κατανεμηθεί στο χρόνο. Σε ό, τι αφορά τα μειονεκτήματα, η ΕΕ θα πρέπει να διατηρεί έναν ρυθμιστικό μηχανισμό για την ανθρώπινη ανάπτυξη, μακροπρόθεσμα, και να απέχει από την υιοθέτηση σαφούς θέσης σχετικά με το θέμα της ανθρώπινης ανάπτυξης γενικά, προκειμένου να καταστεί δυνατή αυτή η ευέλικτη και εξόχως διαβουλευτική προσέγγιση.</td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p><code><br />
</code>Από τη συζήτηση που άνοιξε το απόγευμα της διάσκεψης, συγκρατώ ότι το θέμα θεωρείται από τους συνομιλητές μας (τους πολιτικούς) πολύ ανοιχτό.</p>
<p><code><br />
</code>Λένε ότι προσπαθούν να βρουν ένα πλαίσιο, μια πλατφόρμα, βάση της οποίας θα αρχίσουν να οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις και τον δικό τους προβληματισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Λένε ότι επιθυμούν να εγκαταστήσουν τα εργαλεία διαβούλευσης που θα αποτελέσουν έναν πραγματικό σύνδεσμο με την κοινωνία. </p>
<p><code><br />
</code>Για να καταλάβουμε καλύτερα την κατεύθυνση της συζήτησης, νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να δούμε τις προτάσεις που έκανε το ινστιτούτο Rathenau ή το ITAS της Καρλσρούης. </p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ρυθμιστικά όργανα για την ανθρώπινη ανάπτυξη</em></strong> </p>
<p><code><br />
</code>Κατά την άποψή μας, η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη ρύθμιση δυο πλευρών της ανθρώπινης ανάπτυξης: R&amp;D για ατομικές τεχνολογίες και χρήση παρεμβάσεων που στοχεύουν στην ανθρώπινη ανάπτυξη. Προτού εφαρμόσει, σε συναπόφαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,  οποιαδήποτε πολιτική για την ανθρώπινη ανάπτυξη, η ΕΕ πρέπει πρώτα να καταγράψει πλήρως τις υπάρχουσες ρυθμίσεις για να αποφασίσει ποιες από αυτές πρέπει να αλλάξουν ή να αντικατασταθούν και σε ποια θέματα πρέπει να υπάρξουν εντελώς νέες ρυθμίσεις. Ενώ πολλές ατομικές τεχνολογίες για την ανθρώπινη ανάπτυξη αποτελούν νέο φαινόμενο, εμπίπτουν σε οικείους τομείς διαμόρφωσης πολιτικής όπως τα συστήματα ιατρικής φροντίδας, η ίση πρόσβαση στους πόρους, η αλληλεγγύη ή η ελευθερία παροχής υπηρεσιών πέρα από τα εθνικά σύνορα, πράγμα που θα διευκολύνει το έργο της ΕΕ. </p>
<p><code><br />
</code>Για ορισμένους από τους τομείς (όπως η πολιτική για την έρευνα ή η εσωτερική αγορά) όπου οι ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμοστούν έτσι ώστε να λάβουν υπόψη τη χρήση τεχνολογιών για την ανθρώπινη ανάπτυξη, είναι σαφές ότι η ΕΕ είναι ο πρώτος διαμορφωτής πολιτικής. Δεν είναι ωστόσο τόσο σαφές πού τοποθετείται η ΕΕ σε σχέση με προβλήματα που η ανθρώπινη ανάπτυξη  μπορεί να προκαλέσει στα συστήματα ιατρικής φροντίδας. Μολονότι αυτά τα συστήματα αποτελούν, κυρίως, εθνική υπόθεση, η ΕΕ μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να κάνει παρεμβάσεις, όπως με τη δράση που ανέλαβε για την εναρμόνιση της αγοράς σε ό, τι αφορά τις διαγνωστικές συσκευές in vitro ανά την Ευρώπη ( Οδηγία 98/79/EC). Η ΕΕ μπορεί να χρησιμοποιήσει τις οδηγίες με ανάλογο τρόπο για να επηρεάσει τις εθνικές ρυθμίσεις για πρακτικές ανθρώπινης ανάπτυξης.</p>
<p><code><br />
</code>Εναλλακτικά, μπορεί να βοηθήσει τους επαγγελματίες να καθιερώσουν τα δικά τους κριτήρια, υποστηριζόμενα από τις κυβερνήσεις, όπως κώδικες συμπεριφοράς και πειθαρχικές ρυθμίσεις. Οποιαδήποτε επιτυχής πολιτική για την ανθρώπινη ανάπτυξη θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τρόπους ελέγχου και αποτίμησης των αποτελεσμάτων των εφαρμοσμένων τεχνολογιών. </p>
<p><code><br />
</code>Κατά την άποψή μας, η ΕΕ έχει ένα περαιτέρω ρυθμιστικό έργο, σε σχέση με τη χρηματοδότηση της έρευνας. Και πάλι, όλες οι υπάρχουσες ρυθμίσεις πρέπει να εξεταστούν και να προσαρμοστούν για να είναι συμβατές με την επιλεγμένη στρατηγική. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικοί και τεχνολογικοί στόχοι για τους οποίους χρηματοδοτείται η έρευνα και τα κριτήρια που πρέπει να εκπληρώνονται από όσους ζητούν χρηματοδότηση πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια. Η χρηματοδότηση της έρευνας πρέπει επίσης να ελεγχθεί και να αποτιμηθεί. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε τεχνολογίες διπλής χρήσης- τεχνολογίες σχεδιασμένες για άλλο σκοπό, αλλά που μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιηθούν για τους στόχους της ανθρώπινης ανάπτυξης. </p>
<p><code><br />
</code>Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σε ό, τι αφορά και τις τρεις πιθανές στρατηγικές που προαναφέραμε: </p>
<p><code><br />
</code><br />
* Όλες οι πολιτικές πρέπει να περιλαμβάνουν έλεγχο, διατήρηση και αποτίμηση με βάση το επιλεγμένο κανονιστικό πλαίσιο.<br />
* Η ομάδα εργασίας ή προσωρινή επιτροπή που θα χειριστεί τη συγκεκριμένη στρατηγική πρέπει να ετοιμάσει ένα κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο θα χρησιμεύσει ως οδηγός για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων ρυθμίσεων, που ανταποκρίνονται σε ανάγκες και είναι εκτελεστές.<br />
* Πρέπει να γίνουν διαβουλεύσεις με το κοινό κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του κανονιστικού πλαισίου και κατά τη διάρκεια της επακόλουθης ρυθμιστικής διαδικασίας<br />
* Ιδιωτικές R&amp;D εντός Ευρώπης και R&amp;D εκτός Ευρώπης πρέπει να ελέγχονται, για να εντοπίζονται νεωτεριστικές τεχνολογίες που ενδέχεται να απαιτούν ρύθμιση.<br />
* Η ομάδα εργασίας της ΕΕ ή η επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου πρέπει να εντοπίζουν τα νέα προβλήματα ( όπως το ρόλο ενημερωμένης συγκατάθεσης σε δίκες νέων τεχνολογιών) στο επίπεδο των ατομικών τεχνολογιών για την ανθρώπινη ανάπτυξη, ή της ανθρώπινης ανάπτυξης γενικά, που απαιτούν ρύθμιση και παρακολούθηση.</p>
<p><code><br />
</code>Συμπερασματικά, από αυτές τις ανταλλαγές προκύπτει αρκετά καθαρά ότι η πολιτική δράση δεν μπορεί να είναι παρά δειλή απέναντι στα καινούργια ερωτήματα που θέτουν οι αυξανόμενες, και ενδεχομένως ραγδαίες, τεχνολογικές πρόοδοι. </p>
<p><code><br />
</code>Αυτό με οδηγεί στη σκέψη ότι ο προβληματισμός θα πρέπει να προέλθει από διάφορους κύκλους. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο βαθιές προκλήσεις- τι θα κάνουμε με το ανθρώπινο είδος;- θεωρώ βασικό τα μέρη που θα συμμετάσχουν στο διάλογο να εκπροσωπούν ένα ευρύτερο φάσμα της κοινωνίας και όχι μόνο την επιστημονική κοινότητα, τους οικονομικούς κύκλους ή την πολιτική εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Με ευχαρίστηση άκουσα την απάντηση που δόθηκε σε έναν πανεπιστημιακό, ο οποίος παρατήρησε ότι τα θέματα που έχουν να κάνουν με τις τεχνολογίες NBIC απαιτούν ένα επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης που δύσκολα μεταδίδεται- ότι, αντίθετα, τα θέματα αυτά απαιτούν να υπάρχει ενημέρωση του ευρύτερου κοινού και διαβούλευση.</p>
<p><code><br />
</code>Πέραν τούτου, ανάμεσα στις καλές προθέσεις ορισμένων εκλεγμένων που ενδιαφέρονται για το θέμα και την πραγματική πρακτική της εξουσίας, είναι πιθανό να υπάρχει απόσταση…. </p>
<p><code><br />
</code>Απομένει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε πώς να αγωνιστούμε για να διασφαλίσουμε, μια ακόμη φορά, τις πιο δημοκρατικές επιλογές.</p>
<p><code><br />
</code>Μαζί με όλα αυτά, όμως, τίθεται ένα θέμα πιο γενικό και ίσως πιο ανησυχητικό. Λαμβάνοντας υπόψη την επιβεβαιωμένη υπόθεση για επιτάχυνση των επιστημονικών προόδων, ποια πολιτική προσέγγιση μπορεί να είναι έγκυρη; Πώς να ξέρουμε ‘τι  να κάνουμε’ σε ένα πλαίσιο διαρκούς ανανέωσης των παραδειγμάτων; Πρέπει απλώς να υπολογίζουμε στη δύναμη της αδράνειας της κοινωνίας, στην ανικανότητά της να ενσωματώνει τις τεχνικές καινοτομίες στο ρυθμό που εμφανίζονται για να βρίσκει το χρόνο να ρυθμίζει και να νομοθετεί; Ή πρέπει να εφεύρουμε καινούργια πολιτικά παραδείγματα;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=1017</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>H Ευρώπη σε αναζήτηση νέου οράματος: Η συμμετοχική προσέγγιση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=397</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=397#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 07 Feb 2009 09:10:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[εισαγωγή]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=397</guid>
		<description><![CDATA[Η παρούσα οικονομική κρίση έχει αναδείξει πολλά από τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε πρώτη φάση ανέδειξε τις αδυναμίες και αποκάλυψε τους θεσμικούς και πολιτικούς περιορισμούς της. Η Ευρώπη εμφανίστηκε, όπως συχνά άλλωστε, ως άθροισμα εθνικών συμφερόντων και πολιτικών. Σε δεύτερη φάση ωστόσο άρχισε να επιδεικνύει τα δυνατά της σημεία και συγκριτικά της πλεονεκτήματα. [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="many years later..." href="http://flickr.com/photos/sharynmorrow/455870259/sizes/m/"></a><a href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/many-years-later.jpg"><img class="alignnone size-full wp-image-1122" title="many-years-later" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/many-years-later.jpg" alt="many-years-later" width="377" height="251" /></a></p>
<p>Η παρούσα οικονομική κρίση έχει αναδείξει πολλά από τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε πρώτη φάση ανέδειξε τις αδυναμίες και αποκάλυψε τους θεσμικούς και πολιτικούς περιορισμούς της. Η Ευρώπη εμφανίστηκε, όπως συχνά άλλωστε, ως άθροισμα εθνικών συμφερόντων και πολιτικών. Σε δεύτερη φάση ωστόσο άρχισε να επιδεικνύει τα δυνατά της σημεία και συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Με συνεργασία και συντονισμένη δράση είναι μοναδικά ικανή να επηρεάσει τις παγκόσμιες εξελίξεις.<span id="more-397"></span></p>
<p><code><br />
</code>Οι συνέπειες της κρίσης έχουν αρχίσει σταδιακά να γίνονται αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο. Απαιτούν νέες προσεγγίσεις και νέους τρόπους σκέψεις. Οι παραδοσιακοί τρόποι διακυβέρνησης δεν αρκούν πλέον για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση που επικρατεί. Τα υφιστάμενα θεσμικά πλαίσια δεν έχουν τη δυνατότητα διαχείρισης της παγκόσμιας οικονομίας και αδυνατούν να προτείνουν λύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Απαιτούνται νέα θεσμικά πλαίσια και νέοι τρόποι θεσμικής συνεργασίας ώστε να βγούμε από την παρούσα κατάσταση με βελτιωμένες και αποτελεσματικότερες δομές που είναι πιο κοντά στους πολίτες και ικανότερες να προστατεύσουν τα πλέον αδύναμε στοιχεία της παγκόσμιας κοινωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Η ευρωπαϊκή Ένωση ήταν, και είναι, ένα καινοτόμος θεσμός. Η ίδρυση της πριν από περισσότερα από πενήντα χρόνια στόχευε στην εξασφάλιση της ειρήνης και την προώθηση της συνεργασίας. Έχει επιτύχει και τους δύο σημαντικούς αυτούς στόχους. Δεν έχει όμως λάβει και την αντίστοιχη αναγνώριση. Αντίθετα συχνά αποτελεί το εξιλαστήριο θύμα για αποτυχημένες εθνικές πολιτικές. Κατηγορείται για πληθώρα λαθών, παραλείψεων, ή επιλεγμένων προσεγγίσεων συχνά μάλιστα αντιφατικών μεταξύ τους όπως: ελιτίστική προσέγγιση, απόμακρη στάση, φιλελευθερισμό και παρεμβατισμό, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και υπερδραστηριότητα, έλλειψη πολιτικού νου και ιδεολογική προσέγγιση, αδυναμία και παντοδυναμία, και είτε υπερβολική είτε ανεπαρκή κοινωνική προστασία.</p>
<p><code><br />
</code>Οι Ευρωπαίοι πολίτες είναι από τους πλέον πολιτικά δραστήριους πολίτες στον κόσμο. Σε εθνικά πλαίσια συμμετέχουν στις τοπικές και εθνικές συζητήσεις, επηρεάζουν την ατζέντα και αξιοποιούν τις μεγάλες δυνατότητες επικοινωνίας που διαθέτουν. Η συμμετοχή όμως σε ευρωπαϊκό επίπεδο υστερεί σαφώς σε σχέση με το εθνικό και τοπικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Δύο παράγοντες επηρεάζουν αρνητικά τη συμμετοχή των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Οι πρώτοι μπορούν να χαρακτηριστούν σαν τεχνοκρατικοί παράγοντες. Η ΕΕ ξεκίνησε ως διαδικασία των πολιτικών ελίτ με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χαράζει πολιτική συνειδητά αποκομμένη από τις εθνικές πολιτικές του Συμβουλίου και τις κομματικές πολιτικές επιλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο εθνικό επίπεδο. Είναι ένα ομολογουμένως πολύπλοκο θεσμικό οικοδόμημα και παράγει πολιτικές σε τέτοιες ποσότητες και σε τέτοιο βάθος που συχνά δυσχεραίνει την κατανόηση και αξιολόγηση τους από την πλευρά των πολιτών. Έτσι, έχουμε μια ΕΕ με ευρύτατη διασύνδεση θεσμών και αγορών, είτε οικονομικών είτε πολιτικών αλλά ταυτόχρονα απουσία κοινών πολιτικών και πολιτικών προσεγγίσεων, ιδιαίτερα στα μάτια των πολιτών της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Οι δεύτεροι μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτικοί παράγοντες. Τα ευρωπαϊκά θέματα σπανίως αγγίζουν τη φαντασία των πολιτών. Σπανίως κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Ο διάλογος ακόμα σπανιότερα, αφορά ευρωπαϊκά θέματα και η πολιτικοποίηση των διαδικασιών διενεργείται σε εθνικό επίπεδο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσπαθεί μεν, και με κάποια επιτυχία, αλλά παραμένουν πολλές ελλείψεις. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, (<a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb69/eb69_en.htm" target="_blank">EB 69, Άνοιξη 2008</a>) το ΕΚ είναι ο ευρωπαϊκός θεσμός που τυγχάνει τις υψηλότερης εμπιστοσύνης από τους πολίτες αλλά ταυτόχρονα θεωρείται και «αναποτελεσματικό».</p>
<p><code><br />
</code>Η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Ευρώπης προϋποθέτει θεσμούς που λειτουργούν, ισχυρή ηγεσία, πολιτική νομιμοποίηση και τη συμμετοχή των πολιτών σε κοινές βάσεις. Οι πολίτες δεν είναι πάντα ενήμεροι, και όταν είναι, δεν αντιλαμβάνονται πάντα τη σημασία της νομιμοποίησης δια της παραγωγής πολιτικών (output legitimacy).</p>
<p><code><br />
</code>Αν και έχουν αποφασιστεί πάρα πολλές, και πολύ σημαντικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουν πολλάκις είτε καλυφθεί από ένα πέπλο πολυπλοκότητας είτε έχουν πέσει θύματα στις διλημματικές, και ενίοτε υποθετικές προσεγγίσεις σε εθνικό επίπεδο. Σε αυτό φέρουν ευθύνη και οι πολιτικοί. Η ΕΕ δεν πιστώνεται στο δέοντα βαθμό τις θετικές αποφάσεις, ενώ χρεώνεται υπέρμετρα τις αρνητικές. Επίσης,  έχουμε συχνά την από κοινού, εσκεμμένη συσκότιση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των ευθυνών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο που επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία και εν τέλει τη λογοδοσία. Οι πολίτες νιώθουν αποκομμένοι από μια απόμακρη διαδικασία.</p>
<p><code><br />
</code>Οι συγγραφείς του παρόντος τεύχους αναγνωρίζουν τις δυσκολίες που δυσχεραίνουν τη συμμετοχή των πολιτών στην ευρωπαϊκή πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code>Αναλύουν ευρέως τους λόγους που έχουν οδηγήσει σε αυτή την κατάσταση και προτείνουν λύσεις που επίσης καλύπτουν ευρύ φάσμα πολιτικών προτάσεων όπως διασυνοριακές υποψηφιότητες και ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, νέα θεσμικά πλαίσια κοντά τους πολίτες, που θα απευθύνονται στις ευαισθησίες τους, και που θα προβάλουν την Ευρώπη διαφορετικά. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ανάγκη πολιτικής ηγεσίας ως αποτέλεσμα, αλλά και ως παράγοντας, μιας αυξημένης πολιτικής συμμετοχής.</p>
<p><code><br />
</code>Η συζήτηση στην Ευρώπη που καλείται να προσαρμοστεί, επικεντρώνεται σταδιακά στη συμμετοχή των πολιτών στις ευρωπαϊκές διεργασίες, στη λήψη αποφάσεων και στην πολιτική ατζέντα. Η Ευρώπη έχει ευθύνη να προτείνει εναλλακτικές προτάσεις για τα παγκόσμια προβλήματα. Είναι αποτελεσματικότερη όταν οδηγεί δια του παραδείγματος με τρόπους που προστατεύουν τους πολίτες και που δημιουργούν θετικά προηγούμενα για το μέλλον. Καλείται να ξεπεράσει τα εμπόδια, να υπερβεί τον κυνισμό προς την πολιτική και τους πολιτικούς μέσα από πραγματικά ευρωπαϊκές πολιτικές προτάσεις που συνδυάζουν τις αξίες, τα συμφέροντα και τα πιστεύω των ευρωπαίων πολιτών. Καλείται δηλαδή ουσιαστικά να επιστρέψει στο αρχικό της σχέδιο.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<p align="right">Γιάννος Μητσός, επιμελητής αφιερώματος</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=397</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Edi Rama &#8211; Η Ευρώπη σε κρίση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=388</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=388#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 09:11:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Edi Rama]]></category>
		<category><![CDATA[Αλβανία]]></category>
		<category><![CDATA[διεύρυνση]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=388</guid>
		<description><![CDATA[Ο Edi Rama, πρόεδρος του σοσιαλιστικού κόμματος Αλβανίας και δήμαρχος των Τιράνων, μιλά για την κρίση ταυτότητας της Ευρώπης. Δίνει έμφαση στην όξυνση των ανισοτήτων, δίνοντας με το παράδειγμα της νεότερης γενιάς στα Βαλκάνια που δεν έχει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας Ευρώπη, δεν έχει ένα αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα ή τη δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/edi-rama.jpg" title="Edi Rama"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/edi-rama.jpg" title="Edi Rama" alt="Edi Rama" vspace="5" width="113" align="left" height="125" hspace="5" /></a></p>
<p>Ο Edi Rama, πρόεδρος του σοσιαλιστικού κόμματος Αλβανίας και δήμαρχος των Τιράνων, μιλά για την κρίση ταυτότητας της Ευρώπης. Δίνει έμφαση στην όξυνση των ανισοτήτων, δίνοντας με το παράδειγμα της νεότερης γενιάς στα Βαλκάνια που δεν έχει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας Ευρώπη, δεν έχει ένα αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα ή τη δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση που οι νέοι Ευρωπαίοι απολαμβάνουν<span id="more-388"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Μια συνέντευξη στο Φίλιππο Σαββίδη και την Ελένη Χριστίδου για το Re-public</strong></em></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Ποια είναι η άποψή σας για το ρόλο των πολιτών σε ό, τι αφορά μια Ευρώπη με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και διαφάνεια;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο αυτή τη στιγμή για να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα, με την έννοια ότι είμαι πολίτης ενός τμήματος της Ευρώπης που βρίσκεται ακόμη εκτός Ε.Ε. Συμπεριλαμβάνει 22 εκατομμύρια ανθρώπων στη νοτιοανατολική Ευρώπη που είναι ακόμη απομονωμένα και δεν έχουν τη δυνατότητα της ελεύθερης κυκλοφορίας, αποτελούν ακόμη μέρος του στερεότυπου της Ευρώπης για τα Βαλκάνια. Πιστεύω ότι όταν η Ευρώπη μιλάει για τα Βαλκάνια, αναφέρεται σε κάτι που δεν υπάρχει πλέον, γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά από πολλές απόψεις κι όταν μιλάμε για την Ευρώπη μιλάμε για κάτι που δεν υφίσταται πλέον επειδή τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά με άλλη έννοια. Η Ευρώπη χρειάζεται να αυτο-προσδιοριστεί ξανά, να ανακτήσει την έννοια του γιατί υπάρχει και να έχει ένα όραμα που βασίζεται στους πολίτες της. Έρχομαι τώρα σε αυτό που θέσατε, ότι χωρίς μια νέα, ισχυρή ευρωπαϊκή ιθαγένεια και χωρίς μια νέα, ισχυρή κοινωνική Ευρώπη δεν μπορούμε να πάμε πουθενά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Απ’ αυτά που λέτε φαίνεται να υπάρχει μια έλλειψη γνώσης του άλλου- μεταξύ Ευρώπης και Αλβανίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει έλλειψη γνώσης, θα έλεγα ότι στην Ευρώπη υπάρχει έλλειψη πνεύματος, υπάρχει έλλειψη ψυχής. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, στο δικό μας μέρος του κόσμου, δεν είναι μόνο πρόβλημά μας, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Το να θεωρούμε ότι δεν αφορά την Ευρώπη, είναι απλώς κυνικό. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τις καλές αρχές, ας πούμε ευθέως ότι η πολιτική Ευρώπη έχει χάσει πολύ έδαφος, το οποίο έχει κερδίσει, αντίθετα, η οικονομική Ευρώπη. Μ’ αυτή την έννοια, υπάρχει ένας αυξανόμενος κυνισμός, που δεν βοηθάει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Ένα από τα κύρια ζητήματα ήταν η διεύρυνση, συμπεριλαμβανομένης της Αλβανίας και άλλων χωρών της περιοχής. Νομίζω ότι μετά την αποτυχία της Συνθήκης της Λισσαβόνας κι αυτή την κρίση στην Ευρώπη υπάρχει μεγάλη δόση σκεπτικισμού για τη διεύρυνση. Ανησυχείτε για το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει η Ευρώπη στο μέλλον, με την έννοια της  ενσωμάτωσης της νοτιοανατολικής Ευρώπης;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Ασφαλώς, αλλά το θέμα είναι το εξής: ο σκεπτικισμός συνδέεται πολύ με τον κυνισμό. Δεν επιλύουμε τίποτα αν δίνουμε τις απαντήσεις που δίνονται σήμερα στα προβλήματα που προκύπτουν ή αν θεωρούμε ότι η διεύρυνση είναι πρόβλημα ή ότι τα νέα κράτη- μέλη δεν είναι έτοιμα ή ότι άλλα, όπως η χώρα μας, αποτελούν ένα εν δυνάμει πρόσθετο πρόβλημα και όχι μια προστιθέμενη αξία. Αντίθετα, κάνουμε πιο βαθιά την κρίση ταυτότητας της Ευρώπης, της ευρωπαϊκής οικογένειας ως οικογένεια διαφορετικών κρατών που είναι μαζί λόγω κοινών αξιών. Οφείλουμε να αναδιαμορφώσουμε τις αξίες μας στην Ευρώπη προκειμένου να ανακτήσουμε έναν προσανατολισμό πιο πολιτικό και όχι απλώς οικονομικό- κι όταν λέω οικονομικό εννοώ τα οικονομικά συμφέροντα του παρόντος.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Τι προσδοκάτε από την Ευρώπη την επόμενη περίοδο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Πολύ ειλικρινά, δεν προσδοκώ τίποτα από την Ευρώπη. Προσδοκώ πολλά από τους Ευρωπαίους, από την ευρωπαϊκή συνείδηση και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, με την έννοια ότι η Ευρώπη δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατία- ευτυχώς! Έχει κατά πολύ να κάνει με ανθρώπους, με την ελεύθερη κυκλοφορία, με στρατευμένους πολίτες και κόμματα που αναμένουν προβληματισμούς αυτού του είδους. Ασφαλώς, από διαφορετικές θέσεις υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι για να αναδειχτούν αυτοί οι προβληματισμοί. Πρόκειται όμως για κοινούς προβληματισμούς, και όταν μιλώ για την Ευρώπη έχω κατά νου τους λόγους για τους οποίους ιδρύθηκε, το πνεύμα που τη θεμελίωσε και όχι μόνο τη γραφειοκρατία, που αποτελεί αιτία απαισιοδοξίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Τι σκέφτεται ο μέσος Αλβανός για την Ευρώπη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Είμαστε Ευρωπαίοι και δεν υπάρχει ευρωσκεπτικισμός στην Αλβανία. Όταν δείχνω καθαρά τους προβληματισμούς μου ή την έλλειψη εμπιστοσύνης για τον τρόπο που η Ευρώπη- ή η γραφειοκρατική Ευρώπη- προσεγγίζει τα προβλήματα στην περιοχή, το κάνω ως Ευρωπαίος. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στην περιοχή, στις χώρες που δεν είναι ακόμη μέλη της ΕΕ, δείχνουν ότι οι άνθρωποι στην Αλβανία πιστεύουν στην Ευρώπη περισσότερο απ’ όσο πιστεύουν στο Θεό. Και είμαι ένας από αυτούς. Το ερώτημα είναι τι είδος Ευρώπης θέλουμε και πόσο απέχει η Ευρώπη που θέλουμε από αυτή που έχουμε. Η Ευρώπη που θέλουμε είναι η Ευρώπη που δημιουργήθηκε από τη φαντασία μας, όχι η Ευρώπη που περιορίζει τη φαντασία μας σήμερα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Μιλώντας για οράματα, ποιο είναι το όραμα της Ευρώπης της οποίας θέλετε να είστε μέρος και ποιο είναι το όραμά σας για την Αλβανία ως μέρος της Ευρώπης;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Edi Rama:</strong>Γενικά μιλώντας, βλέπω αυτό το όραμα στο <a href="http://euroelections.pasok.gr/">μανιφέστο του ΕΣΚ</a> που υιοθετήθηκε σήμερα. Δεν το λέω αυτό προς χάρη του γεγονότος ή επειδή ανήκω σ’ αυτή την πολιτική οικογένεια, που είχε τις σκοτεινές στιγμές της και αιτίες που δεν μας έκαναν περήφανους στο παρελθόν, αλλά προς χάρη της αλήθειας και αυτού που νιώθω. Αυτό το μανιφέστο είναι πραγματικά ένα ισχυρό όραμα για την Ευρώπη. Σε σχέση με την  Αλβανία, θα πω ένα πολύ απλό παράδειγμα. Σήμερα ένας νέος Αλβανός έχει λιγότερη ελευθερία κίνησης από ένα νέο Βορειοκορεάτη. Το γεγονός ότι στο κέντρο της Ευρώπης  δεν επιτρέπεται σε 22 εκατομμύρια ανθρώπους να κυκλοφορούν ελεύθερα κι ότι ανάμεσά τους είναι πολλοί νέοι που δεν μπορούν να ταξιδέψουν και να γνωρίσουν την Ευρώπη, δείχνει πόσο μακριά είμαστε από το ευρωπαϊκό μας όνειρο. Τι πρέπει να κάνουμε για να πλησιάσουμε αυτό το όνειρο- όχι για μας αλλά για τη νεότερη γενιά που υποφέρει, σ’ αυτό το τμήμα της Ευρώπης, επειδή δεν έχει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας, δεν έχει ένα αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα ή τη δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση που οι νέοι Ευρωπαίοι απολαμβάνουν-χωρίς να αναφερθούμε στην έλλειψη δυνατότητας για ένα ασφαλές μέλλον. Αυτά τα ευρωπαϊκά προβλήματα θα έπρεπε να είναι στο τραπέζι των γραφειοκρατών της Ευρώπης, και όχι η γραφειοκρατική οδός προς την ολοκλήρωση.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=388</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Kevin Featherstone &#8211; Ξεπερνώντας το φράγμα της νομιμότητας: Μπορεί η Ευρώπη να προχωρήσει μπροστά;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=391</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=391#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 09:11:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Kevin Featherstone]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=391</guid>
		<description><![CDATA[Θα ήταν λίγο αν λέγαμε ότι η Ε. Ε., σήμερα, έχει πρόβλημα μάρκετινγκ. Πολύ συχνά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει κουρασμένη, απόμακρη και άσχετη. Χρειάζεται μια ‘μεγάλη ιδέα’, γρήγορα. Για να εφεύρει ξανά τη λογική του Μοννέ, πρέπει να επιλέξει ένα πρόβλημα και να δείξει ότι μπορεί να δώσει τη λύση. Η θεσμική μεταρρύθμιση ή ο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/01/featherstone.JPG" title="Kevin Featherstone"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/01/featherstone.JPG" title="Kevin Featherstone" alt="Kevin Featherstone" vspace="5" width="100" align="left" height="150" hspace="5" /></a></p>
<p>Θα ήταν λίγο αν λέγαμε ότι η Ε. Ε., σήμερα, έχει πρόβλημα μάρκετινγκ. Πολύ συχνά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει κουρασμένη, απόμακρη και  άσχετη. Χρειάζεται μια ‘μεγάλη ιδέα’, γρήγορα. Για να εφεύρει ξανά τη λογική του Μοννέ,  πρέπει να επιλέξει ένα πρόβλημα και να δείξει ότι μπορεί να δώσει τη λύση. Η θεσμική μεταρρύθμιση ή ο νεωτερισμός πρέπει να θεωρηθούν ως μέσα για τη διευκόλυνση του στόχου της νέας πολιτικής: μια πρακτική προϋπόθεση που θα ικανοποιήσει τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα που έχουν αποτελματωθεί σε ένα τρέχον ζήτημα μείζονος δημόσιου προβληματισμού. Το πιο πρόσφατο πρόβλημα είναι ότι, για πολλούς ψηφοφόρους, το Σύνταγμα ή η Συνθήκη έδινε λύσεις σε προβλήματα που δεν καταλάβαιναν ή για τα οποία δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα.<span id="more-391"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Με χαμηλότερα επίπεδα δημόσιας επικύρωσης, τίθεται θέμα νομιμότητας της Ε.Ε. Την άνοιξη του 2008, <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb68/eb68_en.htm" target="_blank">η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου</a> της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξε ότι <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb69/eb69_en.htm" target="_blank">λίγο περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους</a> στην Ευρωπαϊκή Ένωση των ‘27’ πιστεύουν ότι η ένταξη της χώρας τους στην Ε.Ε. είναι ‘καλό πράγμα’-  ανησυχητικά χαμηλό ποσοστό για να αποτελέσει βάση οικοδόμησης. Επιπλέον, λιγότεροι από τους μισούς από εκείνους που έλαβαν μέρος στην έρευνα του φθινοπώρου 2008, εξέφρασαν ‘εμπιστοσύνη’ στον θεσμό των Βρυξελλών. Υπήρξε σημαντική πτώση υποστήριξης στη Γαλλία, τη Ρουμανία, την Αυστρία και την Ελλάδα- περιπτώσεις που είναι ιδιαίτερα σημαντικές αφού όλες μαζί καλύπτουν διαφορετικά μεγέθη της εμπειρίας της Ε.Ε. Παλαιότερα, <a href="http://www.ft.com/cms/s/0/4939ff7a-d578-11db-a5c6-000b5df10621.html" target="_blank">μια δημοσκόπηση της F/T Harris, το 2007</a>, είχε δείξει ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της  Ε.Ε. στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η ‘γραφειοκρατία’. Μόνο η Ιταλία και η Ισπανία έμοιαζαν να ενοχλούνται λιγότερο από αυτό.</p>
<p><code><br />
</code>Με παρόμοιο δημόσιο αίσθημα, μοιάζει παράλογο να θεωρηθεί ως άμεση λύση οποιαδήποτε προσθήκη στο υπερεθνικό οικοδόμημα. Πράγματι, η σημερινή κρίση στην Ε.Ε. οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του νέου αιώνα, η Ε.Ε. κλείστηκε στον εαυτό της, προκειμένου να τελειοποιήσει τη θεσμική αρχιτεκτονική της. Το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ ήταν –και παραμένει-  σημαντική ατζέντα προς αντιμετώπιση. Πόσοι ψηφοφόροι ανά την Ευρώπη έχουν άποψη για την ‘ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία’ ή για την προεδρία του συμβουλίου υπουργών; Όταν τέτοια θέματα τίθενται δημιουργούν αναπόφευκτα μια αποστασιοποίηση ανάμεσα στο cognoscenti  και το μαζικό κοινό. Έτσι, όταν τους ρωτούν για τις συνταγματικές ρυθμίσεις, πολλοί ψηφοφόροι απαντούν απλώς  ‘κοίτα τη δουλειά σου’ ή  επηρεάζονται από λαϊκίστικες ‘αντί’- εκστρατείες που προσφέρουν πιο εύκολες και πιο ενδιαφέρουσες εξηγήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Η παρατεταμένη αυτή ενδοσκόπηση αποτελεί, ιστορικά, εξαίρεση. Το καθένα από τα προηγούμενα σημαντικά βήματα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συνδύαζε τις θεσμικές αλλαγές με μια νέα μεγάλη ιδέα ή ιδέες. Ο Ζαν Μοννέ ξεκίνησε με μια κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα. Οι θεσμοί ήταν μέσο και όχι αυτοσκοπός. Η ίδια λογική επαναλήφθηκε με τη Συνθήκη της Ρώμης. Θεσμική μεταρρύθμιση δεν υπήρξε ουσιαστικά πριν από την Ενιαία Πράξη στη δεκαετία του 1980. Με αυτήν επεκτάθηκε η ψηφοφορία με  πλειοψηφία στο Συμβούλιο όπως ποτέ άλλοτε, πριν ή μετά, αλλά παρουσιάστηκε δημοσίως ως συμπλήρωμα της εσωτερικής αγοράς. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε το ‘ευρώ’, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας και τη συνεργασία σε θέματα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και αιτιολόγησε την θεσμική δομή των τριών ‘πυλώνων’, καθώς και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ ενίσχυσε την κοινωνική διάσταση και τη διάσταση της απασχόλησης και διευθέτησε διαδικαστικά ζητήματα. Σε κάθε στάδιο, η εκστρατεία είχε ως στρατηγική την υποστήριξη νέων οικονομικών προγραμμάτων, η υλοποίηση των οποίων απαιτούσε θεσμική μεταρρύθμιση.</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έπρεπε να φαίνεται ότι κάνει και όχι ότι απλώς υπάρχει. Η νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής επίπονης προσπάθειας προέκυπτε καταρχήν από τα αποτελέσματα των πολιτικών πρωτοβουλιών &#8211; μια ‘παραγωγική νομιμότητα’- καθώς το κοινό έβλεπε τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, ταυτίζοντας την ‘Ευρώπη’ με ανάπτυξη και επιτυχία. Η οικοδόμηση της Ευρώπης απευθυνόταν στα ορθολογικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που αναζητούσαν νέες αγορές, των εργαζομένων που αναζητούσαν περισσότερες και καλύτερες δουλειές και των καταναλωτών που ήθελαν πιο αποτελεσματικές αγορές. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα: εδώ η κοινωνική προστασία χάλκευε την αποτελεσματικότητα της αγοράς, αλλά και πάλι η βάση ήταν τα συμφέροντα των καίριων τομέων. Επιπλέον, η ‘Ευρώπη’ έπρεπε να δημιουργηθεί έξω από τα έθνη κράτη: ως αντίδοτο στους αποτυχημένους εθνικισμούς και ιδεολογίες, πρόσφερε μια νέα πολιτική μοντερνισμού. Η οικονομική διαχείριση ήταν α-πολιτικοποιημένη, απαλλαγμένη από εσωτερική διαφθορά και καθοδηγούμενη από τεχνοκρατική αντίληψη. Η νέα οικονομική ανάπτυξη έπρεπε επίσης να αποτελεί ανάχωμα έναντι της κομμουνιστικής απειλής, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, ενισχύοντας περαιτέρω την αίσθηση της νομιμότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Αργότερα, όταν ο αριθμός των κρατών μελών της νότιας Ευρώπης αυξήθηκε, η ‘Ευρώπη’ είχε ένα πρόσθετο πεδίο δράσης: την εδραίωση της μετάβασης στη δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας μια κοινή ‘οικογενειακή’ ταυτότητα (στοιχεία που επαναλήφθηκαν με τη διεύρυνση της κεντρικής Ευρώπης, αλλά με πιο αδύναμη επίδραση στη Δύση λόγω της πρόσφατης θεσμικής ατζέντας). Σε όλη τη διάρκεια, η ‘Ευρώπη’ ήταν η πρόκληση στο στάτους κβο και το παλιό κατεστημένο, με σαφή στόχο. Οι φεντεραλιστές ήταν από τους πλέον ένθερμους, αλλά δεν μπορούσαν να αποτελούν την κεντρική πελατεία.</p>
<p><code><br />
</code>Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει την ιδιότητα της avant-guarde , που έχει ξεπεραστεί από νέα ζητήματα και μεταπτώσεις του κοινού. Τα πρόσφατα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία άφησαν την Ε.Ε. φοβισμένη από τα γεγονότα, από την ορμή της δημόσιας απόρριψης. Το τωρινό σχέδιο διεξαγωγής ενός δεύτερου δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι αναπόφευκτα αντενεργό και γεμάτο φόβο για τον ψηφοφόρο. Η Ε.Ε. δεν μοιάζει να νιώθει ότι ανήκει στο μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Πού είναι η ‘Ευρώπη’ στα νέα ζητήματα που κυριαρχούν στις ειδήσεις μας; Πόσοι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι μπορούν να μιλήσουν για την πολιτική της Ε.Ε. σε σχέση με την κλιματική αλλαγή ή την προμήθεια σε ενέργεια; Ή για το τι κάνει η Ε.Ε. για τη διεθνή τρομοκρατία; Ακόμη και σε ό, τι αφορά τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα, ποια άμεση ικανότητα έχει σήμερα η Ε.Ε. να αντιμετωπίσει την ανεργία; Ή την εξειδίκευση; Το κοινό δεν ξεγελιέται: η Ε.Ε. λέει συχνά ‘μεγάλα’ λόγια, αλλά η πραγματική ικανότητά της να δράσει  παραμένει περιορισμένη. Το Πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, που έγινε πιο ενήμερο το 2005, διακήρυττε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, αλλά οι μηχανισμοί της πολιτικής του (<a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Open_Method_of_Coordination" target="_blank">η ‘Ανοιχτή Μέθοδος Επικοινωνίας’</a>) ήταν η περίτρανη απόδειξη για τους περιορισμούς που τέθηκαν στην ικανότητα της Ε.Ε. να δράσει. ‘Ήπιες’ διαδικασίες άφησαν στην Ε.Ε. τη δυνατότητα για εκκλήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ξέσπασε η παγκόσμια τραπεζική κρίση το 2008, η Ε.Ε. μπορούσε μόνο να κοιτάει πάνω απ’ τους ώμους των σημαντικότερων εθνικών κυβερνήσεων, αντί να καθοδηγεί τις ‘λύσεις’. Ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί<a href="http://news.bbc.co.uk/1/hi/business/7648249.stm" target="_blank"> κάλεσε τους ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα</a> σε μια ιδιωτική σύνοδο κορυφής στο Ελιζέ, στις 4 Οκτωβρίου. Η κρίση ήταν τόσο σοβαρή που απαιτούσε την συγκεντρωμένη προσοχή των ‘μεγάλων 4’ της Ε.Ε., αλλά η απουσία των υπόλοιπων 23 κυβερνήσεων -μελών έδειχνε ότι η Ε.Ε. ως τέτοια δεν βρισκόταν στο κάθισμα του οδηγού. Η μίνι σύνοδος συμφώνησε ότι δεν θα υπήρχε εγγύηση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε επίπεδο Ε.Ε. και η αποκατάσταση ήταν θέμα εθνικής επιλογής. Η ιρλανδική κυβέρνηση είχε ήδη προχωρήσει στην εγγύηση των καταθέσεων στις τράπεζές της, χωρίς καμιά αναφορά στη διάσταση της Ε.Ε. Πολύ αργότερα, η Neelie Kroes , συνήθως δυναμική Επίτροπος αρμόδια για τον Ανταγωνισμό, ανακοίνωσε ότι <a href="http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=SPEECH/08/679&amp;format=HTML&amp;aged=0&amp;language=EN&amp;guiLanguage=en" target="_blank">η ΕΕ θα χαλάρωνε τους κανονισμούς της</a> για να επιτρέψει στις κυβερνήσεις να εγγυηθούν και να διοχετεύσουν μετρητά στις τράπεζές τους. Στις 26 Νοεμβρίου, η Επιτροπή της ΕΕ που μέχρι τότε δεν είχε τίποτα ουσιαστικό να πει για την αυξανόμενη οικονομική κρίση, <a href="http://ec.europa.eu/economy_finance/thematic_articles/article13502_en.htm" target="_blank">δημοσίευσε ένα κείμενο για την ανάγκη συντονισμένης ανόρθωσης της οικονομίας</a> από τα 27 κράτη-μέλη. Ακόμη και τότε, η προσοχή επικεντρώθηκε στην κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ, που διαφοροποιήθηκε υποτιμώντας το είδος δράσης που είχαν αναλάβει ο Μπράουν και ο Σαρκοζί και υποσχέθηκε να διαθέσει στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης μόνο τα μισά χρήματα απ’ όσα είχαν υποσχεθεί το Λονδίνο και το Παρίσι. Όταν τέθηκε σε δοκιμασία, η Ευρωπαϊκά Ένωση διαιρέθηκε και άργησε να καθορίσει το ρόλο της. Με όλα αυτά, η ΕΕ απογοήτευσε τους υπέρμαχούς της και απέτυχε στην εκπλήρωση των προσδοκιών τους.</p>
<p><code><br />
</code>Πώς μπορεί η ΕΕ να βρει μια νέα αντίληψη του στόχου; Συγγραφείς όπως ο Timothy Garton Ash απ’ την Οξφόρδη <a href="http://www.prospect-magazine.co.uk/article_details.php?id=8214" target="_blank">συμπεραίνουν ότι η ΕΕ έχασε το δρόμο της μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου</a>, που της έδωσε την καθοριστική ‘ιστορία’ της. Ασφαλώς, η ευρωπαϊκή ενότητα άρχισε με τη γαλλο-γερμανική συμφιλίωση στο πλαίσιο της διαιρεμένης στα δυο Ευρώπης. Προχώρησε όμως μόνο επειδή μπόρεσε να συνδυάσει πολλές ξεχωριστές τμηματικές και τοπικές ιστορίες πίσω από μια νέα ατζέντα. Η σταθεροποίηση της δημοκρατίας στη νότια Ευρώπη, η  μεταρρύθμιση του κράτους στην Ιταλία κι αλλού με την ενιαία αγορά, η επιθυμία για πρόσβαση στις αγορές από την πλευρά των Σκανδιναβών, η ανάγκη ‘εισαγωγής’ νομισματικής πειθαρχίας μέσω της ‘ευρωζώνης’ – τίποτα από όλα αυτά δεν βασιζόταν σε μια αναγκαστική ενότητα λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η είσοδος της Βρετανίας και της Ιρλανδίας το 1979 δεν είχε επίσης να κάνει με κίνητρα που προέρχονταν από τον Ψυχρό Πόλεμο. Με δυο λόγια, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν ποτέ  η μοναδική ιστορία και τον διαδέχτηκαν άλλες πριν από το τέλος του. Και η Γαλλία, τουλάχιστον, είδε τους προέδρους της, στο μεταψυχροπολεμικό σκηνικό, να ανανεώνουν τη δέσμευσή τους στον ειδικό δεσμό με τη Γερμανία στην ηγεσία της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα υπάρχουν 27 τοπικοί δημόσιοι διάλογοι για το μέλλον της Ευρώπης, με πολλές, διαφορετικές ανάμικτες ιστορίες. Είναι λάθος να συμπεράνουμε ότι το σύνολο της Ευρώπης συναινεί στα βασικά θέματα και μόνο μια, δυο, τρεις ή περισσότερες χώρες διαφωνούν. Η ιδιότητα αυτή είναι εκτεταμένη. Διατρέχοντας την ατζέντα, υπάρχουν πολλές διαχωριστικές γραμμές και μεταβαλλόμενες  πλειοψηφίες, ανάλογα με το εάν το επίκεντρο είναι το πρόγραμμα 2000 της Λισσαβόνας, η Συνταγματική Συνθήκη και τα κείμενα που τη διαδέχτηκαν, οι ντιρεκτίβες των υπηρεσιών, το ευρώ’ κλπ. Μπορούμε επίσης να δούμε πόσο διαφορετικά βλέπουν οι Δυτικοευρωπαίοι τους μετανάστες εργάτες από την Ανατολή- να αντιπαραθέσουμε την εικόνα του ‘Πολωνού υδραυλικού’ στη Βρετανία και τη Γαλλία, για παράδειγμα, και να αναρωτηθούμε ποιος υποστηρίζει εδώ μια ‘ευρωπαϊκή’ ταυτότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Η πραγματικότητα είναι ότι στο μέλλον, όπως και στο παρελθόν, η Ε. Ε. θα πρέπει να συνθέσει ποικίλες ιστορίες σε έναν κοινό σκοπό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτός είναι ο μόνος εφικτός τρόπος για να εγκαθιδρύσει έναν αναγκαίο συνασπισμό υποστήριξης. Μια μεγάλη ιδέα χρειάζεται ένα πακέτο μέτρων πίσω της – να προσφέρει παράπλευρες αποζημιώσεις για να διευρύνει την έκκληση- και να αιτιολογήσει τη θεσμική μεταρρύθμιση.</p>
<p><code><br />
</code>Μια ανανεωμένη εστίαση στην παραγωγική νομιμότητα  απαιτεί πολιτική ηγεσία. Και πάλι η ιστορία μας διδάσκει ότι τα μεγάλα βήματα προς τα μπρος απαιτούν έναν πρόεδρο της Επιτροπής με ισχυρό προφίλ, μαζί με έναν σθεναρό γαλλογερμανικό άξονα. Σήμερα, ο Μπαρόζο δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το κριτήριο και πρέπει να ελπίσουμε για ένα πιο δημοφιλές πρόσωπο μετά το 2009. Η άλλη πλευρά της εξίσωσης χρειάζεται αναθεώρηση. Το Παρίσι και η Βόννη μπορούσαν να διευθύνουν την Ε.Ε. των 12, αλλά τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι δεν ισχύει το ίδιο για την Ευρώπη των 27. Οι κεντροευρωπαίοι δεν συμμερίζονται αναγκαστικά τη σκοπιά τους και δεν είναι εύκαμπτοι.</p>
<p><code><br />
</code>Στην πραγματικότητα, μια Ε.Ε. των 27 ή περισσότερων αντιπροσωπεύει έναν πολύ διαφορετικό χώρο σε ό, τι αφορά την ηγεσία. Είναι πολύ απίθανο ένα ή δυο κράτη-μέλη να ασκούν το είδος της ηγεμονικής ηγεσίας που άσκησαν το Παρίσι και η Βόννη στο παρελθόν. Η ηγεσία μοιάζει να είναι πιο ρευστή και εστιασμένη σε συγκεκριμένους τομείς, με μεταβαλλόμενους συνασπισμούς ως αποτέλεσμα. Με περισσότερους παίκτες, εκτεταμένες πολιτικές και 27 εκλογικούς κύκλους, η σταθερή ηγεσία αποτελεί χίμαιρα. Η Γαλλία και η Γερμανία μόνες τους τυγχάνουν, πιθανότατα, ανεπαρκούς υποστήριξης. Περισσότερο απ’ ό, τι για τους προκατόχους του, είναι πιο δύσκολο για τον  Σαρκοζί να είναι διάμεσος παίκτης στο φάσμα των εθνικών θέσεων, ενώ η Μέρκελ στο τέλος του 2008 φάνηκε να εγκαταλείπει το έργο της εδραίωσης μιας νέας συναίνεσης. Υπάρχει μια ανανεωμένη ευκαιρία για τη Βρετανία να επιβάλει την παρουσία της κι αυτό θα μπορούσε να διευρύνει την κάλυψη της ηγεσίας. Αυτό θα ήταν πολύ ρεαλιστικό αν η ΕΕ εστίαζε σε ένα μείζον πρόγραμμα πολιτικής. Όμως, οι εσωτερικοί περιορισμοί στο Λονδίνο  είναι πολύ αυστηροί: ο Μπράουν (κάπως λιγότερο από τον Μπλερ) είναι πιο αναγκαίος, αλλά δεν μπορεί να εκπληρώσει. Ο πιθανός διάδοχός του, Ντέηβιντ Κάμερον, θα είναι ακόμη πιο αποστασιοποιημένος από την Ευρώπη, περιορισμένος από τις θέσεις του περιβάλλοντός του περί ‘Μικρής Αγγλίας’ και τη δική του έλλειψη ενδιαφέροντος. Μια γενναία κίνηση στην Ευρώπη από τον Μπράουν θα έκανε την αυτοκρατορία του Μέρντοχ να γείρει στους Τόρρις, επιδεινώνοντας τα τραύματα των Εργατικών. Κατά συνέπεια, οι προοπτικές για μια νέα ηγεσία στην Ευρώπη δεν είναι άμεσα υποσχόμενες.</p>
<p><code><br />
</code>Ηγεσία και νομιμότητα συνδέονται στενά. Μια νέα ‘παραγωγική’ νομιμότητα στην ΕΕ μπορεί να επιτευχθεί με πολιτικές που  θα ανατεθούν σε μια ειδική υπηρεσία. Σήμερα, όμως, μέρος της παλινδρόμησης ως προς την Ε.Ε. στη Γαλλία, ειδικά, απευθύνεται εναντίον του ρόλου και της μορφής της ίδιας της Κομισιόν. Αυτό έρχεται παράλληλα με την εχθρότητα που εκπέμπεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία και άλλους σε διάφορες στιγμές. Είναι απίθανο μια αλλαγή του προέδρου της Κομισιόν να επιλύσει το ζήτημα. Συγγραφείς όπως ο Yves Meny του European University Institute  έχουν αναγνωρίσει την ανάγκη μιας νέας ‘ χρήσιμης ηγεσίας’ στην Ε.Ε. και υποστηρίζουν ότι μόνο η Κομισιόν μπορεί να την παράσχει. Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι δεν είναι διατεθειμένοι να δουν την Κομισιόν ως κεντρικό κομμάτι μιας μεγάλης ιδέας- γι’ αυτούς αποτελεί μέρος του προβλήματος, όχι λύση, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Το πρότυπο της Κομισιόν ως θεσμική μορφή μοιάζει παρωχημένο-παραπέμπει στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 1950. Ποιος αγαπά την ευρωπαϊκή ενότητα λόγω της μορφής της Κομισιόν; Η δομή είναι απόμακρη και ελιτίστικη, πολύ διαφορετική από το πολιτικό μοντέλο που οι ψηφοφόροι γνωρίζουν και εμπιστεύονται στις χώρες τους. Την ίδια στιγμή, η εμπειρία των άμεσων εκλογών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορηματικά ως επιτυχής. Το εκλεγμένο Κοινοβούλιο μπορεί να έχει εκτρέψει μέρος της κριτικής κατά της τεχνοκρατικής Κομισιόν, αλλά δεν έχει να παρουσιάσει πολλά πρόσθετα οφέλη. Είχε μικρή επίδραση στη δημόσια εικόνα της Ε.Ε. στα μέσα ενημέρωσης ανά την Ευρώπη. Το γεγονός ότι δεν είναι ορατό είναι ένας παράγων που συντελεί στο πρόβλημα νομιμότητας της Ε.Ε. ως σύνολο.</p>
<p><code><br />
</code>Η ‘Ευρώπη’ πρέπει να αναπτυχθεί ως πολιτικό σύστημα, με την πολιτικοποίηση που αυτό συνεπάγεται, εάν θέλει η νομιμότητά της να έχει βαθύτερες ρίζες.  Σ’ αυτή τη γενική πρόταση,<a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745642048" target="_blank"> συμφωνώ με τον συνάδελφό μου του LSE, Simon Hix</a>. Αλλά η πολιτικοποίηση δεν καλύπτει τις άμεσες ανάγκες του παρόντος και κινδυνεύει ‘να πετάξει το μωρό με το νερό του μπάνιου’, θυσιάζοντας οφέλη του παρελθόντος χωρίς να αποκομίσει νέα. Η θεσμική ενδοσκόπηση, που έχει οδηγήσει την Ευρώπη στο σημερινό χάος, δεν αποτελεί την καλύτερη στρατηγική εξόδου. Με τις παγκόσμιες κρίσεις στους τομείς των τραπεζών, της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής, ο πολιτικός σχεδιασμός της Ε.Ε. μοιάζει με περισπασμό. Συμφωνώ με τον Stefano Bartolini  του EUI <a href="http://cadmus.eui.eu/dspace/handle/1814/6436" target="_blank">ότι η μεγαλύτερη πολιτικοποίηση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις</a> – διαφορετικά ενδέχεται να είναι διασπαστική- αλλά δεν μπορούμε να αρχίσουμε με θεσμικές μεταρρυθμίσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αντίθετα, η πολιτική μεταρρύθμιση πρέπει να καθοριστεί από τη φύση μιας μεγάλης νέας πολιτικής ιδέας- να διατυπωθεί ως λογικό μέσο για μια επιθυμητή πολιτική λύση. Η τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κέντρο της σκηνής δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως κεντρική προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής πρωτοβουλίας. Επιπλέον, η αύξηση των εξουσιών της Κομισιόν δεν θα ικανοποιήσει εκείνο το κοινό που είναι σκεπτικό σε σχέση με τις αξίες και τους στόχους της.</p>
<p><code><br />
</code>Η τελευταία μεγάλη επιτυχία της Ε.Ε. ήταν η εισαγωγή του ‘ευρώ’ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στο σημερινό κλίμα- συμπιεσμένος μεταξύ της αντιπάθειας έναντι της Κομισιόν και των κινδύνων πολιτικοποίησης μέσω του Κοινοβουλίου- ο καλύτερος συμβιβασμός θα ήταν πάλι η δημιουργία ενός ξεχωριστού θεσμικού σώματος αφιερωμένου στην πραγματοποίηση της μεγάλης νέας ευρωπαϊκής πολιτικής ιδέας. Αυτό μπορεί να προωθηθεί ως πραγματιστική απάντηση, με τη λογική της ευρωπαϊκής ενότητας, χωρίς να αναζωπυρώσει τις ατζέντες για τις εξουσίες των ‘Βρυξελλών’. Ακολουθεί το πρότυπο του 1957 με τη δημιουργία του EURATOM.</p>
<p><code><br />
</code>Επιστρέφουμε έτσι στο αρχικό θέμα: το πακέτο πολιτικής. Μια μεγάλη νέα ιδέα μπορεί να τραβήξει την προσοχή με τη συζήτηση της θετικής επίδρασής της. Έχει το πλεονέκτημα της απλής εστίασης- μια κρίσιμης προϋπόθεσης για ενίσχυση της ορατότητας και νομιμότητας της ΕΕ. Μια τέτοια στρατηγική αποτρέπει τις μπερδεμένες περιπλοκές μιας αναθεώρησης της θεσμικής αρχιτεκτονικής.</p>
<p><code><br />
</code>Η μεγάλη νέα ιδέα απαιτεί προσεκτική επιλογή και σχεδιασμό, προκειμένου να αντανακλά ικανοποιητικά την καταλληλότητα  της ‘φίρμας’ της ΕΕ. Οι πλέον κατάλληλες επιλογές σήμερα είναι τα προγράμματα που διασφαλίζουν την προμήθεια ενέργειας και αντιμετωπίζουν την κλιματική αλλαγή. Αυτά συνδυάζουν τις νέες πολιτικές της ‘πράσινης’ ατζέντας με ζητήματα οικονομικής ασφάλειας. Μέρος αυτής της ατζέντας – κλιματική αλλαγή και περικοπή εκπομπών αερίου- ήταν στο επίκεντρο της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών στο Πόζναν, τον Δεκέμβριο του 2008, και μια ανάλογη διάσκεψη προγραμματίζεται να γίνει στην Κοπεγχάγη το 2009. Μολονότι τέτοια ζητήματα είναι κατάλληλα σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ευρώπη έχει να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα. Δεν έχει δώσει όμως στην ΕΕ πολλές συλλογικές αρμοδιότητες. Αντίθετα, ο έξω κόσμος βλέπει διακυβερνητικότητα και όχι υπερεθνική ηγεσία. Το πλαίσιο βελτιώνεται: ο πρόεδρος Ομπάμα θα είναι υποστηρικτικός σύμμαχος και όχι εμπόδιο. Συνεπώς, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να δράσει διεθνώς, ασκώντας μια ηθική ηγεσία, και δημιουργώντας μια πραγματική ενεργειακή κοινότητα που θα αντιμετωπίζει τους περιβαλλοντικούς προβληματισμούς και θα διασφαλίσει τον ανεφοδιασμό σε ενέργεια. Ως μέσο γι’ αυτούς τους σκοπούς,  η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μια νέα υπηρεσία με την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη και αρμοδιότητες. Μια ‘Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη’ θα άγγιζε τις χορδές των Ευρωπαίων ψηφοφόρων. Η Υπηρεσία θα είχε παρόμοια σχέση με το Συμβούλιο με αυτή που έχει τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα είχε να κάνει με την εισαγωγή πολιτικής και ψηφοφορία στο Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία.</p>
<p><a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/standard_en.htm" target="_blank"><code><br />
</code>Η έρευνα κοινής γνώμης του Ευρωβαρόμετρου</a> έδειξε ότι 69-71% των ανθρώπων στην Ε.Ε. των 27 πιστεύουν ότι η ΕΕ πρέπει να έχει ρόλο στην προστασία του περιβάλλοντος και 61-88% πιστεύουν το ίδιο για την ενεργειακή πολιτική (Ευρωβαρόμετρο, 68-69). Πράγματι, κανένας άλλος τομέας πολιτικής δεν είχε μεγαλύτερη υποστήριξη από το ευρωπαϊκό κοινό- εκτός από την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Αυτός μοιάζει ένας λιγότερο πρόσφορος τομέας για να ηγηθεί η ΕΕ. Θέματα που έχουν να κάνουν με παρακολούθηση και ανταλλαγή πληροφοριών θα συνάσπιζαν τους υπέρμαχους των πολιτικών δικαιωμάτων και τους ευρωσκεπτικιστές. Η ενέργεια και το περιβάλλον προβάλλουν στις συζητήσεις για το μέλλον και μπορούν να συμβάλουν σε μια αλλαγή της αντίληψης του κοινού σε σχέση με την καταλληλότητα της ευρωπαϊκής ενότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Ο ίδιος ο Μοννέ είχε δει την ενέργεια ως σημείο κλειδί για την αναζωογόνηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μετά το φιάσκο της γαλλικής απόρριψης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας το 1954. Η σύνοδος της Μεσσήνης, στη συνέχεια, δεν επέμεινε σε μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική αλλά σε μείζονα προγράμματα νέας πολιτικής. Ύστερα από τις πρόσφατες αναταράξεις, φαίνεται ότι απ’ αυτή την άποψη ο Μοννέ μπορεί να διδάξει και πάλι την Ευρώπη. Δεν δέχτηκα ποτέ ότι ο Μοννέ ήταν ο ‘άγιος’ που διατείνονται κάποιοι, αλλά σε ό, τι αφορά το να προχωράμε μπροστά μέσα από προγράμματα πολιτικής, η στρατηγική του αντίληψη μοιάζει πιο συνετή από αυτή την οποία βιώνουμε στη σημερινή Ε.Ε.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=391</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Stijn Smismans &#8211; Πρέπει η συμμετοχική δημοκρατία να γίνει κανονιστικό πρότυπο για τη διακυβέρνηση της ΕΕ;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=387</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=387#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 09:09:35 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Stijn Sminsmans]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=387</guid>
		<description><![CDATA[Λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του κοινοβουλευτικού μοντέλου δημοκρατίας, η συμμετοχική δημοκρατία μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τον εκδημοκρατισμό της Ε.Ε., υποστηρίζει ο Stijn Smismans. Mολονότι οι περιπτώσεις άμεσης συμμετοχής των πολιτών μπορεί να είναι περιορισμένες σε ό, τι αφορά το αποτέλεσμά τους, μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας. Η Συνταγματική Συνθήκη που απορρίφθηκε [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/stijn-smismans.jpg" title="Stijn Smismans"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/stijn-smismans.jpg" title="Stijn Smismans" alt="Stijn Smismans" vspace="5" width="85" align="left" height="100" hspace="5" /></a></p>
<p>Λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του κοινοβουλευτικού μοντέλου δημοκρατίας, η συμμετοχική δημοκρατία μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τον εκδημοκρατισμό της Ε.Ε., υποστηρίζει ο Stijn Smismans. Mολονότι οι περιπτώσεις άμεσης συμμετοχής των πολιτών μπορεί να είναι περιορισμένες σε ό, τι αφορά το αποτέλεσμά τους, μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας.<span id="more-387"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η Συνταγματική Συνθήκη που απορρίφθηκε περιλάμβανε στο πρώτο μέρος της έναν τίτλο για τη ‘δημοκρατική ζωή της Ένωσης’ με ένα άρθρο για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ένα άρθρο για τη ‘συμμετοχική δημοκρατία’ (Sminsmans 2004). Όταν οι Γάλλοι είπαν στη Συνταγματική Συνθήκη ‘non’ και οι Ολλανδοί ‘nee’, τα κράτη μέλη εισήλθαν σε ‘περίοδο περισυλλογής’ και τελικά ετοίμασαν και υπέγραψαν τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας διατήρησε μεγάλο μέρος από την ουσία της Συνταγματικής Συνθήκης, υποβαθμίζοντας όμως ένα μέρος της συνταγματικής και συμβολικής γλώσσας της. Διατήρησε, ωστόσο, το κεφάλαιο με τις ‘πρόνοιες για τις δημοκρατικές αρχές’. Μια από τις εντυπωσιακές διαφορές ανάμεσα στον τίτλο της Συνταγματικής Συνθήκης για ‘τη δημοκρατική ζωή στην Ένωση’ και τον τίτλο της Λισσαβόνας σχετικά με τις ‘πρόνοιες για τις δημοκρατικές αρχές’ είναι ότι ο τελευταίος δεν αναφέρεται πια στην έννοια της ‘συμμετοχικής δημοκρατίας’. Περιλαμβάνει το ίδιο ακριβώς άρθρο για τη ‘συμμετοχική δημοκρατία’ στη Συνταγματική Συνθήκη, χωρίς όμως έναν τίτλο που να την περιγράφει. Το γεγονός ότι η έννοια αυτή εξαφανίστηκε από το κείμενο δείχνει την ευαισθησία που υπάρχει  γύρω από το ερώτημα κατά πόσο η ‘συμμετοχική δημοκρατία’ μπορεί να αποτελέσει  κανονιστικό πρότυπο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση.</p>
<p><code><br />
</code>Σ’ αυτό το κείμενο αναπτύσσω τους λόγους που η συμμετοχική δημοκρατία πρέπει να αποτελεί μέρος του κανονιστικού πλαισίου μας όταν διαμορφώνουμε αντίληψη για την έννοια της δημοκρατίας στην Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code>Το 1957 που ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, το θέμα της δημοκρατικής υπευθυνότητας της νέας οργάνωσης δεν υπήρχε στην ατζέντα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρείτο για μεγάλο διάστημα μια ‘ένωση με ειδικό σκοπό’, στην οποία είχαν ανατεθεί περιορισμένες και καλά προσδιορισμένες λειτουργίες. Η ‘δημοκρατική φύση’ του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν αποτελούσε αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού και θεωρείτο ότι μπορούσε να ‘αφομοιωθεί’  στα δημοκρατικά διαπιστευτήρια των κρατών μελών. Στην αρχή, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα βασιζόταν σε μια ‘χαλαρή συναίνεση’ (Lindberg and Scheingold 1970: 41). Παράλληλα με το περιορισμένο λαϊκό ενδιαφέρον γι’ αυτό το τεχνοκρατικό, καθοδηγούμενο από τις ελίτ σχέδιο, υπήρχε μια διάχυτη υποστήριξη στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (De Burca 1996: 350).</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, καθώς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσδιόρισε σαφέστερα τα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, βασισμένα σε αρχές όπως αυτές της υπεροχής και του άμεσου αποτελέσματος, και με την αυξανόμενη δράση της Κοινότητας σε περισσότερους τομείς πολιτικής, η καθημερινή επίδραση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έγινε ακόμη πιο εμφανής, όπως κι ότι η καθαρά φονξιοναλιστική προσέγγισή της δεν ήταν ικανοποιητική σε ό, τι αφορά τη νομιμότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Συνεπώς, τόσο η πολιτική όσο και η νομική γλώσσα άρχισαν να κάνουν σταδιακά αναφορά στο κανονιστικό πλαίσιο που έχει, επίσης, κυριαρχήσει στη σκέψη μας σχετικά με τη νομιμότητα και τη δημοκρατία σε επίπεδο κράτους-μέλους, δηλαδή την ιδέα της συμμετοχικής δημοκρατίας. Έτσι ο αρχικός προβληματισμός για το ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ της Ε.Ε. επικεντρώθηκε στην ανάγκη της λαϊκής συμμετοχής μέσα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι άμεσες εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άρχισαν να διεξάγονται το 1979 και οι   αλλαγές που επέφεραν αύξησαν τις &#8211; νομοθετικές και οικονομικές- εξουσίες του (από τη διαβούλευση στη συνεργασία και τη διαδικασία συναπόφασης) και τον έλεγχό του στην Επιτροπή. Αυτή η άμεση κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των Ευρωπαίων πολιτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνδυάστηκε πάντα με την άμεση, εδαφική εκπροσώπησή τους μέσω  κυβερνητικών αντιπροσώπων στο συμβούλιο υπουργών και (πιο τελευταία) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι οποίοι είναι υπόλογοι στα εθνικά κοινοβούλια. Το τελευταίο, όμως, δεν είναι δεδομένο. Ενώ το ευρωπαϊκό θεσμικό οργανωτικό πλαίσιο διασφαλίζει μια κεντρική θέση στα κράτη-μέλη μέσω του (Ευρωπαϊκού) Συμβουλίου, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει ενισχύσει, σε εθνικό επίπεδο, την εκτελεστική εξουσία εις βάρος του κοινοβουλίου (Moravscik 1994). Έτσι αναδύθηκε η ιδέα της χορήγησης στα εθνικά κοινοβούλια ενός άμεσου αντικειμένου διακύβευσης στο ευρωπαϊκό οργανωτικό πλαίσιο. Επειδή, όμως, αυτό μπορεί να κάνει ακόμα πιο περίπλοκη τη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο- η συναπόφαση χρειάζεται σήμερα κατά μέσο όρο δυο χρόνια- με κίνδυνο να υπάρξει αδιέξοδο, η λύση αναζητείται κυρίως στις εσωτερικές ρυθμίσεις των κρατών-μελών, με μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό έλεγχο στους υπουργούς τους στο Συμβούλιο. Μόνο εάν η Συνθήκη της Λισσαβόνας επικυρωθεί, θα αποκτήσουν τα εθνικά κοινοβούλια έναν πιο άμεσο ρόλο, καθώς θα μπορούν να μπλοκάρουν τις ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες για μη τήρηση της αρχής της επικουρικότητας,  μολονότι το όριο για να μπορούν να το κάνουν είναι υψηλό καθώς το ένα τρίτο των εθνικών κοινοβουλίων πρέπει να ψηφίσει προς αυτή την κατεύθυνση μέσα σ’ ένα περιορισμένο χρονικό όριο οκτώ εβδομάδων. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει επίσης διατυπώσει έναν δημόσιο διάλογο για το ρόλο των περιφερειακών και τοπικών αρχών στην ευρωπαϊκή λήψη αποφάσεων. Η αυξανόμενη μεταβίβαση εξουσίας σε εθνικό επίπεδο πήγαζε από τη σκέψη ότι οι περιφερειακοί και τοπικοί παίκτες χρειάζονταν επίσης μια θέση στη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια περιφερειακή επιτροπή με συμβουλευτικό καθεστώς, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να εκπροσωπούνται στο Συμβούλιο από έναν περιφερειακό υπουργό για τις περιφέρειες που έχουν νομοθετική εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, όλα αυτά τα μέτρα, που αποτέλεσαν μέρος της συζήτησης στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αποδείχτηκαν ανεπαρκή σε ό, τι αφορά τη διαμόρφωση της αντίληψης και την πραγματοποίηση της δημοκρατικής ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχουν δυο βασικές αιτίες που η συμμετοχική δημοκρατία, ως προσθήκη στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, βρήκε μια θέση στο δημόσιο διάλογο για τη δημοκρατική φύση της ευρωπαϊκής πολιτείας.</p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, εστιάζοντας στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο δημόσιος διάλογος αντιμετωπίζει ένα μόνο μέρος του προβλήματος και παραμελεί άλλες πτυχές της δημοκρατικής υπευθυνότητας στην ευρωπαϊκή λήψη αποφάσεων. Υποτίθεται ότι η δημοκρατική λήψη αποφάσεων είναι εγγυημένη από την κοινοβουλευτική συμμετοχή, ενώ η ‘ουδέτερη’ εφαρμογή της κοινοβουλευτικής εντολής είναι εγγυημένη από την ‘κυβέρνηση’ και τη διοίκηση. Ωστόσο, αυτό το κανονιστικό ιδανικό υπήρξε πάντα εικονικό, πόσο μάλλον στη σύγχρονη διακυβέρνηση όπου η διοίκηση και η εφαρμογή δεν είναι απλώς μια ουδέτερη εφαρμογή μιας καθαρά προσδιορισμένης κοινοβουλευτικής εντολής, αλλά αποτέλεσμα της περίπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ πολλών παικτών που αναπτύσσουν μια πολλαπλότητα εργαλείων πολιτικής. Εάν θέλουμε να διαμορφώσουμε αντίληψη για τη δημοκρατική υπευθυνότητα στη σύγχρονη διακυβέρνηση, δεν αρκεί να σκεφτόμαστε με όρους κοινοβουλευτικής εντολής αλλά πρέπει μάλλον να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιος βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με την κυβέρνηση και τη διοίκηση σε ό, τι αφορά τη διευθέτηση της ατζέντας και το σχεδιασμό νέων μέτρων πολιτικής στα πολλαπλά στάδια της εφαρμογής. Δεύτερον, είναι αμφίβολο εάν η ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που ενέπνευσε τα εθνικά συστήματα μπορεί να μεταφερθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μια παραδοσιακή διεθνής οργάνωση ούτε ένα κράτος. Είναι ένα sui generis πολιτικό σύστημα που περιγράφεται καλύτερα ως υπερεθνική πολιτεία. Παρόλα αυτά, έχει επανειλημμένα υποστηριχθεί ότι αυτή η πολιτεία δεν έχει δήμο που μπορεί να παράσχει τη βάση για μια κοινοβουλευτική έκφραση δημοκρατίας. Το κοινοβουλευτικό μοντέλο βασίζεται στην έκφραση της γενικής συναίνεσης στο κοινοβούλιο. Η γενική συναίνεση εκφράζεται (κυρίως) με πλειοψηφικές αποφάσεις. Για να γίνουν δεκτές αυτές οι πλειοψηφικές αποφάσεις από τη μειοψηφία, οι κυβερνώμενοι που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο πρέπει να έχουν ένα ορισμένο επίπεδο κοινωνικής ενότητας, μια κοινή ταυτότητα. Ωστόσο, δεν υφίσταται τέτοια κοινή ταυτότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, όπως το Άρθρο 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρει, βασίζεται ακόμη σε μια διαδικασία ολοκλήρωσης ‘ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης’. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει κάποια κοινή πολιτισμική βάση στην Ευρώπη ( Kaelble 1994), ότι είναι γενικά αποδεκτή η ‘ιδέα της Ευρώπης’ και μια ‘δέσμευση στις κοινές αξίες της Ένωσης όπως αυτές εκφράζονται στα ιδρυτικά έγγραφά της’ (Weiler 1997: 270) κι ότι η διαδικασία  αυτή μπορεί να ενδυναμώσει την αφοσίωση των Ευρωπαίων πολιτών έναντι της ευρωπαϊκής πολιτείας κατά τον ίδιο τρόπο που η κρατική δράση έχει ενισχύσει την αφοσίωση των εθνικών πολιτών έναντι του κράτους και, επομένως, του εθνικού δήμου. Ωστόσο, η μεταφορά της αφοσίωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η δημιουργία μιας κοινής ταυτότητας μοιάζει να γίνεται πολύ αργά (Risse 2002). Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή ‘δημόσια σφαίρα’ στην οποία οι πολίτες να ενημερώνονται και να μετέχουν στις πολιτικές συζητήσεις. Δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης, η επικοινωνία σε ευρωπαϊκά ζητήματα είναι εθνικά χρωματισμένη και διασπασμένη σε διαφορετικές γλώσσες. Οι ομάδες συμφερόντων μπορεί να μεταφέρουν τη δράση τους  σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παραμένουν όμως, κυρίως, ομάδες εθνικών συμφερόντων και, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελούν πολύ χαλαρές ομοσπονδίες. Τα ευρωπαϊκά κόμματα είναι αδύναμα και η προσέλευση στις εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι άνιση και χαμηλή.</p>
<p><code><br />
</code>Πώς μπορούμε λοιπόν να επανορθώσουμε το ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλλειμμα;</p>
<p><code><br />
</code>Μια επιλογή είναι να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κοινοβουλευτική οδό πολιτικοποιώντας ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αυτό μπορεί να γίνει με τη δημιουργία μιας πιο άμεσης σχέσης ανάμεσα στο αποτέλεσμα των ευρωπαϊκών κοινοβουλευτικών εκλογών και τη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έτσι ώστε να αντανακλά την ιδεολογική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σήμερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει τη σύνθεση της Επιτροπής αλλά οι Επίτροποι προτείνονται από τα κράτη μέλη και αντανακλούν μάλλον τις κυβερνώσες πλειοψηφίες στα κράτη μέλη παρά την πλειοψηφία που προκύπτει από την ευρωπαϊκή εκλογή. Η δημιουργία άμεσης σχέσης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές εκλογές και τη σύνθεση της Επιτροπής μπορεί να πολιτικοποιήσει την Επιτροπή και να αφυπνίσει τον ευρύτερο ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο για τις επιλογές πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Επιτροπή μπορεί να αντανακλά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να λογοδοτεί σαφώς στο Κοινοβούλιο στη βάση ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού δημόσιου διαλόγου για τις επιλογές πολιτικής που γίνονται και πρόκειται να γίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Η στρατηγική αυτή έχει, ωστόσο, τρία κύρια προβλήματα. Πρώτον, δεν υπάρχει εγγύηση ότι μια τέτοια πολιτικοποίηση συνεπάγεται πραγματικά την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας. Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι αν οι ευρωπαϊκές εκλογές έχουν να κάνουν με σαφείς ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές που αντανακλώνται στη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι Ευρωπαίοι πολίτες θα συμμετάσχουν περισσότερο στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο και θα αναγνωρίσουν ότι συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την πολιτεία. Τι θα γίνει ωστόσο αν δεν ακολουθήσει ευρωπαϊκός δημόσιος διάλογος; Τι θα γίνει αν οι ευρωπαϊκές πολιτικές επιλογές  εξακολουθήσουν να έχουν καθαρά εθνικές ερμηνείες στις διαφορετικές γλώσσες των εθνικών μέσων ενημέρωσης; Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια περαιτέρω από-νομιμοποίηση της Ε.Ε. που θα φαίνεται ότι επιβάλλει ιδεολογικές επιλογές στις πολιτικές επιλογές της πλειοψηφίας σε εθνικό επίπεδο. Όπως δείχνει η ιστορία της Συνταγματικής Συνθήκης και η προβληματική διαδικασία επικύρωσης της Συνθήκης της Λισσαβόνας, οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν φαίνεται να ακολουθούν όταν ο δρόμος οδηγεί σε περαιτέρω συνταγματοποίηση και οικοδόμηση της πολιτείας.</p>
<p><code><br />
</code>Οδηγούμαστε έτσι στο δεύτερο πρόβλημα αυτής της στρατηγικής: το αποτέλεσμά της στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι πολύ απρόβλεπτο. Μπορεί να μεταβάλει θεμελιακά το ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από κινητήριο μοχλό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που εκπροσωπεί το ‘ευρωπαϊκό συμφέρον’ στη βάση της εντολής που της παρέχεται από τη Συνθήκη, σε πολιτικό σώμα. Εάν μια ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα δεν αναδυθεί, ένα τέτοιο υπερεθνικό πολιτικό σώμα μπορεί να δεχτεί κριτική στη βάση εθνικά προσδιορισμένων συμφερόντων και συζητήσεων, και επομένως να χάσει τη σημερινή ικανότητά του ως κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.</p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, ακόμη κι αν η πολιτικοποίηση οδηγήσει στον εξευρωπαϊσμό της δημόσιας σφαίρας, η ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού μοντέλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τη δημιουργία άμεσης σχέσης ανάμεσα στο εκλογικό αποτέλεσμα και τη σύνθεση της Επιτροπής, θα αποτελέσει εν μέρει μόνο απάντηση στο θέμα της δημοκρατικής υπευθυνότητας της σύγχρονης διακυβέρνησης. Δεν θα δώσει απάντηση στην πολυπλοκότητα των μηχανισμών της διακυβέρνησης και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών παικτών στο επίπεδο κατάρτισης της ατζέντας,  του σχεδιασμού και της εφαρμογής πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code>Για αυτούς τους λόγους, ο δημόσιος διάλογος για τη συμμετοχική δημοκρατία στην Ε.Ε. είναι αναπόφευκτος. Υπάρχουν, όμως, διαφορετικές διαστάσεις στην ιδέα της συμμετοχικής δημοκρατίας. Αρχικά, η έννοια αναπτύχθηκε στην πολιτική θεωρία για να υποστηρίξει συμμετοχικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι πολίτες θα μπορούν να μετάσχουν άμεσα σε αποκεντρωμένα περιβάλλοντα διακυβέρνησης, που περιλαμβάνουν δημόσια λήψη αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο, αλλά και συμμετοχικές διαδικασίες στον ιδιωτικό τομέα όπως στον τόπο εργασίας ( Pateman 1970). Τέτοιες διαδικασίες άμεσης συμμετοχής προστίθενται στο παραδοσιακό εργαλείο της άμεσης δημοκρατίας που είναι το δημοψήφισμα. Τελευταία, η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας χρησιμοποιείται, επίσης, με δυο πρόσθετους τρόπους. Πρώτον, η λεγόμενη e-democracy και η χρήση  διαδικασιών ηλεκτρονικής διαβούλευσης επιτρέπουν μια νέα μορφή άμεσης συμμετοχής των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Δεύτερον, η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας έχει διευρυνθεί έτσι ώστε να αναφέρεται σε μια δημοκρατική διαδικασία όπου εκείνοι τους οποίους αφορά ένα ζήτημα συμμετέχουν στο σχεδιασμό της σχετικής απόφασης. Αυτό συνεπάγεται, ωστόσο, μια μετακίνηση από την αρχική έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας που απαιτεί την άμεση συμμετοχή των πολιτών προς την ιδέα  συμμετοχικών διαδικασιών όπου λειτουργικοί εκπρόσωποι, όπως οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, θα δρουν ως ενδιάμεσοι μεταξύ των πολιτών και της πολιτικής αρχής. Δεν αποτελεί έκπληξη που αυτή η δεύτερη ερμηνεία της έννοιας της συμμετοχικής δημοκρατίας κυριαρχεί περισσότερο στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο. Με δεδομένο τον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ε.Ε., δεν είναι ρεαλιστικό να συμμετέχουν οι πολίτες, πρόσωπο με πρόσωπο, στον τεράστιο αριθμό των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών πρωτοβουλιών.  Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και ιδίως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχουν, κατά συνέπεια, επικεντρωθεί στην  αλληλεπίδραση με τους εκπροσώπους των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (Smismans 2003).</p>
<p><code><br />
</code>Εάν λάβουμε υπόψη τους περιορισμούς σε ό, τι αφορά τη διατύπωση της δημοκρατίας στην Ε.Ε. με τη μορφή, απλώς και μόνο, του κοινοβουλευτικού μοντέλου, η συμμετοχική δημοκρατία μπορεί να συμβάλει στη δημοκρατία στην Ε.Ε. για τους ακόλουθους λόγους.<br />
Πρώτον, μολονότι οι περιπτώσεις άμεσης συμμετοχής των πολιτών μπορεί να είναι περιορισμένες σε ό, τι αφορά το αποτέλεσμα, είναι επιθυμητές επειδή συμβάλλουν στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα. Η ηλεκτρονική δημοκρατία ή τα φόρα διαβούλευσης που οργανώνονται από τους θεσμούς της Ε.Ε. μπορεί να οδηγήσουν σε άμεση συμμετοχή των πολιτών, αλλά ο αριθμός των πολιτών που εμπλέκονται σε αυτές τις διαδικασίες θα είναι πάντα περιορισμένος. Η πρωτοβουλία των Ευρωπαίων πολιτών, όπως προτείνεται από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, σύμφωνα με την οποία ένα εκατομμύριο πολίτες της Ε.Ε. μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να εισαγάγει πολιτική, μπορεί να δημιουργήσει ευρύτερο δημόσιο διάλογο εάν χρησιμοποιηθεί με στρατηγικό τρόπο σε θέματα μείζονος ενδιαφέροντος. Μολονότι είναι επιθυμητή, δεν μπορεί να δημιουργήσει τακτική συμμετοχή των πολιτών στην καθημερινή λειτουργία της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.</p>
<p><code><br />
</code>Δεύτερον, γι’ αυτό το λόγο, η συμμετοχική δημοκρατία μέσω λειτουργικών ενδιάμεσων, είναι απαραίτητη. Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση παρέχει ημιτελή εκπροσώπηση των πολιτών. Ο πολίτης υποβαθμίζεται σε ένα ασαφές ‘ίσο’, αποκομμένος από τα προσωπικά χαρακτηριστικά του και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου πέραν της επικράτειας της πολιτείας. Ένα εδαφικά εκλεγμένο κοινοβούλιο δεν μπορεί να εκπροσωπεί το σύνολο των προσωπικοτήτων και συμφερόντων της εκλογικής του περιφέρειας, δεδομένου ότι τα άτομα είναι εν δυνάμει άπειρα σε ό, τι αφορά το στόχο και τη βούληση τους (G.D.H. Cole σε ανάλυση του Hirst 1989: 31)<br />
Κατά συνέπεια, οι συμμετοχικοί μηχανισμοί μέσα από τους οποίους οι πολίτες εκπροσωπούνται επειδή ανήκουν σε διάφορες λειτουργικές ενώσεις, μπορεί να αποτελέσουν συμπλήρωμα στην παραδοσιακή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αυτό ταιριάζει ιδιαίτερα σε  ένα ευρωπαϊκό επίπεδο όπου η εκπροσώπηση μέσα από το κοινοβούλιο αντιμετωπίζει βασικά προβλήματα υπό την έννοια της ταύτισης με έναν μόνο ευρωπαϊκό δήμο και εάν ληφθούν υπόψη οι ειδικές δυνατότητες δημιουργίας μιας πιο άμεσης συμμετοχής των πολιτών, ανάλογα με τα επίπεδα της κλίμακας. Μια τέτοια συμμετοχική δημοκρατία μέσω λειτουργικών ενδιάμεσων επιτρέπει συμμετοχικές διαδικασίες στην πολύπλοκη διοικητική πολυεπίπεδη διακυβέρνηση της Ε.Ε. και μπορεί να συμβάλει στον εξευρωπαϊσμό της δημόσιας σφαίρας, η οποία μπορεί, με τη σειρά της, να ενισχύσει τον δημοκρατικό δημόσιο διάλογο γύρω από την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><strong>Αναφορές</strong><br />
</span></p>
<p><code><br />
</code>
</p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- De Búrca, Gráinne (1996), ‘The Quest for Legitimacy in the European Union’, <em>The Modern Law Review</em>, 59, σσ. 349-376.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Hirst, P.Q. (1989), <em>The Pluralist Theory of the State: Selected Writings of G.D.H. Cole, J.N. Figgis and H.J. Laski</em>, Routledge.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Kaelble, Hartmut (1994), ‘L’Europe “vécue” et l’Europe “pensée” aux XXe siècle: Les spécificités sociales de l’Europe’, dans René Girault (ed), <em>Identité et conscience européennes aux XXe sciècle</em>, Hachette, σσ.27-45. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Lindberg και Scheingold (1970), <em>Europe’s Would-Be Polity: Patterns of Change in the European Community</em>, Englewood Cliffs: Prentice Hall. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Moravcsik, A. (1994), ‘Why the European Community Strengthens the State: Domestic Politics and International Cooperation’, <em>Harvard University Center for European Studies Working Paper Series</em>, No.52.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Pateman, Carole (1970), <em>Participation and Democratic Theory</em>, Cambridge: Cambridge University Press.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Risse, T. (2002), ‘Nationalism and Collective Identities: Europe versus the Nation-State’, στο P. Heywood, E. Jones, and M. Rhodes (Eds), <em>Developments in Western European Politics</em>, Basingstoke: Palgrave.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Smismans, Stijn (2003), ‘European Civil Society: Shaped by Discourses and Institutional Interests, <em>European Law Journal</em>, 9, no. 4, σσ.473-492.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Smismans (2004), ‘The Constitutional Labelling of  “the democratic life of the EU”: representative and participatory democracy’, στο A. Follesdal and L. Dobson (eds), <em>Political Theory and the European Constitution</em>, London: Routledge, σσ. 122-138.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Weiler (1997), ‘Legitimacy and Democracy of Union Governance’, στο G.Edwards and A. Pijpers, <em>The Politics of European Treaty Reform</em>, London: Pinter, σσ.249-287.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=387</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Anna Colombo &#8211; Προς μια πολιτική Ευρώπη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=389</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=389#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:58:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[Anna Colombo]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=389</guid>
		<description><![CDATA[Η Anna Colombo, γενική γραμματέας της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδίδει την απομάκρυνση της Ευρώπης από τους πολίτες της σε τρεις βασικούς παράγοντες: την όλο και πιο περίπλοκη θεσμική της αρχιτεκτονική, την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, και την επικράτηση δεξιών κυβερνήσεων σε πολλές χώρες-μέλη, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια συνέντευξη στην Ελένη [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/colombo.jpg" title="Anna Colombo"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/colombo.jpg" title="Anna Colombo" alt="Anna Colombo" vspace="5" width="75" align="left" height="110" hspace="5" /></a></p>
<p>Η Anna Colombo, γενική γραμματέας της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδίδει την απομάκρυνση της Ευρώπης από τους πολίτες της σε τρεις βασικούς παράγοντες: την όλο και πιο περίπλοκη θεσμική της αρχιτεκτονική, την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, και την επικράτηση  δεξιών κυβερνήσεων σε πολλές χώρες-μέλη, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.<span id="more-389"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Μια συνέντευξη στην Ελένη Χριστίδου για το Re-public</strong></em></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Η πρώτη ερώτηση είναι: γιατί το ‘όχι’ στην Ε.Ε. είναι, σήμερα,  πιο εύκολο από το ‘ναι’;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Πρώτα απ’ όλα, τους Ευρωπαίους πολίτες η Ευρώπη τους αφορά κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν. Αυτή είναι κι η πλευρά που κάνει το όλο εγχείρημα  κάπως παράλογο. Από τη μια πλευρά, η Ευρώπη ανέπτυξε τα τελευταία πέντε χρόνια έναν τρόπο παρουσίας σχεδόν σε κάθε τομέα της ύπαρξής μας. Από την άλλη πλευρά, όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότεροι πολίτες- για διάφορους λόγους- κάνουν πίσω. Υπάρχουν δυο αιτίες: η πρώτη, που είναι πιθανώς αντικειμενική, είναι ότι η Ευρώπη, προκειμένου να δημιουργήσει την ενιαία αγορά και άλλα εναρμονιστικά μέτρα, γίνεται όλο και πιο περίπλοκη σε ό,τι αφορά τη θεσμική της αρχιτεκτονική με αποτέλεσμα, οι πολίτες να κάνουν λίγο πίσω. Η άλλη συνδέεται με την εξέλιξη της ιδέας της Ευρώπης στη σκέψη των Ευρωπαίων ηγετών. Νομίζω ότι μέχρι πριν από μερικά χρόνια είχαμε ακόμη Ευρωπαίους ηγέτες από σημαντικά κράτη-μέλη που ήταν εξαιρετικά αφιερωμένοι προσωπικά, ιστορικά και πολιτικά στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Δεν είχαμε, λοιπόν, μια Ευρώπη διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών που συνδέονταν απλώς με πρόσθετα εθνικά συμφέροντα, αλλά μια προοπτική, μια ιδέα. Στο μυαλό των Ευρωπαίων ηγετών, η Ευρώπη σήμαινε πολύ περισσότερα από απλούς συμβιβασμούς, από το να δούνε πόσα μπορεί να κερδίσει η χώρα τους απ’ την Ευρώπη. Η τρίτη αιτία, εμφανής για μένα που είμαι σοσιαλίστρια, είναι το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη, εκτός από τις θεσμικές δυσκολίες και την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, κυβερνιέται από δεξιές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτή η Ευρώπη έπαψε να εκπληρώνει στόχους, από την άποψη -για να χρησιμοποιήσω το σύνθημά μας- του ‘πρώτα οι άνθρωποι’, από την άποψη  του κοινωνικού προβληματισμού για τους ανθρώπους, από την άποψη του να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν προστατευμένοι και όχι απειλούμενοι από την ΕΕ.</p>
<p><code><br />
</code>Πολλοί πολίτες, που οι περισσότεροι προέρχονται από το εν δυνάμει εκλογικό σώμα μας, επειδή ανήκουν στις πιο λαϊκές κοινωνικές τάξεις που είναι πιο ευάλωτες στις χρηματοοικονομικές κρίσεις και την παγκοσμιοποίηση, δεν βρίσκουν σ’ αυτές τις δεξιές κυβερνήσεις της Ευρώπης απάντηση στα ερωτήματά τους αλλά ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Κι αυτή είναι η αιτία που τόσο πολλοί άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Με αυτό απαντήσατε και στην επόμενη ερώτησή μου, που είναι: οι άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη, γενικά, ή σ’ αυτή την συντηρητική, δεξιά Ευρώπη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Αυτή είναι η πρόκλησή μας! Ανέφερα τρία επιχειρήματα. Σχετικά με το πρώτο, την περιπλοκή των θεσμών και το γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται πολύ μακριά από τους πολίτες της, οι ευθύνες ανήκουν σε όλους. Υπάρχουν ευθύνες για τους τομείς του Τύπου και της επικοινωνίας, για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ύστερα από τα δυο ‘όχι’ στο σύνταγμα κατάλαβαν ότι πρέπει να κάνουν μια προσπάθεια για να  ‘επικοινωνήσουν’ την Ευρώπη. Υπάρχουν ευθύνες για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και νομίζω ότι εμείς, ως σοσιαλιστές, πρέπει τώρα να είμαστε πολύ σοβαροί με αυτό το θέμα. Σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα, υπάρχουν ευθύνες για τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες &#8211; στη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, η κλιματική αλλαγή, η ανάγκη για ένα νέο τρόπο αντίληψης για την ειρήνη στον κόσμο- υπάρχει επίσης η νίκη του Ομπάμα στις ΗΠΑ- δείχνουν ότι το μεμονωμένο έθνος-κράτος δεν μπορεί πλέον να μετρήσει καθόλου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνάντηση των G-20 έδειξε πολλά πράγματα, ένα όμως πολύ καθαρά: ήταν η αρχή του τέλους των G-8, προς όφελος ενός πολύ πιο περιφερειακού κόσμου, όπου τα κράτη-μέλη μας, μόνα τους, δεν μετρούν. Κι όπου μια Ευρώπη που αποτελεί άθροισμα διαφορετικών και αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων δεν μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο. Πρέπει να επανιδρύσουμε την ιδέα της Ευρώπης, που ήταν ιδέα των ιδρυτών της. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε ως σοσιαλιστές είναι να καταστήσουμε σαφές στους πολίτες ότι η Ευρώπη είναι πολιτική, μπορεί να είναι αριστερή ή δεξιά κι αυτό κάνει τη διαφορά. Υπάρχουν δυο δυνατές απαντήσεις σ’ αυτή την τάση για ‘όχι’ στην Ευρώπη. Η μια είναι αυτή στην οποία πιστεύουμε, το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι απολύτως αναγκαία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς ευρωπαϊκή συνεργασία. Όλες οι προκλήσεις για τις οποίες συζητήσαμε, χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, κλιματική αλλαγή, ενεργειακή κρίση, δεν σταματούν στα σύνορα. Κατά συνέπεια, μια Ευρώπη ικανή να έχει ισχυρούς θεσμούς, να μιλάει με μια ενιαία φωνή, είναι ένα must, μια ανάγκη. Η Ευρώπη είναι μια υπέροχη ιδέα, που διευθύνεται σήμερα από τους λάθος ανθρώπους. Κι αυτή είναι η δική μας πρόκληση: να κάνουμε τους πολίτες να καταλάβουν αυτές τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι και οφείλουμε να κάνουμε αυτή την Ευρώπη καλύτερη, πιο αριστερή και πιο σοσιαλιστική. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση για τις ευρωπαϊκές εκλογές.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπάρχουν όμως και σοσιαλιστές ηγέτες που έχουν επιλέξει τον ευρωσκεπτικισμό ως προσανατολισμό του κόμματός τους. Αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στο αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Δεν θα το έλεγα ευρωσκεπτικισμό, σίγουρα όμως γίνονται υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στον λαϊκισμό, με τη σκέψη ότι ο λαϊκισμός μπορεί να αμφισβητηθεί στο δικό του γήπεδο. Νομίζω ότι αυτό είναι αδύνατον, ο λαϊκισμός πάντα θα νικά. Γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε πολύ πιο σοβαροί όταν δίνουμε τις απαντήσεις μας, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι οι άνθρωποι βλέπουν ποια είναι τα πλεονεκτήματά τους. Δεν λέω, βέβαια, ότι όλοι πρέπει να πιστεύουν σε ιδανικά και να μη βλέπουν τη ζωή τους να καλυτερεύει. Οι άνθρωποι, όμως, πρέπει να καταλάβουν ότι για να δουν τη ζωή τους να καλυτερεύει, πρέπει να εκχωρήσουν περισσότερα στην ευρωπαϊκή δικαιοδοσία, αλλά οπωσδήποτε με ένα άλλο είδος πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Νομίζετε ότι η ΕΕ ή οι θεσμοί της πρέπει να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να έρθουν πιο κοντά στους πολίτες; Θα ήταν έτοιμοι για μια κοινή ευρωπαϊκή λίστα υποψηφίων για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο; Θα βοηθούσε κάτι τέτοιο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά είναι λίγο πρόωρο. Θα ήταν σα να βάζαμε τη δομή πριν από τη λύση του προβλήματος. Αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για την Ευρώπη, που οφείλεται σε όλες αυτές τις ξαφνικές αλλαγές τις οποίες πρέπει να χειριστούμε πριν αποκτήσουμε υπερεθνικές λίστες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα, γιατί το σύστημα των ευρωπαϊκών εκλογών είναι ακόμη εθνικό. Υπάρχουν πολλές χώρες, για παράδειγμα, όπου οι προτιμήσεις μετρούν. Εάν βάζατε κάποιον που προέρχεται από άλλο κράτος-μέλος -κι επομένως τελείως άγνωστο- σε μια υπερεθνική λίστα, θα μπορούσε να είναι επιζήμιο για τη λίστα σας. Πριν λοιπόν έχουμε μια υπερεθνική λίστα, την οποία θα υιοθετήσουν μόνο οι σοσιαλιστές, πρέπει να συζητήσουμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Θα ήταν καλή ιδέα αν η απάντηση στο σύνταγμα ήταν ‘ναι’.</p>
<p><code><br />
</code>Είδαμε ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε μας και τον κόσμο. Πρέπει να δουλέψουμε πάνω στη γεφύρωση αυτού του χάσματος πριν προωθήσουμε την ιδέα μιας ευρωπαϊκής λίστας. Νομίζω ότι πρέπει να δουλέψουμε πολύ περισσότερο πάνω στις απαντήσεις που δίνουμε. Η επόμενη νομοθετική περίοδος θα είναι η πλέον πολιτική, θα έχει να χειριστεί τουλάχιστον δυο εντελώς διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη. Είμαι πεπεισμένη ότι εάν κερδίσουμε και μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το όραμά μας, οι άνθρωποι στο τέλος αυτής της νομοθετικής περιόδου θα είναι πολύ πιο φιλοευρωπαίοι και θα έχουν πολύ μεγαλύτερη συνείδηση αυτού που κάνουμε. Και τότε, γιατί όχι, θα βάλουμε το επόμενο λιθάρι με τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, μιας ευρωπαϊκής ιθαγένειας,  αφού θα έχουμε εφαρμόσει στο μεταξύ το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη Συνθήκη της Λισσαβόνας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Έχω κατά νου την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν για πολλά χρόνια σαφώς φιλοευρωπαϊκή, αλλά άλλαξε γρήγορα. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξεχνούν πώς και πόσο πολύ ωφελήθηκαν από την Ευρώπη. Ένα παράδειγμα είναι το ευρώ, που είναι-κατά την άποψή μου- το πιο ισχυρό ευρωπαϊκό εργαλείο που είχαμε ποτέ, αλλά ακόμη και σ’ αυτή την οικονομικά δύσκολη περίοδο κανείς δεν αναφέρει σαφώς ότι χωρίς αυτό τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Πρώτα απ’ όλα, η αυξανόμενη αντιδημοτικότητα της Ευρώπης στην Ελλάδα είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι ορισμένες κυβερνήσεις δεν διστάζουν να παρουσιάζουν την Ευρώπη ως πηγή όλων των αρνητικών πραγμάτων. Όταν πρέπει να μειώσουν τον προϋπολογισμό για οποιαδήποτε αιτία ή να πάρουν οποιαδήποτε μη δημοφιλή απόφαση, δεν διστάζουν να πουν ότι το κάνουν λόγω της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η ίδια κυβέρνηση δεν εξηγεί επαρκώς ότι ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, κατέστη δυνατή κυρίως μέσω της αλληλεγγύης της Ευρώπης, μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, μέσω ενός αριθμού αποφάσεων. Αποσιωπά, ακόμη, τις κοινές μας προσπάθειες για την καταπολέμιση της κλιματικής αλλαγής και την αλληλεγγύη που δείχνουμε απέναντι στην Ελλάδα, που υποφέρει λόγω των πυρκαγιών και των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Υπάρχει αυτή η παθητικότητα από μέρους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων αλλά, ακόμη χειρότερο, υπάρχουν μερικοί που λαϊκίστικα χρησιμοποιούν την Ευρώπη, κατηγορώντας την για όλα τα κακά και αποδίδοντας στους ίδιους όλα τα καλά που η Ευρώπη κάνει για τη χώρα τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει κι ο κόσμος πρέπει να το συνειδητοποιήσει.</p>
<p><code><br />
</code>Το γεγονός ότι η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν πάντα μια πολύ φιλοευρωπαϊκή χώρα, αλλάζει, πρέπει να μας ανησυχήσει.</p>
<p><code><br />
</code>Στο θέμα του ευρώ είναι ιδιαίτερα δύσκολο να απαντήσει κανείς. Οι άνθρωποι υπέφεραν, ιδίως σε ορισμένες χώρες, μετά την εφαρμογή του ευρώ, όχι λόγω του ίδιου του ευρώ, αλλά λόγω των καταχρήσεων του ιδιωτικού τομέα, του λιανικού εμπορίου ή της ανεπάρκειας των μηχανισμών ελέγχου. Σε κάποιες άλλες χώρες τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Θα ήθελα να πω δυο πράγματα: το πρώτο, ότι είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους να δουν αναδρομικά τι θα είχε συμβεί, ιδιαίτερα σε χώρες με αδύναμη οικονομία, χωρίς το ευρώ. Το 1988, ένας οικονομολόγος, ο Paolo Cechini, συνέθεσε μια έκθεση με τίτλο ‘<a href="http://www.amazon.com/1992-European-Challenge-Benefits-Single/dp/0704506130/ref=sr_1_8?ie=UTF8&amp;s=books&amp;qid=1233135993&amp;sr=1-8" target="_blank">Το κόστος της μη Ευρώπης</a>’, για να προωθήσει την ιδέα της ενιαίας αγοράς. Ήταν ένα ερέθισμα για να καταλάβει κανείς ποιο θα ήταν το κόστος του μη ευρώ, ειδικά τώρα που το ευρώ μας προστάτευσε. Είναι πολύ εύκολο να το αντιληφθούμε: αρκεί να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Ουγγαρία. Τότε βλέπουμε ότι δεν ήταν μόνο οι τράπεζες που πτώχευσαν στην Ουγγαρία, αλλά μια σειρά από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις, λόγω του νομίσματός τους που ήταν υποτιμημένο και βαλλόμενο.</p>
<p><code><br />
</code>Για να χρησιμοποιήσουμε ένα  άλλο παράδειγμα, είναι πολύ σημαντικό να εξηγήσουμε στον κόσμο πώς, μερικές φορές, με το να εγκαταλείψουμε την εθνική μας κυριαρχία σε ένα τομέα, μπορούμε να την  ανακτήσουμε ξανά σε έναν άλλο. Χρησιμοποιώ πάντα το ίδιο παράδειγμα: όταν ο Θαπατέρο κέρδισε τις εκλογές για πρώτη φορά, στην Ισπανία, έκανε αυτό που είχε υποσχεθεί και απέσυρε τα ισπανικά στρατεύματα από το Ιράκ. Χωρίς το ευρώ, θα είχε καταστραφεί από τις ΗΠΑ, γιατί η πεσέτα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη. Όταν ο ισπανικός λαός αποφάσισε να μπει στην ευρωζώνη εγκατέλειψε την κυριαρχία του σε σχέση με το νόμισμά του, αλλά κατέκτησε την τεράστια δύναμη να αποφασίζει για την εξωτερική πολιτική του.</p>
<p><code><br />
</code>Βέβαια, όταν μιλάμε για το ευρώ πρέπει να πούμε τι κάναμε μ’ αυτό το νόμισμα, που είναι μόνο το ένα πόδι κάποιου πράγματος που μας το πούλησαν ως οικονομική και νομισματική ένωση. Περπατάμε τώρα με το ένα πόδι- το νομισματικό- και το άλλο, το οικονομικό, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Είναι λοιπόν πολύ βασικό για την Ευρώπη να έχει συντονισμένη οικονομική, προϋπολογιστική ή βιομηχανική πολιτική για να κερδίσει το στοίχημα και να δημιουργήσει μια συνέργεια, όπου ένα κι ένα δεν κάνουν δύο αλλά τρία, τέσσερα, πέντε…..Μπορούμε πραγματικά να δούμε ότι κάθε ευρώ που ξοδεύουμε στην Ισπανία για την εκπαίδευση, θα έχει κατά κάποιο τρόπο θετική επίδραση στη Δανία ή αντίστροφα. Μπορούμε να το αποδείξουμε, και ο ρόλος των δεξαμενών σκέψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να είναι πολύτιμος για να αποδείξουμε  συσχετισμούς αυτού του είδους, επειδή επιστημονικά μπορούν να αποδειχτούν. Επομένως, η απάντηση στην ερώτησή σας για το ευρώ είναι η ακόλουθη: τώρα πρέπει επιτέλους να δώσουμε στην ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ένωση το άλλο της πόδι.</p>
<p><code><br />
</code>Θα ήθελα να προσθέσω ότι  οι Έλληνες, όπως και οι Ιταλοί, οι Ισπανοί ή οι Πορτογάλοι, υπήρξαν εργάτες που ταξίδεψαν πολύ στην Ευρώπη. Βίωσαν τη μη Ευρώπη: τα διαβατήρια, τη μη αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης, καταχρήσεις και δυσκολίες. Ίσως οι άνθρωποι να το έχουν ξεχάσει, αλλά εκείνοι οι εργάτες που προήλθαν από φτωχές χώρες ήταν κατά κάποιο τρόπο οι πρωτοπόροι αυτού που χτίσαμε και θα ήταν οι πρώτοι που θα έλεγαν ‘χάρη στην Ευρώπη δεν έχουμε πια σύνορα, έχουμε κοινό νόμισμα, έχουμε αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης…’ Τα πράγματα δεν είναι τέλεια, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν, αλλά η καλύτερη απάντηση σ’ αυτό είναι ότι πρέπει να κοιτάμε μπροστά και όχι πίσω.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σημερινή άρνηση απέναντι στην Ευρώπη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του λαϊκισμού και των άλλων παραγόντων που αναφέρατε, αλλά επίσης του γεγονότος ότι η Ευρώπη δεν έχει-μέχρι σήμερα- ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιούργησε στους πολίτες της;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Θυμάμαι ακόμη ότι στην αρχή της δεκαετίας του 1990 η Ευρώπη θεωρείτο από τους Ευρωπαίους πολίτες και εργαζόμενους ως δίκτυ ασφαλείας. Ήταν εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσαμε να ολοκληρώσουμε τη νομοθεσία για την εργασία, τις εργασιακές συνθήκες, τη συμμετοχή των εργαζομένων, όλα εκείνα τα εκπαιδευτικά σχήματα: Erasmus, Leonardo, τα δικαιώματα μειονοτήτων, την εφαρμογή της γεωγραφικής συνοχής με τα διαρθρωτικά ταμεία…Ύστερα άρχισε η παρακμή. Υπήρξε κάποια στιγμή που όλες αυτές οι ιδέες αναστήθηκαν με τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, τότε που στην εξουσία βρίσκονταν κυρίως κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Έπειτα όμως, το 2003, με τον Αθνάρ και τους λοιπούς δεξιούς ηγέτες, άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά οι κυβερνητικές πολιτικές και τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κυριάρχησε μια πολύ νεοφιλελεύθερη και συντηρητική ιδέα του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης. Εκείνη την εποχή, η κυρίαρχη σκέψη ήταν ότι ο μόνος τρόπος ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο δεν είχε να κάνει με την ποιότητα ή με την έμφαση στους ανθρώπινους πόρους ή την κοινωνική ασφάλιση ως μοχλούς ανάπτυξης. Αποφάσισαν απλώς να καταπολεμήσουν την παγκοσμιοποίηση σε επτά αναδυόμενες χώρες με τα δικά τους τα όπλα: πολύ φτηνά εργατικά χέρια, ανταγωνισμός στα βασικά κόστη αντί για εκσυγχρονισμό και οικοδόμηση της περίφημης κοινωνίας της γνώσης. Τώρα, μας είπαν, θα γίνουμε πρωταθλητές του κόσμου. Επέλεξαν να ξεπετάξουν τα δικαιώματα, πράγμα που ήταν επιζήμιο για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, για τους εργαζόμενους, για τις συνδικαλιστικές ενώσεις και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κυρίως όμως ήταν εντελώς επιζήμιο για την αξιοπιστία της Ευρώπης στα μάτια των πολιτών της, γιατί άρχισαν να τη βλέπουν ως απειλή και όχι πια ως δίκτυ ασφαλείας, που θα τους προστάτευε από τον πόλεμο παρέχοντας ειρήνη, δημοκρατία και ένα κοινό ευρωπαϊκό έδαφος για μια ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Νομίζετε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι ένα σχέδιο που ταιριάζει περισσότερο στις επιχειρήσεις, που διαθέτουν τους πόρους για να χρησιμοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που τους προσφέρονται (του λόμπινγκ συμπεριλαμβανομένου) παρά στους ‘απλούς’ πολίτες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Δεν νομίζω ότι έχει σχέση με το λόμπινγκ. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να πιστεύουν οι πολίτες είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ο ισχυρότερος θεσμός που τους προστατεύει. Με την ευκαιρία, εγκρίναμε πρόσφατα έναν πολύ ισχυρό κανονισμό κατά των λόμπις. Ασφαλώς, αυτό που είδαν στις χώρες τους- ειδικά εκείνοι  που είχαν δεξιές κυβερνήσεις &#8211; και στην Ευρώπη είναι ότι, ως απάντηση στην ανάπτυξη, κυριάρχησε η ελεύθερη αγορά και το ‘laissez-faire’. Είναι σαφές ότι το ‘laissez-faire’ και η πλήρης απορρύθμιση ευνοεί τις επιχειρήσεις. Αυτό όμως που αντιμετωπίζουμε σήμερα με την χρηματοοικονομική κρίση είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ πιο βαθύ.  Είναι η μάχη μεταξύ της πραγματικής οικονομίας, όπου η ποιότητα των ανθρώπινων πόρων, η εκπαίδευση και οι καλές συμβάσεις μεταξύ συνδικαλιστικών ενώσεων και εργοδοτών, η κοινωνική ασφάλιση κλπ είναι ο μοχλός για την ανάπτυξή μας και της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, που δεν σεβάστηκε καθόλου την πραγματική οικονομία. Το χρήμα τοποθετήθηκε σε ένα είδος παράλληλου κόσμου της ‘κερδοσκοπίας για την κερδοσκοπία’, για να κερδίσουν εύκολο χρήμα από το τίποτα, όταν όλο αυτό το χρήμα θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει τη μεγάλη βιομηχανία, αλλά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον ιστό της νέας τεχνολογικής και νεωτεριστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη. Οι νέοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, εκεί όπου τα πανεπιστήμια  θα μπορούσαν να προωθήσουν την εφαρμογή της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Αυτό δεν έγινε δυνατό, και εξαιτίας της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Αυτή είναι η αιτία που από τις αρχές του 2000 εργαστήκαμε ως σοσιαλιστική ομάδα και σοσιαλιστικό κόμμα για να καταγγείλουμε αυτή την κατάσταση της χρηματοοικονομικής αγοράς, να τη σταματήσουμε και να επιστρέψουμε στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Κανένας δεν μας άκουσε. Ακόμη και ο Σαρκοζί, που είναι τώρα ο πρωταθλητής της ‘μεγάλης επιστροφής του κράτους’, όταν του ζητήσαμε στις αρχές της γαλλικής προεδρίας της ΕΕ να θέσει αυτό το θέμα στις πρώτες προτεραιότητές του, δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσαμε.</p>
<p><code><br />
</code>Οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι, αλλά για μια άλλη Ευρώπη, την Ευρώπη που θέλουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Συμπερασματικά, νομίζω ότι αντλήσατε πολλά από τη συζήτηση  που έγινε αυτές τις μέρες σχετικά με το τι προσπαθούμε να κάνουμε- και νομίζω ότι είμαστε πραγματικά στην πρωτοπορία. Τα πράγματα αλλάζουν ταχύτατα, εξαιτίας της κρίσης και όλων των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να κάνουμε δυο πράγματα ταυτόχρονα: η πολιτική δεν μπορεί να μείνει πίσω και η πολιτική πρέπει να είναι κατάλληλη. Σ’ αυτά τα δυο σημεία διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας μας και όχι μόνο το μέλλον της Ευρώπης. Το πρώτο σημείο είναι ότι για τους πολίτες η πολιτική – η καλή πολιτική που νοιάζεται γι’ αυτούς- πρέπει να γίνει ξανά ‘ο κυρίαρχος του παιχνιδιού’. Είναι εμφανές ότι τα τελευταία χρόνια  πολιτική και αγορά δεν συμβάδισαν – η καλύτερη πολιτική ήταν ν’ αφήνουν την αγορά ήσυχη….</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπήρξαν και σοσιαλιστές που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Anna Colombo:</strong> Απολύτως. Τώρα, λοιπόν,  που είμαστε πάλι στη θέση του οδηγού πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη και όχι μόνο την οικονομική. Το πρόβλημα είναι ότι από τη στιγμή που βάζουμε την πολιτική στο επίκεντρο, πρέπει να δώσουμε απαντήσεις. Εάν δεν το κάνουμε, το χειρότερο δεν θα είναι ότι θα χάσουμε την ευρωπαϊκή  εκλογή, αλλά ότι θα αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στον λαϊκισμό και άλλες δυνάμεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοκρατία. Αυτή είναι μια τεράστια πρόκληση….και κίνδυνος. Όπως πολλοί άνθρωποι είπαν, το 1929 το σενάριο ήταν παρόμοιο, αλλά η σοσιαλδημοκρατία δεν κέρδισε και όλοι ξέρουμε τι έγινε μετά, ειδικά στην Ευρώπη. Πρέπει λοιπόν να προσέξουμε πάρα πολύ.</p>
<p><code><br />
</code>Το δεύτερο σημαντικό πράγμα είναι ότι αυτή η κρίση μπορεί να δώσει μια πολύ πιο ισχυρή Ευρώπη, από την άποψη των πολιτικών και των θεσμών, ή μπορεί να είναι επιζήμια για την Ευρώπη και να μας πάει πίσω σε ένα είδος διακυβερνητικότητας , όπου τα κράτη-μέλη και οι κυβερνήσεις παίρνουν όλες τις αποφάσεις και οι άλλοι θεσμοί δεν μετρούν καθόλου. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να ενισχύσουμε τον ευρωπαϊκό συντονισμό και τους θεσμούς, γιατί διαφορετικά θα έρθει το τέλος της Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Το τελευταίο, κατά την άποψή μου, είναι ότι η χρηματοοικονομική κρίση και η δημιουργία του FEPS (<a href="http://www.feps-europe.eu/" target="_blank">Foundation for European Progressive Studies- Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών</a>) αποτελούν μια απίστευτη σύμπτωση. Οι δεξιές κυβερνήσεις προσπαθούν να θεραπεύσουν τώρα την χρηματοοικονομική κρίση, το κάνουν λιγότερο ή περισσότερο καλά, σε μερικές περιπτώσεις τις στηρίζουμε κιόλας, αλλά αυτό δεν φτάνει για να εμποδίσουμε να συμβούν ξανά τα ίδια πράγματα. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι δυο ή τρεις ρυθμίσεις ακόμα, αλλά μια συνολική, ριζοσπαστική, επαναστατική αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την οικονομία και την κοινωνία μας. Και συνεπώς χρειαζόμαστε μια ισχυρή πνευματική προσπάθεια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εάν είναι δυνατόν  μαζί με τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ, που θα ήταν πολύ καλή για τον πλανήτη, ή με τους Βραζιλιάνους, τους Ινδούς…Αυτό που έχει σημασία είναι να βάλουμε μαζί οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και διανοούμενους. Πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη, όχι μόνο την οικονομική. Πρέπει να σταματήσουμε αυτούς τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη γλώσσα. Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε αμυντικοί. Πρέπει να σταματήσουμε να πέφτουμε στην παγίδα και να έχουμε έναν μόνο τρόπο σκέψης για τα πράγματα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=389</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ernst Stetter &#8211; Μήπως η αναζήτηση ορισμού των Ευρωπαϊκών αξιών δημιουργεί μεγαλύτερη διαίρεση παρά ενότητα;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=384</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=384#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:57:49 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[ernst stetter]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=384</guid>
		<description><![CDATA[Η ιδέα πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η κοινή αναγνώριση των ίδιων αξιών και των ίδιων αρχών. Οι αξίες αυτές- ελευθερία, δημοκρατία, κυριαρχία του νόμου, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισότητα- αναγνωρίζονται, επίσης, από τα συντάγματα των κρατών- μελών και έχουν δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό μεταξύ των διαφόρων χωρών και λαών ως μέρος του [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/stetter.jpg" title="Ernst Stetter"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/stetter.jpg" title="Ernst Stetter" alt="Ernst Stetter" vspace="5" width="100" align="left" height="150" hspace="5" /></a></p>
<p>Η ιδέα πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η κοινή αναγνώριση των ίδιων αξιών και των ίδιων αρχών. Οι αξίες αυτές- ελευθερία, δημοκρατία, κυριαρχία του νόμου, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισότητα- αναγνωρίζονται, επίσης, από τα συντάγματα των κρατών- μελών και έχουν δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό μεταξύ των διαφόρων χωρών και λαών ως μέρος του μοναδικού ιστορικού προγράμματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι μη διαπραγματεύσιμες και μας βοηθούν στη διατήρηση της ειρήνης, της σταθερότητας και της δημοκρατίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πεδίο του ορισμού τους θα είναι πάντοτε το ίδιο. Οφείλουμε να αναθεωρούμε συνεχώς τον ορισμό αυτών των αξιών για περισσότερη δημοκρατία, αλληλεγγύη και ισότητα, έτσι ώστε με τη σειρά τους να φέρουν μεγαλύτερη ενότητα.<span id="more-384"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Σήμερα, η αναζήτηση ενός κοινού ορισμού για τις ευρωπαϊκές αξίες είναι αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις. Πρώτον, με τις υπάρχουσες φυσικές διαφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση: διαφορετικά πολιτισμικά και ιστορικά υπόβαθρα, διαφορετικές γλώσσες, γεωγραφικές διαφορές- για να αναφέρουμε μόνο ορισμένες. Τα διευρυμένα ανατολικά σύνορα έχουν ήδη φέρει μια εντελώς νέα ερμηνεία και αντίληψη των ίδιων αρχών και η προγραμματισμένη μελλοντική διεύρυνση θα φέρει περαιτέρω επανεξέταση της ταυτότητάς μας. Από την άλλη πλευρά, η σύνθεση και η δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταβάλλονται με τρομερή ταχύτητα, όπως άλλωστε η ισορροπία των δυνάμεων και η διεθνής σκηνή. Η οικονομική, επισιτιστική και ενεργειακή κρίση μας δείχνει ότι χρειάζεται μια νέα, περιεκτική και προοδευτική Παγκόσμια Συμφωνία σε μακροπρόθεσμη βάση.</p>
<p><code><br />
</code>Οι προκλήσεις αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσα από έναν γνήσια ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο σε έναν γνήσια ευρωπαϊκό χώρο. Μόνο αυτό μπορεί να εγγυηθεί μια πραγματική ανταλλαγή στην πορεία της αναζήτησης ενός κοινού ορισμού, διαφορετικά οι παράλληλοι διάλογοι θα οδηγήσουν  μάλλον σε περαιτέρω αποκλίσεις παρά σε ενότητα. Ένας γνήσια ευρωπαϊκός δημόσιος διάλογος με ενεργή συμμετοχή των πολιτών από όλα τα κράτη- μέλη μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν υπάρχουν διεθνικά, πραγματικά ευρωπαϊκά θέματα, απομονωμένα από το εθνικό τους πλαίσιο. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο δημόσιος διάλογος μπορεί να προωθηθεί σε ένα υψηλότερο, ευρωπαϊκό, επίπεδο. Μπορεί να γίνει μέσα από ήπια νομικά όργανα, αλλά για μια πραγματική αλλαγή η συγκεκριμένη πολιτική δράση είναι απαραίτητη για να παρακινήσει τους πολίτες. Προκειμένου να αυξηθεί η συμμετοχή από τη βάση προς τα πάνω και να επιτευχθεί μια μεγαλύτερη εμπλοκή των συμμετεχόντων στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το πρώτο βήμα είναι να αλλάξουν τα νομικά θεμέλια των ευρωεκλογών και να γίνουν αληθινά ευρωπαϊκές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την προώθηση διασυνοριακών υποψηφιοτήτων στις ευρωεκλογές και την υποστήριξη της ανάπτυξης των ευρωπαϊκών πολιτικών οικογενειών σε πραγματικά ευρωπαϊκά κόμματα. Ένα τέτοιο βήμα θα είχε μεγάλη επιρροή στη δημιουργία ενός γνήσια ευρωπαϊκού χώρου, καθώς θα μετέτρεπε τελικά το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου από εθνικό σε ευρωπαϊκό. Από τη μια πλευρά, θα μείωνε το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την άλλη πλευρά, η αναζήτηση ενός ορισμού για τις ευρωπαϊκές αξίες δεν θα αποτελούσε συνάθροιση 27 διαφορετικών διαλόγων,  που θα δημιουργούσε ακόμα περισσότερη διαίρεση. Θα γινόταν, τελικά, ένας πραγματικά διασυνοριακός διάλογος, που θα βοηθούσε στην καλύτερη κατανόηση των άλλων πολιτισμικών και ιστορικών υπόβαθρων. Η βελτιωμένη κατανόηση αποτελεί  βασικό παράγοντα για περισσότερη ενότητα και ολοκλήρωση. Η δημιουργία γνήσια ευρωπαϊκών εκλογικών καταλόγων θα έδινε, πιθανώς, ώθηση στη συμμετοχή των πολιτών στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς σε τελική ανάλυση θα ήταν σαφές ότι δεν θα επρόκειτο για μια ακόμη εθνική εκλογή με εθνικούς υποψήφιους και εθνικά θέματα, αλλά ότι, αυτή τη φορά, η ψήφος τους θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Η διαδικασία ολοκλήρωσης, που εξακολουθεί να θεωρείται σαν ένας μηχανισμός που διευθύνεται από τις ελίτ, θα μετατρεπόταν σε ένα πιο δημοκρατικό σύστημα, ικανό να επικεντρωθεί σε ζητήματα που αφορούν όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.</p>
<p><code><br />
</code>Πέρα από τη συγκεκριμένη πολιτική δράση και την ανάγκη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου με τη βοήθεια γνήσια ευρωπαϊκών εκλογών, οι ευρωπαϊκές δεξαμενές σκέψης θα είχαν μεγάλη επιρροή και θα αποτελούσαν μια ενωτική δύναμη στην πορεία της αναζήτησης για αναγνώριση και προώθηση των ευρωπαϊκών αξιών. Αυτές οι δεξαμενές σκέψης είναι οι ήπιες δυνάμεις της Ευρώπης, εκκολαπτήρια για νέες, προοδευτικές ιδέες, βασικές για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων που έχουν να κάνουν με τη δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας, βασισμένης σε ευρωπαϊκές κοινές αξίες. Η δημοκρατία και η ενεργή συμμετοχή δεν μπορούν να επιβληθούν σε ένα κράτος -μέλος μέσα από θεσμούς, πρέπει να αναπτυχθούν σύμφωνα με τις επιθυμίες των πολιτών. Οι δεξαμενές σκέψης έχουν δυο κύρια καθήκοντα προκειμένου να εκπληρώσουν τον ενωτικό ρόλο τους σε έναν ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο που αναζητεί κοινές αξίες και αποτελεί γέφυρα μεταξύ των πολιτών και των ευρωπαϊκών θεσμών. Πρώτα απ’ όλα, σε συνεργασία με τους πολίτες και τους ερευνητές, πρέπει να βρουν νέους τρόπους σκέψης και να δώσουν τα απαραίτητα ερεθίσματα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προκειμένου να τους κάνουν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας τους και να τους επηρεάσουν έτσι ώστε να αναλάβουν πολιτική δράση για την εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού κοινού χώρου. Η δράση τους θα συμβάλει καθοριστικά στην εφαρμογή αυτού του στόχου και θα φέρει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς πιο κοντά στους πολίτες τους. Σήμερα, έχουν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην προώθηση των προαναφερθέντων διασυνοριακών υποψηφιοτήτων στις ευρωπαϊκές εκλογές. Δεύτερον, πρέπει επίσης να λάβουν μέρος στη διαδικασία να φέρουν τους πολίτες πιο κοντά στους θεσμούς, με φρέσκιες ιδέες στον πυρήνα της δράσης τους, και να βρουν τρόπους να αυξήσουν  τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τη βάση προς τα πάνω, δίνοντας κίνητρα στους πολίτες για να συμμετάσχουν ενεργά σε έναν πραγματικά ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο. Πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα ‘<a href="http://www.feps-europe.eu/index.php?id=122" target="_blank">Η Ευρώπη και η Ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας</a>’ (Εurope and the Renewal of Social Democracy’) του Ιδρύματος για Ευρωπαϊκές Προοδευτικές Σπουδές ( Foundation for European Progressive Studies- FEPS) έχουν,  από αυτή την άποψη, ιδιαίτερη σημασία. Καθώς όλοι οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να λάβουν μέρος στις διαβουλεύσεις, αυτά τα προγράμματα συμβάλλουν στην επίτευξη μιας πραγματικά ευρωπαϊκής ενότητας και συναίνεσης μέσα από την πορεία ενός διασυνοριακού δημόσιου διαλόγου που στοχεύει στον ορισμό των κοινών αξιών.</p>
<p><code><br />
</code>Η διαδικασία αναγνώρισης και προώθησης κοινών ευρωπαϊκών αξιών ενέχει ασφαλώς τον κίνδυνο της δημιουργίας μεγαλύτερης διαίρεσης,  εάν η διαδικασία αυτή δεν είναι γνήσια ευρωπαϊκή. Συμπερασματικά,  δυο πράγματα είναι βασικά αν θέλουμε να αποφύγουμε περισσότερες διαιρέσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διασφαλίσουμε ότι η αναζήτηση ενός ορισμού για τις ευρωπαϊκές αξίες θα έχει ενωτικό αποτέλεσμα στη διαδικασία ολοκλήρωσης. Πρώτον, πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένη πολιτική δράση και νομικές αλλαγές για να γίνουν οι ευρωεκλογές πραγματικά ευρωπαϊκές, με τη βοήθεια μιας λίστας διασυνοριακών υποψηφιοτήτων για τις εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δεύτερον, οι δεξαμενές σκέψης πρέπει να ενσωματωθούν περισσότερο στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα και η εμπειρία τους, η εμπειρογνωμοσύνη τους και  τα ερεθίσματα σκέψης που δίνουν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ενός γνήσια ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>* Το κείμενο γράφτηκε με την συμβολή των Elija Adomelyte και Judit Tánczos</em></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=384</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Christian Wicke &#8211; Δημόσια πληροφόρηση, εμπιστοσύνη και συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Λόμπινγκ, ένα νέο είδος πολιτοφροσύνης;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=390</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=390#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:57:22 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[christian wicke]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[εμπιστοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=390</guid>
		<description><![CDATA[Είναι κοινώς αναγνωρισμένο ότι το ιδανικό της δημοκρατίας σε σχέση με την ελληνική πόλι, όπου ένα άτομο μπορεί να μετάσχει άμεσα στη λεπτομερή λήψη πολιτικών αποφάσεων, δεν είναι επιθυμητό ούτε πραγματοποιήσιμο στις σημερινές πολύπλοκες μαζικές κοινωνίες (Hardin 1999:29). O Max Weber εξήγησε ότι ‘η σύγχρονη οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών (…) διαχωρίζει την επίσημη δραστηριότητα από [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/christianwicke.jpg" title="Christian Wicke"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/christianwicke.jpg" title="Christian Wicke" alt="Christian Wicke" vspace="5" width="150" align="left" height="100" hspace="5" /></a></p>
<p>Είναι κοινώς αναγνωρισμένο ότι το ιδανικό της δημοκρατίας σε σχέση με την ελληνική πόλι, όπου ένα άτομο μπορεί να μετάσχει άμεσα στη λεπτομερή λήψη πολιτικών αποφάσεων,  δεν είναι επιθυμητό ούτε πραγματοποιήσιμο στις σημερινές πολύπλοκες μαζικές κοινωνίες (Hardin 1999:29). <a href="http://books.google.com/books?id=pSdaNuIaUUEC" target="_blank">O Max Weber εξήγησε ότι</a> ‘η σύγχρονη οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών (…) διαχωρίζει την επίσημη δραστηριότητα από τη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής’ (σ. 975). Το γεγονός όμως ότι μια πλειονότητα εθελοντικών οργανώσεων πολιτών αντιπροσωπεύει μια πλειονότητα απόψεων και χρησιμεύει ως κοινωνικός φρουρός στο δημοκρατικό σύστημα θεωρείται ως το πλέον ουσιώδες για μια υγιή φιλελεύθερη κοινωνία, <a href="http://www.palgrave.com/products/title.aspx?is=1403915431" target="_blank">σύμφωνα με τον Tocqueville</a>. (σσ. 106-119).<span id="more-390"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Το δημοκρατικό ιδανικό της δημόσιας συμμετοχής παραμένει η κατευθυντήρια αρχή μας για την κριτική της κοινωνικής μετεξέλιξης. Στις συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών, εκφράστηκαν ισχυροί προβληματισμοί για τη μεταμόρφωση και την παρακμή της σφαίρας μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου (βλέπε π.χ. Habermas 1965, Sennet 1976, Putnam 2000).</p>
<p><code><br />
</code>Ιδίως στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κριτικές για ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ καθώς και <em>Offenlichkeitsdefizit</em>  (έλλειμμα στη δημόσια σφαίρα) τράβηξαν την προσοχή πολλών συγγραφέων-το πρώτο εμφανίζεται πιο συχνά στις συζητήσεις της ΕΕ από το δεύτερο (Gerhards 2001, Follesdal&amp; Hix 2005, Moravcik 1998, Zweifel 2002 κλπ). Ενώ οι θεσμοί της ΕΕ έμοιαζαν όλο και πιο ανεύθυνοι και  αδιαφανείς, οι Βρυξέλλες  εξελίχθηκαν στην  ευρύτερη νησίδα λόμπινγκ στον κόσμο (Mazey&amp; Richardson, 2003: 211). Ως πρωτεύουσα του πιο προχωρημένου πειράματος μεταφοράς κυριαρχίας ανά τον κόσμο, έγιναν ο παράδεισος των πολύ ευπρόσδεκτων ομάδων συμφερόντων, που εκπροσωπούν εθνικά και περιφερειακά συμφέροντα καθώς και υπερεθνικά συμφέροντα  σε διάφορους τομείς ( Dinan 1994:278, Mazey &amp; Richardson 2003: 219). Ειδικότερα, τα μέλη του Κοινοβουλίου και η Κομισιόν είναι ιδιαίτερα δεκτικοί –και συχνά βασίζονται στην πληροφόρηση που παρέχεται από τις ομάδες των λόμπι. <a href="http://www.uk.sagepub.com/textbooksProdDesc.nav?prodId=Book205384" target="_blank">Έχει υποστηριχτεί ότ</a>ι ‘{το άμεσο λόμπινγκ των θεσμών της ΕΕ αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων μέσα στην Ένωση, αυξάνοντας την αυτονομία της ΕΕ έναντι των συμφερόντων των κρατών-μελών’ (σ. 44). Την ώρα που οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί μοιάζουν να είναι εντελώς αποσυνδεδεμένοι από τη διαμόρφωση πολιτικής στο ερημητήριο των Βρυξελλών,  <a href="http://www.euractiv.com/29/images/pk21_bruessel1_tcm29-133107.pdf" target="_blank">οι λομπίστες και οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν επίσημες συναντήσεις</a> ή συναντιούνται αυθόρμητα στα καφέ και στα γυμναστήρια για να ανταλλάξουν πληροφορίες.</p>
<p><code><br />
</code>Μπορεί λοιπόν κάποιος να υποστηρίξει ότι η διάκριση του Weber μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου είναι κάπως ασαφής κι ότι το λόμπινγκ διαφθείρει ή ότι τα λόμπι είναι ένα είδος πρωτότυπης μορφής της ευμετάβλητης κοινωνίας των πολιτών στην ΕΕ. Έναντι του γεγονότος ότι η ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα είναι στα μάτια πολλών σχεδόν ανύπαρκτη, ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός χρειάζεται περαιτέρω εξέταση.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας οδηγεί σε ένα ενδιαφέρον ερώτημα: <em>Μπορεί το λόμπινγκ να αποτελέσει μια αναζωογονητική μορφή πολιτοφροσύνης;</em> Για να συμβάλουμε σε μια πιθανή απάντηση, ας εξετάσουμε εν συντομία, βήμα προς βήμα, την πολιτική σφαίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνοντας προσοχή στις έννοιες <em>της δημόσιας πληροφόρησης, της εμπιστοσύνης και της συμμετοχής</em>. Σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις, θα αναρωτηθούμε κατά πόσο αυτά τα ιδεαλιστικά κριτήρια μπορούν να εφαρμοστούν στην πραγματικότητα του συνόλου των πολιτών της ΕΕ και του λόμπινγκ στην ΕΕ, πριν φτάσουμε σε συμπεράσματα.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>1.	Δημόσια πληροφόρηση</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ενώ για την ‘κοινή γνώμη’ έχει γίνει ευρεία συζήτηση, ο όρος δημόσια πληροφόρηση είναι συγκριτικά σπάνιος στις συζητήσεις για τα δημοκρατικά μας ιδεώδη. Είναι ενδιαφέρον ότι η δημόσια πληροφόρηση, ως έννοια, χρησιμοποιείται στις φυσικές επιστήμες: π.χ. ορισμένοι επιστήμονες έχουν αναφερθεί στη δημόσια πληροφόρηση αναλύοντας τη φυσική κατοικία των πτηνών αναπαραγωγής. <a href="http://www.sciencedirect.com/science?_ob=ArticleURL&amp;_udi=B6W9W-4B0PPXH-1&amp;_user=10&amp;_rdoc=1&amp;_fmt=&amp;_orig=search&amp;_sort=d&amp;view=c&amp;_acct=C000050221&amp;_version=1&amp;_urlVersion=0&amp;_userid=10&amp;md5=e54f091806af71003e53d4cfd398c203" target="_blank">Σύμφωνα με αυτούς</a>, τα νεαρά πτηνά χρειάζονται δημόσια πληροφόρηση (στην περίπτωση αυτή για την ορατή πυκνότητα του τόπου αναπαραγωγής) προκειμένου να επιλέξουν ένα μέρος για επιτυχή αναπαραγωγή, ενώ τα πουλιά που έχουν ήδη ολοκληρώσει τη διαδικασία αναπαραγωγής, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, μπορούν να βασιστούν στην ατομική τους πληροφόρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, μπορούμε επομένως να υποστηρίξουμε ότι η δημόσια πληροφόρηση είναι διαφορετική από την ιδιωτική πληροφόρηση καθώς είναι <em>ανοιχτή σε όλους</em>, ενώ ορισμένοι βασίζονται περισσότερο σ’ αυτήν από άλλους. Κοιτάζοντας τον κόσμο των πτηνών, κάποιος μπορεί να υποστηρίξει, πρώτον, ότι η δημόσια πληροφόρηση δεν είναι κατάλληλη, εκτός κι αν γίνεται πραγματικά αντιληπτή και χρησιμοποιείται από τον πιθανό δέκτη και, δεύτερον, ότι είναι εμφανές ότι η δημόσια πληροφόρηση είναι το κλειδί για επιτυχή λήψη αποφάσεων στην περίπτωση που υπάρχει έλλειψη ατομικής πληροφόρησης. Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά αυτά ισχύουν και για τη σύγχρονη ανθρώπινη οργάνωση.</p>
<p><code><br />
</code>Η δημόσια πληροφόρηση έχει κομβική σημασία για την καλή λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών. Οι πολίτες χρειάζονται πληροφόρηση για να αποφασίσουν αν μια πολιτική απόφαση που λαμβάνεται σε επίσημο επίπεδο είναι σωστή ή λάθος και προκειμένου να ψηφίσουν για έναν πολιτικό υποψήφιο (Gerhards 2001:4).  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έχει συνειδητοποιήσει και είναι διατεθειμένη να παράσχει διαφάνεια και να έρθει πιο κοντά στους Ευρωπαίους πολίτες. Σύμφωνα με τη διαστρεβλωμένη αρχή της δημοσιότητας που έχει δεχτεί κριτική από τον Habermas (1965: 214),  ένας απίστευτος όγκος λεπτομερούς πληροφόρησης<a href="http://www.tu-dresden.de/slub/edzinter/linksammlung_de.pdf" target="_blank"> έχει δημοσιοποιηθεί ηλεκτρονικά από τους θεσμούς της Ένωσης</a>, στην προσπάθεια για διαφάνεια και νομιμότητα απέναντι στο κοινό. Μολονότι, όμως, υπάρχει ανοιχτή πληροφόρηση, οι άνθρωποι δεν ενημερώνονται, καθώς τα εθνικά μέσα ενημέρωσης, που παραμένουν οι πιο σημαντικές πηγές για δημόσια πληροφόρηση, κάθε άλλο παρά ενθαρρύνουν μια διαφωτιστική αντίληψη για την ευρωπαϊκή πολιτική (Gerhards 2001:7). Θα ήταν λάθος, πάντως, να ισχυριστούμε ότι αυτή ήταν η αιτία που <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb64/eb64_first_en.pdf" target="_blank">οι πρόσφατες έρευνες δείχνουν</a> ότι, στην απόλυτη πλειοψηφία τους, οι Ευρωπαίοι πολίτες διαφωνούν με τη δήλωση ‘Καταλαβαίνω πώς λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση’. Ούτε η εθνική πολιτική είναι, άλλωστε, κατανοητή από ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων (<a href="http://www.aph.gov.au/house/committee/em/education/subs/sub036.pdf" target="_blank">Power Inquiry</a>, UK in APH).</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πληροφόρηση που παρέχεται σε εθνικό επίπεδο έχει μια άλλη σημαντική επίδραση: γεννά εθνική ταυτότητα δημιουργώντας μια <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Imagined_communities" target="_blank">‘φαντασιακή κοινότητα’</a>. Πολλοί θα είχαν την τάση να υποστηρίξουν ότι όσο το ευρωπαϊκό τοπίο των μέσων ενημέρωσης παραμένει διασπασμένο και χειρίζεται τα ευρωπαϊκά ζητήματα σα να είναι τριτεύουσας σημασίας (μετά από τα εθνικά και τα διεθνή) (Gerhards 2001:9), η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι μια ‘μη απεικονισμένη νοερά κοινότητα’,  ανίκανη να γεννήσει αμοιβαία εμπιστοσύνη στο σύνολο των πολιτών (βλέπε επόμενο τμήμα). Ωστόσο (…) ‘η αυξανόμενη τάση για τη διαμόρφωση αποτελεσματικών διεθνικών και/ή ‘συνασπισμών ουράνιου τόξου’ και η εκμετάλλευση του Ίντερνετ από ομάδες, ως πηγή πληροφόρησης και διεθνικής κινητοποίησης’, (Mazey&amp;Richardson 2003:219), θέτουν ακόμη περισσότερο σε αμφισβήτηση την εφαρμογή της θεωρίας του Anderson για αποκλειστικά εθνική αντίληψη.</p>
<p><code><br />
</code>Οι επαγγελματίες που εργάζονται για τις ομάδες των λόμπι στις Βρυξέλλες, από την άλλη πλευρά, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους περισσότερους πολίτες. Εδρεύουν στο σχετικά οικείο-αν και διεθνές- περιβάλλον των Βρυξελλών. Οι άνθρωποι που εργάζονται για ή με τους θεσμούς της ΕΕ γνωρίζονται μεταξύ τους προσωπικά και μπορούν να παράσχουν ο ένας στον άλλον ενήμερη ατομική πληροφόρηση (Shackleton 2006). Οι επαγγελματίες λομπίστες μπορούν να επικεντρωθούν στη συλλογή πληροφόρησης σχετικής με το ειδικό ενδιαφέρον τους, μια δραστηριότητα που ο απλός πολίτης είναι αδύνατον να κάνει. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην πληροφόρηση των ειδικών που ανήκουν σε ομάδες συμφερόντων. Παρόλο που είναι κοινώς αναγνωρισμένο ότι η ιδιωτική σφαίρα και η επίσημη σφαίρα δεν είναι πάντα διαχωρισμένες στις Βρυξέλλες, ως αντίδραση στην αδιαφάνεια για την οποία κριτικάρεται η πολιτική της ΕΕ, ο συμβιωτικός συνεταιρισμός μεταξύ των θεσμών της ΕΕ και των ομάδωντωνλόμπι θεσμοθετήθηκε πρόσφατα ακόμη περισσότερο με ‘την εισαγωγή νέων διαδικασιών και κατευθυντήριων γραμμών σχεδιασμένων να αυξήσουν τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα (…)’ (Mazey &amp; Richardson 2003:218).</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>2.	Εμπιστοσύνη</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη σκέψη. Ο Putnam λέει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο (δηλαδή, η ιστορική εμπειρία για την εμπιστοσύνη, τους κανόνες και τα δίκτυα μέσα στην κοινωνία) γεννά εμπιστοσύνη στους θεσμούς και έχει καίρια σημασία για μια αποτελεσματική δημοκρατία (1994). Μπορούμε όμως να εμπιστευθούμε τυφλά, να εμπιστευθούμε κάτι χωρίς την αντιληπτικότητα της πληροφόρησης; Ο Hardin υποστηρίζει ότι ‘η εμπιστοσύνη ανήκει σε μια συγγενή κατηγορία με τη γνώση’. ‘Όταν λέμε ‘σε εμπιστεύομαι’ σημαίνει (…) ‘Νομίζω ότι γνωρίζω τα σχετικά για σένα’’’(1999:24).</p>
<p><code><br />
</code>Και πράγματι, <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb64/eb64_first_en.pdf" target="_blank">τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν</a> ότι εκείνοι που νομίζουν ότι γνωρίζουν λιγότερα για την ΕΕ, δεν εμπιστεύονται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς (ΕΒ 2005). Ωστόσο, η εμπιστοσύνη στην ΕΕ είναι αυξανόμενη και αυξάνεται σταδιακά τα τελευταία δέκα χρόνια (Zweifel 2002:819). Αυτό όμως που είναι και πάλι εντυπωσιακό είναι ότι παράλληλα με την προαναφερθείσα σύγκριση των ερευνών για την κατανόηση της εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής,<a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb64/eb64_uk_nat.pdf" target="_blank"> οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί δεν εμπιστεύονται</a> ούτε τις εθνικές κυβερνήσεις τους, ούτε την ΕΕ. Ο Hardin θεωρεί απίθανο να εμπιστευόμαστε τις κυβερνήσεις- καθώς ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν και κατανοούν τις πολυπλοκότητες των εσωτερικών διαδικασιών. ‘Οι περισσότεροι άνθρωποι ούτε εμπιστεύονται ούτε δεν εμπιστεύονται μια αξιόπιστη κυβέρνηση(…)’ (1999:30). Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, παρόλο που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εμπιστοσύνη σε μια οργάνωση, ως μαζική κοινωνία είμαστε υποχρεωμένοι να βασιζόμαστε στην προβλεψιμότητα της και να αναθέτουμε σε άλλους την εγγύηση μιας κοινωνικής τάξης (το ίδιο:31).</p>
<p><code><br />
</code>Παρομοίως, <a href="http://books.google.com/books?id=KepLD0MXbhYC&amp;pg=PA42&amp;source=gbs_toc_r&amp;cad=0_0" target="_blank">ο Offe πιστεύει ότι</a> ‘(..) μια απατηλά απλή κι εύκολη διέξοδος σε σχέση με τη δομική έλλειψη εμπιστοσύνης (…) είναι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς’. Ωστόσο, διαφωνεί με τον Hardin: ο Offe νομίζει ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε την εμπειρογνωμοσύνη, τη λειτουργία καθιερωμένων κανόνων μέσα στο θεσμό και το σύστημα του εσωτερικού ανταγωνισμού στις δημοκρατικές κοινωνίες κι ότι οι θεσμοί γεννούν την ιδέα της κοινής ιθαγένειας μεταξύ ξένων(σσ. 64-70). Ωστόσο, παραδέχεται ότι μερικοί θεσμοί είναι πιο εύκολα κατανοητοί και χαίρουν μεγαλύτερης στήριξης κι εκτίμησης από άλλους. Μερικοί μοιάζουν πιο λογικοί, έχουν βαθύτερο νόημα για τους ανθρώπους- και επομένως χαίρουν μεγαλύτερης εμπιστοσύνης από άλλους (σ.69). <a href="http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb64/eb64_first_en.pdf" target="_blank">Οι μισοί περίπου από τους πολίτες της ΕΕ νομίζουν</a> ότι η ΕΕ είναι ‘καλό πράγμα’, ενώ η αμφισβήτηση των κρατών-μελών και των κυβερνητικών θεσμών τους μοιάζει παράλογη για τους περισσότερους Ευρωπαίους.</p>
<p><code><br />
</code>Ο Offe μας εξηγεί πώς η εμπιστοσύνη σε ευρεία κλίμακα μπορεί να εξελιχθεί. Πιστεύει, αντίθετα από τον Hardin, ότι η οικειότητα και η αλληλεπίδραση συγκεκριμένων προσώπων δεν απαιτείται πάντα για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Επίσης η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο της ατομικής εμπειρίας. ‘Η κατηγορηματική εμπιστοσύνη (…) μπορεί επίσης να εκπορεύεται από τη συμβολική αντιπροσώπευση των κοινοτήτων ή ψευδο-κοινοτήτων (δηλαδή κρατών-μελών) (…) Όταν γνωρίζω την παράδοση, τον πολιτισμό και τις αξίες μιας ομάδας, μπορώ να γενικεύσω την εμπιστοσύνη σε όλους όσοι ανήκουν σε αυτή την ομάδα(..)’ (σ. 63). Αναμενόμενα, <a href="http://www.wz-berlin.de/publikation/pdf/wm103/seite_7-11.pdf" target="_blank">η εμπιστοσύνη στους συμπολίτες της ίδιας εθνικότητας είναι γενικά υψηλότερη</a> από αυτή στους Ευρωπαϊους συμπολίτες άλλων εθνικοτήτων. Αντίθετα με τα καθιερωμένα κράτη- έθνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε να οικοδομήσει διεθνική εμπιστοσύνη μεταξύ των ευρέων πληθυσμών των ευρωπαϊκών κοινωνιών, καθώς δεν έχουν ακόμη ισχυρό αίσθημα ότι ανήκουν κάπου.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, οι άνθρωποι που εργάζονται άμεσα για ή με την ΕΕ μπορούν να θεωρηθούν ως ομάδα που ανήκει κάπου- και ένας θεσμός της ΕΕ είναι ένα μέρος που η καθημερινή επαφή μεταξύ διεθνών επαγγελματιών μπορεί να γεννήσει ένα νέο είδος ταυτότητας (Zabuski 2000). <a href="http://books.google.com/books?id=KepLD0MXbhYC&amp;pg=PA42&amp;source=gbs_toc_r&amp;cad=0_0" target="_blank">O Offe δίνει και μια άλλη διάσταση</a> της εμπιστοσύνης που θεωρεί σημαντική: ‘Την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις ελίτ’ (…) ‘Η διαπραγμάτευση πίσω από κλειστές πόρτες’ (..) ‘είναι εξαιρετικά δεκτική στην εμπιστοσύνη’’. Η εμπιστευτικότητα, η προσδοκία ότι η συζήτηση θα συνεχιστεί, η πιθανότητα ότι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις θα αναγνωριστούν από τις πλευρές και η βεβαιότητα ότι η συμφωνία θα τηρηθεί, για παράδειγμα, παίζουν σημαντικό ρόλο (σ. 62). Οι λομπίστες και οι αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν συνεπώς αναπτύξει μια κατάσταση αμοιβαίας πίστης, ανταλλαγής πληροφοριών, άμεσης επαφής και οικειότητας (Shackleton 2006). Ο ένας γνωρίζει τον άλλον, και μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε, όπως στο προηγούμενο μέρος, ότι η ευρωπαϊκή ιδέα της ιθαγένειας έχει εκπέσει από τα ιδανικά δημοκρατικά μας κριτήρια, πράγμα που δεν ισχύει για τους λομπίστες.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>3. Συμμετοχή</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ας επανεξετάσουμε τώρα εν συντομία την ιδέα της συμμετοχής και πώς έχει γενικά εκπληρωθεί στη σύγχρονη Ευρώπη. Οι ποικίλοι, άμεσοι και έμμεσοι, δίαυλοι συμμετοχής στα κράτη-μέλη και την ΕΕ έχουν γίνει αντικείμενο ευρύτατης κουβέντας. Έτσι όταν η συζήτηση έρχεται στην έλλειψη δημόσιας προσοχής στην ΕΕ υποστηρίζεται, συνήθως σωστά, ότι εκτός από την απουσία θεμάτων που έχουν να κάνουν με την ΕΕ στα εθνικά μέσα ενημέρωσης, η απουσία αντιτιθέμενων κομμάτων που να συζητούν ανοιχτά τις θέσεις τους για να πάρουν ψήφους, καθιστά τις Βρυξέλλες ένα μέρος που δεν έχει θέση στη φαντασία των πολιτών (Gerhards 2001:22, Norris 1997, Thalmeier 2006: 9). <a href="http://www.spiegel.de/politik/deutschland/0,1518,446296,00.html" target="_blank">Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί</a> ότι οι πολίτες της ΕΕ δεν είναι αναγκαστικά περισσότερο ικανοποιημένοι από τη λειτουργία της εθνικής δημοκρατίας τους απ’ όσο από τη δημοκρατία στην ΕΕ. Είναι κοινώς αναγνωρισμένο ότι οι ομάδες των λόμπι της ΕΕ εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και νομοθέτησης. Απ’ αυτή την άποψη, υπογραμμίζεται συχνά και δικαιολογημένα η έλλειψη διαφάνειας και υπευθυνότητας (βλέπε π.χ. τις οργανώσεις <a href="http://www.alter-eu.org/" target="_blank"><em>The Alliance for Lobbying Transparency and Ethnic Regulation</em></a>, <a href="http://www.corporateeurope.org/" target="_blank">Corporate Europe Observatory</a>, κλπ). Αλλά από την ώρα που αυτά τα ζητήματα έχουν ευρέως συζητηθεί, θα θέσουμε πιο γενικά σε συζήτηση την πανταχού παρούσα ιδέα των πολιτικών μαζικών κομμάτων ως  δημοκρατία-ερζάτς και κατά συνέπεια θα έρθουμε στο ερώτημα του κατά πόσον οι ομάδες των λόμπι ταιριάζουν στην ιδέα που έχουμε για τη συμμετοχή.</p>
<p><code><br />
</code>Η ιδέα της συμμετοχής, που παραπέμπει στον Πλάτωνα, δηλαδή  να είσαι μέρος του συνόλου (Meinhardt 1965), εφαρμόζεται πολύ περιορισμένα στις σημερινές κοινωνίες. Η δημόσια συμμετοχή έχει περιοριστεί στην παρακολούθηση των ειδήσεων και στην ψήφο για ένα πολιτικό κόμμα ή υποψήφιο. Είναι επομένως πιο σωστό να μιλάμε για αντιπροσώπευση αντί για συμμετοχή. Αυτό το αντιπροσωπευτικό είδος του ‘να είσαι μέρος του συστήματος’ είναι πολύ βολικό για τον καταναλωτή πολιτικής και κατά τα άλλα σκληρά εργαζόμενο πολίτη (ας μην κάνουμε πολεμική εδώ…), εκτός κι αν ο καιρός είναι τόσο κακός που κάποιος προτιμά να μείνει σπίτι παρά να μπει στον κόπο να αγωνιστεί για να φτάσει στην κάλπη (….αλλά ας είμαστε λίγο ειρωνικοί), όπως συνέβη την περασμένη Κυριακή στο Κονγκό (<em><a href="http://www.ard.de/" target="_blank">Tagesschau</a></em>, 29 Οκτωβρίου 2006). Ωστόσο, όπως υπονοήσαμε πιο πάνω, ακόμα κι αυτή η υπολειμματική μορφή συμμετοχής μοιάζει να απειλείται με εξαφάνιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως πηγή νομιμότητας έναντι των συγκριτικά χαμηλών συμμετοχών (Blondel et al. , Meyer 2004). Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η κοινή συνειδητοποίηση του ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ έχει αποτελέσει κίνητρο για πολλές θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων από το 1986 (Dinan 1994: 279). (Είναι αρκετά ενδιαφέρον ότι η ενδυνάμωση του Κοινοβουλίου προσέλκυσε την ίδια στιγμή έναν αυξανόμενο αριθμό από λομπίστες που ζητούν από τα μέλη του Κοινοβουλίου να τους υποστηρίξουν στα αιτήματά τους (Zweifel 2002:812).<br />
<a href="http://www.cap-lmu.de/publikationen/2006/cap-analyse-2006-01.php" target="_blank"></a></p>
<p><code><a href="http://www.cap-lmu.de/publikationen/2006/cap-analyse-2006-01.php" target="_blank"><br />
</a></code><a href="http://www.cap-lmu.de/publikationen/2006/cap-analyse-2006-01.php" target="_blank">Όταν ο Thalmeier</a>, όπως πολλοί άλλοι, ασκεί κριτική στο γεγονός ότι  η απουσία διενέξεων που να προσελκύουν τα μέσα ενημέρωσης, στην προσανατολισμένη στη συναίνεση και τη διαπραγμάτευση Ευρώπη, οδηγεί σε μια ανεπάρκεια της κοινής γνώμης, πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι πράγματι τόσο απλό. ‘Κι αν τα κόμματα δεν εκπροσωπούν αντιπαραθέσεις επειδή δεν θέλουν να χάσουν ψήφους;’  ‘Ή αν τα κόμματα εκπροσωπούν μόνο τη μια ή την άλλη πλευρά για να εκφραστούν τουλάχιστον κάποιοι από τους ψηφοφόρους τους;’ Στο βιβλίο του <a href="http://books.simonandschuster.com/Why-Americans-Hate-Politics/E-J-Dionne/9780743265737" target="_blank"><em>Why Americans hate politics</em></a>, o Dionne παραπονιέται για τους ιδιοτελείς πολιτικούς, που αγνοούν τις επιθυμίες των πολιτών και δείχνει ότι οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών υπόκεινται στην ‘ψευτο- πόλωση’ δυο πολιτικών κομμάτων. ‘Στους Αμερικανούς ως σύνολο δεν αρέσει ούτε η ‘ανεκτικότητα’ ούτε ο ‘εγωϊσμός’, είναι ‘φεμινιστές και παραδοσιακοί’, ‘πιστεύουν στο συμπονετικό κράτος και στην αυτοδυναμία’.  Και ‘είναι σκεπτικιστές απέναντι στις επιχειρήσεις και σκεπτικιστές απέναντι στην κυβέρνηση, ανησυχούν για την εξουσία των εταιριών και ανησυχούν επίσης για το τι θα γίνει αν αυτές αποτύχουν’ (σσ. 325-326). Το πρόβλημα, επισημαίνει ο Dionne, είναι ότι δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να επιτρέπει στους ψηφοφόρους να εκφράσουν αυτό το δυϊσμό, κι αυτό τους κάνει να μισούν την πολιτική. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό απαιτεί την απομάκρυνση από ‘ιδεολογικές μάχες’ (σ. 332 f).</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό ακριβώς συνέβη στην ΕΕ και δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η  Ευρώπη χρειάζεται μια νέα κεντρική πολιτική και μια <em>κοινή ιδέα</em> της ιθαγένειας, όπως ζητά ο Dionne για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ότι η δημιουργία πόλωσης σε πολιτικό επίπεδο δεν συμβάλει στην εκπροσώπηση των επιθυμιών του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα, τα πολιτικά κόμματα μάλλον  αποτυγχάνουν στην εκπροσώπηση του πλουραλισμού των απόψεων ανάμεσα στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Το λόμπινγκ, από την άλλη πλευρά, μπορεί θεωρητικά να προκύψει από όλων των ειδών τις κατευθύνσεις. Δεν υπάρχουν μόνο αντιπρόσωποι από τη μεγάλη ποικιλία βιομηχανιών που εδρεύουν στις Βρυξέλλες, αλλά και ομάδες που κάνουν λόμπι για μη εμπορικά συμφέροντα όπως, για παράδειγμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή η προστασία του περιβάλλοντος (Hamill 2006). Παρόλο που η φύση αυτού του είδους συμμετοχής είναι ακόμη έμμεση, οι ομάδες των λόμπι μπορούν να οργανώσουν τα συμφέροντα σε καθημερινή βάση, με τρόπο που ένας πολύ μεγαλύτερος πλουραλισμός ατομικών συμφερόντων μπορεί να ανατεθεί και να εκπροσωπηθεί άμεσα στο πολιτικό κέντρο.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Συμπεράσματα</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Στη διάλεξή του <a href="http://crossroadsmag.eu/2006/04/8-may-schuman-lecture-an-unfinished-adventure-called-europe/" target="_blank"><em>An unfinished adventure called Europe</em></a>, o Zygmunt Bauman παρουσίασε την ‘ασιατική χερσόνησο Ευρώπη’ ως ‘εργαστήριο’. Στις Βρυξέλλες, ένας νέος τρόπος διακυβέρνησης έχει εξελιχθεί, όπου νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης έχουν την ευκαιρία να δοκιμαστούν και να αναπτυχθούν. Δείχνοντας ότι αυτό το φαινόμενο ταιριάζει εκπληκτικά καλά στα ιδανικά κριτήρια που έχουμε για τη δημοκρατία, αυτό το κείμενο επιχείρησε να μας κάνει να δούμε την πρόσφατα αναδυόμενη κουλτούρα των λόμπι από μια μάλλον απλοϊκή σκοπιά- δηλαδή, ως ευκαιρία. Οι ομάδες των λόμπι στις Βρυξέλλες είναι καλά πληροφορημένες για τις σχετικές ευρωπαϊκές υποθέσεις, οικοδομούν μια εθελοντική συμμετοχή η οποία απαιτείται γενικά για τη διασφάλιση μιας ζυγισμένης εκπροσώπησης των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως, όπως δείχνουν οι Mazey και Richardson, αναμφίβολα  “(…) παρόλες τις προσπάθειες της Επιτροπής να ενσωματώσει (…) τα συμφέροντα της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτική διαδικασία, οι πιο ισχυροί Ευρωπαίοι λομπίστες αντιπροσωπεύουν συμφέροντα μεγάλων παραγωγών, κυρίως πολυεθνικών εταιριών που τα συμφέροντά τους είναι βαθιά ριζωμένα στην Επιτροπή.” (2003: 225). Πράγματι, η ενδεχόμενη ανισόρροπη επιρροή των επί μέρους συμφερόντων παρουσιάζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την πολιτική κουλτούρα των Βρυξελλών, γεγονός που μας φέρνει πίσω στο σημείο εκκίνησης αυτού του κειμένου σχετικά με δύο σημεία:</p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι λομπίστες είναι επαγγελματίες. Άρα, όποιο συμφέρον και αν αντιπροσωπεύουν, το κέρδος παρά η εθελοντική προσφορά είναι το κύριο κίνητρο των πράξεών τους (ακόμα και αν αντιπροσωπεύουν μη-εμπορευματοποιημένα ιδεώδη, όπως της Greenpeace). Η πολιτοφροσύνυη, λοιπόν, εξαρτάται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού λόμπινγκ πάντοτε από την οικονομική ενίσχυση. Αυτή, πάλι, είναι μια ένδειξη για την πτωτική τάση της εθελοντικής συμμετοχής, που συνήθως απαιτείται για να εγγυηθεί μία ισορροπημένη αντιπροσώπευση όλων των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει, επίσης, να συνειδητοποιήσουμε ότι οι νόμοι της ΕΕ είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνοκρατικοί, πράγμα που σημαίνει ότι συνήθως αγγίζουν <em>άμεσα </em> μόνο ορισμένους κλάδους της κοινωνίας. Αυτοί είναι πιθανότερο να αναπτύξουν λομπιστική εκπροσώπηση που να αποτελείται από αμειβόμενους ειδικούς. Φυσικά, τα ισχυρά συμφέροντα προσελκύουν χρηματοδότηση πιο εύκολα, επειδή έχουν άμεση επίδραση στους κατόχους συμφερόντων. Όσο <em>πιο εστιασμένο </em>είναι ένα συμφέρον (λίγοι άνθρωποι μπορούν να χάσουν ή να κερδίσουν πολλά), τόσο πιθανότερο είναι να προωθηθεί θεσμικά και οικονομικά (αυτοί που πληρώνουν τα σπασμένα είναι εκείνοι που έχασαν όσα θα είχαν χάσει όλοι οι άλλοι μαζί, <em>αλλά λιγότερο ατομικά</em>, και δεν θα αναλάβουν επομένως αποτελεσματική δράση (π.χ. αγρότες έναντι καταναλωτών γάλακτος).</p>
<p><code><br />
</code>Μπορούμε συνεπώς να συμπεράνουμε ότι παρόλο που ο νέος πολιτισμός του λόμπινγκ μπορεί να είναι θεωρητικά ένας αποτελεσματικός τρόπος για μελλοντική πολιτική συμμετοχή, και κανείς μπορεί να σπεύσει να υπερασπιστεί αυτή τη νέα προσέγγιση υπό το φως των παραδοσιακών δημοκρατικών ιδανικών, δεν μπορεί να απελευθερώσει τους πολίτες από την εθελοντική και συνεταιριστική αρχή μιας δημοκρατίας που λειτουργεί. Μια πραγματική ισορροπία συμφερόντων μπορεί να διασφαλιστεί μόνο από δια-κοινωνική εκπροσώπηση, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ‘η σημασία του καθενός’ υλοποιείται πολιτικά στο τέλος.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><strong>Αναφορές (όσες δεν υπάρχουν με διαδικτυακούς συνδέσμους):</strong></span></p>
<p><code><br />
</code></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Blondel, J. και άλλοι. (1997). Representation and voter participation. <em>European Journal of Political Research</em>. 32. Kluwer Academic Publishers, σσ. 243-272.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Dinan, D. (1994). <em>Ever Closer Union?  An introduction to the European Community</em>. Houndmills: The Macmillan Press</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Follesdahl, A. και Hix, S. (2005). <a href="http://www.connex-network.org/eurogov/pdf/egp-connex-C-05-02.pdf" target="_blank">Why there is a Democratic Deficit in the EU : A response to Majone and Moravcsik</a>. <em>European Governance Papers (EUROGOV) No C-05-02</em></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Gerhards, J. (2001). <a href="http://www.uni-leipzig.de/~roose/ak/tagung/gerhards.pdf" target="_blank"><em>Das Öffentlichkeitsdefizit der EU im Horizont normativer Öffentlichkeitstheorien</em></a></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Habermas, J. (1965). <em>Strukturwandel der Öffentlichkeit</em>. Berlin: Hermann Luchterland Verlag </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Hamill, C. (2006). <em>Lobbying in the EU</em>. Διάλεξη στο Universiteit Maastricht.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Hardin, R. (1999). <em>Do we want to trust in government? Στο: Democracy and Trust</em>. επ. Warren, M.E. Cambridge: Cambridge University Press.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Mazey, S. et Richardson, J. (2003). Interest Groups and the Brussels Bureaucracy. Στο: <em>Governing Europe</em>. επ. Hayward, J. και Menon, A. pp. 208-227.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Meinhardt, H. (1965). <em>Teilhabe bei Platon</em>. Freiburg/München: Verlag Karl Alber</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Meyer, B. (2004). <a href="http://www.zeit.de/2004/25/euwahl" target="_blank">Armes Europa</a>. <em>Zeit</em> </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Moravcsik, A. (2004). In Defence of the ‘Democratic Deficit’: Reassessing the legitimacy of the European Union. <em>Journal of the Common Market Studies</em> (40) 4. σσ. 603-634.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Norris, P. (1997). Representation and the Democratic Deficit. Στο: <em>European Journal of Political Research</em>, τ. 32, σσ. 273-283, 1997. Kluwer Academic Publishers.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Putnam, R.D. (2000). <em>Bowling alone. The Collapse and Revival of American Community</em>. New York: Simon &amp; Schuster</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Putnam, R.D. (1993) <em>Making Democracy Work. Civic Traditions in Modern Italy</em>. Princeton: Princeton University Press</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Sennett, R. (1976). <em>The Fall of Public Man</em>. Cambridge: Cambridge University Press.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Shackleton, M. (2006). <em>The European Parliament</em>. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Lecture at the </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Universiteit Maastricht.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Thalmeier, B. (2006). <em>Partizipation und Politisierung als Antwort auf die Akzeptanz – und Legitimationskrise der Europäischen Union</em>. Centrum für Allgemeine Politikforschung (CAP). Bertelsmann Forschungsgruppe Politik. Issue 1, Mάρτιος 2006.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Zweifel, T.D. (2002) Who is without sin cast the first stone: The EU’s democratic deficit in comparison. Στο: <em>Journal of European Public Policy</em>. 9:5 Οκτώβριος 2002, σσ. 812-840.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Zabusky, S.E. (2000). Boundaries at work: Discourses and Practices of Belonging in the European Space Agency. Στο: Bellier, I. &amp; Wilson, M. <em>An Anthropology of the European Union. Building, Imaging and Experiencing the New Europe</em>, σσ. 179-200. Oxford: International Publishers</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=390</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Βασίλης Κωστάκης &#8211; Ευρωπαϊκή Ένωση, παραγωγή πολιτικής και συλλογική νοημοσύνη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=394</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=394#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:56:38 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[wikipedia]]></category>
		<category><![CDATA[βασίλης κωστάκης]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[συλλογική νοημοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=394</guid>
		<description><![CDATA[Το παρόν άρθρο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος είναι μια συλλογή αφηρημένων, σκόρπιων σκέψεων για τη διαδικασία παραγωγής «πολιτικής», ενώ το δεύτερο προτείνει πως η συλλογική νοημοσύνη θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για ενίσχυση της συμμετοχικότητας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων παρουσιάζοντας τη πλατφόρμα collaboratorium των Iandoli, Klein και Zollo. Το τελευταίο μέρος [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/kostakis.jpg" title="Βασίλης Κωστάκης"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/kostakis.jpg" title="Βασίλης Κωστάκης" alt="Βασίλης Κωστάκης" vspace="5" width="150" align="left" height="100" hspace="5" /></a></p>
<p>Το παρόν άρθρο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος είναι μια συλλογή αφηρημένων, σκόρπιων σκέψεων για τη διαδικασία παραγωγής «πολιτικής», ενώ το δεύτερο προτείνει πως η συλλογική νοημοσύνη θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για ενίσχυση της συμμετοχικότητας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων παρουσιάζοντας τη πλατφόρμα collaboratorium <a href="http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1084069" target="_blank">των Iandoli, Klein και Zollo</a>. Το τελευταίο μέρος περιλαμβάνει τα συμπεράσματα αυτού του άρθρου.<span id="more-394"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Μέρος πρώτο: Ευρωπαική Ένωση (Ε.Ε.) και παραγωγή «πολιτικής»</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Το φτωχό μου υπόβαθρο στη πολιτική επιστήμη και ο λίγος ελέυθερος χρόνος για σοβαρή ενασχόληση και βελτίωση με αναγκάζουν να προσεγγίζω και να παρατηρώ τα διάφορα θέματα πολιτικής από την οικονομική σκοπιά, την οποία κατέχω καλύτερα. Μ’ ένα παρόμοιο -ή μάλλον λίγο πιο παράδοξο- τρόπο θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες ανιχνευτικές απαντήσεις σε μερικά από τα ερωτήματα αυτού του αφιερώματος.</p>
<p><code><br />
</code>Ας αρχίσουμε λοιπόν με την υπόθεση ότι στην εποχή της πληροφορίας και των δικτύων η ΕΕ είναι μια μεγάλη εταιρία που παράγει «πολιτική», δηλαδή λαμβάνει αποφάσεις και μέτρα. Είναι γνωστό πως σήμερα το νέο παράδειγμα οργάνωσης κινείται πέρα από τις ιεραρχικές δομές και προς τα δίκτυα: <a href="www.citeulike.org/user/zephoria/article/200802" target="_blank">όπως παρατηρεί και ο Castells</a> τα δίκτυα αποτελούν τη νέα μορφολογία των κοινωνιών δίνοντας νέες μορφές στη παραγωγή,  στην εξουσία, στην «εμπειρία» (experience) και στο πολιτισμό. Για να συμπληρώσουν οι Arguilla και Ronfeldt (1996) ότι η επανάσταση στο τομέα της πληροφορίας και των αντίστοιχων τεχνολογιών διαβρώνει τις ιεραρχίες προς μια εποχή δικτύων. Παράλληλα το ίδιο συμβαίνει και στα μοντέλα οργάνωσης των επιχειρήσεων όπως εύστοχα <a href="http://www.firstmonday.org/ISSUES/issue6_11/dafermos/" target="_blank">δείχνει ο Δαφέρμος</a>.  Έτσι λοιπόν και η εξεταζόμενη εταιρία, η ΕΕ δηλαδή, οφείλει να κινηθεί προς ένα δικτυακό μοντέλο οργάνωσης. Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμά μας στο οποίο θα επανέλθουμε σε λίγο.</p>
<p><code><br />
</code>Ας περάσουμε τώρα στα μέλη της ΕΕ. Οι Ευρωπαίοι πολίτες δίνουν ύπαρξη και νόημα στην έννοια της ΕΕ προσφέροντας την εργασία τους στη παραγωγή αποφάσεων και αποτελούν το εργατικό δυναμικό της (θεωρητικά τουλάχιστον). Βέβαια η ιδιομορφία έγκειται στο γεγονός ότι κάθε Ευρωπαίος «εργάτης» κατέχει αδιευκρίνιστο ποσοστό μετοχών της εταιρίας, ενώ παράλληλα παίζει και το ρόλο του πελάτη. Επίσης τα διάφορα Ευρωπαϊκά όργανα μαζί με τις κυβερνήσεις συγκροτούν το διευθυντικό συμβούλιο. Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα πετύχουμε βελτίωση στη ποιότητα των «προϊόντων» και των «υπηρεσιών». Το παράδειγμα της Toyοta φανερώνει την επιτυχία (μεταξύ άλλων αύξηση ποιότητας, ευελιξία, ικανοποίηση εργαζομένων) από την ευρεία συμμετοχικότητα των εργαζομένων στη παραγωγή. Επομένως ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να κινηθούμε προς την ενίσχυση της συμμετοχικότητας των εργαζομένων. Με άλλα λόγια, περισσότερο ριζοσπαστικά, τα μέσα παραγωγής να δωθούν στους ανθρώπους που παράγουν.</p>
<p><code><br />
</code>Εδώ όμως υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα στην αναλογία μας. Οι Ευρωπαίοι «εργάτες» είναι αυτοί που παράγουν «πολιτική»; Αν παράγουν, πόσο παράγουν; Η ΕΕ φαίνεται να είναι εξαίρεση στον κανόνα: οι διευθυντές παραγούν παραπάνω από τους εργάτες. Το παράλογο δεν μπορεί να αντέξει υπό την ίδια μορφή στην εποχή των δικτύων και της πληροφορίας. Δύο από τα σημαντικότερα μέσα παραγωγής, η πληροφορία (γνώση, δεδομένα, πολιτισμός) και οι ΤΠΕ (Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών), είναι διαθέσιμα σε ολοένα και περισσότερους Ευρωπαίους «εργάτες» οδηγώντας σε σταδιακή -διαφαινόμενη- κατάρρευση τις παραδοσιακές ιεραρχίες.  Είναι λοιπόν σαφές ότι η εποχή μας δίνει νέες δυνατότητες συμμετοχής σε ομάδες και πολίτες που ήταν παλιότερα αποκλεισμένες από τις πολιτικές διεργασίες.</p>
<p><code><br />
</code>Αν λοιπόν η ΕΕ είναι αποφασισμένη να επιβιώσει προσφέροντας καλύτερα «προϊόντα» και «υπηρεσίες» στους πελάτες/εργάτες πρέπει να οργανωθεί σε δίκτυα, χτίζοντας διαύλους επικοινωνίας χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες τεχνολογίες. Οφείλει, βασιζόμενη στην αξία του ολοπτισμού, δηλαδή τη δυνατότητα του κάθε μέλους ανά πάσα στιγμή να βλέπει το όλον, να δημιουργεί, να συντηρεί, να ενισχύει και να ανανεώνει τα μέσα, τις «διεργασίες» (processes) και όχι το «περιεχόμενο». Κατά τη γνώμη μου το βασικότερο βήμα είναι ο κοινός Ευρωπαικός προσανατολισμός προς μια παιδεία «διεργασιών» (ιδεολογίας «μεθόδου») δηλαδή κριτικού τρόπου προσέγγισης, αντί παιδείας «περιεχομένου», «καθηκόντων» και «ορισμών». Βέβαια όταν μιλάς στους ανθρώπους για αλλαγή παιδείας, είναι συνηθισμένο να εισπράττεις αποδοκιμαστικά βλέμματα, καθώς τα αποτελέσματα γίνονται ορατά σε βάθος χρόνου. Τι συγκεκριμένες αλλαγές, λοιπόν, μπορούν να γίνουν στη παραγωγή «πολιτικής»;</p>
<p><code><br />
</code>Ας αφήσουμε για λίγο την αναλογία ΕΕ-εταιρίας και ας εξετάσουμε πως αλλάζουν οι κοινωνικές δομές. Σύμφωνα με τη Μαρξιστική προσέγγιση (Engels, 1894; Harnecker, 1974; Marx, 1889)  η οικονομία (η δομή) παίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού/νομοθετικού και ιδεολογικού επιπέδου της κοινωνίας (υπερδομή). Με λίγα λόγια αν στη διαδικάσια της παραγωγής κυριαρχούν οι αξίες της συνεργασίας, της επικοινωνίας, της συμμετοχής και της αυτοδιαχείρισης (αντί της ατομικότητας, του ανταγωνισμού, της ιεραρχίας και της αλλοτρίωσης) τότε είναι πιθανό οι έννοιες αυτές να οδηγήσουν σε παρόμοιες νέες πολιτικές διεργασίες. Η κοινωνική συνείδηση καθορίζεται από την οικονομία, τον «κατευθυντήριο μίτο» της ιστορίας (Harnecker, 1974). Δεν μπορεί συνεπώς η ΕΕ να φιλοδοξεί να υιοθετήσει πιο δημοκρατικά μοντέλα διακυβέρνησης όταν η παραγωγή στην οικονομία δεν στηρίζεται σε συγγενή μοντέλα.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Μέρος δεύτερο: Συλλογική νοημοσύνη και Ε.Ε.</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ο ερχομός του κοινωνικού Web δημιουργεί ευκαιρίες για αλληλεπιδράσεις μεγάλης κλίμακας ανάμεσα στους ανθρώπους μέσω των νέων τεχνολογικών εργαλείων: ιστολόγια, φόρουμ, wiki, email, podcast κτλ. Χρησιμοποιώντας λοιπόν αυτά τα φτηνά εργαλεία συλλογικής νοημοσύνης μπορούμε να δημιουργήσουμε εγχειρήματα μεγάλης κλίμακας για τη λήψη αποφάσεων και τη λύση προβλημάτων. Πριν προχωρήσουμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, είναι καλό να ορίσουμε τι εννοούμε με τον όρο συλλογική νοημοσύνη. Κατ’αρχήν <a href="http://scripts.mit.edu/~cci/HCI/index.php?title=Main_Page" target="_blank">νοημοσύνη είναι</a>:</p>
<p><code><br />
</code><br />
-η ικανότητα να καταλαβαίνεις ή να μαθαίνεις<br />
-να αντιμετωπίζεις νέες καταστάσεις<br />
-να χρησιμοποιείς τρόπους συλλογισμού<br />
-η ικανότητα να χρησιμοποιείς τη γνώση για να προσαρμόζεσαι σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον</p>
<p><code><br />
</code>Έτσι λοιπόν με λίγα λόγια<a href="http://scripts.mit.edu/~cci/HCI/index.php?title=Main_Page" target="_blank"> η συλλογική νοημοσύνη</a> αναφέρεται σε:</p>
<p><code><br />
</code><br />
-ομάδες που κάνουν πράγματα μαζί τα οποία φαίνονται έξυπνα<br />
-ομάδες που καταπιάνονται με νέες καταστάσεις<br />
-ομάδες που χρησιμοποιούν γνώση για να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον που αλλάζει</p>
<p><code><br />
</code>Πώς θα μπορούσε η ΕΕ να χρησιμοποιήσει την έννοια της συλλογικής νοημοσύνης και τις νέες τεχνολογίες δημιουργώντας ευκαιρίες για συμμετοχή στη παραγωγή «πολιτικής» και τη συλλογική λήψη αποφάσεων σε καίρια ζητήματα; Η πλατφόρμα του collaboratorium που αναπτύσσεται από <a href="http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1084069" target="_blank">τους Iandoli, Klein και Zollo</a> μπορεί να προσφέρει ενδιαφέρουσες αφορμές για σκέψεις και πειραματισμούς. Στην εργασία τους οι ερευνητές προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα μοντέλο, μία πλατφόρμα που θα επιτρέπει το συλλογικό στοχασμό, τη διατύπωση προτάσεων και τη λήψη συλλογικών αποφάσεων για περίπλοκα ζητήματα που μας αποσχολούν, όπως παραδείγματος χάριν η κλιματική αλλαγή. Οι παραπάνω επιστήμονες βασίζουν το collaboratorium στην ανάπτυξη επιχειρημάτων και προσπαθούν να εντοπίσουν τον τρόπο λειτουργίας των διαδικτυακών κοινοτήτων (online virtual communities) χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα μοντέλα απεικόνισης της διεργασίας (process) στη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον μέσω της επιχειρηματολόγησης στόχος τους είναι η αποφυγή των προβλημάτων της Wikipedia (τον αποκαλούμενο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Wikipedia:Edit_war" target="_blank">πόλεμο των αλλεπάλληλων επεξεργασιών</a>). Η διαφορά ανάμεσα στο collaboratorium και στα άλλα εργαλεία ευρείας χρήσης όπως τα φόρουμ, τα ιστολόγια και τα wiki, είναι ότι το πρώτο υποστηρίζει την οργανώση της γνώσης κυρίως μέσω της λογικής (του συλλογισμού) χρησιμοποιώντας<a href="http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1084069" target="_blank"> χάρτες επιχειρημάτων και εργαλεία αξιολόγησης</a>. Οι χάρτες επιχειρημάτων σκιαγραφούν τις διατυπωμένες ιδέες και προτάσεις με τρόπο τέτοιο ώστε οι επισκέπτες να μπορούν εύκολα να παρακολουθούν και να συμμετάσχουν στις διεργασίες. Εμπειρικά δεδομένα αποδεικνύουν μέχρι στιγμής ότι το collaboratorium μπορεί και δουλεύει εύρυθμα και αποτελεσματικά περιλαμβάνοντας συμμετέχοντες οι οποίοι βρίσκονται διασκορπισμένοι σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Μέρος τρίτο: Συμπεράσματα</strong></em></p>
<p><code><br />
</code><br />
Είναι λοιπόν φανερό ότι τα μέσα για την ενίσχυση της συμμετοχικότητας των Ευρωπαίων πολιτών υπάρχουν και μάλιστα σε χαμηλά κόστη.  Αν υπάρχει η βούληση από την ΕΕ για μια πιο συμμετοχική δημοκρατία, τότε οφείλει να παρέχει στους πολίτες τα μέσα παραγωγής «πολιτικής», δηλαδή τη γνώση (γνώση σχετικά με τη χρήση των τεχνολογιών), τη πρόσβαση στη πληροφορία, τη παιδεία (κριτική προσέγγιση) και τον εμπλουτισμό της οικονομικής της ατζέντας με εγχειρήματα που βασίζονται στις αξίες της συνεργασίας και της συμμετοχής. Σύμφωνα με το Μαρξ ο τρόπος παραγωγής καθορίζει όλα τ’ άλλα. Ανεξαρτήτως αν υπάρχει ή όχι η βούληση από τις ελίτ της ΕΕ για αλλαγές, οφείλουμε πρώτα εμείς να στηρίζουμε προσπάθειες παραγωγής με <a href="http://www.vimeo.com/2308689" target="_blank">«ανοικτό κώδικα» κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά στην Ουτοπία του ανοικτού σχεδιασμού των πολιτισμών</a>.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><strong>Αναφορές (όσες δεν υπάρχουν με διαδικτυακούς συνδέσμους):</strong></span></p>
<p><code><br />
</code></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Arquilla, J., and Ronfeldt, D., (1996), <em>The Advent of Netwar</em>, United States, Dept. of Defense and National Defense Research Institute, RAND.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Engels, F., (1894), <em>Lettre a B. Borgius du 25 Janvier: Marx &#8211; Engels</em>, Oeuvres Choisies, volume 3.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Harnecker, M., (1974), Les Concepts Élémentaires du Materialisme Historique, Siglo Veintiuno Editores SA.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">- Marx, K., (1889), <em>Das Kapital</em>, translated in Greek by Mavrommatis P., 1978, Σύγχρονη Εποχή.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=394</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Julie Rademacher &#8211; Για την επέκταση της Ευρώπης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=392</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=392#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:56:16 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[julie rademacher]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[φύλο]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=392</guid>
		<description><![CDATA[Είναι πολύ σημαντικό η ευρωπαϊκή πολιτική να αποτελέσει μέρος της τοπικής και εθνικής πολιτικής, υποστηρίζει η Julie Rademacher, βουλευτής του Σοσιαλδημακρατικού Κόμματος της Δανίας. Όταν τόσοι Ευρωπαίοι πολίτες δεν γνωρίζουν πολλά για την Ευρώπη και τι αντιπροσωπεύει, γίνεται απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελέσει μέρος του σχολικού προγράμματος. Μια συνέντευξη στην Ελένη Χριστίδου για το [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/julierademacher.jpg" title="Julie Rademacher"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/julierademacher.jpg" title="Julie Rademacher" alt="Julie Rademacher" vspace="5" width="150" align="left" height="110" hspace="5" /></a></p>
<p>Είναι πολύ σημαντικό η ευρωπαϊκή πολιτική να αποτελέσει μέρος της τοπικής και εθνικής πολιτικής, υποστηρίζει η Julie Rademacher, βουλευτής του Σοσιαλδημακρατικού Κόμματος της Δανίας. Όταν τόσοι Ευρωπαίοι πολίτες δεν γνωρίζουν πολλά για την Ευρώπη και τι αντιπροσωπεύει, γίνεται απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελέσει μέρος του σχολικού προγράμματος.<span id="more-392"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Μια συνέντευξη στην Ελένη Χριστίδου για το Re-public</strong></em></p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Γιατί πιστεύετε ότι είναι τόσο εύκολο σήμερα για τους Ευρωπαίους πολίτες να λένε όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Νομίζω ότι είναι πιο εύκολο γιατί είμαστε περισσότερες από έξι χώρες. Είμαστε πολλές χώρες που έχουμε τα δικά μας εθνικά συμφέροντα και είναι θεμιτό να λες όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση όταν έχεις προβλήματα στην πατρίδα σου.  Παράδειγμα, η Ιρλανδία: κατά την άποψή μου, πολλοί Ιρλανδοί είναι υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπέρ της ευρωπαϊκής σύγκλισης, αλλά δεν τους αρέσουν οι πολιτικοί τους στην Ιρλανδία κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που είπαν όχι στη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Δεν νομίζω ότι στα δημοψηφίσματα οι άνθρωποι ψηφίζουν πάντα κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ότι καταψηφίζουν επίσης εθνικά συμφέροντα και ατζέντες ή, ίσως, και κακούς πολιτικούς. Γι’ αυτό και είναι πιο σημαντικό για τους Ευρωπαίους πολιτικούς παρά για τους εθνικούς να συνδέονται με τους πολίτες. Επιπροσθέτως, είναι πολύ δύσκολο, για παράδειγμα στη Δανία απ’ όπου προέρχομαι, να εμφανιστείς στα μέσα ενημέρωσης και να μιλήσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική, να χρησιμοποιήσεις τα μέσα ενημέρωσης γι’ αυτό το σκοπό. Αυτός είναι ο λόγος που ξερούμε πολύ περισσότερο για το εθνικό κοινοβούλιο, αλλά είμαστε ανενημέρωτοι για το ευρωκοινοβούλιο. Κι είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Είναι πιο εύκολο να πουλήσεις ένα ‘όχι’ στους πολίτες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση από ένα ‘ναι’;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Ναι, είναι εύκολο να κάνεις μια εκστρατεία του ‘όχι’, μια εκστρατεία κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη πλευρά, είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις γιατί χρειαζόμαστε την Ευρωπαϊκή Ένωση, να κάνεις τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι χρειαζόμαστε μια κοινότητα όχι μόνο σε εθνικό αλλά επίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο: για να αντιμετωπίσουμε, για παράδειγμα, την οικονομική κρίση. Επειδή δεν είναι άμεσο, η διασύνδεση δεν είναι σαφής: ‘γιατί κάποιος στις Βρυξέλλες θα νοιαστεί για τη δουλειά μου στην πόλη μου, στη Δανία;’, μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Είναι πολύ σημαντικό για τους Ευρωπαίους πολιτικούς να περνούν καλύτερα το μήνυμα, να μην εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης μόνο στις εκλογές, αλλά και μεταξύ εκλογών. Έτσι ώστε η ευρωπαϊκή πολιτική να αποτελέσει μέρος της τοπικής και εθνικής πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Νομίζετε ότι το ευρωκοινοβούλιο πρέπει να είναι περισσότερο παρόν στα κράτη- μέλη;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Όχι, νομίζω ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν αυτή την ευθύνη, αλλά νομίζω επίσης πως και τα μέσα ενημέρωσης έχουν ευθύνη.  60% των νόμων που έχουμε στη Δανία προέρχονται, για παράδειγμα, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται το πολύ με ένα 5% του συνολικού έργου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και δεν πιστεύω ότι οι πολιτικοί δεν επιθυμούν να ακούγονται. Τα μέσα ενημέρωσης και οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ευθύνη να γίνονται γνωστές οι συζητήσεις και οι νόμοι που θεσπίζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, οι πολιτικές διαδικασίες είναι πιο ανοιχτές στο ευρωκοινοβούλιο απ’ όσο είναι στο δανικό κοινοβούλιο. Αλλά ο κόσμος πιστεύει το αντίθετο. Δεν ξέρει. Πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν πολλά για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τι αντιπροσωπεύει. Είναι λοιπόν σημαντικό η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελέσει μέρος του σχολικού προγράμματος.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Αναφέρεστε στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση θεωρείται συνήθως εθνικό θέμα και σπάνια ακούμε προτάσεις γι’ αυτήν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Είναι επίσης σημαντικό τα σχολεία να διδάσκουν πώς θεσπίζονται οι νόμοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως και στα εθνικά κοινοβούλια. Είναι σημαντικό οι νέοι και οι μεγαλύτεροι να συζητούν για την ευρωπαϊκή πολιτική- την αμυντική πολιτική, την πολιτική που έχει να κάνει με το φύλο- και όχι μόνο για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως σοσιαλδημοκράτισσα θέλω μια πιο κοινωνική Ευρώπη, και επομένως θα μου άρεσε να συζητώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο τα ‘δύσκολα’ αλλά και τα πιο ‘ήπια’ θέματα, όπως η αγορά εργασίας, το φύλο, η ισότητα ή η εκπαίδευση. Όχι μόνο για την οικονομία και την εξωτερική πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Είναι μια μέθοδος εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Θέλουμε ανθρώπινες αξίες στην πολιτική, θέλουμε οι νόμοι να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο. Θέλουμε να συζητάμε την πολιτική για το λαό με το λαό. Στο ευρωκοινοβούλιο ασχολούνται για την οικονομία, τη χρηματοοικονομική πολιτική, την εξωτερική πολιτική ή άμυνα. Ευτυχώς τώρα ασχολούνται, επίσης, για την κλιματική αλλαγή, την υπερθέρμανση του πλανήτη κλπ. Αυτό είναι πολύ καλό, αλλά εξακολουθώ να λέω τι γίνεται με την ισότητα των φύλων, τα κοινωνικά ζητήματα, την εκπαίδευση κ.α.; Σήμερα στη Δανία πολλές γυναίκες είναι κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή η συζήτηση εκεί αφορά μόνο την ‘υψηλή πολιτική&#8217;. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να βάλουμε γυναικεία ζητήματα στην ατζέντα, να κάνουμε τις γυναίκες να αγαπήσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή είναι η δημοκρατική οδός. Γι’ αυτά δουλεύω στο εθνικό κοινοβούλιο: για θέματα που έχουν να κάνουν με το φύλο, την εκπαίδευση και την αγορά εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.</p>
<p>Στη Δανία έχουμε ισχυρές συνδικαλιστικές ενώσεις και ισχυρό κοινωνικό κράτος. Μολονότι η φιλελεύθερη-συντηρητική κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να το μικρύνει, εμείς εργαζόμαστε για να το αναπτύξουμε, διαπραγματευόμαστε σκληρά. Είναι σημαντικό τι είδους κυβέρνηση έχουμε στη Δανία αλλά είναι επίσης πολύ σημαντικό τι είδους Επιτροπή ή τι είδους κοινοβούλιο έχουμε στην Ευρώπη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Ένα άλλο ζήτημα είναι, λοιπόν, ότι η Ευρώπη είναι και πολιτική. Μπορεί να είναι δεξιά ή αριστερή και αυτό να κάνει τη διαφορά;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Ακριβώς. Είχαμε μερικές θετικές εξελίξεις στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες. Στη Ρουμανία έγιναν μόλις τώρα εκλογές και κέρδισαν οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ μέχρι τώρα ήταν ταμπού να είσαι σοσιαλδημοκράτης σ’ αυτές τις χώρες. Αυτή είναι μια ευοίωνη υπόσχεση για το μέλλον των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι κρίσιμο θέμα το τι είδους Ευρώπη έχουμε. Είναι σημαντικό να έχουμε γυναίκες και άντρες εξίσου ως πολιτικούς εκπροσώπους, να έχουμε μεγαλύτερους ανθρώπους με κοστούμια και νεότερους με τζην. Θέλω λοιπόν μια Ευρώπη και μια Ευρωπαϊκή Ένωση δημοκρατική. Θέλω νέους, γέρους, άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ κλπ. Είναι πολύ σημαντικό να το έχουμε κατά νου όταν θα πάμε τον Ιούνιο σε εκλογές.</p>
<p>Θα είναι δύσκολα τα πράγματα, αυτή τη φορά, στη Δανία, επειδή ο τέως πρωθυπουργός μας, ο Πολ Ράσμουσσεν, που κέρδισε με μεγάλη διαφορά στις τελευταίες εκλογές, δεν θα κατέβει ξανά. Θα είναι δύσκολο για μας. Ως σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουμε την ευθύνη να δημιουργήσουμε μια ομάδα που θα πετύχει. Δεν θα στείλουμε ανθρώπους στις εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο αν δεν έχουν καμιά πιθανότητα, αν είναι τελειωμένοι σε εθνικό επίπεδο. Νομίζω ότι χρειαζόμαστε ανθρώπους με πείρα όπως ο Πολ Ράσμουσσεν, αλλά και νέους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες. Έχουμε την ευθύνη να φτιάξουμε την ομάδα, που θα μας εκπροσωπήσει επιτυχώς στο ευρωκοινοβούλιο. Παρόλο που κατεβαίνω στις εθνικές εκλογές, θα υποστηρίξω τους υποψήφιους μας για το ευρωκοινοβούλιο και το ευρωπαϊκό σχέδιο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Και μια τελευταία ερώτηση. Πώς βλέπετε μια σοσιαλδημοκρατική Ευρώπη. Τι διαφορετικό θα έχει;</p>
<p><strong><code><br />
</code>Julie Rademacher:</strong> Νομίζω ότι ο Πολ Ράσμουσσεν το έθεσε εύστοχα κι αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα αυτού του συμβουλίου: ‘πρώτα οι άνθρωποι’. Η οικονομική κρίση έδειξε ότι κατά το παρελθόν θεωρήθηκε ότι η οικονομία είναι πάνω απ’ τους ανθρώπους κι ότι οι άνθρωποι πρέπει να ελέγχονται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Ράσμουσσεν είπε: ‘ Θα το κάνουμε αντίστροφα, οι άνθρωποι θα ελέγχουν την οικονομία’. Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά δημοκρατικά ζητήματα για την επόμενη διετία. Το υποστηρίζω: πρώτα οι άνθρωποι, οι άνθρωποι πριν απ’ την οικονομία. Η οικονομία είναι πολύ σημαντική αλλά μόνο όσο μπορούμε να την ελέγχουμε με τις αξίες μας. Οι πολιτικοί στην Ευρώπη πρέπει να κάτσουν μαζί και να να βρουν λύσεις, πρέπει να δείξουν γιατί τους εκλέξαμε κι ότι μπορούν να βάλουν τους ανθρώπους πρώτα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό ζήτημα. Έπειτα μπορούμε να συζητήσουμε για το φύλο, την ισότητα, τα κοινωνικά ζητήματα και τα υπόλοιπα θέματα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=392</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Εμμανουήλ Σιγάλας &#8211; Από την αντιπροσωπευτική στη συμμετοχική δημοκρατία; Η Ε.Ε. σε σταυροδρόμι</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=386</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=386#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 08:55:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[read also]]></category>
		<category><![CDATA[Ευρώπη]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[Εμμανουήλ Σιγάλας]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=386</guid>
		<description><![CDATA[Μέχρι πρόσφατα η κρίσιμη καμπή για την ανάπτυξη της δημοκρατικής διακυβέρνησης στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν οι πρώτες άμεσες εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1979. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει τη σοβαρότητα αυτής της κίνησης, γιατί απαιτούσε πολιτική γενναιότητα και όραμα να οδηγηθεί η Ευρώπη σε άγνωστα νερά. Τριάντα χρόνια μετά, η δημοκρατία στην [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/participatory-democracy.jpg" title="participatory democracy"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/02/participatory-democracy.jpg" title="participatory democracy" alt="participatory democracy" target="_blank" vspace="5" width="132" align="left" height="95" hspace="5" /></a></p>
<p>Μέχρι πρόσφατα η κρίσιμη καμπή για την ανάπτυξη της δημοκρατικής διακυβέρνησης στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  ήταν οι πρώτες άμεσες εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1979. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει τη σοβαρότητα αυτής της κίνησης, γιατί απαιτούσε πολιτική γενναιότητα και όραμα να οδηγηθεί η Ευρώπη σε άγνωστα νερά.<span id="more-386"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Τριάντα χρόνια μετά, η δημοκρατία στην Ε.Ε. βρίσκεται ξανά στο κατώφλι μιας άλλης σημαντικής φάσης της εξέλιξής της. Τον Ιούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα εισέλθει στην 7η θητεία του γιορτάζοντας τα 30 χρόνια του στην υπηρεσία των πολιτών της Ευρώπης και την προώθηση της δημοκρατίας σε υπερεθνικό επίπεδο. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων, οι εξουσίες του Ευρωκοινοβουλίου αυξήθηκαν ουσιαστικά. Οι περισσότεροι τομείς της νομοθεσίας της Ε.Ε. εμπίπτουν τώρα στο πεδίο της διαδικασίας συναπόφασης, που επιτρέπει στο Ευρωκοινοβούλιο να έχει την τελευταία λέξη σε ζητήματα μεγάλης σημασίας. Επιπλέον, το Ευρωκοινοβούλιο μπορεί να αποπέμψει το κολλέγιο των Ευρωπαίων Επιτρόπων ως σύνολο, ενώ απαιτείται η έγκρισή του για τον διορισμό της νέας Επιτροπής ή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.</p>
<p><code><br />
</code>Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η συνεχιζόμενη μείωση της συμμετοχής στις ευρωπαϊκές εκλογές, οι διαδοχικές αποτυχίες στην επικύρωση της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης και τώρα της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας, σε συνδυασμό με τα προβλήματα στην επικύρωση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Μάαστριχτ), δείχνουν ότι η λαϊκή συναίνεση για το υπερεθνικό εγχείρημα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι πολίτες μοιάζουν να έχουν συνειδητοποιήσει περισσότερο από ποτέ ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια διαδικασία με εκτεταμένες επιδράσεις στην καθημερινή ζωή τους, ακόμη κι αν η γνώση τους για τις υποθέσεις της Ε.Ε. παραμένει περιορισμένη.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Ευρωπαίους πολίτες επειδή απέτυχαν να κατανοήσουν ένα περίπλοκο δίκτυο αλληλεξαρτώμενων σωμάτων με αντικρουόμενα, συχνά,  συμφέροντα. Ακόμη κι ένας ειδικός μπορεί εύκολα να χαθεί στο λαβύρινθο της λήψης αποφάσεων της Ε.Ε. Ούτε πρέπει, όμως, να σπεύσουμε να κατηγορήσουμε την Ε.Ε. Η Ένωση έχει ξοδέψει μεγάλα χρηματικά ποσά, όλα αυτά τα χρόνια, στην προσπάθειά της να μειώσει το έλλειμμα πληροφόρησης: ένας τεράστιος αριθμός εγγράφων δημοσιεύεται σε 23 γλώσσες, ενώ προηγμένης τεχνολογίας ιστοσελίδες παρέχουν στο κοινό εύκολη πρόσβαση στα περισσότερα έγγραφα της Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αιτίες για την αποξένωση των πολιτών από την Ε.Ε. είναι πολλές, οι κυριότερες όμως είναι τρεις. Πρώτον, οι πολιτικές και οι διαδικασίες είναι περίπλοκες, επειδή αποτελούν το αποτέλεσμα επίπονων συμβιβασμών μεταξύ, και εντός, υπερεθνικών και εθνικών σωμάτων. Δεύτερον, η καθημερινή ζωή των ανθρώπων γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη, απαιτώντας περισσότερο χρόνο και προσοχή και, συνεπώς, αφήνοντας τους ελάχιστα περιθώρια για να παρακολουθήσουν ή να εμπλακούν στις πολιτικές της Ε.Ε. Τρίτον, οι πολίτες που θα ήθελαν να έχουν έναν πιο ενεργό ρόλο δεν έχουν πολλές επιλογές πέραν της ψηφοφορίας στις ευρωπαϊκές εκλογές κάθε πέντε χρόνια.</p>
<p><code><br />
</code>Τα προβλήματα δημοκρατικής νομιμότητας της Ε.Ε. επιτείνονται από τη δραματική πτώση της συμμετοχής στις ευρωπαϊκές εκλογές. Από 63% το 1979, ο μέσος όρος συμμετοχής έπεσε στο  45.6% το 2004 και δύσκολα μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος για τις επικείμενες εκλογές. Το εκλογικό ενδιαφέρον στις πιο ώριμες δημοκρατίες ανά τον κόσμο μειώνεται,  αλλά το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Φυσικά, τίθεται έτσι το ερώτημα πόσο αντιπροσωπευτικό είναι στην πραγματικότητα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εάν μόνο μια μειοψηφία Ευρωπαίων πολιτών πηγαίνει να ψηφίσει. Οπωσδήποτε πρέπει να γίνουν πιο θαρραλέα βήματα για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ πολιτών και Ε.Ε. Ένα ισχυρό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι απαραίτητο αλλά δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για τη δημοκρατική νομιμότητα της Ένωσης.</p>
<p><code><br />
</code><a href="http://europa.eu/lisbon_treaty/index_en.htm" target="_blank">Η νέα Συνθήκη της Λισσαβόνας</a> μοιάζει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς προβλέπει έναν μεγαλύτερο, μολονότι περιορισμένο ακόμα, ρόλο για τους Ευρωπαίους πολίτες. Εάν η συνθήκη τεθεί σε ισχύ, η ΕΕ θα κάνει το πρώτο ιστορικό βήμα της προς την συμμετοχική δημοκρατία, χωρίς να υπονομεύσει στο ελάχιστο την αντιπροσωπευτική της διάσταση.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a>  Το άρθρο 8 Β της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης παρέχει το δικαίωμα στους Ευρωπαίους πολίτες να εισαγάγουν νομοθεσία στην Ε.Ε., καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή  να υποβάλει μια πρόταση πολιτικής στο συμβούλιο υπουργών και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από την άποψη του δημοκρατικού νεωτερισμού, είναι ένα βήμα ανάλογο με την εγκαθίδρυση των πρώτων άμεσων εκλογών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η σημασία του δεν είναι μόνο συμβολική αλλά και ουσιαστική: χρειάζονται μόνο ένα εκατομμύριο υπογραφές, δηλαδή λιγότερες από το 0.25% του εκλογικού σώματος της Ε.Ε., από έναν ‘ικανό αριθμό κρατών-μελών’ προκειμένου να ενεργοποιηθεί το σύστημα λήψης αποφάσεων της Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code>Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς θα ασκηθεί στην πράξη αυτό το νέο δημοκρατικό δικαίωμα. Ασφαλώς, όπως συμβαίνει με άλλα δημοκρατικά δικαιώματα, στις πραγματικές, σε αντίθεση με τις ιδεατές, δημοκρατίες, το δικαίωμα διατύπωσης αιτήματος μπορεί να γίνει αντικείμενο κατάχρησης. Για παράδειγμα, μπορούμε να φανταστούμε ότι περιθωριακά κόμματα ή πολιτικές δυνάμεις θα χρησιμοποιήσουν αυτό το δικαίωμα για να υπονομεύσουν τις ίδιες ακριβώς οργανώσεις που το δημιούργησαν. Γι’ αυτό, η λαϊκή πρωτοβουλία θα περιορίζεται από τις ήδη υπάρχουσες κανονικές διαδικασίες της ΕΕ. Έτσι, ακόμη κι αν ακραίες πολιτικές δυνάμεις επιχειρήσουν να χρησιμοποιήσουν το δικαίωμα διατύπωσης αιτήματος των πολιτών για δικούς τους σκοπούς, θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι  το αίτημά τους εμπίπτει στις δικαιοδοσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να εγκριθεί από το Συμβούλιο και/ή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν η πρόταση γίνει νομοθεσία.</p>
<p><code><br />
</code>Παρόλα αυτά, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το δικαίωμα διατύπωσης αιτήματος των πολιτών  είναι απίθανο να επιλύσει πλήρως τα χρονίζοντα προβλήματα δημοκρατίας στην Ε.Ε. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος θα υποφέρει από τα συνήθη προβλήματα συλλογικής δράσης. Με άλλα λόγια, θα είναι δύσκολο για τους απλούς πολίτες  να οργανωθούν κατάλληλα και να συντονιστούν με τους πολίτες άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. Η έλλειψη πληροφόρησης, πόρων, διοικητικής εμπειρίας, ακόμη και η απουσία κοινής γλώσσας θα λειτουργήσουν ως φράγματα για τον απαιτούμενο αριθμό Ευρωπαίων πολιτών που θα πρέπει να συγκεντρωθούν και να ασκήσουν το δικαίωμά τους αποτελεσματικά.</p>
<p><code><br />
</code>Σημαίνει αυτό ότι η εισαγωγή των πολιτών στην πολιτική, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι κενό γράμμα; Με κανένα τρόπο! Όλοι εκείνοι που ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν και να ζήσουν σε μια πλήρως δημοκρατική ΕΕ θα καλωσορίσουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία που προωθεί τη συμμετοχική, ενεργή και άμεση δημοκρατία. Η εγκαθίδρυση του δικαιώματος διατύπωσης αιτήματος των Ευρωπαίων πολιτών θα μας διδάξει πολύτιμα μαθήματα σε σχέση με τη δυναμική της συμμετοχικής δημοκρατίας, τόσο όσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο. Θα μας δείξει πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τη δημοκρατική πρακτική στην πραγματική ζωή, εάν είναι καλή ιδέα η περαιτέρω προώθηση της συμμετοχικής δημοκρατίας και πώς μπορούμε να την πετύχουμε. Και, πιο σημαντικό απ’ όλα, θα ανοίξει το δρόμο για την άμεση και συστηματική συμμετοχή των Ευρωπαίων στην κατασκευή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Ας ελπίσουμε ότι σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον η συμμετοχή  θα αποτελεί  τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Οι Ιρλανδοί πολίτες ψήφισαν όχι στη συνθήκη της Λισσαβώνας στο δημοψήφισμα της 12ης Ιουνίου 2008. Όταν γραφόταν αυτό το κείμενο, η επικύρωση της συνθήκης εκκρεμούσε στην Τσεχία, τη Γερμανία, την Πολωνία, και τη Σουηδία.</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=386</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Andrew Moravcsik &#8211; Η τουρκική ένταξη σε μία Ευρώπη πολλών ταχυτήτων;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=350</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=350#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:41:00 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Andrew Moravcsik]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[φιλελευθερισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=350</guid>
		<description><![CDATA[Σε αυτή τη σύντομη συνέντευξη, ο Andrew Moravcsik υποστηρίζει ότι η διεύρυνση της ΕΕ είναι η πιο μεγάλη επιτυχία της Ευρώπης, στη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο. Προειδοποιεί ότι η πολεμική γύρω από την ένταξη της Τουρκίας θα πρέπει από ερωτήματα για τον προσδιορισμό της Ευρωπαϊκής ταυτότητας ή της πορείας του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος προς πιο πραγματιστικές εκτιμήσεις για [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/andrew-moravscik.jpg" title="Andrew Moravcsik"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/andrew-moravscik.jpg" title="Andrew Moravcsik" alt="Andrew Moravcsik" width="115" align="left" height="125" /></a>Σε αυτή τη σύντομη συνέντευξη, ο Andrew Moravcsik υποστηρίζει ότι η διεύρυνση της ΕΕ είναι η πιο μεγάλη επιτυχία της Ευρώπης, στη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο. Προειδοποιεί ότι η πολεμική γύρω από την ένταξη της Τουρκίας θα πρέπει από ερωτήματα για τον προσδιορισμό της Ευρωπαϊκής ταυτότητας ή της πορείας του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος προς πιο πραγματιστικές εκτιμήσεις για τα αμοιβαία οφέλη που θα μπορούσαν να έχουν και οι δύο πλευρές. <span id="more-350"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη προσέγγιση, ‘η ολοκλήρωση της Ε.Ε. έχει ως πρωταρχικό κίνητρο τα  υλικά εθνικά συμφέροντα, όπως τα βλέπουν οι αρχηγοί των κυβερνήσεων’ και όχι  ιδεολογικούς ή γεωπολιτικούς λόγους. Η πορεία της Τουρκίας προς την ένταξη έχει επιβραδυνθεί. Ο ευρωσκεπτικισμός στην Τουρκία θέτει σε αμφιβολία τη ‘δύναμη έλξης της Ε.Ε.’, ο τουρκοσκεπτικισμός στο εσωτερικό της Ε.Ε. θέτει ζητήματα τουρκικής εσωτερικής πολιτικής, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γεωπολιτικής ασφάλειας κλπ. Από τη μια πλευρά, η δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις Ε.Ε.- Τουρκίας κυριαρχείται από πολιτισμικά ή θεσμικά επιχειρήματα κατά της τουρκικής ένταξης. Από την άλλη, υπογραμμίζεται η μοναδικότητα της Τουρκίας. Είναι η Τουρκία ένα αντι-παράδειγμα του φιλελεύθερου επιχειρήματος ή όχι; Σε αυτό το συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο, πόσο εύκολη είναι η διάδοση της φιλοσοφίας ενός εξευρωπαϊσμού  που απαιτεί προσαρμογή και εναρμόνιση απ’ την πλευρά του υποψηφίου μέλους;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Andrew Moravcsik:</strong>Το επιχείρημά μου είναι ότι η ολοκλήρωση της Ε.Ε. έχει ως πρωταρχικό κίνητρο τα εθνικά συμφέροντα ‘σε συγκεκριμένα ζητήματα’, που έχουν να κάνουν με τη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Γεγονός είναι ότι η Ε.Ε. είχε κυρίως να κάνει, όλα αυτά τα χρόνια, με οικονομικά ζητήματα, κι έτσι τα περισσότερα (όχι όμως όλα) από αυτά τα συμφέροντα είναι υλικά. Η Ε.Ε. έχει να κάνει με τη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Το γεγονός ότι σχεδόν κάθε χώρα στην Ευρώπη, από τη Σουηδία μέχρι την Τουρκία- παρά τις πολύ διαφορετικές ταυτότητες και πολιτικούς πολιτισμούς- επεδίωξε την ένταξη στην Ε.Ε., σχετίζεται με την κοινή φύση της πρόκλησης της παγκοσμιοποίησης. Ας πάρουμε τις χώρες που επιδιώκουν σήμερα την ένταξη στην Ε.Ε., όπως αυτές των Δυτικών Βαλκανίων. Πολλοί θεσμοί θα μπορούσαν να τους προσφέρουν μια ‘ευρωπαϊκή ταυτότητα’ – το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΑΣΕ, το ΝΑΤΟ- αλλά η Ε.Ε. εξακολουθεί να έχει εξέχουσα σημασία που οφείλεται σε υλικά οφέλη, τα οποία μπορούν να προκαλούν μεταβολές-από οικονομική, κοινωνική και πολιτική άποψη. Για την Τουρκία, οι υλικοί δεσμοί με την Ευρώπη- η ζώνη ελεύθερου εμπορίου, η μετανάστευση και η προοπτική της ένταξης- έχουν ήδη μεταβάλει ουσιαστικά την εσωτερική πολιτική της. Βέβαια, όπως επισημαίνουν φιλελεύθεροι θεωρητικοί, η αλληλεξάρτηση μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης είναι ασύμμετρη: Η διμερής αλληλεξάρτηση είναι πιο σημαντική για την Τουρκία παρά για την Ε.Ε. Το αποτέλεσμα: λιγότερα κίνητρα έχει η Ευρώπη να ευνοήσει την τουρκική ένταξη, παρά η Τουρκία να γίνει μέλος της. Το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον έχει μειωθεί-πολύ βραχυπρόθεσμη πολιτική, κατά τη γνώμη μου- και ως αποτέλεσμα, η τουρκική εσωτερική υποστήριξη έχει υποχωρήσει. Πιστεύω όμως ότι η τουρκική θέση αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, αντίδραση. Εάν οι Ευρωπαίοι καλωσόριζαν την Τουρκία, είμαι πεπεισμένος ότι η αντίδραση θα ήταν διαφορετική.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>:Ο εκσυγχρονισμός της Τουρκίας συνδέεται με την προοπτική της Ε.Ε., υπό την έννοια ότι το δυτικό πρότυπο είναι το μόνο προοδευτικό πρότυπο για την Τουρκία. Πιστεύετε ότι ο εκσυγχρονισμός της Τουρκίας ταυτίζεται με τη δυτικοποίησή της;</p>
<p><strong>Andrew Moravcsik</strong><strong>:</strong>Ορισμένες πτυχές του εκσυγχρονισμού είναι οικουμενικές: βασικά δικαιώματα και δημοκρατία, επιστημονική γνώση και οικονομική ανάπτυξη, δέσμευση για κοινωνική πρόνοια, παιδεία. Η συγκεκριμένη μορφή, όμως, που λαμβάνουν δεν είναι αναγκαστικά ευρωπαϊκή ή αμερικανική. Μπορεί να είναι κινέζικη, ινδική, τουρκική ή οτιδήποτε άλλο. Ο εκσυγχρονισμός είναι οικουμενικός- και συμβατός με όλους αυτούς τους πολιτισμούς. Υπάρχει ένα βασικό σημείο για να κατανοήσει κανείς τη φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης- και των ‘δυτικών’ πολυμερών οργανώσεων γενικά. Η Ευρώπη παραμένει μια ένωση κρατών-μελών και το καθένα από αυτά αποτελεί πρωταρχική αναφορά πολιτικής ταυτότητας για τους πολίτες του. Η Ε.Ε. εγκαθιδρύει χαλαρή συνεργασία σε ορισμένα, οικονομικά κυρίως,  ζητήματα (διεθνές εμπόριο, χρήμα, οικονομία, ρυθμίσεις), αφήνοντας περίπου 80-90% περιθώριο στις εθνικές νομοθεσίες και κανονισμούς. Τα εθνικά θέματα περιλαμβάνουν αυτά που είναι πιο σημαντικά για τις πολιτικές ταυτότητες: φορολογία, κοινωνική πρόνοια, συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη, άμυνα, πολιτική για τον πολιτισμό και τη γλώσσα, παιδεία, τοπικές υποδομές, ποινικό δίκαιο, ανθρώπινα δικαιώματα, θρησκεία και άλλα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα της Ε.Ε., εάν είχε γίνει αποδεκτό, θα είχε αντικαταστήσει το σύνθημα ‘ όλο και πιο στενή ένωση’ με το σύνθημα ‘ενότητα στη διαφορά’. Αυτό το σύνθημα αντανακλά καλύτερα αυτό που πραγματικά είναι η Ε.Ε. Δεν υπάρχει, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ, ένα ‘ευρωπαϊκό υπερκράτος’ που θα αντικαταστήσει το έθνος-κράτος ή τον πολιτισμό του.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Υποστηρίζετε ότι ‘η Ε.Ε. εστιάζεται μάλλον στη διαχείριση της κοινωνικο-οικονομικής παγκοσμιοποίησης, παρά ρυθμίζει την γεωπολιτική ασφάλεια’. Πιστεύετε ότι η Ε.Ε., που δεν διακρίνεται για την ικανότητά της στην επίλυση των συγκρούσεων, θα μπορέσει να διαχειριστεί τις αναπόφευκτες γεωστρατηγικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Andrew Moravcsik:</strong>Ας έχουμε κατά νου δυο γεγονότα. Πρώτον, ότι η κοινή εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. υιοθετείται συλλογικά στα μικρότερα ζητήματα, αλλά μέσω των ‘συνασπισμών των προθύμων’ στα θέματα άμυνας. Δεύτερον,  ότι η τουρκική ένταξη είναι απίθανο να προκύψει μέσα στην επόμενη δεκαετία και στο διάστημα αυτό ζητήματα όπως το Κυπριακό είναι πιθανό να έχουν λυθεί. Δεν είναι λοιπόν τόσο σαφές για ποιες απ’ αυτές τις δυσοίωνες και ‘αναπόφευκτες γεωστρατηγικές συνέπειες’  θα πρέπει να ανησυχούμε. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ εδώ και πενήντα χρόνια, χωρίς να έχουν προκύψει καίρια προβλήματα: δύσκολα βλέπει κανείς γιατί η ένταξή της στην Ε.Ε. θα αποτελούσε πρόβλημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Η Ε.Ε. αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανάπτυξη μιας ισχυρής αντίληψης για την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Πιστεύετε ότι αυτό παίζει σημαντικό ρόλο και στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας της Τουρκίας έναντι της Ευρώπης; Με άλλα λόγια, συμφωνείτε ότι οι σχέσεις Τουρκίας- Ε.Ε. δεν οδηγούν τόσο σε μια σύγκρουση πολιτισμών όσο σε μια σύγκρουση των αντικρουόμενων ορισμών για την ίδια την Ευρώπη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Andrew Moravcsik:</strong> Δεν πιστεύω ότι οι σχέσεις Τουρκίας- Ε.Ε. είναι είτε  σύγκρουση πολιτισμών ή σύγκρουση αντικρουόμενων ορισμών της Ευρώπης. Σχετικά με το τελευταίο: Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό Ευρωπαίων δέχονται την Ε.Ε. – ή δέχτηκαν ποτέ το ευρωπαϊκό σχέδιο- επειδή πιστεύουν σε μια βαθιά ‘ευρωπαϊκή ταυτότητα’, με την έννοια ενός ομοσπονδιακού σχεδίου, κάποιων Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης που θα αντικαταστήσουν το έθνος-κράτος. Οι περισσότεροι τη δέχονται επειδή επιζητούν τα πραγματιστικά οφέλη της Ευρώπης- ή πιστεύουν σε μια ‘ευρωπαϊκή ταυτότητα’, όπου, όπως σημείωσα στην απάντησή μου στην ερώτηση 2, η Ε.Ε. χειρίζεται μια σειρά οικονομικών ζητημάτων. Αντίθετα,  η διαμόρφωση πολιτικής για θέματα που έχουν να κάνουν με την ‘ταυτότητα’ παραμένει εθνική. Όσο πιο γρήγορα μπορέσει η ευρωπαϊκή ρητορική να αλλάξει έτσι ώστε να συμβαδίσει με αυτή την πραγματικότητα, τόσο το καλύτερο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πώς μπορούν τα σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα της Ε.Ε. να διασαφηνίσουν τις αμφιθυμίες τους έναντι της Τουρκίας, προκειμένου να εκφράσουν μια σαφή υποστηρικτική θέση βασισμένη στις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Andrew Moravcsik:</strong> Ακούω συχνά αυτή την κάπως αφελή ερώτηση από τους Αμερικανούς. Στη χώρα μου, δεν έχουμε εσωτερικό πολιτικό κόστος όταν λέμε στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να κάνουν πράγματα που έχουν κόστος γι’ αυτές. Η κυβέρνησή μας στέλνει συχνά διπλωμάτες  για ‘να ενισχύσει την αποφασιστικότητα’ των Ευρωπαίων ηγετών στο θέμα της τουρκικής ένταξης. Αυτό είναι σχεδόν πάντα αντιπαραγωγικό. Αυτοί που προτείνουν στους Ευρωπαίους να ‘διασαφηνίσουν’ τη θέση τους, πρέπει να λάβουν υπόψη κάποια δυσάρεστα στοιχεία: δυστυχώς, η διεύρυνση της Ε.Ε.- όχι μόνο για να περιλάβει την Τουρκία, αλλά οποιαδήποτε νέα χώρα- δεν είναι καθόλου δημοφιλής. Σε ορισμένες χώρες, η υποστήριξη της κοινής γνώμης  εκφράζεται με  μονοψήφιους αριθμούς. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπήρξαν ηρωϊκοί που συνέχισαν, παρόλα αυτά,  την πολιτική της διεύρυνσης, καθώς είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης και των χωρών που υποβάλουν υποψηφιότητα. Πράγματι, είναι η πιο μεγάλη επιτυχία της Ευρώπης, στη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο.</p>
<p><code><br />
</code>Η τουρκική ένταξη μπορεί τελικά να συμβεί επειδή κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες της Ε.Ε. που βλέπουν μακριά, θα την καταστήσουν δυνατή- πιθανά ως μέρος της Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, που μοιάζει έτσι κι αλλιώς να αναδύεται. Ο καλύτερος τρόπος για τους ξένους να ενθαρρύνουν αυτή την εξέλιξη δεν είναι να ενθαρρύνουν τους Ευρωπαίους πολιτικούς να ‘διασαφηνίσουν αμφιθυμίες’ και να προσπαθούν να πιέσουν για ‘ ξεκάθαρες θέσεις’. Εξίσου αντιπαραγωγικό είναι όταν οι ξένοι επιχειρούν να επιβάλουν απλοϊκές λύσεις σε ευαίσθητα θέματα θρησκείας και πολιτικής στην Τουρκία. Αντίθετα, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να αφήσουμε τους Ευρωπαίους πολιτικούς να επεξεργαστούν αυτά τα πράγματα με τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα  που εκείνοι κρίνουν συνετό.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=350</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Jan Zielonka &#8211; Η ένταξη της Τουρκίας, τα πορώδη σύνορα, και η Ευρωπαϊκή ασφάλεια</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=351</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=351#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:39:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Jan Zielonka]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[πολιτισμικές διαφορές]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=351</guid>
		<description><![CDATA[Είναι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. πάντοτε 20 χρόνια μακρυά; Οι προϋποθέσεις και το χρονοδιάγραμμα που θέτει η Ε.Ε στην Τουρκίας μετακινούνται συνέχεια. Δεν αρκεί να θέλει η Τουρκία να μπει στην Ε. Ε, σημειώνει ο Jan Zielonka, πρέπει και η Ε.Ε. να θέλει την Τουρκία. Αν και δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής πολιτική [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/jan-zielonka.jpg" title="Jan Zielonka"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/jan-zielonka.jpg" title="Jan Zielonka" alt="Jan Zielonka" width="125" align="left" height="125" /></a>Είναι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. πάντοτε 20 χρόνια μακρυά; Οι προϋποθέσεις και το χρονοδιάγραμμα που θέτει η Ε.Ε στην Τουρκίας μετακινούνται συνέχεια. Δεν αρκεί να θέλει η Τουρκία να μπει στην Ε. Ε, σημειώνει ο Jan Zielonka, πρέπει και η Ε.Ε. να θέλει την Τουρκία. Αν και δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής πολιτική διεύρυνσης χωρίς τη στήριξη της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να διαπραγματεύεται με την κοινή γνώμη την ίδια την έννοια των συμφερόντων της Ευρώπης σχετικά με την προοπτική ένταξης της Τουρκίας.<span id="more-351"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Αναμφίβολα, οι λίγο πολύ ακαδημαϊκές συζητήσεις για το μέλλον των σχέσεων Ε.Ε.- Τουρκίας έχουν κυρίως να κάνουν με το θέμα της ένταξης. Πιστεύετε ότι πρέπει να συνεχίσουμε να εστιάζουμε την προσοχή στο θέμα-παγίδα της ‘ενταξιμότητας υπό την ιδιότητα του μέλους’- δηλαδή να ορίζουμε και να προωθούμε τις σχέσεις Ε.Ε. –Τουρκίας αποκλειστικά μέσα από το ζήτημα της ένταξης- όταν μιλάμε για τις σχέσεις Ε.Ε. –Τουρκίας;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Θεωρητικά, κανείς μπορεί να σκεφτεί πολλούς άλλους τρόπους με τους οποίους η Ε.Ε. μπορεί να επηρεάσει τις γειτονικές χώρες, οι οποίοι, όμως,  δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ένταξη των μετα-κομμουνιστικών χωρών στην Ε.Ε. δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη και τα κράτη μέλη προσπάθησαν πολύ να βρουν άλλους τρόπους για να χειριστούν το δημοκρατικό επίτευγμα στην Ανατολική Ευρώπη. Υπήρξε η περίφημη πρόταση του προέδρου Μιτεράν να γίνει ένα είδος ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, που δεν θα πρόσφερε στις νέες δημοκρατίες ένταξη στην  Ε.Ε. αλλά μια χαλαρή σύνδεση. Ο Επίτροπος Frans Andrisen και ακαδημαϊκοί όπως ο Richard Baldwin έκαναν, επίσης, παρόμοιες προτάσεις. Όμως, όλες αυτές οι συμβιβαστικές διευθετήσεις απέτυχαν για έναν απλό λόγο: οι νέες δημοκρατίες δεν ήταν πρόθυμες να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Ε.Ε. χωρίς να έχουν πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων στην Ε.Ε. και σε πόρους ενός συγκεκριμένου επιπέδου. Η διαδικασία της Βαρκελώνης έφερε ελάχιστα αποτελέσματα και πρόσφατα υποκαταστάθηκε από ένα άλλο πλαίσιο συνεργασίας που πρότεινε ο πρόεδρος Σαρκοζί. Η λεγόμενη Ευρωπαϊκή πολιτική γειτονίας είναι εντελώς αναποτελεσματική. Επομένως, δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή στην πολιτική για τη διεύρυνση μπορεί να κάνει την Ε.Ε. να ασκεί σοβαρή επιρροή στην Τουρκία.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Ποιο θα έπρεπε να είναι το μετασχηματιστικό αποτέλεσμα της διαδικασίας διεύρυνσης στην Τουρκία;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Οι υποψήφιες χώρες καλούνται να υιοθετήσουν ολόκληρο το σώμα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (κοινοτικό κεκτημένο). Μιλάμε για πάνω από 20.000 νόμους, πολλοί από τους οποίους είναι εξαιρετικά λεπτομερείς. Η Ε.Ε. δεν λέει μόνο στις κυρίαρχες χώρες να υιοθετήσουν αυτούς τους νόμους, αλλά επιβλέπει την υιοθέτηση και εφαρμογή τους. Οι παρατηρητές της Ε.Ε. πηγαίνουν στα υπουργεία των υποψηφίων χωρών να διαπιστώσουν την υιοθέτηση και εφαρμογή των νόμων και των κανονισμών της Ε.Ε. Και οι υποψήφιες χώρες δεν έχουν δικαίωμα εξαίρεσης από οποιοδήποτε μέρος του κεκτημένου. Στην πραγματικότητα, η Ε.Ε. προχωράει ακόμη περισσότερο και ζητά από τα υποψήφια κράτη να κάνουν διάφορα πράγματα που δεν απαιτούνται από τα σημερινά κράτη μέλη. Για παράδειγμα, η Ε.Ε. ποτέ δεν υιοθέτησε ένα κοινό νομικό πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, αλλά απαιτεί από τα υποψήφια κράτη να το κάνουν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πιστεύετε, λοιπόν, ότι μια υποψήφια χώρα όπως η Τουρκία από τη στιγμή που εισέρχεται σε αυτού του είδους τη διαδικασία θα μπορέσει να σεβαστεί τη νομοθεσία για τις μειονότητες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ απολύτως επιτυχές, εν μέρει επειδή ορισμένες από τις υποψήφιες χώρες είναι ικανές να εξαπατήσουν και εν μέρει επειδή ορισμένοι νόμοι και κανονισμοί της Ε.Ε. δεν είναι εύκολα εφαρμόσιμοι στις διάφορες χώρες που υπόκεινται στην αιρεσιμότητα της Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Κατά συνέπεια, το πρόβλημα της συμμόρφωσης είναι υπαρκτό;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Πάντα υπάρχει θέμα συμμόρφωσης, ακόμη και στα παλιά κράτη μέλη. Η Ελλάδα είναι μέλος της Ε.Ε. εδώ και πολλά χρόνια, αλλά, όπως ξέρετε, το ιστορικό συμμόρφωσής της με τους νόμους και τους κανονισμούς της Ε.Ε. απέχει πολύ απ’ την τελειότητα. Η εναρμόνιση των νόμων και των πρακτικών απαιτεί χρόνο και μάθηση. Οπωσδήποτε, η εποπτεία ισχύει και σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύεται από κυρώσεις. Ωστόσο, ο τελικός στόχος δεν είναι η απόλυτη σύγκλιση. Δεν θέλουμε να καταργήσουμε τη διαφορετικότητα σε όλους τους τομείς, γιατί αυτή η διαφορετικότητα αποτελεί συχνά πηγή δύναμης για την Ευρώπη. Μολονότι ορισμένοι νόμοι και κριτήρια πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα, ορισμένοι άλλοι μπορούν να διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, οφείλουμε να σεβόμαστε μερικά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αλλά δεν θέλουμε να επεμβαίνει η Ένωση στις θρησκευτικές υποθέσεις των διαφόρων χωρών. Τα μονοπώλια δεν επιτρέπονται στην Ε.Ε., αλλά η φορολογική νομοθεσία μπορεί να διαφέρει, σε κάποιο βαθμό, στα κράτη μέλη. Μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε παρόμοια παραδείγματα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Τι σημαίνει για σας εκσυγχρονισμός;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Οικονομία της αγοράς, δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, διοικητική ικανότητα, όλα αυτά συνδέονται, εν μέρει μόνο, με τη διαδικασία εκσυγχρονισμού. Στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μάθαμε να λειτουργούμε με χώρες που έχουν διαφορετικά επίπεδα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό προϊόν  διαφέρει σημαντικά στα κράτη μέλη. Θα ήταν άδικο να αποτρέψουμε την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε. επειδή το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό προϊόν της είναι σχετικά χαμηλό. Πέραν τούτου, είδαμε ότι η ένταξη της Ελλάδας, της Ιρλανδίας ή της Πολωνίας στην Ε.Ε. επιτάχυνε δραματικά την οικονομική ανάπτυξη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Λέτε δηλαδή ότι μπορούμε να έχουμε κάποια ευέλικτα κριτήρια;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Όπως είπα, κάποια κριτήρια δεν είναι τόσο ευέλικτα. Όλες οι χώρες που μπαίνουν στην Ένωση καλούνται να υιοθετήσουν ολόκληρο το σώμα του κοινοτικού κεκτημένου. Ωστόσο, η ακριβής σημασία αυτών των νόμων, το κατά πόσο υιοθετούνται στην πραγματικότητα, είναι ζήτημα κρίσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά περίπτωση. Υπάρχουν επίσης θέματα όπου η Ένωση δεν παρεμβαίνει. Για παράδειγμα, υπάρχει πολύ περιορισμένο κοινωνικό κεκτημένο και καθόλου πολιτισμικό ή θρησκευτικό κεκτημένο στην Ένωση.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Σχετικά με την Τουρκία, έχουμε κριτήρια που δεν υπήρχαν στις προηγούμενες διευρύνσεις.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Πάντα έτσι είναι. Κάθε φορά που γίνεται διεύρυνση, εμφανίζονται νέα κριτήρια. Για παράδειγμα, όταν η Πολωνία ή η Σλοβακία επρόκειτο να μπουν στην Ε.Ε., το πρόβλημα της διαφθοράς δεν ήταν από τα πρώτα στην ημερήσια διάταξη της Ε.Ε. (Μολονότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα διαφθοράς σε ορισμένες από αυτές τις χώρες). Στη συνέχεια έγινε αντιληπτό ότι η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα για τη δημοκρατία αλλά και για την οικονομική λειτουργία της αγοράς. Κατά συνέπεια, όταν η Βουλγαρία και η Ρουμανία βρίσκονταν στη διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε. υποβλήθηκαν σε πολύ λεπτομερή έλεγχο στα θέματα διαφθοράς. Παρόλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει κεκτημένο για τη διαφθορά. Η διαφθορά δεν είναι μόνο φαινόμενο της Ανατολικής Ευρώπης, είναι, επίσης, δυτικό φαινόμενο. Τα υπάρχοντα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν ποτέ να συμφωνήσουν στις λεπτομέρειες του ορισμού και της καταπολέμησης της διαφθοράς, δέχτηκαν όμως ότι η διαφθορά πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη στην Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Τα κριτήρια εξελίσσονται, δηλαδή…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Αυτό προσπαθώ να πω. Είμαι πεπεισμένος ότι όσο πλησιάζει η ένταξη της Τουρκίας τόσο θα τίθενται περισσότερες προϋποθέσεις. Το θέμα είναι οι υποψήφιες χώρες να μοιάζουν περισσότερο με τα σημερινά κράτη μέλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι ταυτόσημες, πρέπει όμως να προσεγγίζουν αρκετά ορισμένα κριτήρια ή πρότυπα. Η διεύρυνση αποτελεί άσκηση ισχύος ή επιρροής της Ε.Ε. Η Ε.Ε. εξάγει στις γειτονικές της χώρες τις δικές της μεθόδους κοινωνικής και οικονομικής διακυβέρνησης, μέσα από την επιδέξια χρήση της πολιτικής της αιρεσιμότητας. Οι χώρες δεν γίνονται δεκτές για συναισθηματικούς, αλλά για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πιστεύετε ότι η διαδικασία διεύρυνσης ήταν πάντοτε ανοιχτή ή η ανοικτότητα (openness) του λόγου για την ένταξη προέκυψε σε σχέση με την Τουρκία;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Μα πάντα έτσι ήταν. Στην Ουγγαρία οι άνθρωποι έλεγαν ότι ‘η διεύρυνση πρόκειται πάντα να γίνει σε έξι χρόνια’, επειδή οι προϋποθέσεις και το χρονοδιάγραμμα ένταξης μετακινούνταν συνέχεια. Δεν αρκεί να θέλει η Τουρκία να μπει στην Ε. Ε, πρέπει και η Ε.Ε. να θέλει την Τουρκία. Μιλάμε για την αντίληψη και τον ορισμό συλλογικών συμφερόντων. Σήμερα, πολλοί άνθρωποι στα υπάρχοντα κράτη μέλη πιστεύουν ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ε.Ε. να μπει η Τουρκία, ενώ άλλοι τη θέλουν μέσα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πιο συγκεκριμένα, πιστεύετε ότι η Ε.Ε. θα μπορέσει να χειριστεί τις γεωστρατηγικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Πιστεύω ότι η Τουρκία είναι το κλειδί για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα των χωρών που την περιβάλλουν: εννοώ το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία. Η Τουρκία μπορεί επίσης να γίνει ένα μέσο για να επηρεάσουμε άλλες ισλαμικές χώρες. Εάν η Τουρκία μπορεί, ως μέρος της Ε.Ε.,  να είναι μια σταθερή δημοκρατία με ευημερούσα οικονομία της αγοράς, αυτό θα αποτελούσε ένα ισχυρό μήνυμα για άλλες χώρες. Φυσικά, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. μπορεί να εξαγάγει ασφάλεια αντί να εισαγάγει ανασφάλεια.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Είναι απίθανο να συμβούν και τα δυο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Στο τέλος, αυτό συμβαίνει. Εξαρτάται απ’ τους χειρισμούς. Δεν υπάρχουν πολιτικές που να φέρνουν μόνο καλά και να αποτρέπουν όλα τα κακά. Όλες οι πολιτικές έχουν κόστη. Νομίζω ότι εάν η διαδικασία της Τουρκίας αντιμετωπιστεί με επιδεξιότητα, όπως συνέβη στην προηγούμενη διεύρυνση, η ασφάλειά μας μάλλον θα ενισχυθεί παρά θα τεθεί σε κίνδυνο. Αλλά, φυσικά, η Τουρκία δεν είναι μια μικρή σταθερή χώρα όπως το Λουξεμβούργο ή η Αυστρία, γι’ αυτό τα πιθανά κέρδη και κόστη είναι σε εντελώς διαφορετική κλίμακα. Επιπλέον, θα πρέπει να σκεφτούμε τα κόστη σε περίπτωση που δεν δεχτούμε την Τουρκία. Είναι εύκολο να κρατάς την Τουρκία έξω όταν ο καιρός είναι καλός, αλλά στην πολιτική η καλοκαιρία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πιστεύετε ότι η Ε.Ε. μπορεί να χειριστεί όλες τις συνέπειες, καλές και κακές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Η Ε.Ε. δεν είναι πολύ καλή στο χειρισμό βίαιων συγκρούσεων, όταν αυτές προκύπτουν. Είναι αρκετά καλή στην πρόληψη των συγκρούσεων, με την εξαγωγή μεθόδων διακυβέρνησης, την επέκταση θεσμικών ρυθμίσεων και τη δράση της ως μαγνήτης έλξης.  Επειδή η Ε.Ε. δεν μπορεί να χειριστεί καλά βίαιες συγκρούσεις, γι’ αυτό πρέπει να βεβαιώνεται ότι δεν θα προκύψουν. Η διεύρυνση αποδείχτηκε ο πιο αποτελεσματικός  τρόπος στην πολιτική πρόληψης των συγκρούσεων. Αρκεί να συγκρίνουμε την επιτυχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την αποτυχία στα Βαλκάνια. Η Ε.Ε. μπορεί να  κάνει καλά  ορισμένα πράγματα και είναι τελείως ανήμπορη για άλλα κι αυτό έχει κατά πολύ να κάνει με τη φύση της  ως  παίκτη. Η Ε.Ε. δεν είναι έθνος-κράτος αλλά ένα είδος πολιτικής αυτοκρατορίας χωρίς παραδοσιακά μέσα ασφάλειας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Μιλάτε για ένα ‘νεο-μεσαιωνικό πρότυπο διακυβέρνησης της Ε.Ε.’, που, σύμφωνα με το πρόσφατο βιβλίο σας <a href="http://www.oup.com/us/catalog/general/subject/Politics/ComparativePolitics/EuropeanUnion/~~/dmlldz11c2EmY2k9OTc4MDE5OTI5MjIxOQ==" target="_blank"><em>Europe as Empire: The Nature of Enlarged European Union</em></a> (Η Ευρώπη ως Αυτοκρατορία: Η Φύση της Διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης), σημαίνει πολυμερείς διακυβερνητικές δομές,  ένα  σύστημα αρχών που αλληλεπικαλύπτονται, διαφοροποιημένες θεσμικές διευθετήσεις. Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ του συστήματος διακυβέρνησης της Ε.Ε. και τις μη ικανοποιητικές επιδόσεις της στη διαχείριση κρίσεων;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Η διαχείριση και η διακυβέρνηση έχουν σημασία, αλλά πρώτα πρέπει να ξέρεις τι θέλεις να πετύχεις. Η Ε.Ε. έχει πρόβλημα με τον ορισμό των κοινών συμφερόντων της. Αυτό συμβαίνει επειδή η Ε.Ε. είναι μια πολύ ιδιόμορφη πολιτεία.  Δεν υπάρχει συγκροτημένος ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος, δεν υπάρχει ξεχωριστός Ευρωπαϊκός Δήμος και οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι σχετικά αδύναμοι. Είναι, επομένως, δύσκολο να περιμένουμε ότι η Ένωση θα έχει ένα ευρωπαϊκό αντίστοιχο της raison d’etat (το αξίωμα ότι ο νόμος και η ηθική υποτάσσονται στο συμφέρον του κράτους) και χωρίς  raison d’etat είναι δύσκολο να κάνεις παραδοσιακή εξωτερική πολιτική. Η Ένωση δεν μπορεί να δράσει μέχρι να καταφέρουν όλα τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένες πολιτικές, κι αυτό είναι χρονοβόρο και συχνά καταλήγει στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Είναι παράδοξο να σκεφτούμε ότι η Ε.Ε., μια οντότητα με όλο και περισσότερες οικονομικές και πολιτισμικές διαφορές, αλλά και μια πολιτεία με αδύναμη συμμετοχική ικανότητα, μπορεί να ενισχύσει τον εκδημοκρατισμό στην Τουρκία;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Ναι, οι υποψήφιες για ένταξη στην Ε.Ε. χώρες της Ανατολικής Ευρώπης συνήθιζαν να αστειεύονται λέγοντας ότι η Ε.Ε. δεν εφαρμόζει τα δημοκρατικά κριτήρια στα οποία τους ζητά να ανταποκριθούν. Δεν χρειάζεται, όμως, πολλή φιλοσοφία. Κάθε χώρα καλείται να ελευθερώσει τους πολιτικούς κρατούμενους, να κάνει ελεύθερες εκλογές και να τηρεί την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών και των συνηθισμένων ελέγχων και εξισορροπητικών λειτουργιών (checks and balances). Δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να πούμε ότι αυτά μπορούν να ζητούν οι δημοκράτες στην Ευρώπη  από άλλες χώρες, εάν αυτές θέλουν να ανήκουν σε μια δημοκρατική κοινότητα. Η Τουρκία δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Ασφαλώς, ο εκδημοκρατισμός είναι μια μακρά διαδικασία και δεν μπορεί να επιβληθεί απ’ έξω. Η Ε.Ε. μπορεί να ζητήσει την εισαγωγή ορισμένων αλλαγών αλλά οι άνθρωποι στις υποψήφιες χώρες πρέπει να δουν ότι η δημοκρατία είναι καλή γι’ αυτούς. Δεν μπορείς να χτίσεις δημοκρατία χωρίς δημοκράτες.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Η διαδικασία εξευρωπαϊσμού, που βασίζεται κυρίως στους μύθους της εθνικής και κοινωνικής ομοιογένειας, στηρίζεται στον χάρτη ενότητας της Ε.Ε. Είναι δυνατόν να υπάρξει προσαρμογή και εναρμόνιση όταν ο χάρτης της διαφορετικότητας γίνεται κυρίαρχος; Για παράδειγμα, η Τουρκία προσπαθεί να αναπτύξει το μύθο της μοναδικότητας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Τι κακό έχει αυτό; Οι Πολωνοί, οι Έλληνες, το ίδιο λένε. Κάθε χώρα πιστεύει ότι είναι ξεχωριστή, κάθε χώρα λέει ‘πρέπει να είμαστε πατριώτες’, ‘δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους άλλους να μας λένε τι θέλουμε’ και ‘πρέπει να ακολουθήσουμε μια εθνική  πορεία προς την Ευρώπη’. Σε τελική ανάλυση, έγκειται στην Ε.Ε.  να αποφασίσει πόση διαφορετικότητα είναι διατεθειμένη να δεχτεί και στην Τουρκία να αποφασίσει σε ποιο βαθμό θέλει να προσαρμοστεί και να αλλάξει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Γι’ αυτό μιλάτε για μια «‘ανοιχτή’ Ευρώπη με πορώδη σύνορα »;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Γι’ αυτό μιλάω για ‘Αυτοκρατορία’. Η διεύρυνση είναι πολιτική ισχύος. Είναι προς όφελος της Ε.Ε. να σταθεροποιήσει τις χώρες στα σύνορά της και ο μόνος τρόπος να ασκεί επιρροή σε αυτές είναι να μπουν σε μια διαπραγματευτική διαδικασία που ενδέχεται να οδηγήσει στο τέλος στην ένταξη στην Ε.Ε. Αυτή η διαπραγμάτευση όμως δεν γίνεται μεταξύ ίσων. Η Ένωση είναι πολύ ισχυρότερη από τις μεμονωμένες υποψήφιες χώρες.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Πιστεύετε ότι η Τουρκία θα εξακολουθήσει να ενδιαφέρεται για την ένταξη εάν δεν αποτελέσει το σκληρό εξωτερικό σύνορο της Ε.Ε.;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Ασφαλώς είναι δύσκολο να έχεις χαλαρά σύνορα με χώρες όπως το Ιράν, για παράδειγμα, αλλά έτσι σκεφτόμαστε σήμερα. Συνήθως, οι χώρες που βρίσκονται σε διαδικασία ένταξης αρχίζουν και γίνονται όπως οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες: αλλάζουν ξανά και ξανά την αντίληψή τους για την ασφάλεια. Συνειδητοποιούν ότι δεν είναι καλό γι’ αυτές να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους γείτονές τους. Αυτό συνήθως σημαίνει χαλάρωση των συνόρων για να επιτρέπεται η διακίνηση αγαθών, ανθρώπων και ιδεών. Για παράδειγμα, η Πολωνία έχει περίπλοκες σχέσεις με την Ουκρανία, κι ακόμη περισσότερο με τη Λευκορωσία, αλλά καλλιεργεί διασυνοριακή συνεργασία με αυτές τις χώρες. Η Ελλάδα είναι τώρα πιο φιλική απέναντι στην Τουρκία, γιατί νιώθει πιο ασφαλής ως καθιερωμένο μέλος της Ε.Ε. και δεν θέλει να έχει εχθρούς στα σύνορά της. Δεν ήταν έτσι όταν βρισκόταν εκτός Ένωσης. Βέβαια, κάποιοι πολιτικοί μιλούν πάντα για σκληρά σύνορα, αλλά δεν είδα να  εγκαθιστούν τέτοια την εποχή της παγκοσμιοποίησης.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Μπορείτε να εξηγήσετε εν συντομία το φαινόμενο των αλληλεπικαλυπτόμενων πολιτισμικών συνόρων μεταξύ  Ισλάμ, καθολικισμού και ορθοδοξίας στην Ευρώπη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Όλες οι μεγάλες πόλεις στην Ευρώπη είναι πολιτισμικά χωνευτήρια. Ασφαλώς, η αποδοχή ανθρώπων που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς δεν είναι ποτέ εύκολη, αλλά οι πόλεις αυτές δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς μετανάστες από όλα τα μέρη του κόσμου. Τελικά, οι μετανάστες δέχονται δουλειές που οι ντόπιοι απορρίπτουν και για τις οποίες πληρώνονται λιγότερο. Αλλά η αφομοίωση των μεταναστών είναι δύσκολη ενόψει της αύξησης των ανισοτήτων. Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια πολύ δύσκολη διαδικασία προσαρμογής. Σε μερικές χώρες λειτουργεί καλύτερα, σε άλλες χειρότερα. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι η διαδικασία πολιτισμικής και οικονομικής προσαρμογής δεν οδηγεί σε βία βασισμένη σε θρησκευτικούς λόγους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Το φαινόμενο των αλληλεπικαλυπτόμενων πολιτισμών  μπορεί να έχει θετικές ή αρνητικές επιδράσεις στις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας; Στη Γερμανία, υπάρχει μια σημαντική τουρκική μειονότητα, αλλά οι πολιτικές ελίτ είναι διστακτικές και η κοινή γνώμη  ξεκάθαρα αντίθετη στην ένταξη της Τουρκίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Το ίδιο συνέβη με την Πολωνία. Η Γερμανία είχε στρατηγικό συμφέρον να έχει την Πολωνία στην Ε.Ε., αλλά ο πληθυσμός αντιμετώπιζε την ιδέα με διστακτικότητα. Πολλοί Γερμανοί φοβόντουσαν ότι τα φτηνά πολωνικά εργατικά χέρια θα τους έπαιρναν τις δουλειές, θα υπονόμευαν τον τρόπο ζωής τους και θα επέβαλαν έναν διαφορετικό, αν όχι ξένο, πολιτισμό. Αλλά η γερμανική πολιτική ελίτ πέρασε το τεστ ηγεσίας. Δεν ακολούθησε τυφλά τις δημοσκοπήσεις και δεν θέλησε να ενδώσει στις ξενοφοβικές εκστρατείες. Η είσοδος εργατικού δυναμικού από την Ανατολική Ευρώπη πήρε αναβολή, αλλά η διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε. προς τα ανατολικά επιτεύχθηκε. Ας ελπίσουμε ότι το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση της Τουρκίας. Μακροπρόθεσμα, βέβαια, δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής πολιτική χωρίς τη στήριξη της κοινής γνώμης, αλλά η πολιτική ηγεσία πρέπει να διαπραγματεύεται με την κοινή γνώμη την έννοια των συμφερόντων. Επιπλέον, εάν η ένταξη στην Ε.Ε. φέρει ευημερία και σταθερότητα στην Τουρκία, θα έχουμε λιγότερους μετανάστες από αυτή τη χώρα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Δηλαδή, για σας, η αποδοχή μιας μουσουλμανικής χώρας μπορεί  να επιλύσει κατά κάποιο τρόπο το θέμα του ευρωπαϊκού Ισλάμ;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Όπως είπα προηγουμένως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει θρησκευτικό κεκτημένο. Ορισμένοι θέλουν να χρησιμοποιούν θρησκευτικά επιχειρήματα για να ορίζουν την ιδιότητα μέλους, αυτό όμως είναι πολιτικά ανεύθυνο και εννοιολογικά επικίνδυνο. Έχουμε ήδη εκατομμύρια Μουσουλμάνων που ζουν εντός των συνόρων της Ε.Ε. Τα θρησκευτικά σύνορα είναι από τη φύση τους ασαφή. Και είναι πολύ δύσκολο να φτιάξεις νόμους που θα διαφοροποιούνται μεταξύ των διαφόρων θρησκειών.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Φιλίππα Χατζησταύρου</strong>: Θέμα πολιτισμικής προσέγγισης μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας δεν υφίσταται για σας;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jan Zielonka</strong>: Υφίσταται επειδή βρίσκεται στα μυαλά των ανθρώπων. Οι Μουσουλμάνοι σκέφτονται και φέρονται, συχνά, διαφορετικά από ανθρώπους με διαφορετικό υπόβαθρο. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όμως, έχει να κάνει με τη γεφύρωση των διαφορών. Έχει να κάνει με την αποδοχή των ‘άλλων’ και την ένωση των δυνάμεων μαζί τους.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=351</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Cengiz Aktar &#8211; Ο κατακερματισμός της πολιτικής της Ε.Ε. για την Τουρκία</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=342</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=342#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:38:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Cengiz Aktar]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=342</guid>
		<description><![CDATA[Η Τουρκία εκλαμβάνεται ως βάρος, ως ένα φορτίο στην πλάτη μιας Ευρώπης που έχει οριστικά χάσει το πνεύμα του Λάακεν. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήττει. Οι Ευρωπαίοι βλέπουν τον τουρκικό φάκελο ως μια απλή περίπτωση διαχείρισης κρίσης. Δεν αποκλείεται η απόπειρα ένταξης της Τουρκίας να προκάλεσε την εξαφάνιση του πνεύματος του Λάακεν. Το πιθανότερο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/cengiz-aktar.jpg" title="Cengiz Aktar"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/cengiz-aktar.jpg" title="JCengiz Aktar" alt="Cengiz Aktar" align="left" height="110" width="95" /></a>Η Τουρκία εκλαμβάνεται ως βάρος, ως ένα φορτίο στην πλάτη μιας Ευρώπης που έχει οριστικά χάσει το πνεύμα του Λάακεν. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήττει. Οι Ευρωπαίοι βλέπουν τον τουρκικό φάκελο ως μια απλή περίπτωση διαχείρισης κρίσης. Δεν αποκλείεται η απόπειρα ένταξης της Τουρκίας να προκάλεσε την εξαφάνιση του πνεύματος του Λάακεν. Το πιθανότερο είναι να μην το μάθουμε ποτέ.<span id="more-342"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><em><strong>Το τέλος του πνεύματος του Λάακεν και η πολιτική της διεύρυνσης</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Το πνεύμα του Λάακεν αποτέλεσε την κορύφωση ενός πολιτικού προγράμματος που βασιζόταν στην αλληλεγγύη και τον συνεταιρισμό στην ευρωπαϊκή ήπειρο και παραπέρα. Ήταν μια  απάντηση στην κατάσταση που προέκυψε στην ήπειρο έπειτα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το 1989. Οι Ευρωπαίοι προώθησαν αυτό το πρόγραμμα- που σηματοδοτούσε κατά κάποιο τρόπο μια αναγέννηση της ηπείρου- ξεκινώντας τις εργασίες για ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα στις Βρυξέλλες, στο Λάακεν, στο τέλος του 2001.</p>
<p><code><br />
</code>Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε. Από τότε, το πνεύμα του ευρωπαϊκού προγράμματος, που βασιζόταν σε ομοσπονδιακές αρχές και συνταγματική υπηκοότητα, άρχισε να ξεθωριάζει. Ως αποτέλεσμα ασήμαντων εθνικών υπολογισμών και ξεπερασμένων εχθροτήτων ορισμένων μη προνοητικών πολιτικών- που η στάση τους υποτιμούσε επιτυχείς πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες επισκίαζαν τις δικές τους φτωχές επιδόσεις- ο άνεμος στράφηκε στην αντίθετη κατεύθυνση.</p>
<p><code><br />
</code>Μέχρι το Λάακεν, η διεύρυνση, μια από τις καίριες πολιτικές της νέας Ε.Ε., είχε επίσης επηρεαστεί από την κατάσταση. Ανίκανοι να εκτιμήσουν τις επιτυχίες της διεύρυνσης, οι Ευρωπαίοι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να κλαψουρίζουν. Τάχθηκαν κατά των εθνών της διεύρυνσης-Πολωνών, Τσέχων, Βούλγαρων ή Τούρκων, χωρίς διάκριση.</p>
<p><code><br />
</code>Ψυχορραγώντας, το πνεύμα του Λάακεν επέδρασε επίσης στη  διαδικασία ολοκλήρωσης. Με την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης, το όνειρο μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης  παραπέμφθηκε σε ένα αόριστο μέλλον. Κατά σύμπτωση, η Τουρκία, που συμμετείχε στο προπαρασκευαστικό έργο όπως και στην τελετή υπογραφής της Συνταγματικής Συνθήκης που απορρίφθηκε τον Οκτώβριο του 2004 στη Ρώμη, δεν προσκλήθηκε στην αντίστοιχη τελετή υπογραφής της Συνθήκης της Λισαβόνας, τον Δεκέμβριο του 2007.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Μια Ευρώπη που ντρέπεται για τις επιτυχίες της</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ο  πρώην Επίτροπος της Ε.Ε., αρμόδιος για τη Διεύρυνση, <a href="http://ec.europa.eu/commission_barroso/verheugen/index_en.htm" target="_blank">Γκίντερ Φερχόιγκεν</a> και υπεύθυνος για τη διεύρυνση του 2004, ήταν μείζων παίκτης στην Ένωση και υποστηριζόταν πλήρως από τη χώρα του, ιδρυτικό μέλος της Ε.Ε., τη Γερμανία. Πριν γίνει Επίτροπος για τη Διεύρυνση, ο Φερχόιγκεν υπηρέτησε ως αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της προσχώρησης την 1η Μαϊου 2004, η Επιτροπή, όπου υπηρετούσε, τερμάτισε τη θητεία του στο τέλος του 2004. Η αποστολή εκτελέστηκε, και αντιμετωπιζόταν ακόμη και η κατάργηση του διευθυντηρίου της Διεύρυνσης.</p>
<p><code><br />
</code>Στη νέα Επιτροπή, ο <a href="http://ec.europa.eu/commission_barroso/potocnik/indexfl_en.htm" target="_blank">Janez Potocnik</a>, από ένα νέο μέλος, τη Σλοβενία, θεωρείτο ο αντικαταστάτης του Φερχόιγκεν, αλλά τοποθετήθηκε την τελευταία στιγμή Επίτροπος αρμόδιος για την Επιστήμη και την Έρευνα.   Νέος Επίτροπος για τη Διεύρυνση ορίστηκε ο Φινλανδός <a href="http://ec.europa.eu/commission_barroso/rehn/index_en.htm" target="_blank">Όλι Ρεν</a>. Μολονότι δεν υπάρχει κανόνας ότι οι Επίτροποι πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τους φακέλους που αναλαμβάνουν, η τοποθέτηση του Ρεν σε μια τόσο ευαίσθητη περίοδο της πολιτικής για τη Διεύρυνση, επρόκειτο να έχει συνέπειες. Παρόλο που αυτός ο έντιμος και καλοπροαίρετος Επίτροπος προερχόταν από μια χώρα που υποστήριζε πλήρως την πολιτική της Διεύρυνσης, δεν αποτέλεσε έκπληξη που οι ευρωκράτες, από μεγαλύτερες και ισχυρότερες χώρες-μέλη, καπέλωσαν το γραφείο του. Σήμερα, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία βρίσκεται κυρίως υπό τον έλεγχό τους. Επιπλέον, μόνο το ένα πέμπτο της προ-ενταξιακής βοήθειας που προοριζόταν για τη διεύρυνση την περίοδο 2000-2006, προβλεπόταν στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. για την περίοδο 2007-2013. Το Συμβούλιο, από την άλλη πλευρά, έλεγχε την Επιτροπή ως εκτελεστικό σώμα της Διεύρυνσης. Έλεγαν συστηματικά ότι το Συμβούλιο, δηλαδή οι χώρες-μέλη, είναι το αφεντικό στη διαπραγματευτική διαδικασία για την ένταξη. Η Γαλλία και η Γερμανία συνέχιζαν να στέλνουν το μήνυμα ότι θα χειριστούν τη διεύρυνση όπως θέλουν.</p>
<p><code><br />
</code>Στην πραγματικότητα, οι κανόνες για τις νέες διαπραγματευόμενες χώρες που μνημονεύονται στα <a href="http://ec.europa.eu/enlargement/enlargement_process/accession_process/how_does_a_country_join_the_eu/negotiations_croatia_turkey/index_en.htm" target="_blank"><em>Διαπραγματευτικά Πλαίσια </em></a>κοσμήθηκαν με πολυάριθμες διατάξεις που αναφέρονται σε μια ανοιχτή διαδικασία και πολλές επιφυλάξεις κι εξαιρέσεις. Αυτή ήταν η πιο ισχυρή απόδειξη για τις προθέσεις του Συμβουλίου σχετικά με το μέλλον της πολιτικής της Διεύρυνσης.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Η φθαρμένη αξιοπιστία της Ε.Ε.</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Οι σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας είναι θύμα της νέας προσέγγισης της Ε.Ε. στην πολιτική της διεύρυνσης. Η εξαιρετικά προσεκτική και δειλή προσέγγιση της Ε.Ε. προκάλεσε μια σημαντική μεταστροφή  στο νόημα της προοπτικής της τουρκικής ένταξης,  που σφραγίστηκε από αβεβαιότητα. Έτσι, από τις 17 Δεκεμβρίου του 2004, που ελήφθη η απόφαση για έναρξη της διαπραγματευτικής φάσης, η διαδικασία ένταξης αιμορραγεί σοβαρά. Κατά συνέπεια, η αξιοπιστία της πολιτικής της Ε.Ε. για την Τουρκία, όπως και η ευρωπαϊκή πολιτική του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), έχουν τραυματιστεί.</p>
<p><code><br />
</code>Η έλλειψη αξιοπιστίας της Ε.Ε. οφείλεται κυρίως στην αποτυχία της αρχής της αιρεσιμότητας (conditionality principle) και, συνεπώς, της στρατηγικής της Ε.Ε. να κατευνάζει κάθε πραγματική ή ενδεχόμενη διαμάχη που προέκυπτε στη διαδικασία μετά το τέλος του 2004. Η αρχή της αιρεσιμότητας δεν σημαίνει ακριβώς μπαστούνι και καρότο. Στην τελευταία διεύρυνση, η Ε.Ε. όφειλε τη σταθερότητα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη σε αυτή την αρχή. Οι υποψήφιοι καλούνταν να υιοθετήσουν τα <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Copenhagen_criteria" target="_blank">κριτήρια της Κοπεγχάγης</a>, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις της ένταξης προκειμένου να γίνουν μέλη της Ε.Ε. Και στο τέλος έμπαιναν στην Ένωση. Χάρη στη διεύρυνση, η Ε.Ε. προστάτευσε τον εαυτό της και τις πρώην κομμουνιστικές χώρες- με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία- από πολέμους όπως αυτόν που έλαβε χώρα στη Γιουγκοσλαβία. Η διεύρυνση έφερε σταθερότητα στις χώρες αυτές και στην ήπειρο. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, σε τι είδους περιπέτεια θα είχε μπει η Ουγγαρία, εάν ως χώρα με πολλές ουγγρικές μειονότητες από το 1920 δεν είχε την προοπτική της Ε.Ε. Η δυνατότητα να ανακόπτονται ενδεχόμενες διαμάχες και να επιτυγχάνεται μακροπρόθεσμη σταθερότητα στην Ανατολική Ευρώπη κατέστη δυνατή χάρη στην αρχή της αιρεσιμότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ανοιχτές –‘χωρίς εγγυήσεις’ &#8211; ενταξιακές συνομιλίες της Τουρκίας- και η σταθερή γαλλική εχθρότητα έναντι της υποψηφιότητάς της άδειασε την αρχή της αιρεσιμότητας από το περιεχόμενό της. Αντίθετα, προωθήθηκε ένα είδος αρνητικής αιρεσιμότητας όταν κράτη-μέλη που έχουν δύσκολες σχέσεις με την Τουρκία, όπως η Κύπρος, η Γαλλία κ.α., έκαναν κατάχρηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας ζητώντας, μέσα από διάφορες μεθόδους των Βρυξελλών &#8211; ανοιχτά κριτήρια αναφοράς (<em>opening benchmarks</em>), σιωπηρές διαδικασίες &#8211; μη ρεαλιστικούς όρους για την Τουρκία. Σήμερα, πολλά διαπραγματευτικά κεφάλαια είναι μπλοκαρισμένα λόγω αυτής της αρχής της αιρεσιμότητας. Η αρνητική εικόνα συμπληρώνεται με την αποτυχία του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης να κατανοήσει την αντίθεση που υπάρχει στους κόλπους της Ευρώπης σε ό, τι αφορά τη διεύρυνση και, επομένως, με την αποτυχία του να πιέσει την Ε.Ε., όπως έκαναν οι Κροάτες.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Οι απειλές μιας μη ολοκληρωμένης αλλαγής</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Στην πραγματικότητα, ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία επιβραδύνονταν, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπιζε την κατάσταση με άνεση και διαρκή καθησυχασμό. Μια Ένωση που δεν είχε να προσφέρει μια ισχυρή προοπτική στην Τουρκία, χειριζόταν τα τελευταία τριάμισι χρόνια τη σχέση με ετήσιες εκθέσεις προόδου και περιοδικές αδύναμες ανακοινώσεις, επικαλούμενη δικαιολογίες για εκλογές και στρατιωτικά μνημόνια, χωρίς να λέει ευθέως τίποτα στην κυβέρνηση και την Τουρκία.</p>
<p><code><br />
</code>Ακόμη και οι πιο στενοί ‘φίλοι’ απέφευγαν να προειδοποιήσουν  την κυβέρνηση για έργα που παραμελούσε, για βήματα που καθυστερούσε και για πισωγυρίσματα στις μεταρρυθμίσεις. Η ενθάρρυνση στα λόγια δεν γινόταν ποτέ πράξη. Έκαναν μόνο ασυνάρτητες δηλώσεις του τύπου ‘προσπαθείτε πολύ, θα κερδίσετε’ ή ‘ο δρόμος για την Ε.Ε. είναι μακρύς και σκληρός’. Χρησιμοποίησαν τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν η Βρετανία και η Ισπανία, μολονότι δεν είχαν καμιά σχέση, ως παραδείγματα για να ηρεμήσουν την Τουρκία όπως ηρεμείς ένα παιδί.</p>
<p><code><br />
</code>Η καθησυχαστική προσέγγιση της Ε.Ε. πήγαζε από το γεγονός ότι δεν ήξερε τι να κάνει, και όχι από την πρόθεσή της να προστατεύσει το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Σκέτη ανικανότητα! Ορισμένα κράτη-μέλη, αντί να ενθαρρύνουν την Τουρκία στη σωστή τροχιά, ήταν ευχαριστημένα που την έβλεπαν να μένει πίσω από αυτά που απαιτούσε η Ε.Ε. Όσο αποτυγχάνουν οι προετοιμασίες για την ένταξη, τόσο οι σχέσεις ψυχραίνονται και η Τουρκία μένει μακριά από την ένωση. Η Γαλλία αποτελεί τυπικό παράδειγμα, καθώς είναι αντίθετη στην ένταξη της Τουρκίας αλλά δεν λέει λέξη για τις ελλείψεις της κυβέρνησης σε ό, τι αφορά τα πολιτικά και άλλα κριτήρια.</p>
<p><code><br />
</code>Τελικά, το μήνυμα της Ε.Ε. ξεθώριασε και δεν έχει πια επιρροή, σε σχέση με την περίοδο 1999-2004. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, που έκανε πολύ λίγα πράγματα για την ευρωπαϊκή προσπάθεια, κατέληξε να μην κάνει σχεδόν τίποτα. Οι πολίτες, μην μπορώντας να ωφεληθούν από την ευρωπαϊκή διαδικασία, αποξενώθηκαν από τις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως αποτέλεσμα της πολιτικής καθησυχασμού της Ε.Ε., η εμπιστοσύνη των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και των διαμορφωτών κοινής γνώμης στην κυβέρνηση, αποδυναμώθηκε σημαντικά. Η φιλοευρωπαϊκή στάση και η πίεσή τους δεν είχε πλέον αποτέλεσμα, δεν άφηνε ίχνη. Στο τέλος, οι αρχές της Ε.Ε., από τη στιγμή που θεωρήθηκαν καταπραϋντικές θεραπείες για τα χρόνια προβλήματα της Τουρκίας, αποδείχθηκαν θανατηφόρες.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα, η Ε.Ε. έχει χάσει την επιρροή της στη μεταρρυθμιστική και μετασχηματιστική πορεία στην Τουρκία, που έγινε ακόμη πιο εσωστρεφής λόγω της υπόθεσης της απαγόρευσης του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Οι πρωτοβουλίες και προειδοποιήσεις της Ε.Ε. δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής, στην καλύτερη περίπτωση προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε ομάδες που είναι κατά της Ε.Ε. και κατά της αλλαγής. Ο συνεχιζόμενος διάλογος μεταξύ κωφών δεν οφείλεται αναγκαστικά στους ακραιφνείς αντι-ευρωπαϊκούς κύκλους αλλά μάλλον στην ανικανότητα της Ε.Ε. να προσφέρει οποιαδήποτε ισχυρή προοπτική ως συνέχεια των πρωτοβουλιών και προειδοποιήσεών της. Οι πιο αξιοθρήνητοι είναι εκείνοι οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. που εξακολουθούν να εμψυχώνουν την Τουρκία, μολονότι η προοπτική είναι ασαφής. Πρόκειται για μια πορεία επικίνδυνη, αν όχι μοιραία.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Η προοπτική της ένταξης ως όρος sine qua non</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Τα παρακάτω ισχύουν ακόμη: Μια Τουρκία που δεν βλέπει το μέλλον της στην ένταξη στην Ε.Ε. θα δυσκολευτεί να απορροφήσει τις πολιτικές και οικονομικές ελευθερίες και το δημοκρατικό περιβάλλον που προκύπτουν από τις εμπνευσμένες από την Ε.Ε. μεταρρυθμίσεις, και δεν θα μπορέσει να αποβάλει παλιές συνήθειες και φόβους για να διευθύνει τις υποθέσεις της. Η έλλειψη προοπτικής θα δράσει ως ισχυρό αντικίνητρο.</p>
<p><code><br />
</code>Ακόμη κι αν αγνοήσουμε τους φόβους που έχουν να κάνουν με την αντι-εκκοσμίκευση και τα ενδεχόμενα απόσχισης, ούτε σ’ έναν απλό δημόσιο υπάλληλο, που δεν έχει καμιά πιθανότητα να γίνει υπήκοος της Ε.Ε., δεν αρέσει η αναδιοργάνωση της μονάδας του /της που σχετίζεται με την Ε.Ε. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο δημόσιος υπάλληλος και η Τουρκία ξαναγυρνούν στα παλιά, οικεία πρότυπά τους, μολονότι η παλιά ισορροπία δεν υφίσταται από τη στιγμή που άρχισε η διαδικασία της Ε.Ε. το 1999.</p>
<p><code><br />
</code>Επομένως, ο αργός ρυθμός των διαπραγματεύσεων δεν οφείλεται μόνο στην εκδικητική πολιτική της Κύπρου ή στην τακτική κωλυσιεργίας της Γαλλίας, αλλά και στην απροθυμία των τουρκικών αρχών να δεσμευτούν για οικονομικές και πολιτικές θυσίες χωρίς να έχουν εγγυήσεις για την ένταξη. Η πορεία που διαγράφεται είναι προφανής, αν και πολύ περίπλοκη. Η Τουρκία εισέρχεται σε μια περίοδο  επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση ύστερα από ταχείες μεταρρυθμίσεις. Προσπαθεί να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική διαδικασία, με ή χωρίς το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Δεν υπάρχει όμως σκέψη στην Ευρώπη για επανεξέταση του πνεύματος του Λάακεν. Η πρόκληση παραμένει. Μια Τουρκία χωρίς προοπτική Ε.Ε. θα έχει πιο συχνά εφιάλτες. Οι συνέπειες μιας αυταρχικής επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση θα ήταν επικίνδυνες τόσο για την Τουρκία όσο και για την Ε.Ε., σε βαθμό που θα μπορούσε να σαρώσει τη σταθερότητα στην ήπειρο που επιτεύχθηκε μετά την τελευταία διεύρυνση.</p>
<p><code><br />
</code>Υπεύθυνοι, όσο και οι Τούρκοι ηγέτες, είναι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί που απέφυγαν προσεκτικά να δώσουν μια προοπτική ένταξης στην Τουρκία και πίεσαν τη χώρα με αντιφατικές και παραπλανητικές στάσεις σχετικά με την τουρκική ένταξη. Μόνο μια λέξη μπορεί κανείς να πει στους πολιτικούς που θα μπορούσαν να εκλάβουν το σενάριο που βρίσκεται σε εξέλιξη ως εκβιασμό: Παρόμοιοι πιθανοί κίνδυνοι στην Ευρώπη, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, εξαλείφθηκαν χάρη στην πολιτική της διεύρυνσης κι αυτό ήταν τελικά  ωφέλιμο για όλους.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα, η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη, μετά την άσκηση δίωξης κατά του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, είναι ότι εάν το κόμμα αυτό απαγορευτεί, η Ε.Ε. δεν θα μπορέσει να παραμείνει αμετακίνητη και θα αναγκαστεί να παγώσει τις διαπραγματεύσεις. Σε αυτή τη περίπτωση, δεν θα υπάρχει δυνατότητα να συνεχιστούν οι συνομιλίες διαπραγμάτευσης. Είναι η επικρατούσα άποψη σ’ αυτό το στάδιο, που δεν εμπεριέχει πανικό,  και οι υπεύθυνοι πολιτικοί, που έχουν την ικανότητα να προβλέπουν, έχουν συνείδηση της σοβαρότητας του ζητήματος και της υποχρέωσης να ελέγξουν  τη ζημία. Ας ελπίσουμε ότι οι πολιτικοί αυτοί θα αξιολογήσουν την αρνητική τάση που περιγράψαμε πιο πάνω, θα εγκαταλείψουν τις τακτικές εφησυχασμού και θα κάνουν βήματα προς την κατεύθυνση της αναβίωσης της αρχής της αιρεσιμότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν θα υπάρχουν στρατιωτικά μνημόνια ούτε απαγορεύσεις κομμάτων σε μια Τουρκία που βλέπει με εμπιστοσύνη το μέλλον- όπως η Κροατία, που υποστηρίζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους της και έχει εμπλακεί δυναμικά σε ενταξιακές συνομιλίες. Είναι πάντοτε χρήσιμο να επαναλάβουμε: Επιβάλλεται να δοθεί μια ημερομηνία ένταξης στην Τουρκία. Ας πούμε: το 2023.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=342</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Birol Yesilada &#8211; Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και μερικά άλλα απροσδόκητα ζητήματα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=343</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=343#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:36:14 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Birol Yesilada]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=343</guid>
		<description><![CDATA[Οι σχέσεις ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και Τουρκία ποτέ δεν ήταν εύκολες. Ωστόσο, φαίνεται ότι σήμερα έχουμε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Αυτή τη στιγμή, οι δύο πλευρές φαίνεται ότι εισέρχονται στην πιο δύσκολη περίοδο της σαρανταπεντάχρονης συνεργασίας τους. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που ακολούθησε την έναρξη των συζητήσεων του 2005 περί προσχώρησης, τρεις [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/birol-yesilada.JPG" title="Birol Yesilada"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/birol-yesilada.JPG" title="Birol Yesilada" alt="Birol Yesilada" align="left" height="125" width="110" /></a>Οι σχέσεις ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και Τουρκία ποτέ δεν ήταν εύκολες. Ωστόσο, φαίνεται ότι σήμερα έχουμε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Αυτή τη στιγμή, οι δύο πλευρές φαίνεται ότι εισέρχονται στην πιο δύσκολη περίοδο της σαρανταπεντάχρονης συνεργασίας τους. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που ακολούθησε την έναρξη των συζητήσεων του 2005 περί προσχώρησης, τρεις σημαντικές εξελίξεις κατέστρεψαν τις σχέσεις Ε.Ε. και Τουρκίας-η συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επιβράδυνση της διαδικασίας των μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία, καθώς και η εκλογή του Νικολά Σαρκοζί στην προεδρεία της Γαλλίας.<span id="more-343"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Πιστός πολέμιος της Τουρκίας, ο Πρόεδρος Σαρκοζί προτιμά μια προνομιούχο εταιρική σχέση αντί για την τουρκική συμμετοχή στην Ε.Ε. και έχει ασκήσει πολιτική πίεση και σε άλλους αρχηγούς κρατών ώστε να υιοθετήσουν τη δική του στάση. Κατάφερε να κερδίσει την υποστήριξη της Καγκελαρίου της Γερμανίας Angela Merkel και τώρα ηγείται μιας συμμαχίας από κράτη με αντιτουρκικά αισθήματα. Το ζήτημα της Κύπρου είναι πιο περίπλοκο και οι δύο πλευρές διαπληκτίζονται μεταξύ τους σχετικά με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν τα διεθνή σύμφωνα και οι πολιτικές υποσχέσεις. Στις 11 Οκτώβρη του 2006, οι υπουργοί της Ε.Ε. συμφώνησαν να τιμωρήσουν την Τουρκία διότι αρνήθηκε να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στην Κύπρο, κράτος-μέλος της Ε.Ε. Εκείνη τη στιγμή, η Ε.Ε. πάγωσε επ’ αόριστον 8 από τις 35 συνθήκες προσχώρησης. Η Τουρκία αρνείται να ανοίξει τα λιμάνια της διότι επιθυμεί μια de facto άρση του εμπάργκο, στο αυτοανακηρυχθέν (ψευδο)κράτος της Δημοκρατίας της Τουρκίας της Βόρειου Κύπρου, το οποίο η Ε.Ε. υποσχέθηκε ότι θα πραγματοποιήσει ακολουθώντας την αποδοχή του διεθνώς αποδεκτού σχεδίου ειρήνης του Κόφι Ανάν για την Κύπρο, από τους Τουρκοκύπριους, τον Απρίλιο του 2004. Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στη επιβράδυνση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία, καθώς οι ενάντιοι στη συνεργασία Ε.Ε και Τουρκίας παρουσίασαν το μηχανισμό εναρμόνισης, ως τίποτα περισσότερο από συνθηκολογήσεις ως προς τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Από τη σκοπιά της Τουρκίας, η συμμετοχή ως μέλος στην Ε.Ε. θα παρείχε βασικά πλεονεκτήματα σχετικά με την μόνιμη παρουσία της Τουρκίας στα Ευρωπαϊκά δρώμενα, την εδραίωση της δημοκρατίας και την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Ωστόσο, εάν η Τουρκία τύχει άρνησης της πιθανότητας προσχώρησης (στην Ε.Ε.), ενδεχομένως να γινόταν εσωστρεφής και με παρανοϊκές απαιτήσεις, κατάληξη η οποία πιθανότατα να προκαλούσε την επιβράδυνση ή χειρότερα την ανατροπή των πολιτικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων δέκα χρόνων.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Η εδραίωση της δημοκρατίας στην Τουρκία </em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών έχουν καταγραφεί στο ενεργητικό της Τουρκίας πολιτικές μεταρρυθμίσεις αναφορικά με την επιδίωξή της για προσχώρηση στην Ε.Ε. Ξεκινώντας από την Τελωνειακή Ένωση του 1995, οι πολιτικοί αρχηγοί της Τουρκίας αναζήτησαν για μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της Ε.Ε. για εκδημοκρατισμό και να φέρουν τη χώρα πιο κοντά στην επιδίωξή της να γίνει μέλος της Ε.Ε. Ωστόσο, ο εκδημοκρατισμός δεν είναι μια απλή μονόδρομη σχέση η οποία οδηγεί στην προσχώρηση στην Ε.Ε.. Πολιτικές ελίτ και πολίτες της υποψήφιας χώρας πρέπει οι ίδιοι να δεσμευτούν για εκδημοκρατισμό και να είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν μια τέτοια θέση με κάθε κόστος. Επιπλέον, ένα απλό ψήφισμα συνταγματικών μεταρρυθμίσεων και σχετικών νομοθετήσεων δε συνεπάγονται ότι μια χώρα είναι απόλυτα εκδημοκρατισμένη, όπως γίνεται αντιληπτό από τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Από αυτή την άποψη, η εδραίωση της δημοκρατίας είναι αυτό που χρειάζεται κάποιος να εξετάσει ώστε να δει τη γενική πρόοδο της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού. Οι Juan Linz και Alfred Step ορίζουν την εδραιωμένη δημοκρατία εντός των πλαισίων μιας τρισδιάστατης πολιτικής ανάπτυξης: συμπεριφορική, προδιαθεσική και συνταγματική.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p><em><strong>Συμπεριφορικά</strong>,</em> ένα δημοκρατικό καθεστώς στα πλαίσια μιας επικράτειας είναι εδραιωμένο όταν δεν υπάρχουν αξιόλογοι εθνικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτικοί ή θεσμικοί παράγοντες, οι οποίοι σπαταλούν αξιόλογους πόρους προσπαθώντας να επιτύχουν τους στόχους τους, δημιουργώντας ένα μη δημοκρατικό καθεστώς ή καταφεύγοντας στη βία ή σε εξωτερική παρέμβαση για την «απόσχιση» από την πολιτεία.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p><strong><em>Προδιαθεσικά</em></strong>, ένα δημοκρατικό καθεστώς είναι εδραιωμένο όταν μια ισχυρή πλειοψηφία από την κοινή γνώμη είναι της άποψης ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες και θεσμοί αποτελούν τον καταλληλότερο τρόπο για τη διακυβέρνηση της κοινής ζωής στα πλαίσια μιας κοινωνίας, όπως η δική τους κι όταν η υποστήριξη από εναλλακτικές αντίθετες με το σύστημα, είναι ελάχιστη ή λίγο-πολύ απομονωμένη από τις προ-δημοκρατικές δυνάμεις.</p></blockquote>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p><em><strong>Συνταγματικά</strong></em>, ένα δημοκρατικό καθεστώς είναι εδραιωμένο όταν δυνάμεις τόσο κυβερνητικές όσο και μη κυβερνητικές, σε όλη την έκταση της επικράτειας του κράτους, υποβάλλονται και είναι υπόχρεες στην επίλυση διαφορών εντός των πλαισίων συγκεκριμένων νόμων, διαδικασιών και θεσμών εγκεκριμένων από το νέο δημοκρατικό μηχανισμό.</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με το μοντέλο των Linz και Stepan, η τουρκική δημοκρατία θα μπορούσε να ικανοποιήσει το συμπεριφορικό κριτήριο για μια εδραιωμένη δημοκρατία αφού τα πολιτικά κόμματα είναι συστημοκεντρικά (π.χ. κανένα ισχυρό πολιτικό κόμμα δεν προσπαθεί να σφετεριστεί δημοκρατικές διαδικασίες για να υπονομεύσει τη δημοκρατία για να επιτύχει θεμελιώδεις αλλαγές στο σύστημα) και οι πολιτικοί παράγοντες όπως το PKK παύουν να αποτελούν έναν αξιόλογο παράγοντα. Η Ε.Ε. θα μπορούσε να έχει αποφασιστικό ρόλο σε όλη αυτή τη διαδικασία προσφέροντας αναπτυξιακή βοήθεια για τις ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και το τουρκικό κυβερνητικό μηχανισμό των νοτιοανατολικών και ανατολικών επαρχιών της Τουρκίας. Αυτά τα έργα θα έπρεπε να ρίχνουν το βάρος στη δημιουργία θέσεων εργασίας, την οικοδόμηση δημοκρατικών θεσμών και την εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Όσον αφορά τη δεύτερη διάσταση του θεωρητικού μοντέλου των Linz και Stepan, η τουρκική δημοκρατία δε θα μπορούσε να ικανοποιήσει την προδιαθεσική διάσταση της εδραιωμένης δημοκρατίας καθώς οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα με ισλαμική συντηρητική ατζέντα (όπως το Welfare Party) ή με αντιδημοκρατική ατζέντα (όπως τα απολυταρχικά ή τα ολοκληρωτικά κόμματα) εξακολουθεί να αποτελεί κύρια δύναμη στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Με άλλα λόγια, πολιτικά κόμματα τα οποία δεν κατευθύνουν το κοινό προς ένα συναινετικό σύστημα (σε αυτήν την περίπτωση, η φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία βασισμένη στην ελευθεροφροσύνη (<em>laicité</em>) ) αποτελούν καθαρό και υπαρκτό κίνδυνο για την εδραίωση της δημοκρατίας.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a>  Δεδομένου αυτού, κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η Τουρκία κατάφερε να προοδεύσει σε σημαντικό βαθμό προς την εκπλήρωση του προδιαθεσικού κριτηρίου της εδραιωμένης δημοκρατίας, όταν ο Necmettin Erbakan και το κόμμα του Felicity, με αντιδημοκρατικό και ισλαμικό προσανατολισμό, έλαβε μόνο 2.4 και 2.3% των ψήφων στις γενικές εκλογές του 2002 και του 2007. Ωστόσο, προκειμένου να ικανοποιηθεί πλήρως το προδιαθεσικό κριτήριο, πρέπει να προσδιοριστεί εάν ο συνεχιστής του κόμματος Welfare, το κόμμα Justice and Development (AKP είναι το τουρκικό ακρώνυμο) μένει  πιστός στη δημοκρατική αρχή της ελευθεροφροσύνης στην Τουρκία. Το ΑΚΡ έλαβε ποσοστό 46.7% των ψήφων στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου του 2007. Κάτι τέτοιο είναι πολύ σημαντικό εφόσον οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα θέλει να είναι συστημοκεντρικό πρέπει να συμμορφωθεί προς τα αμετάβλητα χαρακτηριστικά της ελευθεροφροσύνης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Επειδή το ΑΚΡ έχει τις ρίζες του στο αντι-συστημικό ισλαμικό συντηρητικό κόμμα Welfare, μια σημαντική μερίδα των ελίτ του κοσμικού κράτους (στρατιωτική ελίτ, δικαστικοί, κλπ.) και ο λαός αντιμετωπίζουν με καχυποψία το ΑΚΡ, υποστηρίζοντας ότι επιδίδεται σε θρησκευτική συγκάλυψη-<em>Takiyye</em>.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a>  Κατά συνέπεια, εν συγκρίσει με το ισλαμικό κόμμα Felicity του Necmettin Erbakan, πρέπει να προσδιοριστεί εάν το ΑΚΡ πιστεύει απόλυτα σε ένα δημοκρατικό σύστημα ή εάν αυτή η μεταρρυθμιστική εικόνα του δεν είναι κάτι παραπάνω από μια ακόμα στρατηγική <em>takiyye</em>. Αυτό έχει προκαλέσει κατηγορίες εναντίον του ΑΚΡ από τον Τούρκο εισαγγελέα Εφετών ο οποίος ζήτησε τη λύση του κόμματος λόγω δραστηριοτήτων κατά του συστήματος.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a>  Κατά την υπεράσπισή του, το ΑΚΡ ισχυρίζεται ότι είναι μια κεντρο-δεξιά πολιτική παράταξη, συντηρητική και μέτρια θρησκευτική, αλλά και συστημοκεντρικό κόμμα, όπως οι Χριστιανοδημοκράτες στην Ευρώπη.</p>
<p><code><br />
</code>Η ανησυχία για τον προσανατολισμό του συστήματος του ΑΚΡ έφτασε στο αποκορύφωμα μετά τη νίκη του στις εκλογές του Ιουλίου του 2007 και την επακόλουθη εκλογή του Abdullah Gül ως προέδρου, παρ’ όλες τις σοβαρές προειδοποιήσεις του στρατού.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a>   Η πιο πρόσφατη κίνηση του κόμματος να ανασυντάξει το σύνταγμα της Τουρκίας στο όνομα ενός «συντάγματος για τον πολίτη» ενέτεινε περαιτέρω αυτές τις ανησυχίες. Στο κάτω-κάτω, το υπάρχον σύνταγμα που υπεβλήθη σε σύνολο μεταρρυθμίσεων όντως ικανοποίησε τα πολιτικά κριτήρια της Ε.Ε. για προσχώρηση!</p>
<p><code><br />
</code>Η τρίτη διάσταση του μοντέλου των Linz και Stepan, η συνταγματική, επίσης εμφανίζει ανάμικτα αποτελέσματα. Παρόλο που η Τουρκία έχει πραγματοποιήσει τεράστιες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, η εφαρμογή τους παραμένει μη συστηματική. Αυτές οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν μέσα από συνεχή εφαρμογή μέχρις ότου γίνουν τμήμα της καθημερινής δημοκρατικής δραστηριότητας και ασκήσουν βαθειά επιρροή στις κοινωνικές δυνάμεις. Διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρατήρησε ότι «οι αλλαγές στο πολιτικό και νομικό σύστημα της Τουρκίας κατά τα περασμένα έτη αποτελούν μέρος μιας πιο εκτενούς διαδικασίας και ότι θα περάσει καιρός μέχρι το πνεύμα των μεταρρυθμίσεων να εκφράζεται μέσα από τη στάση της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, σε όλα τα επίπεδα και σε όλη την έκταση της χώρας».<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a>  Δεδομένων των παραπάνω ανησυχιών, είναι απαραίτητη η συνεχής και αποτελεσματική εφαρμογή των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η εδραίωση της δημοκρατίας. Περαιτέρω θεσμικές μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσχώρησης στην Ε.Ε. θα βοηθούσαν πολύ εν προκειμένω. Οι αρχηγοί των κρατών της Ε.Ε. πρέπει να ωθήσουν του Τούρκους προς την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων χωρίς να δίνουν την εντύπωση ότι αποτελούν απειλή για το ενιαίο πολιτικό σύστημα της χώρας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία της Τουρκίας θα ευνοούνταν περισσότερο από μια πλήρη προσχώρηση στην Ε.Ε., όπου η πολιτική σταθερότητα θα συνδεόταν με τη διακήρυξη της Ε.Ε. για τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα. Η απαίτηση για εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία από τη μία, και η δήλωση ότι αυτή η χώρα δεν έχει καμία θέση στην Ευρώπη από την άλλη, ενισχύουν μόνο την καχυποψία των Τούρκων, σχετικά με τις προθέσεις της Ε.Ε. Ξεκάθαρη δέσμευση ως προς συμφωνητικά τα οποία υπογράφηκαν ανάμεσα σε Ε.Ε. και Τουρκία θα μείωναν την καχυποψία των Τούρκων απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Άλλοι λόγοι για τους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να  υποστηρίξει τη σύναψη εταιρικής σχέσης ένταξης της Τουρκίας με την Ε.Ε.</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Η παροχή βοήθειας στην Τουρκία  για την εδραίωση της δημοκρατίας είναι προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια δημοκρατική και σταθερή Τουρκία είναι πολύ πιο επιθυμητή σαν εταίρος από μια χώρα η οποία βυθίζεται μέσα στην πολιτική αβεβαιότητα, σε μια «ευαίσθητη» περιοχή. Επιπροσθέτως, η προσχώρηση της Τουρκίας θα ενίσχυε τις βλέψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή. Ποιο θα είναι λοιπόν το κέρδος της Ε.Ε. αν η Τουρκία γίνει μέλος της; Πρώτον, θα στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον κόσμο ότι η Ε.Ε. δεν είναι μια χριστιανική λέσχη και θα καταρρίψει το επιχείρημα του Samuel Huntington περί «Σύγκρουσης των Πολιτισμών». Δεύτερον, η Τουρκία θα ενισχύσει την Ευρωπαϊκή Ταυτότητα σε θέματα ασφάλειας και άμυνας (ESDI) με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και θα εξομαλυνθεί περαιτέρω η συνεργασία ανάμεσα σε NATO και ESDI. Όπως επισημάνθηκε στην Έκθεση της Ομάδα Διεθνών Κρίσεων (ICG) για την Τουρκία: « Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα τα οποία αφορούν την ασφάλεια της ως όμοια με αυτά της Ευρώπης. Παρόλο που πολλές από τις αποστολές για τη διασφάλιση της ειρήνης στις οποίες συμμετείχε η Τουρκία διεξάγονταν από το  NATO, αποτελούσαν μέρος της στρατηγικής της ΕΕ. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,  οι Τούρκοι υιοθετούν το 90% της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Η Άγκυρα επέτρεψε την προώθηση των σχέσεων μεταξύ NATO και ΕΕ… Επίσης, η κυβέρνηση του AKP αντιμετώπισε πιο θετικά τις ευρωπαϊκές πολιτικές προώθησης της δημοκρατίας, συμμερίστηκε ακόμη και την κριτική στάση της ΕΕ απέναντι στο Ουζμπεκιστάν, έναν αυταρχικό εθνικό συγγενή στην Κεντρική Ασία».<a href="#_ftn7" title="_ftnref7" name="_ftnref7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[7]</a>  Τρίτον, η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ε.Ε. θα καθυστερήσει λόγω των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Τέταρτον, η  Τουρκία εξυπηρετεί ήδη ως ενεργειακός διάδρομος για την Ευρώπη για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Κασπίας Θάλασσας και της Κεντρικής Ασίας. Πέμπτον, η Τουρκία θα βοηθήσει στην οικονομική αναζωογόνηση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε. αναφορικά με τις διεθνείς της σχέσεις. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, που επίσης έχει να κάνει με την ΚΕΠΠΑ της Ε.Ε., εγγυάται μια περαιτέρω ανάπτυξη, καθώς επηρεάζεται ο διεθνής ανταγωνισμός της Ε.Ε. έναντι των Η.Π.Α., της Κίνας, της Ινδίας, καθώς κι έναντι των περιφερειακών συμφερόντων ασφαλείας του βορειότερου κομματιού της Μέσης Ανατολής.</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη οι Yeşilada, Efird και Noordijk εξέτασαν το πώς η μετάβαση της παγκόσμιας ισχύος αναμένεται να επηρεάσει τη θέση της Ε.Ε. όσον αφορά στις διεθνείς της σχέσεις.<a href="#_ftn8" title="_ftnref8" name="_ftnref8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[8]</a>   Βασισμένη στο μοντέλο μετάβασης ισχύος των Organski, Kugler και Tammen,<a href="#_ftn9" title="_ftnref9" name="_ftnref9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[9]</a>  η εν λόγω μελέτη αξιολόγησε το πώς διαφορετικά σενάρια επέκτασης της Ε.Ε. θα επηρέαζαν στο μέλλον τον ανταγωνισμό της έναντι των Η.Π.Α, της Κίνας και της Ινδίας. Μια επιπλέον ανάλυση των αναθεωρημένων στοιχείων αξιοποιεί περαιτέρω τα αποτελέσματα που έχουν ήδη προκύψει, σχετικά με το θέμα. Τα αποτελέσματα αποκαθιστούν πλήρως την πραγματικότητα. Μέσα στα 50 επόμενα χρόνια, η οικονομική κατάσταση των Η.Π.Α. και της Ε.Ε. θα χάσει έδαφος καθώς θα έχει να αντιμετωπίσει την Κίνα και την Ινδία. Η Κίνα θα είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, με τις Η.Π.Α. και την Ινδία να ακολουθούν. Κανένα μελλοντικό σχέδιο επέκτασης της Ε.Ε., που να αποκλείει την Τουρκία, δε θα μπορούσε να την αποτρέψει από το να ΓΙΝΕΙ η τέταρτη σε σειρά χώρα-παράγοντας ανάμεσα στα γνωστά μεγαθήρια μέχρι το 2040-2045. Μόνο όταν η Τουρκία προσχωρήσει στην Ε.Ε. (δλδ. το 2020-2025) θα αρχίσει η οικονομική προοπτική της Ένωσης να ανακάμπτει και να φτάνει σε μια ισάξια με των Η.Π.Α. per capita παραγωγικότητα.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Τελικές σκέψεις</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους θα μπορούσε κάποιος να ταχθεί υπέρ ή κατά της προσχώρησης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Πρόσφατες εξελίξεις έχουν τροφοδοτήσει αυτά τα συναισθήματα και στις δύο πλευρές κι έδωσαν ισχύ σε αυτούς που ήταν αντίθετοι με την τουρκική προσχώρηση. Οι συνέπειες του να μείνει εκτός Ε.Ε. η Τουρκία θα ήταν καταστροφικές. Μια τέτοια απόφαση θα εξουδετέρωνε όλα τα θετικά πλεονεκτήματα που παρατέθηκαν παραπάνω και θα προκαλούσε απρόβλεπτες συνέπειες. Επίσης, η Τουρκία θα αναγκαζόταν να αναζητήσει μια «νέα συμμαχία» αλλού, θα αποσταθεροποιούνταν περισσότερο οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και δυστυχώς θα ενισχυόταν το επιχείρημα περί σύγκρουσης των πολιτισμών.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Juan J. Linz και Alfred Stepan. <em>Problems of Democratic Transition and Consolidation</em>, Johns Hopkins University Press, 1996, σ. 6</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Ο Samuel Eldersveld έχει ισχυριστεί ότι οι ενεργές δημοκρατίες έχουν ανάγκη τα κόμματα να εκτελούν ορισμένα σημαντικά καθήκοντα, τα οποία περιλαμβάνουν τη οργάνωση της συμμετοχής του κοινού στην πολιτική, τον έλεγχο και τη στρατολόγηση των ελίτ, τη διαχείριση των διαφορών και του ανταγωνισμού, την καινοτομία στην πολιτική και την καθοδήγηση του κοινού στο συναινετικό σύστημα. Βλ., Samuel J. Eldersveld, <em>Political Parties in American Society</em> (New York: Basic Books, 1982).</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Βλ. Birol Yesilada, <em>Islam, Dollars and Politics</em>, Universities Field Staff International (1988), σσ. 10-11<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">  Κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών στην εξουσία, παρόλο που το ΑΚΡ είχε δεσμευτεί στην προσχώρηση της Τουρκίας στην Ε.Ε. και στις μεταρρυθμίσεις της οικονομίας, οι κομματικές ελίτ προσπάθησαν μεμονωμένα να θεσπίσουν νόμους οι οποίοι θα ευνοούσαν το θρησκευτικό του υπόβαθρο. Για παράδειγμα, το ΑΚΡ προσπάθησε να μειώσει τις απαιτήσεις των εξετάσεων για την εισαγωγή σε πανεπιστήμια για τους αποφοίτους των Preacher &amp; Prayer Leader Schools (<em>İmam Hatip Okulları</em>). Το ΑΚΡ προσπάθησε επίσης να θεσπίσει ένα νόμο στο νέο Ποινικό Κώδικα που θα όριζε τη μοιχεία ως έγκλημα. Ένα άλλο παράδειγμα αντι-φιλελεύθερης προσπάθειας του ΑΚΡ είναι και η ψήφιση ενός νόμου, που ανέφερε ότι θα τιμωρούνταν οι διοργανωτές παράνομων μαθημάτων σχετικών με το Κοράνι, από τρεις έως και δώδεκα μήνες μόνο, αντί για τρία έως έξι χρόνια, όπως οριζόταν σύμφωνα με την προγενέστερη νομοθεσία. Οι νόμοι αυτοί, που προσπάθησε να περάσει το ΑΚΡ προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των ισλαμικών του στοιχείων, έτυχαν σφοδρής αντίστασης από τις κοσμικές πολιτικές ελίτ, το δικαστικό σώμα, τον τουρκικό στρατό και την κοσμική κοινωνία των πολιτών. <o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για μια πιο λεπτομερή συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα, βλ., “The 2007 Turkish Elections: Globalization and Ataturk&#8217;s Legacy” Testimony at the U.S.  House of Representatives, Commission on Security and Cooperation in Europe, 26 Ιουλίου 2007.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">EU Commission. 2006. <em>Progress Report</em>. Brussels: EC Commission Publications, σ. 55.<o></o></span></p>
<p id="ftn7">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref7" title="_ftn7" name="_ftn7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> International Crisis Group, T<em>urkey and Europe: The Way Ahead, Europe Report No. 184</em> (Istanbul and Brussels: ICG, 17 Αυγούστου 2007), σ. 6.<o></o></span></p>
<p id="ftn8">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref8" title="_ftn8" name="_ftn8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Birol Yeşilada, Brian Efird, and Peter Noordijk, ““Competition among Giants: A Look at How Future Enlargement of the European Union Could Affect Global Power Transition,” <em>International Studies Review</em> Vol. 8, no. 4 (Δεκέμβριος 2006):607-622<o></o></span></p>
<p id="ftn9">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref9" title="_ftn9" name="_ftn9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> See, for example, Organski, A.F.K, and Jacek Kugler. 1980. <em>The War Ledger</em>. Chicago: University of Chicago Press; Tammen, Ronald, et al. 2004. <em>Power Transitions: Strategies for the 21st Century</em>, Revised Chinese edition. Chatham: Chatham House (now C.Q. Press); Efird, Brian, Jacek Kugler and Gaspare Genna. 2003. From War to Integration: Generalizing the Dynamic of Power Transitions. <em>International Interactions</em> 29(4).<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=343</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Hugh Pope &#8211; Η επικάλυψη Τουρκίας και Ευρώπης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=346</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=346#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:31:45 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Hugh Pope]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=346</guid>
		<description><![CDATA[Για πάρα πολλά χρόνια, η σχέση μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε. μπορούσε να συνοψιστεί σε αυτό το παλιό ανέκδοτο: η Τουρκία προσποιείτο ότι προσπαθούσε να ενταχθεί στην Ε.Ε. και η Ε.Ε. προσποιείτο ότι προσπαθούσε να δεχτεί την Τουρκία. Η διαμάχη για το Κυπριακό έμοιαζε να λειτουργεί με βάση ένα ανάλογο πρότυπο. Προκειμένου να ενισχύσουν την εικόνα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/pope_hugh.jpg" title="Hugh Pope "><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/pope_hugh.jpg" title="Hugh Pope" alt="Hugh Pope " align="left" height="125" width="105" /></a>Για πάρα πολλά χρόνια, η σχέση μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε. μπορούσε να συνοψιστεί σε αυτό το παλιό ανέκδοτο: η Τουρκία προσποιείτο ότι προσπαθούσε να ενταχθεί στην Ε.Ε. και η Ε.Ε. προσποιείτο ότι προσπαθούσε να δεχτεί την  Τουρκία. Η διαμάχη για το Κυπριακό έμοιαζε να λειτουργεί με βάση ένα ανάλογο πρότυπο. Προκειμένου να ενισχύσουν την εικόνα τους στη διεθνή σκηνή, τα διάφορα μέρη έκαναν οτιδήποτε προκειμένου να δείξουν ότι εργάζονται προς την κατεύθυνση ενός συμβιβασμού- εκτός από τον ίδιο τον συμβιβασμό.<span id="more-346"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Για πολλούς λόγους- την άνοδο του Γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί με τη σκληρή ρητορική, την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., την ανάπτυξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη- τα  ταραγμένα παλιά πρότυπα καταρρέουν. Οι παροδικές τριβές στις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας ζημιώνουν τώρα και τις δυο πλευρές.  Το στάτους κβο στην Κύπρο δεν είναι πλέον βιώσιμο. Η παλιά σοφία είναι πλέον παρωχημένη. Η Τουρκία και η Ευρώπη αλλάζουν και επικαλύπτονται όλο και περισσότερο. Μια ρύθμιση του Κυπριακού είναι πιθανή τον επόμενο χρόνο και μια καλύτερα αναπτυσσόμενη Τουρκία θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια ευρύτερα διευρυμένη Ευρώπη σε μια δεκαετία περίπου. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί πρέπει να καταλάβουν ότι η προώθηση των εθνικών μύθων που αποκλείουν τους Τούρκους ή τους Μουσουλμάνους θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Και οι Τούρκοι πολιτικοί πρέπει να πάψουν να προσποιούνται ότι η Τουρκία έχει οποιαδήποτε ρεαλιστική εναλλακτική λύση στην προχωρημένη σύγκλισή της με την Ευρώπη. Οι Τούρκοι αποτελούν βασικό μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας και κοινωνικής αρχιτεκτονικής, και η μη ένταξή τους στην Ε.Ε. είναι θέμα σωστής χρονικής στιγμής και όχι αποτέλεσμα μιας εγγενούς ‘μη ευρωπαϊκότητας’.</p>
<p><code><br />
</code>Οι Τούρκοι είναι προσανατολισμένοι στη Δύση εδώ και χίλια χρόνια ή περισσότερο και υπάρχει τώρα ένας αξιοσημείωτος ιστός συνυφασμένων συμφερόντων και ιστορίας. Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς και η κατάληψη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συνοδεύτηκαν από την αφομοίωση των βυζαντινών θεσμών, πληθυσμών, πολιτικών ηθών, αρχιτεκτονικής, ακόμη και της κουζίνας. Η πολιτική διασύνδεση χρονολογείται από το 1856, όταν αφού συντάχθηκε με τη Βρετανία και τη Γαλλία στον πόλεμο της Κριμαίας κατά της Ρωσίας, η αυτοκρατορία εντάχθηκε προς στιγμήν στο παν-ευρωπαϊκό διπλωματικό σύστημα. Η καταστροφή του οθωμανικού καθεστώτος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχε να κάνει με τη μη ευρωπαϊκή θρησκεία ή εθνικότητα της αυτοκρατορίας, αλλά με την καταστροφική συμμαχία με δυο κατεξοχήν ευρωπαϊκές δυνάμεις, τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.</p>
<p><code><br />
</code>Η νέα δημοκρατία που αναδύθηκε βασίστηκε σε ένα σημαντικό κομμάτι του, ευρωπαϊκού τύπου, εκσυγχρονισμού  που αναπτύχθηκε στην Τουρκία τον τελευταίο αιώνα της αυτοκρατορίας. Όταν ο ιδρυτής της δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ εισήγαγε το ευρωπαϊκό καπέλο ως εθνικό κάλυμμα της κεφαλής, ακολουθούσε τα ίχνη του μεταρρυθμιστή σουλτάνου Μαχμούτ ΙΙ, που καθιέρωσε το ελληνικής προέλευσης φέσι αντί για το σαρίκι. Περισσότερο απ’ τους προκάτοχούς του, ο Ατατούρκ αποφάσισε ότι η νέα δημοκρατία έπρεπε να αντιγράφει την Ευρώπη για να τη φτάσει. Πέταξε το οθωμανικό μίγμα εθνικού  δίκαιου και ισλαμικής νομοθεσίας και αντέγραψε τον ελβετικό αστικό κώδικα, τον ιταλικό ποινικό κώδικα και τον γερμανικό εμπορικό κώδικα. Κατανάλωνε εσκεμμένα αλκοόλ δημόσια και το πρώτο εργοστάσιο που ίδρυσε στη νέα πρωτεύουσα, την Άγκυρα, ήταν μια μπυραρία  γερμανικού σχεδιασμού.</p>
<p><code><br />
</code>Η δέσμευση της Τουρκίας με την Ευρώπη και τη Δύση επιταχύνθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την είσοδο της στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) το 1952,  η Τουρκία υπερασπίστηκε με ζήλο το ένα τρίτο της γραμμής μετώπου του ΝΑΤΟ με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας για 40 χρόνια. <a href="http://www.overlookpress.com/book-detail.php?book_isbn=0-87951-898-7&amp;last_url=search.php?search" target="_blank">Όπως είπε ο βετεράνος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ</a>: ‘Όταν η υπεράσπιση του δυτικού πολιτισμού (από τον σοβιετικό κομμουνισμό) διακυβευόταν, δεν μας αποκαλούσαν (….) Τούρκους και Μουσουλμάνους’.  Στην κορύφωση της φιλοαμερικανικής και φιλοευρωπαϊκής περιόδου της, το 1959, η Τουρκία επεδίωξε μια συμφωνία σύνδεσης με τον πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1963, η συμφωνία σύνδεσης που υπέγραψε, η Συμφωνία της Άγκυρας, αναγνώρισε το δικαίωμα της στην ένταξη. Στο εορταστικό δείπνο, με ένα θετικό πνεύμα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλά θα έκαναν να ανακαλύψουν ξανά, ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Joseph_Luns" target="_blank">Τζόζεφ Λουνς</a> είπε: ‘Η πρωτοτυπία της Ευρώπης βρίσκεται στην ποικιλία της. Σας διαβεβαιώνω ότι η Τουρκία θα βρει στην κοινότητα έναν εταίρο που θα κάνει το έργο της ευκολότερο….σε αναγνώριση….των θυσιών που έκανε υπερασπίζοντας το κοινό ιδανικό μας.’</p>
<p><code><br />
</code>Σημαντικά εμπόδια για μια καλύτερη ευρωπαϊκή σχέση έχουν ήδη ξεπεραστεί. Το 1999, η Ελλάδα και η Τουρκία υπερέβησαν δεκαετίες διαμάχης και η Τουρκία απέκτησε καθεστώς υποψήφιας  χώρας. Το 2004, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι προχώρησαν ένα βήμα μπροστά προς ένα συμβιβασμό στην Κύπρο. Μια νέα προσέγγιση προς το συμβιβασμό από την ελληνοκυπριακή κοινωνία γενικότερα, συνοδευμένη από την εκλογή του προέδρου Δημήτρη Χριστόφια τον Φεβρουάριο αυτού του χρόνου, πρόσφερε την καλύτερη ευκαιρία για να μπορέσει η διαμάχη να φτάσει σε μια περιεκτική ρύθμιση τον ερχόμενο χρόνο. Κάτι τέτοιο θα απομόνωνε τους ξεπερασμένους τουρκοσκεπτικιστές στην Ευρώπη και θα αποτελούσε σανίδα σωτηρίας για τη χαλαρωμένη επίσημη σύγκλιση μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας. Είναι βέβαιο ότι η άρνηση κάποιων Γάλλων, Γερμανών και άλλων Ευρωπαίων πολιτικών να δουν την Τουρκία ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκάλυψε ότι η στάση κάποιων Ευρωπαίων απέναντι στην Τουρκία αποτελούσε αναληθές παιχνίδι. Αυτή δεν είναι όμως η στάση όλων των Ευρωπαίων και η Τουρκία θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί περισσότερο το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη της Ε.Ε. υποστηρίζουν την ένταξή της.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι αφορά τις συνθήκες, τη θεσμική δέσμευση, τον προσανατολισμό στην ασφάλεια και την ιδεολογική φιλοδοξία, η Τουρκία είναι ήδη μια ευρωπαϊκή χώρα. Από τον διαγωνισμό τραγουδιού της Γιουροβίζιον, μέχρι το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και τον ΟΑΣΕ,  η Τουρκία είναι εδώ και πολύ καιρό πλήρες μέλος όλων των σημαντικών ευρωπαϊκών θεσμών εκτός από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περισσότεροι από τους μισούς από τα 19 εκατομμύρια τουριστών το 2006 ήρθαν από την Ευρώπη, κάνοντάς την τον τρίτο κατά σειρά τουριστικό προορισμό των Ευρωπαίων.</p>
<p><code><br />
</code>Όταν, το 1963, υπογράφηκε <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Ankara_Agreement" target="_blank">η Συμφωνία της Άγκυρας</a>, το εμπόριο με την Ευρώπη περιοριζόταν σε ξερά σύκα,  καρύδια και  σουλτανίνα. Τώρα τη θέση των αγροτικών εξαγωγών πήραν τα βιομηχανοποιημένα αγαθά, με πρώτους τον τομέα της υφαντουργίας και τον αυτοκινητιστικό τομέα.  Η Ε.Ε. έγινε πιο σημαντική για το σύνολο της οικονομίας. Ενώ το 1980 μόνο το ένα τρίτο του εμπορίου της Τουρκίας γινόταν με τα κράτη της Ε.Ε., το 1995, παραμονές της Τελωνειακής Ένωσης, είχε φτάσει στο μισό. Κι έτσι παρέμεινε, ενώ το συνολικό εμπόριο τετραπλασιάστηκε και τώρα αποτελεί το 3-4% του συνολικού εμπορίου της Ε.Ε. Χάρη στις προνομιακές εμπορικές ρυθμίσεις και την Τελωνειακή Ένωση, οι τουρκικές εταιρίες κατασκευάζουν τις μισές από τις  τηλεοπτικές συσκευές της Ευρώπης και τα δυο τρίτα των τηλεοπτικών σωλήνων. Οι εξαγωγές στον αυτοκινητιστικό τομέα εκτοξεύτηκαν δέκα φορές από το 1995 μέχρι το 2005, κυρίως στην Ευρώπη. Οι τουρκικές εταιρίες ελέγχουν ευρωπαϊκές μάρκες όπως τη σοκολατοποιία Godiva και την κεραμοποιία Villeroy &amp; Boche.  Μια από αυτές κατέχει την Grundig, ηλεκτρομηχανολογικό σύμβολο της  Γερμανίας, ελέγχοντας τις ευρεσιτεχνίες, οργανώνοντας το πανευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών, σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας τις τηλεοπτικές συσκευές της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απένειμε, το 2004, το μεγαλύτερο βραβείο της για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα σε ένα ψυγείο-καταψύκτη τουρκικού σχεδιασμού.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα άλλο πεδίο επικάλυψης είναι αυτό της ευρω-τουρκικής συνεργασίας στη διατήρηση της ειρήνης, μολονότι υποβαθμίστηκε λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε το 2005 το Κυπριακό, και των επιθέσεων στις ευρω-τουρκικές σχέσεις από τους σκεπτικιστές τόσο στην Ευρώπη όσο και την Τουρκία. Η Άγκυρα πρόσφερε στρατό, αεροσκάφη και διοικητικές υποδομές σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις καίριες για την Ε.Ε. Πράγματι, οι γαλλικές δυνάμεις θα είχαν φτάσει πολύ αργότερα στο Κονγκό εάν δεν υπήρχε η τουρκική  δυνατότητα αερομεταφοράς. Επί δεκαετίες, η Τουρκία θεωρούσε τα συμφέροντα της που είχαν να κάνουν με την ασφάλεια ταυτόσημα με εκείνα της Ευρώπης. Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμούν ότι οι Τούρκοι υιοθέτησαν 90% της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Η Τουρκία έχει επίσης συμβάλει στην άμβλυνση των ανησυχιών της Ε.Ε. σε σχέση με την εξάρτησή της από τη Ρωσία για την ενεργειακή της ασφάλεια.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ευρωπαϊκοί στόχοι σε ό, τι αφορά τη διάδοση της ελευθερίας της έκφρασης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βοηθήθηκαν σημαντικά στη χρυσή περίοδο της διαδικασίας ένταξης στην Ε.Ε. μεταξύ 2001-2004. Είχαν εντυπωσιακή επίδραση- και όχι μόνο στη νέα νομοθεσία και τη βελτίωση της κατάστασης της κουρδικής εθνότητας στην Τουρκία, που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του πληθυσμού. Οι Κούρδοι άρχισαν να νιώθουν πιο ασφαλείς, καθώς η Τουρκία δεχόταν όλο και περισσότερο τη διεθνή νομική εποπτεία και, τουλάχιστον μέχρι το 2005 που η σύγκλιση με την Ε.Ε σκόνταψε, άρχισαν να νιώθουν μεγαλύτερη αφοσίωση σε ένα κράτος που πορευόταν σαφώς προς ένα πιο ευμενές μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Η επιτυχία της Τουρκίας με την Ε.Ε. συνέβαλε επίσης στη διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών στην ανατολική χώρα. Παρά τα ψεγάδια της, η Τουρκία παραμένει η πιο κοσμική και δημοκρατική χώρα και η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στο ισλαμικό κόσμο. Χάρη κυρίως στην αποδοχή της Τουρκίας από την Ε.Ε. ως ίση- 250 δημοσιογράφοι από τον μουσουλμανικό κόσμο ανέμεναν να μεταδώσουν την ανακοίνωση για την ημερομηνία έναρξης των  διαπραγματεύσεων ένταξης- οι προσεγγίσεις της Τουρκίας σε ό, τι αφορά τον μουσουλμανικό εκσυγχρονισμό αποτελούν βασικό θέμα για τους σχολιαστές στη Μέση Ανατολή. Πολλοί αναζητούν έναν νέο δρόμο, μετά την αποτυχία των εθνικιστικών και ισλαμικών ιδεολογιών να παράσχουν πρόοδο, ειρήνη ή ευημερία. Οι βαθιοί ιστορικοί δεσμοί της Τουρκίας με τη Μέση Ανατολή δεν αποτελούν αναγκαστικά αρνητικό στοιχείο. Στις προηγούμενες διευρύνσεις  της Ε.Ε., είχαν εκφραστεί ανησυχίες που στη συνέχεια ξεχάστηκαν για την πρώην αυτοκρατορία της Βρετανίας και τους δεσμούς της Ισπανίας με τη Λατινική Αμερική. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Ερντογάν, μουσουλμάνοι ηγέτες του είπαν ότι θα καλωσόριζαν την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. όχι επειδή θα επιθυμούσαν κάτι ανάλογο για τις χώρες τους αλλά επειδή θα έδινε στον ισλαμικό κόσμο μια φωνή, τουλάχιστον στα ευρωπαϊκά συμβούλια.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα από τα αινίγματα της αναζήτησης της Τουρκίας για αποδοχή από την Ευρώπη είναι ο ρόλος που έπαιξε, και ο τρόπος με τον οποίον έγινε αντιληπτός, η ευρεία τουρκική μειονότητα στην ήπειρο. Επισήμως, υπάρχουν 3.7 εκατομμύρια Τούρκοι στην Ευρώπη, που στην πραγματικότητα ξεπερνούν τα πέντε εκατομμύρια- περισσότεροι από τους Σκοτσέζους, τους Ιρλανδούς ή τους Λιθουανούς. Συνεισφέρουν με 80 δις ευρώ στην οικονομία της Ε.Ε. γύρω στο 0.75% τους συνολικού προϊόντος της. Είναι άδικο που πολλοί Ευρωπαίοι κάνουν διάκριση μεταξύ των αφομοιωμένων, καλά ενσωματωμένων και επιτυχημένων Τούρκων, τους οποίους αναγνωρίζουν ως  Ευρωπαίους, από τους μη ενσωματωμένους, περιθωριακούς- που εμφανίζονται στερεότυπα από τα ΜΜΕ ως αγρότισσες με μαντίλες και άντρες με τραχιά γένια και φαρδιά παντελόνια- τους οποίους και θεωρούν ως πραγματικούς εκπροσώπους της ευρω-τουρκικής κοινότητας. Μια ακόμη λανθασμένη υπόθεση είναι ότι αυτοί οι ‘τυπικοί’ Τούρκοι στα φτωχότερα προάστια της Ευρώπης εκπροσωπούν τη σημερινή Τουρκία ή έχουν να κάνουν με τη σχέση ΕΕ-Τουρκίας στο σύνολό της.</p>
<p><code><br />
</code>Εν συντομία, είναι ξεπερασμένο και ανεύθυνο, όπως τουλάχιστον είπε ένας Γάλλος πολιτικός, να παρουσιάζεται ο εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας ως εύθραυστο φλερτ ή δέσμευση. Η σχέση αυτή μπορεί να άρχισε ως μίγμα ιδεαλισμού και προσποίησης από κάποιες ανειλικρινείς ελίτ που επεδίωκαν να δώσουν κίνητρα ή να εξασφαλίσουν τους πληθυσμούς τους. Αλλά ο πυκνός ιστός των δεσμών που προέκυψαν δεν μπορεί πλέον να διαλυθεί εύκολα, γιατί οι δυο πλευρές θα μετακινηθούν τότε σε νέους κόσμους. Η Τουρκία και η Ευρώπη είναι παλιοί γείτονες, που κάποτε ήταν διακριτοί, αλλά που όπως δυο πόλεις που αναπτύσσονται η μια μέσα στην άλλη, τώρα επικαλύπτονται χωρίς να μπορεί να υπάρξει επιστροφή.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=346</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δημήτρης Τριανταφύλλου &#8211; Ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας και η Ευρωπαϊκή Ένωση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=347</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=347#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:30:56 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Δημήτρης Τριανταφύλλου]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=347</guid>
		<description><![CDATA[Στην επίσημη τελετή παράδοσης-παραλαβής μεταξύ της σλοβενικής προεδρίας και της τρέχουσας γαλλικής προεδρίας, στις 30 Ιουνίου 2008, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ, καθώς δεχόταν συμβολικά από τον Σλοβένο ομόλογό του τη σκυτάλη και τη σημαία της Ε.Ε., σχολίασε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στο ‘φυσιολογικό μέγεθός’ της. Τα συναισθήματα του Κουσνέρ απηχούσαν εκείνα του [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/triantaphyllou-dimitrios.jpg" title="Δημήτρης Τριανταφύλλου"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/triantaphyllou-dimitrios.jpg" title="Δημήτρης Τριανταφύλλου" alt="Δημήτρης Τριανταφύλλου" align="left" height="125" width="105" /></a>    Στην <a href="http://www.eu2008.si/en/News_and_Documents/Press_Releases/June/0630MZZ_Rupel_Kouchner.html" target="_blank">επίσημη τελετή παράδοσης-παραλαβής</a> μεταξύ της σλοβενικής προεδρίας και της τρέχουσας γαλλικής προεδρίας, στις 30 Ιουνίου 2008, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ, καθώς δεχόταν συμβολικά από τον Σλοβένο ομόλογό του τη σκυτάλη και τη σημαία της Ε.Ε., σχολίασε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στο ‘φυσιολογικό μέγεθός’ της. Τα συναισθήματα του Κουσνέρ απηχούσαν εκείνα του Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος μιλώντας στη γαλλική τηλεόραση είπε ότι ‘κάτι δεν πάει καλά, δεν πάει καθόλου καλά’.<span id="more-347"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><a href="http://archiviostorico.corriere.it/2008/giugno/24/Haider_tifava_Italia_Perche_all_co_9_080624090.shtml" target="_blank">Σε μια συνέντευξη στην ιταλική εφημερίδα</a> <em>Corriere della Serra</em> στις 24 Ιουνίου 2008, την παραμονή των ημιτελικών του Euro 2008, όπου η Τουρκία επρόκειτο να αναμετρηθεί με τη Γερμανία και η Ρωσία με την Ισπανία, ο ακροδεξιός Αυστριακός πολιτικός Joerg Haider, αναρωτήθηκε γιατί επιτρέπεται στην Τουρκία και τη Ρωσία να μετέχουν στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, λέγοντας ‘ τι κοινό έχουν αυτές οι δυο χώρες με την Ευρώπη;’</p>
<p><code><br />
</code>Μολονότι μοιάζουν άσχετες, οι δυο προηγούμενες αναφορές σχετίζονται πολύ μεταξύ τους. Από τη μια πλευρά, περιγράφουν την αμηχανία που επικρατεί σχετικά με το μέλλον της Ένωσης μετά την παύση της διαδικασίας επικύρωσης της Συνθήκης της Λισαβόνας, αντανακλώντας φαινομενικά διαφορετικές προοπτικές για το ποια Ευρώπη θέλουμε. Από την άλλη πλευρά, αποκαλύπτουν την έλλειψη ενός σαφούς πολιτικού οράματος σε ό, τι αφορά τη γειτονιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ποια τμήματά της θα ενσωματωθούν με την πάροδο του χρόνου.</p>
<p><code><br />
</code>Το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβληματίζει και προκαλεί ζωηρές συζητήσεις, περιοδικές επιθέσεις και γενικά δεν πείθει. Η δημόσια συζήτηση και η παράλληλη πολιτική διαδικασία διεξάγονται τόσον καιρό που το ενδεχόμενο ενός γάμου ( δηλαδή, ένταξης) τίθεται συχνά σε αμφιβολία, γεννώντας επιχειρήματα υπέρ άλλων διευθετήσεων. <a href="http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?type=REPORT&amp;reference=A6-2008-0266&amp;language=EN&amp;mode=XML" target="_blank">Η συζήτηση της 9ης Ιουλίου 2008 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο</a> σχετικά με τη στρατηγική διεύρυνσης της Ένωσης, με έμφαση στις εναλλακτικές ως προς τη διεύρυνση λύσεις, και η ανάγκη για μια περίοδο ‘εσωτερικής σταθεροποίησης’ στην Ένωση δημιουργούν εξ’ αντικειμένου θέμα.</p>
<p><code><br />
</code>Τα παράδοξα είναι πολλά. Από τη μια πλευρά, η διαδικασία εξευρωπαϊσμού, σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης της Ε.Ε., είχε εξαιρετική επίδραση στην Τουρκία, καθώς μετά <a href="http://www.europarl.europa.eu/summits/hel1_en.htm" target="_blank">τη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι</a>, τον Δεκέμβριο του 1999 υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ της δημοκρατικής μετεξέλιξης της τουρκικής πολιτικής και της προόδου στις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί σήμερα πως στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο κέντρα εξουσίας στην Τουρκία- το βαθύ κράτος και η δημοκρατικά εκλεγμένη (με συντριπτική πλειοψηφία) κυβέρνηση του AKP- κι ότι η διαδικασία μετεξέλιξης της τουρκικής κοινωνίας και πολιτικής βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ στη χώρα, που συμπίπτει με την έλευση στην εξουσία του ΑΚΡ μετά το 2002, συνεπάγεται για πολλούς τη χειραγώγηση της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας με στόχο την αμφισβήτηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους.</p>
<p><code><br />
</code>Για τους Ευρωπαίους που υποστηρίζουν τη μετεξέλιξη της Τουρκίας και τελικά την ένταξή της, οι προκλήσεις που θέτει η παρουσία του πολιτικού Ισλάμ στην εξουσία είναι τόσο οδυνηρές όσο και για τον μέσο Τούρκο. Το θέμα είναι η επιβίωση της τουρκικής δημοκρατίας. Ωστόσο, οι επιφυλάξεις έχουν να κάνουν με τις διαρκείς αμφιβολίες ότι η διαδικασία εξευρωπαϊσμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί μαζικά στην Τουρκία όπως σε άλλα μέρη της γειτονιάς της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, εάν ο περαιτέρω εκδημοκρατισμός συνεπάγεται τη σταδιακή κατεδάφιση του κοσμικού κράτους (όπως με το θέμα της μαντίλας), προκαλώντας έναν ‘έρποντα εξισλαμισμό’ της χώρας, τότε η ‘μοναδικότητα’ της Τουρκίας θα μπορούσε να σημαίνει ότι δεν έχει θέση στην Ε.Ε.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, το μεταβαλλόμενο παράδειγμα σχετικά με τη φύση του τουρκικού κράτους είναι μια προϋπόθεση που εκδηλώθηκε επανειλημμένα από την αρχή της ευρωπαϊκής περιπέτειας της Τουρκίας (στη σύγχρονη εκδοχή της) το 1963. Τα τελευταία 45 χρόνια, γεννήθηκαν επανειλημμένα επιφυλάξεις σχετικά με τη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της χώρας, και ιδιαίτερα στο εσωτερικό της ίδιας της Τουρκίας, μέσα από τη μακρά σύγχρονη ιστορία των στρατιωτικών και μεταμοντέρνων πραξικοπημάτων και την αργή συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι ο ‘τουρκισμός’ (όχι αναγκαστικά στην περιεκτική μορφή του) δεν κινδυνεύει από ‘περισσότερη Ευρώπη’. <a href="http://nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/2006/" target="_blank">Η βράβευση του Ορχάν Παμούκ</a> με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2006 και η χλιαρή υποδοχή της οποίας έτυχε στην πατρίδα του αντανακλούν θαυμάσια την αργή παραδοχή αυτών που θεωρούνται ως μη τουρκικές αξίες και κανόνες.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται ότι η ικανότητα της Τουρκίας να αλλάξει, να μετεξελιχθεί σε ένα κανονικό δημοκρατικό κράτος, που η ενσωμάτωσή του θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, χωρίς πολλά αρνητικά επιφωνήματα, από τα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. και τους πολίτες τους, έχει πιο πολύ να κάνει με την ικανότητα της να εξευρωπαϊστεί παρά με τα επιχειρήματα και την πολιτική των αντιπάλων της. Με αυτή την έννοια, η προώθηση της ‘ενταξιμότητας υπό την ιδιότητα του μέλους’(membership inclusiveness) &#8211; που σημαίνει καθορισμός και προώθηση των σχέσεων Ε.Ε.–Τουρκίας αποκλειστικά μέσα από τα κριτήρια ένταξης,  την εταιρική σχέση προσχώρησης, το διαπραγματευτικό πλαίσιο και το συνεχώς εξελισσόμενο κεκτημένο- είναι επωφελής για την Τουρκία. Επιτρέπει στην Κομισιόν, τον θεματοφύλακα της διαδικασίας ένταξης, να υποστηρίζει και να προωθεί τον εκδημοκρατισμό της χώρας και να διασφαλίζει ότι στο τέλος του δρόμου (όπου κι όποτε μπορεί να είναι αυτό) η ένταξη θα είναι δεδομένη.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα άλλο μεταβαλλόμενο παράδειγμα έχει να κάνει με τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά το 1999, με την Ελλάδα ( για τους δικούς της ειδικούς λόγους) να είναι σταθερός σημαιοφόρος της  πορείας της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Η ελληνική υποστήριξη δεν πρέπει να υποτιμάται εάν λάβουμε υπόψη ότι η Ελλάδα (σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα) συμμετέχει ενεργά σε κάθε σχήμα που προωθεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ιδίως στο Eurogroup, και είναι το κράτος μέλος της Ε.Ε. που επηρεάζεται πιο άμεσα από τις εξελίξεις στην Τουρκία, λόγω ιστορίας και γειτονίας.</p>
<p><code><br />
</code>Με άλλα λόγια, η διαδικασία ένταξης έχει κυρίως να κάνει με την αποδοχή από την υποψήφια χώρα των κανόνων και κανονισμών της Ε.Ε. Δεν έχει να κάνει με μια επικεντρωμένη αντίθεση στην ενσωμάτωσή της. Σε τελική ανάλυση, μια επισκόπηση των προηγούμενων διευρύνσεων δείχνει ότι η Ευρώπη είχε πάντα αρκετούς οπαδούς του ‘όχι’.</p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, σε ό, τι αφορά τα μεταβαλλόμενα παραδείγματα, οι διασυνδέσεις μεταξύ των  αλλαγών στο παγκόσμιο περιβάλλον πρέπει να συνυπολογιστούν. Ο Fareed Zakaria, <a href="http://www.fareedzakaria.com/books/index.html" target="_blank">στο νέο βιβλίο του <em>The Post American World</em></a> υποστηρίζει ότι οι προκλήσεις για τη Δύση δεν θα προέλθουν από τους ‘ηττημένους’ της παγκοσμιοποίησης αλλά από τους ‘νικητές’. Χώρες όπως η Κίνα, η Βραζιλία, η Ινδία, η Ρωσία, η Νότια Αφρική και η Τουρκία, μεταξύ άλλων, γνώρισαν τρομερή οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια-  στην εποχή της Pax Americana ή της προνοητικής μονομερούς δράσης. Στην περίπτωση της Τουρκίας, σύμφωνα με την Economist Intelligence Unit, η πραγματική αύξηση του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος, μεταξύ 2003 και 2007, έφτασε κατά μέσο όρο το 6.9%, η πραγματική αύξηση στη ζήτηση έφτασε κατά μέσο, την ίδια εποχή, το 8.5%, ενώ η εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων έφτασε κατά μέσο όρο στο 2.1% του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος. Μολονότι άλλες αναδυόμενες αγορές είχαν καλύτερα αποτελέσματα την ίδια περίοδο, οι αριθμοί αυτοί είναι εντυπωσιακοί για τη χώρα, αν λάβει  κανείς υπόψη ότι συμπίπτουν με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ και μια ριζική επανεκτίμηση των σχέσεων της Τουρκίας με τους γείτονές της, αλλά κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα λόγω των διαστάσεων σε σχέση με την πολιτική στο Ιράκ. Ο Zakaria υποστηρίζει ότι οι νικητές της παγκοσμιοποιημένης εποχής, ως αποτέλεσμα της μεταβαλλόμενης οικονομικής τύχης τους, προβάλλουν εθνική υπερηφάνεια και έκδηλο εθνικισμό δημιουργώντας την αντίληψη ότι η παγκόσμια ατζέντα δεν είναι μόνο ευθύνη του δυτικού κόσμου και των ηγετών του, όπως η G-7.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτό το πλαίσιο, η παγίδα της ‘ενταξιμότητας υπό την ιδιότητα του μέλους’ αποτελεί κίνδυνο για τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και τις μελλοντικές σχέσεις της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς δεν  υπολογίζει τις άλλες εξελίξεις, τάσεις, ανησυχίες και απειλές που επιδρούν στο κοινό παγκόσμιο περιβάλλον  μας. Σ’ αυτή την περίπτωση, το ‘φυσιολογικό μέγεθος’ της Ένωσης αφήνει περιθώρια δράσης και τροφή στους πολέμιους της τουρκικής ένταξης επιτρέποντας  τους εν μέρει να διαμορφώνουν την ατζέντα. Αυτό που πολιτικά επιδρά στην ευρωπαϊκή και στην τουρκική κοινή γνώμη δεν είναι τόσο το γεγονός ότι δεν υπάρχει μέχρι στιγμής θεσμικό πλαίσιο για μια Ευρωπαϊκή Ένωση με περισσότερα από τα 27 σημερινά μέλη της, αλλά η έλλειψη ικανότητας ωστε να πραγματωθεί. Σύμφωνα με μια σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, ενώ το 2004 το 73%  του τουρκικού πληθυσμού υποστήριζε την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., το ποσοστό αυτό έπεσε το 2007 στο 40%. Παρομοίως, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη σήμερα, ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι αντίθετη στην τουρκική ένταξη.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, η διαδικασία εκδημοκρατισμού και, συνεπώς, ο περαιτέρω εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας γίνεται λιγότερο επίκαιρος καθώς η υπαρξιακή συζήτηση για το ρόλο του πολιτικού Ισλάμ και την επίδρασή του σε σχέση με την εκκοσμίκευση κυριαρχεί στη συζήτηση. Άλλες υπαρξιακές ανησυχίες με εμφανείς επιδράσεις στην Ε.Ε. όπως το κουρδικό ζήτημα (η ενσωμάτωση των Κούρδων και άλλων στην κοινωνία και κατά πόσο το αποτέλεσμα του να είσαι Τούρκος αποτελεί μια ταυτότητα ένταξης), καθώς και η επίλυση του Κυπριακού, βρίσκονται σε δεύτερο πλάνο.</p>
<p><code><br />
</code>Επομένως, μια νέα περίοδος αναμονής έχει αρχίσει, όπου οι υπέρμαχοι της διαδικασίας ένταξης κάνουν ό, τι μπορούν για να τη διατηρήσουν και να εξασφαλίσουν ότι τα κέρδη των λίγων τελευταίων ετών (νομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, μεγαλύτερος ρόλος της κοινωνίας των πολιτών, αυξανόμενες ανταλλαγές σπουδαστών κλπ) είναι μη αναστρέψιμα, μέχρι η Τουρκία να επαναπροσδιοριστεί εκ νέου. Ο χρόνος έχει δείξει ότι η αλλαγή στην Τουρκία παίρνει χρόνο και, σε τελική ανάλυση, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δεχτούμε τη διαδικασία ως έχει, κάνοντας ό, τι μπορούμε για να τη διατηρήσουμε σε εξέλιξη.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=347</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αχιλλέας Μητσός &#8211; Η υποστήριξη της ένταξης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=345</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=345#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:29:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[Αχιλλέας Μητσός]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=345</guid>
		<description><![CDATA[Η ιδιαίτερα εύθραυστη αστάθεια και ο έκδηλα μεταβατικός- με αβέβαιο προορισμό- χαρακτήρας της καθεστωτικής ισορροπίας στην Τουρκία, σε συνδυασμό με το ότι η μελλοντική ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να είναι ολοένα λιγότερο «επί τάπητος», οδηγεί πολλούς στην αναθεώρηση της θεωρουμένης ως παγίας ελληνικής υποστήριξης της τουρκικής ένταξης. Η αιτία του αναθεωρητικού αυτού προβληματισμού [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/achilleas-mitsos.jpg" title="Αχιλλέας Μητσός"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/achilleas-mitsos.jpg" title="Αχιλλέας Μητσός" alt="Αχιλλέας Μητσός" align="left" height="115" width="95" /></a>Η ιδιαίτερα εύθραυστη αστάθεια και ο έκδηλα μεταβατικός- με αβέβαιο προορισμό- χαρακτήρας της καθεστωτικής ισορροπίας στην Τουρκία, σε συνδυασμό με το ότι η μελλοντική ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να είναι ολοένα λιγότερο «επί τάπητος», οδηγεί πολλούς στην αναθεώρηση της θεωρουμένης ως παγίας ελληνικής υποστήριξης της τουρκικής ένταξης.<span id="more-345"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η αιτία του αναθεωρητικού αυτού προβληματισμού πρέπει να αναζητηθεί στο ότι η «πάγια ελληνική θέση» αποτελούσε στην πραγματικότητα αποτέλεσμα μιας συμμαχίας- και μάλιστα μιας ιδιαίτερα ετερόκλητης και ανισοβαρούς συμμαχίας &#8211; ενός αθροίσματος στρατηγικών και τακτικών υπολογισμών, όχι απλώς διαφορετικής προέλευσης αλλά και θεμελιωδώς αντιθετικών.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας εξωτερικός (και επιφανειακός) παρατηρητής θα έμενε με την απορία πώς γίνεται στην Ελλάδα (και μόνο σε αυτή) να συγκεντρώνει τέτοια ομοφωνία η υπόθεση της Τουρκίας. Τμήμα μόνο των πιο ακραίων εθνικιστικών κύκλων εμφανίζεται να εναντιώνεται, ενώ ένα άλλο τμήμα των ίδιων κύκλων «συμμαχεί» με όλους εκείνους που επιχαίρουν, διότι η επιθυμία της Τουρκίας για προσχώρηση στην ΕΕ προσφέρει μοναδική ευκαιρία τοποθέτησής της «στο σκαμνί» και αφ΄ υψηλού επιβολής της υποχρέωσης εφαρμογής όρων και κριτηρίων και μάλιστα διερμηνευόμενων ευέλικτα και μονομερώς. Σε εκείνους που θεωρούν μια μελλοντική τουρκική ένταξη- και την πορεία προς αυτή- ως την καλύτερη για εμάς επιλογή προστίθενται όσοι βλέπουν σε αυτή την καλύτερη ευκαιρία άσκησης πίεσης στην Τουρκία. Από τη μια πλευρά είναι εκείνοι που θέλουν και πιστεύουν στην  ένταξη και στην προοπτική της ένταξης ως διαδικασίας εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού και από την άλλη πλευρά όσοι θέλουν την υποψηφιότητα για ένταξη ως διαδικασία πίεσης και καταναγκασμού. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην αποδιδόμενη ή όχι σημασία στις προϋποθέσεις ένταξης, στα περίφημα «κριτήρια της Κοπεγχάγης», ούτε βέβαια στο σχετικό βάρος της ικανοποίησης των «εθνικών στόχων» ή στον σχετικό εθνοκεντρικό ή διεθνικό χαρακτήρα της προσέγγισης. Οδηγός των μεν η γέφυρα, η σύνδεση, η συνένωση και μέσω αυτών η επίλυση των διαφορών. Οδηγός των δε η κατίσχυση</p>
<p><code><br />
</code>Ισχυροποιημένος ο Ερντογάν απαιτεί μια σθεναρή στήριξη στην ενταξιακή προσπάθεια της Τουρκίας  έναντι του αντιπάλου και ο εξαναγκασμός του σε μειωτικές γι΄ αυτόν υποχωρήσεις. Η εικόνα συμπληρώνεται με τη θεμιτή, «ρεαλιστική» και «αγνωστικιστική», φωνή όσων- άλλοτε- αναγνώριζαν την ένταξη της Τουρκίας ως «αναγκαίο κακό», και επομένως ανώφελη την εναντίωση και ανέξοδη την τοποθέτηση με τους υποστηρικτές της και- πρόσφατα &#8211; βλέπουν την προοπτική της ένταξης να απομακρύνεται, με συνέπεια την ανάγκη αναπροσανατολισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Η γνήσια, ειλικρινής υποστήριξη αθροίζεται με τον οπορτουνιστικό «ρεαλισμό» και την υποκρισία. Εχει κόστος, δε, η υποκριτική υποστήριξη. Ας αναλογιστούμε εν προκειμένω την περιπέτεια του Κυπριακού από τη στιγμή που η μεταβολή της τουρκικής στάσης απέδειξε την ανειλικρίνεια κάποιων που μιλούσαν για «διζωνική, δικοινοτική» λύση, εννοώντας το αντίθετό της.</p>
<p><code><br />
</code>Η τοποθέτηση ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα ελληνικής (και όχι μόνο) στρατηγικής επιλογής. Το κυρίαρχο ζήτημα είναι πώς βλέπουμε την Τουρκία. Αν θεωρούμε ή όχι ότι η Ιστορία, η γεωγραφία και τα περίφημα γεωπολιτικά συμφέροντα μάς τοποθετούν ή όχι στην ίδια πλευρά, στην ίδια «οικογένεια» χωρών. Αν το πιστεύουμε αυτό, θα υποστηρίξουμε ενεργητικά, «με πάθος», την ενταξιακή προοπτική και κάθε κίνηση εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας. Θα εντάξουμε δε σε αυτή την προοπτική την επίλυση των όποιων (υπαρκτών ή και κάποτε φανταστικών) ελληνοτουρκικών προβλημάτων, αφαιρώντας από κάποια από αυτά τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής τους. Στα προβλήματα αυτά συμπεριλαμβάνεται φυσικά και το Κυπριακό, για τη λύση του οποίου απαιτείται προφανώς και τουρκική παρέμβαση. Είναι γνωστό όμως ότι οι  περιουσιακοί διακανονισμοί είναι συνήθως ευκολότεροι εν όψει γάμου παρά την ώρα του διαζυγίου.</p>
<p><code><br />
</code>Το Ελσίνκι και η μέσω αυτού «ενηλικίωση» της ευρωπαϊκής παρουσίας της Ελλάδας έδειξαν καθαρά τον δρόμο. Δεν είναι η μείωση του αντιπάλου και ο εκβιασμός του που μεγιστοποιούν τα οφέλη, αλλά η προοπτική της σύσφιξης. Η δε εξωτερική πολιτική που στηρίζεται σε αρχές δεν αποτελεί απλώς πιο «ευγενή» πολιτική, αλλά είναι και πιο αποτελεσματική. Είναι άλλωστε πολλά και πρόσφατα τα παραδείγματα διεθνικών και διακρατικών προβλημάτων που η ίδια η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης κατέστησε ανενεργά.</p>
<p><code><br />
</code>Τρεις βασικά ενστάσεις προκαλεί η υποστήριξη της προσχώρησης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη αναφέρεται στη γεωγραφία. «Η Τουρκία δεν αποτελεί ευρωπαϊκό κράτος» διακήρυξε ο Νικολά Σαρκοζί. Η μόνη απάντηση εδώ είναι ότι η επίλυση των ανατολικών γεωγραφικών συνόρων της Ευρώπης είναι αυθαίρετη, ανιστόρητη, αδιέξοδη. Για την Ελλάδα και πρόδηλα επικίνδυνη. Ας αναλογιστούμε μόνο τη γεωγραφική θέση της Κύπρου σε σχέση με αυτή της Τουρκίας.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη ένσταση αφορά τις περίφημες « ευρωπαϊκές αξίες». Μια ενδιαφέρουσα, χωρίς αμφιβολία, συζήτηση που εύκολα όμως παίρνει όχι μόνο ιστορικές αλλά μέχρι και θεολογικές διαστάσεις και η οποία, αν το καλοσκεφτούμε, οδηγεί στο να συμπεριληφθούν χώρες όπως το Ισραήλ (ή και, γιατί όχι, ο Καναδάς), αλλά και στον αποκλεισμό χωρών οι οποίες από γεωγραφική άποψη είναι αναμφισβήτητα ευρωπαϊκές, καθώς και εκατομμυρίων μεταναστών ευρωπαίων πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Η τρίτη ένσταση είναι η πιο σοβαρή και αναφέρεται στην ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση . Είναι αναμφισβήτητα πολύ δύσκολο να αναλογιστεί κανείς ενσωμάτωση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγνοώντας τα τεράστια θεσμικά, και όχι μόνο, προβλήματα που η ενσωμάτωση αυτή θα δημιουργήσει. Το ζήτημα των κινδύνων για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι μείζον. Ιδιαίτερα για τους εξ ημών «ευρωπαϊστές/ φεντεραλιστές» (έστω και αν στην κατηγορία αυτή ανήκουμε πολύ λιγότεροι από όσους το επικαλούνται- ξανά η απόκλιση πραγματικών/ διακηρυγμένων στόχων). Μείζον ζήτημα, αλλά παράγωγο. Δεν καθορίζει την υποστήριξη ή όχι της κατ΄ αρχήν απόφασης, αλλά την ανάγκη λήψης μέτρων αντιμετώπισης των συνεπειών.</p>
<p><code><br />
</code>Ας τοποθετηθούμε επομένως καθαρά και ενεργητικά υπέρ της ένταξης της Τουρκίας και ας συμμαχήσουμε με εκείνες τις δυνάμεις που επίσης επιδιώκουν την ένταξη αυτή. Και ας μη σπεύδουμε να ενστερνιζόμαστε εγχειρήματα άλλων, όπως η αρχική, φανερά αντίθετη με τη λογική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διακήρυξη περί της Μεσογειακής Ένωσης, καραδοκώντας πώς θα δημιουργήσουμε το μεγαλύτερο δυνατόν πρόβλημα στην Τουρκία.</p>
<p><em><code><br />
</code>Το κείμενο έχει αρχικά δημοσιευθεί στο &#8220;<a href="http://www.vimaideon.gr" target="_blank">Βήμα Ιδεών</a>&#8221; , 5 Σεπτεμβρίου 2008.</em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=345</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χρήστος Τριαντόπουλος &#8211; Ο «εξευρωπαϊσμός», η σταθερότητα και η ανάπτυξη της Τουρκίας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=341</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=341#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 13 Nov 2008 12:27:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[Χρήστος Τριαντόπουλος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=341</guid>
		<description><![CDATA[Η τουρκική κοινωνία, από τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, έχει εισέλθει σε μία πορεία κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή, αλλιώς, σε μία (όπως συνήθως αποκαλείται) διαδικασία «εξευρωπαϊσμού» (europeanization), η οποία την τελευταία περίοδο φαίνεται να αντιμετωπίζει ισχυρά επιβραδυντικά &#8211; αν όχι ανασταλτικά [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/christos-triantopoulos.jpg" title="Χρήστος Τριαντόπουλος"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/11/christos-triantopoulos.jpg" title="Χρήστος Τριαντόπουλος" alt="Χρήστος Τριαντόπουλος" align="left" height="125" width="105" /></a>Η τουρκική κοινωνία, από τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, έχει εισέλθει σε μία πορεία κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή, αλλιώς, σε μία (<em>όπως συνήθως αποκαλείται</em>) διαδικασία «εξευρωπαϊσμού» (<em>europeanization</em>), η οποία την τελευταία περίοδο φαίνεται να αντιμετωπίζει ισχυρά επιβραδυντικά &#8211; αν όχι ανασταλτικά &#8211; για τη συνέχισή της εμπόδια. Αυτή η περίοδος στασιμότητας, στην οποία έχει εισέλθει η πολυδιάστατη πορεία εκσυγχρονισμού της γείτονος, οφείλεται ουσιαστικά στην αναδιανομή (<em>αναδιάρθρωση</em>) πολιτικής και οικονομικής ισχύος στο εσωτερικό της χώρας ως αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας, ενδυναμώνοντας, αφενός, την αποσταθεροποίηση και την αναπτυξιακή επιβράδυνση, και, αφετέρου, τον «εκτροχιασμό» της τουρκικής κοινωνίας από τον ευρωπαϊκό δρόμο. Ωστόσο, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα αναφορικά με το εάν μεγαλύτερη σημασία έχει για την Τουρκία ο δρόμος προς την ΕΕ ή η ένταξή της στην ΕΕ. Η απάντηση στο ερώτημα προσδιορίζει (<em>ή δύναται να επαναπροσδιορίσε</em>ι) τη στάση της τουρκικής κοινωνίας απέναντι στη διαδικασία «εξευρωπαϊσμού» της.<span id="more-341"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η αφετηρία της ιδιαιτέρως σημαντικής για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη διαδικασίας «εξευρωπαϊσμού» της Τουρκίας εντοπίζεται, ουσιαστικά, στην επόμενη (<em>ημέρα</em>) της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2001, η οποία βύθισε την εγχώρια οικονομία στη μεγαλύτερη ύφεση μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς συρρικνώθηκε η παραγωγή κατά 7,9%, αυξήθηκε το ποσοστό ανεργίας και εκτοξεύθηκε το δημόσιο χρέος. Τον απεγκλωβισμό της οικονομίας από την κρίση και την είσοδο της χώρας σε μία περίοδο εκσυγχρονισμού ανέλαβε – το 2002 – το μετριοπαθές ισλαμικό Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (<em>AKP)</em>, επικουρούμενο καθοριστικά από τις πρωτοβουλίες και τους πόρους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (<em>ΔΝΤ)</em>, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΕΕ. Η εν λόγω αναπτυξιακή και εκσυγχρονιστική δυναμική σχηματίστηκε, ωστόσο, σε ένα – πρωτόγνωρο για τα τουρκικά δεδομένα – πλαίσιο πολιτικού συμβιβασμού (<em>ή ισορροπίας</em>), με Πρωθυπουργό «ισλαμιστή» και Πρόεδρο «κεμαλιστή», το οποίο – αν και σε ορισμένες στιγμές λειτούργησε ως τροχοπέδη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων – στην ουσία αποτέλεσε την απαραίτητη πολιτική συνθήκη για την πραγματοποίηση και προώθηση της εκσυγχρονιστικής διαδικασίας. Μία πολιτική ισορροπία που, παραμερίζοντας εν μέρει δομικές ιδεολογικές διαφορές, βασίστηκε στην επιθυμία «αναπτυξιακών» δυνάμεων από αμφότερους τους πολιτικούς χώρους για μεγέθυνση και σταθεροποίηση της οικονομίας, προωθώντας παράλληλα (<em>εσκεμμένα ή μη</em>) τον «εξευρωπαϊσμό» της τουρκικής κοινωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Η κυβέρνηση Ερντογάν, ως «οδηγός» της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας, έθεσε ως πυρήνα της όλης διαδικασίας την σταθεροποίηση και μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας, επιδιώκοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία, προωθώντας σημαντικές διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, στηρίζοντας τη σφιχτή νομισματική πολιτική της ανεξάρτητης (<em>πλέον</em>) Κεντρικής Τράπεζας, επιχειρώντας το «άνοιγμα» της εγχώριας οικονομίας στις διεθνείς αγορές (<em>σύναψη περιφερειακών συνεργασιών και βελτίωση της ελκυστικότητας της τουρκικής αγοράς</em>) και επιτυγχάνοντας την έναρξη των ενταξιακών προς την ΕΕ διαπραγματεύσεων της χώρας (<em>εδραιώνοντας στην ουσία τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις και σταθερότητα</em>). Μετά από μία τετραετία διακυβέρνησης (2006), οι επιδόσεις της οικονομίας δικαιώνουν τις πολιτικές του AKP, καθώς ο ρυθμός μεγέθυνσης κάθε έτους αγγίζει κατά μέσο όρο το 7%, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) καταγράφουν σημαντική αυξητική πορεία – φτάνοντας το 2006 τα 20 δις $, ο όγκος των ιδιωτικοποιήσεων ανήλθε την περίοδο 2004 – 06 στα 19 δις $ (την προηγούμενη εικοσαετία είχα φτάσει μόλις τα 8 δις $), τα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων συνοδεύτηκαν από σημαντικές διαθρωτικές (<em>θεσμικές, νομοθετικές</em>) μεταρρυθμίσεις υπό την καθοδήγηση του ΔΝΤ και της ΕΕ, ο πληθωρισμός περιορίστηκε από 53,9% το 2001 στο 9,6% το 2006, το δημοσιονομικό έλλειμμα συρρικνώθηκε από 16,5% το 2001 σε λιγότερο από 2% το 2006, ενώ σημειώθηκε και μικρή μείωση του ποσοστού ανεργίας. Οι επιτυχημένες οικονομικές πολιτικές ενδυνάμωσαν την κοινωνικοπολιτική ισχύ του AKP, το οποίο – περιορίζοντας αρκετά στοιχεία από την ισλαμική του agenda – απέκτησε άμεσα από εσωτερικούς και εξωτερικούς κύκλους το χαρακτηρισμό του κινήματος των μεταρρυθμίσεων και της ευρωπαϊκής προοπτικής. Μεγάλο μέρος, πλέον, του τουρκικού εκλογικού σώματος συντάχθηκε με τις επιλογές και τους προσανατολισμούς της κυβέρνησης Ερντογάν (<em>όντας ή νιώθοντας κερδισμένο</em>), ανάγοντας το AKP στο κόμμα των απλών ανθρώπων των παραδοσιακών αγροτικών περιοχών (ισλαμική παράδοση, προνοιακές υπηρεσίες, αγροτικές επιδοτήσεις), των μεγάλων επιχειρήσεων (<em>σταθερότητα, διευκόλυνση επιχειρηματικής δραστηριότητας, αποκρατικοποιήσεις κ.α.</em>), των μικρών επιχειρήσεων (ενδυνάμωση επενδυτικού περιβάλλοντος, ενισχύσεις, εκμετάλλευση συγκριτικού πλεονεκτήματος σε νέες αγορές), των εργαζομένων (<em>ανάπτυξη, σταθερή αύξηση των θέσεων απασχόλησης, βελτίωση εργασιακών συνθηκών κ.α.</em>), των κοινωνικά αποκλεισμένων (<em>σχετική μείωση αδιαλλαξίας και κρατικού αυταρχισμού σε θέματα εθνικών, θρησκευτικών και κοινωνικών μειονοτήτων, ενδυνάμωση κράτους πρόνοιας κ.α. – προσελκύοντας μέλη των μειονοτήτων</em>), και (<em>στο κόμμα</em>) της Ευρώπης. Η διαφαινόμενη ενίσχυση σε όρους εκλογικής δύναμης του AKP – ως συνέπεια της αποτελεσματικότητας των πολιτικών του – έθεσε τις βάσεις και έδωσε το έναυσμα για «ισλαμική» ανατροπή του πολιτικού συμβιβασμού σε βάρος του «κεμαλικού» CHP, το οποίο εκπροσωπούσε το στρατιωτικό, γραφειοκρατικό και δικαστικό κατεστημένο που συγκαταλέγεται στους «χαμένους» της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας – λόγω της σχετικής συρρίκνωσής του. Η «απόλυτη» επικράτηση του μετριοπαθούς ισλαμικού κόμματος στο πολιτικό σκηνικό της χώρας πέρασε μέσα από τον παραγκωνισμό του «κεμαλικού» κατεστημένου και την εκλογή ισλαμιστή Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας (<em>θεματοφύλακα της κοσμικότητας – «κεμαλικότητας» – του τουρκικού κράτους</em>), εισάγοντας την τουρκική κοινωνία από το πρώτο εξάμηνο του 2006 σε μία περίοδο πολιτικής αναδιάρθρωσης που τυπικά ολοκληρώθηκε με τις εκλογές του 2007.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, αυτή η περίοδος αναδιάρθρωσης του πολιτικού σκηνικού δύναται – καλύτερα – να χαρακτηριστεί ως περίοδος πολιτικής αστάθειας που συνεχίζεται και πέρα των εκλογών του 2007 και επηρεάζει καθοριστικά τη σταθερότητα και μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας, εισάγοντάς την σε μία σταθερή τροχιά επιβράδυνσης από το 2006 και έπειτα. Συγκεκριμένα, η εσωτερική πολιτική αστάθεια, η «πολιτική» παρακώλυση της συνέχειας των μεταρρυθμίσεων, τα προβλήματα με την ενταξιακή πορεία προς την ΕΕ και η αναθέρμανση του (χρόνιου) κουρδικού ζητήματος, τροφοδοτούν την ενίσχυση του πολιτικού κινδύνου στην εγχώρια οικονομία. Η επάνοδος του πολιτικού κινδύνου την τελευταία διετία αποτυπώθηκε άμεσα α) από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, υποβιβάζοντας τη χώρα και τα τουρκικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, β) από το Global Political Risk Index, σημειώνοντας πτώση από το 74 στο 64 (Μάιος 2008), από τη λίστα “Top 9 Risks of 2008” του Eurasia Group, κατατάσσοντας την Τουρκία στην όγδοη θέση, και από το Political and Economic Risk Map για το 2008 του Oxford Analytica, χαρακτηρίζοντας τη χώρα ως την περισσότερο ευάλωτη κατά την τρέχουσα πιστωτική κρίση μεταξύ των άλλων αναδυόμενων αγορών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής «ανισορροπίας» στην οικονομία ήταν άμεσες, καθιστώντας την εγχώρια αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, με χαρακτηριστικές στιγμές ενδυνάμωσης των επιπτώσεων των εξωτερικών οικονομικών διαταραχών από τον αυξημένο πολιτικό κίνδυνο α) την «μικρή» χρηματοοικονομική κρίση του Μαΐου &#8211; Ιουνίου του 2006, β) την περίοδο των εκλογών του Ιουλίου του 2007, και γ) την τρέχουσα πολιτικο-δικαστική κρίση. Το φαινόμενο επιβράδυνσης της οικονομίας – ως αποτέλεσμα του ιδιαιτέρως εκρηκτικού μείγματος πολιτικής αστάθειας (<em>σύμφωνα με το Trade University της Κωνσταντινούπολης ευθύνεται για το 40% της επιβράδυνσης</em>), διαρθρωτικών προβλημάτων, και διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης – είναι πλέον ορατό στις οικονομικές επιδόσεις, εκτιμήσεις και επιλογές, καθώς α) περιορίστηκε ο ρυθμός ανάπτυξης του 2007 στο 4,5%, ενώ οι προβλέψεις (<em>ΔΝΤ</em>) για το 2008 μειώνονται στο 4%, β) ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 10% (Μάιος 2008) και αναθεωρήθηκαν «προς τα πάνω» οι πληθωριστικοί στόχοι της επόμενης διετίας, γ) προωθήθηκε «στοχευμένη» δημοσιονομική επέκταση και αναθεωρήθηκαν οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2008, δ) μεγάλο μέρος του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων «πάγωσε», ε) ο όγκος των ιδιωτικοποιήσεων μειώθηκε κατά 50% σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, ζ) καταγράφεται μεγάλη εκροή επενδύσεων χαρτοφυλακίου, και η) μεγάλα επενδυτικά προγράμματα από κεφάλαια του εξωτερικού έχουν «παγώσει» ή έχουν τοποθετηθεί σε άλλες αγορές.</p>
<p><code><br />
</code>Εκ του βραχυπρόθεσμου αποτελέσματος, μπορούμε να καταλήξουμε πως η επιλογή του κυβερνώντος AKP για την «απόλυτη» επικράτηση του στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας και το αποτέλεσμα των εκλογών της 22ας Ιουλίου δεν ήταν τα ενδεδειγμένα για τη συνέχιση της διαδικασίας ανάπτυξης και σταθεροποίησης της οικονομίας και για την προώθηση του «εξευρωπαϊσμού» της τουρκικής κοινωνίας, καθώς η ακύρωση του ιδιότυπου πολιτικού συμβιβασμού μεταξύ των δύο πολιτικών χώρων, σε συνδυασμό με την προώθηση «ισλαμικού περιεχομένου» πολιτικών επιλογών εκ μέρους της νέας κυβέρνησης Ερντογάν, συνετέλεσε στη διάσπαση των αναπτυξιακών δυνάμεων από αμφότερους τους πολιτικούς χώρους, αποδυναμώνοντας – αν όχι εκμηδενίζοντας – την εκσυγχρονιστική δυναμική που παρουσιάστηκε κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του AKP. Πλέον, η ανάγκη ενός νέου (<em>καθυστερημένου και όχι τόσο ισχυρού;</em>) πολιτικού συμβιβασμού είναι ορατή στη γείτονα, όχι τόσο για το ζητούμενου της επικράτησης στο πολιτικό στερέωμα της χώρας, αλλά, αφενός, για τη διατήρηση των κεκτημένων από τις αξιοσημείωτες επιδόσεις της κατά την περίοδο μετά την κρίση του 2001 αναφορικά με τη μεγέθυνση και τη σταθερότητα της οικονομίας, και αφετέρου, για τη συνέχιση του επίπονου δρόμου των γενναίων διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά την προσπάθεια κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού της χώρας στο πλαίσιο της ενταξιακής πορείας προς την ΕΕ. Ένας νέος πολιτικός συμβιβασμός που δε θα πρέπει να επηρεαστεί από τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, καθώς ο βασικός στόχος για τις πολιτικές δυνάμεις της γείτονος οφείλει να είναι ο «εξευρωπαϊσμός» της τουρκικής κοινωνίας που θα επιτευχθεί μέσα από την πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων προς την είσοδο της ΕΕ και όχι τόσο αυτή καθ’ αυτή η ένταξη στην ΕΕ – αναλογιζόμενοι τις ιδιαιτέρως θετικές συνέπειες της προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε σημαντικούς για την οικονομία τομείς, όπως ο τραπεζικός. Κατά την τρέχουσα συγκυρία, το «καρότο» (<em>σύμφωνα με το γνωστό παραλληλισμό</em>) για το «ράβδισμα» προς τον πολιτικό συμβιβασμό και την περαιτέρω προώθηση της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας είναι ο «εξευρωπαϊσμός» της τουρκικής κοινωνίας, διασφαλίζοντας, παράλληλα, την περαιτέρω ανάπτυξη και σταθερότητα της τουρκικής οικονομίας.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Γεώρμας Κ. &amp; Καραμπελιάς Γ. (επιμ.), (2001), <em>Ισλάμ και η κρίση του κεμαλισμού</em>, Εναλλακτικές Εκδόσεις / Άτροπος, Αθήνα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">European Commission (2007), <em>Turkey 2007 Progress Report</em>.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">IS Turkiye Bankasi, (2008), Monthly Economic Review, January – June.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Καζάκος,  Π. (2003), <em>Το αβέβαιο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Τουρκία. Ιστορική ταυτότητα, θεσμοί και υπερεπέκταση στην Ευρώπη</em>, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Τριαντόπουλος, Χρ. (2007), “Τ<a href="http://eeep.pspa.uoa.gr/RUT-WP01.07.pdf)" target="_blank">ουρκική Οικονομία: Το τρένο του 2006 θα εκτροχιαστεί το 2007</a>;”, <em>Κείμενο Εργασίας 01/07</em>, Ερευνητική Μονάδα Τουρκίας, ΕΕΕΠ, Πανεπιστήμιο Αθηνών. (http://eeep.pspa.uoa.gr/RUT-WP01.07.pdf)</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Τριαντόπουλος, Χρ. (2007), “<a href="http://eeep.pspa.uoa.gr/bulletin05.pdf" target="_blank">Οι οικονομικές επιπτώσεις των τουρκικών εκλογών: One way or another?</a>”, <em>Δελτίο για την Τουρκική Οικονομία</em>, Τεύχος 5 (Ιούλιος), EEEΠ, Πανεπιστήμιο Αθηνών. (http://eeep.pspa.uoa.gr/bulletin05.pdf)</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Triantopoulos, C. (2008), “<a href="http://eeep.pspa.uoa.gr/bulletin07.pdf" target="_blank">The need for reforms and the banking sector in Turkey</a>”, <em>Δελτίο για την Τουρκική Οικονομία</em>, Τεύχος 7 (Ιανουάριος), EEEΠ, Πανεπιστήμιο Αθηνών (http://eeep.pspa.uoa.gr/bulletin07.pdf</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=341</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Jacques Julliard &#8211; Ο &#8216;μαύρος Οκτώβρης&#8217; του Σαρκοζί</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=200</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=200#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[jacques julliard]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[κρίση αντιπροσώπευσης]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=200</guid>
		<description><![CDATA[Ο Jacques Julliard προβλέπει ότι η διαφαινόμενη λαΙκή απογοήτευση για τον Σαρκοζί θα κλιμακωθεί την άνοιξη, υποστήριζει ότι το περίφημο &#8216;άνοιγμα&#8217; που έκανε στην αριστερά περιορίζεται στην πετυχημένη προσπάθειά του να διαφθείρει ορισμένα ηγετικά στελέχη της, και μιλά για τις προοπτικές ανάκαμψης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Μία συνέντευξη στην Καρίνα Λάμψα για το Re-public Καρίνα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="MsoNormal"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/julliard1.jpg" align="left" height="100" width="90" />Ο Jacques Julliard προβλέπει ότι η διαφαινόμενη λαΙκή απογοήτευση για τον Σαρκοζί θα κλιμακωθεί την άνοιξη, υποστήριζει ότι το περίφημο &#8216;άνοιγμα&#8217; που έκανε στην αριστερά περιορίζεται στην πετυχημένη προσπάθειά του να διαφθείρει ορισμένα ηγετικά στελέχη της, και μιλά για τις προοπτικές ανάκαμψης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.</p>
<p><span id="more-200"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Μία συνέντευξη στην Καρίνα Λάμψα για το <em>Re-public </em></strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Καρίνα Λάμψα:</strong> Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για τον λεγόμενο ‘σαρκοζισμό’. Πιστεύετε ότι ο Νικολά Σαρκοζί εκπροσωπεί μια δεξιά διαφορετική απ’ αυτές που ξέραμε, π.χ. εκείνη του Ζακ Σιράκ;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jacques Julliard:</strong> Ξέρετε, υπάρχει μια διαφορά ηλικίας. Ο Σαρκοζί  είναι ένας νέος, πολύ δραστήριος άνθρωπος. Ο κ. Σιράκ, στο τέλος της θητείας του, ήταν μεγάλος,  δεν είχε όρεξη για δράση. Υπάρχουν, κατά τα’ άλλα, βασικές διαφορές; Δεν νομίζω. Κανείς απ’ τους δυο δεν είναι φιλελεύθερος με την κλασική έννοια του όρου. Τάσσονται υπέρ της παρέμβασης του κράτους, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στο υπάρχον καθεστώς, τον καπιταλισμό. Δεν είναι όμως φιλελεύθεροι με την αγγλοσαξωνική έννοια ούτε με την έννοια της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Η κυριότερη διαφορά τους είναι ότι ο Σιράκ είναι πολύ πιο εχθρικός από τον Σαρκοζί  έναντι της αμερικανικής πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Ναι, ο Σαρκοζί δηλώνει ‘φίλος των Αμερικανών’…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong>  Πάντα το έλεγε, και έχει προσεγγίσει πολύ τους Αμερικανούς. Κατά τ’ άλλα, όμως, είτε πρόκειται για την οικονομική πολιτική είτε για την Ευρώπη, οι προσανατολισμοί τους δεν διαφέρουν πολύ.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τι είναι, λοιπόν, ο ‘σαρκοζισμός’;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Κατά τη γνώμη μου, τίποτα. Δεν πρόκειται για κανένα πρωτότυπο δόγμα, όπως άλλωστε δεν υπάρχει ‘σιρακισμός. Στην πραγματικότητα, είναι εκπρόσωποι της γαλλικής δεξιάς με την πιο κλασσική της έννοια, δηλαδή είναι υπέρμαχοι του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και ταυτόχρονα υποστηρίζουν τις εύπορες τάξεις. Το έδειξαν πολύ καλά και οι δυο με τις πολιτικές τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα φαινόμενο που μπορεί να επηρεάσει άλλα ευρωπαϊκά κόμματα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Όχι, δεν πιστεύω ότι υπάρχει δόγμα σαρκοζισμού. Υπάρχει η συμπεριφορά του Σαρκοζί, που είναι πολύ πιο δραστήριος, πέτυχε αρκετά αποτελέσματα,  που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε. Σ’ αυτόν κυρίως ανήκει η υιοθέτηση της απλοποιημένης ευρωπαϊκής Συνθήκης, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην απελευθέρωση των Βουλγάρων νοσοκόμων, είναι λοιπόν ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος που καταπιάνεται με όλα μαζί, σε υπερβολικό βαθμό ίσως. Αλλά από κει μέχρι να πούμε ότι υπάρχει δόγμα σαρκοζισμού, όχι, δεν νομίζω. Πρόκειται για ένα μίγμα κρατικού παρεμβατισμού και  οικονομικού φιλελευθερισμού, πολύ πιο κρατικιστικού από του κ.Μπλερ ή του κ.Σρέντερ.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Στην <a href="http://leprepoursegolene.aliceblogs.fr/blog/_archives/2007/8/2/3136075.html">παρέμβαση που κάνατε στις 16 Ιουλίου </a>για τα αίτια της ήττας του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, είπατε πως ο κόσμος ‘δεν ψηφίζει ένα πρόγραμμα, ψηφίζει μια σκέψη ή ακόμη μια ενδόμυχη σκέψη’. Ποια ήταν η σκέψη που έδωσε στον κ.Σαρκοζί τη νίκη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Όταν μίλησα για ενδόμυχη σκέψη εννοούσα αυτή των ψηφοφόρων όπως και του προέδρου. Η ενδόμυχη σκέψη τους ήταν ότι έπρεπε να «ξαναμπεί η Γαλλία σε λειτουργία», γιατί η Γαλλία είχε προοδευτικά αποκοιμηθεί. Δεν είχε να κάνει τόσο με το πολιτικό πρόγραμμα του Σαρκοζύ…</p>
<p><code><br />
</code>Διότι, αν πάρουμε τον τομέα της απασχόλησης, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει οικονομική ανάκαμψη, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Σαρκοζί έκανε περισσότερες καινοτομίες απ’ τον Σιράκ. Προς το παρόν, άλλωστε, τα αποτελέσματα στην οικονομία δεν είναι πολύ διαφορετικά από την περίοδο Σιράκ, η ανεργία μειώνεται, αλλά πολύ ελάχιστα σε σχέση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, ο δείκτης της ανάπτυξης είναι χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κανείς απ’ τους δυο δεν έκανε κάτι για να μειώσει το χρέος της Γαλλίας, που είναι πολύ σημαντικό και βαραίνει τον προϋπολογισμό, την ανάπτυξη…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τίποτα καινούργιο, λοιπόν;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Πιστεύω πως το καινούργιο βρίσκεται στην ιδιοσυγκρασία, στην ηλικία.  Ο Σιράκ είχε γίνει πολύ προσεκτικός και δεν ξεκινούσε τίποτα, δεν είχε όρεξη να ξαναρχίσουν μεγάλες απεργίες, ενώ όπως είδαμε ο Σαρκοζί αντιμετωπίζει τα συνδικάτα κατά μέτωπο. Βλέπουμε, όμως, πως στη συνέχεια κάνει πίσω.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πάντως, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η δημοτικότητά του εμφανίζει πτώση.</p>
<p><code><br />
</code>J<strong>.J.:</strong> Ναι. Παραμένει υψηλή, αλλά, πράγματι, υπάρχει πτώση, γιατί ο κ. Σαρκοζί άφησε τους Γάλλους να πιστεύουν ότι θα έκανε θαύματα χωρίς να τους επιβάλει θυσίες. Σήμερα βλέπουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Κατά τη γνώμη μου, η πτώση της δημοτικότητας,  οι δυσκολίες, θα αυξηθούν τους επόμενους μήνες. Βλέπουμε, άλλωστε, ότι σ’ αυτές προστίθεται ένα πρόβλημα που υπήρχε ήδη την εποχή του Σιράκ, η διαφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Είναι νωρίς να μιλήσουμε για απογοήτευση;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Είναι λίγο νωρίς. Εγώ πιστεύω ότι η απογοήτευση θα έρθει την άνοιξη. Θα έχουμε απεργίες, πιστεύω ότι ο Σαρκοζί θα κερδίσει κάνοντας πολλές παραχωρήσεις, αδειάζοντας πολλές από τις μεταρρυθμίσεις από το περιεχόμενό τους, μέσα στο φθινόπωρο. Αυτό όμως που θα παίξει καθοριστικό ρόλο την άνοιξη είναι η διαπίστωση ότι η αγοραστική δύναμη είναι στάσιμη, πολλές φορές σε υποχώρηση. Αυτό είναι το πρόβλημα που θα δυσκολέψει τον Σαρκοζί, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη πέντε έξι μήνες.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Για την ώρα, οι περισσότερες αντιδράσεις προέρχονται από το δικό του στρατόπεδο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Η αντιπολίτευση, δηλαδή οι σοσιαλιστές, εξακολουθούν να κυριαρχούνται από τα εσωτερικά τους προβλήματα, στα μάτια της κοινής γνώμης δεν αποτελούν πραγματική αντιπολιτευτική δύναμη, κι έτσι η αντιπολίτευση προέρχεται κυρίως από το περιθώριο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τον κ.Μπεϊρού, που ήταν υποψήφιος έναντι του κ.Σαρκοζί ή ακόμη τον κ. Βιλεπέν, πρώην πρωθυπουργό του Σιράκ. Με άλλα λόγια, κάποιους γέρους γκρινιάρηδες, όπως λέμε, παλιά στελέχη του γκολικού κόμματος που απογοητεύτηκαν απ’ τον Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική κατάσταση. Για την ώρα, ο Σαρκοζί τα καταφέρνει μεταθέτοντας διαρκώς –να, μπορεί να μην υπάρχει σαρκοζισμός, υπάρχει όμως μια μέθοδος Σαρκοζί, που συνίσταται στη διαρκή μετάθεση των προβλημάτων. Πιάνει ένα πρόβλημα, τρεις μέρες μετά κανείς δεν μιλά γι’ αυτό και πιάνει ένα άλλο. Για ένα σωρό θέματα λέει ‘θα δείτε αυτό που θα δείτε’, αλλά δεν βλέπουμε σπουδαία πράγματα. Κι απ’ αυτή την άποψη, υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική, όπου αναμφισβήτητα πέτυχε κάποια αποτελέσματα…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Αναφέρεστε <a href="http://www.euractiv.com/en/enlargement/bulgarian-nurses-leave-libya-french-presidential-plane/article-165805">στις Βουλγάρες νοσοκόμες </a>και στη Συνθήκη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Εννοώ κυρίως την Ευρώπη, όπου έδωσε μια ώθηση, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, ξεμπλόκαρε την κατάσταση…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Ας μιλήσουμε για το περίφημο ‘άνοιγμα’ του Σαρκοζί… Θα συνεχιστεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Σύμφωνα μ’ αυτά που ακούγονται, ναι. Διόρισε πολλές προσωπικότητες της Αριστεράς σε σημαντικά πόστα, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που έχασε αυτά τα πόστα. Θα έλεγα όμως πως το ‘άνοιγμα’ γίνεται πιο εύκολα προς την κατεύθυνση των ηγετικών στελεχών της Αριστεράς παρά προς την κατεύθυνση του κόσμου της Αριστεράς. Δεν είναι πολύ δύσκολο να κάνεις έναν σοσιαλιστή υπουργό, να αυξήσεις όμως τον κατώτερο μισθό στοιχίζει πολύ περισσότερο.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό ισχύει για το ‘άνοιγμα’. Σε λίγους μήνες θα δούμε ότι δεν άλλαξε την πολιτική κι ότι ο Σαρκοζί δεν διαπραγματεύτηκε με την Αριστερά. Διέφθειρε αριστερούς. Δεν διαπραγματεύτηκε με την Αριστερά. Δεν έκανε παραχωρήσεις.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πώς εξηγούν ότι συναινούν με την πολιτική του Σαρκοζί, ιδίως σε τομείς όπως η μετανάστευση;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Λένε ότι δεν συμφωνούν. Είναι κάπως περίεργο, αλλά πάντως παραμένουν. Είναι μια κατάσταση που δεν διαρκέσει πολύ. Ή θα πάψουν να λένε ότι είναι αριστεροί ή θα πάψουν να είναι υπουργοί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Προς το παρόν, λένε ότι είναι αριστεροί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Έτσι ισχυρίζονται. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι. Ισχυρίζονται ότι είναι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Είναι κάπως ασυνήθιστο, πρωτόγνωρο…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι, ξέρετε σήμερα η Γαλλία δεν έχει πια σύνταγμα, σύμφωνα με τα κέφια ενός ανθρώπου που όταν ήρθε έκανε εντύπωση αλλά αυτό δεν πρόκειται να διαρκέσει αιωνίως. Για την ώρα, αλλάζει το σύνταγμα συνέχεια, κάθε τρεις μέρες…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Μα πώς το κάνει αυτό;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ξέρετε, όταν ένας νέος πρόεδρος έρχεται, τουλάχιστον στη Γαλλία, κάνει ό, τι θέλει. Αυτό που του προσάπτω περισσότερο είναι που δεν το εκμεταλλεύτηκε για να κάνει τις δομικές μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες, σε σχέση με τη φορολογία, με το χρέος. Επέλεξε τα εύκολα, έκανε πολιτική ευκολίας και, φυσικά, οι Γάλλοι ήταν στην αρχή πολύ ευχαριστημένοι επειδή μείωσε τους φόρους, κυρίως της μεσαίας τάξης. Όμως αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει, θα χρειαστεί να πληρώσουμε ακριβά για την κοινωνική ασφάλιση, η ανεργία δεν μειώνεται, έκανε μια πολιτική ‘στάχτης στα μάτια’.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πόσο καιρό θα χρειαστεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα για να αναστηθεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.: </strong>Ξέρετε, δεν έχει πεθάνει. Έλαβε 47% των ψήφων. Δεν είναι τόσο άσχημα, 47%, δεν πρόκειται για ένα κόμμα ετοιμοθάνατο. Το εκλογικό του σώμα έμεινε πιστό… Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει κρίση ηγεσίας στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει, αυτή τη στιγμή, μια κυρίαρχη προσωπικότητα σ’ αυτό το κόμμα, με αποτέλεσμα ο καθένας να κάνει την πολιτική του, το κόμμα να μην είναι αποτελεσματικό, να μην μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη των γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, θα πάρει έξι με εννιά μήνες. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι στο τέλος το κόμμα θα αναγεννηθεί, θα ξαναβρεί τη δύναμή του, γιατί οι ψηφοφόροι του δεν το εγκατέλειψαν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Θα αλλάξει ηγεσία;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Το πρόβλημα είναι ποιος θα καταφέρει να επιβληθεί. Για την ώρα, είναι αδύνατο να προβλέψουμε. Λένε για τον κ. Ντελανοέ, τον Δήμαρχο του Παρισιού, ή για τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Προς το παρόν, είναι οι κυριότεροι υποψήφιοι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Η επανένωση της Αριστεράς είναι δυνατή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι. Δεν υπάρχει ιδεολογικό εμπόδιο. Οι παλιοί διαχωρισμοί ανάγονται σε προβλήματα που δεν τίθενται πλέον. Είναι ο διαχωρισμός του κομμουνισμού, του αριστερισμού, προβλήματα που δεν υπάρχουν πια. Με δυο λόγια, εάν δεν υπάρχει επανένωση της Αριστεράς σήμερα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε προβλήματα που έχουν να κάνουν με τις κομματικές μηχανές. Γίνεται πολύς λόγος για την κρίση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και δικαίως. Αλλά η κρίση των αριστεριστών είναι ακόμη πιο σοβαρή. Στις τελευταίες εκλογές σαρώθηκαν…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ:</strong> Τι ποσοστό πήραν;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Συνολικά έλαβαν στις προεδρικές γύρω στο 5%, στις βουλευτικές ήταν ανύπαρκτοι. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν απειλείται, είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να πετύχει την επανένωση της Αριστεράς. Πρέπει να οργανωθεί ξανά, όλοι ειρωνεύονται ότι είναι ανίκανο να το κάνει, αλλά αυτά τα πράγματα χρειάζονται χρόνο. Εγώ είμαι πεπεισμένος πως μέσα σ’ ένα χρόνο το πρόβλημα θα έχει σχεδόν επιλυθεί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.: </strong>Είναι αισιόδοξο…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι, δεν είμαι πολύ απαισιόδοξος σε σχέση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Είμαι απαισιόδοξος σε σχέση με τα ηγετικά στελέχη του, που είναι μέτρια και τους λείπει η γενναιότητα, με εξαίρεση τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Ωστόσο, η Αριστερά είναι πολύ ζωντανή στη Γαλλία, κάνει απεργίες, διαδηλώνει, αντιδρά,  κι από την άλλη πλευρά, ο Σαρκοζί είναι απομονωμένος. Απομονώθηκε ο ίδιος από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πιστεύετε ότι αυτό θα συνεχιστεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Το φοβάμαι γι’ αυτόν. Ήταν πολύ παρορμητικός και θα δυσκολευτεί πολύ να συμβιβαστεί όπως οφείλει με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Στην παρέμβασή σας της 16ης Ιουλίου αναφερθήκατε επίσης στη συμμετοχική δημοκρατία, λέγοντας ότι είναι ‘πρόβλημα αν όχι το πρόβλημα’. Τι εννοούσατε;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Πιστεύω πράγματι, το πιστεύω πολύ, ότι οι κλασικές μορφές εκπροσώπησης των πολιτών, αυτές που καθορίζονται από τις εκλογές, δεν είναι πλέον ικανές, από μόνες τους –δεν εννοώ να τις καταργήσουμε- να εκπροσωπήσουν τις προσδοκίες των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Μέσα από φαινόμενα όπως η κοινή γνώμη, το Ίντερνετ, η ανάπτυξη των μπλογκς κ.α., το είδαμε στο δημοψήφισμα για την Ευρώπη πριν από δυο χρόνια, αναπτύσσεται ένα είδος αντι-εξουσίας της κοινής γνώμης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο γαλλικό, είναι παγκόσμιο. Οι θεσμικοί μηχανισμοί της δημοκρατίας, όπως λειτούργησαν τον 19ο αιώνα, έχουν κάπως εξαντληθεί. Σ’ αυτό το σύστημα, που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία, το κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα, οι πολίτες δεν νιώθουν πλέον ότι εκπροσωπούνται.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τι πρέπει να γίνει;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στην κοινή γνώμη πραγματική εκπροσώπηση. Πρέπει να δώσουμε στους πολίτες τη δυνατότητα να συζητούν, για τους νόμους, παραδείγματος χάριν. Διαφορετικά, κοιτάξτε τι γίνεται. Η Βουλή ψηφίζει τους νόμους και όταν οι πολίτες δεν συμφωνούν, κατεβαίνουν στους δρόμους και ο νόμος δεν εφαρμόζεται.</p>
<p><code><br />
</code>Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε εκλογές κάθε πέντε χρόνια. Θέλουν να τους ρωτούν περισσότερο σε ό, τι αφορά στη διακυβέρνηση, μέρα με τη μέρα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Εδώ μένουν πολλά να γίνουν…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Κανείς δεν έχει βρει τη λύση ούτε στο εξωτερικό ούτε στη Γαλλία, γιατί το πρόβλημα τίθεται παντού αλλά στη Γαλλία περισσότερο, γιατί οι Γάλλοι πολίτες είναι πάντα κάπως απείθαρχοι.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν πιστεύω ότι η δημοκρατία που βασίζεται στην εκλογή μπορεί, από δω και πέρα, μόνη της να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών. Πιστεύω ότι η συζήτηση πάνω σ’ ένα νομοσχέδιο πρέπει να γίνεται στη Βουλή, αλλά επίσης στις αντιπροσωπευτικές αρχές. Αυτό το είχε καταλάβει η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, όταν μιλούσε για συμμετοχική δημοκρατία.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=200</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Didier Chaudet &#8211; Ο σαρκοζισμός μέσα από την αντιπολίτευσή του: Μια ανάλυση για το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=195</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=195#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 07:59:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[didier chaudet]]></category>
		<category><![CDATA[άκρα δεξιά]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΗΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=195</guid>
		<description><![CDATA[Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία μιας αξιόπιστης αριστερής αντιπολίτευσης, ο Didier Chaudet αναλύει τον Σαρκοζισμό σε σχέση με τους αντιπάλους του οι οποίοι προέρχονται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος: το Δημοκρατικό Κίνημα του Φρανσουά Μπεϊρού, το Εθνικό Μέτωπο, και την πολιτική ομάδα που έχει τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη. Για [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/chaudet.jpg" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία μιας αξιόπιστης αριστερής αντιπολίτευσης, ο Didier Chaudet αναλύει τον Σαρκοζισμό σε σχέση με τους αντιπάλους του οι οποίοι προέρχονται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος: το Δημοκρατικό Κίνημα του Φρανσουά Μπεϊρού, το Εθνικό Μέτωπο, και την πολιτική ομάδα που έχει τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-195"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Για να ορίσει κάποιος τον ‘σαρκοζισμό’, θα είχε την τάση να δει τι αντιπροσωπεύει η αντιπολίτευσή του. Από τη στιγμή που ο Νικολά Σαρκοζί είναι ο ηγέτης του κύριου κόμματος της δεξιάς, το Σοσιαλιστικό Κόμμα- η κύρια πολιτική κεντροαριστερή ομάδα- αποτελεί φυσιολογικά το ‘αντισαρκοζικό’ στρατόπεδο. Γεγονός είναι, όμως, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει, για την ώρα, ιδεολογικά χρεοκοπήσει. Πάσχει από έναν εσωτερικό διχασμό ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, και την αυτομόληση ορισμένων γνωστών πολιτικών προσωπικοτήτων στην κυβέρνηση του Νικολά Σαρκοζί (<a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Bernard_Kouchner">Μπερνάρ Κουσνέρ</a> και <a href="http://fadela-amara.net/blog/">Φαντελά Αμαρά</a>, για παράδειγμα). Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν συνήλθε ακόμη από την ήττα του 2002, μια ήττα που το κατέστησε δευτερεύουσα δύναμη στη γαλλική πολιτική σκηνή.</p>
<p><code><br />
</code>Το αποτέλεσμα είναι πως δεν υπάρχει πλέον μια ισχυρή, δομημένη αντιπολίτευση στη χώρα, τουλάχιστον από το χώρο της Αριστεράς. Αποτελεί ειρωνεία ότι η μόνη πραγματική αντιπολίτευση, η μόνη αντιπολίτευση που έχει κάποια αξιοπιστία ή πολιτική συγκρότηση προέρχεται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος. Εκεί πρέπει, λοιπόν, κάποιος να στραφεί προκειμένου να ορίσει καλύτερα τον σαρκοζισμό, μέσα από την ανάλυση των ‘αντισαρκοζικών’ τρόπων άσκησης πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι ζήτημα αν υπάρχουν τρεις βασικές αντιπολιτευτικές ομάδες: δυο άλλα πολιτικά κόμματα, το <a href="http://www.mouvementdemocrate.fr/">Modem</a> ή Δημοκρατικό Κίνημα, που γεννήθηκε από την επιτυχία του ‘τρίτου ανθρώπου’, του Φρανσουά Μπεϊρού, στη διάρκεια των τελευταίων προεδρικών εκλογών, και είναι ακόμη νέο στο πολιτικό τοπίο. Και το <a href="http://www.frontnational.com/">Εθνικό Μέτωπο,</a> το ακροδεξιό κόμμα που ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ήδη ότι έχει πεθάνει, αλλά και ότι θα μπορούσε να επανέλθει με μια ρεβάνς. Και, τελευταία αλλά εξίσου σημαντική, μια ομάδα που σχηματίστηκε στο εσωτερικό του προεδρικού κόμματος, με τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Ένας οργανωμένος ‘αντισαρκοζισμός’ που προέρχεται από το Κέντρο και την Άκρα Δεξιά του πολιτικού φάσματος</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Το MoDem και το Εθνικό Μέτωπο βρίσκονται και τα δυο σε διαδικασία αναδιάρθρωσης. Το Εθνικό Μέτωπο υπέφερε από την τελευταία προεδρική προεκλογική εκστρατεία και χρειάζεται να συνέλθει. Το MoDem βρίσκεται ακόμη σε νηπιακή ηλικία (ένα σημαντικό συνέδριο θα καθορίσει τη θέση του στο πολιτικό φάσμα ανάμεσα στη 30ή Νοεμβρίου και τη 2α Δεκεμβρίου). Και στις δυο περιπτώσεις, οι ισχυρότερες φωνές στο εσωτερικό αυτών των δυο κομμάτων εισηγούνται μια πολιτική προσέγγιση γύρω από ένα αντισαρκοζικό όραμα.</p>
<p><code><br />
</code>Αναφορικά με το Εθνικό Μέτωπο, αυτό είναι από το 1984 ένα σημαντικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία. Ισχυροποιήθηκε στη δεκαετία του 1990 και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν κατάφερε να βγάλει το Σοσιαλιστικό Κόμμα από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2002, κερδίζοντας 16.86% των ψήφων (δηλαδή, 4.804.713 ψήφους). Για πρώτη φορά στην ιστορία της 5ης Δημοκρατίας, ο ηγέτης ενός κόμματος που θεωρείται στενά συνδεδεμένο με την άκρα δεξιά υπήρξε η μοναδική πρόκληση έναντι του γκολικού κόμματος και του ηγέτη του, Ζακ Σιράκ, ο οποίος αρνήθηκε πάντοτε να κάνει πολιτικές συμφωνίες με το Εθνικό Μέτωπο. Αυτό εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα των πρόσφατων προεδρικών εκλογών του 2007 αποτέλεσαν σοκ για τους οπαδούς αυτού του κόμματος: ο Ζαν-Μαρί Λεπέν έλαβε μόλις  10.44% των ψήφων (δηλαδή, 3.834.530 ψήφους), χάνοντας γύρω στο ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους που ψήφισαν πιθανώς τον Νικολά Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Ο σαρκοζισμός, σ’ αυτή την περίπτωση, μοιάζει να ενσωματώνει μια δεξιά προσέγγιση που αποσκοπεί στη συνθηκολόγηση των φόβων των ψηφοφόρων του Εθνικού Μετώπου για το θέμα της ασφάλειας και της μετανάστευσης, χωρίς να πέφτει στην παγίδα και να ακολουθεί τυφλά την εξτρεμιστική ρητορική του Εθνικού μετώπου. Ο Νικολά Σαρκοζί χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα για τη μετανάστευση, τον ισλαμισμό και την ασφάλεια, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι έκανε περισσότερα πράγματα για τη γαλλική μουσουλμανική κοινότητα από οποιονδήποτε άλλον πολιτικό στο παρελθόν. Με τις πολιτικές του ικανότητες, κατάφερε να εξισορροπήσει αυτά τα δυο αντιφατικά μηνύματα και να πάρει αρκετούς ψηφοφόρους από το Εθνικό Μέτωπο, χωρίς να χάσει υπερβολικά πολλούς παραδοσιακούς οπαδούς από την κεντροδεξιά. Για να καταλάβει κανείς πώς λειτουργεί ο σαρκοζισμός, η λέξη-κλειδί είναι μάλλον ο πραγματισμός παρά η ιδεολογία.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περισσότεροι Γάλλοι αναλυτές έσπευσαν να προβλέψουν ότι η εξαφάνιση του Εθνικού Μετώπου είναι θέμα χρόνου. Κατά την άποψή μου, αυτό είναι μεγάλο λάθος. Αναμφισβήτητα, το κόμμα βρίσκεται σήμερα σε κρίση. Ένα μέρος των οπαδών του, πιο συγκεκριμένα εκείνοι που είναι υπέρμαχοι ενός βιολογικού οράματος του έθνους, επικρίνουν τη ‘δημοκρατική προσέγγιση’ του Ζαν-Μαρί Λεπέν στην προεκλογική εκστρατεία. Πράγματι, ο ηγέτης του Εθνικού Μετώπου ζήτησε, στην περίφημη ομιλία του στο Βαλμί, τον Σεπτέμβριο του 2006, απ’ όλους τους Γάλλους πολίτες ξενικής προέλευσης να ενωθούν μαζί του για να χτίσουν μια νέα, πιο ισχυρή Γαλλία. Ωστόσο, αυτό το κομμάτι του Εθνικού Μετώπου, που διακρίνεται για έντονη ιδεολογική ισλαμοφοβία και ρατσισμό, δεν είναι οι κύριοι οπαδοί του και πάντως όχι αυτοί που έδωσαν στο παρελθόν τις νίκες στο Εθνικό Μέτωπο. Θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε το γεγονός ότι το Εθνικό Μέτωπο κέρδισε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του από τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτός είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που <a href="http://www.alainsoral.com/">ο Alain Soral</a>, ένας διανοούμενος που πρόσκειται στο Εθνικό Μέτωπο, κατάλαβε πολύ καλά. Πρώην μαρξιστής, ο Soral έχει δημιουργήσει ένα think tank που ονομάζεται ‘<a href="http://www.egaliteetreconciliation.fr/">Ισότητα και Συμφιλίωση</a>’ και έχει στόχο την προώθηση μιας εθνικής και κοινωνικής ατζέντας στο εσωτερικό του Εθνικού Μετώπου. Ο Soral είναι πολύτιμος σύμμαχος της Μαρίν Λε Πεν στη μάχη για την ηγεσία όταν ο πατέρας της αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή και εργάζεται για τη διάσωση του κόμματος όταν ο ιστορικός του ηγέτης φύγει. Μπορούμε  να πούμε ότι το όραμά του τοποθετείται οικονομικά στ’ αριστερά και ότι είναι πολιτικά αντιευρωπαϊκό (δηλαδή ενάντια σε μια ‘νεοφιλελεύθερη’ Ευρωπαϊκή Ένωση) και αντιατλαντικό ή αντιαμερικανικό στις διεθνείς σχέσεις. Ο Soral αμφισβητεί τον Νικολά Σαρκοζί επειδή υποστηρίζει μια συμμετρικά αντίθετη πολιτική προσέγγιση: επειδή τοποθετείται οικονομικά στα δεξιά, για τον φιλοαμερικανισμό του και τον φιλοευρωπαϊσμό του. Η κριτική του Soral ανοίγει μια δυνατότητα για τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Μετώπου που θα οργανωθεί γύρω από μια πραγματικά αντισαρκοζική τοποθέτηση.</p>
<p><code><br />
</code>Μια αντισαρκοζική προσέγγιση διαπιστώνεται επίσης στο κέντρο του πολιτικού φάσματος. Προέρχεται από το μακροπρόθεσμο πολιτικό όραμα του Φρανσουά Μπεϊρού, ηγέτη της UDF (Ένωση για τη Γαλλική Δημοκρατία). Όταν ο κ. Μπεϊρού έγινε ο ηγέτης της πολιτικής του ομάδας, προσπάθησε να την κάνει ανεξάρτητη τόσο από το κυριότερο δεξιό κόμμα, το RPR  (Συγκέντρωση για τη Δημοκρατία, το γκολικό κόμμα από το 1976 μέχρι το 2002) όσο και από το U.M.P. (Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα, γκολικό και δεξιό κόμμα, από το 2002). Ο Μπεϊρού κατηύθυνε την UDF προς μια πιο κοινωνική και έντονα φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση σε σχέση με την παραδοσιακή δεξιά. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού οδήγησε σε μερικές πραγματικές επιτυχίες: το 2004, στις περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές, η UDF κέρδισε 12% των ψήφων, πολύ καλή επίδοση για ένα πολιτικό κόμμα που μέχρι τότε θεωρείτο ένα είδος λέσχης για μεσήλικες πολιτικούς με δεσμούς με την δεξιά. Ο Φρανσουά Μπεϊρού κατάφερε συνεπώς να δημιουργήσει έναν πραγματικό χώρο στο κέντρο και να έρθει τρίτος στην προεδρική εκλογή του 2007, κερδίζοντας 18.57% των ψήφων για την αντιπολίτευσή του απέναντι στον Ν. Σαρκοζί, ιδιαίτερα σε σχέση με την κριτική του Σαρκοζί για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κάποια άλλα δεξιά σχόλια του προέδρου για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.</p>
<p><code><br />
</code>Η πολιτική επιβίωση του Μπεϊρού εξαρτάται από το κατά πόσο θα μπορέσει να θεωρηθεί μια ιδεολογική εναλλακτική λύση έναντι του Νικολά Σαρκοζί. Κατά συνέπεια, περισσότερο απ’ ό, τι στο παρελθόν, ο ‘μπεϊρισμός’ ή η κεντρώα πολιτική στη Γαλλία μπορεί να οριστεί ως ένα είδος αντισαρκοζισμού: πολύ περισσότερο φιλοευρωπαϊκή, με ισχυρότερη κοινωνική ατζέντα και απόρριψη ενός αυταρχικού προεδρικού καθεστώτος.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>…Αλλά επίσης μια αντιπολίτευση που προέρχεται από το ίδιο το προεδρικό κόμμα: ντε Βιλπέν και ‘βιλπενισμός’ εναντίον ‘σαρκοζισμού’</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που είναι, ίσως, πιο ενοχλητικό είναι ότι η αντιπολίτευση στον σαρκοζισμό προέρχεται από το εσωτερικό, από το ίδιο το προεδρικό κόμμα, την U.M.P. Προέρχεται ειδικότερα από τον πρώην πρωθυπουργό του Ζακ Σιράκ, τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν, και τους λίγους οπαδούς του, σαφώς μειοψηφία σήμερα σ’ αυτή την πολιτική ομάδα, που ενώ δεν αποτελούν επίσημη ομάδα χαρακτηρίζονται από <a href="http://dominiquedevillepin.over-blog.com/">κάποια δεξιά αλλά αντισαρκοζικά μπλογκς</a> ως ‘βιλπενιστές’.</p>
<p><code><br />
</code>Ο βιλπενισμός  συνδέεται στενά με το πολιτικό όραμα του Ντομινίκ ντε Βιλπέν. Πρώτον και κύριο, ο Βιλπέν είναι ο άνθρωπος που είπε όχι στον πόλεμο κατά του Ιράκ σε μια δυνατή και συγκινητική ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το 2003. Σήμερα, ο ντε Βιλπέν επιδιώκει να καλλιεργεί την εικόνα της πνευματικής συνέχειας με τον γκολισμό και τη γαλλική παράδοση της ανεξαρτησίας. Ο ντε Βιλπέν αντέδρασε, για παράδειγμα, στις δηλώσεις του Μπερνάρ Κουσνέρ, σημερινού υπουργού Εξωτερικών, για έναν πιθανό πόλεμο με το Ιράκ, υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος της Γαλλίας θα έπρεπε να είναι να συγκρατήσει την κυβέρνηση Μπους και να την παρακινήσει να διαπραγματευθεί, όπως οι Ευρωπαίοι, με την Τεχεράνη. Σε μια σημαντική <a href="http://2villepin.free.fr/index.php/2007/09/29/527-dominique-de-villepin-dans-marianne-1-2-renier-nos-principes-c-est-mettre-notre-voix-en-peril">συνέντευξη του στην εφημερίδα ‘Marianne’</a>, ο ντε Βιλπέν σκιαγράφησε τη βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ ‘σαρκοζισμού’ και ‘βιλπενισμού’ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σ’ αυτή τη συνέντευξη, ο κ. ντε Βιλπέν άσκησε έντονη κριτική στην ιδέα της ρήξης στην εξωτερική πολιτική. Διαφώνησε σαφώς με το απόφθεγμα του Μπερνάρ Κουσνέρ ότι ‘ο αντιαμερικανισμός [είναι] ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής’. Ενάντια σ’ αυτή τη θέση, υποστήριξε ότι στη σύγχρονη εξωτερική πολιτική η πιο σημαντική πρόκληση είναι η αποφυγή της παγκόσμιας αποσταθεροποίησης μέσω ενός πολέμου ανάμεσα σε πολιτισμικούς συνασπισμούς. Εδώ βλέπουμε την τυπική γκολική προσέγγιση που εστιάζεται στην πολυμέρεια και την εξέχουσα, ηγετική θέση της Γαλλίας στις διεθνείς σχέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια συνέντευξη, ο πρώην πρωθυπουργός εξέφρασε επίσης τη διαφωνία του με τον σημερινό υπουργό Άμυνας Ερβέ Μορέν σχετικά με το ΝΑΤΟ (ο κ. Μορέν εξέφρασε την ιδέα της γαλλικής επανένταξης στο ΝΑΤΟ).</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία σύγκλισης στις προσεγγίσεις του ντε Βιλπέν και του Σαρκοζί, όπως στην περίπτωση του Νταρφούρ. Θα μπορούσαμε να πούμε πως μολονότι ο Σαρκοζί τάχθηκε υπέρ μιας πιο φιλοαμερικανικής πολιτικής, προσπάθησε επίσης στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας να εμφανιστεί ως ο διάδοχος του Ζακ Σιράκ και του γκολισμού στην εξωτερική πολιτική. Δεν είναι ακόμη βέβαιο σε ποιο βαθμό η γαλλική εξωτερική πολιτική θα αλλάξει στα χρόνια που έρχονται. Για την ώρα, υπάρχουν πραγματικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον βιλπενισμό και τον σαρκοζισμό, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει κατά πόσο ο σαρκοζισμός θα σημάνει το τέλος της ‘γαλλικής εξαίρεσης σ’ αυτό το θέμα’.</p>
<p><code><br />
</code>Ο ντε Βιλπέν διαθέτει υποστήριξη μέσα στην U.M.P. και μπορεί να έχει απήχηση μακροπρόθεσμα. Οι βιλπενιστές, όπως <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Fran%C3%A7ois_Goulard">ο Φρανσουά Γκουλάρ</a>, υπήρξαν πολύ ηχηροί ενάντια σε ορισμένες κυβερνητικές προτάσεις για τη μετανάστευση, για παράδειγμα, και αυτές οι τακτικές ενδέχεται να αυξήσουν την επιρροή τους στους ψηφοφόρους της κεντροδεξιάς. Οι βιλπενιστές αντιμετώπισαν, επίσης, με ειρωνεία το ‘ανοιχτό πνεύμα’ του Σαρκοζί, δηλαδή την επιλογή υπουργών που προέρχονται από το κέντρο ή ακόμη και από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ακόμη και μερικοί από τους υποστηρικτές του Σαρκοζί είχαν δυσκολία να δεχτούν ότι η πλευρά τους δεν άδραξε όλους τους καρπούς της πολιτικής νίκης τους- η παραδοσιακή μετριοπαθής δεξιά είδε με αμηχανία ορισμένα από τα μέλη της να παραμερίζονται προς όφελος αυτών των νεοφώτιστων.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν είναι ακόμη σαφές εάν ο Γάλλος πρόεδρος θα συνεχίσει αυτή την ανοιχτή προσέγγιση ή εάν θα επιστρέψει σε έναν πιο παραδοσιακό τρόπο σχηματισμού κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μοιάζει να είναι σαφές είναι ότι ο Σαρκοζί ενσωματώνει περισσότερο από τον Ζακ Σιράκ, τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ή οποιονδήποτε άλλο ηγέτη της δεξιάς, στην ιστορία της 5ης Δημοκρατίας, μια προσέγγιση που αμφισβητεί τα υπάρχοντα πολιτικά σύνορα. Ο Σαρκοζί, μολονότι εμφανίστηκε ως πολύ δεξιός στην προεδρική προεκλογική εκστρατεία, διόρισε για πρώτη φορά μια γυναίκα από τις μειονότητες, <a href="http://www.justice.gouv.fr/index.php?rubrique=10016&amp;ssrubrique=10019">την κα Ρασιντά Ντατί</a>, ως υπουργό Δικαιοσύνης. Ο σαρκοζισμός μοιάζει λοιπόν λιγότερο με συνέχιση της παραδοσιακής ιδεολογίας του μετριοπαθούς συντηρητικού κινήματος της 5ης Δημοκρατίας και περισσότερο το όραμα ενός συγκεκριμένου άνδρα, του ίδιου του Νικολά Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι ο σαρκοζισμός θα είναι για τη δεξιά αυτό που ο μιτερανισμός είναι για την αριστερά: πρώτο και κύριο,  πραγματισμός και υποστήριξη ενός ισχυρού δημόσιου άνδρα, ικανού να κερδίσει τις εκλογές και να παραμείνει στην εξουσία. Ο σαρκοζισμός μπορεί, επίσης, να συνδεθεί με μια πολιτική ιδεολογία. Ωστόσο, αυτό που μοιάζει να έχει σημασία δεν είναι τόσο η ιδεολογία, που μπορεί να αλλάξει, αλλά ο ίδιος ο άνδρας. Για άλλη μια φορά, η περίπτωση του Νικολά Σαρκοζί εκφράζει μια συνέχεια στη γαλλική πολιτική. Στην πραγματικότητα, κάθε πρόεδρος έδωσε στους οπαδούς του μια σεβαστή ιδεολογία που πήρε το όνομά του: από τον ‘γκολισμό’ στον ‘σιρακισμό’, με τον ‘πομπιντισμό’, τον ‘ζισκαρδισμό’ και τον ‘μιτερανισμό’ ενδιαμέσως. Κάθε ιδεολογία ήταν κυρίως συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο κομμάτι του πολιτικού φάσματος, παρόλο που αυτό δεν ποτέ εντελώς ακριβές: κάποιος μπορούσε να είναι ‘γκολικός της αριστεράς’, ορισμένοι μιτερανικοί είναι σήμερα οπαδοί του Νικολά Σαρκοζί και πολλοί οπαδοί του Σαρκοζί επέκριναν τον Ζακ Σιράκ ότι ήταν πιο κοντά στην αριστερά παρά στη δεξιά.  Το συμπέρασμα είναι ότι θα υπάρξουν πιθανώς εκπλήξεις σε σχέση με την έννοια του ‘σαρκοζισμού’. Δεν πρέπει λοιπόν να σπεύσουμε να δώσουμε έναν κατηγορηματικό ορισμό, τουλάχιστον πριν από το τέλος αυτής της προεδρικής θητείας.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=195</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Νίκος Κουτσιαράς &#8211; Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας: Μια κοινωνικά αμφιλεγόμενη αλλά πολιτικά ευνοούμενη μεταρρύθμιση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=126</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=126#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 21 Feb 2007 17:03:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πρόσφατα άρθρα]]></category>
		<category><![CDATA[χρόνος/πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[επισφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[εργασία]]></category>
		<category><![CDATA[νίκος κουτσιαράς]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=126</guid>
		<description><![CDATA[Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ευέλικτων διευθετήσεων οργάνωσης του χρόνου εργασίας, δεν σχεδιάστηκε καλά ή/ και εφαρμόστηκε ελλιπώς, με αποτέλεσμα την αδύναμη προσαρμογή του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, υποστηρίζει ο Νίκος Κουτσιαράς. Η μεταρρύθμιση της πολιτικής και των θεσμών της αγοράς εργασίας έχει αναμφίβολα αποκτήσει εξέχοντα ρόλο στο πλαίσιο των [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/uploads/kouts.gif"/></td>
<td>
<p class="MsoNormal">
<p>Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ευέλικτων διευθετήσεων οργάνωσης του χρόνου εργασίας, δεν σχεδιάστηκε καλά ή/ και εφαρμόστηκε ελλιπώς, με αποτέλεσμα την αδύναμη προσαρμογή του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, υποστηρίζει ο Νίκος Κουτσιαράς.
</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-126"></span></p>
<hr />
<p><code><br /></code>Η μεταρρύθμιση της πολιτικής και των θεσμών της αγοράς εργασίας έχει αναμφίβολα αποκτήσει εξέχοντα ρόλο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών οικονομικών στρατηγικών που στοχεύουν στην αύξηση της απασχόλησης και την αναζωογόνηση της ανάπτυξης, καθώς και στη διευκόλυνση της προσαρμογής του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου στις βαθιές αλλαγές που σημειώνονται στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί αύξηση των ευρωπαϊκών μακροχρόνιων ρυθμών μεγέθυνσης,  ενώ η πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά σε κυκλικούς παράγοντες. Την ίδια στιγμή, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας δεν έχουν βελτιωθεί ικανοποιητικά και τα ποσοστά ανεργίας έχουν παραμείνει υψηλά, ιδιαίτερα στις μεγάλες οικονομίες της ηπείρου. Κάποιος μπορεί, λοιπόν, να υποθέσει ότι η εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας δεν σχεδιάστηκε καλά ή/ και εφαρμόστηκε ελλιπώς, με αποτέλεσμα την αδύναμη προσαρμογή του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου.</p>
<p><code><br /></code>Η οικονομική έρευνα δεν έχει οδηγηθεί σε εμπειρικά τεκμηριωμένες σχέσεις αιτιότητας μεταξύ προτύπων θεσμικής οργάνωσης και επιδόσεων των αγορών εργασίας. Έχει, όμως, δείξει με πειστικό τρόπο ότι οι αυστηρά ρυθμισμένες αγορές εργασίας δεν επιτρέπουν την αντιστοίχηση μεταξύ   προσφοράς και ζήτησης (εργασίας), αναχαιτίζουν την προσαρμογή στις  μεταβολές τεχνολογίας και εμπορίου, καθυστερώντας έτσι την οικονομική αναδιάρθρωση, ενώ, επίσης, <a href="http://econ-www.mit.edu/faculty/download_pdf.php?id=800">παρατείνουν και διογκώνουν τις συνέπειες των κυκλικών οικονομικών διακυμάνσεων</a>. Η οικονομική έρευνα, μολονότι δεν προτείνει την ευρεία απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, έχει δείξει ότι η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας πρέπει να είναι περιεκτική και να συντονίζεται με τις μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, τις κοινωνικές πολιτικές και τη μακροοικονομική πολιτική. Άλλωστε, οι αποσπασματικές προσεγγίσεις δεν επιτρέπουν τον  επωφελή χειρισμό των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στις πολιτικές και τους θεσμούς της αγοράς εργασίας, ενώ η έλλειψη συντονισμού των πολιτικών μπορεί να υπονομεύσει την ποιότητα των μεταρρυθμίσεων, μειώνοντας έτσι τα δυνητικά κέρδη και μεταθέτοντας στο μέλλον την πραγμάτωσή τους και περιστέλλοντας, επίσης, την αποζημίωση των χαμένων. Ωστόσο, εξαιτίας της άνισης κατανομής του οφέλους και του κόστους των μεταρρυθμίσεων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του εργατικού δυναμικού και του ασύμμετρου επιμερισμού τους στο χρόνο &#8211; το κόστος προκύπτει βραχυπρόθεσμα, ενώ τα οφέλη επιτυγχάνονται μεσο- μακροπρόθεσμα &#8211;  η πολιτική οικονομία της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας μεταβάλλεται σε παίγνιο μηδενικού αθροίσματος,  που οι κυβερνήσεις μπορούν δύσκολα να διαχειριστούν,  πόσο μάλλον να καθορίσουν την έκβασή του.</p>
<p><code><br /></code><em><strong>Η αναζήτηση μίας εναλλακτικής οργάνωσης του χρόνου εργασίας</strong></em></p>
<p><code><br /></code>Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πάντως, δεν έχουν μείνει αδρανείς,  αν και οι μεταρρυθμιστικές δράσεις τους σπάνια έχουν εμπνευστεί από τα ευρήματα της οικονομικής έρευνας. Ακόμη περισσότερο, παρά τις εθνικές αποκλίσεις σε σχέση με τους θεσμούς και τις επιδόσεις των αγορών εργασίας, οι (αποκαλυμμένες) προτιμήσεις της εθνικής πολιτικής δείχνουν σημαντικό βαθμό σύγκλισης που, κατά μεγάλο μέρος, ανάγεται στην παρατηρούμενη συγκέντρωση των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών κυρίως σε δυο τομείς, δηλαδή την οργάνωση του χρόνου εργασίας και την απελευθέρωση των ευέλικτων – δηλαδή εκτός  πλήρους απασχόλησης – συμβάσεων εργασίας. Σε σχέση με το πρώτο, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες ή/και συλλογικές συμφωνίες στοχεύουν στην καθιέρωση ευέλικτων διευθετήσεων για την οργάνωση του χρόνου εργασίας,  προκειμένου να υπάρχει καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των επιχειρήσεων και τις προτιμήσεις των απασχολούμενων. Οι  ανάγκες των επιχειρήσεων  συνδέονται κυρίως με την προσαρμογή των ωρών στο φόρτο εργασίας, ενώ οι προτιμήσεις των απασχολούμενων σχετίζονται με τις επιλογές για ελεύθερο χρόνο και την καλούμενη ισορροπία απασχόλησης-ζωής.</p>
<p><code><br /></code>Οι ευέλικτες διευθετήσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας εκτείνονται από συστήματα που προσφέρουν τη δυνατότητα διαφοροποίησης του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας σε καθημερινή βάση μέχρι σχήματα που περικλείουν ένα ευρύ φάσμα επιλογών για τη συσσώρευση και αποζημίωση ωρών για μακρύτερες χρονικές περιόδους. Ενώ συνήθως προορίζονται να αντικαταστήσουν άλλες μορφές οργάνωσης (του χρόνου εργασίας) που ξεπερνούν τις κανονικές ώρες εργασίας (π.χ. υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, βάρδιες), στην πράξη λειτουργούν συχνά συμπληρωματικά ως προς αυτές τις μορφές, καθώς κάθε μοντέλο οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων ή/και συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Πράγματι, υπάρχουν αρκετά εμπειρικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι βιομηχανικοί κλάδοι και οι μικρές επιχειρήσεις μπορούν, σε γενικές γραμμές, να εξυπηρετούνται καλύτερα από τις παραδοσιακές μεθόδους οργάνωσης του χρόνου εργασίας  και τις απλές μορφές ευελιξίας, ενώ οι υπηρεσίες και, ειδικότερα, οι κλάδοι εντάσεως γνώσης, καθώς και <a href="http://www.eurofound.eu.int/publications/htmlfiles/ef0627.htm">οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να ωφελούνται από διευθετήσεις υψηλής ευελιξίας</a>. Από την άλλη πλευρά, κάποιος μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει ότι οι διευθετήσεις ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας προτιμώνται περισσότερο από τους καλύτερα ειδικευμένους απασχολούμενους που τείνουν, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό, τι οι λιγότερο ειδικευμένοι, να ευνοούν την υποκατάσταση εισοδήματος με ελεύθερο χρόνο. Επομένως, οι λιγότερο ειδικευμένοι είναι πιθανότερο να επιλέγουν παραδοσιακά μοντέλα οργάνωσης χρόνου εργασίας που συνεπάγονται αυξημένη αποζημίωση για τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας.</p>
<p><code><br /></code>Η οικονομική αιτιολόγηση των διευθετήσεων ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι πλούσια. Έτσι, η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας θεωρείται ότι έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των αμειβόμενων υπερωριών και, κατά συνέπεια, την εξοικονόμηση κόστους, τη μείωση των αδικαιολόγητων απουσιών, την καλύτερη προσαρμογή των  ωρών στο φόρτο εργασίας, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας ως προς τη χρήση μηχανημάτων και εξοπλισμού, την αύξηση της ικανοποίησης από την εργασία και την αύξηση της επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Όλα αυτά αποτελούν πηγές αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της παραγωγικής διαδικασίας εντός των επιχειρήσεων. Κι όπως είναι γνωστό, <a href="http://www.olis.oecd.org/olis/2002doc.nsf/linkto/eco-wkp(2002)15/$FILE/JT00125006.PDF">ένα μεγάλο μέρος της συνολικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας </a>και σημαντικό τμήμα της αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας αποδίδονται σε ενδοεπιχειρησιακούς παράγοντες. Ακόμη, υποστηρίζεται συχνά ότι πέραν των αυξήσεων της παραγωγικότητας και του προϊόντος, τα μακροοικονομικά αποτελέσματα της ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας περικλείουν, επίσης, οφέλη για την απασχόληση, που με τη σειρά τους οφείλονται  στην αυξημένη προσφορά εργασίας και την αυξανόμενη ζήτηση εργασίας. Η πρώτη σχετίζεται με τη βελτίωση των προσδοκιών σε ό, τι αφορά στην  ισορροπία απασχόλησης-ζωής και, επομένως, με την αυξημένη ελκυστικότητα της εργασίας. Η δεύτερη συνδέεται, προφανώς, με  το υψηλότερο προϊόν, καθώς και με τη μικρότερη αύξηση των μισθών λόγω της αυξημένης προσφοράς εργασίας. </p>
<p><code><br /></code>Ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα για την απασχόληση, εξαιτίας της εφαρμογής ευέλικτων διευθετήσεων για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, δεν πρέπει να υπερβάλλονται. Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας μπορεί να ισοδυναμεί με μια παραγωγική τεχνική εξοικονόμησης εργασίας και τα θετικά αποτελέσματά της για την απασχόληση να περιορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, στους καλύτερα ειδικευμένους. Πράγματι, η αυξημένη αποτελεσματικότητα στη χρήση του κεφαλαιουχικού  εξοπλισμού, ως συνέπεια των βελτιώσεων στην οργάνωση του χρόνου εργασίας, μπορεί να ενθαρρύνει την υποκατάσταση λιγότερο ειδικευμένων εργαζομένων με κεφάλαιο. Και μια αύξηση της αναλογίας μεταξύ καλύτερα ειδικευμένου και λιγότερο ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, ενδεχομένως στο σύνολο των κλάδων, μπορεί να επιτρέψει την ευρύτερη χρήση των ευέλικτων μορφών οργάνωσης του χρόνου εργασίας και επομένως να μειώσει ακόμη περισσότερο τις ευκαιρίες απασχόλησης των λιγότερο ειδικευμένων. Όπως και νάχει, όμως, οι μειωμένες ευκαιρίες απασχόλησης και τα υψηλά επίπεδα ανεργίας των λιγότερο ειδικευμένων επιφανειακά μόνο μπορεί να συνδεθούν με την ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας. Μπορεί, όμως,  να αποδοθούν στους γενικότερους κανόνες και θεσμούς της αγοράς εργασίας,  που καθιστούν ασύμφορη την απασχόληση εργαζόμενων με χαμηλή παραγωγικότητα. </p>
<p><code><br /></code>Στις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις μεγάλες οικονομίες της ηπείρου, η υποκατάσταση λιγότερο ειδικευμένων εργαζόμενων με κεφάλαιο και, γι’ αυτό το σκοπό, η διάδοση ποικίλων παραγωγικών τεχνικών που εξοικονομούν εργασία οφείλονται στους αυστηρούς κανόνες  προστασίας της απασχόλησης που προφυλάσσουν τους ήδη απασχολούμενους από ανταγωνιστικές πιέσεις και συνεπώς περιορίζουν την αποτελεσματική προσφορά εργασίας και αποτρέπουν την προσαρμογή των μισθών. Προκαλούνται, επίσης, από το γεγονός ότι το επίπεδο των κατώτατων μισθών είναι δυσανάλογα υψηλότερο των επιπέδων παραγωγικότητας των εργαζόμενων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. </p>
<p><code><br /></code><em><strong>H διστακτική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας</strong></em></p>
<p><code><br /></code>Έτσι, λοιπόν, εισαγόμαστε στην πολιτική οικονομία της ευρωπαϊκής πολιτικής αγοράς εργασίας. Η αποτυχία μεταρρύθμισης των κεντρικών ρυθμίσεων της αγοράς εργασίας και ανάλογης τροποποίησης των συστημάτων στήριξης του εισοδήματος &#8211; π.χ. μειώνοντας το επίπεδο των κατώτατων μισθών και αναπληρώνοντας το συνακόλουθο ‘έλλειμμα αξιοπρεπούς διαβίωσης’ με εργασιακά επιδόματα ή/και επιστροφές φόρου &#8211; και η προσφυγή σε περιφερειακές μεταρρυθμίσεις αντανακλούν την επιρροή πανίσχυρων οικονομικών συμφερόντων που κατορθώνουν κι αιχμαλωτίζουν τα διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Οι ‘εντός των τειχών’, εκπροσωπούμενοι επαξίως από τα εργατικά συνδικάτα, δύσκολα ανέχονται την αποδυνάμωση της νομοθεσίας προστασίας της απασχόλησης, που θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της διαπραγματευτικής ισχύος τους σε ό, τι αφορά τον καθορισμό των μισθών.  Σε αντάλλαγμα, αποδέχονται, μάλλον απρόθυμα, τις ευέλικτες διευθετήσεις οργάνωσης του χρόνου εργασίας, που συνοδεύονται από απώλειες εισοδήματος λόγω μείωσης των αμειβόμενων υπερωριών. Και οι εργοδότες προτιμούν συχνά την αυξημένη ευελιξία των εσωτερικών αγορών εργασίας (τους), η οποία  συνεπάγεται αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού τους, αντί της δυνατότητας προσαρμογής του μεγέθους του εργατικού δυναμικού (τους) αλλά σε βάρος της ενδοεπιχειρησιακής επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο και της παραγωγικότητας της εργασίας.  Προφανώς, τα αυξημένα κέρδη των εργοδοτών και οι υψηλότερες αμοιβές των ‘εντός των τειχών’ δεν ωφελούν τους άνεργους, οι ευκαιρίες απασχόλησης των οποίων έχουν τελευταία συνδεθεί με τις λεγόμενες ευέλικτες συμβάσεις εργασίας. Μέσω των τελευταίων, οι εργοδότες αποκτούν ένα εργαλείο χαμηλού κόστους, προκειμένου να προσαρμόζουν το μέγεθος του εργατικού δυναμικού τους, συμπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο την ευελιξία της εσωτερικής αγοράς εργασίας (τους). Σε αντάλλαγμα, οι ‘εντός των τειχών’ εξασφαλίζουν μειώσεις στις κανονικές ώρες εργασίας ή άλλες παραχωρήσεις που, συνήθως, αφορούν σε αυξημένα δικαιώματα των εργατικών συνδικάτων σε σχέση με τον προσδιορισμό των μορφών ευέλικτης οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, δημιουργούνται αγορές εργασίας δυο ταχυτήτων και <a href="http://ec.europa.eu/employment_social/news/2006/nov/employment_europe_en.pdf">η ανεργία παραμένει, επίσης, υψηλή</a>. </p>
<p><code><br /></code>Το μάθημα πολιτικής είναι, επομένως, απλό: η αποτελεσματικότητα και η δικαιοσύνη στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας δεν θα βελτιωθούν, εκτός εάν υπάρξει ριζοσπαστική μεταρρύθμιση των κεντρικών θεσμών και της πολιτικής αγοράς εργασίας. Αυτό ισοδυναμεί με την εύρεση νέων πολιτικών ισορροπιών που, δεδομένης της συνάρθρωσης οικονομικών συμφερόντων και υφιστάμενων θεσμών, προϋποθέτει ισχυρή ηγεσία από  πλευράς των κυβερνήσεων. Δυστυχώς, όμως, η ηγεσία  αποτελεί πολύ συχνά σπάνιο πολιτικό πόρο.</p>
<p><code><br /></code><br />
<code><br /></code><strong>Το κείμενο μεταφράστηκε από τα Αγγλικά</strong></p>
<p><code><br /></code>Διαβάστε ακόμα</p>
<p><code><br /></code><a href="http://www.espanet2006.de/downloads/ESPAnet2006_paper_Chung.pdf">Η ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας: Για τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους; (στα αγγλικά)</a></p>
<p><code><br /></code><a href="http://www.tuc.org.uk/extras/outoftime.pdf">Γιατί η Βρετανία χρειάζεται μία νέα προσέγγιση για την ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας (στα αγγλικά)</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=126</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Γιώργος Πρεβελάκης &#8211; Πρέπει να σώσουμε την Αθήνα από τον εαυτό της</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=65</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=65#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 09 Oct 2006 13:03:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε ροή]]></category>
		<category><![CDATA[πρόσφατα άρθρα]]></category>
		<category><![CDATA[αρχιτεκτονική]]></category>
		<category><![CDATA[γιώργος πρεβελάκης]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=65</guid>
		<description><![CDATA[Μιλώντας για το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον της Αθήνας, ο Γιώργος Πρεβελάκης επισημαίνει τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Προτείνει μία έξοδο διαφυγής από την ελληνική εθνική ή εθνικιστική λογική που θεωρεί ότι διαθέτει τη μονοπωλιακή ιδιοποίηση αυτού που συμβολίζει αυτός ο χώρος. Πρέπει &#8220;να δώσουμε την Αθήνα στην Ευρώπη και τον κόσμο, ζητώντας [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/uploads/neib.jpg"/></td>
<td>
<p class="MsoNormal">
<p>Μιλώντας για το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον της Αθήνας, ο  Γιώργος Πρεβελάκης επισημαίνει τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Προτείνει μία έξοδο διαφυγής από την ελληνική εθνική ή εθνικιστική λογική που θεωρεί ότι διαθέτει τη μονοπωλιακή ιδιοποίηση αυτού που συμβολίζει αυτός ο χώρος. Πρέπει &#8220;να δώσουμε την Αθήνα στην Ευρώπη και τον κόσμο, ζητώντας παράλληλα τη συμβολή του για να σώσουμε την Αθήνα από τον εαυτό της&#8221;.
</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-65"></span> </p>
<hr />
<p><code><br /></code><strong>Μία συνέντευξη στον Κωσταντίνο Καστρισιανάκη για το <em>Re-public</em></strong></p>
<p><code><br /></code><strong>Κωσταντίνος Καστρισιανάκης:</strong> Το 2000, στο <em>Athenes. Urbanisme, Culture et Politique</em> (<a href="http://www.hestia.gr/estia_books.asp?titlos=1%2D13%2D091">Αθήνα. Πολεοδομία, Πολιτισμός και Πολιτική</a>), κάνατε έναν απολογισμό ιδιαίτερα αρνητικό για την ελληνική πρωτεύουσα, από πολλές απόψεις. Θα λέγαμε ότι μιλήσατε σχεδόν για υπαρξιακή κρίση. Σήμερα, το 2006, μετά την πολιτική ‘εκσυγχρονισμού’ των κυβερνήσεων Σημίτη, τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο απολογισμός σας είναι πάντα ο ίδιος;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γιώργος Πρεβελάκης: </strong>Ναι, ο απολογισμός δεν έχει μεταβληθεί. Είναι αλήθεια ότι ειδικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες εκσυγχρόνισαν τις υποδομές και έφεραν μια σειρά από αλλαγές που είχαν προβλεφθεί πολύ καιρό πριν και που ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, αναγκαίες και χρήσιμες. Αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στο αεροδρόμιο και το μετρό της Αθήνας, την πιο σημαντική βελτίωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υποδομές αυτές αποτελούν βελτιώσεις. Αλλά η Αθήνα γνώρισε ανάλογες βελτιώσεις στο παρελθόν, σε διάφορες εποχές, όπως π.χ. κατά την οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή.</p>
<p><code><br /></code>Παραμένει όμως ένα πρόβλημα δομής. H ταχύτητα με την οποία γίνονται οι αλλαγές και οι βελτιώσεις είναι μικρότερη από την ταχύτητα με την οποία εμφανίζονται νέα προβλήματα. Μετά από περιόδους μεγάλων επενδύσεων έχουμε διαστήματα ανακούφισης, αμέσως μετά όμως έρχεται κατά κανόνα νέα επιδείνωση. Και σήμερα βλέπουμε να ανοίγεται ένας νέος κύκλος δυσκολιών που κατά κάποιο τρόπο επισπεύδονται λόγω των νέων υποδομών, επειδή οι τελευταίες δεν εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο σχεδιασμό. Πιο συγκεκριμένα, με το αεροδρόμιο μπορούμε να προβλέψουμε -διαγράφεται ήδη- μια εξαιρετικά ταχεία επέκταση της οικοδομημένης περιοχής στην πεδιάδα των Μεσογείων. Δηλαδή, προβλέπεται μια νέα ζώνη κερδοσκοπίας στη γη και συμφόρησης, καθώς και μια διάχυτη οικοδόμηση που οδηγεί σε σπατάλη ενέργειας (και μάλιστα σε εποχή επερχόμενης ενεργειακής κρίσης) και συντελεί στη ρύπανση, την υποβάθμιση και σε σημαντικά άλλα κοινωνικά κόστη. Η λογική παραγωγής και αναπαραγωγής των προβλημάτων παραμένει, επομένως, η ίδια.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.:</strong> Τίποτα δεν είχαμε προβλέψει; Και ο αυτοκινητόδρομος της Αττικής, η Αττική Οδός, ο δρόμος μέχρι το Λαύριο, η επέκταση του λιμανιού του;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.:</strong> Σύμφωνοι, υπάρχει ο αυτοκινητόδρομος της Αττικής, <a href="http://www.aodos.gr/homepageattiki.asp?catid=1480">η Αττική Οδός</a>. Αυτή είναι επίσης μια σημαντική πρόοδος, κυρίως ως επιτυχημένο παράδειγμα σύμπραξης δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, αυτός ο αυτοκινητόδρομος θα παρουσιάσει σύντομα συμφόρηση, γιατί όπως ξέρουμε από τη δεκαετία του ’50, η προσφορά στη δυνατότητα κυκλοφορίας προκαλεί νέα ζήτηση. Στην πραγματικότητα, όταν κατασκευάζουμε νέους σημαντικούς οδικούς άξονες, δεν προσαρμοζόμαστε, όπως νομίζεται,  στη ζήτηση, αλλά δημιουργούμε πρόσθετη ζήτηση, καθώς οι κυκλοφοριακές συμπεριφορές αλλάζουν ώστε να επωφελούνται από τις νέες αυτές δυνατότητες. Επομένως, κάθε δρόμος ή αυτοκινητόδρομος είναι, κατά κάποιο τρόπο, αργά ή γρήγορα, καταδικασμένος στη συμφόρηση, εάν η λειτουργία του δεν συνοδεύεται από μια σειρά άλλων παρεμβάσεων, όπως η παράλληλη παροχή δημόσιων μέσων συγκοινωνίας ή ο προσανατολισμός της δόμησης προς πόλους συγκέντρωσης. Σήμερα γίνεται ακριβώς το αντίθετο: αφ’ενός είναι η επέκταση διάχυτη και αφ’ετέρου υπάρχει καθυστέρηση ή και παντελής απουσία δημόσιων μέσων συγκοινωνίας, που έτσι κι αλλιώς είναι σχεδόν αδύνατον από οικονομική άποψη να λειτουργήσουν, υπό αυτές τις συνθήκες της διάχυτης οικοδόμησης. Έπρεπε να είχαμε προβλέψει πόλους, δευτερεύοντα κέντρα, εναλλακτικά δίκτυα κ.λπ.  Αυτά δεν έγιναν. Κατά συνέπεια, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι θα εμφανιστούν προβλήματα συμφόρησης.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.: </strong>Δηλαδή δεν μάθαμε το μάθημά μας;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.: </strong>Δεν είναι αυτό το θέμα. Αυτό που προσπάθησα να εξηγήσω στο βιβλίο μου είναι ότι υπάρχουν δομές, αιτίες πιο βαθειές. Η κατάσταση που ζούμε δεν οφείλεται σε έλλειψη γνώσεων των πολεοδόμων και των τεχνικών, γιατί ως ειδικοί κατ’αρχήν μπορούμε να προβλέψουμε τι πρόκειται να συμβεί. Αρχίζοντας από <a href="http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%94%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82">τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη</a>, οι Έλληνες πολεοδόμοι  και προέβλεψαν σωστά και προειδοποίησαν. Ανάμεσα όμως στο λόγο των ειδικών, την πολιτική πρακτική, τις συμπεριφορές των ψηφοφόρων και τα διάφορα πλέγματα  συμφερόντων που όχι μόνο ανθίστανται αλλά και διαθέτουν την πρωτοβουλία, τα σχέδια χάνονται. Όσο δεν καταφέρνουμε να «βραχυκυκλώσουμε» αυτά τα συμφέροντα, δεν πρέπει να ελπίζουμε να δούμε σχεδιασμό. Αυτό δεν γίνεται με το διάλογο. Είναι θέμα αντιπαράθεσης, διαμάχης ανάμεσα στις δυνάμεις που επιθυμούν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, την εξυγίανση του συστήματος και σε εκείνους τους πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες και τις πολιτιστικές δομές που διαμορφώνουν εξαιρετικά ισχυρά πλέγματα συμφερόντων, τα οποία αναστέλλουν, ανθίστανται και εμποδίζουν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για ένα γενικευμένο πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία. Πιστεύω ότι γίνονται προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς και οι δυσκολίες πολύ μεγάλες.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.:</strong> Σ’ αυτό το πλαίσιο, μ’ αυτά τα προβλήματα, τι είδους δόμηση θα δούμε;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.: </strong>Είναι αλήθεια ότι ο απολογισμός δεν είναι ποτέ εντελώς αρνητικός. Υπάρχουν βελτιώσεις. Το παλαιό κέντρο της Αθήνας έχει αποκατασταθεί, τα κτίρια του 19ου αιώνα έχουν προστατευθεί και γίνονται επενδύσεις σε συνοικίες της Αθήνας, οι οποίες στο παρελθόν είχαν υποβαθμιστεί. Εκεί που κυρίως παρατηρείται μεγάλη αλλαγή είναι στο χώρο ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Είναι ιστορικά η πρώτη και παλαιότερη βιομηχανική περιοχή στην Ελλάδα, με συνέπεια τις πολύ υποβαθμισμένες βιομηχανικές εκτάσεις της. Ταυτόχρονα παρουσιάζει πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα και μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά δεν μπορούσε να αναπτυχθεί στο παρελθόν, γιατί σε αυτή τη ζώνη επικρατούσε η παλαιά βιομηχανία και την κατοικούσαν υποβαθμισμένες κοινωνικές ομάδες, μετανάστες, κ.λπ. Υπήρχε λοιπόν ένα είδος προσκόμματος με έντονη κοινωνική διάσταση. <a href="http://www.minenv.gr/1/13/131/13101/g1310101.html">Η πολιτική την οποία εφάρμοσε</a> το υπουργείο Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων τα προηγούμενα χρόνια τείνει να καταργήσει αυτό το εμπόδιο και ανοίγει το δρόμο για την εκμετάλλευση αυτής της ζώνης από τις δυνάμεις της αγοράς.</p>
<p><code><br /></code>Τα πράγματα αλλάζουν, το τοπίο βελτιώνεται. Ταυτόχρονα, όμως, μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στο μέτρο που, την ίδια στιγμή, πρόκειται για μια κοινωνική μεταβολή, για την εισβολή μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας σε μια παραδοσιακή συνοικία. Μπορούμε να προβλέψουμε ότι σ’ ένα σχετικά εγγύς μέλλον σε αυτή την εξαιρετική τοποθεσία –με θέα στην Ακρόπολη- θα εγκατασταθούν κοσμοπολίτες, πολύ πλούσιοι Έλληνες ή ξένοι. Θα βελτιωθεί το τοπίο, ταυτόχρονα, όμως, θα αποβληθεί ένας ολόκληρος πληθυσμός. Δεν είναι πρόβλημα μόνο της Αθήνας, είναι ένα πρόβλημα που συναντήσαμε και στο Παρίσι, στη διάρκεια των μεγάλων χωροταξικών διευθετήσεων της δεκαετίας του 1960. Είναι ένα πρόβλημα που ούτε στο Παρίσι αντιμετωπίστηκε πλήρως, γιατί δεν μπορούμε με την πολεοδομία να υποκαταστήσουμε τις δυνάμεις της αγοράς ή να αντιταχθούμε πλήρως σ’ αυτές. Στην παρισινή περίπτωση, όμως, έγινε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η κοινωνική πολυπλοκότητα, να διασωθεί κάπως ο κοινωνικός πλούτος που συμβάλλει στον πολιτιστικό πλούτο. Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι το συμπέρασμα δεν είναι ξεκάθαρο. Παράλληλα με τις θετικές εξελίξεις σε ό,τι αφορά το τοπίο, υπάρχουν και αρνητικές, σε σχέση με την κοινωνική σύνθεση και τις πολιτισμικές διαστάσεις.</p>
<p><code><br /></code>Δεν πρέπει, τέλος, να ξεχνάμε ότι υπάρχει ένας τεράστιος πλούτος στην περιοχή της Αθήνας, όχι μόνο λόγω του τοπίου αλλά και λόγω της ιστορίας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου αναζητούμε σύμβολα, αναζητούμε ινδάλματα, τα μετατρέπουμε σε εμπορικές αξίες. Από αυτή την άποψη, η περίπτωση της Αθήνας είναι μοναδική στον κόσμο. Από τη στιγμή που καταργούμε τα εμπόδια, μεταξύ άλλων τα αδύναμα στοιχεία της κοινωνίας, εισβάλλουν οι δυνάμεις της αγοράς και βελτιώνουν, φαινομενικά, την ποιότητα των κατοικιών, της πολεοδομικής οργάνωσης, του τοπίου, των υπηρεσιών. Εκεί που είχαμε βιομηχανικές εκτάσεις και κατοικίες έντονα υποβαθμισμένες, βρίσκουμε σήμερα μουσεία, πολιτιστικούς χώρους και σε λίγο θα βρούμε πολυτελείς κατοικίες. Η εικόνα, το τοπίο, μοιάζουν βελτιωμένα. Σε ό,τι αφορά την ψυχή της πόλης, το πνεύμα της πόλης, υπάρχουν ερωτήματα: οι συνοικίες αυτές θα καταληφθούν από ανθρώπους  χωρίς βαθύ δεσμό με την πόλη, που έρχονται επειδή τους ελκύει η εμπορική αξία της εικόνας, του συμβόλου, επειδή αγοράζουν σε τελευταία ανάλυση τη δυνατότητα να περνούν καλοκαιρινές νύχτες κοιτάζοντας την Ακρόπολη από το μπαλκόνι τους και να επιδεικνύουν την «πολυτέλεια» αυτή στους διεθνείς προσκεκλημένους τους.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.: </strong>Εάν θέλουμε λοιπόν να δώσουμε μια πολιτιστική ή πολιτική ψυχή σε μια πόλη σαν την Αθήνα, δεν πρέπει ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τρόπους διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης με τους κατοίκους της, αντί να αφήσουμε τους νόμους της αγοράς να εγκατασταθούν με περισσότερες υποδομές;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.:</strong>Η ανάλυσή μου ξεκινά ακριβώς από τη διαπίστωση ότι οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια εναλλακτική λύση είναι εξαιρετικά ανίσχυρες στην Αθήνα. Αυτή η αδυναμία συνδέεται με τη νεότητα της πόλης, γιατί, αντίθετα με ό, τι πιστεύουμε, η πόλη της Αθήνας είναι πολύ καινούργια. Ο πληθυσμός της είναι πολύ νέος, με την έννοια ότι ήρθε πρόσφατα, δεν έχει βαθειές ρίζες. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αθήνας είναι πρώτη ή δεύτερη γενιά. Η Αθήνα είναι το αποτέλεσμα μιας αστικοποίησης εξαιρετικά ταχύρρυθμης, χωρίς το βάθος χρόνου που επιτρέπει να δημιουργηθούν ρίζες, όπως επίσης να αναπτυχθεί μια προσέγγιση πίστης, ιδιοποίησης και συναίσθησης ότι ο χώρος, ανεξάρτητα αν είναι πόλη, χωριό ή περιοχή, ανήκει στους κατοίκους του. Είναι ένα φαινόμενο που συνδέεται με την εξέλιξη αυτής της περιοχής του κόσμου: τα Βαλκάνια των δύο τελευταίων αιώνων. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών λόγω των πολέμων, της ανταλλαγής πληθυσμών, των εθνικών εκκαθαρίσεων, υπήρξαν καθοριστικές. Λείπουν, επομένως, οι ισχυροί δεσμοί μεταξύ κοινωνίας, πληθυσμού και χώρου, δεσμοί που υπάρχουν στη δυτική Ευρώπη και δίνουν στις πόλεις της την ικανότητα να ανθίσταται στις διάφορες μόδες, τις διάφορες μετακινήσεις, τις διάφορες δυνάμεις της αγοράς. Από τη μια πλευρά, δεν υπάρχει αυτό το βάθος της ιστορίας, από την άλλη, η Αθήνα, που αποτελεί ένα μύθο για τη Δύση και για την ανθρωπότητα, εκτίθεται σε πιέσεις εξαιρετικά ισχυρές. Βρίσκεται, λοιπόν, ανάμεσα σε δυο ασταθείς παράγοντες : αφενός είναι μια πόλη που την εποφθαλμιούν όλο και περισσότερο σε διεθνές επίπεδο και αφετέρου οι εσωτερικές της δυνάμεις αντίστασης δεν επαρκούν.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.: </strong>Στο βιβλίο σας, προτείνετε η Αθήνα να γίνει μια ανοιχτή πόλη, σταυροδρόμι των πολιτισμών και πρωτοπορία στην έρευνα. Έτσι θα μπορούσε να αντλήσει από μια πιο ευρεία ανάγνωση των ποικίλλων δυνάμεων του ελληνισμού και να δεσμεύσει τη διασπορά να συμμετάσχει σε μια ανανέωση της ταυτότητας της Αθήνας, προωθώντας ταυτόχρονα την Ελλάδα στα κανάλια της παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται για μια ‘δυνατή’ εικονογραφία για την Αθήνα και την Ελλάδα;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.:</strong> Η ανάλυσή μου με οδηγεί στη διαπίστωση ότι, εάν η Αθήνα συνεχίσει όπως τώρα, δεν θα έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί την παγκοσμιοποίηση και να προσαρμοστεί με αποτελεσματικό τρόπο. Κινδυνεύει να σωρεύσει όλες τις αρνητικές πλευρές της παγκοσμιοποίησης χωρίς τις θετικές της. Το γεγονός ότι είναι μια πόλη που την εποφθαλμιούν μπορεί επίσης να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Αλλά αυτό προϋποθέτει ένα πολιτικό και κοινωνικό παράγοντα ικανό να αδράξει τις ευκαιρίες και να αντισταθεί στις προσπάθειες εκμετάλλευσης. Αυτός ο παράγων, νομίζω, δεν μπορεί να είναι η αθηναϊκή κοινωνία, καθώς δεν έχει ρίζες στην πόλη. Πρέπει να κοιτάξουμε αλλού. Αυτό το αλλού μπορεί να προκύψει από μια έκκληση σε διεθνές επίπεδο σε όλους όσοι έχουν ισχυρές πολιτισμικές ευαισθησίες και μπορούν να αντιληφθούν την Αθήνα ως σύμβολο, ως μύθο. Αυτό το σκεπτικό με οδηγεί στη διασπορά, η οποία αποτελεί μια ελληνική παρουσία πιο ευαισθητοποιημένη στα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης. Είναι ποικίλη: υπάρχουν διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, αλλά και απλοί άνθρωποι που, μέσα από το τραύμα της μετανάστευσης, έχουν συχνά πρόβλημα ταυτότητας. Μπορούμε λοιπόν να κάνουμε έκκληση σε ορισμένα στοιχεία αυτής της διασποράς.</p>
<p><code><br /></code>Ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο που υπόσχεται πολλά: η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ε.Ε. έχει τώρα ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα. Δεν είναι τόσο πολιτικό ή οικονομικό, αλλά συμβολικό. Είναι ένα έλλειμμα εικονογραφικό. Η Ε.Ε. αναζητεί την ταυτότητά της. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην υπάρχουσα ισχυρή εθνική συμβολική, που εμποδίζει την ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Από την άλλη πλευρά, έχουμε το δημόσιο διάλογο για τα σύνορα της Ευρώπης. Ο διάλογος αυτός δείχνει πόσο αδαείς είμαστε να ορίσουμε την ταυτότητα της Ευρώπης. Τα δυο αυτά θέματα συνδέονται στενά: το σύνορο ορίζει το χώρο και ο χώρος συνδέεται με την ταυτότητα. Εάν μπορούσαμε να απαντήσουμε στην ερώτηση «ποιός είναι Ευρωπαίος», θα μπορούσαμε να απαντήσουμε και στην ερώτηση «μέχρι πού μπορεί να επεκταθεί η Ευρώπη». Αυτό το μεγάλο συμβολικό έλλειμμα δεν μπορεί να καλυφθεί με λόγια, έχει ανάγκη από πιό απτά στοιχεία, έχει ανάγκη αυτό που ονομάζουμε στη Γεωπολιτική εικονογραφίες. Η Αθήνα είναι πηγή τέτοιων εικόνων. Για το λόγο αυτό αποτελεί ένα θησαυρό για την Ευρώπη και το ευρωπαϊκό σχέδιο. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να σώσει, κατά κάποιο τρόπο, την Αθήνα από τον ίδιο τον εαυτό της. Αυτό όμως προϋποθέτει η Ευρώπη να αποκτήσει συνείδηση του κεφαλαίου « Αθήνα» &#8211; όπως είχε πράξει στο παρελθόν, συγκεκριμένα τον 19ο αιώνα- και να καταλάβει σε ποιο βαθμό, στη σημερινή συγκυρία, αυτό το κεφάλαιο μπορεί να είναι χρήσιμο. Από την πλευρά της, η ελληνική κοινωνία, η αθηναϊκή κοινωνία, πρέπει να δεχτεί μια ευρωπαϊκή παρέμβαση στις υποθέσεις της πόλης, να δεχτεί να εγκαταλείψει το μονοπώλιο που διαθέτει σήμερα στη διαχείριση της Αθήνας. Μια τέτοια παρέμβαση συνεπάγεται έναν αγώνα ενάντια σε πλέγματα συμφερόντων που θα ζημιωθούν από αυτή τη διαδικασία, όπως είναι οι παράγοντες που συνδέονται με μια ευτελή, χαμηλού επιπέδου, κερδοσκοπία στη γη, οι οποίοι δεν θα υποχωρήσουν εύκολα και ενδέχεται να στραφούν σε ένα λόγο ξενοφοβικό, εθνικιστικό κ.λ.π.</p>
<p><code><br /></code>Συνολικά, η αθηναϊκή κοινωνία θα χάσει σχετικά λίγα και θα κερδίσει πολλά.  Δεν είναι εύκολο, θέτει πολύ σοβαρά  πολιτικά προβλήματα, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το αντιμετωπίσει κανείς, γιατί αυτή τη στιγμή χάνουμε και καταστρέφουμε έναν πραγματικό θησαυρό για την ανθρωπότητα, για την Ευρώπη και, φυσικά, για την Ελλάδα.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.: </strong>Εάν μια ‘περιπέτεια’ είναι πάντοτε πιθανή για την Αθήνα, πώς θα μπορούσαν οι Αθηναίοι να την ιδιοποιηθούν;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.:</strong> Για την Αθήνα, όπως και για την Ελλάδα, μια περιπέτεια, μια αντιστροφή της τύχης, μπορεί να συμβεί μετά από ένα τράνταγμα, ένα «σοκ». Σήμερα βρισκόμαστε σε μια καμπή, χωρίς σοκ, χωρίς καταστροφές, χωρίς κανένα στοιχείο που να προκαλέσει κάποια αφύπνιση. Ζούμε τα προβλήματα μέρα με τη μέρα, βιώνουμε μια σταδιακή, σχεδόν ανεπαίσθητη, υποβάθμιση των συνθηκών ζωής και εργασίας. Δεν υπάρχει το σοκ που θα προκαλούσε συνειδητοποίηση και αντίδραση. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να προβλέψουμε, ούτε καν να ελπίσουμε, γιατί σε τελική ανάλυση ένα σοκ είναι επώδυνο. Απλώς, η ιστορική παρατήρηση μας λέει πως στην ιστορία υπάρχουν περιπέτειες.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.:</strong> Με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, μπορούμε να μιλήσουμε για ηλεκτροσόκ;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.: </strong>Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι πράγματι ένα γεγονός ενδιαφέρον, αλλά εντελώς ανεπαρκές για αυτού του είδους τη συνειδητοποίηση. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποκαλύπτουν μια συλλογική ψυχολογία και, ειδικότερα, μια στάση απέναντι στο χώρο. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έδειξαν τη δυσκολία μιας μεσογειακής κοινωνίας σαν τη δική μας να προγραμματίσει έγκαιρα τις απαραίτητες παρεμβάσεις, αλλά ταυτόχρονα την ικανότητά της να αυτοσχεδιάσει. Γι’ αυτό και η επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια τεράστια έκπληξη για τη διεθνή κοινότητα. Η έλλειψη οργάνωσης, προγραμματισμού, σχεδιασμού κατά τη διάρκεια των ετών και των μηνών που προηγήθηκαν του γεγονότος προμήνυε μια αποτυχία. Γιατί; Επειδή οι Έλληνες αφήνουν τα πράγματα για την τελευταία στιγμή. Ταυτόχρονα, καθώς αυτή η έλλειψη σχεδιασμού έχει γίνει συνήθεια, έχουμε μάθει να κινητοποιούμαστε ακριβώς την τελευταία στιγμή. Εάν, για παράδειγμα, μια άλλη κοινωνία, γερμανική, γαλλική, καναδική ή αμερικανική, αναλάμβανε τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην κατάσταση που ήταν λίγους μήνες πριν από τους αγώνες, πιστεύω πως θα είχε περιέλθει σε  απόγνωση.</p>
<p><code><br /></code>Μπορούμε να κάνουμε μια πρώτη διαπίστωση: η έλλειψη σχεδιασμού αντισταθμίστηκε από την ικανότητα για μια πολύ αποτελεσματική κινητοποίηση της τελευταίας στιγμής. Αυτή η ικανότητα αποτελεί μια προϋπόθεση απαραίτητη- διαφορετικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα είχαν αποτύχει- αλλά όχι επαρκή. Μια άλλη προϋπόθεση είναι να υπάρχει η βούληση, πράγμα που μας οδηγεί σε μια άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Το κίνητρο για την ελληνική και την αθηναϊκή κοινωνία να κάνει αυτή την δύσκολη προσπάθεια συνδέεται με την εικόνα προς τα έξω. Οι εξαιρετικά αρνητικές κριτικές και η ειρωνεία που κυριάρχησε στο διεθνή Τύπο προκάλεσαν μια αντίδραση πολύ μεσογειακή, πολύ «ανθρωπολογική», την οποία εξηγούν οι αναλύσεις των ανθρωπολόγων της δεκαετίας του πενήντα για τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές των μεσογειακών χωρών, ιδιαίτερα των ελληνικών. Αυτές οι μελέτες έδειξαν ότι στις κοινωνίες των χωρών όπου το κοινωνικό κύτταρο είναι η οικογένεια, το σπίτι, η εικόνα που δίνεται προς τα έξω αποτελεί αντικείμενο ανταγωνισμού ανάμεσα στις διάφορες οικογένειες. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να χάσεις την υπόληψή σου, το πραγματικό κοινωνικό κεφάλαιο είναι αυτή η εικόνα. Όταν, λοιπόν, λίγους μήνες πριν τους αγώνες, οι Έλληνες κατάλαβαν ότι διακινδύνευαν την υπόληψή τους, οι Αγώνες λειτούργησαν ως κινητήρια δύναμη.</p>
<p><code><br /></code>Υπάρχει άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο που αφορά τη συλλογική ψυχολογία απέναντι στη διαχείριση του χώρου. Στις μεσογειακές κοινωνίες μας, οι αντιλήψεις και οι συμπεριφορές σε σχέση με το χρόνο είναι πολύ διαφορετικές από ό, τι στις δυτικές κοινωνίες. Στις δυτικές κοινωνίες, οι προθεσμίες έχουν πραγματική αξία. Στις μεσογειακές κοινωνίες, οι προθεσμίες δεν έχουν καμία αξία. Κανείς δεν τις παίρνει στα σοβαρά. Το μεγάλο πλεονέκτημα των Αγώνων είναι ότι έχουν  συγκεκριμένη προθεσμία. Δηλαδή, ούτε καν οι Μεσόγειοι δεν μπορούν να πουν: δεν βαριέσαι, θα τελειώσουμε τις υποδομές ένα μήνα μετά τους Αγώνες. Είναι μια προθεσμία αξιόπιστη, με χειροπιαστή αξιοπιστία. Η «άϋλη» αξιοπιστία, όπως λειτουργεί στη Δύση, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες επιτρέπουν να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις πολύ χρήσιμες, τόσο για την Ελλάδα όσο και για τη θεωρία της πολεοδομίας και του προγραμματισμού: ότι πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπ’όψη τους πολιτισμικούς παράγοντες, σε αντίθεση με τη θεωρία της τεχνοκρατικής πολεοδομίας, σύμφωνα με την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ίδιες διαδικασίες, τα ίδια εργαλεία, σε οποιαδήποτε κοινωνία.  Ωστόσο, οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν συνιστούν ένα γεγονός επαρκούς βάθους και σημασίας. Είναι μια μεγάλη γιορτή, ανανεώνουν τις υποδομές, αλλά από εκεί και πέρα η ζωή τραβά το δρόμο της, οι ολυμπιακές τοποθεσίες εγκαταλείπονται και υποβαθμίζονται.</p>
<p><code><br /></code>Ο λόγος που γίνομαι τόσο κριτικός είναι διότι αυτή η χώρα και η πρωτεύουσά της διαθέτουν πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα και πόρους, καθώς και πολύ μεγάλο πολιτισμικό και κοινωνικό πλούτο. Είναι ένας πλούτος που έρχεται από τα κάτω. Κατά κάποιο τρόπο, μοιάζει να είναι σε αντίθεση με την επίσημη πολεοδομία. Είναι αυτό που αποκάλεσα <a href="http://www.diaspora.gr/book2.asp?ID=20268">σε ένα βιβλίο μου για τα Βαλκάνια</a> «εκδίκηση της ανατολίτικης πόλης». Η εκδίκησή της μοιάζει μερικές φορές με μια έκρηξη που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και επαναλαμβάνεται με διαφορετικές μορφές. Για να δώσω ένα παράδειγμα: το τέλος του ψυχρού πολέμου προκάλεσε μαζική έλευση προσφύγων και μεταναστών, κυρίως αυτών που αποκαλούμε Έλληνες του Πόντου, Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ. Μη μπορώντας να εκποιήσουν την περιουσία τους και να μεταφέρουν το αντίτιμο στην Ελλάδα, βρήκαν &#8211; με τη «συνενοχή» των ελληνικών αρχών-τον τρόπο να αγοράζουν προϊόντα στην πρώην ΕΣΣΔ, να τα εισάγουν στην Ελλάδα ως οικοσκευή, δηλαδή  ως αντικείμενα που ανήκουν στη οικογένεια και εισάγονται ατελώς κατά την μετοικεσία, και να τα πωλούν σε εντελώς χαοτικές λαϊκές αγορές. Για αρκετά χρόνια είχαμε αυτές τις ποντιακές αγορές σε διάφορες συνοικίες, και κυρίως στο Μοναστηράκι, που μας έδιναν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε στο παζάρι μιας ανατολίτικης πόλης. Βρισκόμασταν σε ένα χώρο με πολιτισμική ποικιλία, πλημμυρισμένο από ανθρώπους που έφερναν κάποια ανανέωση. Τώρα αυτές οι δραστηριότητες τελείωσαν, οι μετανάστες πούλησαν ό, τι είχαν να πουλήσουν. Έχουμε, αντίθετα, μια συνεχή έλευση μεταναστών από άλλους χώρους στην Αθήνα, που φέρνουν τα αρώματα και τα χρώματα ενός κόσμου ακόμη πιο ανατολίτικου. Είναι στοιχεία που επιτρέπουν κάπως την καταπολέμηση αυτού του οδοστρωτήρα, που είναι η κερδοσκοπία της γης και που ακολουθεί τους κανόνες του χρήματος και της αγοράς.</p>
<p><code><br /></code><strong>Κ.Κ.:</strong> Πώς μπορεί ένας πολεοδόμος να χρησιμοποιήσει τον πλούτο και την πολιτισμική ποικιλία που φέρνουν αυτά τα στοιχεία;</p>
<p><code><br /></code><strong>Γ.Π.:</strong>Δεν είναι θέμα πολεοδομίας γιατί αυτές οι δυνάμεις που έρχονται, στην πραγματικότητα μάχονται εκείνη την πολεοδομία που είναι προσαρμοσμένη στις δυνάμεις της αγοράς ή που λειτουργεί σε ένα επίπεδο ουτοπίας και απόστασης από τις πραγματικές δυνάμεις της αγοράς και της πόλης. Είναι μια μορφή αντίστασης. Είναι κύματα που εξαντλούνται, αφήνοντας όμως  ένα κατάλοιπο. Κάθε κύμα φέρνει μια νέα στρώση, δίνοντας  πραγματικό πλούτο σε όλες αυτές τις πόλεις. Πρόκειται γι αυτό που, στην πραγματικότητα, χαρακτηρίζει τις πόλεις: η πολυπλοκότητα και η ποικιλία της μνήμης και της ανάμνησης. Είναι φαινόμενα μακράς διάρκειας. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι σε μία ή σε δύο δεκαετίες η κατάσταση θα έχει μεταβληθεί από αυτές τις διαδοχικές στρώσεις. Μπορούμε να χαρούμε, μπορούμε να εκτιμήσουμε την ατμόσφαιρα, μπορούμε να συμμετάσχουμε, μπορούμε να ζήσουμε στιγμές αγαλλίασης με αυτή την εισβολή ατίθασων στοιχείων, δεν μπορούν όμως αυτά τα φαινόμενα να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα της πόλης. Η ανάγκη ενός συνειδητού παίκτη είναι θεμελιακή. Είναι απαραίτητο να υπάρξει ένα πολιτικός παράγων ικανός να εκπροσωπήσει το συλλογικό αγαθό, ένα αγαθό που μπορεί να υπερβεί τους κατοίκους και να υπηρετήσει πιο μακροπρόθεσμα την ψυχή της πόλης, το δυναμικό της, προσπαθώντας να το σώσει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουμε ανάγκη να ανοιχτούμε, να βγούμε από την ελληνική εθνική ή εθνικιστική λογική που θεωρεί ότι διαθέτει τη μονοπωλιακή ιδιοποίηση αυτού που συμβολίζει αυτός ο χώρος. Πρέπει να σταματήσουμε να εκποιούμε τους πολιτισμικούς μας θησαυρούς έναντι του πινακίου φακής της οικοπεδοποίησης, της αντιπαροχής, της πελατειακής πολιτικής που υπηρετεί τα μικροσυμφέροντα έναντι ψήφων. Να δώσουμε την Αθήνα στην Ευρώπη και τον κόσμο, ζητώντας παράλληλα τη συμβολή του για να σώσουμε την Αθήνα από τον εαυτό της. </p>
<p><code><br /></code>Διαβάστε ακόμα</p>
<p><code><br /></code><a href="http://www.doxiadis.org/page/default.asp?la=1&#038;id=18">Η πόλη του μέλλοντος (στα Αγγλικά)</a></p>
<p><code><br /></code><a href="http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&#038;f=12429&#038;m=S10&#038;aa=1">Ελληνικό παζλ</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=65</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Giovanni Allegretti &#8211; Συμμετοχικός προϋπολογισμός: Αποφάσεις των πολιτών στον ‘πυρήνα’ της εξουσίας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=49</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=49#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 10 Aug 2006 10:50:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε ροή]]></category>
		<category><![CDATA[πρόσφατα άρθρα]]></category>
		<category><![CDATA[giovanni allegretti]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχικός προϋπολογισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=49</guid>
		<description><![CDATA[Στη βάση τους, οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί στρέφουν τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό στους πολίτες που δέχονται την επίδρασή τους, δημιουργώντας δημόσια πεδία όπου οι πολίτες μπορούν να συζητούν και να ιεραρχούν όλες τις προτεραιότητες της πόλης (σπάνιο) ή να επιλέγουν κάποιες νέες επενδύσεις που επιδρούν σε ένα (μεγαλύτερο ή μικρότερο) ποσοστό του δημοτικού προϋπολογισμού. Οι [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/uploads/alegreti.jpg"/></td>
<td>
<p class="MsoNormal">
Στη βάση τους, οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί στρέφουν τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό στους πολίτες που δέχονται την επίδρασή τους, δημιουργώντας δημόσια πεδία όπου οι πολίτες μπορούν να συζητούν και να ιεραρχούν όλες τις προτεραιότητες της πόλης (σπάνιο) ή να επιλέγουν κάποιες νέες επενδύσεις που επιδρούν σε ένα (μεγαλύτερο ή μικρότερο) ποσοστό του δημοτικού προϋπολογισμού. Οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί, όμως, μπορούν να έχουν μέλλον μόνο εάν προχωρήσουν πέρα από έναν ‘μινιμαλιστικό’ τυπικό ορισμό και μπορέσουν να αντιμετωπίσουν μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις, λέει ο Giovani Allegretti.
</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-49"></span></p>
<hr />
<p><code><br /></code>Ο λεγόμενος ‘Συμμετοχικός Προϋπολογισμός’ (PB), που αποτελεί αντικείμενο πειραμάτων σε περισσότερες από 80 πόλεις στην Ευρώπη (και πρόσφατα στον Καναδά) είναι μια από τις πιθανές απαντήσεις στην αυξανόμενη αίσθηση πολιτικής δυσαρέσκειας που έπληξε τις δυτικές δημοκρατίες από τις αρχές της δεκαετίας του’90, και που στα συμπτώματά της συγκαταλέγονται οι ολιγάριθμες προεκλογικές συγκεντρώσεις, οι πτωτικοί αριθμοί των κομματικών μελών και η αυξανόμενη αποξένωση μεταξύ πολιτικών και πολιτών.</p>
<p><code><br /></code>Την ώρα που η επικράτηση μιας νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας είχε ως αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιωτικοποίηση, την κατάργηση των κανονισμών και τις δυνάμεις της αγοράς, ορισμένες τοπικές κυβερνήσεις (θεωρώντας καθήκον τους να αποτελούν προνομιακό χώρο για ‘πειραματισμό’ σε νέα μονοπάτια) προσπάθησαν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των πολιτών, τις πιέσεις του ανταγωνισμού και την ανάγκη μιας γραφειοκρατικής μεταρρύθμισης, αυξάνοντας τη συμμετοχή των πολιτών στη διακυβέρνηση.</p>
<p><code><br /></code><em><strong>Μια απόπειρα ορισμού</strong></em></p>
<p><code><br /></code>Ο ορισμός του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού δεν είναι εύκολο έργο, καθώς οι διάφορες κατηγορίες πειραμάτων καθιστούν περισσότερο περίπλοκη και εμπλουτιστική την πιο γνωστή πηγή έμπνευσής του: την εμπειρία της βραζιλιάνικης πόλης <a href="http://www2.portoalegre.rs.gov.br/op/">του Πόρτο Αλέγκρε</a>, που το 1989 βελτίωσε και επέκτεινε σε μητροπολιτική κλίμακα ορισμένες ‘απόπειρες’ που έγιναν σε άλλες μικρές πόλεις της Βραζιλίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ΄80.</p>
<p><code><br /></code>Στη βάση τους, οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί στρέφουν τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό στους πολίτες που δέχονται την επίδρασή τους, δημιουργώντας δημόσια πεδία όπου οι πολίτες μπορούν να συζητούν και να ιεραρχούν όλες τις προτεραιότητες της πόλης (σπάνιο) ή να επιλέγουν κάποιες νέες επενδύσεις που επιδρούν σε ένα (μεγαλύτερο ή μικρότερο) ποσοστό του δημοτικού προϋπολογισμού. Έτσι, ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός είναι μια διαδικασία δημοκρατικής διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων, στην οποία οι (όχι αναγκαστικά ενταγμένοι εκ των προτέρων σε οργανώσεις) κάτοικοι της πόλης αποφασίζουν πώς να διαθέσουν μέρος του δημόσιου προϋπολογισμού, μέσα από συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο, όπως τοπικές συνελεύσεις, εργαστήρια, προγραμματικές συσκέψεις κι ένα ευρύ φάσμα άλλων συμβάντων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρέχονται επίσης ‘ψυχρά’ εργαλεία λήψης αποφάσεων (χρήση ΙΤ ή δημοψηφίσματα), προκειμένου να συμπεριληφθεί σε αυτές ο πληθυσμός που συνήθως δεν συμμετέχει: αποτυγχάνουν όμως στις περιπτώσεις που ο ‘κεντρικός’ έλεγχος είναι μεγάλος.  Στην πραγματικότητα, η πρωταρχική σημασία του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού είναι ότι ‘τροφοδοτεί’ τον δημόσιο διάλογο και τις διαδικασίες διαβούλευσης μεταξύ πολιτών, παρακινώντας τους να ανταλλάξουν τις απόψεις τους μέσω ανοιχτών αντιπαραθέσεων, όπου μπορούν να ακούσουν και να υιοθετήσουν απόψεις που διαφέρουν από τις αρχικές τους.</p>
<p><code><br /></code>Οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί έχουν συνήθως ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: μέσα από έναν ετήσιο προκαθορισμένο ‘κύκλο’ γεγονότων, τα μέλη της κοινότητας εντοπίζουν τις προτεραιότητες των δαπανών και εκλέγουν αντιπροσώπους για τον προϋπολογισμό για να εκπροσωπήσουν τις γειτονιές τους (ειδικά στις μεγάλες πόλεις, όπου η άμεση σχέση μεταξύ συνελεύσεων και πολιτικών δεν είναι αρκετή για την εμβάθυνση των υπό συζήτηση θεμάτων, λόγω των μεγάλων αριθμών συμμετεχόντων). Έπειτα, οι αντιπρόσωποι για τον προϋπολογισμό μετατρέπουν τις κοινοτικές προτεραιότητες σε συγκεκριμένες προτάσεις σχεδίων, οι δημόσιοι υπάλληλοι διευκολύνουν και παρέχουν τεχνική βοήθεια (εκτιμώντας πόσο εφικτά είναι τα προτεινόμενα σχέδια), τα μέλη της κοινότητας ψηφίζουν ποια σχέδια θα χρηματοδοτηθούν και η δημόσια αρχή τυπικά εγκρίνει και εκτελεί τα σχέδια ( μετατρέποντας έτσι ένα γνωμοδοτικό εργαλείο σε εργαλείο διαβούλευσης. )</p>
<p><code><br /></code>Ακολουθώντας αυτόν τον ‘περιεκτικό’ ορισμό, οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί έχουν εξαπλωθεί σε εκατοντάδες πόλεις της Λατινικής Αμερικής και αποτελούν αντικείμενο ορισμένων ‘πειραμάτων’ στην Ασία και την Αφρική. Στο δυτικό πλαίσιο, τα πρώτα παραδείγματα στις αρχές του 21ου αιώνα έδειξαν την ανάγκη επέκτασης αυτού του ορισμού, καθώς περιόρισαν την εφαρμογή  αυτών των αρχών σε ‘περιορισμένα δοκιμαστικά παραδείγματα’ που αφορούν περιφερειακούς ή θεματικούς προϋπολογισμούς (όπως προϋπολογισμούς για σχολεία ή κατοικίες). Τους συγχώνευσαν επίσης με άλλες συμμετοχικές διαδικασίες που έχουν να κάνουν με στρατηγικό και μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό ή με προϋπολογισμούς συνεταιρισμών και μη κερδοσκοπικών οργανώσεων.</p>
<p><code><br /></code><em><strong>Περιφερειακές διαφορές σε ευρωπαϊκούς συμμετοχικούς προϋπολογισμούς</strong></em></p>
<p><code><br /></code>Αυτές οι δυσκολίες στον ορισμό των χαρακτηριστικών των Συμμετοχικών Προϋπολογισμών αποκαλύπτουν σαφώς την ‘αυξητική’ και ‘προσαρμοστική’ φύση τους που έχει μέχρι στιγμής εγγυηθεί την επιτυχία τοπικών πειραμάτων σε πολύ διαφορετικά μέρη, οδηγώντας συχνά (όπως διάφορες μελέτες πρότειναν) σε πιο δίκαιες δημόσιες δαπάνες, υψηλότερη ποιότητα ζωής, αυξανόμενη ικανοποίηση των βασικών αναγκών, μεγαλύτερη διαφάνεια και υπευθυνότητα στη διακυβέρνηση, αυξανόμενα επίπεδα δημόσιας συμμετοχής (ειδικά των περιθωριοποιημένων κατοίκων), και γνώση για  θέματα δημοκρατίας και υπηκοότητας.</p>
<p><code><br /></code>Τώρα που η ιδέα της λαϊκής συμμετοχής στη διαχείριση τοπικών προϋπολογισμών αναπτύσσεται με  ταχείς ρυθμούς  στην Ευρώπη, με τη ραγδαία εξάπλωση νέων εμπειριών κάθε χρόνο, που αγγίζουν συνολικά τις <a href="http://info.worldbank.org/etools/docs/library/232089/Cabannes.pdf">1000 σε όλο τον κόσμο</a>, είναι άραγε δυνατόν να εντοπιστούν κοινά χαρακτηριστικά και τάσεις στους ευρωπαϊκούς Συμμετοχικούς Προϋπολογισμούς που να τους διαφοροποιούν από εκείνους του νότιου κόσμου;</p>
<p><code><br /></code>Αναμφίβολα, οποιοσδήποτε παρατηρεί τους συμμετοχικούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπος με μια περίπλοκη εικόνα, που παρουσιάζει σημαντικές διαφορές μεταξύ των πολιτικών πλαισίων και των συμμετοχικών προτύπων. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για ένα μόνο φαινόμενο ή μήπως οι διάφοροι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί, παρά την κοινή ονομασία τους, αντανακλούν διαφορετικές διαδικασίες; Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να μεταμορφώσει τις πολιτικές και διοικητικές πρακτικές ή μήπως τα αποτελέσματά της είναι περιθωριακά; Μπορεί η συμμετοχική δημοκρατία να οδηγήσει σε μια επανα-νομιμοποίηση των πολιτικών συστημάτων και σε βελτιώσεις στις δομές των τοπικών διοικήσεων; Μπορεί να φέρει  ‘επαν-εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας’ και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, όπως στο Πόρτο Αλέγκρε ή κάποιες άλλες νοτιοαμερικανικές περιπτώσεις;  Αποτελεί εναλλακτική τάση στο κυρίαρχο ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού ή αντιθέτως είναι απλώς μια αντισταθμιστική διάσταση της αυξανόμενης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης;</p>
<p><code><br /></code>Σε αυτά τα ‘κεντρικά’ ερωτήματα, δεν μπορούν να υπάρξουν κοινές απαντήσεις. Πρώτα απ’ όλα επειδή οι ευρωπαϊκοί Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί είναι ακόμη καινούργιοι: Οι παλαιότεροι από αυτούς είναι εκείνοι της ‘πρώτης γερμανικής γενιάς’ (1999-2000) και κάποιων ισπανικών περιπτώσεων (<a href="http://www.ayuncordoba.es/portal/web/listaPDF.jsp?id=1545">όπως η Κόρδοβα</a>, το 2001), αλλά στη μεγάλη πλειονότητά τους ξεκίνησαν ανάμεσα στο 2003 και 2004 κι έτσι δεν είναι ακόμη δυνατόν να ‘εκτιμήσει’ κάποιος τα μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα και τη δομική επίδρασή τους στις πόλεις. Αλλά υπάρχει, επίσης, μια αιτία που συνδέεται με την έλλειψη μελετών αποτίμησης. Τα πανεπιστήμια μοιάζουν να έχουν ανακαλύψει τους Συμμετοχικούς Προϋπολογισμούς μονάχα τον τελευταίο χρόνο και οι τοπικές αρχές είχαν περιορισμένη δύναμη και προτίμησαν να επικεντρώσουν την ενέργειά τους σε ‘πειράματα’ παρά στη χρηματοδότηση ερευνών που θα μπορούσαν να ελέγξουν ή να αναλύσουν τα αποτελέσματα. Υπήρχε ίσως ακόμη ένας ‘φόβος’ που απέτρεπε τους πολιτικούς από το να εμπλακούν σε αναλύσεις για τα κόστη και τα οφέλη που είχαν οι απόπειρες για Συμμετοχικούς Προϋπολογισμούς: στην πραγματικότητα, οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής δείχνουν ότι τα κόστη είναι καθαρά και ορατά (σε όρους οργάνωσης, διεθνούς παραγωγής υλικών, ενέργειας και χρόνου που απαιτείται από τους πολίτες και τον δημόσιο μηχανισμό) ενώ τα οφέλη μπορούν να εκτιμηθούν μόνο σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική. Στην πραγματικότητα, πώς γίνεται η ύπαρξη περισσότερων αναδιανεμητικών πολιτικών για την πόλη, καθώς και η εκπαίδευση των πολιτών σε μια πιο ενεργή συμπεριφορά, επικεντρωμένη στην αλληλεγγύη και τη δέσμευση στα αστικά δικαιώματα,  να προσδιοριστούν ποσοτικά;</p>
<p><code><br /></code>Η περίπτωση της Σεβίλλης, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής πόλης που έχει υιοθετήσει τον Συμμετοχικό Προϋπολογισμό (700.000 κάτοικοι) είναι ενδεικτική. Η Σεβίλλη <a href="http://www.participacionciudadana.sevilla.org/PRESUPUESTOS/pdf/diptico_Jornadas2005.pdf">χρηματοδότησε τοπικά πανεπιστήμια</a> για συνεχή έλεγχο αυτής της εμπειρίας, γι’ αυτό και οργάνωσαν τον πιο ενδιαφέροντα Συμμετοχικό Προϋπολογισμό για παιδιά, με στόχο την εκπαίδευση των νέων γενιών σε μια κριτική προσέγγιση των αστικών πολιτικών. Από το ξεκίνημά του το 2004, ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός της Σεβίλλης βασίστηκε σε μια αυξητική και πειραματική προσέγγιση, που –αρχίζοντας από την ισχυρή δέσμευση των κομματικών μελών του <a href="http://www.izquierda-unida.es/federal/v4/portada.htm">Izquierda Unita</a> στο δημοτικό συμβούλιο- ‘κατέδειξε’ θετικά αποτελέσματα στην πόλη και τους πολίτες. Αυτά τα θετικά αποτελέσματα υπήρξαν  τόσο πειστικά που άλλα κόμματα του συνασπισμού με μεγαλύτερο σκεπτικισμό συμφώνησαν να αυξήσουν σταδιακά το ‘κονδύλι’ των δημοσίων πόρων που προοριζόταν για τις αποφάσεις των πολιτών και που αντιστοιχεί τώρα στο 25% των ανελαστικών δαπανών για επενδύσεις. Μια τέτοια προσέγγιση όμως (που μπορούμε να ονομάσουμε ερευνητική δράση) δεν είναι ακόμη κοινή. Στις περισσότερες πόλεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός θεωρείται ακόμη ως εργαλείο για την αναθεώρηση των μικρών δημόσιων δαπανών και των προτεραιοτήτων της γειτονιάς.</p>
<p><code><br /></code>Από αυτή την άποψη, είναι αρκετά ‘φυσικό’ που οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί έχουν να κάνουν μόνο με μικρά ποσά ή με περιθωριακά ζητήματα όπως η λιθόστρωση των δρόμων, οι κήποι της γειτονιάς, οι φωτεινοί σηματοδότες και άλλα παρόμοια, και δεν πάνε πιο μακριά. Από την ώρα που οι πολίτες αντιμετωπίζονται ως ‘υποκείμενα ανίκανα για στρατηγική σκέψη’, εξακολουθούν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως στενόμυαλους παίκτες και βρίσκουν ‘φυσικό’ οι εκλεγμένοι πολιτικοί να κρατούν τον ‘δομικό πυρήνα’ του προϋπολογισμού στα χέρια τους, αφού εξελέγησαν ως εγγυητές της αλληλεγγύης, της ισότιμης κατανομής των πόρων και του μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού…</p>
<p><code><br /></code>Κατά κάποιο τρόπο, για να έχουμε πιο αποτελεσματικούς Συμμετοχικούς Προϋπολογισμούς, χρειάζεται μια ριζική αλλαγή στον δυτικό κόσμο. Αυτή έχει να κάνει με την απελευθέρωση της ‘πίστης στην κοινωνική εξυπνάδα’, την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι μπορούν να υπερβούν τοπικούς εγωϊσμούς και εγωκεντρικές ανάγκες. Μια <a href="http://www.buergerhaushalt-europa.de/">πρόσφατη συγκριτική έρευνα</a> (η πρώτη και πιο σοβαρή στην Ευρώπη) υπό τον συντονισμό του <a href="http://www.cmb.hu-berlin.de/cmb/main/index.php?cms_menu_id=203&#038;language=en">Κέντρου Marc Bloch του Βερολίνου</a>, δίνει έμφαση σ’ αυτό.</p>
<p><code><br /></code><em><strong>Τι γίνεται στη συνέχεια;</strong></em></p>
<p><code><br /></code>Ένα κοινό και καθαρό συμπέρασμα από τις λατινοαμερικανικές εμπειρίες είναι το ακόλουθο: παρά τα διαφορετικά πρακτικά αποτελέσματα των Συμμετοχικών Προϋπολογισμών, οι πολιτικοί αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι ο σκεπτικισμός και η έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στους πολίτες όταν αυτοί ξεκίνησαν τη διαδικασία, ήταν εντελώς λάθος.</p>
<p><code><br /></code>Όπως έγραψε η Rebecca Abers, μια ‘<a href="http://www.rienner.com/viewbook.cfm?BOOKID=1109&#038;search=Abers">διαπραγματευόμενη αλληλεγγύη’ </a>μπορεί να υπάρξει, εάν ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός θεωρηθεί μάλλον ως μέσο ενδογενούς εκπαίδευσης παρά ως απλό εργαλείο αστικής διοίκησης ή διακυβέρνησης.</p>
<p><code><br /></code>Όπως δείχνει η μελέτη του Marc Bloch, κάτι αλλάζει στην Ευρώπη προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, μερικές ισπανικές πόλεις δημιούργησαν ‘κοινωνικά κριτήρια’ για να επιβραβεύουν με υψηλότερα ποσά τις επιλεγμένες από τους πολίτες προτεραιότητες προς όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, άλλες επενδύουν σε  ‘ταξιδιωτικά καραβάνια’,  φέρνοντας τους ανθρώπους σε περιοχές γύρω από την πόλη για να συζητήσουν τις προτεραιότητες επιτόπου, έτσι ώστε να αποκτήσουν νέες προοπτικές και συγκεκριμένη προσέγγιση στο σχεδιασμό της πόλης. Άλλες, όπως η <a href="http://www.comune.grottammare.ap.it/modules.php?name=News&#038;file=article&#038;sid=160">Grottamare στην Ιταλία</a> έχουν αρχίσει να εμπλέκουν τους πολίτες σε συζητήσεις για δημόσιους-ιδιωτικούς συνεταιρισμούς. Πιστεύοντας ότι τα ‘κοινά αγαθά’ και τα ‘κοινά συμφέροντα’ δεν περιορίζονται στις δημόσιες επενδύσεις  και ότι ο κίνδυνος του περιορισμού της συζήτησης για τον Συμμετοχικό Προϋπολογισμό  στο ‘δημόσιο κονδύλι’ των πόρων που περιστέλλεται συνεχώς είναι ότι τελικά η συζήτηση περιστρέφεται μόνο γύρω από το δημόσιο χρέος ή κάποιες εξαιρετικά μικρές επενδύσεις σε διάστημα μερικών χρόνων. </p>
<p><code><br /></code>Ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός μπορεί να έχει μέλλον μόνο εάν προχωρήσει πέρα από έναν ‘μινιμαλιστικό’ τυπικό ορισμό και μπορέσει να αντιμετωπίσει μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις.</p>
<p><code><br /></code>Σε τελική ανάλυση, ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός δεν είναι πρότυπο ή απλό εργαλείο διοίκησης. Η πολυπρόσωπη λατινοαμερικανική εκδοχή του δείχνει ότι είναι μάλλον μια ‘σειρά αρχών’ που μπορούν και πρέπει να εφαρμοστούν (με διαφορετικές και  εντός πλαισίου μεθόδους) για φιλόδοξους σκοπούς.</p>
<p><code><br /></code>Πρέπει να αντιστρέψουμε τις τυπικές μαρξιστικές-λενινιστικές ή μαοϊκές καταδίκες του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού ως ‘αστικού εργαλείου’. Ναι, ο Συμμετοχικός Προϋπολογισμός μπορεί να υποστηρίξει μια ‘μεταρρυθμιστική’ προσέγγιση (με την έννοια να είναι σταδιακός και αυξητικός) αλλά πρέπει να έχει έναν ‘επαναστατικό’ ορίζοντα προκειμένου να μην ‘συρρικνωθεί’ σε ένα απλό γραφειοκρατικό και πατερναλιστικό νέο όργανο του ‘κυρίαρχου ρεύματος’.        </p>
<p><code><br /></code>Διαβάστε ακόμα</p>
<p><code><br /></code><a href="http://www.tni.org/reports/newpol/participatory.htm">Συμμετοχικοί προϋπολογισμοί στην Ευρώπη (στα Αγγλικά)</a></p>
<p><code><br /></code><a href="http://www.zmag.org/content/showarticle.cfm?ItemID=10579">Αφήστε τους πολίτες να αποφασίσουν (στα Αγγλικά)</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=49</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
