<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; Γαλλία</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AF%CE%B1" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Loïc Wacquant &#8211; Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό-πρώτο αιώνα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2517</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2517#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Loïc Wacquant]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[loic wacquant]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[γκέτο]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2517</guid>
		<description><![CDATA[Το κείμενο αναλύει τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες, σκιαγραφώντας τις χρήσεις του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Loïc Wacquant" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg"><img title="Loïc Wacquant" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg" alt="Loïc Wacquant" hspace="5" vspace="5" width="133" height="195" align="left" /></a></p>
<p>Αποτελεί τιμή για μένα να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και προσοχής η δουλειά μου από μελετητές της αρχιτεκτονικής και μου δίνει χαρά  η πρόσκληση να κάνω αυτή τη διάλεξη.<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a> Στην πραγματικότητα είναι διπλή η χαρά καθώς μεγάλωσα σε μια Ευρωπαική πνευματική παράδοση με πολύ χαμηλό επιστημονικό κατώφλι, οπότε θεωρώ τον εαυτό μου όχι τόσο κοινωνιολόγο αλλά έναν γενικό κοινωνικό επιστήμονα που τυγχάνει να έχει προσληφθεί σε ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας.  Και θεωρώ ουσιαστικό συστατικό των επαγγελματικών μου καθηκόντων να απασχολούμαι με ζητήματα πέρα από τα όρια των επιστημών, καθώς και πέρα από το χάσμα μεταξύ φιλολογικών κι επαγγελματικών ενασχολήσεων.  Επιπλέον, το θέμα της αστικής απομόνωσης είναι ένα που θέμα που ταιριάζει πολύ μ’ αυτά τα είδη ανταλλαγών, από τις οποίες και οι ερευνητές και οι επαγγελματίες μπορούν να επωφεληθούν.<span id="more-2517"></span></p>
<p><code><br />
</code>Προτείνω να σας προσφέρω κάποιο διανοητικό ερέθισμα κυκλώνοντας ένα ζήτημα στο οποίο έχω αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία δουλειάς, και συγκεκριμένα, τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες &#8211; αυτό που αποκαλώ αστική πόλωση από χαμηλά. Θα το κάνω αντλώντας υλικό από δυο πρόσφατα βιβλία μου. Το πρώτο, <em><a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631240" target="_blank">Απόβλητοι των πόλεων</a></em> [Urban Outcasts], αναλύει τη μετάβαση του γκέτο των μαύρων Αμερικανών ύστερα από τις εξεγέρσεις του 1960 και τη συγκρίνει με την παρακμή της περιφέρειας των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης με σκοπό να συνθέσει τις δυναμικές και την εμπειρία της υποβάθμισης στην προχωρημένη κοινωνία. Το δεύτερο βιβλίο, <em><a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η Νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Κοινωνικής Ανασφάλειας</a></em> [Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity], ανιχνεύει την πολιτική της τιμωρίας, παντρεύοντας την κατασταλτική «αρχή της ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας» και την εκτεταμένη «αρχή της φυλάκισης», που παρατάσσει το κράτος για να επιβάλει ανασφαλή εργασία και να χαλιναγωγήσει την αταξία που προκλήθηκε από την αιφνίδια κατάρρευση του μαύρου γκέτο στην πλευρά των ΗΠΑ και την σταδιακή αποσύνθεση των εδαφών της εργατικής τάξης στην Ευρωπαϊκή πλευρά και την αντικατάστασή τους από ένα νέο καθεστώς αστικής φτώσειας που αποκαλώ «προηγμένη περιθωριοποίηση».</p>
<p><code><br />
</code>Αυτά τα δυο βιβλία συνδέονται στενά.<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> Πρώτον, χρονολογικά και θεματικά (αποτελούν μια συνέχεια) και, δεύτερον, εννοιολογικά: και τα δυο διερευνούν τον <em>χωρικό εγκλεισμό ή περιορισμό ως τεχνική για τη διαχείριση προβληματικών κατηγοριών ή εδαφών</em>, το θέμα της διάλεξής μου.  Θα το προσεγγίσω σκιαγραφώντας αρχικά ένα υποτυπώδες πλαίσιο αναλύοντας τη χρήση του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη. Ύστερα θα εφαρμόσω αυτό το σχήμα για να παρουσιάσω μια συμπιεσμένη ανάλυση των αποκλινουσών τροχιών του γκέτο των μαύρων Αμερικανών των Ευρωπαϊκών δήμων της αστικής τάξης με αυτές τις τρεις χωρικά κλιτές έννοιες του γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Στοιχεία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης </strong></p>
<p><code><br />
Για να συνδέσω με την πράξη και την υπόθεση της αρχιτεκτονικής, επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω πρώτα ένα είδος <em>αναλυτικής ιστορίας</em>, μια ιστορία διαστάσεων και μηχανισμών που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια ιδέα για τις μορφές αστικής ανισότητας και περιθωριοποίησης που αλλάζουν συνεχώς στην αυγή του αιώνα, και τι συνεπάγονται για το δομημένο περιβάλλον κι οπότε έμμεσα για τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις και στοχασμούς. Το βαθύτερο θεωρητικό αίνιγμα που δίνει ζωή στην εμπειρική ανάλυση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων περιθωριοποίησης που παρουσιάζονται στο <em>Απόβλητοι των πόλεων</em> και στο <em>Τιμωρώντας τους φτωχούς</em> είναι η ανάπτυξη του χώρου σαν παράγωγο και μέσο εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο, καθώς και φυλακή, είναι τέσσερις από πολλούς σχηματισμούς μιας γενικής διαδικασίας που μπορούσε να αποκαλέσουμε κοινωνικοχωρική απομόνωση. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω πρώτα αυτή την αφηρημένη έννοια κι έπειτα να εντοπίσω την γκετοποίηση και τις σχετικές έννοιές της στο αναλυτικό πλέγμα στο οποίο αγκυροβολεί.</p>
<p>Κοινωνικοχωρική απομόνωση είναι η διαδικασία όπου ιδιαίτερες κοινωνικές κατηγορίες και δραστηριότητες «μαντρώνονται», εγκλωβίζονται κι απομονώνονται σε ένα κλεισμένο και περιορισμένο τεταρτημόριο φυσικού και κοινωνικού χώρου. Το αγγλικό ρήμα “to seclude” («απομονώνω») εμφανίστηκε το 1451, προέρχεται από το Λατινικό <em>secludere</em>, που σημαίνει αποκλείω, απομονώνω, φυλακίζω.<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a> Η κοινωνικοχωρική απομόνωση δύναται να αφορά σε πληθυσμούς (π.χ. αστούς, μετανάστες, θρησκευτικές αιρέσεις), θεσμούς (όπως ιατρικές εγκαταστάσεις, λέσχες, sex shops), και δραστηριότητες (σχολική εκπαίδευση, διακίνηση ναρκωτικών, ή καύση απορριμμάτων), αλλά μπορεί και να προσδιοριστεί σύμφωνα με το περιβάλλον: η αγροτική κοινωνικοχωρική απομόνωση συμβαίνει στην εξοχή ενώ η αστική κοινωνικοχωρική απομόνωση λειτουργεί μέσα κι έξω από την πόλη – ένα περιβάλλον που εγώ θα χαρακτήριζα όχι τόσο από «το μέγεθος, πυκνότητα, και ανομοιογένεια», σε κλασικό ύφος της Σχολής του Σικάγο <a href="http://bit.ly/9KeyC3" target="_blank">μαζί με τον Louis Wirth</a>, όσο από τη χωρική συσσώρευση κι έντονη επισώρευση διάφορων μορφών κεφαλαίου (οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και συμβολικό)  που το περιθάλπει μια διοικητική μηχανή – ακολουθώντας τα σχήματα <a href="http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/fr/bourdieu-forms-capital.htm" target="_blank">των Pierre Bourdieu</a> και <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_City_%28book%29" target="_blank">Max Weber</a>.</p>
<p></code><code><br />
</code>Σε καθένα από αυτά τα σκηνικά, μπορούμε να διανείμουμε μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μαζί με δυο βασικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι το επίπεδο στην <em>κοινωνική ιεραρχία</em>, είτε αυτή η ιεραρχία είναι βασισμένη στην τάξη (παραγωγική ικανότητα της αγοράς), εθνικότητα (τιμή), ή η κατάταξη σύμφωνα με το κύρος των τόπων – τυπικά αυτά συνδέονται στενά οπότε δεν αλλάζει θεμελιωδώς το συλλογισμό. Μπορούμε να χειριστούμε αυτή την ιεραρχία σαν ένα συνεχές ή, για χάρη της σαφήνειας, να την διχοτομήσουμε σε απομόνωση στην κορυφή κι απομόνωση στη βάση της κοινωνίας. Η δεύτερη διάσταση είναι αν η απομόνωση είναι επιλεκτική, απορρέει δηλαδή από την <em>επιλογή</em> και την επιθυμία να συμμετάσχει κανείς σ’ αυτήν ή να περιορίζεται η παρουσία κάποιου και οι περιπλανήσεις του σε μια συγκεκριμένη ζώνη, ή επιβεβλημένη, να έχει προέλθει από εξαναγκασμό, όπως όταν οι άνθρωποι υποχρεώνονται από εξωτερικές δυνάμεις να δίνουν λόγο για τις δραστηριότητές τους, να περιστείλουν τις κινήσεις τους,ή να περιορίζουν τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη τοποθεσία.  Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνικοχωρική απομόνωση οδηγείται και παγιώνεται εξ αγχιστείας από μέσα, στη δεύτερη περίπτωση από εξωτερική εχθρότητα. </p>
<p><code><br />
</code>Μπορούμε να κατανείμουμε τις ιδανικες-τυπικές μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στο δισδιάστατο διάστημα που ορίζεται από αυτούς τους δυο άξονες (βλ. εικόνα 1):  Επιλεκτική έναντι της επιβεβλημένης, στην κορυφή ή στη βάση. Κοιτάζοντας  στο πάνω δεξιά κομμάτι του τεταρτημορίου, στην πλευρά της επιλογής και ψηλά στον κοινωνικό και φυσικό χώρο, βρίσκετε αυτά τα άτομα που επιλέγουν την απομόνωση κι αναζητούν προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, που επιθυμούν να βρίσκονται ανάμεσα σε ομοίους τους ή να αποφύγουν πληθυσμούς που υποτιμούν και ανούσιες δραστηριότητες. Αυτή η αυτό-απομόνωση στην κορυφή που τροφοδοτείται από προσανατολισμό στην ομάδα εκπροσωπείται από θύλακες της ελίτ ή παραδοσιακά ανώτερης τάξης περιοχές στην πόλη (όπως αυτές που ανεγέρθηκαν και υποστηρίχθηκαν ένθερμα από την ανώτερη αριστοκρατική τάξη του Παρισιού, <a href="http://www.seuil.com/fiche-ouvrage.php?EAN=9782020889209" target="_blank">όπως περιγράφεται από τους Pinçon και  Pinçon-Charlot</a>) και, σε μια υπερβολική μορφή, από τις «φρουρούμενες κοινότητες» που έχουν εξαπλωθεί στην κορυφή της κοινωνικής κι εδαφικής  ιεραρχίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες (όπου η εκούσια απομόνωση συγκεκριμενοποιείται από ένα φυσικό σύνορο, ένα φράχτη με μια πύλη και φρουρούς που παρέχουν επιτήρηση και προστασία) για να προσφέρουν ένα καταφύγιο κοινωνικής ομοιογένειας, ασφάλεια από το έγκλημα, και τις ανέσεις του να είναι κανείς μέλος μιας προνομιούχας κοινότητας και τοποθεσίας.<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a> Οπότε στην κορυφή βρίσκεις αυτές τις ευγενικές δραστηριότητες να ασκούνται από ισχυρά άτομα, προικισμένα με το υλικό και συμβολικό κεφάλαιο να αποκλείουν άλλους και να αυτό-απομονώνονται, ενώ στη βάση έχουν συσσωρευτεί μη ευγενείς δραστηριότητες και βασανισμένοι πληθυσμοί στερημένοι από οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, οι φτωχοί και ανυπόληπτοι.  </p>
<p><code><br />
</code><a title="figure1" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png"><img title="figure1" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png" alt="figure1" width="550" height="370" /></a>   </p>
<p><em>Εικόνα 1</em></p>
<p><code><br />
</code>Οι δυο κύριες μορφές εθνοτήτων-φυλών που αναπτύσσονται για να επιτελέσουν κοινωνικοχωρική απομόνωση στη βάση της αστικής ιεραρχίας είναι το <em>γκέτο</em> και οι <em>εθνικοί θύλακες</em>, που δεν πρέπει να συγχέονται καθώς βρίσκονται στα δυο άκρα του συνεχούς του επιβολής/επιλογής κι εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες. Σ’ αυτή τη μελέτη «Ο Φόβος του αγγίγματος» στη Βενετία του δέκατου έκτου αιώνα που αναζητεί τα ίχνη της εφεύρεσης του πρώτου γκέτο στην ιστορία, ο Richard Sennett <a href="http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-31391-8/" target="_blank">επινοεί μια όμορφη έκφραση που αιχμαλωτίζει το σκοπό της</a>. Αποκαλεί το γκέτο ένα <em>αστικό προφυλακτικό</em>, γιατί ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη διείσδυση των Εβραίων στην Χριστιανική πόλη (τους χρειάζονταν για να τους  προμηθεύουν με μια γκάμα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών υπηρεσιών ζωτικών για την επιτυχία της αυλής) ενώ τους απομονώνει για να αποφύγει στενή επαφή μαζί τους (πίστευαν το Εβραϊκό σώμα πως είναι διεφθαρμένο και διαφθορέας, φορέας ασθενειών και ιεροσυλίας). Το γκέτο προέκυψε σαν κοινωνικοχωρικός μηχανισμός που επιτρέπει την από κοινού οικονομική εκμετάλλευση και τον κοινωνικό εξοστρακισμό αυτής της κατηγορίας αποβλήτων: Οι Εβραίοι κυκλοφορούσαν αβίαστα μέσα στην πόλη για να εκτελούν τα ουσιώδη οικονομικά τους καθήκοντα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα επέστρεφαν πίσω από τις κλειδωμένες πύλες της συνοικίας τους υπό την απειλή αυστηρής τιμωρίας. Όταν κυκλοφορούσαν έξω από τα τείχη του γκέτο τους, τους είχε ζητηθεί να φορούν ένα ειδικό ένδυμα (όπως ένα κίτρινο καπέλο ή ένα μυτερό σκούφο) οπότε να τους αναγνωρίζουν οι Χριστιανοί κι έτσι να τους αποφεύγουν. Ο ίδιος χωρικός μηχανισμός είχε ξανα-ανακαλυφθεί και αναπτυχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα στις βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ όταν οι μαύροι του Νότου μετανάστευσαν στις εξαπλούμενες βιομηχανικές πόλεις που ήθελαν μεν το μόχθο τους αλλά δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν με τους λευκούς κατοίκους, μην τυχόν κι αυτό φέρει «κοινωνική ισότητα» μεταξύ των επονομαζόμενων φυλών και την κατακραυγή της «επιμειξίας».<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a> Σ’ αυτή την περίπτωση, το χρώμα του δέρματος διαφήμιζε την ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος μιας κατώτερης κατηγορίας που θα έπρεπε να αποφεύγει, και η αυστηρά οριοθετημένη Bronzeville εξυπηρετούσε και σαν εργατικό δυναμικό και σαν προφυλακτικό δοχείο μολυσματικών σωμάτων. </p>
<p><code><br />
</code>Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η Σχολή του Σικάγου, που εγκαινίασε την κοινωνιολογική μελέτη της πόλης στις ΗΠΑ, έκανε το θεμελιώδες σφάλμα να σωρεύσει τις οικιστικές και θεσμικές ομάδες που είχαν σχηματίσει πρόσφατα κύματα Ιρλανδών, Ιταλών, Πολωνών, και Γερμανών μεταναστών κάτω από την ασαφή σύλληψη του «γκέτο» που κάλυπτε τις συνοικίες των Εβραίων και την Black Belt (συνοικία των Μαύρων). Αυτό είναι που αποκαλώ το σφάλμα του Wirth, από τον Louis Wirth, έναν εκ των ιδρυτών της αστικής οικολογίας, για δυο λόγους. Πρώτον, όπως ο ίδιος ο Wirth, εν αγνοία του, αποδεικνύει στο κλασικό βιβλίο του <em><a href="http://books.google.gr/books?id=6etDdRub5FMC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Louis+Wirth,+The+Ghetto&#038;source=bl&#038;ots=lQV4TzkxAF&#038;sig=K5sDac2A4iacFuF7HpuUX0E6-oE&#038;hl=el&#038;ei=WF6aTLSfHpKD4QaGnbBQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=2&#038;ved=0CB4Q6AEwAQ#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Το Γκέτο</a></em>, δεν υπήρξε ποτέ Εβραϊκό γκέτο στις ΗΠΑ, εκτός από αυτό που ήταν «στο μυαλό τους μάλλον», δηλαδή, ένα υποκειμενικό “we-feeling” και ένας πολιτισμικός προσανατολισμός – που είναι πολύ διαφορετικά από ένα συγκεκριμένο πια κοινωνικοχωρικό επινόημα. Δεύτερον και κυριότερον, αντίθετα με την Black Belt, την περιοχή αποκλειστικά των μαύρων στην οποία υποχρεούνταν να κατοικούν όλοι οι Αφροαμερικανοί ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέσω ενός συνδυασμού καταπίεσης, εκφοβισμού στους δρόμους, και συλλογικής βίας, αυτοί οι λευκοί εθνικοί θύλακες είχαν ανάμικτη σύνθεση, μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη, και περιείχαν μια μειονότητα μόνο των αντίστοιχων μεταναστευτικών πληθυσμών τους, που έμεναν εκεί κυρίως λόγω ταξικών φραγμών και πολιτισμικής έλξης. </p>
<p><code><br />
</code>Σε αρχιτεκτονικούς όρους, ο (λευκός) εθνικός θύλακας μπορεί να αναπαραστεί από μια <em>γέφυρα</em>, ενώ το (μαύρο) γκέτο θα μπορούσε να απεικονιστεί με ένα τείχος. Ο ένας είναι μηχανισμός ελαστικής και προσωρινής απομόνωσης μέσα σε μια πορώδη περίμετρο που λειτουργεί σαν θάλαμος εγκλιματισμού και ενδιάμεσος σταθμός προς την πολιτισμική αφομοίωση και την κοινωνικοχωρική ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία. Το άλλο είναι ένα μέσο ανέλικτης και μόνιμης απομόνωσης μέσα σε ένα αδιάβροχο σάκο που εργάζεται προς την κατεύθυνση να απομονώσει και να διασπάσει τον πληθυσμό που προστατεύει στο διηνεκές (δηλαδή, μέχρι να διαλυθεί).  Εν ολίγοις, ο εθνικός θύλακας και το γκέτο έχουν αποκλίνουσες δομές και εξυπηρετούν αντίθετες λειτουργίες∙ οπότε είναι θεμελιώδες κοινωνιολογικό σφάλμα να τα θεωρούμε το ίδιο. Αυτό είναι ένα λάθος που συνηθίζουν ακόμη να κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες – εξετάστε, για παράδειγμα, <a href="http://books.google.gr/books?id=gjybSZTCfpcC&#038;dq=Joshua+M.+Zeitz,+White+Ethnic+New+York&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=jl6aTJ-5GIHN4gas67iMAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCgQ6AEwAw#v=onepage&#038;q=Joshua%20M.%20Zeitz%2C%20White%20Ethnic%20New%20York&#038;f=false" target="_blank">την ιστορική αναδρομή του Zeitz</a> της «εθνικής Νέας Υόρκης» ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα σχετικό λάθος είναι αυτό που, αντικαθιστώντας την στέρηση εισοδήματος με εθνοφυλετικό κλείσιμο, <a href="http://books.google.gr/books?id=8bRwJm_5rWcC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Mario+Small,+Villa+Victoria:+The+Transformation+of+Social+Capital+in+a+Boston+Barrio&#038;source=bl&#038;ots=4YXeUcwxa_&#038;sig=WIajR5rc4q_WwbRxmLvC0_kefHU&#038;hl=el&#038;ei=0F6aTPnMJJTa4AaUj7yNAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">συγχωνεύει το γκέτο σε</a> «μια γειτονιά με ψηλή συγκέντρωση φτωχών ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή» (σ. 3). Σύμφωνα μ’ αυτό διαστρεβλωμένο ορισμό, που έγινε δημοφιλής στην προσανατολισμένη στην πολιτική έρευνα για την αστική φτώχεια στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90, οι φτωχές αγροτικές επαρχίες και οι καταυλισμοί Ιθαγενών Αμερικανών είναι γιγαντιαία γκέτο, όπως θα ήταν και οι φτωχότερες συνοικίες μιας πόλης λευκών∙ αλλά το βενετσιάνικο <em>gietto novo</em> και η Bronzeville του Σικάγο στην ιστορική του κορύφωση δεν ήταν γκέτο! Αυτό αρκεί να δείξει την ασυναρτησία και την ασυμφωνία αυτού του στρεψόδικου ορισμού. </p>
<p><code><br />
</code>Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ γκέτο κι εθνικού θύλακα, είναι χρήσιμο να σχεδιάσουμε στο σχεδιάγραμμα των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στη βάση έναν τρίτο θεσμό αναγκαστικού περιορισμού: <em>τη φυλακή</em>. Η φυλακή χρησιμοποιεί το φυσικό περιορισμό των τοίχων και την εξουσία των φυλάκων για να διαχωρίζει τους κατάδικους, δηλαδή, μια κατηγορία ανυπόληπτων ατόμων, των οποίων τα δικαιώματα και οι επαφές με τους έξω ακρωτηριάζονται ως κύρωση για την παράβαση των κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος <em>δικαστικού γκέτο</em> μέσα στη φυλακή όπου οι έγκλειστοι αναπτύσσουν μια δική τους παράλληλη κοινωνία και πολιτισμό ως απάντηση στην αναγκαστική απομόνωση και τις στερήσεις που προϋποθέτει.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Αντίστροφα, μπορούμε να σκεφτούμε το γκέτο σαν <em>μια εθνοφυλετική φυλακή</em> που θέτει σε περιορισμό έναν κακόφημο πληθυσμό σε μια ειδική περίμετρο στην οποία ο τελευταίος εξαναγκάζεται να αναπτύξει την μια ξεχωριστή σφαίρα ζωής αντιδρώντας στον χωρικό περιορισμό και τον κοινωνικό εξοστρακισμό. Μόλις συλλάβουμε την δομική και λειτουργική συγγένεια μεταξύ γκέτο και φυλακής (σημειώνεται με την εγγύτητά μεταξύ πάνω στο χάρτη μου των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης), καταλαβαίνουμε γιατί η κατάρρευση του πρώτου ύστερα από τις εξεγέρσεις του ’60 οδήγησε στην ανάπτυξη του δεύτερου ως αντικατάστατου για να «μαντρώνεται» ένας πληθυσμός που θεωρείται άτιμος, στερημένος κι επικίνδυνος.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn7">[7]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το γκέτο, εξ ορισμού, είναι ένα αστικό ζώο που προκύπτει στο πλαίσιο ενός πυκνού συνοικισμού που διψάει για την οικονομική αξία που παρέχει η στιγματισμένη κατηγορία – αλλιώς η τελευταία θα μπορούσε απλά να αποκλειστεί ή να εξοριστεί, όπως συνέβαινε περιοδικά με τους Εβραίους πριν από την έγερση των αστικών ηγεμονιών και στους μαύρους Αμερικανούς πριν την εκδήλωση του φορντισμού.  Αν η διάλεξη Roth-Symonds ήταν μια σειρά από διαλέξεις κι όχι μόνο μια ομιλία, θα αφιέρωνα λίγες συνεδρίες  για να αναλύσω τις μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού στο αγροτικό περιβάλλον, γιατί υπάρχουν επίσης πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύγκριση.  Στην ύπαιθρο, ο σπουδαιότερος παράγοντας διαφοροποίησης των τύπων χωρικού εγκλεισμού είναι αν ο κατώτερος πληθυσμός πρέπει να κινηθεί για να προσφέρει εργασία ή να μετακινηθεί <em>για να απελευθερώσει τη γη που καταλαμβάνει</em>. Σε περιπτώσεις όπου η κυρίαρχη ομάδα δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί, να αποσπάσει εργασία από την υποδεέστερη ομάδα, αλλά προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έδαφός της, όπως οι αποικιακές επιθέσεις σκόπευαν στην εποίκιση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός καταυλισμού, δηλαδή μια έκταση οριοθετημένη και κρατημένη γι’ αυτούς, συνήθως ευρισκόμενη σε μια μακρινή και σε αγρανάπαυση περιοχή, κυβερνούμενη από ειδικούς νομικούς κι εθιμικούς κανόνες σχεδιασμένους να επανενώσουν και να ακινητοποιήσουν τον πληθυσμό αυτό. Αυτή είναι η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής σ’ αυτή τη χώρα:<br />
Εξ αιτίας μιας σειράς δημογραφικών, πολιτισμικών και πολιτικών λόγων, δεν θεωρούνταν κατάλληλη <em>προσφορά εργασίας</em> αλλά καταλάμβαναν πολύτιμη γη που ήταν απαραίτητη στο αποικιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης. Έτσι ασκήθηκε η κοινωνικοχωρική απομόνωση για να τους μεταφέρουν σε περιορισμένες περιοχές και να εξουδετερώσουν τις απειλές που εκπροσωπούσαν.<a title="_ftnref8" name="_ftnref8" href="#_ftn8">[8]</a> Καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον άξονα γη/εργασία, βρίσκουμε μια σειρά από ενδιάμεσους αστερισμούς που υψώνονται για να εξασφαλίσουν την εργατική δύναμη υποδεέστερων πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να έρθουν στην πόλη, γιατί η πλήρης αστικοποίηση θα αύξανε το κόστος της παραγωγής τους και επίσης θα γεννούσε πιέσεις προς την επιμειξία (που με τη σειρά της θα υπονόμευε την εθνοφυλετική καθαρότητα και ιεραρχία). Σε τέτοια σενάρια, έχεις ένα στρατόπεδο, το οποίο έχει δυο βασικούς τύπους: Το στρατόπεδο εργασίας για τους μετανάστες εργάτες (καθώς και τους ποινικούς κατάδικους και πολιτικούς κρατούμενους) και το στρατόπεδο προσφύγων για τους πολιτικούς εξόριστους.<a title="_ftnref9" name="_ftnref9" href="#_ftn9">[9]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, η αρετή του σχήματος που έχει σχεδιαστεί εδώ είναι πως μας επιτρέπει να ενώσουμε τις διάφορες μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού σε ένα αναλυτικό πλαίσιο και να τα θεωρητικοποιήσουμε ενιαία, αντί να τα χειριζόμαστε ξεχωριστά, σα να ανήκαν σε διαφορετικά πεδία (αγροτικές σπουδές, αστική κοινωνιολογία, εγκληματολογία και ανθρωπολογία των τάξεων και της εθνότητας) και υπηρετούσαν ξεχωριστές λογικές. Πολλά χάνονται από το συμβατικό κατακερματισμό της έρευνας στους τρόπους που ο χώρος <em>αναπτύσσεται για να ορίσει και να περιορίσει κατηγορίες και δραστηριότητες</em>. Ο φυσιολογικός αστικός κοινωνιολόγος δεν δίνει σημασία στις επαρχιακές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες των πόλεων και χάνει την ανάλυση της απόστασης που διανύθηκε που κάποιος γνωρίζει μόνο ανιχνεύοντας παρόμοιες κοινωνικοχωρικές διαδικασίες συγκέντρωσης, αποχωρισμού και συνάντησης που λειτουργούν σε διάφορα περιβάλλοντα. Όμοια, φοιτητές από περιοχές ανώτερης τάξης και φρουρούμενες κοινότητες αγνοούν τα γκέτο και τις φυλακές∙ ερμηνεύουν το σχηματισμό των θυλάκων των προνομιούχων σα μια διαδικασία που γίνεται από μόνη της, που δε συνδέεται με τη μοίρα των άπορων και των ανυπόληπτων κατηγοριών των ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στον πυθμένα του κοινωνικού και φυσικού χώρου όταν στην πραγματικότητα συνδέονται ευθέως (η πτώση του μαύρου γκέτο, εξαπολύεται τότε η ανεξέλεγκτη φυλετική βία, και είναι μια έμμεση αιτία της ανάπτυξης της φρουρούμενης κοινότητας).<a title="_ftnref10" name="_ftnref10" href="#_ftn10">[10]</a> Οι μελετητές που ερευνούν τη μετανάστευση εστιάζουν στους εθνικούς θύλακες – στις ΗΠΑ, κι αυτό σημαίνει φοιτητές από Ευρωπαϊκά, Λατινοαμερικάνικα και Ασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα – κι αφήνουν στους ιστορικούς της Αφροαμερικάνικης αστικοποίησης τη μελέτη του γκέτο (υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, <a href="http://www.press.uillinois.edu/books/catalog/27wcw7tt9780252010637.html" target="_blank">όπως η μελέτη των αντιτιθέμενων διαδρομών των μαύρων, Ιταλών και Πολωνών στο Πίτσμπουργκ στο πρώτο μισό του αιώνα</a> από τον Bodnar κ.α. (1983) αλλά είναι λιγοστές και διάσπαρτες). Τέλος, οι εγκληματολόγοι και οι ποινικολόγοι που ερευνούν  τη φυλάκιση ποτέ δεν συσχετίζουν τη μεταβαλλόμενη δομή και ρόλο της φυλακής στις εξωτερικές μορφές του αναγκαστικού χωρικού περιορισμού που επιβάλλεται στη βασική πελατεία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ οι κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούν το γκέτο των μαύρων δεν διερευνούν τη φυλακή, αν και η διάλυση του πρώτου αποτελεί σημαντική αιτία πίσω από την εκρηκτική επέκταση του δεύτερου καθώς ενώθηκαν με μια τριπλή σχέση λειτουργικής υποκατάστασης, δομικής συνέχειας και πολιτισμικού συγκρητισμού.<a title="_ftnref11" name="_ftnref11" href="#_ftn11">[11]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κατηγορία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μπορεί να εξυπηρετήσει όχι μόνο για να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τις εδαφικές εμπειρίες διαφορετικών πληθυσμών σε διαφορετικά επίπεδα στην κοινωνική δομή, αλλά επίσης να χαρτογραφήσουμε πως ο ίδιος πληθυσμός  μπορεί να μαντρωθεί από ένα συνδυασμό εδαφικών επινοημάτων διαχρονικά. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να κολλήσει τη Νότια Αφρική σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα και να συνδέσει όλη τη γκάμα των κοινωνικοχωρικών μορφών που εκσφενδονίστηκαν για να εδραιώσουν τη φυλετική κυριαρχία και την ταξική εκμετάλλευση στη διάρκεια της ζωής της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Στο αριστερό άκρο του φάσματος, θα έβρισκε κάποιος την θεσμοθέτηση των κτημάτων της αποικιοκρατίας υπό το καθεστώς του «απαρτχάιντ»(1910–1948) κι αργότερα τα μπαντουστάν, τα ανδρείκελα των μαύρων δημοκρατιών που εφηύραν οι λευκοί ηγέτες το 1958 για να «εξωτερικεύσουν» την ιθαγένεια των μαύρων. Προς τη μέση του σχεδιαγράμματος, θα εντοπίζατε τα ορυχεία, μια παραλλαγή του στρατοπέδου εργασίας που εξυπηρετούσε για να στρατολογούν και να καθορίζουν την εκ περιτροπής εργασία των μεταναστών προς όφελος των βιομηχανιών εξόρυξης στη διάρκεια και ύστερα από την «μεταλλευτική έκρηξη». Μαζί, κτήματα και στρατόπεδα εξόρυξης υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την αστικοποίηση αλλά απέτυχαν, οπότε και οι μαύροι εγκαταστάθηκαν μαζικά μέσα σε πόλεις όπου αργότερα υποβιβάστηκαν σε κωμοπόλεις (η Νοτιοαφρικάνικη εκδοχή του γκέτο), στις οποίες σταδιακά συγκέντρωσαν τους πόρους για να προκαλέσουν και τελικά να ανατρέψουν τη λευκή εξουσία. Στο μεταξύ, στην κορυφή της οικονομικής, φυλετικής και αστικής δομής, οι θύλακες της ενισχυμένης ελίτ και οι διάφορες φρουρούμενες κοινότητες της ανώτερης τάξης ευημερούσαν, οι οποίες ήταν αποκλειστικά λευκές  υπό το απαρτχάιντ, πριν γίνουν μερικώς μαύροι μετά το 1994.<a title="_ftnref12" name="_ftnref12" href="#_ftn12">[12]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η Νότια Αφρική είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να πραγματευτεί ζητήματα κοινωνικοχωρικής απομόνωσης γιατί είναι μια κοινωνία που έχει εξωθήσει την εδαφοποίηση της κυριαρχίας στα άκρα της.<br />
Ειδικά στην εποχή του απαρτχάιντ, το κράτος δημιούργησε έναν ευρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό και μια περίπλοκη ομάδα κανόνων σχεδιασμένων για να ενισχύσουν μια στενή αντιστοιχία μεταξύ συμβολικού χώρου (την άκαμπτη διαίρεση της κοινωνίας σε μια ιεραρχία αμοιβαία αποκλειόμενων επίσημων εθνοφυλετικών κατηγοριών), κοινωνικού χώρου (την κατανομή επαρκών πόρων σ’ αυτές τις κατηγορίες), και φυσικού χώρου (την αυταρχική διανομή πληθυσμών και σε πόλεις και σε αγροτικές περιοχές). Απ’ αυτή την άποψη,  είναι το αντίθετο  της Βραζιλίας, όπου η κηλίδωση χαρακτηρίζει και την εθνοφυλετική διαίρεση και την προβολή της στο χώρο. Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για συγκριτικές σπουδές που διερευνούν ποιοι συνδυασμοί μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης αναπτύσσονται σε ποια είδη της κοινωνίας και γιατί.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Δομή, Λειτουργίες, και Μοίρα του Αμερικάνικου Γκέτο </strong></p>
<p><code><br />
</code>Ας θεωρήσουμε τώρα το γκέτο έναν τύπο κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και τη μοίρα του γκέτο των Μαύρων Αμερικανών ύστερα από την παρακμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων έναν ιστορικό γρίφο. Για να κατασκευαστεί ένα γκέτο απαιτείται να συγκεντρωθούν τέσσερα δομικά στοιχεία. Πρώτο είναι το στίγμα: ένα γκέτο εγείρεται στην πορεία της αντιμετώπισης ενός πληθυσμού που αμαυρώνεται, δηλαδή, που είναι μολυσμένος και μολυσματικός στα μάτια της κυρίαρχης κατηγορίας, τόσο που η άμεση επαφή μ’ αυτόν πρέπει να είναι περιορισμένη αν όχι απαγορευμένη. <a href="http://books.google.gr/books?id=kfLmJK-h3UIC&#038;dq=Kenneth+R.+Stow,+Alienated+Minority:&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=JWWaTIy8Mc_54gbP3KGeAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCkQ6AEwAw#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Για τους Εβραίους στα γκέτο της Αναγέννησιακής Ευρώπης</a>, το στίγμα ήταν εθνοθρησκευτικό, συνδεδεμένο με της ευρέως διαδεδομένη Χριστιανική πεποίθηση ότι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Χριστού, φορείς μεταδοτικών ασθενειών, και ξενιστές ανηθικότητας και αιρέσεων.23 <a href="http://us.macmillan.com/americanslavery" target="_blank">Για τους Αφροαμερικανούς στη βιομηχανική μητρόπολη</a> στην εποχή του φορντισμού μεταξύ 1910 και 1970, ήταν το μίασμα που συνδεόταν με τη δουλεία, και που εμπλουτιζόταν με καθημερινές, θρησκευτικές, και ψευδοεπιστημονικές δοξασίες για την υποτιθέμενη κατωτερότητα κι ακόμη και κτηνώδη φύση των μαύρων. Ο δεύτερος θεμέλιος λίθος του γκέτο είναι ο περιορισμός: έχουμε δει ότι οι πληθυσμοί μπορούν να γίνουν εδαφικά συγκεντρωμένοι όχι μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής αλλά επίσης λόγω συγγένειας, μέσω επιλεκτικής απομόνωσης βασισμένης στην τάξη, την κουλτούρα, ή τον τρόπο ζωής. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτά τα δυο σενάρια. Για να επαναλάβω, στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα οι επονομαζόμενες λευκές εθνικότητες συναθροίζονταν χαλαρά και προσωρινά σε ανάμεικτους εθνικούς θύλακες (Μικρή Ιταλία, Μικρή Ιρλανδία, Γερμανόπολη, κλπ.) που είχαν προκύψει από έναν συνδυασμό της μεταναστευτικής εμπειρίας, της ταξικής θέσης, και της πολιτισμικής συμπάθειας∙ αλλά σαν ομάδες δεν είχαν ποτέ υποχρεωθεί  να κατοικούν σ’ ένα σταθερό και κρατημένο γι’ αυτούς έδαφος όπου ζούσαν μόνο οι συμπατριώτες τους, όπως είχαν υποχρεωθεί οι Αφροαμερικανοί μετά τη δεκαετία το 1910.<a title="_ftnref13" name="_ftnref13" href="#_ftn13">[13]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο συστατικό στοιχείο του γκέτο, είναι ακριβώς η <em>εδαφική εκχώρηση</em>: ένα γκέτο προκύπτει όταν ένας στιγματισμένος λαός έρχεται να ζήσει σε μια οριοθετημένη περιοχή η οποία του έχει εκχωρηθεί με τη βία και που με τη σειρά της είναι εκχωρημένη σ’ αυτόν, οπότε έχετε μια αμφίδρομη συνεκδοχή κατηγορίας κι εδάφους που οδηγεί σε εθνική ομοιογένεια και αποκλειστικότητα. Αυτό μας δείχνει το τέταρτο και τελευταίο συστατικό που σχηματίζει το γκέτο, και συγκεκριμένα, το <em>θεσμικό παραλληλισμό</em>. Καθώς ο στιγματισμένος πληθυσμός δέχεται πιέσεις να κατοικεί στην περιοχή που του έχει ανατεθεί, από την οποία δεν μπορεί να αποδράσει, αναπτύσσει ένα δίκτυο θεσμών που αντιγράφουν κι αντικαθιστούν τους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας που τους έχει απορρίψει. Έτσι οι Εβραίοι στην πρώιμη σύγχρονη Ιταλία, όντας υποχρεωμένοι να ζουν σε μια κλειστή Εβραϊκή συνοικία (μέχρι τότε είχαν σε μεγάλο βαθμό επιλέξει να κατοικούν χωριστά) είχαν εκπονήσει μια πυκνή διάταξη πολιτισμικών, οικονομικών και φιλανθρωπικών οργανισμών καθώς και σφυρηλατήσει μια κοινή ταυτότητα παρακάμπτοντας τις κληρονομημένες διαφορές τους της εθνικότητας, γεωγραφίας και γλώσσας. Στην πραγματικότητα, <a href="http://www.amazon.com/Ghetto-Venice-Riccardo-Calimani/dp/0871314843" target="_blank>δημιούργησαν μια αυτάρκη «Εβραϊκή πόλη μέσα στη Χριστιανική πόλη»</a>, ακριβώς όπως οι Αφροαμερικανοί που μετανάστευσαν από τον αγροτικό νότο στη μητρόπολη του φορντισμού στα χρόνια του μεσοπολέμου δημιούργησαν «μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή» για να εξυπηρετήσουν τις συλλογικές ανάγκες τους που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες χάρη στον σκληρό λευκό αποκλεισμό. Θα βρείτε ένα ζωντανό πορτραίτο της ανέγερσης και σταθεροποίησης αυτής της Μαύρης Μητρόπολης, πλήρους με τις δικές της εκκλησίες και μέσα, οικήματα και μέρη διασκέδασης, επαγγελματικές υπηρεσίες και πολιτικές ομάδες, επιχειρήσεις και υπόγεια οικονομία, <a href="http://www.press.uchicago.edu/presssite/metadata.epl?mode=synopsis&#038;bookkey=3638645" target="_blank>στο βιβλίο με αυτόν τον τίτλο</a> που εκδόθηκε το 1945 από τους St. Clair Drake και Horace Cayton — έναν από τους κορυφαίους δέκα τόμους της παγκόσμιας κοινωνικής επιστήμης κι απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σοβαρό μελετητή της πόλης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας δίνει μια ιδέα για τους δυο αντινομικούς ρόλους που έχει παίξει το γκέτο στις δυο πλευρές της σχέσης εθνοφυλετικής κυριαρχίας που πραγματοποιεί, τις οποίες ιστορικοί της Εβραϊκής διασποράς στην Ευρώπη, ανθρωπολόγοι των καθεστώτων των κοινωνικών τάξεων σε Ασία και Αφρική, και κοινωνιολόγοι της μαύρης εμπειρίας στη βιομηχανική εποχή έχουν τεκμηριώσει αλλά, παραδόξως, αποτύχει να συνειδητοποιήσουν και να οργανώσουν θεματικά. Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι, από τη θέση της κυρίαρχης κατηγορίας, ένα γκέτο είναι εργαλείο για κυριαρχία μιας και περικόπτει απότομα το ζωτικό χώρο και τις ευκαιρίες ζωής της αποκλεισμένης κατηγορίας. Όμως, κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό, συλλαμβάνοντας το από κάτω κι από μέσα, <a href="http://bit.ly/aOU1jt" target="_blank">το γκέτο είναι μια ανθεκτική κοινωνικοχωρική ασπίδα</a>, ένας προστατευτικός θώρακας που δημιουργεί έναν ξεχωριστό βιόκοσμο (Lebenswelt) μέσα στον οποίο οι υποδεέστεροι μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα μακριά από την άμεση επαφή με τον κυρίαρχο. Έτσι από την άποψη των Εβραίων στην πρώιμη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη, από την άποψη των Αφροαμερικανών στη μητρόπολη του φορντισμού, το να είναι γκετοποιημένοι  τους πρόσφερε μια ξεχωριστή και προστατευμένη δική τους σφαίρα που ελαχιστοποιούσε την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και τριβή με τον κυρίαρχο, και τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν οικονομικό κεφάλαιο, να εξελίσσουν διακριτά είδη πολιτισμικού κεφαλαίου και να σχηματίζουν το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οργανώσουν και τελικά προκαλέσουν το στίγμα που έφεραν και τον αποκλεισμό που υπέφεραν. Η ισχύς του γκέτο ως ικριώματος κοινωνικής συνοχής και μηχανής πολιτισμικής παραγωγής επιτρέπει στους κατοίκους του να αντιστρέψουν το σθένος του αρνητικού συμβολικού κεφαλαίου που τους είχε καταλογιστεί συλλογικά – όπως εκδηλώθηκε με την επιδρομή του σλόγκαν “Black is Beautiful,”(το Μαύρο είναι Όμορφο) ταυτόχρονα με τα κύματα των εξεγέρσεων τη δεκαετία του ‘60 – και τελικά να επιτεθούν στο ίδιο το κοινωνικοχωρικό επινόημα που τους ορίζει και τους περιορίζει.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα βιβλίο μου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα Αγγλικά με τον τίτλο The Two Faces of the Ghetto – Τα δυο Πρόσωπα του Γκέτο  (το οποίο όσοι από εσάς ξέρετε άπταιστα Γερμανικά μπορείτε να διαβάσετε με τον πιο υποβλητικό τίτλο <em><a href="http://books.google.gr/books?id=gm7Gs-teZrQC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Lo%C3%AFc+Wacquant,+Das+Janusgesichte+des+Ghettos+und+andere+Essays&#038;source=bl&#038;ots=fDbTA2CLZp&#038;sig=XwQr0R6vsTs6hwEgO0v6TXPA0MU&#038;hl=el&#038;ei=IWuaTJWANcv44AaygvVR&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Das Janusgesich des Ghettos</a></em>), κάνω την παρατήρηση ότι τα γκέτο έχουν αντιμετωπιστεί μέσα από ένα στενό ηθικό πρίσμα συνοψισμένο από την λανθασμένα αυτονόητη εξίσωση:  μελετώ την φυλετική κυριαρχία = είμαι ενάντια στο ρατσισμό = τα αντικείμενα που μελετώ είναι καταδικαστέα.29 Σαν τύποι φυλετικής κυριαρχίας, τα γκέτο προσβάλλουν τις ηθικές ευαισθησίες μας στο μέτρο που παραβιάζουν τις ιερές και όσιες αρχές της ατομικής ισότητας κι αξιοπρέπειας για όλους. Σαν αποτέλεσμα, απεικονίζονται επίμονα σαν ειδεχθείς συναστερισμοί με αρνητικό νόημα που θέλεις να καταδικάσεις, να εμποδίσεις να συμβεί, ή να εργαστείς για να το υπονομεύσεις. Αλλά το γενναιόδωρο ηθικό αίσθημα που τροφοδοτεί αυτή την αγανάκτηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην κοινωνιολογική ανάλυση. (Αυτή είναι μια ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής αρχής του κοινωνικού επιστημονικού συλλογισμού που ο μέντορας και φίλος μου Pierre Bourdieu αγαπούσε να τονίζει: «Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή κοινωνιολογία.») </p>
<p><code><br />
</code>Η <em>κατηγορούσα προσέγγιση</em> (prosecutorial approach) που έχει κοινώς υιοθετηθεί από κοινωνικούς αναλυτές τους έχει εμποδίσει από το να αναγνωρίσουν πως ένα γκέτο είναι ένα διπρόσωπο επινόημα: είναι δια μιας και <em>αδιάσπαστα</em> ένα εργαλείο υποταγής και αγωγός προστασίας, ενότητας και συνοχής. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για <em>τα κρυμμένα και ενάντια στο ένστικτο οφέλη της γκετοποίησης</em>, που προσφέρει στην κατώτερη εθνοφυλετική κατηγορία ένα όχημα για αυτό-οργάνωση και κινητοποίηση κι έτσι τους επιτρέπει να μοχλεύσουν τη «δύναμή τους από κάτω». Γι’ αυτό τα γκέτο είναι δομικά ασταθείς σχηματισμοί που έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής (έξω από βασισμένους στο κράτος κοινωνικούς σχηματισμούς): φυτεύουν και μεγαλώνουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής ενδυναμώνοντας τους υποδεέστερους και ποντίζοντας άγκυρες σε προεξέχοντα και ξεκάθαρα εθνοφυλετικά σύνορα μπορούν να γίνουν στόχος επίθεσης – ενώ άλλοι σχηματισμοί εθνοφυλετικής κυριαρχίας, όπως θολές διακρίσεις και ο διασπασμένος διαχωρισμός του είδους που έζησαν οι μετααποικιακοί μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη ή οι Βραζιλιάνοι με το σκούρο δέρμα, για παράδειγμα, το κάνουν ακόμη πιο δύσκολο για έναν στιγματισμένο και φτωχό λαό να ενωθεί σαν ομάδα και να προκαλέσει την περιθωριοποίησή του. </p>
<p><code><br />
</code>Τι συνέβη στο γκέτο των μαύρων Αμερικάνων ύστερα από τις ταραχές της δεκαετίας του ’60; Αν κατανοήσετε ότι ένα γκέτο δεν είναι απλά ένα απομονωμένο μέρος, μια περιοχή με ερειπωμένα σπίτια και κοινωνική εγκατάλειψη, μια «κακόφημη» γειτονιά που περιέχει όλων των ειδών τις κοινωνικές παθολογίες, και μεταξύ αυτών τη φαυλότητα και τη βία (τι μπορεί να γίνει αφού καταρρεύσει)∙ αν κατανοείτε πως είναι ένα ιδιόμορφο κοινωνικοχωρικό επινόημα στοχευμένο προς την επίτευξη της οικονομικής εκμετάλλευσης και του κοινωνικού εξοστρακισμού, τότε μπορείτε να ανιχνεύσετε τα αίτια της βάναυσης κατάρρευσης του “Bronzeville” της Αμερικής ύστερα από την κορύφωση του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Το γκέτο διαλύθηκε και καταπλακώθηκε από τα ερείπιά του, όπως φάνηκε, υπό την πίεση τριών συγκλινουσών δυνάμεων. Η πρώτη είναι <em>οικονομική</em>: είναι η στροφή από την βιομηχανική οικονομία του Φορντ, αγκιστρωμένη από την εργοστασιακή παραγωγή τοποθετημένη μέσα στην πόλη και που απαιτούσε πλήθη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, σε μια αποκέντρωση βασισμένη στις υπηρεσίες οικονομία στην οποία ο αυτοματισμός, η παγκόσμια μετεγκατάσταση, και η ανανεωμένη μετανάστευση των κατώτερων τάξεων κατέστησε του μαύρους εργάτες περιττούς. Ο δεύτερος παράγοντας είναι <em>δημογραφικός και πολιτικός</em>: είναι αυτό που αποκαλώ η μεγάλη μετανάστευση <em>των λευκών</em>. Οι ιστορικοί έχουν γράψει σπουδαία βιβλία για τη μεγάλη μετανάστευση των μαύρων από το Νότο προς την πόλη του Βορρά μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων,<a title="_ftnref14" name="_ftnref14" href="#_ftn14">[14]</a> αλλά ακόμη περιμένουμε έναν κατανοητό απολογισμό της μαζικής λευκής φυγής προς τα προάστια σαν αντίδραση στη μαύρη είσοδο και της εκκωφαντικής επίδρασης της στην Αμερικάνικη κοινωνία, πολιτισμό και πολιτική.<a title="_ftnref15" name="_ftnref15" href="#_ftn15">[15]</a></p>
<p><code><br />
</code>Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι λευκοί έφυγαν κατά εκατομμύρια για να αναδημιουργήσουν στα προάστια την κοινωνική και χωρική απόσταση από τους μαύρους του νότου που συρρέουν στη μητρόπολη. Αυτή η τεράστια μετακίνηση πληθυσμού μετέθεσε το εκλογικό κέντρο βάρους της χώρας από τις κεντρικές πόλεις στα προάστια, μειώνοντας έτσι την πολιτική απήχηση ενός πληθυσμού που ζούσε μέσα στην πόλη κι είχε ήδη περιθωριοποιηθεί στην οικονομική σφαίρα. Επίσης προξένησε τη δημοσιονομική κρίση των πόλεων τη δεκαετία του ’70 που χρησιμοποίησαν οι πολιτικές ελίτ σαν πρόσχημα για να συρρικνώσουν τα προγράμματα για τους φτωχούς και να επαναπροσανατολίσουν την αστική πολιτική προς την πρόβλεψη εταιρικών υπηρεσιών και ανέσεις για τη μεσαία τάξη. Η τρίτη δύναμη που διέλυσε το γκέτο είναι η επιτυχημένη <em>μαύρη κινητοποίηση</em> εναντίον της λευκής κυριαρχίας, με το μορφή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων και το ριζοσπαστικό παρακλάδι του, το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, στράφηκαν στην μετωπική πρόκληση της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και της οικονομικής ανισότητας στη μητρόπολη.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέκλιναν στην κατάρρευση του γκέτο, που έδωσε τη θέση του σ’ έναν δυαδικό συναστερισμό συντεθιμένο από το υπεργκέτο και τις δορυφορικές μαύρες γειτονιές της μεσαίας τάξης.<br />
Η μαζική φυγή των λευκών στα προάστια δημιούργησε τις κενές θέσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στην Αφροαμερικάνικη μεσαία τάξη να μεταναστεύσει, να αναπτυχθεί εκεί, απομονωμένες περιοχές γειτονικές στο ιστορικό γκέτο, ξεχωριστά από τους λευκούς αλλά κι από τη μαύρη κατώτερη τάξη που είχε παγιδευτεί στη Bronzeville που κατέρρεε.<br />
Έτσι η δεκαετία του ‘70 εισήγαγε μια διπλή διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης και χωρικού διαχωρισμού του μαύρου πληθυσμού, με τρόπο που η κοινωνικοχωρική απομόνωση των Αφροαμερικανών στην πόλη συνεχίστηκε, αλλά μέσω ενός διχαλωτού επινοήματος που εξέφραζε  δυο ξεχωριστά αστικά δοχεία: το <em>υπεργκέτο</em>, για τις επισφαλείς φατρίες της εργατικής τάξης και απομονωμένες φυσικά και κοινωνικά γειτονιές διαχωρισμένες από το υπεργκέτο, για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις. </p>
<p><code><br />
</code>Τρεις ιδιότητες διαχωρίζουν το γκέτο του τέλους του αιώνα από το κοινό γκέτο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’10, άνθισε  γύρω στο ’50, και κατέρρευσε στα τέλη του ’60. Πρώτον, το υπεργκέτο στερείται οικονομικής λειτουργίας επειδή η εργατική δύναμη που περιέχει έχει καταστεί υπεράριθμη. Δεύτερον, ο οικονομικός πλεονασμός έχει οδηγήσει σε κοινωνική από-διαφοροποίηση και σε εξανέμιση της μαύρης μεγαλοαστικής τάξης, τόσο που το υπεργκέτο είναι διπλά διαχωρισμένο σε φυλή και τάξη. Τρίτον και αναμενόμενο, έχει απογυμνωθεί από το σύνολο των εσωτερικών θεσμών που προστάτευαν από την κυριαρχία και παρέχουν το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Οι κοινωνικοί θεσμοί του ιστορικού Bronzeville <a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">έχουν αντικατασταθεί από τις γραφειοκρατίες κοινωνικού ελέγχου του κράτους</a>: η πρόνοια μετατράπηκε σε ανταποδοτικότητα, τα δημόσια σχολεία υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, κι επιθετική αστυνομία, ποινικά δικαστήρια, κι ένα αδιάκριτο σύστημα φυλακών και οι προεκτάσεις του, δηλαδή οι πράκτορες που επιτηρούσαν τους υπό όρους αποφυλακισμένους.32 Εν ολίγοις, το υπεργκέτο είναι ένα κοινωνικοχωρικό επινόημα στραμμένο προς το γυμνό αποκλεισμό που διασπά τη μαύρη κοινότητα σε κοινωνικές τάξεις και δεν προσφέρει καμία από τις συλλογικές προστασίες και παράπλευρα οφέλη της γκετοποίησης.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ευρωπαϊκή απομόνωση: Από τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο αντιγκέτο</strong> </p>
<p><code><br />
</code>Ας διασχίσουμε τώρα τον Ατλαντικό για να ανιχνεύσουμε την πορεία της παρακμάζουσας περιφέρειας της Δυτικοευρωπαϊκής πόλης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Για να ξεκινήσουμε, αυτά τα εδάφη της εργατικής τάξης έχουν κοινώς απεικονιστεί – και υποτιμητικά χαρακτηριστεί- ως «γκέτο μεταναστών» στη διαμάχη μεταξύ μέσων και πολιτικής, όταν στην πραγματικότητα ήταν ανάμεικτες περιοχές και ως προς το επάγγελμα και ως προς την εθνικότητα.<a title="_ftnref16" name="_ftnref16" href="#_ftn16">[16]</a> Εκτός από μερικές τοπικές εξαιρέσεις, τα <em>banlieues</em> της Γαλλικής κατώτερης τάξης περιέχουν πληθυσμούς που είναι στην πλειοψηφία τους Γάλλοι και μίγματα κατοίκων που προέρχονται από μια έως δώδεκα ντουζίνες εθνικοτήτων. Ιστορικά, έχουν στηριχτεί στην εργασία σε εργοστάσια και χαρακτηριστεί από τη σφιχτή ενσωμάτωση της μισθωτής εργασίας, των δημοτικών υπηρεσιών, της εργατικής γειτονιάς και της οικογενειακής ζωής. Αυτή η στενή εφαρμογή όμως μεταξύ εργοστασίου, τοπικής εξουσίας, και κοινότητας διαλύθηκε υπό την πίεση της αποβιομηχανοποίησης και μαζικής ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης ως τρόπου πρόσβασης σε πολύτιμες κοινωνικές θέσεις, και αλλαγές στις κρατικές πολιτικές. </p>
<p><code><br />
</code>Θα εστιάσω στην κρατική πολιτική σε σχέση με τη στέγαση χαμηλών εισοδημάτων, μιας και αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Για το θέσουμε σχηματικά, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης έχουν κάνει μεταστροφή από την χρηματοδότηση κατασκευής κοινωνικής στέγασης για την εργατική τάξη στη χορήγηση επιδοτήσεων για ατομικά νοικοκυριά για να τους βοηθήσουν να κινηθούν προς την αγορά των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό έχει δώσει τη δυνατότητα σε οικογένειες της κατώτερης και μεσαίας τάξης να φύγουν από μεγάλα συγκροτήματα του δημόσιου τομέα και να κινηθούν σε ατομικά σπίτια σε ιδιωτικές εκτάσεις. Η προσφορά αυτών των υλικά σταθερών νοικοκυριών άφησε πίσω στις εργατικές κατοικίες μόνο οικογένειες τα εργατικής τάξης, ακριβώς όταν εκείνες υπονομεύονταν από μια δραματική αύξηση της ανεργίας και μια αμείλικτη εξάπλωση της αβέβαιης εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η φυσική φθορά, η οικονομική εξαθλίωση και η δημόσια δυσφήμιση της αστικής περιφέρειας που τώρα γίνεται παγκοσμίως αντιληπτή σαν <a href="http://the.sagepub.com/content/91/1/66.short" target="_blank">τα κολαστήρια των πόλεων στα οποία μόνο οι απόβλητοι της κοινωνίας θα ανέχονταν να ζήσουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Τίθεται τότε το ερώτημα: μήπως αυτά τα εξαθλιωμένα και στιγματισμένα εδάφη της εργατικής τάξης εξελίσσονται έτσι που να γίνονται γκέτο ή σαν γκέτο; Έχοντας σφυρηλατήσει μια ενδελεχή περιγραφή του τι είναι γκέτο, μπορούμε να παράσχουμε μια ενδελεχή απάντηση. Αν δεν είχαμε ξεκαθαρίσει εννοιολογικά τι εννοούμε με τον όρο, η ερώτηση θα ήταν είτε κενή νοήματος ή ανεπίλυτη. Ανάλογα, αν επιμείνετε στην αδιαμόρφωτη ακόμη παραδοσιακή έννοια που κυριαρχεί σαν ρεύμα στην καθημερινή ζωή, στα μέσα, και σε μεγάλους τομείς της έρευνας, στην θολή και μονίμως μεταστρεφόμενη συνηθισμένη σύλληψη του γκέτο σαν μια «κακή γειτονιά», ή μια απομονωμένη, φτωχή, βίαιη, ή ερειπωμένη περιοχή στην οποία θα προτιμούσατε να μην πάτε ή να ζήσετε, τότε μπορείτε να βρείτε γκέτο σχεδόν παντού. Και τα γκέτο εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται, εξαρτώμενα από ένα πλήθος συγκυριακών παραγόντων όπως τις τάσεις του εγκλήματος και τα ποσοστά ανεργίας! Τότε όμως, αν δεχτούμε οποιονδήποτε από αυτούς τους ορισμούς, οι δυο περιπτώσεις – κανόνες του γκέτο, τα <em>gietto</em> της Βενετίας, της Φλωρεντίας, ή της Ρώμης του δέκατου έκτου αιώνα και οι Bronzeville που άνθισαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στο Σικάγο, το Ντητρόιτ, ή τη Νέα Υόρκη δεν ήταν γκέτο! Έχει λοιπόν η περιφέρεια της εργατικής τάξης των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης κυλήσει προς την κατεύθυνση των γκέτο; Η απάντησή μου σ΄ αυτή των ερώτηση είναι σταθερά και απερίφραστα <em>αρνητική</em>. Θα σας κατευθύνω στο <em>Απόβλητοι των Πόλεων</em> για τις εμπειρικές λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να τονίσω τέσσερις τάσεις που δείχνουν πως οι κακόφημες περιοχές της Ευρωπαϊκής μητρόπολης έχουν ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε μπορούμε να πούμε ότι μετατρέπονται σε αντιγκέτο – αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή τη γλώσσα, την οποία δε θεωρώ ούτε εύστοχη ούτε χρήσιμη. </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, γκετοποίηση σημαίνει ότι τα μέλη μιας περιορισμένης κατηγορίας αναγκάζονται να ζήσουν σε ένα ξεχωριστό χώρο κρατημένο γι’ αυτούς, που μηχανικά μεταφράζεται στην αύξηση της <em>εθνικής ομοιογένειας</em>. Όμως οι παρακμιακές περιοχές της Κόκκινης Ζώνης του Παρισιού και τα συγγενή <em>banlieues</em> της Γαλλίας έχουν γίνει λιγότερο ομοιογενή ως προς αυτό στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Όταν έκανα έρευνα πεδίου στην πόλη La Courneuve το 1991, κοντά στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle, ο πληθυσμός που κατοικούσε σ’ αυτό το κακόφημο συγκρότημα κατοικιών των Les Quatre mille προερχόταν από εικοσιέξι εθνικότητες. Όταν επέστρεψα σ’ αυτή την πόλη για να συζητήσω για το βιβλίο μου με τοπικούς ακτιβιστές το 2006, ανακάλυψα ότι το συγκρότημα τώρα φιλοξενούσε γύρω στις 62 εθνικότητες. </p>
<p><code><br />
</code>Ένας δεύτερος δείκτης γκετοποίησης είναι η αυξανόμενη <em>οργανωτική πυκνότητα</em>: μια στιγματισμένη κατηγορία τοποθετημένη σε έναν κρατημένο γι’ αυτήν θύλακα θα τον γεμίσει με δικούς της θεσμούς, όπως έχει καταγραφεί στην ανάπτυξη κι αυξημένη διαφοροποίηση άτυπων και επίσημων οργανισμών. Αλλά τα εδάφη της εργατικής τάξης σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη, από τις κεντρικές περιοχές της Βρετανίας στο Γερμανικό Ruhr και στα <em>quartieri degradati</em> των πόλεων της βόρειας Ιταλίας, έχουν γίνει μάρτυρες του τελείως αντίθετου: της παρακμής και του θανάτου των τοπικών οργανισμών, ειδικά εκείνων που προσφέρουν αρωγή στη βιομηχανική εργατική τάξη και στη σφαίρα της εργασίας και σ’ αυτή της γειτονίας. Περισσότερο συχνά, οι σύλλογοι παρόντες σ’ αυτές τις περιοχές είναι άμεσα ή έμμεσα παρακλάδια του κράτους, και συγκεκριμένα, δημόσιες  γραφειοκρατίες και κοινοτικές αντιπροσωπείες που στηρίζονται στο χρήμα του κράτους. </p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, νωρίτερα τόνισα ότι το γκέτο είναι μια <em>μηχανή πολιτισμικής συγχώνευσης</em> που τρέφει την ανάδυση ενός κοινού ιδιώματος ταυτοποίησης και διεκδίκησης δικαιωμάτων που περικλείει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του στιγματισμένου πληθυσμού. Έτσι η γκετοποίηση διέβρωσε τη διάκριση μεταξύ των Ασκενάζι και των Σεφαραδιτών στην περίπτωση των Εβραίων, και παρόμοια λείανε τις διαφορές μεταξύ Νέγρων και μιγάδων που είχαν τη φιλοδοξία να αναγνωριστούν σαν ξεχωριστή κατηγορία μέχρι τη δεκαετία του ’20 στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Και πάλι, τα παρηκμασμένα εδάφη της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης αποκλίνουν από αυτό το σχήμα μέσα στην αξιοθρήνητη αποτυχία τους να εξασφαλίσουν μια ενοποιημένη ταυτότητα για τους κατοίκους τους. Εδώ και τριάντα χρόνια, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν ανακοινώσει ότι το «γκέτο» έχει φτάσει στη Γαλλία κι έχουν καταγγείλει, με τρομαχτικούς όρους, την υποτιθέμενη «Αμερικανοποίηση» της πόλης, στην πραγματικότητα όμως οι κάτοικοι των <em>banlieues</em> παραμένουν βαθιά διχασμένοι ως προς την τάξη, την εθνικότητα, την εθνότητα (μέσα στην εθνικότητα), την ηλικία, και τη γενιά. Ένα παράδειγμα: στην La Courneuve, πριν από τρεις δεκαετίες στους ενοικιαστές του Les Quatre mille παραχωρήθηκε η ελεύθερη χρήση ενός οικοπέδου της πόλης για να χτίσουν ένα τζαμί.  Όμως οι διάφοροι πληθυσμοί που εξασκούν την Ισλαμική πίστη – Μαροκινοί, Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Τούρκοι, λιγοστοί Κινέζοι, κι αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών από την Ανατολική Αφρική – έχουν αποδειχτεί ανίκανοι να έλθουν στην ελάχιστη συμφωνία να ξεκινήσει το έργο, εφόσον ο καθένας επιθυμεί να λειτουργεί τον δικό του ξεχωριστό τόπο λατρείας. Ο φόβος πως το Ισλάμ θα μπορούσε να προβάλει μια κοινή κοσμοθεωρία κι ένα ιδίωμα ικανό να ενοποιήσει μετααποικιακούς μετανάστες στα Γαλλικά <em>banlieues</em>, στα Βρετανικά “sink estates,” (εργατικές κατοικίες), στο Γερμανικό <em>Problemquartier</em>, κλπ., έχει αποδειχτεί αβάσιμος. Ο μόνος συμβολικός δείκτης που μοιράζονται οι κάτοικοι των Γαλλικών <em>banlieues</em> είναι το στίγμα ότι κατοικούν σε μια περιοχή εγκατάλειψης. </p>
<p><code><br />
</code>Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό του γκέτο είναι ότι τα όριά του είναι <em>αδιαπέραστα</em>, καθώς στοχεύει στον περιορισμό όλων των μελών της στοχοθετημένης κατηγορίας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους και την κοινωνική θέση. Τα Εβραϊκά γκέτο της προεπαναστατικής Ευρώπης, σαν αυτά της Φρανκφούρτης και της Πράγας, είχαν πλούσιους και φτωχούς Εβραίους μαζί∙ το Bronzeville του Σικάγο είχε κλειδωμένες μέσα στην περίμετρό του όλες τις τάξεις των μαύρων, από τους άπορους μέχρι τους εύπορους, τους εγκληματίες και τους ευυπόληπτους, ακόμη κι ενώ αυτοί  συνέρεαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στη Μαύρη Ζώνη. Όχι και τόσο στην Ευρωπαϊκή αστική περιφέρεια, όπου οι οικογένειες των μετααποικιακών μεταναστών που ανεβαίνουν στην κοινωνική κλίμακα – μέσα από τα σχολεία, ήσσονος σημασίας επιχειρηματικότητα, έμμισθη απασχόληση (συχνά στο δημόσιο τομέα), ή γάμους – άμεσα μετακομίζουν έξω από τις φτωχογειτονιές τους. Και, όπως με τους Λατινόφωνους και τις αποκαλούμενες Ευρωπαϊκές εθνικές μειονότητες, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα οδηγεί σε χωρική διασπορά και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι Αλγερινοί κυριαρχούσαν κάποτε στο βόρειο Les Quatre mille, τη συστάδα του συγκροτήματος στη La Courneuve όπου έκανα παρατηρήσεις το 1991∙ είκοσι χρόνια αργότερα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από αυτό το συγκρότημα (για να αντικατασταθούν από οικογένειες Ανατολικοαφρικάνικης και Ασιατικής προέλευσης). Εκείνοι και τα παιδιά τους έχουν μεταναστεύσει σε παρόμοια συγκροτήματα στην Κόκκινη Ζώνη του Παρισιού ή ανέβηκαν στην κοινωνική δομή και διασκορπίστηκαν στον αστικό χώρο, αφού αναμείχθηκαν με «λευκές» Γαλλικές οικογένειες παρόμοιας κοινωνικής τάξης. Υπάρχει μια ευμεγέθης ψευδο-αστική και αστική τάξη Βοριεοαφρικανικής προέλευσης στη Γαλλία – που μερικές φορές  χαρακτηρίζεται ως <em>beurgeoisie</em> (αστική τάξη προερχόμενη από Αραβικές χώρες)– αλλά δεν υπάρχουν πουθενά αναγνωρίσιμες περιοχές της μεσαίας τάξης των <em>beur</em> Βορειοαφρικανών.<a title="_ftnref17" name="_ftnref17" href="#_ftn17">[17]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, οι φθίνουσες περιοχές της κατώτερης τάξης της Ευρωπαϊκής μητρόπολης γίνονται  όλο και πιο εθνικά ετερογενείς και λιγότερο πυκνές οργανωτικά∙ τα όρια τους είναι πορώδη κι απέτυχαν να σφυρηλατήσουν μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Κι από τις τέσσερις απόψεις, υπακούν σε μια κοινωνικοχωρική δυναμική ακριβώς αντίθετη από αυτή που παράγει ένα γκέτο. Γι’ αυτό τα αποκαλώ αντιγκέτο, μέσω της πρόκλησης που θέλω να απευθύνω στους θιασώτες της μοδάτης θέσης της «Αμερικανοποίησης» της Ευρωπαϊκής πόλης. Ύστερα από προσεκτική εξέταση, η γλώσσα της γκετοποίησης αποδεικνύεται θεμελιωδώς ακατάλληλη για να περιγράψει την αστική απομόνωση στη Δυτική Ευρώπη στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p><code><br />
</code>Επιτρέψτε μου τώρα, σαν συμπέρασμα, να έρθω στο τελευταίο στοιχείο στην εξίσωση της αστικής απομόνωσης. Για να κατανοήσουμε τη λογική  υποβαθμισμού στην Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή μητρόπολη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων πληθυσμοί διαχωρίζονται και σπρώχνονται στον πυθμένα του συστήματος διαστρωμάτωσης των χώρων που συνθέτουν την πόλη. Στις ΗΠΑ, ο εξορισμός σε γκέτο καθορίζεται από την εθνικότητα – δηλαδή, από αυτή την αλλόκοτη παραλλαγή της απαρνημένης εθνικότητας που κοινώς αποκαλούμε «φυλή» &#8211;  και μεταγενέστερα μεταβλήθηκε σε τάξη (με την ανάδειξη του ντουέτου που σχηματίστηκε από το υπεργκέτο και το δορυφόρο της διαχωρισμένης μαύρης μεσαίας τάξης), και ευδιάκριτα εντάθηκε από το κράτος μέσω των οικονομικών, προνοιακών, εκπαιδευτικών, στεγαστικών και υγειονομικών πολιτικών του, όλες εκ των οποίων  εργάζονται προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης των ανισοτήτων στην πόλη και της κατοχύρωσης της φτώχειας. Μπορούμε να αθροίσουμε αυτή τη δυναμική με τον αλγεβρικό τύπο: (E > Τ) x Κ που σημαίνει «η κοινωνικοχωρική απομόνωση καθορίζεται από έναν συνδυασμό όπου η εθνικότητα υπερτερεί της τάξης και πολλαπλασιάζεται από το κράτος». Αντίθετα, στη Δυτική Ευρώπη, η τάξη προηγείται της εθνικότητας στον καθορισμό του υποβιβασμού, και η περιθωριοποίηση είναι προστατεύεται σθεναρά κι εν μέρει μετριάζεται από το κράτος, μέσω ενός συνδυασμού καθολικής κοινωνικής προστασίας και στοχευμένων παρεμβάσεων που σκοπό έχουν να ελέγξουν την αστική μετάβαση, δίνοντας μας τον αλγεβρικό τύπο: (Τ > E) χ Κ.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό διευκρινίζει την πρώτη λέξη στον τίτλο της διάλεξής μου: «Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό πρώτο αιώνα». Και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αποδεικνύεται τελικά ότι ο μεγάλος αρχιτέκτονας της αστικής περιθωριοποίησης, λόγω παράλειψης ή ανάθεσης, είναι το κράτος. Το κράτος είναι ο παράγοντας που θέτει τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες η κατανομή των ανθρώπων, πηγών, και δραστηριοτήτων επιτελείται κατά μήκος του ανά δυο χώρου που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης. Μέσα από τα διάφορα προγράμματά του, από την πολεοδομία, τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, τη δημοσιονομική πολιτική, και τις επενδύσεις υποδομής, μέχρι την εδαφικά διαφοροποιημένη πρόβλεψη για ουσιαστικά δημόσια αγαθά όπως η στέγαση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, και η αστυνόμευση, το κράτος καθορίζει την έκταση της απόστασης μεταξύ της κορυφής και της βάσης της τάξης μέσα στην πόλη∙ τα οχήματα, τους δρόμους, και την ευκολία με την οποία αυτή η απόσταση μπορεί να διανυθεί∙ Και ποια είδη κοινωνικοχωρικής απομόνωσης βγάζουν ρίζες κι αναπτύσσονται (αν οι στερημένες και κακόφημες κατηγορίες θα μαντρωθούν σ’ ένα γκέτο, έναν εθνικό θύλακα, ή σε μια φτωχογειτονιά∙ πόσο μεγάλο είναι το σύστημα των φυλακών πόσο κλειστές κι απομονωμένες είναι οι περιοχές της ανώτερης τάξης, κλπ.). Μέσα από τη δομή και τις πολιτικές τους, μοτίβα δράσεων και μη, ο Λεβιάθαν καθορίζει την έκταση, εξάπλωση, και ένταση της περιθωριοποίησης στην πόλη. Αυτό υπονοεί ότι, στο βαθμό που συνεργάζονται για να διαμορφώσουν το δομημένο περιβάλλον, οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες μετέχουν στην παραγωγή του χώρου της κοινωνικοχωρικής υποβάθμισης. Και θα εμπλακούν ακόμη περισσότερο στο σχεδιασμό της αστικής απομόνωσης καθώς οι προηγμένες κοινωνίες όλο και πιο πολύ στηρίζονται σε χωρικές «λύσεις» για κακοφορμισμένα κοινωνικά προβλήματα στη διττή μητρόπολη.<a title="_ftnref18" name="_ftnref18" href="#_ftn18">[18]</a></p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Αυτή είναι μια συνοπτική κι αναθεωρημένη εκδοχή της έκτης διάλεξης Roth-Symonds και της εναρκτήριας ομιλίας στο Συμπόσιο για τους Χωρικούς Αναλφαβητισμούς, που ανακοινώθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Yale στις 27 Μαρτίου, 2009. Έχω αποκόψει πολλά διαφωτιστικά παραδείγματα και αναλυτικές παρεκβάσεις, αλλά διατήρησα την προφορική μορφή της ομιλίας.  Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Iben Falconer και Όλγα Παντελίδου που ευγενικά στάθηκαν σαν οδηγοί μου στο σύντομο ταξίδι μου στη γη της αρχιτεκτονικής του Yale, και τον Jack Brough για την υπομονετική του βοήθεια στην προετοιμασία αυτού του κειμένου, και τους Megan Comfort και Zach Levenson για καθυστερημένα αλλά οξύνοα σχόλια που βοήθησαν στη διευκρίνισή του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για μια συζήτηση για το πρακτικό υπόβαθρο και τους θεωρητικούς στόχους αυτών των δυο βιβλίων, δείτε την ανακεφαλαίωση των αναλυτικών διασυνδέσεων τους στο Loïc Wacquant , “The Body, the Ghetto and the Penal State,” <em>Qualitative Sociology</em> 32, νο. 1 (Μάρτιος 2009): 101–29.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Το <em>Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης</em> (δεύτερη έκδοση, 1989) αποδίδει έξι έννοιες στο ρήμα “to seclude”∙  οι δυο πρώτες εξυπηρετούν πολύ καλά το σκοπό μου: «Κλείνω εκτός, εγκλείω ή περιορίζω έτσι ώστε να αποτρέψω την πρόσβαση ή την επιρροή από έξω. Επίσης, εγκλείω ή περιορίζω (ένα υλικό αντικείμενο) σε ένα ξεχωριστό μέρος»∙ «Με μια ευρύτερη έννοια: Αποσύρω ή προφυλάσσω από τη δημόσια θέα∙ υπαναχωρώ από ευκαιρίες κοινωνικής συναναστροφής». Η σημασιολογική ευρύτητα του όρου εκτείνεται μέχρι την περίληψη των εννοιών του εξοστρακισμού και της απέλασης. Στα μεσαιωνικά μεσαία Αγγλικά, το ρήμα to seclude επίσης σήμαινε αποστερώ δικαιώματος, αποκλείω κάποιον από ένα προνόμιο ή την αξιοπρέπειά του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Edward J. Blakely και Mary Gail Snyder, <em>Fortress America: Gated Communities in the United States</em> (Washington, DC: Brookings Institution, 1999); Rowland Atkinson and Sarah Blandy, επ., <em>Gated Communities: International Perspectives</em> (New York: Routledge, 2006).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Allan H. Spear, <em>Black Chicago: The Making of a Negro Ghetto</em>, 1890–1920 (Chicago: University of Chicago Press, 1968); Gilbert Osofsky, <em>Harlem: The Making of a Ghetto — Negro New York, 1890–1930</em>, 2η έκδοση. (New York: Harper and Row, 1971); Kimberley L. Phillips, <em>Alabama North: African-American Migrants, Community, and Working-Class Activism in Cleveland, 1915–1945</em> (Urbana: University of Illinois Press, 1999).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Η αναλογία υψώνεται στο επίπεδο της ομολογίας όταν κάποιος θυμάται ότι η φυλακή επινοήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα όχι σαν μηχανισμός που τιμωρεί το έγκλημα αλλά σαν εργαλείο χαλιναγώγησης του αστικού περιθωρίου και για να ενσταλάξουν την ηθική της εργασίας στους «γεροδεμένους ζητιάνους» που απειλούσαν τη δημόσια τάξη και τις εργασιακές σχέσεις στην αναδυόμενη καπιταλιστική πόλη. Βλ. Pieter Spierenburg, <em>The Prison Experience: Disciplinary Institutions and their Inmates in Early Modern Europe</em> (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1991).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Loïc Wacquant , “Deadly Symbiosis: When Ghetto and Prison Meet and Mesh,” <em>Punishment &#038; Society</em> 3, . 1 (Φθινόπωρο 2001): 95–133; Wacquant, <em>Punishing the Poor</em>, κεφάλαιο 6.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn8" name="_ftn8" href="#_ftnref8"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Stephen Cornell, <em>The Return of the Native: American Indian Political Resurgence</em> (Oxford: Oxford University Press, 1988). Αυτή είναι επίσης η περίπτωση των ιθαγενών Κανάκ στη Νέα Καληδονία, ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού που αποτέλεσε Γαλλική Αποικία κι όπου πραγματοποίησα τις πρώτες κοινωνιολογικές μου έρευνες στη δεκαετία του ’80, που αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην πρώην Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία ανέπτυξε ένα διπλό σύστημα δικαίου και ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκε με κτήματα/καταυλισμούς που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Βλ. Claude Liauzu, επ., <em>Dictionnaire de la colonisation française</em> (Paris: Larousse, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn9" name="_ftn9" href="#_ftnref9"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτό το μέτωπο από τις προκλητικές έρευνες του ανθρωπολόγου Michel Agier που έχει ακολουθήσει τις δυναμικές της περιθωριοποίησης μελετώντας την «καταστροφή» της πόλης σε περιπτώσεις που κυμαίνονται από περιοχές κατώτερης τάξης σε παρακμή μέχρι τα γκέτο και τα στρατόπεδα προσφύγων απ’ όλο τον κόσμο και ατόμων που έχουν εκτοπισθεί σε τρεις ηπείρους. Βλ. Michel Agier, <em>L’Invention de la ville: Banlieues, townships, invasions et favelas</em> (Paris: Archives Contemporaines, 1999); Agier, <em>Gérer les indésirables: Des camps de réfugiés au gouvernement humanitaire</em> (Paris: Flammarion, 2008).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn10" name="_ftn10" href="#_ftnref10"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Επιπλέον, οι περισσότερες μελέτες των κοινοτήτων των πυλών έχουν εκπονηθεί από πολεοδόμους κι ανθρωπολόγους, δυο επιστημονικοί κλάδοι των οποίων οι μεθοδολογικές τάσεις τους αναγκάζουν να απομονώνουν τα αντικείμενα τους από τις μεγαλοδομές τις εξουσίας. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn11" name="_ftn11" href="#_ftnref11"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wacquant, “Deadly Symbiosis.”</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn12" href="#_ftnref12"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Martin J. Murray, <em>Taming the Disorderly City: The Spatial Landscape of Johannesburg After Apartheid</em> (Ithaca: Cornell University Press, 2008); A.J. Christopher, <em>The Atlas of Changing South Africa</em> (New York: Routledge, 2001).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn13" name="_ftn13" href="#_ftnref13"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[13]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Thomas Lee Philpott, <em>The Slum and the Ghetto: Immigrants, Blacks, and Reformers in Chicago, 1880–1930</em> (New York: Oxford University Press, 1978); Stanley Lieberson, <em>A Piece of the Pie: Blacks and White Immigrants Since 1880</em> (Berkeley: University of California Press, 1980).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn14" name="_ftn14" href="#_ftnref14"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[14]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ., για παράδειγμα, Joe William Trotter, Jr., επ., <em>The Great Migration in Historical Perspective: New Dimensions of Race, Class, and Gender</em> (Bloomington: Indiana University Press, 1991); Alferdteen Harrison, επ., <em>Black Exodus: The Great Migration from the American South</em> (Indianola, MI: University Press of Mississippi, 1992); James N. Gregory, <em>The Southern Diaspora: How the Great Migrations of Black and White Southerners Transformed America</em> (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn15" name="_ftn15" href="#_ftnref15"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[15]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βασικά συστατικά των συντηρητικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 και στα προάστια και στην πόλη, όπως η εξέγερση κατά της φορολογίας, η ώθηση προς την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, και η ζήτηση για σχολικά κουπόνια, καθιερώθηκαν μέσα στο χωνευτήρι της «λευκής φυγής» ως μια απόπειρα ενός ισχυρού κοινωνικοχωρικού κινήματος για να αντεπιτεθούν και να αντιστρέψουν ακόμη τις κατακτήσεις του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Βλ. Kevin M. Kruse, <em>White Flight: Atlanta and the Making of Modern Conservatism</em> (Princeton: Princeton University Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn16" name="_ftn16" href="#_ftnref16"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[16]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Jean-Marc Stébé, <em>La Crise des banlieues: Sociologie des quartiers sensibles</em>, 3η έκδοση (Paris: Presses Universitaires de France, 2007) για τη Γαλλία, και Sako Musterd, Alan Murie, και Christian Kesteloot, επ., <em>Neighbourhoods of Poverty: Urban Social Exclusion and Integration in Comparison</em> (London: Palgrave Macmillan, 2006), για την Ευρώπη γενικότερα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn17" name="_ftn17" href="#_ftnref17"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[17]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Wihtol de Wenden and Rémy Leveau, <em>La Beurgeoisie</em> (Paris: CNRS Editions, 2007). Παραγόμενος από την αντιστροφή της λέξης <em>arabe</em> στην αργκό, ο όρος <em>beur</em> χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ζωή και στη δημόσια συζήτηση για να προσδιορίσει του Γάλλους Μαροκινής καταγωγής (αν και πολλοί από αυτούς τον βρίσκουν προσβλητικό και τον απορρίπτουν). </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn18" name="_ftn18" href="#_ftnref18"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[18]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για ένα διαφωτιστικό παράδειγμα, διαβάστε τον απολογισμό του Fairbanks του έργου της ανεπίσημης οικονομίας ανόρθωσης σπιτιών για ναρκομανείς κι αλκοολικούς μέσα στην καρδιά της πόλης της Φιλαδέλφεια σαν ένας «νέος τρόπος περιορισμού που αναμιγνύει κι αναταράσσει τους άπορους σε περιοχές εδαφικά συγκεντρωμένης φτώχειας» στην μεταπρονοιακή εποχή της νεοφιλελεύθερης μετάβασης. Robert P. Fairbanks, <em>How It Works: Recovering Citizens in Post-Welfare Philadelphia</em> (Chicago: University of Chicago Press, 2009), 268.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2517</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Chantal Mouffe &#8211; Από την ανταγωνιστική πολιτική προς έναν αγωνιστικό δημόσιο χώρο</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2474</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2474#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:59:19 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Chantal Mouffe]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Chantal Mouffe]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[αριστερά]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2474</guid>
		<description><![CDATA[Τα βίαια ξεσπάσματα που έχουν σημειωθεί σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις τα τελευταία χρόνια εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα σε σχέση με την ικανότητα που διαθέτουν τα κράτη και οι πόλεις μας για την καλλιέργεια μιας σθεναρής δημοκρατικής ζωής, αναγνωρίζοντας το ρόλο της διαμάχης και αποτρέποντας τη βίαιη έκφρασή της.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Chantal Mouffe" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/mouffe.jpg"><img title="Chantal Mouffe" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/mouffe.jpg" alt="Chantal Mouffe" hspace="5" vspace="5" width="101" height="141" align="left" /></a></p>
<p>Τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία ενός έφηβου από έναν αστυνομικό, η Αθήνα γνώρισε  ένα ξέσπασμα βίαιων διαμαρτυριών. Αντιδρώντας αρχικά στην αστυνομική βία, οι διαδηλωτές δεν διατύπωσαν συγκεκριμένη ατζέντα. Οι διαδηλώσεις, που κινητοποίησαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού- ιδίως της νεολαίας- σταμάτησαν μερικές βδομάδες αργότερα. Παρόμοια ξεσπάσματα έχουν σημειωθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις τα τελευταία χρόνια (π.χ. στα <em>banlieues</em> του Παρισιού) και εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα σε σχέση με την ικανότητα που διαθέτουν τα κράτη και οι πόλεις μας για την καλλιέργεια μιας σθεναρής δημοκρατικής ζωής,  αναγνωρίζοντας το ρόλο της διαμάχης και αποτρέποντας τη βίαιη έκφρασή της.<span id="more-2474"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Μία συνέντευξη στην Τζία Γαλάτη </strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση:</strong> Απεικονίζουν τέτοιου είδους πράξεις, στην αναλογία τους και τον συσσωρευμένο θυμό που φέρουν, το γεγονός ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αποτυγχάνουν στη δημιουργία χώρου για διαφωνία; Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η έμφαση στη συναίνεση έχει υπονομεύσει την ικανότητα των πολιτικών παικτών να διατυπώνουν τη διαφωνία με τρόπους αναγκαίους για τη δημοκρατική ζωή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Πράγματι, αυτό ακριβώς σκεφτόμουν τη στιγμή που τα γεγονότα αυτά συνέβαιναν. Ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα για ένα από τα επιχειρήματά μου: ότι αν δεν υιοθετήσεις μια αγωνιστική μορφή πολιτικής, αν δεν αναλάβεις την ευθύνη ώστε διάφορες διαμάχες και μάχες να αποκτήσουν πολιτική μορφή έκφρασης, τότε οι διαμάχες αυτές όταν ξεσπούν, ξεσπούν με βίαιη μορφή. Συσχέτισα αυτό που έγινε στην Αθήνα το 2008 με τα <em>banlieues</em> στη Γαλλία. Πρόκειται για ένα παρόμοιο φαινόμενο, καθώς δεν υπήρχαν σαφή πολιτικά αιτήματα. Για να καταλάβουμε τις ομοιότητες μεταξύ των δυο περιπτώσεων, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι, αντίθετα με πολλές ερμηνείες, αυτό που έγινε στα <em>banlieues</em> δεν ήταν εθνικό ή θρησκευτικό φαινόμενο, ήταν ένα διαφορετικό φαινόμενο, μια διαίρεση που αφορούσε τη νεολαία. Η διαμάχη στην περίπτωση αυτή ξέσπασε με πολύ βίαιο τρόπο αλλά δεν διατυπώθηκαν συγκεκριμένα αιτήματα. Κι ασφαλώς ήταν δύσκολο για τους ανθρώπους να συμβιβαστούν μ’ αυτό γιατί αναρωτιόντουσαν: ʺ Τι θέλουν; Τι ζητούν;ʺ Είναι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα: ασφαλώς, στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχε θέμα εθνότητας ή θρησκείας, αλλά νομίζω ότι τα δυο φαινόμενα έχουν πολλά κοινά σημεία. Πρόκειται σαφώς για την έκφραση μιας κρίσης εκπροσώπησης στην πολιτική που οφείλεται σε μια πολιτική μετακίνηση προς το κέντρο, ιδίως από την πλευρά των σοσιαλιστών  και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που μοιάζουν να ταυτίζονται με ένα είδος μεσαίας τάξης και αφήνουν πολλά τμήματα του πληθυσμού, όπως οι παραδοσιακοί εργάτες και η νεολαία, χωρίς λόγο μέσα από τον οποίο να μπορούν να απευθύνουν τα αιτήματά τους. Δεν υπάρχει πολιτική μορφή έκφρασης γι’ αυτά τα αιτήματα, έτσι που όταν η διαμάχη ξεσπά, ξεσπά με ανταγωνιστικό και όχι με αγωνιστικό τρόπο.</p>
<p><code><br />
</code>Το κύριο σημείο της ανάλυσής μου είναι ότι αυτό που αποκαλώ <em>το Πολιτικό</em> έχει να κάνει με τη διάσταση της διαμάχης: μια διαμάχη που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω του διαλόγου και δεν μπορεί να πάψει να υπάρχει. Είναι μια ανταγωνιστική διαμάχη, δηλαδή μια διαμάχη για την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ορθολογική λύση. Υπάρχουν ασφαλώς πηγές διαμάχης στις οποίες μπορούμε να βρούμε ορθολογική λύση ή λύση με την οποία να συμφωνούν όλοι. Από την άλλη πλευρά, οι ανταγωνιστικές διαμάχες συνδέονται με μια συγκεκριμένη αντίληψη πλουραλισμού, με την έννοια που του έδωσε ο Μαξ Βέμπερ ή ο Νίτσε, έναν πλουραλισμό αξιών που δεν μπορούν να συμφιλιωθούν μεταξύ τους. Αυτό διαφέρει πολύ από τη φιλελεύθερη αντίληψη του πλουραλισμού, καθώς για τους φιλελεύθερους ο πλουραλισμός συνεπάγεται ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις στον κόσμο, αλλά αν μπορούσαμε να δούμε τα πράγματα από την πλευρά άλλων, θα βλέπαμε ότι όλες αυτές οι αξίες μαζί σχηματίζουν ένα αρκετά αρμονικό σύνολο. Είναι η μορφή πλουραλισμού που συναντάμε στη φιλελεύθερη σκέψη. Έπειτα υπάρχει ένας άλλος πλουραλισμός, που είναι ο πλουραλισμός με ανταγωνισμό- η αναγνώριση δηλαδή ότι ο πλουραλισμός συνεπάγεται  διαμάχες που δεν έχουν ορθολογική λύση. Αυτό είναι που ονομάζω διάσταση του Πολιτικού.</p>
<p><code><br />
</code>Από την ώρα που θα το αναγνωρίσουμε, είναι επίσης σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η ανταγωνιστική διαμάχη μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές. Μπορεί να λάβει καθαρά ανταγωνιστική μορφή σε ό, τι αφορά τη διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού μέσω της οποίας τα μέρη στη διαμάχη μοιράζονται κάποιο κοινό έδαφος και  ο αντίπαλος αντιμετωπίζεται ως εχθρός που πρέπει να καταστραφεί. Αυτό το είδος διαμάχης δεν συμβιβάζεται με μια βιώσιμη δημοκρατία γιατί μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο. Υπάρχει όμως ένας άλλος τρόπος όπου αυτή η ανταγωνιστική διαμάχη μπορεί να εκφραστεί κι αυτό είναι που ονομάζω αγωνιστική μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε μέρη που αντί να αντιμετωπίζουν τους αντιπάλους τους ως εχθρούς, τους συμπεριφέρονται όπως σε αντιπάλους, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει αναγνώριση της νομιμότητας των αιτημάτων του Άλλου. Γνωρίζουμε ότι διαφωνούμε και ότι δεν μπορούμε να συμφιλιώσουμε τις απόψεις μας αλλά συμφωνούμε ότι οι αντίπαλοί μας δικαιούνται να έχουν διαφορετική θέση. Αυτή  η μορφή έκφρασης νομίζω ότι είναι συμβατή με τη δημοκρατική κοινωνία.</p>
<p><code><br />
</code>Η διάσταση της διαμάχης δεν μπορεί να εξαλειφθεί- αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι πώς να τη διαχειριζόμαστε. Η παραδοσιακή άποψη θα ήταν να βρούμε τρόπους να δημιουργήσουμε συναίνεση. Αυτή είναι η άποψη που κριτικάρω: η ιδέα ότι δημοκρατία είναι η προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης. Εγώ λέω ότι το κυριότερο καθήκον της δημοκρατίας δεν είναι η επίτευξη συναίνεσης αλλά η διαχείριση της διαφωνίας έτσι ώστε να μην οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο ή να μην κατασταλεί με αυταρχικό τρόπο, η εξεύρεση μορφών που κάνουν τη συνύπαρξη δυνατή και μπορούν να συντελέσουν σε κάποια μορφή ελευθερίας και αναγνώρισης των διαφορών- για μένα,  αυτό σημαίνει ανοχή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Το πρότυπο του αγωνιστικού πλουραλισμού που προτείνετε συνεπάγεται τη δημιουργία θεσμών που μπορούν να εξημερώσουν τις διαμάχες. Πώς μπορεί ο αγωνιστικός πλουραλισμός να θεσμοποιηθεί;  Ή μήπως είναι στην εγγενή λογική του να αποφεύγει τις επίσημες δομές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Με εξημέρωση της διαμάχης δεν εννοώ να καταργηθεί η διαμάχη αλλά να μπορούμε να της δίνουμε συμβολική μορφή και, γι’ αυτό, οι θεσμοί είναι πρωταρχικής σημασίας. Ασφαλώς δεν πιστεύω ότι η εγγενής λογική του  αγωνιστικού πλουραλισμού είναι να αποφεύγει την επίσημη δομή. Στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά είναι μια από τις πιο καίριες προϋποθέσεις για την ύπαρξη της αγωνιστικής πολιτικής. Είναι ένας τρόπος αναγνώρισης ότι η κοινωνία είναι διαιρεμένη. Κι αυτό είναι που έχει εξαφανιστεί με την ασάφεια μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και την ιδέα του  Τρίτου Δρόμου για το κέντρο, καθώς η τελευταία δεν επιτρέπει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών λύσεων. Όταν η διαμάχη δεν μπορεί να πλαισιωθεί σε ένα πολιτικό λεξιλόγιο, όταν για παράδειγμα η κυρίαρχη ιδεολογία ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πια Αριστερά και Δεξιά, τότε φυσικά η διαμάχη δεν εξαφανίζεται αλλά εκφράζεται με διαφορετική μορφή.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα βιώνουμε ένα είδος ηθικοποίησης της πολιτικής: η πολιτική σήμερα γίνεται με ηθική ορολογία, όχι μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς αλλά διατυπώνεται ως Σωστό και Λάθος, πράγμα που μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνο. Ένα από τα πιο σαφή παραδείγματα είναι εκείνο του Τζορτζ Μπους, που χρησιμοποίησε τον όρο ʺ άξονας του κακούʺ και τα λοιπά. Αντί να χρησιμοποιούμε πολιτικό λεξιλόγιο, χρησιμοποιούμε ηθικό λεξιλόγιο. Αυτό βέβαια δεν προάγει καθόλου την αγωνιστική πολιτική επειδή από την ώρα που κάποιος θεωρεί τον αντίπαλό του κακό, δεν μπορεί να εμπλακεί μαζί του σε καμιά αγωνιστική μορφή, κανείς δεν πρόκειται να δεχτεί τη νομιμότητα του κακού, θα θελήσουν να τους εξοντώσουν. Κι αυτό δεν είναι συμβατό με μια δημοκρατική πολιτεία. Εάν η διαμάχη δεν μπορεί να εκφραστεί με πολιτικό λεξιλόγιο, θα εκφραστεί με άλλες μορφές που δεν είναι διαχειρίσιμες από τους δημοκρατικούς θεσμούς. Είναι σημαντικό λοιπόν να διατηρήσουμε αυτούς τους θεσμούς μέσω των οποίων μπορεί να εκφραστεί η διαίρεση, οι άνθρωποι να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και να έχουν τη δυνατότητα παραγματικών επιλογών. Σήμερα η συμμετοχή έχει γίνει της μόδας αλλά συχνά δεν συνεπάγεται καμιά δυνατότητα απόφασης. Οι εκλογές είναι σημαντικές αλλά υπάρχουν άλλες μορφές εκπροσώπησης, που μπορούν να επιτρέψουν μια αγωνιστική συμμετοχή, όπου κανείς να  μπορεί να αποφασίσει μεταξύ πραγματικά αντικρουόμενων εναλλακτικών λύσεων. Χωρίς αυτό, δεν μπορούμε να έχουμε αγωνιστική πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code>Για να επανέλθουμε στην περίπτωση των <em>banlieues</em> στη Γαλλία ή στην εξέγερση στην Ελλάδα, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή αυτοί οι νέοι δεν είχαν κανάλι ή θεσμό ή μορφή με την οποία να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί. Είναι εντελώς αποκλεισμένοι από την πολιτική. Είναι λοιπόν εντελώ κατανοητό όταν θέλουν να εκφραστούν να το κάνουν με τρόπους που είναι ανταγωνιστικοί. Πιστεύω ότι θα παρατηρούμε όλο και περισσότερα τέτοια φαινόμενα λόγω του αυξανόμενου πληθυσμού των νέων που δεν αισθάνονται ότι υπάρχει χώρος γι’αυτούς για να εκφράσουν τους προβληματισμούς τους.</p>
<p><code><br />
</code>Σε σχέση με τον εξτρεμισμό, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν μπορούν όλες οι διαμάχες να μετατραπούν σε αγωνιστικές διαμάχες. Μια αγωνιστική μορφή πολιτικής δεν εξαλείφει τη δυνατότητα ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δυο περιπτώσεις: υπάρχουν μερικά αιτήματα που σε μια δεδομένη στιγμή βρίσκουν έναν τρόπο έκφρασης για τον οποίο δεν υπάρχει θεση στην αγωνιστική πολιτική, αλλά πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να τα ενσωματώσουμε. Ωστόσο, δεν μπορούν όλα τα αιτήματα να αποτελέσουν μέρος μιας αγωνιστικής δημόσιας σφαίρας, επειδή ορισμένα από αυτά θα έθεταν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη της αγωνιστικής πολιτικής. Εκεί πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι μορφές εξτρεμισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Για να πάρουμε μια ακραία περίπτωση, θυμάμαι, για παράδειγμα, τη φατφά κατά του Σάλμαν Ρούσντι: υπήρχαν τότε εξτρεμιστές μουσουλμάνοι στη Βρετανία,  με δυνατή φωνή, που ισχυρίζονταν ότι έπρεπε να τους δοθεί το δικαίωμα να σκοτώσουν τον Ρούσντι ʺνόμιμαʺ, επειδή υπήρχε φατφά που έλεγε ότι ο Ρούσντι ήταν ένας άπιστος. Ισχυρίζονταν λοιπόν ότι η θρησκεία τους τούς πρόσταζε να σκοτώσουν τον Ρούσντι. ʺΕάν θέλετε να αναγνωρίσετε τον πλουραλισμό των απόψεων, τότε πρέπει να μας δώσετε το δικαίωμα να σκοτώσουμε τον Ρούσντιʺ, υποστήριζαν, ʺεπειδή αυτό μας υπαγορεύει η θρησκεία μαςʺ. Φυσικά οι Βρετανοί αρνήθηκαν αλλά οι εξτρεμιστές απάντησαν ʺαν δεν μας αναγνωρίζετε αυτό το δικαίωμα, τότε δεν είστε πλουραλιστές, είστε ολοκληρωτικοίʺ. Θυμάμαι ότι  ορισμένοι φιλελεύθεροι προβληματίστηκαν, σκέφτηκαν ότι το επιχείρημα αυτό μπορεί να είχε βάση. Για μένα, δεν υπάρχει απολύτως κανένας χώρος σε μια αγωνιστική πολιτική για να γίνουν αποδεκτά ως νόμιμα τέτοια αιτήματα. Ορισμένα αιτήματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, γιατί αν γίνουν θα υπονομεύσουμε τη βάση του πλουραλιστικού συστήμαος. Γι’ αυτό μιλάω για συγκρουσιακή συναίνεση.</p>
<p><code><br />
</code>Σε μια αγωνιστική μορφή πολιτικής χρειαζόμαστε μια μορφή συναίνεσης, που αποτελείται από βασικές εθνο-πολιτικές αρχές, γύρω από τις οποίες θα οργανώσουμε τη συνύπαρξή μας- δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα για όλους. Είναι όμως, ασφαλώς, μια συγκρουσιακή συναίνεση γιατί θα υπάρχουν πάντα αντικρουόμενες ερμηνείες αυτών των αρχών και δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος για να φτάσουμε σε συναίνεση για την πραγματική ερμηνεία. Παρόλα αυτά, μπορεί να υπάρξει ένας συμβολικός χώρος στον οποίον να λαμβάνει χώρα η μάχη μεταξύ ερμηνειών.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Έχετε ασκήσει κριτική στα κυρίαρχα παραδείγματα της πολιτικής σκηνής ότι υποτιμούν τη σημασία των πολιτικών παθών, τα οποία θεωρείτε ότι αποτελούν μέρος της οικοδόμησης των πολιτικών ταυτοτήτων. Ο αγωνιστικός πλουραλισμός προτείνεται επομένως ως εναλλακτική λύση που δεν αποβάλλει τα πολιτικά πάθη, αλλά εστιάζεται, αντίθετα, στην εξημέρωσή τους. Θεωρείτε ότι είναι εφικτή ή επιθυμητή η εξημέρωση των πολιτικών παθών; Ποιες είναι οι ενδεχόμενες συνέπειες της διατήρησης των βίαιων εκφράσεων σε σχέση με  το σχέδιο του αγωνιστικού πλουραλισμού;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Τα δυο σημεία είναι ασφαλώς αλληλοσυνδεόμενα, αλλά η έμφαση είναι διαφορετική. Υπάρχουν δυο σημεία στα οποία ασκώ κριτική στους φιλελεύθερους δημοκράτες θεωρητικούς: ένα από τα μειονεκτήματα αυτής της θεωρίας είναι, βέβαια, η πίστη ότι ο στόχος μιας δημοκρατικής πολιτείας είναι η δημιουργία συναίνεσης. Γι’ αυτούς, το θέμα είναι η επίτευξη συναίνεσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν ότι μια από τις κινητήριες δυνάμεις στην πολιτική είναι αυτό που αποκαλώ πολιτικά πάθη. Λέγοντας πάθος δεν εννοώ αυτό που θα θεωρούσατε ατομικό πάθος αλλά ό, τι έχει να κάνει με τη συγκινησιακή διάσταση που κινητοποιείται για τη δημιουργία συλλογικής ταυτότητας. Με αυτό θέλω να τονίσω ότι όταν οι άνθρωποι δρουν πολιτικά, κινούνται από τα συμφέροντά τους και τις ορθολογικές απόψεις τους, που δεν συνδέονται αναγκαστικά με τα συμφέροντά τους και θα μπορούσαν να έχουν έναν ηθικό χαρακτήρα, αλλά υπάρχει επίσης μια συγκινησιακή διάσταση. Αυτό που κριτικάρω στο κυρίαρχο πρότυπο της πολιτικής θεωρίας είναι ο ορθολογισμός. Η πίστη ότι οι άνθρωποι κινούνται κυρίως από τον ορθολογισμό, είτε από κάποιον ορθολογισμό συμφερόντων είτε από τον επικοινωνιακό ορθολογισμό (σύμφωνα με τον Habermas) και αποβάλλουν οτιδήποτε έχει να κάνει με τον συγκινησιακό παράγοντα: επιθυμία, μορφές ταύτισης, ό,τιδήποτε συγκινησιακό. Νομίζουν ότι πρέπει να απομακρυνθούν από την πολιτική επειδή πιστεύουν ότι είναι κάτι που μπορεί να παρέμβει στο στόχο της συναίνεσης.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Εισάγετε σε αυτή τη διαδικασία την ιδέα του επηρεασμού, της εκπαίδευσης των παθών με την έννοια που ανέπτυξε ο Rorty;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Ο Rorty συνήθιζε να μιλάει για συγκίνηση. Νομίζω ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ πάθους και συγκίνησης επειδή υπάρχει κάτι πιο δραματικό και πιο επικίνδυνο στη λέξη πάθος. Η συγκίνηση είναι λίγο άτολμη για μένα, υπερβολικά πολιτισμένη. Η ιδέα του πάθους είναι ακριβώς αυτό που διακυβεύεται στο θέμα της ταύτισης. Είναι αδύνατον να καταλάβεις τη φύση και τη δύναμη του εθνικισμού αν δεν λάβεις υπόψη το ρόλο του συγκινησιακού παράγοντα. Η διάσταση αυτή μπορεί να διοχετευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, αυτό που εννοώ με την εξημέρωση των παθών είναι ότι θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε αυτή τη διάσταση και να μην προσπαθούμε να την καταργήσουμε απ’ την πολιτική, αλλά να προσπαθούμε να επιδράσουμε σ’ αυτήν, να την κινητοποιήσουμε, γιατί σε τελική ανάλυση υπάρχουν και θετικά πάθη, όπως για παράδειγμα το πάθος για δικαιοσύνη.</p>
<p><code><br />
</code>Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που έχουμε αυτή τη δυσαρέσκεια με τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι επειδή το υπάρχον είδος πολιτικής προσπαθεί να εξαλείψει οτιδήποτε έχει να κάνει με την κινητοποίηση των παθών- εκτός από τα δεξιά λαϊκίστικα κινήματα. Κι αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει και είναι μια από τις κύριες θέσεις μου στο ʺΓια το Πολιτικόʺ:  η άνοδος των δεξιών λαϊκίστικων κινημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι τα πιο παραδοσιακά δημοκρατικά κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έχουν γίνει ορθολογικά και έχουν  κατά συνέπεια αγνοήσει αυτή τη διάσταση. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να αναπτυχθεί αυτό που θα αποκαλούσα μια μορφή αριστερής λαϊκίστικης κινητοποίησης.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στη δημοκρατία υπάρχει αναγκαστικά μια λαϊκίστικη διάσταση που συνδέεται με το γεγονός ότι αυτό που διακυβεύεται  είναι η ύπαρξη ενός ʺλαούʺ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδος λαού και πώς οικοδομείται; Ο Σπινόζα είχε μεγάλη επίγνωση του ρόλου των παθών. Είπε ότι υπάρχουν δυο  σημαντικά πάθη: ο φόβος και η ελπίδα. Και νομίζω ότι είναι σημαντικό να το γνωρίζουμε αυτό σήμερα: επειδή το κύριο πάθος που χρησιμοποιείται από τη δεξιά είναι ο φόβος, για παράδειγμα ο φόβος των μεταναστών. Εάν επιχειρήσεις να κινητοποιήσεις το πάθος του φόβου, τότε θα αρχίσεις βέβαια να βλέπεις τμήματα του πληθυσμού ως εχθρούς. Αυτό είναι καίριο στην αντίληψη της δεξιάς πολιτικής. Υπάρχουν καταστάσεις που ανάλογα με τον τρόπο που θα συζητηθούν και θα αποδομηθούν μπορούν επίσης να αναδομηθούν κινητοποιώντας το πάθος της ελπίδας. Μια κρίση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια ευκαιρία για αλλαγή, μια ελπίδα για κάτι καλύτερο και μπορεί ακόμη να γίνει αντιλητπή ως κάτι απειλητικό. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίον παρεμβαίνουμε για να κινητοποιήσουμε τον συγκινησιακό παράγοντα και το πάθος είναι σημαντικός. Αυτό εννοώ με την εξημέρωση. Στην πραγματικότητα δεν μου αρέσει πολύ αυτός ο όρος, στα γαλλικά υπάρχει μια πολύ καλύτερη λέξη: apprivoiser, amadouer. Είναι μια πολύ πιο ευγενική λέξη. Η λέξη εξημέρωση συνεπάγεται υπακοή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπό το φως της οικονομικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, πώς βλέπετε το ρόλο της Αριστεράς;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Είναι πολύ κρίμα που η κρίση αυτή, η οποία θα μπορούσε να δώσει μια ευκαιρία για ένα κύμα αριστερής πολιτικής, χάθηκε. Η αριστερά δεν είχε εναλλακτικό λόγο, απορροφήθηκε εντελώς από τον τρίτο δρόμο, αποδέχτηκαν τελικά ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές και, ακόμη περισσότερο, σε πολλές χώρες συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την κατάσταση. Σκεφτείτε τους Εργατικούς στη Βρετανία ή τη Γαλλία όπου η αριστερά ηγήθηκε των ιδιωτικοποιήσεων κ.λ.π. Δεν μπορούσαν να τους δουν ως μέρος της λύσης επειδή ήταν μέρος του προβλήματος, καθώς είχαν εμπλακεί οι ίδιοι σε αυτές τις πολιτικές.</p>
<p><code><br />
</code>Παρόλα αυτά, νομίζω ότι αυτή η κρίση θα αφήσει κάτι θετικό, παρότι έχουμε ξαναγυρίσει στις ασχολίες μας, ως συνήθως. Ήταν πραγματικά ενδιαφέρον που είδαμε αυτή τη μεταστροφή: από το κράτος που είχε διαμονοποιηθεί στο κράτος που έγινε σωτήρας. Και θα υπήρχε η δυνατότητα για μια πολύ πιο προοδευτική παρέμβαση του κράτους, αλλά φυσικά το κράτος παρενέβη για να βοηθήσει τις τράπεζες και ύστερα επέστρεψε στην προηγούμενη κατάσταση. Η ευκαιρία αυτή χάθηκε. Συμβολικά, ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός δέχτηκε ισχυρό πλήγμα και εάν τα κόμματα της Αριστεράς είναι ικανά να κάνουν την αυτοκριτική τους,  έχει δημιουργηθεί ένας χώρος ώστε η Αριστερά να εξετάσει την ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Αυτός ο χώρος έχει καταληφθεί από κοινωνικά κινήματα που είναι πιο ευέλικτα και ικανά να διατυπώσουν έναν εναλλακτικό λόγο διαφορετικό από εκείνον της επίσημης Αριστεράς;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Αυτό που με απασχολεί, αν σκεφτούμε την κατάσταση της Αριστεράς σήμερα, είναι ότι με μερικές εξαιρέσεις υπάρχει πραγματικά χάσμα ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς και τα κινήματα της κοινωνίας των πολιτών. Και ασφαλώς η πιο δημιουργική, ενδιαφέρουσα σκέψη υπάρχει σε αυτού του είδους τα κινήματα. Εκεί οι άνθρωποι επιχειρούν να φανταστούν έναν διαφορετικό κόσμο, εκεί υπάρχει ένα ενδιαφέρον επίπεδο σκέψης. Δυστυχώς, η πλειοψηφία αυτών των κινημάτων είναι εναντίον των κομμάτων και εναντίον των υπαρχόντων πολιτικών θεσμών και δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση με τις επίσημες οργανώσεις, με τα συνδικάτα και τα λοιπά. Είναι πραγματικά ένα σοβαρό πρόβλημα γιατί δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να αλλάξει τα πράγματα χωρίς να εγκαθιδρύσει μια συνέργεια ανάμεσα σ’ αυτούς τους διαφορετικούς παίκτες. Καταλαβαίνω πολύ καλά την αντιπάθεια αυτών των κινημάτων σε σχέση με τα πολιτικά κόμματα, γιατί τα κόμματα προσπαθούν συχνά να τα αποβάλουν, να τα εξουδετερώσουν ή να ψηφίσουν για την εισδοχή νέων μελών γι’ αυτό και είναι δύσκολο γι΄αυτά να εγκαθιδρύσουν μια ισότιμη βάση. Είναι δύσκολο αλλά νομίζω ότι είναι αναγκαίο και δεν μπορώ να δώ καμιά μορφή πραγματικά προοδευτικής μεταμόρφωσης χωρίς αυτό.</p>
<p><code><br />
</code>Το σύγχρονο παράδειγμα που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στην Ευρώπη  είναι <a href="http://die-linke.de/" target="_blank">η Die Linke</a> (η Αριστερά) στη Γερμανία, επειδή είναι ένα κόμμα που  βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, θέλει να δώσει μια εναλλακτική στον νεοφιλελευθερισμό και, ακόμη περισσότερο, ένα κόμμα που δουλεύει πολύ με τα κοινωνικά κινήματα. Είναι επίσης ένα κόμμα που θέλει να έρθει στην εξουσία. Μια πολύ διαφορετική περίπτωση είναι αυτή του <em><a href="http://www.npa2009.org/" target="_blank">Nouveau Parti Anti-Capitaliste</a></em> (Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα) στη Γαλλία, επειδή δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση με την κυβέρνηση, κανένα είδος συμμαχίας, ούτε καν με κόμματα που βρίσκονται στα αριστερά των σοσιαλιστών. Είναι βασικά ένα κόμμα διαμαρτυρίας, όχι ένα κόμμα που προσδοκά να έρθει στην εξουσία. Δεν βλέπω να υπάρχουν πολλές ελπίδες εκεί. Αντίθετα, η die Linke έχει μια γερή βάση στις συνδικαλιστικές  ενώσεις και την πρώην Ανατολική Γερμανία, είναι το πιο υποσχόμενο παράδειγμα για το πώς κανείς μπορεί να επανεφεύρει τις αριστερές πολιτικές στην Ευρώπη. Η λύση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο κόμμα ή στο κίνημα, είναι η δυναμική της συνέργειας και της σχέσης ανάμεσά τους και αυτό συνεπάγεται νέες μορφές οργάνωσης και για τα δυο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Όπως διαπιστώνουμε  στις τελευταίες δεκαετίες, στον κόσμο, οι διαμάχες διεξάγονται  όλο και περισσότερο στις πόλεις. Μολονότι αυτό θέτει νέες προκλήσεις στην επίλυση των συγκρούσεων και των τραυμάτων που αφήνουν πίσω τους, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε  ότι οι πόλεις και η εγγύτητα που συνεπάγονται  φέρνουν στο προσκήνιο τον καθημερινό ρόλο του ανταγωνισμού και τη διαμόρφωση ενός αγωνιστικού δημόσιου χώρου. Νομίζετε ότι η πόλη ως τόπος όπου οι διαφορές συνυπάρχουν  μπορεί να εξημερώσει βίαιες διαμάχες  μέσα από μια καθημερινή αγωνιστικότητα.;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Δεν βλέπω κάποιο προνόμιο για τις πόλεις απ’ αυτή την άποψη. Αυτό που αμφισβητώ εδώ είναι η ιδέα ότι αυτή η εγγύτητα μπορεί να προάγει αγωνιστικές διαμάχες. Τα παραδείγματα των <em>banlieues</em> κ.λ.π. αφορούν ανταγωνιστικές και όχι αγωνιστικές διαμάχες. Δεν πιστεύω ότι η ίδια η πόλη προάγει μια αγωνιστική μορφή διαμάχης. Στην πραγματικότητα, αποτελεί την αφετηρία για πολλές ανταγωνιστικές διαμάχες. Νομίζω ότι η πρόκληση είναι η δημιουργία ενός αγωνιστικού δημόσιου χώρου στις πόλεις έτσι ώστε οι διαμάχες, όταν προκύπτουν, να μην λαμβάνουν τη μορφή ανταγωνισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που είναι ενδιαφέρον για το αστικό είδος διαμάχης, αυτή τη στιγμή, είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα που έχουν αυτές οι διαμάχες. Αυτό συνδέεται με το θέμα της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού και με αυτό <a href="http://books.google.gr/books?id=N3VZWhA-OhoC&amp;pg=PA176&amp;lpg=PA176&amp;dq=david+harvey+new+imperialism+%22accumulation+through+dispossession%22&amp;source=bl&amp;ots=kRuZICormY&amp;sig=Trz_2wQyas2Da76yTaTY_u4ATCI&amp;hl=el&amp;ei=7gaZTJqEOejO4wavs_Bu&amp;sa=X&amp;oi=book_result&amp;ct=result&amp;resnum=2&amp;ved=0CCUQ6AEwAQ#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">που ο David Harvey αποκάλεσε</a> &#8220;συσσώρευση μέσω στέρησης&#8221;. Ο Harvey επινόησε αυτή την έννοια για να δείξει τη διαφορά ανάμεσα στο πρωτόγονο είδος συσσώρευσης και τις νέες μορφές συσσώρευσης που χαρακτηρίζουν τη νεοφιλελεύθερη μορφή καπιταλισμού –κυρίως μέσα από διάφορες μορφές ιδιωτικοποίησης, καθιέρωσης μονοπωλίων και τα λοιπά. Ασφαλώς, όπως τονίζει ο ίδιος ο Harvey, η κατηγορία της εργατικής τάξης πρέπει να διευρυνθεί για να περιλάβει μεγαλύτερα τμήματα πληθυσμού. Οι περισσότεροι από μας αποτελούμε εν δυνάμει μέρος αυτής της τάξης. Ορισμένοι ασκούν κριτική, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια παραδοσιακά μαρξιστική θέση, ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε την έννοια της τάξης, να τη διατυπώσουμε με άλλο τρόπο. Πιστεύω όμως ότι είναι σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη αυτού που ονομάζουμε  στην <em><a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Hegemony_and_Socialist_Strategy" target="_blank">Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική</a></em> &#8220;αλυσίδα ισοδυναμιών&#8221;.  Υπάρχουν πολλές μάχες που θα μπορούσαν να ενοποιηθούν για να αγωνιστούμε εναντίον του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Πολλές από αυτές τις μάχες λαμβάνουν χώρα στις πόλεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό είναι που κάνει <a href="http://www.righttothecity.org/" target="_blank">την πρωτοβουλία για το Δικαίωμα στην Πόλη</a> στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρουσα. Είναι ένας τρόπος για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια κοινή μάχη. Σ’ αυτή την περίπτωση η αλυσίδα ισοδυναμιών  παίζει καίριο ρόλο για να αναγνωρίσουμε ότι πολλοί άνθρωποι επηρεάζονται με διάφορους τρόπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια ήδη υπαρκτή συναίνεση ανάμεσά τους, καθώς υπάρχει συχνά διαμάχη ανάμεσά τους.  Η ενότητα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Αυτός είναι ο λόγος που διαφωνώ <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Multitude">με την έννοια της &#8220;πολλαπλότητας&#8221; στους Hardt και Negri</a>, γιατί συνεπάγεται ότι η πολλαπλότητα απολαμβάνει ήδη αυτό το είδος ενότητας. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι πιθανό, μέσω της πολιτικής διατύπωσης, όλες αυτές οι διαμάχες να δημιουργήσουν αλυσίδες ισοδυναμιών, αλλά αυτό είναι κυρίως πολιτικό έργο. Και νομίζω ότι το κίνημα Δικαίωμα στην Πόλη αποτελεί έναν ενδιαφέροντα χώρο όπου όλοι οι διαφορετικοί άνθρωποι που επηρεάζονται να μπορούν να έρθουν σε επαφή και να συζητήσουν, να δουν τι κοινό έχουν και να δημιουργήσουν μια αγωνιστική δημόσια σφαίρα.</p>
<p><code><br />
</code>Με την ευκαιρία, επιμένω πάντα ότι αυτό ισχύει στον πληθυντικό, δεν αφορά μόνο μια αγωνιστική δημόσια σφαίρα. Είναι ένας καίριος χώρος για πολιτική παρέμβαση προκειμένου να καλλιεργηθεί μια αγωνιστική πολιτική. Οι διαμάχες αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια έκρηξη ανταγωνισμών.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση της χωροταξικής φύσης της πολιτικής. Ήταν πάντα σημαντικό αλλά είναι κάτι που η μαρξιστική θεωρία αργεί πολύ να αναγνωρίσει. Οι κριτικοί γεωγράφοι προώθησαν πολύ αυτή την άποψη. Γίνεται πάλι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σε αυτό το επίπεδο και νομίζω ότι η λανθασμένη κατανόηση της έννοιας του χώρου μπορεί να οδηγήσει σε μια λανθασμένη μορφή πολιτικής. Δυστυχώς ορισμένοι κριτικοί γεωγράφοι είναι επηρεασμένοι από τους Deleuze και Guattari. Νομίζω ότι υπάρχει πραγματικά πρόβλημα με τον τρόπο που  τους αντιμετωπίζουν ορισμένοι γεωγράφοι ή οι Hardt και Negri. Η θέση τους είναι ότι η παγκοσμιοποίηση και η  απεδαφοποίηση είναι αναγκαστικά θετική και οδηγεί στη δημιουργία ενός ομαλού χώρου,  ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το κράτος, το έθνος και την οικογένεια. Αντίθετα με αυτή την ιδέα της δημιουργίας ενός ομαλού χώρου, υποστηρίζω <a href="http://books.google.gr/books?id=xgrVr6Y_3ZcC&amp;pg=PA131&amp;lpg=PA131&amp;dq=Doreen+Massey+striated+space&amp;source=bl&amp;ots=9nqQUoc19a&amp;sig=JDF3XjfSI5irDQaJnVFE66K5tIM&amp;hl=el&amp;ei=oweZTN-aGs3h4Aa88Ng9&amp;sa=X&amp;oi=book_result&amp;ct=result&amp;resnum=4&amp;ved=0CCwQ6AEwAw#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">την αντίληψη της Doreen Massey</a>, που λέει ότι ο χώρος είναι πάντα γραμμωμένος, δεν μπορεί ποτέ να είναι ομαλός επειδή είναι οργανωμένος  γύρω από γεωμετρίες εξουσίας- με το δικό μου λεξιλόγιο θα έλεγα ότι ο χώρος είναι πάντα ηγεμονικά δομημένος. Το θέμα λοιπόν δεν είναι να πάμε σε έναν ομαλό χώρο, αλλά να μεταμορφώσουμε τις &#8220;<a href="http://www.upress.umn.edu/Books/M/massey_space.html" target="_blank">γεωμετρίες εξουσίας</a>&#8221; (Massey). Θα είμαστε πάντα μέσα στις γεωμετρίες εξουσίας αλλά κάποιες από αυτές θα είναι πιο δημοκρατικές, πιο προοδευτικές από άλλες. Γι’ αυτό κριτικάρω την ιδέα της εξόδου και της εγκατάλειψης που υποστηρίζουν οι Hardt  και Negri. Αντιπαραθέτω σ’ αυτό τον πόλεμο της θέσης του Gramsci. Πρέπει να έχουμε μια στρατηγική δέσμευσης με αυτές τις γεωμετρίες εξουσίας και μέσω του πολέμου της θέσης σε πολλαπλά επίπεδα, να προσπαθήσουμε να τις μεταμορφώσουμε. Μπορείτε να δείτε γιατί μια διαφορετική έννοια του χώρου μπορεί να καταλήξει σε ένα διαφορετικό είδος πολιτικής.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2474</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Joseph Halevi &#8211; Η Ευρώπη σε κρίση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2183</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2183#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 23 Jun 2010 11:02:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Joseph Halevi]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[κρίση δημόσιου χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Joseph Halevi]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[Γερμανία]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[χρέος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2183</guid>
		<description><![CDATA[Ο Joseph Halevi υποστηρίζει ότι η κρίση δεν ξεκίνησε λόγω του υπερβολικού ελληνικού ελλείμματος. Θα μπορούσε να γίνει μια διαχείρησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο επινοώντας κοινές πολιτικές για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής, και ειδικότερα της ελληνικής ανάπτυξης, καθώς αυτή είναι η μόνη θεραπεία που δεν σκοτώνει τον ασθενή.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a title="Joseph Halevi" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/josephhalevi.gif"><img title="Joseph Halevi" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/06/josephhalevi.gif" alt="Joseph Halevi" hspace="5" vspace="5" width="135" height="150" align="left" /></a></p>
<p>Ο Joseph Halevi υποστηρίζει ότι η κρίση δεν ξεκίνησε λόγω του υπερβολικού ελληνικού ελλείμματος. Θα μπορούσε να γίνει μια διαχείρησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο επινοώντας κοινές πολιτικές για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής, και ειδικότερα της ελληνικής ανάπτυξης, καθώς αυτή είναι η μόνη θεραπεία που δεν σκοτώνει τον ασθενή. Οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, αποσυντονίζουν ολόκληρο το σύστημα των υπηρεσιών και υποδομών στο οποίο στηρίζεται μια σύγχρονη κοινωνία, μειώνοντας το ποσοστό του χρέους οριακά ή και καθόλου.<span id="more-2183"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Μέρος Πρώτο: Ο γερμανικός χώρος συσσώρευσης</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην ευρωζώνη και στην Ε.Ε. αντανακλά τη διαίρεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρεις ομάδες.</p>
<p><code><br />
</code>Γύρω από τη Γερμανία υπάρχει μια ομάδα  νεομερκαντιλιστικών χωρών, η οποία αποτελείται από την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Αυστρία και τη Σκανδιναβία. Ο νεομερκαντιλισμός τους μπορεί να θεωρηθεί ισχυρός εξαιτίας των σταθερών πλεονασμάτων τους στις εξαγωγές- που πραγματοποιούνται κατά κύριο λόγο στο εσωτερικό της Ευρώπης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η τάση των αυξανόμενων ελλειμμάτων με την Ασία δεν αντισταθμίζεται από το κυμαινόμενο πλεόνασμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα εξωτερικά καθαρά ισοζύγια της ομάδας δεν εξαρτώνται ιδιαίτερα από την ονομαστική υποτίμηση του νομίσματος. Η σαφής αυτή θέση βασίζεται στο συνδυασμένο αποτέλεσμα της διατήρησης μιας ισχυρής βιομηχανίας κεφαλαιουχικών αγαθών που συνδέεται μέσω Γερμανίας με τις παγκόσμιες ολιγοπωλιακές εταιρίες και της επίδειξης, από μακροοικονομικής άποψης, ενός πολύ χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης. Η Γερμανία δεν είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης. Από τη δεκαετία του 1970, η Δυτική Ευρώπη είχε συστηματικά έναν πολύ υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης τονώνοντας έτσι τις εξαγωγές από τη Γερμανία και τους οικονομικούς δορυφόρους της. Κατά συνέπεια, η νεομερκαντιλιστική ομάδα  αποτελεί μια κλασική περίπτωση μονοπωλιακού κεφαλαίου, που μεταβλήθηκε σε  μια μακρονοικονομική θεσμοποιημένη ρύθμιση μέσα από την ίδια τη διαδικασία της construction europeenne , την οποία ήθελε η Γαλλία.</p>
<p><code><br />
</code>Στο παρελθόν, η Γερμανία στόχευε στη σταθερή ισοτιμία συναλλάγματος για να αποφεύγει τις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Στο πλαίσιο ενός ενιαίου νομίσματος, ένας τέτοιος στόχος μεταβάλλεται σε ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό των αποδοχών. Η εσωτερική αποτελμάτωση διασφαλίζει ότι οι γερμανικές αποδοχές αυξάνουν λιγότερο από την παραγωγικότητα. Το  σύστημα  των συμβατικών υποχρεώσεων της χώρας, που βασίζεται σε μια νεομερκαντιλιστική συμφωνία με τις συνδικαλιστικές ενώσεις, επιτρέπει το χάσμα μεταξύ παραγωγικότητας και αποδοχών να είναι πιο ευνοϊκό για το κεφάλαιο απ’ ό, τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κατά συνέπεια, η χαμηλή ανάπτυξη στη Γερμανία ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της μέσω του αποπληθωρισμού των αποδοχών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι ενώ η Ευρώπη δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς τις γερμανικές μηχανολογικές και τεχνολογικές εισροές, η Γερμανία δεν είναι ένας εισαγωγέας που επεκτείνεται γρήγορα και επομένως δεν συνεισφέρει στην ευρωπαϊκή καθαρή ζήτηση. Συσσωρεύει λοιπόν πολύ μεγάλα εξωτερικά πλεονάσματα που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του  FDI (Foreign Direct Investments- άμεσες ξένες επενδύσεις) και τις κοινοπραξίες στην Κίνα και αλλού, καθώς και στην αγορά σκάρτων αμερικανικών οικονομικών χαρτιών όπως συνέβη με την εξαγορά της Landesbanke.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη ομάδα χωρών είναι η εσωτερική ευρωπαϊκή περιφέρεια, με επικεφαλής την Ιταλία. Εταιρίες στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ελλάδα θα ήθελαν να κάνουν καθαρές εξαγωγές αλλά δεν μπορούν, επειδή παρά την ανάπτυξη των εξαγωγών τους έχουν αδύναμο εσωτερικό τομέα κεφαλαιουχικών αγαθών έτσι ώστε κάθε συνεχιζόμενη επέκταση σε εθνικό εισόδημα να έχει αυξανόμενο εισαγωγικό πριεχόμενο. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές στους τομείς της τεχνολογίας και, επίσης, σε διαρκή αγαθά είναι τέτοια που οι παλιότερες, πριν από το ευρώ, υποτιμήσεις δεν βοήθησαν στη βελτίωση της εξωτερικής θέσης αυτών των χωρών. Η Ισπανία και η Ελλάδα, όχι όμως η Πορτογαλία, γνώρισαν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το μέσο όρο στην Ε.Ε. Η ανάπτυξη της Ισπανίας οφειλόταν στην εισαγωγή της χώρας στις διεθνείς κτηματαγορές μέσω Λονδίνου. Στην περίπωση της Ελλάδας, το δημοσιονομικό έλλειμμα επέτρεψε τη διατήρηση μιας ανάπτυξης προσανατολισμένης στις εισαγωγές. Και στις δυο περιπτώσεις η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης οδήγησε σε υψηλότερη δραστηριότητα που είχε ως συνέπεια  περισσότερες εισαγωγές κατά κεφαλή. Σημειώνεται ότι χωρίς τον παγκόσμιο χρηματοικοικονομικό τομέα της, η Βρετανία θα αποτελούσε μέρος των μονίμως ελλειμματικών χωρών της εσώτερης περιφέρειας. Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, είναι συχνά ένας καθαρός εξαγωγέας. Αλλά τα καλύτερα επιτεύγματά της σε καθαρές εξαγωγές προέκυψαν όταν η λίρα υποτιμήθηκε σε σχέση με το γερμανικό μάρκο. Με το ευρώ, η καθαρή εξωτερική θέση της επιδεινώθηκε πολύ κι έγινε αρνητική το 2005. Η Ιταλία συμβολίζει την αδύναμη μορφή του νεομερκαντιλισμού που εξαρτάται από την υποτίμηση του πραγματικού νομίσματος. Η Ιταλία επομένως ανήκει στην εσώτερη περιφέρεια, καθώς η διεθνής θέση της συνδέθηκε με ένα ολοένα πιο ανίσχυρο νόμισμα. Το ευρώ περιόρισε τον ευρωπαϊκό χώρο του ιταλικού καπιταλισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Η τρίτη ομάδα αποτελείται αποκλειστικά από τη Γαλλία, που είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Έχει μια έντονα νεομερκαντιλιστική στάση αλλά σπάνια την επιτυγχάνει. Είναι η μεγαλύτερη αγορά σε καθαρές εξαγωγές για τη Γερμανία και, ολοένα περισσότερο, για την Ιταλία.  Από τη δεκαετία του 1980, η Γαλλία έφτασε σε καθαρή εξωτερική θέση μόνο μετά την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος το 1992-93, για να τη χάσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία του ευρώ. Αντίθετα με την Ιταλία, η Γαλλία, λόγω του βάρους του χρηματοοικονομικού τομέα της, επιχείρησε να αποφύγει την οδό της ανταγωνιστικής υποτίμησης. Το σχέδιο για ένα κοινό ευρωνόμισμα προήλθε βασικά από τους Μιτεράν-Ντελόρ ως μέσο παράκαμψης του αποτυχημένου νεομερκαντιλισμού και άσκησης ελέγχου στις νομισματικές πολιτικές της Γερμανίας. Η ιδιόμορφη θέση της Γαλλίας σχετίζεται με την παρούσα κρίση. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Μέρος Δεύτερο: Η Euroland σε αδιέξοδο</strong></p>
<p><code><br />
</code>Ας λάβουμε τώρα υπόψη το γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1970 η Γερμανία ακολουθεί την εσκεμμένη και επιτυχή πολιτική να διατηρεί τον δικό της ρυθμό ανάπτυξης πολύ χαμηλότερα από εκείνον της υπόλοιπης Ευρώπης με τον πολύ συγκεκριμένο στόχο να συσσωρεύει οικονομικά πλεονάσματα. Αλλά και η Γαλλία δεν τάσσεται υπέρ της συνεχούς ανάπτυξης επειδή οι διαδοχικές κυβερνήσεις της, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Μιτεράν, φοβούνται τα αιτήματα που έχουν να κάνουν με τις αποδοχές.Τέλος η Ιταλία μπορεί να αναπτυχθεί αν οι ευνοϊκές συνθήκες για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες υπερισχύσουν, καθώς οι δαπάνες του δημόσιου τομέα έπαψαν να στηρίζουν την ανάπτυξη της χώρας ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1970. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν αποτελεί έκπληξη ότι στη Δυτική Ευρώπη οι ρυθμοί ανάπτυξης παρουσίασαν μείωση την κάθε μία από τις 4 τελευταίες δεκαετίες. Η Ευρώπη πέφτει όλο και περισσότερο στην αρπάγη των γερμανικών πλεονασμάτων και το μόνο φωτεινό σημείο είναι οι καθαρές εξαγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες που μετά βίας όμως αποτελούν αντιστάθμισμα στα αυξανόμενα ελλείμματα με την Ασία. Η δημουργία του ευρώ αποσαφήνισε εντελώς την κατάσταση και επέτρεψε στη Γερμανία να φτάσει σε πλεονάσματα χωρίς προηγούμενο, στο πλαίσιο μιας όλο και βαθύτερης ευρωπαϊκής αποτελμάτωσης. Όταν η διέξοδος των Ηνωμένων Πολιτειών έπαψε να υπάρχει, την επομένη της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων υψηλού ρίσκου που μετακυλήθηκε στα παράγωγα που είχε η Landesbanke, η Γερμανία σκλήρυνε τη νεομερκαντιλιστική στάση της και αποφάσισε μονομερώς να επανακαθορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού.</p>
<p><code><br />
</code>Η ελληνική κρίση είναι ακριβώς η οδός που επέλεξε το Βερολίνο για να τροποποιήσει τον κώδικα συμπεριφοράς εις βάρος της Γαλλίας. Δεν υπάρχει πρόβλημα υπερβολικού ελληνικού ελλείμματος. Θα μπορούσαν  να το χειριστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο επινοώντας κοινές πολιτικές για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής, και ειδικότερα της ελληνικής ανάπτυξης, καθώς αυτή είναι η μόνη θεραπεία που δεν σκοτώνει τον ασθενή. Οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, αποσυντονίζουν ολόκληρο το σύστημα των υπηρεσιών και υποδομών στο οποίο στηρίζεται μια σύγχρονη κοινωνία, μειώνοντας το ποσοστό του χρέους οριακά ή και καθόλου. Αλλά από τη νεομερκαντιλιστική σκοπιά του Βερολίνου, μια συνεταιριστική επιλογή δεν αντιμετωπίζεται καθόλου για τους ακόλουθους λόγους.<br />
 Η Γερμανία βλέπει την ευρωζώνη ως σταθερό σύστημα ισοτιμίας συναλλάγματος που ο μόνος στόχος του είναι να αποτρέπει ανταγωνιστικές υποτιμήσεις (στο παρελθόν οι πιο ζημιογόνες και αποτελεσματικές υποτιμήσεις ήρθαν από την Ιταλία). Για τη Γερμανία η ρήτρα της μη μεταφοράς που έχει εγγραφεί στις συνθήκες του Μάαστριχτ, του Δουβλίνου και του Άμστερνταμ πρέπει να διατηρηθεί, καθώς ο βασικός ρόλος της Δυτικής Ευρώπης είναι να παρέχει καθαρή ζήτηση για τις εξαγωγές της Γερμανίας. Όπως <a href="http://www.ft.com/cms/s/0/6165e3b6-3510-11df-9cfb-00144feabdc0.html" target="_blank">έγραψε ο Wolfgang Munchau στους <em>Financial Times</em> της 21ης Μαρτίου</a>, ο υπουργός Οικονομικών Rainer Brüderle είπε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τη ζήτηση επειδή η κατανάλωση αποτελεί απόφαση των ιδιωτών. Ένας ανώτερος αξιωματούχος της Bundesbank συνέκρινε μάλιστα την ευρωζώνη με ποδοσφαιρική ένωση όπου η Γερμανία κατέχει περήφανα το υπ’ αριθμόν ένα κενό στην ομάδα. Η σύγκριση είναι προφανώς λανθασμένη: για να ανταγωνιστούν τη Γερμανία, οι χώρες της ευρωζώνης πρέπει να μειώσουν τους δικούς τους ρυθμούς ανάπτυξης πολύ κάτω από εκείνους της Γερμανίας, πράγμα που σημαίνει ότι η ανάπτυξή τους θα είναι μηδενική ή ακόμη και αρνητική. Αυτή η ʺ gestaltʺ είναι που ώθησε τον Σαρκοζί να αντιπαρατεθεί με τη Μέρκελ, μολονότι άργησε πολύ να το κάνει, και μόνο αφού η γερμανική κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία στο Bundesrat ύστερα από τις εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, στις 17 Μαΐου.</p>
<p><code><br />
</code>Η σκλήρυνση της γερμανικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα και τις Ιβηρικές χώρες οφείλεται επίσης στην εστίαση του Βερολίνου στη δική του εξώτερη περιφέρεια στην Ανατολική Ευρώπη, που συμπεριλαμβάνει τις Βαλτικές χώρες, οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη ύφεση, όπως και η Σλοβακία και η Ουγγαρία. Είναι κοινό μυστικό ότι, μολονότι αρνείται να το επιβεβαιώσει, η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα αγοράζει τα ομόλογά τους ως ενέχυρα δανείων, δίνοντας άφεση αμαρτιών στις αυστριακές και σουηδικές τράπεζες για τη ριψοκίνδυνη δανειακή συμπεριφορά τους. Αυτό γίνεται με την πλήρη υποστήριξη του Βερολίνου. Η αντίθεση της Γερμανίας στη βοήθεια προς την Ελλάδα αποτελεί μέρος της πολιτικής της να κατευθύνει το χρήμα σε περιοχές που είναι δορυφορικές ζώνες της και σε περιοχές αναδιαρθρωτικών στρατηγικών των γερμανικών εταιριών, όπως είναι η περίπτωση της Ανατολικής Ευρώπης.</p>
<p><code><br />
</code>Μετά τις εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Γαλλία υποχρέωσε το Βερολίνο να δεχτεί το πακέτο χρηματοδότησης των 750 δις ευρώ. Ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες, όπως <a href="http://www.ft.com/cms/s/0/3f74c1d8-6444-11df-8618-00144feab49a,dwp_uuid=1f4e12ca-53ec-11dd-aa78-000077b07658.html" target="_blank">ο Ρομάνο Πρόντι στους <em>Financial Times</em> της 21ης Μαΐου</a>, προανήγγειλαν ότι η απόφαση αυτή αποτελεί ένα βήμα προς τον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό φεντεραλισμό. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι μια χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης, πολύ αδιαφανής μάλιστα, καθώς είναι διαρθωμένη σε ένα ειδικό επενδυτικό όχημα, το περιεχόμενο του οποίου είναι άγνωστο. Η τοξική φύση αυτού του εργαλείου δείχνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και αναδεικνύει την ακαταλληλότητά του. Αυτό εξηγεί γιατί αυτή η φαντασματική χρηματοδότηση δεν εξευμενίζει τις αγορές.</p>
<p><code><br />
</code>Οι προσδοκίες γίνονται χειρότερες με την κούρσα προς τα κάτω που δημιούργησε η  ελληνική κρίση, την οποία προκάλεσε η Γερμανία. Κάθε χώρα παίρνει μέτρα λιτότητας που θα καταστήσουν την ανάκαμψη ένα εντελώς τυχαίο γεγονός. Επιπλέον η διαμάχη ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία περιορίζεται σε δυο ανταγωνιστικούς, αν και παρόμοιους, κανόνες για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γερμανικό σχέδιο, που βασίζεται στον δικό του τρομακτικά ισοσκελισμένο νόμο για τον προϋπολογισμό και την εντελώς νέα γαλλική πρόταση για μια πορεία προς έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Και οι δυο θα βουλιάξουν χτυπώντας στα βράχια των ενδοευρωζωνικών ασυμμετριών και της επιδεινούμενης κοινωνικής κρίσης που οδηγεί σε μεγάλες απώλειες φορολογικών εσόδων.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2183</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ségolène Royal &#8211; Πολιτική πολιτισμού και πολιτικός βολονταρισμός</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=1436</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=1436#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 02 Nov 2009 23:53:11 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Ségolène Royal]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Προτάσεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση]]></category>
		<category><![CDATA[Ségolène Royal]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[εργασία]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική κρίση]]></category>
		<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλδημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=1436</guid>
		<description><![CDATA[Οι κρίσεις  αντανακλούν έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια και προαναγγέλλουν έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που ζούμε. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Ségolène Royal" href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/segolene-royal.jpg"><img title="Ségolène Royal" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/segolene-royal.jpg" alt="Ségolène Royal " hspace="5" vspace="5" width="120" height="170" align="left" /></a></p>
<p>Οι κρίσεις  αντανακλούν έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια και προαναγγέλλουν έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που ζούμε. Η στενή αλληλεξάρτηση αυτών που, λόγω ευκολίας γλώσσας ή οκνηρίας σκέψης, αποκαλούμε κοινώς “οι κρίσεις” (χρηματοοικονομική, οικονομική, κοινωνική, οικολογική, επισιτιστική, δημοκρατική…’)  και η αδυναμία να τις χειριστούμε ξεχωριστά, δείχνουν ότι η αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να αντιπαραθέσει σε ένα μοντέλο που, σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκεται στα όριά του και αποτελεί παράγοντα για πολλαπλές ανασφάλειες, αυτό που ο κοινωνιολόγος Εντγκάρ Μορέν ονομάζει ‘πολιτική πολιτισμού’.  </p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτή την προοπτική, οι διάφορες προκλήσεις που η παλιά αντίληψη της κοινωνίας και της προόδου διαχώριζε μέχρι υπερβολής, πρέπει να αντιμετωπιστούν μετωπικά.  </p>
<p><code><br />
</code>Ένα παράδειγμα είναι η οικολογική πρόκληση. Είναι αδύνατον να πετύχουμε αυτήν την, κατά κοινή παραδοχή, επείγουσα οικολογική επανάσταση περιορίζοντας την σε μια προσέγγιση τεχνητά κλαδική. Μια άλλη αντίληψη της ανάπτυξης και μια πραγματική αποτελεσματικότητα της προστασίας του περιβάλλοντός μας, σημαίνει ριζική αναδιαμόρφωση των οικονομιών μας, βιομηχανικές πολιτικές προσαρμοσμένες στις μελλοντικές ανάγκες, μαζική επένδυση στην έρευνα και την επιμόρφωση για την ενθάρρυνση της δημιουργίας δραστηριοτήτων και καινοτόμων τρόπων παραγωγής . Σημαίνει, ταυτόχρονα, εμπλουτισμό της αντίληψής μας για την κοινωνική δικαιοσύνη πέρα από την οπωσδήποτε απαραίτητη κατόπιν εορτής αναδιανομή. Οι πολιτικές για πραγματική ισότητα πρέπει να ενσωματώσουν την οικολογική διάσταση, παρέχοντας πρόσβαση στις δημόσιες συγκοινωνίες, ποιότητα στους κοινωνικούς οικισμούς, μείωση στους λογαριασμούς των λαϊκών νοικοκυριών μέσω της ανανεώσιμης ενέργειας, αγώνα για την υγεία στη βιομηχανική και αγροτική εργασία, επανεφεύρεση της αλληλεγγύης Βορρά-Νότου κλπ </p>
<p><code><br />
</code>Όταν βρισκόμενη μπροστά στην αδιαφορία των γάλλων κατασκευαστών αυτοκινήτων, αποφάσισα να απευθύνω στην Περιφέρεια της οποίας προεδρεύω μια έκκληση για προγράμματα, κατασκευής ενός οικονομικού, ηλεκτρικού αυτοκινήτου, το έκανα για μια δέσμη λόγων. Οικολογικούς: ένα όχημα απελευθερωμένο από το πετρέλαιο, που δεν ρυπαίνει. Οικονομικούς: για την ενθάρρυνση των καινοτόμων επιχειρήσεων και τη μετατροπή μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, που κατέχει μια τεχνογνωσία και κινδύνευε να χαθεί επειδή οι εντολείς της την είχαν αφήσει και ο φαταλισμός που είχαν οι προύχοντες την καταδίκαζαν. Κοινωνικούς: για τη μετατροπή εκατοντάδων απειλούμενων θέσεων εργασίας σε θέσεις εργασίας του μέλλοντος και διάθεση σε όλους ενός αυτοκινήτου χαμηλού κόστους. Φορολογικούς: επειδή τάσσομαι υπέρ μιας οικολογικής, αποτελεσματικής και κοινωνικά δίκαιης φορολόγησης, αντιτάχθηκα στον φόρο για τον άνθρακα που αποφάσισε η κυβέρνηση Σαρκοζί.  Από τη στιγμή που σήμερα δεν είναι διαθέσιμα ηλεκτρικά αυτοκίνητα χαμηλού κόστους, ούτε μαζικά μέσα μεταφοράς για το περιφερειακό -αστικό και αγροτικό περιβάλλον, ποια είναι η ελευθερία επιλογής για ένα άλλο μέσο μεταφοράς εκτός από το βενζινοκίνητο ατομικό αυτοκίνητο και πώς μπορούν οι λαϊκές οικογένειες να είναι οικολογικά υπεύθυνες; </p>
<p><code><br />
</code>Θέλησα η Περιφέρεια  να ενισχύσει από κοινού την προσφορά και τη ζήτηση των ηλεκτρικών οχημάτων. Πριν από όλους, κινητοποιήσαμε τις επιχειρήσεις για ένα καινοτόμο πρόγραμμα. Συμμετείχαμε στο κεφάλαιο αυτής της αυτοκινητοβιομηχανίας με 5 εκατομμύρια ευρώ (μια πρεμιέρα για τη Γαλλία!) για να ενθαρρύνουμε την εμπλοκή των ιδιωτών και να υποχρεώσουμε το κράτος να κάνει το καθήκον του ενεργοποιώντας το ταμείο στρατηγικής επένδυσης που, θεωρητικά, δημιουργήθηκε για την ενθάρρυνση της αναθέρμανσης. Δεσμευτήκαμε για τη διασφάλιση της επαγγελματικής πορείας των μισθωτών (επιμόρφωση και εγγύηση πόρων) σ’ αυτή τη μεταβατική εποχή ανάμεσα στην εξαφάνιση των παλιών θέσεων εργασίας και τη δημιουργία νέων. Παράλληλα, δρούμε ανάλογα με τη ζήτηση κινητοποιώντας τις επιχειρήσεις και τις τοπικές κοινότητες για να αγοράσουν αυτά τα ηλεκτρικά οχήματα και συνδράμοντας στην αγορά τους από ιδιώτες.  </p>
<p><code><br />
</code>Η εμπλοκή μας δεν αποτελεί με κανένα τρόπο επιστροφή στον τρόπο διαχείρισης της οικονομίας του παρελθόντος, όπου το κράτος έπαιζε απευθείας τον επιχειρηματία. Τούτο το ταπεινό παράδειγμα απεικονίζει αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να είναι ο νέος βολονταρισμός της δημόσιας εξουσίας, σε αντίθεση με τον υπερβολικό ψευδο-βολονταρισμό της σαρκοζικής δεξιάς: να δώσουμε απάντηση στις δυσκολίες του σήμερα εδώ και τώρα, καθώς φανταζόμαστε το μέλλον, και να επιλέξουμε πολυδιάστατες πολιτικές όπου η κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεί προϋπόθεση της οικονομικής, οικολογικής και δημοκρατικής αποτελεσματικότητας.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=1436</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Stephanie Posthumus &#8211; Διατυπώνοντας τη Γαλλική οικο-διαφορά: Μια σύντομη επισκόπηση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=329</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=329#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[Michel Serres]]></category>
		<category><![CDATA[stephanie posthumus]]></category>
		<category><![CDATA[Venanzio Arquilla]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[οικο-διαφορά]]></category>
		<category><![CDATA[οικολογία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=329</guid>
		<description><![CDATA[Στο Le Retour au contrat naturel ( Η Επιστροφή στη φυσική σύμβαση), ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Serres υποστηρίζει ότι η Γη, παγκόσμιο αντικείμενο από τότε που μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε από απόσταση απ’ το διάστημα, έγινε προοδευτικά ένα παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο, το οποίο εισέρχεται στις διεθνείς συζητήσεις εξαιτίας φαινόμενων όπως η κλιματική αλλαγή και η [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/stephanie_posthumus.jpg" title="Stephanie Posthumus"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/stephanie_posthumus.jpg" title="Stephanie Posthumus" alt="Stephanie Posthumus" align="left" height="120" width="100" /></a>Στο <em>Le Retour au contrat naturel</em> ( Η Επιστροφή στη φυσική σύμβαση), ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Serres υποστηρίζει ότι η Γη, παγκόσμιο αντικείμενο από τότε που μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε από απόσταση απ’ το διάστημα, έγινε προοδευτικά ένα παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο, το οποίο εισέρχεται στις διεθνείς συζητήσεις εξαιτίας φαινόμενων όπως η κλιματική αλλαγή και η τρύπα του όζοντος που απαιτούν δράση σε διεθνή κλίμακα.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Χωρίς να αρνούμαι τη σημασία της ερμηνείας που δίνει ο Serres για τη Γη ως παγκόσμιο υποκείμενο ούτε τη συνάφεια της έννοιας του για τη φυσική σύμβαση, θα ήθελα να εξερευνήσω ορισμένες από τις πολιτιστικές διαφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια ομάδα κάνει διάλογο με τη Γη. Σε αυτό το άρθρο, θα επικεντρωθώ στις γαλλικές αντιλήψεις και συζητήσεις για το περιβάλλον.<span id="more-329"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Αρχίζοντας, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η λέξη ‘περιβάλλον’, όπως χρησιμοποιείται στη Γαλλία, είναι αμφιλεγόμενη. Μολονότι η αρχική της σημασία είναι οποιοδήποτε περιφραγμένος χώρος (‘enceinte’), η λέξη εισήχθη ξανά στη γαλλική γλώσσα στη δεκαετία του 1960 ως μετάφραση της αγγλικής λέξης ‘ περιβάλλον’ και αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στην ομάδα των στοιχείων που φτιάχνουν τις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εξελίσσονται οι άνθρωποι.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ωστόσο, η λέξη αυτή δεν είναι αποδεκτή από όλους. Ο Michel Serres, για παράδειγμα, ασκεί κριτική στον όρο αυτό επειδή επικεντρώνεται στον άνθρωπο, ενώ αρνείται την αγγλόφωνη έννοια καθώς και τη βορειοαμερικανική environmentalism (περιβαλλοντιστικό’) που συνδέεται μ’ αυτήν.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a>  <a href="http://mitpress.mit.edu/catalog/item/default.asp?ttype=2&amp;tid=8709" target="_blank">Σύμφωνα με τον Kerry Whiteside</a>, η γαλλική πολιτική οικολογία διαχωρίζεται από το αγγλόφωνο environmentalism  επειδή αρνείται να επικεντρωθεί σε μια νέα ανθρώπινη ηθική για τη φροντίδα της φύσης. Εν συντομία, η φύση και ο άνθρωπος θεωρούνται, σε τελευταία ανάλυση, πάντοτε και αναγκαστικά, συνυφασμένοι.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας πρόσφατος ανασχηματισμός των γαλλικών υπουργείων μετέτρεψε το ‘Υπουργείο Οικολογίας και διαρκούς Ανάπτυξης’ (2002) (προηγουμένως ‘Υπουργείο Περιβάλλοντος’- 1971) σε ‘Υπουργείο Οικολογίας, Ενέργειας, διαρκούς Ανάπτυξης και  Χωροταξίας’ (2007). Αυτό που μοιάζει με απλή εξέλιξη της πολιτικής σκηνής είναι, θα έλεγα, η ‘γαλλοποίηση’ ενός περιβαλλοντικού κινήματος που εισήχθη από τη Βόρεια Αμερική. Μολονότι οι Γάλλοι επιχείρησαν αρχικά να ακολουθήσουν το βορειοαμερικανικό παράδειγμα, δημιουργώντας το πρώτο εθνικό πάρκο τους το 1963 (το Yellowstone National Park ιδρύθηκε το 1872), οι σημερινές πολιτικές τους αντανακλούν την ιστορία της διατήρησης φυσικών χώρων στη Γαλλία, όπου τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οικολογία και το περιβάλλον συνδέονται με θέματα πολιτισμού, ιδιοκτησίας και οικονομικού σχεδιασμού.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα βασικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ο ρόλος της ανθρώπινης προοπτικής στην αναδιαμόρφωση φυσικών χώρων. Μετά την προστασία των ιστορικών μνημείων στη Γαλλία (1887), παρόμοιοι νόμοι θεσπίστηκαν για την προστασία –όχι ανεκμετάλλευτων, άγριων περιοχών, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες- αλλά τοπίων ως φυσικά μνημεία. Υπό την επιρροή καλλιτεχνών του τοπίου και συγγραφέων, οι νόμοι αυτοί αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση <strong>της ομορφιάς </strong> μιας συγκεκριμένης θέας που συμπεριλάμβανε συχνά ανθρώπινα στοιχεία.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a>  Όπως εξηγεί ο  Larrere, οι Γάλλοι ήθελαν να διατηρήσουν την πολιτιστική κληρονομιά (‘patrimoine’) για τις μέλλουσες γενιές (δάση, παράκτιες περιοχές, αλλά επίσης καλλιεργημένα αγροκτήματα, πλατείες χωριών).<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Στη Γαλλία, η  φύση ήταν και εξακολουθεί να πλαισιώνεται με όρους τοπίου και πολιτιστικής κληρονομιάς. (Βλέπε, για παράδειγμα, το έργο των θεωρητικών ‘paysagistes’ Augustin Berque και Alain Roger που επιμένουν, μερικές φορές μανιωδώς,  ότι οι Γάλλοι πρέπει να εργαστούν για να (ανα)δημιουργήσουν το ‘τοπίο’, όχι το ‘περιβάλλον’.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a></p>
<p><code><br />
</code>Για την περιβαλλοντική ηθική αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κλάδος φιλοσοφίας που λειτουργεί υπό τον τίτλο ‘περιβαλλοντικός’ στη Γαλλία.<a href="#_ftn7" title="_ftnref7" name="_ftnref7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[7]</a> Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί φιλόσοφοι που το έργο τους είναι εμφανώς οικολογικό: οι Felix Guattan, Bruno Latour, Catherine &amp; Raphael Larrere και Michel Serres, για να ονομάσουμε κάποιους απ’ αυτούς. Γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της γαλλικής οικο-φιλοσοφίας και της βορειοαμερικανικής περιβαλλοντικής φιλοσοφίας, η Catherine Larrere  υποστηρίζει πολλές πτυχές της <em>ηθικής της γης </em>του Aldo Leopold, συμπεριλαμβάνοντας όμως τόσο το βιολογικό όσο και το πολιτιστικό στοιχείο στην ηθική της για την ποικιλία. Εκφράζοντας μια φαινομενικά πολύ διαφορετική άποψη,  <a href="http://www.espacestemps.net/document5303.html" target="_blank">ο Bruno Latour τάσσεται υπέρ</a> μιας πιο τεχνικής, πιο ανθρώπινης, πιο φροντισμένης φύσης.  Ωστόσο, η κραυγή του για μια στρατευμένη χρήση της τεχνολογίας με στόχο την καλύτερη φροντίδα της φύσης, απηχεί από πολλές απόψεις την έκκληση της Larrere για το ‘bon usage’ (καλή/σοφή χρήση) της φύσης και τη φυσική σύμβαση του Serres ως  τρόπο εξισορρόπησης της σχέσης της ανθρωπότητας με τον κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Τι να τις κάνουμε, λοιπόν,  τις φαρμακερές κριτικές της πράσινης πολιτικής και φιλοσοφίας που ασκούν Γάλλοι στοχαστές όπως οι Jean Baudrillard, Gerard Bramoulle και Luc Ferry; Οι επιθέσεις τους μοιάζουν να αποτελούν μια ενδιαφέρουσα μορφή λανθασμένης αναγνώρισης (και υπεραπλούστευσης, αλλά αυτό το αφήνω για ένα μεγαλύτερο άρθρο). Οι Baudrillard, Bramouille και Ferry κάνουν λάθος θεωρώντας τις γαλλικές οικο-φιλοσοφίες ως βαθιά οικολογία, κατά το βορειοαμερικανικό πρότυπο, που θεωρεί τους ανθρώπους περιττούς στην πορεία αποκατάστασης της φύσης στην ‘αρχική’ της κατάσταση.<a href="#_ftn8" title="_ftnref8" name="_ftnref8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[8]</a> Η σφοδρή αντίδραση αυτών των τριών Γάλλων στοχαστών σε οποιοδήποτε είδος ‘πρασινοποίησης’ δείχνει σαφώς πόσο βαθιά είναι ριζωμένος ο ανθρωπισμός στη γαλλική ψυχή. Με αρνητικό τρόπο, ασπάζονται και αυτοί  τη γαλλική οικο-διαφορά που αντιστέκεται στον αποκλεισμό ή την απόσπαση του ανθρώπινου στοιχείου από μια άποψη του κόσμου.</p>
<p><code><br />
</code>Η αρχή της ανθρώπινης ενσωμάτωσης εξηγεί την περίεργη έλλειψη ενδιαφέροντος για οικοκριτικές προσεγγίσεις από την πλευρά των Γάλλων λόγιων και θεωρητικών. Μολονότι η οικοκριτική, η μελέτη των πολιτιστικών απεικονίσεων της φύσης από οικολογική άποψη, είναι μια σημαντική εναλλακτική θεωρία στη Βόρεια Αμερική, έχει περάσει απαρατήρητη στη Γαλλία. Μπορούμε πρώτα απ’ όλα να υποθέσουμε ότι η οικοκριτική είναι τόσο ριζωμένη στις βορειοαμερικανικές απόψεις για το περιβάλλον που δεν μπορεί να περάσει τα εθνικά σύνορα. Ωστόσο υπάρχουν σήμερα ομάδες οικοκριτικών λόγιων στην Ευρώπη ( στη Γερμανία, για παράδειγμα), στην Ινδία, την Ιαπωνία και την Κορέα. Γιατί, λοιπόν, η Γαλλία παραμένει εξαίρεση;</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα από τα θεωρητικά κείμενα με οικοκριτική βάση, <a href="http://www.hup.harvard.edu/catalog/BUEENV.html" target="_blank">ο Lawrence Buell συνηγορεί</a> υπέρ ενός νέου φιλολογικού ρεαλισμού που ωθεί τις οικολογικές απεικονίσεις του φυσικού κόσμου στο επίκεντρο της φιλολογικής γραφής. Ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να μοιάζει άκριτο για τους Γάλλους θεωρητικούς της φιλολογίας που είναι εμποτισμένοι με την παράδοση του ‘nouveau roman’ και της ‘ere du soupcon’ και εξαιρετικά καχύποπτοι για οποιαδήποτε φιλολογική θεωρία υποστηρίζει την καθιέρωση μιας διαφανούς, απλής σύνδεσης ανάμεσα στον κόσμο του κειμένου και τον κόσμο έξω απ’ αυτό. Στην πραγματικότητα, οι ελάχιστοι Γάλλοι λόγιοι που μελετούν τα αμερικανικά κείμενα για τη φύση επιμένουν στις ρητορικές και αφηγηματικές πλευρές τους, σα να θέλουν να θυμίσουν στον αναγνώστη ότι η γλώσσα παραμένει μια μη απλοποιημένη κατασκευή.<a href="#_ftn9" title="_ftnref9" name="_ftnref9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[9]</a> Η γαλλική ανάγνωση της αμερικανικής γραφής για τη φύση αποτελεί άλλη μια αντανάκλαση αυτής της οικο-πολιτιστικής διαφοράς που συγκρατεί το ανθρώπινο πλαίσιο όταν πρόκειται για τις σχέσεις με τον κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Το προφανές ερώτημα παραμένει: Γιατί; Από πού προέρχεται αυτή η διαφορά; Είναι αποτέλεσμα γεωγραφικών διακρίσεων, επειδή η Γαλλία είναι ο Παλιός Κόσμος, εγκατεστημένος πολύ πριν από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου; Ή πρόκειται για ζήτημα γλωσσολογικών διαφορών, σύμφωνα με την πασίγνωστη και πολυσυζητημένη εικασία του Sapir-Whorf; Ή είναι ζήτημα φιλοσοφικών παραδόσεων που έχουν διαμορφώσει διαφορετικές εθνικιστικές ταυτότητες, με τη Γαλλία να είναι υπέρμαχος των οικουμενικών, ανθρωπιστικών αξιών και τη Βόρεια Αμερική να ασπάζεται λιγότερο παραδοσιακές μορφές σκέψεις;</p>
<p><code><br />
</code>Έχουν ήδη προωθηθεί κάποιες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.  Η φιλόσοφος Catherine Larrere λέει πως δεν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας στη Γαλλία επειδή το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό/τεχνικό πρόβλημα. Αντί να εμπνέουν μια νέα ηθική, τα οικολογικά ζητήματα περιορίζονται στη σφαίρα  της ‘κοινής λογικής’ και της ‘συνετής/λογικής δράσης’. <a href="#_ftn10" title="_ftnref10" name="_ftnref10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[10]</a>Ο κοινωνιολόγος Jean Viard αναπτύσσει την ιδέα ότι καθολικές και προτεσταντικές γραμμές χωρίζουν τη Γαλλία και τη Βόρεια Αμερική κι ότι η διατήρηση της φύσης είναι μια καθαρά προτεσταντική υπόθεση.<a href="#_ftn11" title="_ftnref11" name="_ftnref11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[11]</a> Τόσο η Larrere όσο και ο Viard αναγνωρίζουν τους αυστηρούς περιορισμούς των υποθέσεών τους, καθώς οι εξηγήσεις τους καλύπτουν μόνο μια πλευρά (ιδεολογική και κοινωνιολογική αντίστοιχα) ενός πολυδιάστατου, συνεχώς εξελισσόμενου, φαινόμενου.</p>
<p><code><br />
</code>Αντί να επιχειρήσω μια πληρέστερη εξήγηση της γαλλικής οικο-διαφοράς (που θα απαιτούσε μια ομάδα λόγιων από διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα), θα επεκτείνω το θέμα για να συμπεριλάβω το πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης. Οι διαφορές που εξήγησα προηγουμένως σ’ αυτό το άρθρο έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές εξαιτίας των παγκόσμιων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων; Ή έχουν γίνει πιο έντονες καθώς οι εθνικές ταυτότητες υποχρεώνονται να έχουν συχνή, στενή επαφή;</p>
<p><code><br />
</code>Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή του Jose Bové, που απέσπασε πρώτος την προσοχή των διεθνών μέσων επικοινωνίας το 1999 λόγω του ηγετικού ρόλου του στη διάλυση ενός τοπικού ΜακΝτόναλντ. Πρώτα απ’ όλα, ο Bové μοιάζει να ενσαρκώνει το τυπικό, ξεχωριστό γαλλικό πνεύμα αντίστασης που θέλει να διατηρήσει την τοπική ταυτότητα. Ωστόσο, ο Bové είναι πολυταξιδεμένος και προσπαθεί να ενώσει διαφορετικές τοπικές γεωργίες στον αγώνα τους ενάντια στη χρήση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Εξετάζοντας πιο λεπτομερώς την ταυτότητα του Bove, ανακαλύπτουμε ότι οι τεχνικές αντίστασής του όταν διαδηλώνει κατά της αμερικανικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βασίζονται στο πρότυπο της ανυπακοής του πολίτη του Henry David Thorean ( ο Bové έχει γράψει με τον Gilles Lumeau ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο <em>Pour la desobeissance civique</em>, το οποίο αντλεί από το <a href="http://thoreau.eserver.org/civil.html" target="_blank"><em>On Civil Disobedience</em></a> του Thoreau).  Δεν πρόκειται για καθαρή περίπτωση Γάλλου εναντίον Αμερικανού, ούτε παγκοσμιοποίησης εναντίον προ-παγκοσμιοποίησης, αλλά για μια απεικόνιση των περίπλοκων δυνάμεων που παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση και μεταμόρφωση της γαλλικής οικο-διαφοράς (Μια τελευταία σημείωση: ο Bové είναι μια σημαντική μορφή της ‘εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης’, ενός κινήματος που προήλθε από τη Γαλλία, ανασυντάσσει διάφορες αριστερίστικες θέσεις και προωθεί πιο δημοκρατικές, πιο οικολογικές, λιγότερο οικονομικές μορφές παγκοσμιοποίησης).</p>
<p><code><br />
</code>Πώς προβλέπεται λοιπόν το μέλλον της γαλλικής οικο-διαφοράς; Όπως σημειώνει ο Guillaume Sainteny, το Πράσινο Κόμμα (‘Les Verts’)  εξαφανίστηκε από τη γαλλική πολιτική σκηνή.<a href="#_ftn12" title="_ftnref12" name="_ftnref12"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[12]</a> Αυτή όμως η εξαφάνιση δεν σημαίνει ότι οι Γάλλοι δεν νοιάζονται για τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Αντίθετα, τόσο τα δεξιά όσο και τα αριστερά κόμματα στη Γαλλία ‘πρασινίζουν’ καθώς ο προβληματισμός για τον φυσικό κόσμο εντάσσεται στις γενικές κοινωνικές πολιτικές και προγράμματα. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, προϊόντα και παραγωγοί, ακριβώς όπως η φύση είναι μέρος των ανθρώπων. Ποια είναι, όμως, η φύση αυτής της ενσωμάτωσης- απλώς πολιτική ή, επίσης, ηθική; Μπορεί να φέρει το είδος της αλλαγής που απαιτείται σε ατομικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας τρόπος ζωής πιο βιώσιμος;</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Serres, <em>Le retour au contrat naturel</em> (Paris: BNF, 2000).<o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Robert Delort και François Walter. <em>Histoire de l’environnement européen</em> (Paris: PUF,<br />
2001).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Serres, <em>Hominescence</em> (Paris: Le Pommier, 2001).<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Jean Viard, <em>Le tiers espace. Essai sur la nature</em> (Paris: Méridiens Klincksieck, 1990).<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Larrère και Raphaël Larrère. <em>Du bon usage de la nature. Pour une philosophie<br />
de l’environnement</em> (Paris: Alto/Aubier, 1997).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Augustin Berque, “Paysage, milieu, histoire”, στο <em>Cinq propositions pour une théorie du<br />
paysage</em>, επ. Augustin Berque (Paris: Champ Vallon, 1994), 11-29 και Alain Roger, <em>Court traité du paysage</em> (Paris: Gallimard/nrf, 1997).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn7">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref7" title="_ftn7" name="_ftn7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Larrère, “Éthique de l’environnement”, <em>Multitudes</em> 24.1 (2006): 75-84.<o></o></span></p>
<p id="ftn8">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref8" title="_ftn8" name="_ftn8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Jean Baudrillard, “L&#8217;écologie maléfique.” <em>L&#8217;illusion de la fin </em>(Paris: Galilée, 1992), 115-28; Gérard Bramoullé, <em>La peste verte</em> (Paris: Les Belles Lettres, 1991); και Luc Ferry, <em>Le nouvel ordre écologique: l’arbre, l’animal et l’homme</em> (Paris: Grasset, 1992).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn9">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref9" title="_ftn9" name="_ftn9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Granger and Tom Pughe, “Introduction.” Special Issue: “Écrire la nature.” <em>Revue<br />
française d’études américaines</em> 106.4 (2005): 3-7.<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn10">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref10" title="_ftn10" name="_ftn10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Larrère, “Éthique de l’environnement”, 75<o></o></span></p>
<p id="ftn11">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref11" title="_ftn11" name="_ftn11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Viard, <em>Le tiers espace</em>.<o></o></span></p>
<p id="ftn12">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref12" title="_ftn12" name="_ftn12"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Guillame Sainteny, <em>L’introuvable écologisme francais?</em> (Paris: PUF, 2000).<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=329</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Loic Wacquant &#8211; Γκέτο και αντι-γκέτο: Μια ανατομία της νέας αστικής φτώχειας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=193</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=193#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:01:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[loic wacquant]]></category>
		<category><![CDATA[ασφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[γκέτο]]></category>
		<category><![CDATA[ΗΠΑ]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πρόνοια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=193</guid>
		<description><![CDATA[Ο Loic Wacquant μιλά για το νέο του βιβλίο, Urban Outcasts, μία ανάλυση των μεταμορφώσεων των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών. Υποστηρίζει ότι τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης στη Γαλλία συγκροτούν, αυτό που ονομάζει, αντι-γκέτο: χώρους εθνικά ανομοιογενείς, με πορώδη σύνορα, φθίνοντες θεσμούς, και χωρίς μια κοινή πολιτιστική [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/wacquant.jpg" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Ο Loic Wacquant μιλά για το νέο του βιβλίο, <a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631257">Urban Outcasts</a>, μία ανάλυση των μεταμορφώσεων των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών. Υποστηρίζει ότι τα <em>banlieues</em> της Κόκκινης Ζώνης στη Γαλλία συγκροτούν, αυτό που ονομάζει, <em>αντι-γκέτο</em>: χώρους εθνικά ανομοιογενείς, με πορώδη σύνορα, φθίνοντες θεσμούς, και χωρίς μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-193"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Στο <a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631257">Urban Outcasts</a> (Απόβλητοι των πόλεων) κάνετε μια μεθοδική σύγκριση της εξέλιξης του μαύρου αμερικανικού γκέτο και της γαλλικής λαϊκής περιφέρειας ή <em>banlieue</em>,τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Γιατί επιχειρήσατε αυτή τη σύγκριση και τι αποκαλύπτει για το μεταβαλλόμενο πρόσωπο της φτώχειας στην πόλη;</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Loic Wacquant:</strong> Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από τη σύγκλιση δύο σοκ, το πρώτο προσωπικό και το δεύτερο πολιτικό. Το προσωπικό σοκ ήταν η ανακάλυψη, από πρώτο χέρι, του μαύρου αμερικανικού γκέτο &#8211; ή αυτού που απέμεινε- όταν μετακόμισα στο Σικάγο κι έζησα για έξι χρόνια στην περιφέρεια της Νότιας Πλευράς της πόλης. Ερχόμενος από τη Γαλλία, σοκαρίστηκα από την ένταση της αστικής ερήμωσης,  του φυλετικού διαχωρισμού, της κοινωνικής στέρησης και της βίας του δρόμου που συγκεντρώνονται σ’ αυτή την terra non grata , την οποία οι ‘απέξω’, συμπεριλαμβανομένων πολλών διανοουμένων, φοβούνται, αποφεύγουν και υποτιμούν.</p>
<p><code><br />
</code>Το πολιτικό σοκ ήταν ο διάχυτος ηθικός πανικός για τη γκετοποίηση στη Γαλλία και σ’ ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1990, τα μέσα επικοινωνίας, οι πολιτικοί, ακόμη και κάποιοι ερευνητές, είχαν φτάσει να πιστεύουν ότι οι εργατικές γειτονιές στις περιφέρειες ευρωπαϊκών πόλεων μετατρέπονταν σε γκέτο, κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι η δημόσια συζήτηση και η κρατική πολιτική επαναπροσδιορίζονταν προς την καταπολέμηση της ανάπτυξης των λεγόμενων γκέτο, με βάση  την αντίληψη ότι υπήρχε ‘αμερικανοποίηση’ της αστικής φτώχειας, δηλαδή ότι διακρινόταν από μια όλο και βαθύτερη εθνική διαίρεση, αυξανόμενο διαχωρισμό και αχαλίνωτη εγκληματικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Το άθροισμα αυτών των δυο σοκ γέννησε το ερώτημα που έδωσε ζωή σε μια δεκαετία έρευνας: υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών, και εάν όχι, τότε τι συμβαίνει; Και τι καθορίζει τη μεταμόρφωσή τους; Για να απαντήσω σ’ αυτές τις ερωτήσεις, μάζεψα στατιστικά στοιχεία και  έκανα επιτόπια παρατήρηση σ’ ένα ρημαγμένο τμήμα της <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/History_of_African_Americans_in_Chicago">‘Μαύρης Ζώνης’ του Σικάγο</a> και σε ένα αποβιομηχανοποιημένο προάστιο της ‘Κόκκινης Ζώνης’ του Παρισιού, μεταξύ του αεροδρομίου του Ρουασί και της πρωτεύουσας. Επίσης, κατασκεύασα ξανά την ιστορική τροχιά τους, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη σ’ αυτές τις παρακμασμένες γειτονιές, στη δεκαετία του 1990, αν δεν λάβει υπόψη τον πλήρη κύκλο του εικοστού αιώνα, που σφραγίστηκε από την άνθιση και, στη συνέχεια, το τέλος της βιομηχανοποίησης τύπου Φορντ και  κεΪνσιανού κράτους πρόνοιας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Τι συνέβη λοιπόν στην αμερικανική Μαύρη Ζώνη και τη γαλλική Κόκκινη  Ζώνη και κατά πόσο συγκλίνουν;</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Loic Wacquant:</strong>Για την αμερικανική πλευρά έδειξα ότι, μετά τις ταραχές της δεκαετίας του 1960, το γκέτο των μαύρων εξερράγη ή, αν θέλετε, κατέρρευσε, λόγω της ταυτόχρονης σύμπτυξης της οικονομίας της αγοράς και της περιστολής του κοινωνικού κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα αστική μορφή που ονομάζω <em>υπεργκέτο</em>, η οποία χαρακτηρίζεται από  διπλό αποκλεισμό με βάση τη φυλή και την τάξη και ενισχύεται από μια κρατική πολιτική που σχετίζεται με την υποχώρηση της πρόνοιας και την αστική εγκατάλειψη. Όταν λοιπόν μιλάμε για το αμερικανικό γκέτο, επιβάλλεται να το τοποθετούμε ιστορικά και να μην το συγχέουμε με το ‘κοινοτικό γκέτο’ της δεκαετίας του 1950 και τον απόγονο του τού τέλους του αιώνα. Το κοινοτικό γκέτο ήταν ένας κόσμος παράλληλος, ‘μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή’, όπως αναφέρουν οι αφρο-Αμερικανοί κοινωνιολόγοι St. Clair Drake και Horace Cayton,στο σπουδαίο <a href="http://www.press.uchicago.edu/cgi-bin/hfs.cgi/00/12325.ctl">βιβλίο τους Black Metropolis</a>. Χρησίμευε ως δεξαμενή ανειδίκευτων εργατικών χεριών για τα εργοστάσια και ο πυκνός ιστός των οργανώσεών του αποτελούσε ένα είδος προστασίας έναντι της κυριαρχίας των λευκών. Με την από-βιομηχανοποίηση και τη μεταστροφή στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, το υπεργκέτο δεν έχει οικονομική λειτουργία και στερείται κοινοτικών οργανώσεων, τις οποίες υποκατέστησαν κρατικοί θεσμοί κοινωνικού ελέγχου. Είναι ένα εργαλείο σκέτου αποκλεισμού, ένα απλό δοχείο υποδοχής για τα στιγματισμένα τμήματα του μαύρου προλεταριάτου: τους άνεργους, τους αποδέκτες της πρόνοιας, τα εγκληματικά στοιχεία και τους συμμετέχοντες στην ανθούσα παραοικονομία.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι αφορά στη γαλλική πλευρά, αποδεικνύεται πως τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας και η αντίληψη πολιτικής κάνουν λάθος: οι περιφέρειες των χαμηλότερων τάξεων έχουν υποστεί μια διαδικασία εξαθλίωσης και σταδιακής  <em>αποσύνθεσης</em> που τις απομάκρυνε από το πρότυπο του γκέτο. Το γκέτο είναι ένας εθνικά ομοιογενής θύλακας που περιλαμβάνει όλα τα μέλη μιας κατώτερης κατηγορίας και τους θεσμούς τους, αποτρέποντας την πρόκληση εντάσεων στην πόλη. Σήμερα, τα παρακμάζοντα <em>banlieues</em> είναι μικτά και, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει πιο ποικίλα από πλευράς εθνικής στρατολόγησης &#8211; περιλαμβάνουν συνήθως μια πλειοψηφία Γάλλων πολιτών και μετανάστες από δυο έως και τρεις ντουζίνες εθνικότητες. Η αυξανόμενη παρουσία αυτών των μεταναστών της μετα-αποικιακής εποχής οφείλεται στη μείωση του χωροταξικού διαχωρισμού τους : παλιότερα ήταν αποκλεισμένοι από τα δημόσια συγκροτήματα κατοικιών και επομένως πιο απομονωμένοι. Και οι κάτοικοι που ανέρχονται στην ταξική δομή μέσα απ’ το σχολείο, την αγορά εργασίας ή την επιχειρηματικότητα σπεύδουν να εγκαταλείψουν αυτές τις υποβαθμισμένες περιοχές.</p>
<p><code><br />
</code>Τα <em>banlieues</em> της Κόκκινης Ζώνης έχουν επίσης χάσει τους περισσότερους από τους τοπικούς θεσμούς που συνδέονταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα (στο οποίο χρωστούν το υποκοριστικό τους), οργάνωναν τη ζωή γύρω από το τρίο του εργοστασίου, του συνδικάτου και της γειτονιάς κι έδιναν στον κόσμο συλλογική περηφάνια για την τάξη και την πόλη του. Η εθνική ανομοιογένεια, τα πορώδη σύνορα, η φθίνουσα θεσμική πυκνότητα και η ανικανότητα να δημιουργήσουν μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα έκαναν αυτές τις περιοχές το αντίθετο των γκέτο: είναι αντι-γκέτο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που περιγράφουν τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς και οι ακτιβιστές που κινητοποιούνται γύρω από θέματα μετανάστευσης, φυλής και υπηκοότητας,  ιδιαίτερα μετά το κύμα ταραχών που σάρωσε τα <em>banlieues</em> των χαμηλότερων τάξεων, τον Νοέμβριο του 2005.</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Loic Wacquant:</strong>Αυτή είναι μια καλή απεικόνιση, μια καίρια συμβολή της κοινωνιολογίας στην πολιτική συζήτηση: μέσα από τη διαμόρφωση ιδεών και τη συστηματική παρατήρηση, φανερώνει τα αγεφύρωτα κενά- στη συγκεκριμένη περίπτωση την πλήρη αντίφαση- ανάμεσα στη δημόσια αντίληψη και την κοινωνική πραγματικότητα. Οι μετανάστες και τα παιδιά τους στη γαλλική πόλη έχουν μάλλον αναμιχθεί παρά διαχωριστεί. Το κοινωνικό προφίλ και οι ευκαιρίες τους έχουν μάλλον πλησιάσει εκείνες των γηγενών Γάλλων αντί να είναι διαφορετικές, ακόμη κι αν πλήττονται από υψηλότερα ποσοστά ανεργίας. Διαχέονται περισσότερο στο χώρο, αντί να συγκεντρώνονται.  Και επειδή τώρα είναι πιο ‘ενσωματωμένοι’ στην εθνική ζωή και ανταγωνίζονται για τα συλλογικά αγαθά, τους βλέπουν ως απειλή και η ξενοφοβία διογκώνεται ανάμεσα στα γηγενή τμήματα της εργατικής τάξης που απειλούνται από μια καθοδική κινητικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιφέρειες στη Δυτική Ευρώπη δεν πάσχουν από γκετοποίηση αλλά από τη διάλυση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, που οφείλεται στην ομαλοποίηση της μαζικής ανεργίας και τη διάδοση των αβέβαιων θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, όπως και στον διασυρμό στη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για τη ‘γκετοποίηση’ αποτελεί μέρος της συμβολικής δαιμονοποίησης των περιοχών των χαμηλότερων τάξεων, που γίνονται έτσι κοινωνικά ασθενέστερες και πολιτικά περιθωριοποιημένες.</p>
<p><code><br />
</code>Το <em>Urban Outcasts</em> δείχνει ότι η θέση της ‘σύγκλισης’ μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής στο πρότυπο του μαύρου γκέτο είναι εμπειρικά λανθασμένη και πολιτικά παραπλανητική. Στη συνέχεια, αποκαλύπτει την ‘ανάδυση’ ενός νέου καθεστώτος αστικής φτώχειας κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, διαφορετικού από το καθεστώς των πενήντα χρόνων που προηγήθηκαν και το οποίο ήταν εδραιωμένο στη σταθερή βιομηχανική εργασία και το δίκτυ ασφαλείας του κεϊνσιανού κράτους. Αυτή η <em>προωθημένη περιθωριοποίηση</em> τροφοδοτείται από τον κατακερματισμό της μισθωτής εργασίας, τον επαναπροσδιορισμό της κρατικής πολιτικής μακριά από την κοινωνική προστασία και προς όφελος του καταναγκασμού της αγοράς και από τη γενικευμένη αναζωπύρωση της ανισότητας- είναι η περιθωριοποίηση που παράγει η νεοφιλελεύθερη επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Είναι αναγκασμένη να παραμείνει και να αναπτυχθεί, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές κατάργησης των κανόνων στην οικονομία και εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών. Αυτή όμως η κοινωνική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται από τη σπανιότητα και την αβεβαιότητα της εργασίας και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του κράτους, καθίσταται πιο ασαφής από το εθνοποιημένο ιδίωμα της μετανάστευσης, τη διάκριση, και την ‘ανομοιότητα’. Πρόκειται, ασφαλώς, για πραγματικά ζητήματα, που δεν αποτελούν όμως την κινητήρια δύναμη πίσω από την περιθωριοποίηση της αστικής περιφέρειας στην Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, εξυπηρετούν την απόκρυψη του νέου κοινωνικού ζητήματος- την αβέβαιη εργασία και τις συνέπειές της στη διαμόρφωση του νέου αστικού προλεταριάτου του εικοστού πρώτου αιώνα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Στο βιβλίο, υπογραμμίζετε τη συλλογική ταπείνωση που νιώθουν οι άνθρωποι που συνωστίζονται στα υπεργκέτο και τα αποβιομηχανοποιημένα <em>banlieue</em>. Οι κάτοικοι της Μαύρης Ζώνης έχουν χάσει τη φυλετική περηφάνια τους και οι αντίστοιχοί τους στην Κόκκινη Ζώνη έχουν χάσει την ταξική περηφάνια τους. Υποστηρίζετε ότι ο ‘εδαφικός στιγματισμός’ είναι η νέα διάσταση της αστικής περιθωριοποίησης στην Αμερική και στην Ευρώπη, στο έμπα του νέου αιώνα.</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Loic Wacquant:</strong>Πράγματι, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά της προωθημένης περιθωριοποίησης είναι το διάχυτο <em>χωροταξικό στίγμα</em> που απαξιώνει τους ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Σε κάθε προωθημένη κοινωνία, ένας αριθμός αστικών περιοχών ή πόλεων έχουν γίνει εθνικά σύμβολα και συνώνυμα για όλα τα κακά της πόλης: το <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Clichy-sous-Bois">Clichy-sous-Bois</a> (απ’ όπου ξεκίνησαν οι ταραχές του Νοεμβρίου 2005), στη Γαλλία, το <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Moss_Side">Moss Side</a> του Μάντσεστερ, στην Αγγλία, το Berlin-Neukoln στη Γερμανία, το <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/South_Bronx">South-Bronx</a> στη Νέα Υόρκη κλπ. Αυτή η αυξανόμενη δυσφήμηση των υποβαθμισμένων  περιοχών της μητρόπολης αποτελεί άμεση συνέπεια της πολιτικής εξασθένησης των Αφρο-αμερικανών στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών και της εργατικής τάξης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.</p>
<p><code><br />
</code>Όταν μια περιοχή θεωρείται το ‘φρικτό μέρος’ της πόλης, όπου μόνο τα αποβράσματα της κοινωνίας μπορούν να ζήσουν, όταν το όνομά της είναι συνώνυμο με τη φαυλότητα και τη βία στη δημοσιογραφική και πολιτική συζήτηση, ο σπίλος αυτού του μέρους επικαλύπτει τα στίγματα της φτώχειας και της εθνότητας ( που σημαίνει ‘φυλή’ στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποικιακή καταγωγή στην Ευρώπη). Εδώ άντλησα από τις θεωρίες του <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Erving_Goffman">Ervin Gofman</a> και του δασκάλου μου  <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Pierre_Bourdieu">Pierre Bourdieu</a> για να αναδείξω τον τρόπο με τον οποίο η δημόσια ανυποληψία που πλήττει αυτές τις περιοχές κάνει τους κατοίκους να υποτιμούν τον εαυτό τους  και διαβρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς τους. Ως αντίδραση στη δυσφήμηση του χώρου, οι κάτοικοι ακολουθούν στρατηγικές αμοιβαίας αποστασιοποίησης και  πλάγιας σπίλωσης. Αποσύρονται στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας και αποχωρούν από τη γειτονιά (όταν έχουν επιλογή). Αυτές οι πρακτικές <em>συμβολικής αυτοπροστασίας</em> προβάλλουν μια προφητεία αυτό-εκπλήρωσης  μέσω της οποίας οι αρνητικές απεικονίσεις του μέρους καταλήγουν να παράγουν σε αυτό την ίδια την πολιτιστική ανομία και τον κοινωνικό ατομικισμό που, σύμφωνα με τις απεικονίσεις αυτές, υπήρχαν ήδη εκεί.</p>
<p><code><br />
</code>Ο εδαφικός στιγματισμός δεν υπονομεύει μόνο την ικανότητα για συλλογικό προσδιορισμό ταυτότητας και δράση των οικογενειών των χαμηλότερων τάξεων, αλλά πυροδοτεί την προκατάληψη και τη διάκριση στους ‘απέξω’, όπως οι εργοδότες και οι δημόσιες γραφειοκρατίες. Οι νέοι της <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/La_Courneuve">La Courneuve</a>, της στιγματισμένης πόλης της Κόκκινης Ζώνης, στα περίχωρα του Παρισιού, που μελέτησα, παραπονιούνται διαρκώς ότι πρέπει να κρύβουν τη διεύθυνσή τους όταν ψάχνουν για δουλειά, όταν γνωρίζουν κορίτσια ή πηγαίνουν σε πανεπιστήμιο έξω απ’ την πόλη τους, προκειμένου να αποφύγουν αρνητικές αντιδράσεις φόβου ή απόρριψης. Η αστυνομία τούς μεταχειρίζεται πιο αυστηρά, όταν οι άνδρες της ανακαλύπτουν ότι προέρχονται από αυτή τη σπιλωμένη πόλη που θεωρείται φοβερό ’γκέτο’. Ο εδαφικός στιγματισμός είναι ένα ακόμη εμπόδιο στο δρόμο της κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης και της πολιτικής συμμετοχής.</p>
<p><code><br />
</code>Σημειώστε ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στη Λατινική Αμερική μεταξύ των κατοίκων των κακόφημων <em>favelas</em> της Βραζιλίας, των <em>poblaciones</em> της Χιλής και των <em>villas miserias</em> της Αργεντινής. Υποπτεύομαι ότι οι κάτοικοι της Villa del Bajo Flores, της La Cava  ή της Villa de Retiro στο Μπουένος Άιρες γνωρίζουν με το παραπάνω τι είναι η ‘διάκριση της διεύθυνσης’. Αυτό το εδαφικό στίγμα συνδέεται με  τις υποβαθμισμένες περιοχές της αργεντίνικης πόλης για τον ίδιο λόγο που  ισχύει για το υπεργκέτο των Ηνωμένων Πολιτειών και τα αντι-γκέτο της Ευρώπης: τη συγκέντρωση σε αυτά των άνεργων, των άστεγων και των  μεταναστών χωρίς χαρτιά, όπως και των κατώτερων τμημάτων του νέου αστικού προλεταριάτου που απασχολείται στην παραοικονομία των υπηρεσιών. Και η τάση των κρατικών ελίτ είναι να χρησιμοποιούν το χώρο ως ‘προπέτασμα’ για να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που έχουν τις ρίζες τους στη μετατροπή της εργασίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αυτό το εδαφικό στίγμα δεν διευκολύνει τη μεταστροφή στο ποινικό κράτος και την εγκαθίδρυση της πολιτικής της ‘μηδενικής ανοχής’, που την  παγκόσμια διάδοσή της αναλύσατε στο προηγούμενο βιβλίο σας <a href="http://www.amazon.fr/prisons-mis%C3%A8re-Lo%C3%AFc-Wacquant/dp/2912107075">Les prisons de la misère</a>/ <a href="http://www.emanantial.com.ar/sinopsis.php?p_id=83">Carceles de la Miseria</a>;</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Loic Wacquant:</strong>Η σπίλωση του χώρου δίνει στο κράτος αυξημένη ελευθερία να εφαρμόζει επιθετική πολιτική ελέγχου της νέας περιθωριοποίησης που μπορεί να πάρει τη μορφή διασποράς ή ανάσχεσης, ή ακόμη καλύτερα ενός συνδυασμού των δυο προσεγγίσεων. Διασπορά  σημαίνει διασκορπισμός των φτωχών στο χώρο και ανάκτηση των εδαφών που παραδοσιακά καταλαμβάνουν, με το πρόσχημα ότι οι γειτονιές τους είναι κακές ‘απαγορευμένες περιοχές’ που απλώς δεν μπορούν να διασωθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με τη μαζική κατεδάφιση των δημόσιων οικιστικών συγκροτημάτων στην καρδιά του ιστορικού γκέτο της αμερικανικής μητρόπολης και των εξαθλιωμένων περιφερειών πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Χιλιάδες μονάδες τέτοιων κατοικιών καταστρέφονται μέσα στη νύχτα και οι κάτοικοί τους σκορπίζονται σε κοντινές περιοχές ή σε φτωχές συνοικίες, λίγο πιο μακριά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ‘το πρόβλημα λύθηκε’. Η διασπορά των φτωχών των πόλεων μπορεί να τους καθιστά λιγότερο ορατούς και λιγότερο ενοχλητικούς πολιτικά,  αλλά δεν τους δίνει δουλειά ούτε τους εξασφαλίζει ένα βιώσιμο κοινωνικό στάτους.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη τεχνική για την αντιμετώπιση της αύξησης της προωθημένης περιθωριοποίησης ακολουθεί  την αντίθετη τακτική: αποσκοπεί στη συγκέντρωση και συγκράτηση της αναταραχής που δημιουργούν ο κατακερματισμός της εργασίας και η αποσταθεροποίηση της εθνικής (φυλετικής ή εθνικής) ιεραρχίας, απλώνοντας ένα γερό αστυνομικό δίκτυο γύρω από την υποβαθμισμένη γειτονιά και επεκτείνοντας τις  φυλακές στις οποίες τα πλέον απείθαρχα στοιχεία εξορίζονται μόνιμα. Αυτή η ποινική ανάσχεση συνοδεύεται συνήθως στο μέτωπο της κοινωνικής πρόνοιας από μέτρα που έχουν στόχο να σπρώξουν τους αποδέκτες της δημόσιας βοήθειας στις κατώτερες χαραμάδες της παραοικονομίας των υπηρεσιών, υπό την ονομασία του ‘<a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Workfare">συστήματος εκπαίδευσης ανέργων</a>’ (Περιγράφω την εφεύρεση, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτής της νέας πολιτικής για τη φτώχεια που παντρεύει την περιοριστική ‘εκπαίδευση ανέργων’ με την επεκτατική ‘εκπαίδευση φυλακής’, στο επόμενο βιβλίο μου <em>Punishing the Poor/Castigar a los pobres</em>). Αλλά η πολιτική της mano dura ή ‘μηδενικής ανοχής’ είναι επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία.  Πετώντας τους άνεργους, τους περιθωριακά απασχολούμενους και τους μικρο-εγκληματίες πίσω απ’ τα κάγκελα, τους κάνουμε ακόμα λιγότερο απασχολούμενους, ενώ αποσταθεροποιούνται ακόμη περισσότερο οι οικογένειες και οι γειτονιές των χαμηλότερων τάξεων. Η ανάπτυξη της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των φυλακών για την ανακοπή της περιθωριοποίησης, δεν είναι μόνο εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική, αλλά επιδεινώνει αυτούς ακριβώς τους ασθενείς που υποτίθεται ότι θεραπεύει. Κι έτσι μπαίνουμε ξανά στον φαύλο κύκλο που επεσήμανε πριν από πολύ καιρό ο Michel Foucault: η αποτυχία της φυλακής να λύσει το πρόβλημα της περιθωριοποίησης χρησιμεύει ως δικαιολογία για τη συνεχιζόμενη επέκτασή της.</p>
<p><code><br />
</code>Επιπλέον, στην Αργεντινή και τις γειτονικές χώρες που υπέστησαν, στον εικοστό αιώνα, δεκαετίες αυταρχικής διακυβέρνησης, η αστυνομία είναι από μόνη της φορέας βίας και η δικαστική μηχανή ξεχειλίζει από μεροληψία. Έτσι, το ξεδίπλωμα του ποινικού κράτους στον πάτο της ιεραρχίας των τάξεων και των περιοχών ισοδυναμεί με την εκ νέου εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας στα περιθωριακά τμήματα της εργατικής τάξης.  Παραβιάζει στην πράξη το ιδανικό της δημοκρατικής υπηκοότητας που θεωρητικά καθοδηγεί τις αρχές. Το κράτος δεν πρέπει να πολεμήσει το σύμπτωμα, την <em>εγκληματική ανασφάλεια</em>, αλλά την αιτία της αστικής αναταραχής: δηλαδή, την <em>κοινωνική ανασφάλεια</em> που το ίδιο το κράτος προκάλεσε καθώς έγινε ο επιμελής υπηρέτης του δεσποτισμού της αγοράς.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=193</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Alberto Toscano &#8211; Εκκαθαρίστε το ‘68, ή, το σκοτεινό υποκείμενο της Γαλλικής πολιτικής</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=197</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=197#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[alain badiou]]></category>
		<category><![CDATA[alberto toscano]]></category>
		<category><![CDATA[ασφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[επισφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[μάης του 68]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=197</guid>
		<description><![CDATA[Κάθε ελπίδα εκκαθάρισης του αντιδραστικού εγχειρήματος του Σαρκοζύ στη Γαλλία, υποστηρίζει ο Alberto Toscano, θα πρέπει να «επαναλάβει» υποχρεωτικά κατά μίαν έννοια το ’68, όχι υποκρινόμενη νέο πολιτικό περιεχόμενο στα κιτς σύμβολα του επαναστατικού παρελθόντος, αλλά με την επανάληψη του πνεύματος της πολιτικής και οργανωτικής καινοτομίας, η οποία εμπεριέχεται στα καλύτερα προϊόντα αυτής της εμπειρίας [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="MsoNormal"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/espi-05.jpg" title="espi-05.jpg" alt="espi-05.jpg" align="left" height="123" width="85" />Κάθε ελπίδα εκκαθάρισης του αντιδραστικού εγχειρήματος του Σαρκοζύ στη Γαλλία, υποστηρίζει ο Alberto Toscano, θα πρέπει να «επαναλάβει» υποχρεωτικά κατά μίαν έννοια το ’68, όχι υποκρινόμενη νέο πολιτικό περιεχόμενο στα κιτς σύμβολα του επαναστατικού παρελθόντος, αλλά με την επανάληψη του πνεύματος της πολιτικής και οργανωτικής καινοτομίας, η οποία εμπεριέχεται στα καλύτερα προϊόντα αυτής της εμπειρίας ρήξης και αμφισβήτησης.</p>
<p><span id="more-197"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>«Σ’ αυτές τις εκλογές,» <a href="http://leblog.talk.newsweek.com/default.asp?item=587061">δήλωσε ο Νικολά Σαρκοζύ μερικούς μήνες πριν</a>, «θα μάθουμε, αν η κληρονομιά του Μάη του ΄68 θα συνεχίζει να διαιωνίζεται ή αν θα την ξεφορτωθούμε μια για πάντα.» Αν και το άκουσμα πολιτικών αρχών και των ανταγωνιστικών αποσταγμάτων τους, ενδεχομένως, να σπανίζει ολοένα και περισσότερο στον κόσμο μας, όπου η εχθρότητα  πολιτογραφείται (και αποκτά φυλετική ταυτότητα) υπό τις επιταγές της «εθνικής ασφάλειας» ή μεταφέρεται σε χώρες αποτυχημένες και απειλητικές, ήταν ενθαρρυντικό ότι είδαμε τη Γαλλία, για άλλη μια φορά, να εμπλέκεται με ζήλο στο θέατρο, αν όχι στην ίδια την πραγματικότητα του πολιτικής πάλης. Αντί απλά να ακολουθήσει το τεχνοκρατικό μονοπάτι, επιστρατεύοντας τα επιτόκια ή τις συντάξεις για να υποκινήσει σε δράση τους λεγόμενους αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους, ο Σαρκοζύ- αντλώντας την έμπνευση, όπως ο ίδιος είπε, από ένα «ηγεμονικό σχέδιο αλα Γκράμσι»- θεώρησε ότι έπρεπε να προκαλέσει το φάντασμα του ’68 δραματοποιώντας το διακύβευμα του δεύτερου γύρου των εκλογών όπου βρέθηκε απέναντι στη Σεγκολέν Ρουαγιάλ – έως αν η κουραστικά επισημαινόμενη στασιμότητα  ή η κρίση της Γαλλικής κοινωνίας να εξαρτάται από τις δυνάμει ανεξάντλητες συνέπειες εκείνης της μοιραίας ημερομηνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Ο «Σαρκό» παρουσίασε την προεδρία του ακόμα και ως ευκαιρία, σαράντα χρόνια μετά, να απολυμάνει (<em>karcheriser</em>) αναδρομικά τους τολμηρούς δρόμους του «Quartier Latin» και όλες τις ποικίλες δυσάρεστες συνέπειες που υποτίθεται προκλήθηκαν. Εξ’ ου και <a href="http://www.theaustralian.news.com.au/story/0,20867,21650073-2703,00.html">το έξυπνο σλόγκαν</a>: «Θέλω να γυρίσω σελίδα στο Μάη του ‘68». Οι βιογράφοι του πολιτικού βίου του Σαρκοζύ μας λένε ακόμα ότι η μητέρα του ήταν αυτή που τον εμπόδισε στην ηλικία των 13 να συμμετάσχει στην πορεία των οπαδών του De Gaulle κατά της συμμαχίας των φοιτητών και των εργατών. Είναι δελεαστικό, απλά και μόνο, να θεωρήσουμε αυτή την πρωτοβουλία ως μια υποχρεωτική παρέμβαση συντηρητικών πεποιθήσεων στη Γαλλική πολιτική σκηνή, μία απόπειρα επαναφοράς του Παρισιού στο παλαιότερο κύρος του ως «πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής αντίδρασης» σύμφωνα με την <a href="http://bookshop.blackwell.co.uk/jsp/id/In_the_Tracks_of_Historical_Materialism/9780860917762">ακριβή διατύπωση του Perry Anderson</a>, μετά την εξέγερση των banlieues, τις διαμαρτυρίες για τα Συμβόλαια Πρώτης Ευκαιρίας (CPE) και των κινητοποιήσεων εναντίον του Συντάγματος. Θεωρώ, εντούτοις, ότι η επιθυμία του Σαρκοζύ να γυρίσει σελίδα στο ’68 – να επαναπροσδιορίσει τη Γαλλική πολιτική σκέψη και να σβήσει ακόμα και τη μνήμη των εν λόγω γεγονότων λίγο πριν την (αναπόφευκτα φθίνουσα) τεσσαρακοστή επέτειό τους- αποτελεί σαφή ένδειξη μιας μορφής δριμείας υποκειμενικότητας και όχι αποκλειστικά και μόνο αντιδραστικών, συντηρητικών πεποιθήσεων.</p>
<p><code><br />
</code>Παρά την παρουσία στο άμεσο περιβάλλον του Σαρκοζύ του ανυπόφορου <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Andr%C3%A9_Glucksmann">André Glucksmann</a> &#8211; την επιτομής της αντιδραστικής, συντηρητικής υποκειμενικότητας σύμφωνα με το πρόσφατο βιβλίο του Alain Badiou <a href="http://www.bief.org/?fuseaction=C.Titre&amp;Tid=27481">«Logiques des mondes&#8221;</a>- μαζί με τον Johnny Hallyday και, αλίμονο, τη Charlotte Rampling, η μορφή του αντιδραστικού ζητήματος είναι ακόμη πολύ αχνή για την χαρακτηρίσουμε κατάλληλα ως  μοναδικότητα Σαρκοζύ (<em>la singularité Sarkozy</em>). Χαρακτηρίζοντας <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Fran%C3%A7ois_Furet">τον François Furet</a> ως την εμβληματική μορφή αυτού του είδους υποκειμένου, ο Badiou παρουσιάζει την αντίδραση σαν τη σκοτεινή άρνηση της χρησιμότητας της ρήξης που πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός πολιτικού γεγονότος (π.χ. της Γαλλικής Επανάστασης ή της όντως «παγκόσμιας επανάστασης» του 1968, για να δανειστούμε <a href="http://www.monthlyreview.org/0703wallerstein.htm">την ορολογία του Wallerstein</a>). Αλλά μια τέτοια άρνηση εμπεριέχει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ορισμένες από τις καινοτομίες που επέφερε το γεγονός, δηλαδή, η ριζοσπαστική υποκειμενικότητα και η συλλογική δράση όντας απλώς υστερικές και καταστροφικές ωθούν στην καλύτερη περίπτωση σε μεταβολές στις οποίες η σταδιακή και λογική ροή της ιστορικής αλλαγής, ούτως ή άλλως θα οδηγούσε.  Το ίδιο το γεγονός και η απόλυτη πίστη στις συνέπειές του είναι εντελώς μάταια, δεν είναι τίποτα άλλο από τροχοπέδη στις ίδιες τις αρχές που επιδιώκουν να εφαρμόσουν (η Αμερικάνικη πραγματιστική εχθρότητα στον <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/John_Brown_(abolitionist)">John Brown και στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας</a> αποτελεί το κατάλληλο παράδειγμα της αντιδραστικής συντηρητικής υποκειμενικότητας).</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά το σκοτεινό υποκείμενο είναι φτιαγμένο από διαφορετικό υλικό. Σκοπός του δεν είναι να εξουδετερώσει την καινοτομία ενσωματώνοντας ορισμένες από τις συνέπειές της και σοφά να απαγκιστρωθεί από την άχρηστη υπερβολή της. Αντιθέτως, ο πολιτικός σκοταδισμός αποσκοπεί στη ριζική ανατροπή του νέου παρόντος, το οποίο δημιουργήθηκε με το μόχθο ενός πιστού υποκειμένου. Σύμφωνα με τον Badiou, το σκοτεινό υποκείμενο «προσφεύγει συστηματικά στην επίκληση ενός ανυπέρβλητου Σώματος, πλήρους και αγνού, ανιστόρητου ή υπεράνω γεγονότων (Πολιτεία, Θεός, Φυλή…) απ’ όπου προκύπτει ότι κάθε ίχνος θα αποκηρύσσεται (εδώ, το έργο του αντιδραστικού υποκειμένου είναι χρήσιμο στο σκοτεινό υποκείμενο) και συνεπώς, το πραγματικό σώμα, το διαιρεμένο σώμα θα υποτάσσεται». Σε αυτήν την περίπτωση, το στοίχημα του Σαρκοζύ είναι ότι η ίδια η απόπειρα να απαλλαγεί από το διασπασμένο σώμα του ’68, ενδεχομένως, να συμβάλλει στην έμπνευση ενός ηθικά επανεξοπλισμένου Γαλλικού έθνους. Το τελευταίο απειλητικό του σύνθημα, «Μαζί, όλα είναι δυνατά (<em>Ensemble, tout est possible</em>)» (όπου οι όλοι (<em>tous</em>) που θα έρθουν μαζί (<em>ensemble</em>) θα επιτύχουν την ενότητα μέσω του αποκλεισμού των «πλεοναζόντων» μεταναστών, των εξεγερμένων του ’68 (<em>soixante-huitards</em>), των ‘αποβρασμάτων’ των περιχώρων του Παρισιού, κ.ο.κ.), απέχει, λοιπόν, απείρως από το σύνθημα των διαδηλώσεων του 1995 στη Γαλλία: &#8220;Όλοι μαζί&#8221; (<em>Tous ensemble</em>). Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι ενώ ο Σαρκοζύ λειτουργεί ακόμα στη σφαίρα επιρροής της αντιδραστικής, συντηρητικής πολιτικής (καπιταλιστικός κοινοβουλευτισμός), οι προθέσεις του, ακολουθώντας τη χρήσιμη τυποποίηση του Badiou στο «<em>Logiques des mondes</em>», είναι σκοτεινές:<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε την απόσταση ανάμεσα στον αντιδραστικό φορμαλισμό και τον ασαφή φορμαλισμό. Όσο βίαιη και αν είναι, η αντίδραση συντηρεί τη μορφή του πιστού υποκειμένου καθώς  αρθρώνεται ασυναίσθητα. Δεν προτίθεται να καταργήσει το παρόν, μόνο να καταδείξει ότι η πιστή ρήξη (είτε αποκαλείται «βία» είτε «τρομοκρατία») δεν χρησιμεύει στη δημιουργία ενός μετριοπαθούς, συντετριμμένου δηλαδή, παρόντος (ενός παρόντος που αποκαλείται «μοντέρνο»). &#8230; Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά για το σκοτεινό υποκείμενο. Και αυτό γιατί το παρόν είναι απευθείας η ασυνείδητη, θανάσιμη διατάραξή του, ενόσω εξαρθρώνει με την εμφάνισή του τα συμβατικά δεδομένα της αφοσίωσης. Το τερατώδες πλήρες Σώμα στο οποίο προσδίδει μυθιστορηματική μορφή είναι το αχρονικό συμπλήρωμα του ακυρωμένου παρόντος. [Υποδαυλίζει] παντού και σε όλες τις εποχές το μίσος κάθε ζωηρής σκέψης, κάθε ειλικρινούς γλώσσας και κάθε επισφαλούς εξέλιξης.</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Ο αρνητισμός και η εχθρότητα του Σαρκοζύ, βεβαίως, δεν μας παραπέμπουν στην πολιτική καινοτομία αυτή καθ’ εαυτή – που σε κάθε περίπτωση διεκδικείται, κυρίως, από την Αριστερά και σχεδόν εξαλείφεται κατά τη διάρκεια των ετών της νεο-φιλελεύθερης Παλινόρθωσης. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι έρχεται σε αντίθεση με ένα ζωντανό πολιτικό υποκείμενο, αλλά σε μια χαρακτηριστική ένδειξη σκοταδιστικού νου, αποσκοπεί σε ένα εκλεκτικό σύνολο ολέθριων κατηγορημάτων και φαινομένων. Είναι, όντως, ένα «διαιρεμένο σώμα» με τη διαίρεση να είναι το φάντασμα που φάνηκε να στοιχειώνει όλη την πολιτική συζήτηση για τις προεδρικές εκλογές του 2007. Στους λόγους του Σαρκοζύ, λοιπόν, το 1968 αποτελεί το παροιμιώδες σημείο αναφοράς, στη γλώσσα του Lacan, για την «εξάρτηση από το κοινωνικό κράτος, απάτη, κλοπή, ισοπέδωση», «ηθικό και πνευματικό σχετικισμό». Είναι το βαθύτερο αίτιο μιας «ηθικής κρίσης στη Γαλλία που όμοιά της δεν έχει υπάρξει από την εποχή της Ιωάννας της Λωραίνης». Για να καταχωνιαστεί το σύνολο των πολιτικών αρχών και των υποκειμένων τι άλλο θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να παρουσιαστεί το ίδιο το 1968 σαν η απόλυτη απουσία αρχών;  Σύμφωνα με τα λόγια του Σαρκοζύ: «Οι κληρονόμοι του Μάη του ’68 έχουν επιβάλλει την ιδέα ότι όλα έχουν την ίδια αξία, ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό, καμιά διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος, ανάμεσα στο όμορφο και το άσχημο, καθώς και ότι το θύμα υπολογίζεται λιγότερο από ότι ο παραβάτης του νόμου». Οι αξίες, η ιεραρχία, η ηθική – όλες αργοπεθαίνουν, όλες θα ανυψωθούν ξανά σε όλο το εύρος της Δημοκρατίας μόλις επιτέλους απομακρυνθούμε από την πληγή του 1968. Για να επιτύχει την κινητοποίηση του εκλογικού σώματος υπέρ της αντεπαναστατικής επανάστασής του είναι πρόθυμος ακόμα και να περιγράψει το ’68 ως ένα είδος της ηθικής καταστροφής που κατέστησε δυνατή την «υπερβολή του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου», τις «χρυσές χειραψίες» και τα «διεφθαρμένα αφεντικά» (αλίμονο, αυτή η επίθεση στο ’68 έχει έρθει στο προσκήνιο από λιγότερο απεχθείς πηγές: από τον κατά τα άλλα περίφημο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Adam_Curtis">Adam Curtis</a> για παράδειγμα, στην αβάσιμη επίθεσή του στην <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/R._D._Laing">αντι-ψυχιατρική του Laing</a> στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_Trap_(television_documentary_series)">Η Παγίδα (The Trap)</a> ή από τον Régis Debray, ο οποίος <a href="http://www.newleftreview.org/?view=354">στο τεύχος του «New Left Review»</a> για τη δέκατη επέτειο του 1968 το χαρακτήρισε ως τον υπό εξαφάνιση μεσολαβητή κάθε είδους για τον Αμερικανικό ηδονιστικό καπιταλισμό).</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό το ευλογημένο πάθος για τάξη φαίνεται, όντως, να επιβεβαιώνει ένα από τα προαισθήματα του Badiou, τη γνώση ότι ένα γεγονός και το πιστό υποκείμενο που το υποκινεί δεν προκαλούν απλώς τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης πορείας, αλλά ανασχηματίζουν όλον τον «υποκειμενικό χώρο», υποχρεώνοντας αμφότερους τους αντιδραστικούς και τους σκοταδιστές να επανασχεδιάσουν τις θέσεις τους ανάλογα.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά ποια ήταν η απάντηση της Ρουαγιάλ, του στρατοπέδου της και των υποτιθέμενων υπευθύνων αυτού του ηθικού κακού που επικρατεί δεκαετίες τώρα, των εξεγερμένων του ’68 (soixante-huitards); Από τη μια πλευρά, η Ρουαγιάλ απάντησε εγείροντας αξιώσεις για την εν λόγω κληρονομιά, έχοντας νωρίτερα φλερτάρει ακόμα και με τη σκέψη του <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Jacques_Ranci%C3%A8re">Jacques Rancière</a>. Ξέφυγε από τη δύσκολη θέση της καταγγελίας των απόψεων του Σαρκοζύ <a href="http://www.democratie-socialisme.org/article.php3?id_article=1189&amp;titre=Kouchner-Sarkozy-le-cynisme-et-mai">με μία επίδειξη πίστης</a>, διακηρύττοντας ότι «ο Μάης του ’68 είναι τα 11 εκατομμύρια εργατών που εξασφάλισαν τις <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Accords_de_Grenelle">συμφωνίες της Grenelle</a>, το δικαίωμα των γυναικών να έχουν πρόσβαση στην αντισύλληψη, ένας άνεμος ελευθερίας κατά μιας εντελώς κλειστής κοινωνίας». Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι στις διαπραγματεύσεις για τις συμφωνίες της Grenelle συμμετείχε, μεταξύ άλλων, και ο Σιράκ και ότι έτυχαν περιφρόνησης από την πλειονότητα των απλών πολιτών και ολόκληρης της Μαοϊκής και Τροτσκικής αριστεράς, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας άλλη μια δήλωση της Ρουαγιάλ: στην πραγματικότητα κατηγόρησε τον Σαρκοζύ ότι επιχείρησε να προκαλέσει ένα «άλλο 1968». Με αυτήν τη δεύτερη έννοια, σύμφωνα με την συντηρητικών πεποιθήσεων ορολογία του Badiou, το 1968 συμβολίζει την αναταραχή, την κοινωνική κρίση και μια σύγκρουση που πρέπει πάση θυσία να αποτραπεί από τις δυνάμεις του ρεφορμισμού. Δεν αποτελεί πλέον το σύμβολο για μια στιγμή πολιτικής επινόησης, για την πιθανότητα μιας ριζικής αναδόμησης της κοινωνίας. Η κατεύθυνση των απαντήσεων της «Αριστεράς» είναι, επίσης, χαρακτηριστική. Ο εκνευριστικός Cohn-Bendit, όπως αναμενόταν, παρουσιάζει με νέα μορφή τον μακρόχρονο αντικομουνισμό του για να χαρακτηρίσει την απορριπτική τάση του Σαρκοζύ ως «μπολσεβίκικη» και σε άψογα Ευρω-φιλελεύθερα πρότυπα, επαινεί το ’68 για την «απελευθέρωση της αυτονομίας των ατόμων». Πολλοί άλλοι τονίζουν με έμφαση στις «αξίες» της ελευθερίας και της αυτονομίας, αλλά με το πρόσχημα μιας ευεργετικής ένεσης χαράς, ευχαρίστησης και κινητικότητας στα πολιτικά πράγματα και όχι με όρους μιας ριζικής αλλαγής της υπάρχουσας κατάστασης.</p>
<p><code><br />
</code>Ελπίζω ότι τόσο ο αδιάφορος και συμβιβασμένος ελευθεριακός φιλελευθερισμός &#8211; , όσο και κάθε φετιχιστικός εορτασμός της «κληρονομιάς» των γεγονότων (événements) του Μάη του 1968 και της πολιτικής εποχής του δεν θα παραταθεί πέρα από το μη-γεγονός που αποτελεί η τεσσαρακοστή επέτειός του. Αλλά κάθε ελπίδα εκκαθάρισης του αντιδραστικού εγχειρήματος του Σαρκοζύ στη Γαλλία θα πρέπει να «επαναλάβει» υποχρεωτικά κατά μίαν έννοια το ’68, όχι υποκρινόμενη νέο πολιτικό περιεχόμενο στα κιτς σύμβολα του επαναστατικού παρελθόντος, αλλά με την επανάληψη του πνεύματος της πολιτικής και οργανωτικής καινοτομίας, η οποία εμπεριέχεται, αν και σε κατάσταση ύπνωσης, στα καλύτερα προϊόντα αυτής της εμπειρίας ρήξης και αμφισβήτησης.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=197</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Jacques Julliard &#8211; Ο &#8216;μαύρος Οκτώβρης&#8217; του Σαρκοζί</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=200</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=200#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[jacques julliard]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[κρίση αντιπροσώπευσης]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=200</guid>
		<description><![CDATA[Ο Jacques Julliard προβλέπει ότι η διαφαινόμενη λαΙκή απογοήτευση για τον Σαρκοζί θα κλιμακωθεί την άνοιξη, υποστήριζει ότι το περίφημο &#8216;άνοιγμα&#8217; που έκανε στην αριστερά περιορίζεται στην πετυχημένη προσπάθειά του να διαφθείρει ορισμένα ηγετικά στελέχη της, και μιλά για τις προοπτικές ανάκαμψης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Μία συνέντευξη στην Καρίνα Λάμψα για το Re-public Καρίνα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="MsoNormal"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/julliard1.jpg" align="left" height="100" width="90" />Ο Jacques Julliard προβλέπει ότι η διαφαινόμενη λαΙκή απογοήτευση για τον Σαρκοζί θα κλιμακωθεί την άνοιξη, υποστήριζει ότι το περίφημο &#8216;άνοιγμα&#8217; που έκανε στην αριστερά περιορίζεται στην πετυχημένη προσπάθειά του να διαφθείρει ορισμένα ηγετικά στελέχη της, και μιλά για τις προοπτικές ανάκαμψης του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.</p>
<p><span id="more-200"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Μία συνέντευξη στην Καρίνα Λάμψα για το <em>Re-public </em></strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Καρίνα Λάμψα:</strong> Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για τον λεγόμενο ‘σαρκοζισμό’. Πιστεύετε ότι ο Νικολά Σαρκοζί εκπροσωπεί μια δεξιά διαφορετική απ’ αυτές που ξέραμε, π.χ. εκείνη του Ζακ Σιράκ;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Jacques Julliard:</strong> Ξέρετε, υπάρχει μια διαφορά ηλικίας. Ο Σαρκοζί  είναι ένας νέος, πολύ δραστήριος άνθρωπος. Ο κ. Σιράκ, στο τέλος της θητείας του, ήταν μεγάλος,  δεν είχε όρεξη για δράση. Υπάρχουν, κατά τα’ άλλα, βασικές διαφορές; Δεν νομίζω. Κανείς απ’ τους δυο δεν είναι φιλελεύθερος με την κλασική έννοια του όρου. Τάσσονται υπέρ της παρέμβασης του κράτους, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στο υπάρχον καθεστώς, τον καπιταλισμό. Δεν είναι όμως φιλελεύθεροι με την αγγλοσαξωνική έννοια ούτε με την έννοια της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Η κυριότερη διαφορά τους είναι ότι ο Σιράκ είναι πολύ πιο εχθρικός από τον Σαρκοζί  έναντι της αμερικανικής πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Ναι, ο Σαρκοζί δηλώνει ‘φίλος των Αμερικανών’…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong>  Πάντα το έλεγε, και έχει προσεγγίσει πολύ τους Αμερικανούς. Κατά τ’ άλλα, όμως, είτε πρόκειται για την οικονομική πολιτική είτε για την Ευρώπη, οι προσανατολισμοί τους δεν διαφέρουν πολύ.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τι είναι, λοιπόν, ο ‘σαρκοζισμός’;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Κατά τη γνώμη μου, τίποτα. Δεν πρόκειται για κανένα πρωτότυπο δόγμα, όπως άλλωστε δεν υπάρχει ‘σιρακισμός. Στην πραγματικότητα, είναι εκπρόσωποι της γαλλικής δεξιάς με την πιο κλασσική της έννοια, δηλαδή είναι υπέρμαχοι του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και ταυτόχρονα υποστηρίζουν τις εύπορες τάξεις. Το έδειξαν πολύ καλά και οι δυο με τις πολιτικές τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα φαινόμενο που μπορεί να επηρεάσει άλλα ευρωπαϊκά κόμματα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Όχι, δεν πιστεύω ότι υπάρχει δόγμα σαρκοζισμού. Υπάρχει η συμπεριφορά του Σαρκοζί, που είναι πολύ πιο δραστήριος, πέτυχε αρκετά αποτελέσματα,  που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε. Σ’ αυτόν κυρίως ανήκει η υιοθέτηση της απλοποιημένης ευρωπαϊκής Συνθήκης, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην απελευθέρωση των Βουλγάρων νοσοκόμων, είναι λοιπόν ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος που καταπιάνεται με όλα μαζί, σε υπερβολικό βαθμό ίσως. Αλλά από κει μέχρι να πούμε ότι υπάρχει δόγμα σαρκοζισμού, όχι, δεν νομίζω. Πρόκειται για ένα μίγμα κρατικού παρεμβατισμού και  οικονομικού φιλελευθερισμού, πολύ πιο κρατικιστικού από του κ.Μπλερ ή του κ.Σρέντερ.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Στην <a href="http://leprepoursegolene.aliceblogs.fr/blog/_archives/2007/8/2/3136075.html">παρέμβαση που κάνατε στις 16 Ιουλίου </a>για τα αίτια της ήττας του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, είπατε πως ο κόσμος ‘δεν ψηφίζει ένα πρόγραμμα, ψηφίζει μια σκέψη ή ακόμη μια ενδόμυχη σκέψη’. Ποια ήταν η σκέψη που έδωσε στον κ.Σαρκοζί τη νίκη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Όταν μίλησα για ενδόμυχη σκέψη εννοούσα αυτή των ψηφοφόρων όπως και του προέδρου. Η ενδόμυχη σκέψη τους ήταν ότι έπρεπε να «ξαναμπεί η Γαλλία σε λειτουργία», γιατί η Γαλλία είχε προοδευτικά αποκοιμηθεί. Δεν είχε να κάνει τόσο με το πολιτικό πρόγραμμα του Σαρκοζύ…</p>
<p><code><br />
</code>Διότι, αν πάρουμε τον τομέα της απασχόλησης, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει οικονομική ανάκαμψη, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Σαρκοζί έκανε περισσότερες καινοτομίες απ’ τον Σιράκ. Προς το παρόν, άλλωστε, τα αποτελέσματα στην οικονομία δεν είναι πολύ διαφορετικά από την περίοδο Σιράκ, η ανεργία μειώνεται, αλλά πολύ ελάχιστα σε σχέση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, ο δείκτης της ανάπτυξης είναι χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κανείς απ’ τους δυο δεν έκανε κάτι για να μειώσει το χρέος της Γαλλίας, που είναι πολύ σημαντικό και βαραίνει τον προϋπολογισμό, την ανάπτυξη…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τίποτα καινούργιο, λοιπόν;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Πιστεύω πως το καινούργιο βρίσκεται στην ιδιοσυγκρασία, στην ηλικία.  Ο Σιράκ είχε γίνει πολύ προσεκτικός και δεν ξεκινούσε τίποτα, δεν είχε όρεξη να ξαναρχίσουν μεγάλες απεργίες, ενώ όπως είδαμε ο Σαρκοζί αντιμετωπίζει τα συνδικάτα κατά μέτωπο. Βλέπουμε, όμως, πως στη συνέχεια κάνει πίσω.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πάντως, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η δημοτικότητά του εμφανίζει πτώση.</p>
<p><code><br />
</code>J<strong>.J.:</strong> Ναι. Παραμένει υψηλή, αλλά, πράγματι, υπάρχει πτώση, γιατί ο κ. Σαρκοζί άφησε τους Γάλλους να πιστεύουν ότι θα έκανε θαύματα χωρίς να τους επιβάλει θυσίες. Σήμερα βλέπουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Κατά τη γνώμη μου, η πτώση της δημοτικότητας,  οι δυσκολίες, θα αυξηθούν τους επόμενους μήνες. Βλέπουμε, άλλωστε, ότι σ’ αυτές προστίθεται ένα πρόβλημα που υπήρχε ήδη την εποχή του Σιράκ, η διαφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Είναι νωρίς να μιλήσουμε για απογοήτευση;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Είναι λίγο νωρίς. Εγώ πιστεύω ότι η απογοήτευση θα έρθει την άνοιξη. Θα έχουμε απεργίες, πιστεύω ότι ο Σαρκοζί θα κερδίσει κάνοντας πολλές παραχωρήσεις, αδειάζοντας πολλές από τις μεταρρυθμίσεις από το περιεχόμενό τους, μέσα στο φθινόπωρο. Αυτό όμως που θα παίξει καθοριστικό ρόλο την άνοιξη είναι η διαπίστωση ότι η αγοραστική δύναμη είναι στάσιμη, πολλές φορές σε υποχώρηση. Αυτό είναι το πρόβλημα που θα δυσκολέψει τον Σαρκοζί, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη πέντε έξι μήνες.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Για την ώρα, οι περισσότερες αντιδράσεις προέρχονται από το δικό του στρατόπεδο;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Η αντιπολίτευση, δηλαδή οι σοσιαλιστές, εξακολουθούν να κυριαρχούνται από τα εσωτερικά τους προβλήματα, στα μάτια της κοινής γνώμης δεν αποτελούν πραγματική αντιπολιτευτική δύναμη, κι έτσι η αντιπολίτευση προέρχεται κυρίως από το περιθώριο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τον κ.Μπεϊρού, που ήταν υποψήφιος έναντι του κ.Σαρκοζί ή ακόμη τον κ. Βιλεπέν, πρώην πρωθυπουργό του Σιράκ. Με άλλα λόγια, κάποιους γέρους γκρινιάρηδες, όπως λέμε, παλιά στελέχη του γκολικού κόμματος που απογοητεύτηκαν απ’ τον Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική κατάσταση. Για την ώρα, ο Σαρκοζί τα καταφέρνει μεταθέτοντας διαρκώς –να, μπορεί να μην υπάρχει σαρκοζισμός, υπάρχει όμως μια μέθοδος Σαρκοζί, που συνίσταται στη διαρκή μετάθεση των προβλημάτων. Πιάνει ένα πρόβλημα, τρεις μέρες μετά κανείς δεν μιλά γι’ αυτό και πιάνει ένα άλλο. Για ένα σωρό θέματα λέει ‘θα δείτε αυτό που θα δείτε’, αλλά δεν βλέπουμε σπουδαία πράγματα. Κι απ’ αυτή την άποψη, υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική, όπου αναμφισβήτητα πέτυχε κάποια αποτελέσματα…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Αναφέρεστε <a href="http://www.euractiv.com/en/enlargement/bulgarian-nurses-leave-libya-french-presidential-plane/article-165805">στις Βουλγάρες νοσοκόμες </a>και στη Συνθήκη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Εννοώ κυρίως την Ευρώπη, όπου έδωσε μια ώθηση, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, ξεμπλόκαρε την κατάσταση…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Ας μιλήσουμε για το περίφημο ‘άνοιγμα’ του Σαρκοζί… Θα συνεχιστεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Σύμφωνα μ’ αυτά που ακούγονται, ναι. Διόρισε πολλές προσωπικότητες της Αριστεράς σε σημαντικά πόστα, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που έχασε αυτά τα πόστα. Θα έλεγα όμως πως το ‘άνοιγμα’ γίνεται πιο εύκολα προς την κατεύθυνση των ηγετικών στελεχών της Αριστεράς παρά προς την κατεύθυνση του κόσμου της Αριστεράς. Δεν είναι πολύ δύσκολο να κάνεις έναν σοσιαλιστή υπουργό, να αυξήσεις όμως τον κατώτερο μισθό στοιχίζει πολύ περισσότερο.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό ισχύει για το ‘άνοιγμα’. Σε λίγους μήνες θα δούμε ότι δεν άλλαξε την πολιτική κι ότι ο Σαρκοζί δεν διαπραγματεύτηκε με την Αριστερά. Διέφθειρε αριστερούς. Δεν διαπραγματεύτηκε με την Αριστερά. Δεν έκανε παραχωρήσεις.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πώς εξηγούν ότι συναινούν με την πολιτική του Σαρκοζί, ιδίως σε τομείς όπως η μετανάστευση;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Λένε ότι δεν συμφωνούν. Είναι κάπως περίεργο, αλλά πάντως παραμένουν. Είναι μια κατάσταση που δεν διαρκέσει πολύ. Ή θα πάψουν να λένε ότι είναι αριστεροί ή θα πάψουν να είναι υπουργοί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Προς το παρόν, λένε ότι είναι αριστεροί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Έτσι ισχυρίζονται. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι. Ισχυρίζονται ότι είναι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Είναι κάπως ασυνήθιστο, πρωτόγνωρο…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι, ξέρετε σήμερα η Γαλλία δεν έχει πια σύνταγμα, σύμφωνα με τα κέφια ενός ανθρώπου που όταν ήρθε έκανε εντύπωση αλλά αυτό δεν πρόκειται να διαρκέσει αιωνίως. Για την ώρα, αλλάζει το σύνταγμα συνέχεια, κάθε τρεις μέρες…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Μα πώς το κάνει αυτό;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ξέρετε, όταν ένας νέος πρόεδρος έρχεται, τουλάχιστον στη Γαλλία, κάνει ό, τι θέλει. Αυτό που του προσάπτω περισσότερο είναι που δεν το εκμεταλλεύτηκε για να κάνει τις δομικές μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες, σε σχέση με τη φορολογία, με το χρέος. Επέλεξε τα εύκολα, έκανε πολιτική ευκολίας και, φυσικά, οι Γάλλοι ήταν στην αρχή πολύ ευχαριστημένοι επειδή μείωσε τους φόρους, κυρίως της μεσαίας τάξης. Όμως αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει, θα χρειαστεί να πληρώσουμε ακριβά για την κοινωνική ασφάλιση, η ανεργία δεν μειώνεται, έκανε μια πολιτική ‘στάχτης στα μάτια’.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πόσο καιρό θα χρειαστεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα για να αναστηθεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.: </strong>Ξέρετε, δεν έχει πεθάνει. Έλαβε 47% των ψήφων. Δεν είναι τόσο άσχημα, 47%, δεν πρόκειται για ένα κόμμα ετοιμοθάνατο. Το εκλογικό του σώμα έμεινε πιστό… Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει κρίση ηγεσίας στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει, αυτή τη στιγμή, μια κυρίαρχη προσωπικότητα σ’ αυτό το κόμμα, με αποτέλεσμα ο καθένας να κάνει την πολιτική του, το κόμμα να μην είναι αποτελεσματικό, να μην μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη των γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, θα πάρει έξι με εννιά μήνες. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι στο τέλος το κόμμα θα αναγεννηθεί, θα ξαναβρεί τη δύναμή του, γιατί οι ψηφοφόροι του δεν το εγκατέλειψαν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Θα αλλάξει ηγεσία;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Το πρόβλημα είναι ποιος θα καταφέρει να επιβληθεί. Για την ώρα, είναι αδύνατο να προβλέψουμε. Λένε για τον κ. Ντελανοέ, τον Δήμαρχο του Παρισιού, ή για τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Προς το παρόν, είναι οι κυριότεροι υποψήφιοι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Η επανένωση της Αριστεράς είναι δυνατή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι. Δεν υπάρχει ιδεολογικό εμπόδιο. Οι παλιοί διαχωρισμοί ανάγονται σε προβλήματα που δεν τίθενται πλέον. Είναι ο διαχωρισμός του κομμουνισμού, του αριστερισμού, προβλήματα που δεν υπάρχουν πια. Με δυο λόγια, εάν δεν υπάρχει επανένωση της Αριστεράς σήμερα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε προβλήματα που έχουν να κάνουν με τις κομματικές μηχανές. Γίνεται πολύς λόγος για την κρίση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και δικαίως. Αλλά η κρίση των αριστεριστών είναι ακόμη πιο σοβαρή. Στις τελευταίες εκλογές σαρώθηκαν…</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ:</strong> Τι ποσοστό πήραν;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Συνολικά έλαβαν στις προεδρικές γύρω στο 5%, στις βουλευτικές ήταν ανύπαρκτοι. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν απειλείται, είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να πετύχει την επανένωση της Αριστεράς. Πρέπει να οργανωθεί ξανά, όλοι ειρωνεύονται ότι είναι ανίκανο να το κάνει, αλλά αυτά τα πράγματα χρειάζονται χρόνο. Εγώ είμαι πεπεισμένος πως μέσα σ’ ένα χρόνο το πρόβλημα θα έχει σχεδόν επιλυθεί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.: </strong>Είναι αισιόδοξο…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Ναι, δεν είμαι πολύ απαισιόδοξος σε σχέση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Είμαι απαισιόδοξος σε σχέση με τα ηγετικά στελέχη του, που είναι μέτρια και τους λείπει η γενναιότητα, με εξαίρεση τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Ωστόσο, η Αριστερά είναι πολύ ζωντανή στη Γαλλία, κάνει απεργίες, διαδηλώνει, αντιδρά,  κι από την άλλη πλευρά, ο Σαρκοζί είναι απομονωμένος. Απομονώθηκε ο ίδιος από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Πιστεύετε ότι αυτό θα συνεχιστεί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Το φοβάμαι γι’ αυτόν. Ήταν πολύ παρορμητικός και θα δυσκολευτεί πολύ να συμβιβαστεί όπως οφείλει με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Στην παρέμβασή σας της 16ης Ιουλίου αναφερθήκατε επίσης στη συμμετοχική δημοκρατία, λέγοντας ότι είναι ‘πρόβλημα αν όχι το πρόβλημα’. Τι εννοούσατε;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Πιστεύω πράγματι, το πιστεύω πολύ, ότι οι κλασικές μορφές εκπροσώπησης των πολιτών, αυτές που καθορίζονται από τις εκλογές, δεν είναι πλέον ικανές, από μόνες τους –δεν εννοώ να τις καταργήσουμε- να εκπροσωπήσουν τις προσδοκίες των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Μέσα από φαινόμενα όπως η κοινή γνώμη, το Ίντερνετ, η ανάπτυξη των μπλογκς κ.α., το είδαμε στο δημοψήφισμα για την Ευρώπη πριν από δυο χρόνια, αναπτύσσεται ένα είδος αντι-εξουσίας της κοινής γνώμης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο γαλλικό, είναι παγκόσμιο. Οι θεσμικοί μηχανισμοί της δημοκρατίας, όπως λειτούργησαν τον 19ο αιώνα, έχουν κάπως εξαντληθεί. Σ’ αυτό το σύστημα, που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία, το κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα, οι πολίτες δεν νιώθουν πλέον ότι εκπροσωπούνται.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Τι πρέπει να γίνει;</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στην κοινή γνώμη πραγματική εκπροσώπηση. Πρέπει να δώσουμε στους πολίτες τη δυνατότητα να συζητούν, για τους νόμους, παραδείγματος χάριν. Διαφορετικά, κοιτάξτε τι γίνεται. Η Βουλή ψηφίζει τους νόμους και όταν οι πολίτες δεν συμφωνούν, κατεβαίνουν στους δρόμους και ο νόμος δεν εφαρμόζεται.</p>
<p><code><br />
</code>Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε εκλογές κάθε πέντε χρόνια. Θέλουν να τους ρωτούν περισσότερο σε ό, τι αφορά στη διακυβέρνηση, μέρα με τη μέρα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κ.Λ.:</strong> Εδώ μένουν πολλά να γίνουν…</p>
<p><code><br />
</code><strong>J.J.:</strong> Κανείς δεν έχει βρει τη λύση ούτε στο εξωτερικό ούτε στη Γαλλία, γιατί το πρόβλημα τίθεται παντού αλλά στη Γαλλία περισσότερο, γιατί οι Γάλλοι πολίτες είναι πάντα κάπως απείθαρχοι.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν πιστεύω ότι η δημοκρατία που βασίζεται στην εκλογή μπορεί, από δω και πέρα, μόνη της να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών. Πιστεύω ότι η συζήτηση πάνω σ’ ένα νομοσχέδιο πρέπει να γίνεται στη Βουλή, αλλά επίσης στις αντιπροσωπευτικές αρχές. Αυτό το είχε καταλάβει η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, όταν μιλούσε για συμμετοχική δημοκρατία.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=200</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ανδρέας Πανταζόπουλος &#8211; Η επιστροφή του πραγματικού</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=194</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=194#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:34 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ανδρέας πανταζόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[εθνικισμός]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>
		<category><![CDATA[φιλελευθερισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=194</guid>
		<description><![CDATA[Η επικέντρωση του Σαρκοζύ σε μία πρακτική πολιτική του συγκεκριμένου δεν στερείται οποιασδήποτε ιδεολογικής πλαισίωσης, υποστηρίζει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος. Πρόκειται, αντιθέτως, για την δημιουργία μιας νέας &#8216;κινητιστικής&#8217; δεξιάς που τροφοδοτεί την εθνική ιδεολογία με συγκεκριμένο περίγραμμα και περιεχόμενο. Το γεγονός ότι η εκλογή του Νικολά Σαρκοζύ στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας την περασμένη Άνοιξη συνεχίζει [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="MsoNormal"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/pantazopoulos.jpeg" align="left" height="90" width="90" />Η επικέντρωση του Σαρκοζύ σε μία πρακτική πολιτική του συγκεκριμένου δεν στερείται οποιασδήποτε ιδεολογικής πλαισίωσης, υποστηρίζει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος. Πρόκειται, αντιθέτως, για την δημιουργία μιας νέας &#8216;κινητιστικής&#8217; δεξιάς που τροφοδοτεί την εθνική ιδεολογία με συγκεκριμένο περίγραμμα και περιεχόμενο.</p>
<p><span id="more-194"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Το γεγονός ότι η εκλογή του Νικολά Σαρκοζύ στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας την περασμένη Άνοιξη συνεχίζει να προκαλεί τόσες πολλές συζητήσεις δεν είναι τυχαίο. Πολλοί είναι αυτοί που επικεντρώνουν το αναλυτικό τους ενδιαφέρον στο προσωπικό ταμπεραμέντο του Γάλλου προέδρου, αποδίδοντας σε αυτό την εκλογική του επιτυχία. Άνθρωπος της δράσης, σύμφωνα και με δική του ομολογία, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους και που δεν δεσμεύεται από την άτυπη συνθήκη του πολιτικά ορθού, και επιπλέον πολιτικός ο οποίος αγγίζει όλα τα καυτά θέματα της επικαιρότητας, από τους παράνομους μετανάστες και την κατάσταση που επικρατεί στα γαλλικά προάστια, περνώντας από την κριτική του θέση έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέχρι την επιχείρηση αναίρεσης των «υπερβολικών» δικαιωμάτων ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, δεν διστάζει να αναμειγνύει, και να υπερβαίνει, φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές λύσεις για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά και να ανακυκλώνει στο εσωτερικό της προεδρικής πλειοψηφίας κορυφαία πολιτικά στελέχη της αριστεράς, της δεξιάς και του αντιρατσιστικού κινήματος.</p>
<p><code><br />
</code>Έχω τη γνώμη ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε πάρα πολλά πράγματα από αυτή την υπερβατική φύση του σαρκοζισμού, όπως είθισται πλέον να αποκαλείται η επιχείρηση ηγεμονικής ανασυγκρότησης της γαλλικής δεξιάς, αν δεν επισημάνουμε τα πυρηνικά στοιχεία της πολιτικο-ηθικής κρίσης της γαλλικής αριστεράς. Πρόκειται, ταυτόχρονα, για κρίση που αφορά τα κοινωνιολογικά θεμέλια, αλλά και την ιδεολογία της αριστεράς. Σε κοινωνικό επίπεδο, η σοσιαλιστική αριστερά έχει πάψει πλέον να εκπροσωπεί με αξιοπιστία την πλειοψηφία των λαϊκών τάξεων. Ιδεολογικά, αυτή η αριστερά έχει αποδεχθεί την υποτιθέμενη αναντίστρεπτη φορά της παγκοσμιοποίησης, παραιτούμενη από τις πολιτικές αρχές που διέπουν την γαλλική εθνική συλλογικότητα, ως κοινότητας πολιτών. Το μείζον εθνικο-κοινωνικό έλλειμμα που παράγεται έχει τροφοδοτήσει τα τελευταία χρόνια στη γαλλική πολιτική σκηνή όλα τα «μέτωπα της άρνησης», όλους τους λαϊκισμούς, με πρώτον αυτόν του εθνικο-λαϊκιστικού Εθνικού Μετώπου. Με άλλα λόγια, η αριστερά φάνηκε να έχει αποχωρήσει από το έδαφος του πραγματικού: παράτησε τις λαϊκές τάξεις στην τύχη τους, προκρίνοντας μια νέα κοινωνική συμμαχία με τα υποτιθέμενα δυναμικά και δημιουργικά μεσαία στρώματα και, την ίδια στιγμή, προσδιόρισε τη συγκολλητική ύλη αυτής της συμμαχίας της στις πολιτισμικές και υφολογικές καινοτομίας που αυτά μεταφέρουν. Μεταμορφώθηκε έτσι ευχαρίστως σε ακραιφνώς πολιτισμική αριστερά, επενδύοντας στην πίστη ότι η πορεία της παγκοσμιοποίησης προδιαγράφει αντικειμενικά μια νέα χαρμόσυνη εποχή προόδου της ανθρωπότητας, με πρόσημα την επινοητικότητα, την αναζήτηση του νέου και του διαφορετικού, την υπόκλιση στη νέα ήπειρο της ηθικής αλληλεγγύης και της ανεκτικότητας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η σοσιαλιστική αριστερά εμφανίσθηκε και είναι ο κατεξοχήν φορέας που ενσάρκωσε τον αντιπολιτικό μύθο της παγκοσμιοποίησης. Ότι η πολιτική δεν μπορεί πλέον να κάνει τα πάντα, ότι το κράτος-έθνος πρέπει να απαλλαγεί από την ιδιαιτερότητα του ρεπουμπλικανικού συγκεντρωτισμού του, ότι η ηθική της ατομικής ευθύνης επιβάλλει στο εξής την υιοθέτηση της εργασιακής ευελιξίας, ότι η κοινωνική πολυπλοκότητα επιτάσσει μια «πολιτική αναγνώρισης» των ταυτοτήτων, ότι, τελικά, η κυβέρνηση πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της σε μια χαλαρή «διακυβέρνηση».</p>
<p><code><br />
</code>Ο σαρκοζισμός έρχεται με τον τρόπο του να επιφέρει μια σοβαρή τομή σε αυτή την φιλελεύθερης έμπνευσης, με πολυκοινοτιστική δεσπόζουσα, φαντασιακή κατασκευή. Πάνω από όλα, αποκαλύπτοντας την μεγάλη απόσταση που αυτή η κατασκευή διατηρεί από την ίδια την πραγματικότητα. Σαλπίζοντας μια επιστροφή στο «συγκεκριμένο», ο σαρκοζισμός επαναφέρει την πρακτική πολιτική, την μόνη δηλαδή πολιτική που μπορεί να υπάρξει, εκεί που η αριστερά εξακολουθούσε να μιλά με τους όρους μιας νεο-προοδευτικής ιδεολογικής αποστασιοποίησης. Μιλώντας για τα προβλήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι λαϊκές τάξεις, ο σαρκοζισμός αναγνώρισε μέσα από την επίκληση αυτών των προβλημάτων και την δημόσια ύπαρξη αυτών των τάξεων. Τις κατέστησε και πάλι ορατές, έναν από τους άξονες της πολιτικής του, πέρα από κάθε αξιολογική κρίση που μπορεί να κάνει κανείς για το περιεχόμενό της. Ακόμα και όταν καλούσε αυτές τις τάξεις, μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό, να «εργαστούν περισσότερο, για να κερδίζουν περισσότερα», το μήνυμά του αυτό αντανακλούσε μύχιες επιθυμίες, ακόμα και «ορμές», της πραγματικής κοινωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Άραγε, αυτή η επικέντρωση του Σαρκοζύ στο συγκεκριμένο στερείται οποιασδήποτε ιδεολογικής πλαισίωσης, όπως πρόσφατα επισήμανε σε ένα σχετικό, πολύ ενδιαφέρον, <a href="http://www.courrierinternational.com/article.asp?obj_id=78497">άρθρο του ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν </a>(Zygmunt Bauman) ; Ας μας επιτραπεί να αμφιβάλλουμε. Όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει με προσοχή <a href="http://www.election-presidentielle.fr/?p=973">τις πρώτες δηλώσεις του Ν. Σαρκοζύ προς τον γαλλικό λαό</a>, τη βραδιά της εκλογής του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, θα δει ότι ο ιδεολογικός παράγοντας συνιστά το βάθρο μιας ηγεμονικής πολιτικής: «Ο γαλλικός λαός εκφράσθηκε. Επέλεξε να επιφέρει τη ρήξη. Να έλθει σε ρήξη με τις ιδέες, τις συνήθειες και τις συμπεριφορές του παρελθόντος. Θα αποκαταστήσω επομένως την εργασία, την αυθεντία (autorité), την ηθική, το σεβασμό. Θα υπερασπίσω εκ νέου το έθνος και την εθνική ταυτότητα, θα αποδώσω στους Γάλλους την υπερηφάνεια της Γαλλίας, θα θέσω τέρμα στη μεταμέλεια, που είναι μία μορφή μίσους του εαυτού, και στους μνημονικούς ανταγωνισμούς που τροφοδοτούν το μίσος για τους άλλους.»  Αν η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας συνιστά την έδρα μιας νέας ηγεμονίας, είναι γιατί το ιδεολογικό της περιεχόμενο δεν αποστασιοποιείται από την πραγματικότητα της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Εδώ, η παρουσία της ιδεολογίας είναι η αντανάκλαση του «συγκεκριμένου», όπως αυτό συλλαμβάνεται και μορφοποιείται μέσα στον σαρκοζικό λόγο (discours). Ο Σαρκοζύ, άνθρωπος της «δράσης», μεταμορφώνεται σε αξιόπιστο, πρακτικό πολιτικό της «ρήξης» με την επίκληση/μεσολάβηση της ιδεολογίας («εθνική ταυτότητα»). Και είναι ακριβώς μέσα από αυτήν την ιδεολογική αναπλαισίωση της πραγματικότητας, το περιεχόμενο της οποίας η πολιτισμική αριστερά έχει με συνοπτικές διαδικασίες απορρίψει, που ο σαρκοζικός λόγος μπορεί να εμφανίζεται ότι είναι σε θέση να αποκαταστήσει την κλονισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς την πολιτική ελίτ.</p>
<p><code><br />
</code>Το συμπέρασμα είναι ότι η νίκη του σαρκοζισμού κρίθηκε πάνω από όλα στο πεδίο της μάχης των ιδεών, πρώτα από όλα σε αυτό της εθνικής ιδεολογίας. Μέσα από την επίκληση και υπόδειξη συγκεκριμένων προβλημάτων και θεματικών (ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης, επιστροφής της αυθεντίας, κλπ.) η εθνική ταυτότητα απόκτησε συγκεκριμένο περίγραμμα και περιεχόμενο. Ετσι, η (εθνική) ιδεολογία, αντί να συσκοτίσει το πραγματικό, το σχηματοποίησε, το ανέδειξε και το κατέστησε ορατό, υπερβαίνοντας ταυτόχρονα παραδεδομένες πολιτικές διαιρέσεις. Αυτό που τελικά ο σαρκοζισμός πέτυχε ήταν να μην αυτονομηθούν οι δύο πόλοι του ιδεολογικού του προτάγματος, η δράση (επί του συγκεκριμένου) και η πίστη (στην εθνική ταυτότητα). Η μεταξύ τους διαλεκτική ένταση ελέγχθηκε, προσφέροντας έτσι μια φαινομενικά ρεαλιστική προοπτική εξόδου από την «κρίση» και την «παρακμή» της γαλλικής κοινωνίας («κρίση» και «παρακμή»: δύο όροι που επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια).</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά, αν ο σαρκοζισμός, μέσα από την επίκληση μιας υπερβατικής των πολιτικών διαιρέσεων ιδεολογίας, κατόρθωσε να προσελκύσει προς το μέρος του την πλειοψηφία των πολιτών, σε πείσμα ενός παρελθοντικού και αντιλειτουργικού «αντιφασιστικού/αντισαρκοζικού» μετώπου ενός μεγάλου τμήματος της αριστεράς, αυτό δεν σημαίνει ότι η προγραμματική πολιτική του είναι ουδέτερη. Το αντίθετο. Είναι αυτός ο τύπος της υπέρβασης που νομιμοποίησε και επέτρεψε πρωτόφαντες πολιτικές και προγραμματικές συνθέσεις, οι οποίες ωστόσο δεν αρνούνται τις νεο-φιλελεύθερες κατά βάση αφετηρίες της πολιτικής του. Ο φιλόσοφος, ιστορικός των ιδεών και πολιτολόγος Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ (Pierre-André Taguieff) θα προβεί στην κατά τη γνώμη μας <a href="http://www.communautarisme.net/Les-Contre-reactionnaires-Le-Progressisme-entre-illusion-et-imposture_a915.html">ουσιαστικότερη επ’ αυτού παρατήρηση</a>: «Αντί για μια εύκολα προσδιορίσιμη ‘νέα συντηρητική δεξιά’, πρόκειται για μια νέα ‘κινητιστική’ [‘bougiste’] δεξιά, αυτήν ενσαρκώνει το σαρκοζικό κύμα του 2005-2006. Ούτε συντηρητική ούτε αντιδραστική: ‘μεταρρυθμιστική’, με μία νεο-φιλελεύθερη έννοια—αποδέσμευση του κράτους από το οικονομικό πεδίο, προκειμένου αυτό το τελευταίο να επανενδυναμωθεί. Εικονίζει ένα πρωτόφαντο κράμα οικονομικού φιλελευθερισμού, πλουραλισμού και αποδεκτού αυταρχισμού, που παραμένει μέσα στα όρια της γαλλικής ρεπουμπλικανικής παράδοσης. Και αυτό το σύνολο ασκεί μια δύναμη γοητείας.»</p>
<p><code><br />
</code>Άραγε, αυτό το πλέγμα «γοητείας», από θέσεις πλέον εξουσίας, θα κατορθώσει να αντισταθεί στις πραγματικές και επομένως απομυθευτικές ανάγκες της κοινωνίας; Ο φετινός Οκτώβριος, ο «μαύρος Οκτώβρης», όπως <a href="http://hebdo.nouvelobs.com/hebdo/parution/p2241/articles/a356926-.html">τον τιτλοφόρησε η εβδομαδιαία επιθεώρηση Le Nouvel Observateur</a>, φαίνεται να συσσωρεύει πολλά σύννεφα. Πέρα από τα οικογενειακά προβλήματα του ζεύγους Σαρκοζύ και τον κοινωνικό τους αντίκτυπο, προαναγγέλλονται σειρά δυναμικών κοινωνικών κινητοποιήσεων, με πρώτη την επιτυχημένη απεργία των σιδηροδρομικών. Ίσως, ακόμα μια φορά, η γαλλική κοινωνία να μας εκπλήξει με τις αναπάντεχες αναδύσεις του πραγματικού της εαυτού.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=194</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Nicolas Baygert &#8211; Οι λαϊκίστικες σκιές του Σαρκοζισμού ή η πολιτική της πόζας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=198</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=198#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 08:00:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[nicolas baygert]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[νέα μέσα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=198</guid>
		<description><![CDATA[Η πολιτική του Σαρκοζί ενσαρκώνει έναν νεο-λαϊκισμό, σύμφωνα με τον Nicolas Baygert. Παρακάμπτοντας την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρωνόμενος άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου. Στη Γαλλία, η στάση του Νικολά Σαρκοζί τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Σύμφωνα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/baygert.jpg" align="left" height="85" width="70" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Η πολιτική του Σαρκοζί ενσαρκώνει έναν νεο-λαϊκισμό, σύμφωνα με τον Nicolas Baygert. Παρακάμπτοντας την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρωνόμενος άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-198"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Στη Γαλλία, η στάση του Νικολά Σαρκοζί τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Σύμφωνα με <a href="http://www.rtl.fr/mediaDownload/divers/0000556/556562.pdf">μια δημοσκόπηση της TNS-Sofres</a>, αμέσως μετά τις 100 πρώτες ημέρες στην εξουσία, το 71% του πληθυσμού υποστηρίζει τη δράση του και πιστεύει ότι θα φέρει σε πέρας τη ‘ρήξη’ που υποσχέθηκε. Πάνω από τα τρία τέταρτα των Γάλλων κρίνουν τον πρόεδρό τους ενεργητικό, τολμηρό και κοντά στους προβληματισμούς τους, ενώ 83% παρατηρούν μια αλλαγή στο προεδρικό στυλ. Ως υποψήφιος, ο Σαρκοζί δήλωνε ότι μ’ αυτόν τίποτα δεν θα γινόταν πλέον όπως πριν. Σήμερα, το στυλ του δείχνει σαφώς μια παραδειγματική μεταστροφή στην ενσάρκωση του προεδρικού αξιώματος.</p>
<p><code><br />
</code>Στους πρώτους μήνες του στο Μέγαρο του Ελιζέ, ο Σαρκοζί δεν έδειξε πολλή υπομονή σε ό, τι αφορά στις διπλωματικές λεπτότητες. Γρήγορος και ανεπίσημος, διηύθυνε τη χώρα ως ‘ευμετάβλητος μάνατζερ’, πασχίζοντας για συγκεκριμένα αποτελέσματα, σύμφωνα με τις εκλογικές δεσμεύσεις του, συχνά παρακάμπτοντας ή παρακινώντας τους υπουργούς του να επιδείξουν σαφή αποτελέσματα. Επιπλέον, η Γαλλία μοιάζει να διακατέχεται από το σύνδρομο του Λευκού Οίκου. Η κυβέρνηση του προέδρου απέκτησε μοναδικό σχήμα και οι υπουργοί  υποκαθίστανται από τους ανθρώπους του προέδρου για ειδικές αποστολές. Ο Επιτελάρχης του Σαρκοζί, <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Claude_Gu%C3%A9ant">Κλοντ Γκεάν</a>, ανέλαβε  ειδικό ρόλο όταν συνόδευσε την πρώτη κυρία Σεσιλιά Σαρκοζί στο ταξίδι της στη Λιβύη, παίρνοντας έτσι αρμοδιότητες που επισήμως ανήκουν στον υπουργό Εξωτερικών <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Bernard_Kouchner">Μπερνάρ Κουσνέρ.</a> Το Ελιζέ λανσάρισε επίσης την πρώτη εβδομαδιαία ενημέρωση των δημοσιογράφων καλύπτοντας την ατζέντα του προέδρου, μια μέθοδο που είχε εισαγάγει ο Ρόναλντ Ρήγκαν.</p>
<p><code><br />
</code>Με την ομάδα μελέτης για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ιδρύθηκε τον Ιούλιο 2007 και της οποίας ηγείται ο πρώην πρωθυπουργός <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/%C3%89douard_Balladur">Εντουάρ Μπαλαντίρ</a>, και τις προσπάθειες  κατά της πόλωσης του γαλλικού πολιτικού φάσματος μέσω μιας πρωτοφανούς μεθόδου ενσωμάτωσης πολιτικών από την αντιπολίτευση σε διάφορους θεσμούς (<em>l’ ouverture</em>), ο Σαρκοζί προκάλεσε την αυξανόμενη προεδροποίηση του γαλλικού εκτελεστικού σώματος. Η <em>ouverture</em> έγινε η πολιτική μέθοδος του Σαρκοζί, ο οποίος υπονόμευσε σοβαρά, μ’ αυτόν τον τρόπο, τις προσπάθειες των επικριτών του, κατά την προεδρική προεκλογική εκστρατεία, να τον περιγράψουν ως δεσπότη.</p>
<p><code><br />
</code>&#8220;<em>Εξελέγην για να δράσω σε όλα</em>&#8220;, <a href="http://www.lefigaro.fr/institutions/20070702.WWW000000452_nicolas_sarkozy_l_hyperpresident.html">λέει ο Σαρκοζί</a>. Κανένας Γάλλος πρόεδρος από την εποχή του Ντε Γκολ δεν συγκέντρωσε στα χέρια του τόση εξουσία. Ως εκ τούτου, με λιγότερη επισημότητα από τους προκάτοχους του, ο Σαρκοζί επιχειρεί να εκπροσωπήσει έναν πολιτικό ηγέτη νέου τύπου, έναν ‘υπερ-πρόεδρο’, που είναι παντού παρών, παντογνώστης και παντοδύναμος. Στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας, ο Σαρκοζί ισχυρίστηκε πως δεν θα ήταν ποτέ ένας στατικός πρόεδρος. Στην πραγματικότητα, κινείται διαρκώς. Όχι μόνο μέσω της γλώσσας του σώματος, αλλά και συμβολικά- ενσωματώνει κυριολεκτικά την κίνηση.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, μια ευρεία γκάμα συμπτωμάτων δείχνουν μια λαϊκίστικη αντίδραση. Η δράση του Σαρκοζί μοιάζει όλο και περισσότερο με προσπάθεια να δείξει ότι είναι θεόσταλτος,  ότι ενσαρκώνει την κοινή προσδοκία για έναν μοναδικό συνδυασμό συμβατικότητας και μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με τον Alexandre Dorna, επικεφαλής της γαλλικής ένωσης πολιτικής ψυχολογίας, &#8216;ο λαϊκισμός εμφανίζεται σε μια κοινωνία που βρίσκεται στα πρόθυρα του κατακερματισμού, όταν η κατάσταση του κοινωνικού άγχους διατυπώνει ένα εκτεταμένο και αντιφατικό αίτημα για τάξη και αλλαγή, μαζί&#8217; (&#8216;Le néopopulisme et le charisme&#8217;, στο <a href="http://ww2.editionsladecouverte.fr/webcc/sog_dec/notice_reference.html?F_ean13=9782707139870&amp;F_lang_id=1">La tentation populiste au cœur de l’Europe</a>, σ. 90) . Με άλλα λόγια, ο λαϊκισμός ανέρχεται όταν το κοινωνικό σύστημα είναι σε αδιέξοδο- όταν η πολιτική χρειάζεται επαναπροσδιορισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός δεν πρέπει κατά συνέπεια να εκλαμβάνεται ως μορφή παρακμής αλλά πιθανά ως ένα εγκάρσιο χαρακτηριστικό που πλήττει το σύνολο δεξιάς-αριστεράς. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό στην  άκαμπτη πρακτική της <em>ouverture</em> από τον Σαρκοζί. Αφού κατέστησε εφικτή την κατάρρευση του κεντρώου κόμματος UDF μεταξύ των δυο γύρων της προεδρικής εκλογής προκειμένου να αποσταθεροποιήσει τον αντίπαλό του Φρανσουά Μπεϊρού, η <em>ouverture </em>αντιπροσώπευσε μια πραγματικά εχθρική πλειοδοσία για τους σοσιαλιστές πολιτικούς ηγέτες πρώτης γραμμής. Επιπλέον, η εξαφάνιση δομικών διαχωρισμών οδήγησε σε μια αυξανόμενη μη διαφοροποίηση των πολιτικών εναλλακτικών λύσεων, απενεργοποιώντας εν μέρει την κεντρικότητα του κοινοβουλίου. Ο ορισμός που έχει δώσει ο Peter Wiles εμφανίζεται <em>per se</em> εξαιρετικά κατάλληλος:<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>&#8216;[Ο λαϊκισμός] είναι βαθιά απολιτικός, και δεν αποτελεί βάση για ένα βιώσιμο πολιτικό κόμμα διακριτό από έναν σωρό κοινωνικών κινημάτων. Το πρόγραμμά του είναι πρόγραμμα αποκατάστασης (συχνά μια σκληρή εκδίκηση έναντι του ξένου και/ή επιτηδευμένου) της αλήθειας του τόπου. Υπερβαίνει τη δημοκρατία με στόχο τη συναίνεση και θυσιάζει την ελευθερία που διακηρύσσει για το συμφέρον μιας ηθικής ομοιομορφίας. Καλεί το κράτος να εγκαινιάσει την αποκατάσταση, αλλά δεν εμπιστεύεται το κράτος και τη γραφειοκρατία του και προτίθεται να τα ελαχιστοποιήσει προς όφελος των δικαιωμάτων και αρετών των τοπικών κοινοτήτων και του κάθε λαϊκιστή’ (&#8216;A Syndrome, Not a Doctrine: Some Elementary Theses on Populism&#8217;, στο <a href="http://www.amazon.com/Populism-meanings-national-characteristics-society/dp/0297176145">Populism: Its Meanings and National Characteristics</a>, σ. 162) .</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Ένα ανερχόμενο φαινόμενο προσωποποίησης αποτελεί ακόμη μια ένδειξη των εμφανών λαϊκίστικων περιγραμμάτων του πολιτικού στυλ του Σαρκοζί.<a href="http://www.lefigaro.fr/magazine/20060901.WWW000000247_sarkozy_je_revendique_la_rupture.html"> Θεωρεί αναπόφευκτο να βάλει</a> την προσωπική του ζωή στο προσκήνιο: ‘<em>ο κόσμος θέλει να ξέρει ποιοι είμαστε και με ποιον ζούμε</em>’. Επιπλέον, το δείπνο του στο <em>Le Fouquet’s</em> το βράδυ της εκλογής του και η ροπή του στα βαριά ρολόγια και τα κότερα δεν αποτελούν δείγματα του προεδρικού τρόπου ζωής που δικαιολογεί το αξίωμά του. Τα γούστα του αντιστοιχούν μάλλον σε αυτό που οι παρατηρητές περιγράφουν ως πολιτισμό ‘bling bling’, έναν όρο που αναφέρεται  στον προβεβλημένο τρόπο ζωής που αναμένει κανείς από τους σταρ του Hip Hop  ή τους Ρώσους μεγιστάνες. Συνεπώς, οι λαϊκιστές πρέπει εξ’ ορισμού να απευθύνονται στον ‘χαμηλότερο κοινό παρονομαστή’. Οι λαϊκιστές οφείλουν να προσχωρούν στα γούστα των πολλών προκειμένου να μεταβληθούν σε καθρέφτη με ωραιοποιημένη αντανάκλαση.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η πιθανή επανεμφάνιση του λαϊκισμού στην προσέγγιση του Σαρκοζί μπορεί να βρεθεί υπό το φως ενός νέου δεσμού μεταξύ ενός ‘ πολιτικού τελικού προϊόντος’ και ενός νέου τύπου καταναλωτικού <em>Weltanschauung</em>, που δεν επιδρά μόνο στα μέσα επικοινωνίας αλλά στην ολότητα των κοινωνικών πεδίων- μιας νέας σχέσης μεταξύ ενός ‘προέδρου που είναι παντού παρών’, που ενσωματώνει ένα ολόκληρο πολιτικό φάσμα, και ενός εκλογικού σώματος που αντιλαμβάνεται την πολιτική από μια καταναλωτική άποψη. Ο ‘σαρκοζισμός’ μπορεί, επομένως, να αντιπροσωπεύει μια αποκλειστική εστίαση των αντιδράσεων των καταναλωτών- ψηφοφόρων στις προβαλλόμενες πολιτικές. Το αποτέλεσμα είναι πως μολονότι οι καταναλωτές – ψηφοφόροι τείνουν να αναπτύξουν την ίδια συμπεριφορά στην πρακτική της ψηφοφορίας όπως σε άλλα πρότυπα επιλεκτικής κατανάλωσης, η εκ νέου ιδιοποίηση ενός λαϊκίστικου λόγου βασισμένου στην άμεση ικανοποίηση των προσδοκιών των καταναλωτών-ψηφοφόρων μπορεί να εξηγήσει την ξαφνική γοητεία της πολιτικής, όπως διακρίνεται στο <em>etat de grace</em> του Σαρκοζί, τη σημερινή υπερψήφισή του.</p>
<p><code><br />
</code>Ως <em>modus operandi</em> που παρακάμπτει την παραδοσιακή δημοκρατική δημόσια συζήτηση και επικεντρώνεται άμεσα στις επιθυμίες του κόσμου, ο νεο-λαϊκισμός του Σαρκοζί εμφανίζεται συνεπώς ως ένα ιδίωμα που ταιριάζει πολύ καλά με τη συμπεριφορά του σύγχρονου ψηφοφόρου. Από την ώρα που ερμηνεύεται  εκ νέου μέσα από ένα καταναλωτικό πρίσμα, η πολιτική λαμβάνεται πιο θετικά υπόψη από το εκλογικό σώμα. Κατά συνέπεια, το κυρίαρχο σλόγκαν της προεκλογικής εκστρατείας του Σαρκοζί ‘ να δουλέψουμε περισσότερο για να κερδίσουμε περισσότερα’ (<em>Travailler plus pour gagner plus</em>) αντανακλά μια αντίστοιχη προσδοκία: ‘να κερδίσουμε περισσότερα για να καταναλώσουμε περισσότερα’. Είναι εντυπωσιακό ότι <a href="http://www.pme.gouv.fr/029.pdf">στην πρώτη της ομιλία ενώπιον του κοινοβουλίου</a>, η νέα υπουργός Οικονομίας, Οικονομικών και Απασχόλησης του Σαρκοζί Κριστίν Λαγκάρντ απηύθυνε μια ζωηρή έκκληση υπέρ της εργασίας. Η υπουργός σημείωσε με ενθουσιασμό ότι υπάρχει μια νέα καταναλωτική τάση και υποστήριξε ότι ‘ το θέμα δεν είναι μόνο να έχεις χρήματα, πρέπει επίσης να τα ξοδέψεις’.</p>
<p><code><br />
</code>Οι σύγχρονες λαϊκίστικες επανακάμψεις μπορούν, λοιπόν, να βρουν μια νέα κινητήρια δύναμη  στην καταναλωτική κοινωνία όπου η  τηλεόραση κι ακόμη περισσότερο η επανάσταση του Web 2.0 έδωσαν ώθηση στην πολιτική παραγωγή θεαμάτων. Το τεχνικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε διαμορφώνει τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, να κυβερνάς σημαίνει να σε βλέπουν και να έχεις δημοσιότητα. Οι υπάρχοντες οπτικοακουστικοί τρόποι της καταναλωτικής κοινωνίας έχουν σημαντικά τροποποιήσει το προφίλ του πολιτικού, <a href="http://www.puf.com/Book.aspx?book_id=008200">που μετατρέπεται προοδευτικά</a> σε ‘καθοδικό άνθρωπο’. Το γεγονός ότι ο Σαρκοζί είναι παντού παρών  μοιάζει λοιπόν να συνάδει με τη σύγχρονη σφαίρα των μέσων επικοινωνίας- ο ‘υπερπρόεδρος εμφανίζεται ως υπερκείμενο ον, ευμετάβλητο και απείρως κλιτό.</p>
<p><code><br />
</code>Για να απεικονίσει αυτή την απεδαφοποιημένη προεδρία, ο Σαρκοζί αποφάσισε στις αρχές Σεπτεμβρίου να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο στο Στρασβούργο. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο υπουργός Οικισμού και Πόλεων εκτοπίστηκε στη Λυών για δέκα μέρες, στα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο Σαρκοζί επιδιώκει έτσι να δημιουργεί την εντύπωση ενός συνεχούς ακτιβισμού, αυξάνοντας την περίμετρο ορατότητας του όπως θα έλεγε ένας δημοσιολόγος.</p>
<p><code><br />
</code>Η σύγχρονη πολιτική έχει να αντιμετωπίσει αυτό που <a href="http://www.kulturundoekonomie.ch/referate/Bolz_Norbert.pdf">ο Norbert Bolz αποκαλεί</a> ‘ειδησο-ψυχαγωγία’ (infotainmnet) &#8211; την ατέλειωτη ροή πληροφοριών που αμέσως και συνεχώς μας κατακλύζουν. Ο Σαρκοζί κατάλαβε λοιπόν ότι έπρεπε να επιλέξει μια διαρκή  επιθετική στάση για να είναι μονίμως στο προσκήνιο, έτσι ώστε ο λόγος του να υπερέχει. Μ’ αυτή τη μέθοδο, τα γεγονότα δεν δικαιούνται να προχωρούν πιο γρήγορα απ’ την πολιτική και το κρίσιμο θέμα του σήμερα μπορεί εύκολα να αντισταθμιστεί από εκείνο του αύριο.</p>
<p><code><br />
</code>Ως νέο είδος λαϊκισμού, ο σαρκοζισμός αποκαλύπτει τα συμπτώματα μιας κίνησης προς μια ‘μεταδημοκρατική εποχή’, στην οποία οι εκλεγμένοι ηγέτες τείνουν να παραμερίζουν το επιβραδυμένο καταστατικό στοιχείο της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων ή της συμμετοχικής δημοκρατίας. Η πολιτική δημόσια συζήτηση έχει περιέλθει σε αχρηστία. ‘<em>Γιατί η πολιτική δεν ακούγεται πια; Επειδή οι λέξεις κι οι ιδέες που χρησιμοποιούνται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ζωή</em>’, <a href="http://besoindeparler.blogmilitant.com/index.php/2005/11/11/17-lintervention-de-nicolas-sarkozy-a-vous-de-juger">παρατηρεί ο Σαρκοζί</a>. Οι πολιτικές επικοινωνίες πρέπει να είναι άμεσες, αδιάκοπες και σύμφωνες με το μειωμένο χρονικό πλαίσιο των μέσων επικοινωνίας. Κάθε δράση πρέπει να είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να είναι συμβατή με την επερχόμενη μετάδοσή της. Ο Γάλλος πρόεδρος γνωρίζει ότι η αξιοπιστία του συνδέεται άμεσα με τη συχνότητα των εμφανίσεών του στα μέσα.</p>
<p><code><br />
</code>Μπορεί  κάποιος να υποστηρίξει ότι ο ‘σαρκοζισμός’ καταλήγει να στηρίζεται στην κοινή γνώμη για τον προσδιορισμό ή την αναδιαμόρφωση μιας πολιτικής προσφοράς- μέθοδος που προσεγγίζει το καθοδηγούμενο από τη ζήτηση μάρκετινγκ και που έγκειται στην αποκάλυψη ενός συνόλου επιφανειακών αποτελεσμάτων. Στην πραγματικότητα, οι καταναλωτές-ψηφοφόροι είναι όλο και πιο αντιδραστικοί και έτοιμοι να ανακαλέσουν την πολιτική δράση.  Ο Νικολά Σαρκοζί ενσαρκώνει μια νέα γενιά πολιτικών ηγετών, ικανών να δαμάσουν τα μέσα επικοινωνίας και ευθυγραμμισμένων με την καταναλωτική κοινωνία. Υπό τον Σαρκοζί, η Γαλλία εισήλθε σε ένα νέο πολιτικό παράδειγμα- την εποχή της δημοψηφισματικής πολιτικής.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=198</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Alain Bergounioux &#8211; Νικολά Σαρκοζί: Μια νέα δεξιά;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=196</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=196#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 07:59:54 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[alain bergounioux]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνία πολιτών]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>
		<category><![CDATA[φιλελευθερισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=196</guid>
		<description><![CDATA[Ο Alain Bergounioux σημειώνει ότι ο πυρήνας του Σαρκοζικού λόγου είναι η έγκληση του ατόμου. Ο Σαρκοζύ υπερασπίζεται κυρίως το όραμα μιας κοινωνίας ατόμων όπου η συλλογικότητα απαξιώνεται και παρουσιάζεται συνήθως ως εξαναγκασμός. Τρεις μήνες μετά την εκλογική νίκη του Νικολά Σαρκοζί, έχουμε πλέον μια ακριβή ιδέα γι’ αυτό που εκπροσωπεί στη γαλλική δεξιά-και τις [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/bergounioux.jpg" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Ο Alain Bergounioux σημειώνει ότι ο πυρήνας του Σαρκοζικού λόγου είναι η έγκληση του ατόμου. Ο Σαρκοζύ υπερασπίζεται κυρίως το όραμα μιας κοινωνίας ατόμων όπου η συλλογικότητα απαξιώνεται και παρουσιάζεται συνήθως ως εξαναγκασμός.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-196"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Τρεις μήνες μετά την εκλογική νίκη του Νικολά Σαρκοζί, έχουμε πλέον μια ακριβή ιδέα γι’ αυτό που εκπροσωπεί στη γαλλική δεξιά-και τις ευρωπαϊκές δεξιές. Λέγεται ότι νίκησε λόγω των ιδεών του. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Διότι μια πολιτική ιδεολογία είναι αναπόσπαστη από μια στρατηγική, που σήμερα πάει μαζί με την επικοινωνία. Αυτά τα νήματα πρέπει να ξεδιαλύνουμε για μια  διαυγή ανάλυση. Πρέπει ασφαλώς να αποφύγουμε την αναδρομική ψευδαίσθηση που θα απέδιδε στο λόγο του Νικολά Σαρκοζί υπερβολική συγκρότηση. Μια πολιτική ιδεολογία έχει να κάνει με ένα λιγότερο ή περισσότερο επιτυχές ‘μαστόρεμα’ που δεν αναζητεί την πρωτοτυπία αλλά την αποτελεσματικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Λίγο αφότου κυκλοφόρησε <a href="http://www.laffont.fr/livre.asp?code=2-221-08909-X">το βιβλίο του, Libre</a>, το 2001, ο Νικολά Σαρκοζί καθόρισε τη στρατηγική του. Απέδωσε την αποτυχία του στις ευρωεκλογές του 1999 στο συγκεχυμένο μήνυμα της δεξιάς που δεν υπογράμμιζε αρκετά την αντίθεσή της στο σοσιαλισμό, αφήνοντας έτσι σημαντικό έδαφος στο Εθνικό Μέτωπο (Front National), το οποίο έφτασε στο 15% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές του 1995 και συγκέντρωσε λίγο παραπάνω από 16% εφτά χρόνια αργότερα.</p>
<p><code><br />
</code>Η οικοδόμηση ενός corpus ιδεών για μια ‘δεξιά χωρίς συμπλέγματα’ υπήρξε η προτεραιότητα της δράσης του  στα χρόνια που ακολούθησαν τη νίκη του Ζακ Σιράκ, το 2002, ερήμην του. Η τύχη του –και το σφάλμα του Ζακ Σιράκ εάν ήθελε πράγματι να απομακρύνει τον Νικολά Σαρκοζί από τη διαδοχή του-ήταν όταν διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών, πόστο που κατείχε για τέσσερα περίπου χρόνια. Μπόρεσε έτσι να ενσαρκώσει τις αξίες της δημόσιας τάξης- μια διάσταση αποφασιστική για το εκλογικό σώμα της δεξιάς και της άκρας δεξιάς. Μπόρεσε να επικυρώσει, κατά κάποιο τρόπο, το λόγο του μέσα απ’ τις πράξεις του.</p>
<p><code><br />
</code>Πριν εξετάσουμε αυτό το ιδεολογικό corpus, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εξέλιξη της δεξιάς με την παρώθηση του Νικολά Σαρκοζί εγγράφεται σε ένα κίνημα πιο ευρύ στην Ευρώπη. Πράγματι, τα μεγάλα συντηρητικά κόμματα οικοδόμησαν το λόγο τους και  τα προγράμματά τους γύρω από τέσσερις βασικές διαστάσεις, την επιβεβαίωση του φιλελευθερισμού στις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές- ενός φιλελευθερισμού διαχειριστικού και λιγότερο ριζοσπαστικού απ’ ό, τι στη δεκαετία του 1980- το αίτημα για πιο αυστηρές πολιτικές ασφάλειας και μετανάστευσης, την υπεράσπιση της παραδοσιακής ηθικής που αναγνωρίζει τους ρόλους της Εκκλησίας και της θρησκείας, την αξιοποίηση των εθνικών ταυτοτήτων. Πρόκειται για στοιχεία που ποικίλλουν ανάλογα με τις πολιτικές καταστάσεις και τους συσχετισμούς δυνάμεων. Επανέρχονται όμως για να προσδιορίσουν τι σημαίνει να είναι κάποιος δεξιός σήμερα. Ήταν το σαφές σχέδιο που πρυτάνευσε στη συγκρότηση της <a href="http://www.u-m-p.org/site/index.php">Union pour une Majorite Populaire</a> (Ένωση για μια Λαϊκή Πλειοψηφία) το 2002, υπό την προτροπή των Ζακ Σιράκ και  Αλαίν Ζυπέ. Κατακτώντας το εργαλείο, την UMP, το 2004, ο Νικολά Σαρκοζί το ξανάκανε φιλόδοξο, αλλά πιο αιχμηρό και ορατό. Η ‘ρήξη’ που διεκδίκησε δεν ήταν μόνο σε σχέση με την ‘ενιαία αριστερή σκέψη’, αλλά και με τη ‘μετριοπάθεια’ του Ζακ Σιράκ.</p>
<p><code><br />
</code>Επικέντρωσε, πρώτα απ’ όλα, το λόγο του σε ορισμένες αξίες που επαναλαμβάνονται αδιάκοπα από το 2002, την ατομική αξία, την εργασία, το σεβασμό και το κύρος, τη θέληση, την αλληλεγγύη (εφόσον διαφέρει από τη βοήθεια), την πατρίδα. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν αναφέρθηκε στον οικονομικό φιλελευθερισμό ως τέτοιο. Απέφυγε να χρησιμοποιήσει αφηρημένες έννοιες. Παρουσίασε την οικονομική του πολιτική μόνο σε εξειδικευμένα ακροατήρια. Ο πυρήνας του λόγου του ως υποψήφιου –και σήμερα ακόμη ως Πρόεδρου που βρίσκεται σε μόνιμη προεκλογική εκστρατεία, είναι να απευθύνεται στο άτομο. Υπερασπίζεται κυρίως το όραμα μιας κοινωνίας ατόμων όπου η συλλογικότητα απαξιώνεται και παρουσιάζεται συνήθως ως εξαναγκασμός.</p>
<p><code><br />
</code>Η κεντρική αρχή του αφορά την αναγνώριση της ατομικής αξίας. Πρέπει να αξιοποιούνται αυτοί που αξίζουν. Η  ατομική αξία ακουμπά σε δύο έννοιες: την εργασία και το ρίσκο. Η ατομική αξία αναγνωρίζεται, από τη μια πλευρά, από την εργασία και την προσπάθεια και, από την άλλη πλευρά, από την ανάληψη ρίσκου. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν εγγράφεται κυρίως  σε μια λογική αναδιανομής αλλά μάλλον συνοδείας της κοινωνικής προαγωγής. Αυτό επιτρέπει μια σφοδρή κριτική της κρατικής βοήθειας και  της θεωρίας της κοινωνικής ισότητας που αποδίδονται στο σοσιαλισμό. Συνδεδεμένη με αυτές τις αρχές είναι η αξιοποίηση της κληρονομιάς.  Πρέπει να αποτελεί στόχο κάθε Γάλλου. Η κατοχή κληρονομιάς είναι καρπός εργασίας.  Ενδυναμώνει την οικογένεια και πρέπει να μεταβιβάζεται ελεύθερα. Τα κυριότερα μέτρα που προτάθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία προέκυψαν από αυτή την πολιτική λογική: το ‘να δουλεύουμε περισσότερο για να κερδίζουμε περισσότερα’, που αφορά τη φορολογική  απαλλαγή των υπερωριών, την κατάργηση σχεδόν της φορολογίας στην κληρονομιά, φορολογικές ελαφρύνσεις για στεγαστικά δάνεια, ‘ελεύθερη επιλογή’ για την ηλικία συνταξιοδότησης,  κατάργηση του σχολικού βιβλιάριου κλπ. Αυτές οι αξίες και αυτά τα μέτρα βρήκαν απήχηση στο εκλογικό σώμα της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, στη φιλελεύθερη δεξιά όπως και στη διαμαρτυρόμενη δεξιά, που αντιμετωπίζουν με καχυποψία τις  αρχές της αλληλεγγύης και είναι κριτικές έναντι της φορολογίας, ακόμη κι αν οι εκλογείς της άκρας δεξιάς αναζητούν πρώτα απ’ όλα  προστασία.</p>
<p><code><br />
</code>Το άλλο στοιχείο ενότητας του εκλογικού σώματος έχει προφανώς να κάνει με την υπόσχεση για δημόσια τάξη. Σύμφωνα με την συντηρητική φιλελεύθερη παράδοση, για να υλοποιηθούν οι ελευθερίες πρέπει να υπάρχει ασφάλεια. Η ευθύνη για τα παραπτώματα ανήκει πρώτα στα άτομα και όχι στην κοινωνία. Ο Νικολά Σαρκοζί <a href="http://http://www.republic.gr/?p=197">καταδίκασε (με πολύ φαντασμαγορικό τρόπο) τη σοσιαλιστική ‘ ανεκτικότητα’</a>, που είναι της μόδας από το 1968. Έτεινε (και εξακολουθεί) να αναγάγει τα προβλήματα της κοινωνίας στην κρίση της εξουσίας και της ηθικής. Ως υπουργός Εσωτερικών, ευνόησε την καταστολή, αντικαθιστώντας το είδος αστυνόμευσης που εγκαθίδρυσε η κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν, με τους αστυνομικούς ελέγχους. Νόμοι διαδέχτηκαν νόμους. Οι δεσμεύσεις σχετικά με τη μετανάστευση δεν ήταν λιγότερες. Η ιδέα της ‘επιλεγμένης μετανάστευσης’ δίνει την εντύπωση ενός  μεγαλύτερου ελέγχου. Συνδέοντας, στην προεκλογική εκστρατεία του και στη σύνθεση της κυβέρνησης, τη μετανάστευση με την εθνική ενσωμάτωση, έδωσε στο λόγο του για το έθνος έναν καταληκτικό τόνο.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι δυο δέσμες προτάσεων, που αποτελούν τους δυο πόλους που βρίσκουμε και στα άλλα μεγάλα κόμματα της δεξιάς στην Ευρώπη, συμπληρώθηκαν από ένα προσωπικό στυλ που συνέβαλε τα μέγιστα. Πράγματι, ο Νικολά Σαρκοζί έστησε ένα θεληματικό λόγο. Διαφωνώντας με την αντίληψη ενός Προέδρου, αν όχι διαιτητή, αφού οι πρόεδροι της  Πέμπτης Δημοκρατίας δεν υπήρξαν ποτέ διαιτητές, τουλάχιστον αμέτοχου, υπερασπίζεται μια πρακτική των θεσμών έντονα προεδρική. Από την εκλογή του, η προσωποποίηση της εξουσίας είναι συστηματική. Αυτή η αντίληψη ενσάρκωσης της πολιτικής τον κάνει να ευνοεί την άμεση σχέση με τους πολίτες, περιορίζοντας τα ενδιάμεσα σώματα σε δευτερεύοντα ρόλο. Επιστρέφει έτσι σε μια πολιτική παράδοση –την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε βοναπαρτική και που ο γκωλισμός παρέτεινε παντρεύοντας την με τη δημοκρατία- που αξιοποιεί την πολιτική εξουσία και την κεντρικότητα του κράτους. Το όραμα του  Νικολά Σαρκοζί  για αλλαγή της κοινωνίας από τα πάνω, εντάσσεται στη θεματική των ‘μεγάλων συμφερόντων’ που συμπαρασύρουν την υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό εξηγεί την αδυναμία των αναφορών του στην τοπική δημοκρατία, τα συνδικάτα και τις οργανώσεις, ακόμη και στην αρχή των αντι-εξουσιών (την οποία υπερασπίζεται μια πραγματικά φιλελεύθερη σκέψη).</p>
<p><code><br />
</code>Για να είμαι πλήρης και αντικειμενικός, οφείλω να αναφερθώ σε κάποιες αποχρώσεις που ο Νικολά Σαρκοζί προσέδωσε στο λόγο του (στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και στους μήνες που ακολούθησαν). Με την πρόταση για αναθεώρηση της ‘διπλής ποινής’, τη δυνατότητα αναγνώρισης του δικαιώματος ψήφου στους νόμιμους μετανάστες στις τοπικές εκλογές (ιδέα που εγκαταλείφθηκε γρήγορα), το πρόγραμμα για τα θύματα της νόσου του Αλτσχάιμερ, για να πάρουμε μερικά παραδείγματα, έδωσε κάποια δείγματα που απάλυναν κάπως τη σκληρότητα των προτάσεων του σχετικά με την άσκηση εξουσίας και τη δημόσια τάξη. Στους αποφασιστικούς μήνες της προεκλογικής εκστρατείας, ο υποψήφιος πολλαπλασίασε τις αναφορές σε ιστορικές προσωπικότητες της Αριστεράς, και συγκεκριμένα τον Ζαν Ζωρές και τον Λεόν Μπλουμ, για να χτίσει μια πιο οικουμενική αφήγηση της εθνικής ιστορίας. Μόλις εξελέγη, άρχισε να ανοίγει τις κυβερνήσεις του, πριν και μετά τις βουλευτικές εκλογές, σε εξέχοντες σοσιαλιστές  και να συγκροτεί πλουραλιστικές κυβερνητικές επιτροπές. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν θέλει να ασκεί ‘τριγωνικότητα’ μόνο στις ιδέες αλλά και στους ανθρώπους! Αυτό εξηγείται από το στρατηγικό του μέλημα να κατέχει αν όχι όλο τον πολιτικό χώρο, τουλάχιστον τον περισσότερο δυνατό, έτσι ώστε να αποτρέψει τη δημιουργία ενός αντιπολιτευτικού κέντρου- ο Φρανσουά Μπεϊρού απέσπασε παρόλα αυτά 7 εκατομμύρια ψήφους στον πρώτο γύρο της προεδρικής εκλογής- και να κρατήσει την Αριστερά σε μειοψηφική θέση.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η σύντομη ανάλυση του πολιτικού λόγου του Νικολά Σακοζί επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε αυτό που εκπροσωπεί στην ευρωπαϊκή δεξιά. Εφαρμόζει όντως έναν διαχειριστικό φιλελευθερισμό στις συγκεκριμένες κυβερνητικές πολιτικές. Πρόκειται όμως για έναν φιλελευθερισμό που φέρει τη σφραγίδα του κοινωνικού συντηρητισμού –που ευνοεί κυρίως τα ‘μεγάλα συμφέροντα’ όπου, εκεί, δεν τίθεται θέμα για τον ανταγωνισμό να κάνει παιχνίδι. Η αποδυνάμωση των συλλογικών προστασιών αγγίζει κυρίως τους μισθωτούς. Η κεντρικότητα του κράτους, με το ρόλο της πολιτικής εξουσίας, επιδιώκεται επίσης. Δεν αγγίζει μόνο τις πολιτικές που έχουν να κάνουν με τη δημόσια τάξη. Αφορά  και στο παιχνίδι των μεγάλων επιχειρήσεων. Η προώθηση του ατόμου πηγαίνει μαζί με μια ιεραρχημένη αντίληψη της κοινωνίας. Το σημείο-κλειδί παραμένει το κεντρικό κράτος- όπως δείχνει η άκρατη προσωποποίηση της σημερινής εξουσίας. Αυτό συνοδεύεται από μια στρατηγική πολιτικής ηγεμονίας που επιδιώκει τη σταθερή αποδυνάμωση των αντιπολιτεύσεων, επιχειρώντας να τις κατακερματίσει. Μια από τις προϋποθέσεις για την επιβολή των όρων της πολιτικής συζήτησης είναι να ευνοηθούν οι αξίες, μια πολιτική πρακτική θεαματική και συναισθηματική, και όχι η αντιπαράθεση των ιδεών,  λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα και την επιβεβαίωση πεποιθήσεων που έχουν τις ρίζες τους σε πολιτικούς πολιτισμούς και σε ηθικές.</p>
<p><code><br />
</code>Απέναντι σ’ αυτή την πολιτική κατασκευή, το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να επισημάνουμε και να υπογραμμίσουμε τις αντιφάσεις. Μπορεί μια έκκληση για φιλελευθεροποίηση και νεωτερισμό να βασιστεί σε μια παραδοσιακή ρητορική και πολιτική πρακτική; Η ισχυρή συγκέντρωση εξουσιών και οι στενοί δεσμοί με την ‘τάξη των επιχειρήσεων’ δεν συμβαδίζει με τις όποιες αρετές μπορεί να έχει ο φιλελευθερισμός. Η απαλλαγή από κάθε φορολογία στις κληρονομιές αποτελεί απτή απόδειξη. Η ατομικιστική υπόσχεση προτιμά να αγνοεί ότι η ‘ισότητα των ευκαιριών’, για να είναι κάτι παραπάνω από λόγια, απαιτεί από το δημόσιο να παρέχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις σε ό, τι αφορά στην επιμόρφωση, την αλληλασφάλεια έναντι της τύχης, τον περιορισμό του φορτίου των κληρονομιών. Χωρίς αυτά, διαμορφώνεται μια κοινωνία που αποτελείται, στην πραγματικότητα, από ομάδες στατικές, εσωστρεφείς, πολύ ιεραρχημένη, όπου η ισότητα ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Η δεύτερη αναγκαία ενέργεια για τους σοσιαλιστές είναι η έξυπνη αντιπολίτευση. Πρέπει να κινηθούμε σε δυο επίπεδα. Πρώτον, να πάρουμε κατά γράμμα τον Νικολά Σαρκοζί σε ό, τι αφορά στην εφαρμογή των αρχών του και των υποσχέσεων του. Αυτό προϋποθέτει να καταγράψουμε τις ενδεχόμενες επιτυχίες και να μην οχυρωθούμε πίσω από έναν οκνηρό αντι-φιλελευθερισμό που  αρκείται σε διακηρύξεις… Στη συνέχεια, μπροστά στο νέο κυρίαρχο λόγο της δεξιάς, οφείλουμε να ανανεώσουμε τα θέματά μας και να προσδιορίσουμε τις προτάσεις μας για να φωτίσουμε ό, τι αναιρείται ή ελαχιστοποιείται από τον Νικολά Σαρκοζί- την αλληλεγγύη, το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και των συνδικάτων, την ανεξαρτησία των μέσων επικοινωνίας, την αποκέντρωση, τη δίκαιη μεταχείριση απέναντι στον ανταγωνισμό, με μια λέξη, τα μέσα που είναι αναγκαία για να μπορούν όλοι, και όχι μόνο ορισμένοι, να μοιράζονται την ελευθερία</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=196</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Didier Chaudet &#8211; Ο σαρκοζισμός μέσα από την αντιπολίτευσή του: Μια ανάλυση για το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=195</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=195#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 07:59:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[didier chaudet]]></category>
		<category><![CDATA[άκρα δεξιά]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΗΕ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=195</guid>
		<description><![CDATA[Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία μιας αξιόπιστης αριστερής αντιπολίτευσης, ο Didier Chaudet αναλύει τον Σαρκοζισμό σε σχέση με τους αντιπάλους του οι οποίοι προέρχονται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος: το Δημοκρατικό Κίνημα του Φρανσουά Μπεϊρού, το Εθνικό Μέτωπο, και την πολιτική ομάδα που έχει τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη. Για [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/chaudet.jpg" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία μιας αξιόπιστης αριστερής αντιπολίτευσης, ο Didier Chaudet αναλύει τον Σαρκοζισμό σε σχέση με τους αντιπάλους του οι οποίοι προέρχονται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος: το Δημοκρατικό Κίνημα του Φρανσουά Μπεϊρού, το Εθνικό Μέτωπο, και την πολιτική ομάδα που έχει τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-195"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Για να ορίσει κάποιος τον ‘σαρκοζισμό’, θα είχε την τάση να δει τι αντιπροσωπεύει η αντιπολίτευσή του. Από τη στιγμή που ο Νικολά Σαρκοζί είναι ο ηγέτης του κύριου κόμματος της δεξιάς, το Σοσιαλιστικό Κόμμα- η κύρια πολιτική κεντροαριστερή ομάδα- αποτελεί φυσιολογικά το ‘αντισαρκοζικό’ στρατόπεδο. Γεγονός είναι, όμως, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει, για την ώρα, ιδεολογικά χρεοκοπήσει. Πάσχει από έναν εσωτερικό διχασμό ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, και την αυτομόληση ορισμένων γνωστών πολιτικών προσωπικοτήτων στην κυβέρνηση του Νικολά Σαρκοζί (<a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Bernard_Kouchner">Μπερνάρ Κουσνέρ</a> και <a href="http://fadela-amara.net/blog/">Φαντελά Αμαρά</a>, για παράδειγμα). Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν συνήλθε ακόμη από την ήττα του 2002, μια ήττα που το κατέστησε δευτερεύουσα δύναμη στη γαλλική πολιτική σκηνή.</p>
<p><code><br />
</code>Το αποτέλεσμα είναι πως δεν υπάρχει πλέον μια ισχυρή, δομημένη αντιπολίτευση στη χώρα, τουλάχιστον από το χώρο της Αριστεράς. Αποτελεί ειρωνεία ότι η μόνη πραγματική αντιπολίτευση, η μόνη αντιπολίτευση που έχει κάποια αξιοπιστία ή πολιτική συγκρότηση προέρχεται από το κέντρο και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος. Εκεί πρέπει, λοιπόν, κάποιος να στραφεί προκειμένου να ορίσει καλύτερα τον σαρκοζισμό, μέσα από την ανάλυση των ‘αντισαρκοζικών’ τρόπων άσκησης πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι ζήτημα αν υπάρχουν τρεις βασικές αντιπολιτευτικές ομάδες: δυο άλλα πολιτικά κόμματα, το <a href="http://www.mouvementdemocrate.fr/">Modem</a> ή Δημοκρατικό Κίνημα, που γεννήθηκε από την επιτυχία του ‘τρίτου ανθρώπου’, του Φρανσουά Μπεϊρού, στη διάρκεια των τελευταίων προεδρικών εκλογών, και είναι ακόμη νέο στο πολιτικό τοπίο. Και το <a href="http://www.frontnational.com/">Εθνικό Μέτωπο,</a> το ακροδεξιό κόμμα που ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ήδη ότι έχει πεθάνει, αλλά και ότι θα μπορούσε να επανέλθει με μια ρεβάνς. Και, τελευταία αλλά εξίσου σημαντική, μια ομάδα που σχηματίστηκε στο εσωτερικό του προεδρικού κόμματος, με τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ως άτυπο ηγέτη.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Ένας οργανωμένος ‘αντισαρκοζισμός’ που προέρχεται από το Κέντρο και την Άκρα Δεξιά του πολιτικού φάσματος</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Το MoDem και το Εθνικό Μέτωπο βρίσκονται και τα δυο σε διαδικασία αναδιάρθρωσης. Το Εθνικό Μέτωπο υπέφερε από την τελευταία προεδρική προεκλογική εκστρατεία και χρειάζεται να συνέλθει. Το MoDem βρίσκεται ακόμη σε νηπιακή ηλικία (ένα σημαντικό συνέδριο θα καθορίσει τη θέση του στο πολιτικό φάσμα ανάμεσα στη 30ή Νοεμβρίου και τη 2α Δεκεμβρίου). Και στις δυο περιπτώσεις, οι ισχυρότερες φωνές στο εσωτερικό αυτών των δυο κομμάτων εισηγούνται μια πολιτική προσέγγιση γύρω από ένα αντισαρκοζικό όραμα.</p>
<p><code><br />
</code>Αναφορικά με το Εθνικό Μέτωπο, αυτό είναι από το 1984 ένα σημαντικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία. Ισχυροποιήθηκε στη δεκαετία του 1990 και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν κατάφερε να βγάλει το Σοσιαλιστικό Κόμμα από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2002, κερδίζοντας 16.86% των ψήφων (δηλαδή, 4.804.713 ψήφους). Για πρώτη φορά στην ιστορία της 5ης Δημοκρατίας, ο ηγέτης ενός κόμματος που θεωρείται στενά συνδεδεμένο με την άκρα δεξιά υπήρξε η μοναδική πρόκληση έναντι του γκολικού κόμματος και του ηγέτη του, Ζακ Σιράκ, ο οποίος αρνήθηκε πάντοτε να κάνει πολιτικές συμφωνίες με το Εθνικό Μέτωπο. Αυτό εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα των πρόσφατων προεδρικών εκλογών του 2007 αποτέλεσαν σοκ για τους οπαδούς αυτού του κόμματος: ο Ζαν-Μαρί Λεπέν έλαβε μόλις  10.44% των ψήφων (δηλαδή, 3.834.530 ψήφους), χάνοντας γύρω στο ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους που ψήφισαν πιθανώς τον Νικολά Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Ο σαρκοζισμός, σ’ αυτή την περίπτωση, μοιάζει να ενσωματώνει μια δεξιά προσέγγιση που αποσκοπεί στη συνθηκολόγηση των φόβων των ψηφοφόρων του Εθνικού Μετώπου για το θέμα της ασφάλειας και της μετανάστευσης, χωρίς να πέφτει στην παγίδα και να ακολουθεί τυφλά την εξτρεμιστική ρητορική του Εθνικού μετώπου. Ο Νικολά Σαρκοζί χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα για τη μετανάστευση, τον ισλαμισμό και την ασφάλεια, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι έκανε περισσότερα πράγματα για τη γαλλική μουσουλμανική κοινότητα από οποιονδήποτε άλλον πολιτικό στο παρελθόν. Με τις πολιτικές του ικανότητες, κατάφερε να εξισορροπήσει αυτά τα δυο αντιφατικά μηνύματα και να πάρει αρκετούς ψηφοφόρους από το Εθνικό Μέτωπο, χωρίς να χάσει υπερβολικά πολλούς παραδοσιακούς οπαδούς από την κεντροδεξιά. Για να καταλάβει κανείς πώς λειτουργεί ο σαρκοζισμός, η λέξη-κλειδί είναι μάλλον ο πραγματισμός παρά η ιδεολογία.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περισσότεροι Γάλλοι αναλυτές έσπευσαν να προβλέψουν ότι η εξαφάνιση του Εθνικού Μετώπου είναι θέμα χρόνου. Κατά την άποψή μου, αυτό είναι μεγάλο λάθος. Αναμφισβήτητα, το κόμμα βρίσκεται σήμερα σε κρίση. Ένα μέρος των οπαδών του, πιο συγκεκριμένα εκείνοι που είναι υπέρμαχοι ενός βιολογικού οράματος του έθνους, επικρίνουν τη ‘δημοκρατική προσέγγιση’ του Ζαν-Μαρί Λεπέν στην προεκλογική εκστρατεία. Πράγματι, ο ηγέτης του Εθνικού Μετώπου ζήτησε, στην περίφημη ομιλία του στο Βαλμί, τον Σεπτέμβριο του 2006, απ’ όλους τους Γάλλους πολίτες ξενικής προέλευσης να ενωθούν μαζί του για να χτίσουν μια νέα, πιο ισχυρή Γαλλία. Ωστόσο, αυτό το κομμάτι του Εθνικού Μετώπου, που διακρίνεται για έντονη ιδεολογική ισλαμοφοβία και ρατσισμό, δεν είναι οι κύριοι οπαδοί του και πάντως όχι αυτοί που έδωσαν στο παρελθόν τις νίκες στο Εθνικό Μέτωπο. Θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε το γεγονός ότι το Εθνικό Μέτωπο κέρδισε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του από τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτός είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που <a href="http://www.alainsoral.com/">ο Alain Soral</a>, ένας διανοούμενος που πρόσκειται στο Εθνικό Μέτωπο, κατάλαβε πολύ καλά. Πρώην μαρξιστής, ο Soral έχει δημιουργήσει ένα think tank που ονομάζεται ‘<a href="http://www.egaliteetreconciliation.fr/">Ισότητα και Συμφιλίωση</a>’ και έχει στόχο την προώθηση μιας εθνικής και κοινωνικής ατζέντας στο εσωτερικό του Εθνικού Μετώπου. Ο Soral είναι πολύτιμος σύμμαχος της Μαρίν Λε Πεν στη μάχη για την ηγεσία όταν ο πατέρας της αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή και εργάζεται για τη διάσωση του κόμματος όταν ο ιστορικός του ηγέτης φύγει. Μπορούμε  να πούμε ότι το όραμά του τοποθετείται οικονομικά στ’ αριστερά και ότι είναι πολιτικά αντιευρωπαϊκό (δηλαδή ενάντια σε μια ‘νεοφιλελεύθερη’ Ευρωπαϊκή Ένωση) και αντιατλαντικό ή αντιαμερικανικό στις διεθνείς σχέσεις. Ο Soral αμφισβητεί τον Νικολά Σαρκοζί επειδή υποστηρίζει μια συμμετρικά αντίθετη πολιτική προσέγγιση: επειδή τοποθετείται οικονομικά στα δεξιά, για τον φιλοαμερικανισμό του και τον φιλοευρωπαϊσμό του. Η κριτική του Soral ανοίγει μια δυνατότητα για τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Μετώπου που θα οργανωθεί γύρω από μια πραγματικά αντισαρκοζική τοποθέτηση.</p>
<p><code><br />
</code>Μια αντισαρκοζική προσέγγιση διαπιστώνεται επίσης στο κέντρο του πολιτικού φάσματος. Προέρχεται από το μακροπρόθεσμο πολιτικό όραμα του Φρανσουά Μπεϊρού, ηγέτη της UDF (Ένωση για τη Γαλλική Δημοκρατία). Όταν ο κ. Μπεϊρού έγινε ο ηγέτης της πολιτικής του ομάδας, προσπάθησε να την κάνει ανεξάρτητη τόσο από το κυριότερο δεξιό κόμμα, το RPR  (Συγκέντρωση για τη Δημοκρατία, το γκολικό κόμμα από το 1976 μέχρι το 2002) όσο και από το U.M.P. (Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα, γκολικό και δεξιό κόμμα, από το 2002). Ο Μπεϊρού κατηύθυνε την UDF προς μια πιο κοινωνική και έντονα φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση σε σχέση με την παραδοσιακή δεξιά. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού οδήγησε σε μερικές πραγματικές επιτυχίες: το 2004, στις περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές, η UDF κέρδισε 12% των ψήφων, πολύ καλή επίδοση για ένα πολιτικό κόμμα που μέχρι τότε θεωρείτο ένα είδος λέσχης για μεσήλικες πολιτικούς με δεσμούς με την δεξιά. Ο Φρανσουά Μπεϊρού κατάφερε συνεπώς να δημιουργήσει έναν πραγματικό χώρο στο κέντρο και να έρθει τρίτος στην προεδρική εκλογή του 2007, κερδίζοντας 18.57% των ψήφων για την αντιπολίτευσή του απέναντι στον Ν. Σαρκοζί, ιδιαίτερα σε σχέση με την κριτική του Σαρκοζί για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κάποια άλλα δεξιά σχόλια του προέδρου για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.</p>
<p><code><br />
</code>Η πολιτική επιβίωση του Μπεϊρού εξαρτάται από το κατά πόσο θα μπορέσει να θεωρηθεί μια ιδεολογική εναλλακτική λύση έναντι του Νικολά Σαρκοζί. Κατά συνέπεια, περισσότερο απ’ ό, τι στο παρελθόν, ο ‘μπεϊρισμός’ ή η κεντρώα πολιτική στη Γαλλία μπορεί να οριστεί ως ένα είδος αντισαρκοζισμού: πολύ περισσότερο φιλοευρωπαϊκή, με ισχυρότερη κοινωνική ατζέντα και απόρριψη ενός αυταρχικού προεδρικού καθεστώτος.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>…Αλλά επίσης μια αντιπολίτευση που προέρχεται από το ίδιο το προεδρικό κόμμα: ντε Βιλπέν και ‘βιλπενισμός’ εναντίον ‘σαρκοζισμού’</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που είναι, ίσως, πιο ενοχλητικό είναι ότι η αντιπολίτευση στον σαρκοζισμό προέρχεται από το εσωτερικό, από το ίδιο το προεδρικό κόμμα, την U.M.P. Προέρχεται ειδικότερα από τον πρώην πρωθυπουργό του Ζακ Σιράκ, τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν, και τους λίγους οπαδούς του, σαφώς μειοψηφία σήμερα σ’ αυτή την πολιτική ομάδα, που ενώ δεν αποτελούν επίσημη ομάδα χαρακτηρίζονται από <a href="http://dominiquedevillepin.over-blog.com/">κάποια δεξιά αλλά αντισαρκοζικά μπλογκς</a> ως ‘βιλπενιστές’.</p>
<p><code><br />
</code>Ο βιλπενισμός  συνδέεται στενά με το πολιτικό όραμα του Ντομινίκ ντε Βιλπέν. Πρώτον και κύριο, ο Βιλπέν είναι ο άνθρωπος που είπε όχι στον πόλεμο κατά του Ιράκ σε μια δυνατή και συγκινητική ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το 2003. Σήμερα, ο ντε Βιλπέν επιδιώκει να καλλιεργεί την εικόνα της πνευματικής συνέχειας με τον γκολισμό και τη γαλλική παράδοση της ανεξαρτησίας. Ο ντε Βιλπέν αντέδρασε, για παράδειγμα, στις δηλώσεις του Μπερνάρ Κουσνέρ, σημερινού υπουργού Εξωτερικών, για έναν πιθανό πόλεμο με το Ιράκ, υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος της Γαλλίας θα έπρεπε να είναι να συγκρατήσει την κυβέρνηση Μπους και να την παρακινήσει να διαπραγματευθεί, όπως οι Ευρωπαίοι, με την Τεχεράνη. Σε μια σημαντική <a href="http://2villepin.free.fr/index.php/2007/09/29/527-dominique-de-villepin-dans-marianne-1-2-renier-nos-principes-c-est-mettre-notre-voix-en-peril">συνέντευξη του στην εφημερίδα ‘Marianne’</a>, ο ντε Βιλπέν σκιαγράφησε τη βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ ‘σαρκοζισμού’ και ‘βιλπενισμού’ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σ’ αυτή τη συνέντευξη, ο κ. ντε Βιλπέν άσκησε έντονη κριτική στην ιδέα της ρήξης στην εξωτερική πολιτική. Διαφώνησε σαφώς με το απόφθεγμα του Μπερνάρ Κουσνέρ ότι ‘ο αντιαμερικανισμός [είναι] ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής’. Ενάντια σ’ αυτή τη θέση, υποστήριξε ότι στη σύγχρονη εξωτερική πολιτική η πιο σημαντική πρόκληση είναι η αποφυγή της παγκόσμιας αποσταθεροποίησης μέσω ενός πολέμου ανάμεσα σε πολιτισμικούς συνασπισμούς. Εδώ βλέπουμε την τυπική γκολική προσέγγιση που εστιάζεται στην πολυμέρεια και την εξέχουσα, ηγετική θέση της Γαλλίας στις διεθνείς σχέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια συνέντευξη, ο πρώην πρωθυπουργός εξέφρασε επίσης τη διαφωνία του με τον σημερινό υπουργό Άμυνας Ερβέ Μορέν σχετικά με το ΝΑΤΟ (ο κ. Μορέν εξέφρασε την ιδέα της γαλλικής επανένταξης στο ΝΑΤΟ).</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία σύγκλισης στις προσεγγίσεις του ντε Βιλπέν και του Σαρκοζί, όπως στην περίπτωση του Νταρφούρ. Θα μπορούσαμε να πούμε πως μολονότι ο Σαρκοζί τάχθηκε υπέρ μιας πιο φιλοαμερικανικής πολιτικής, προσπάθησε επίσης στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας να εμφανιστεί ως ο διάδοχος του Ζακ Σιράκ και του γκολισμού στην εξωτερική πολιτική. Δεν είναι ακόμη βέβαιο σε ποιο βαθμό η γαλλική εξωτερική πολιτική θα αλλάξει στα χρόνια που έρχονται. Για την ώρα, υπάρχουν πραγματικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον βιλπενισμό και τον σαρκοζισμό, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει κατά πόσο ο σαρκοζισμός θα σημάνει το τέλος της ‘γαλλικής εξαίρεσης σ’ αυτό το θέμα’.</p>
<p><code><br />
</code>Ο ντε Βιλπέν διαθέτει υποστήριξη μέσα στην U.M.P. και μπορεί να έχει απήχηση μακροπρόθεσμα. Οι βιλπενιστές, όπως <a href="http://fr.wikipedia.org/wiki/Fran%C3%A7ois_Goulard">ο Φρανσουά Γκουλάρ</a>, υπήρξαν πολύ ηχηροί ενάντια σε ορισμένες κυβερνητικές προτάσεις για τη μετανάστευση, για παράδειγμα, και αυτές οι τακτικές ενδέχεται να αυξήσουν την επιρροή τους στους ψηφοφόρους της κεντροδεξιάς. Οι βιλπενιστές αντιμετώπισαν, επίσης, με ειρωνεία το ‘ανοιχτό πνεύμα’ του Σαρκοζί, δηλαδή την επιλογή υπουργών που προέρχονται από το κέντρο ή ακόμη και από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ακόμη και μερικοί από τους υποστηρικτές του Σαρκοζί είχαν δυσκολία να δεχτούν ότι η πλευρά τους δεν άδραξε όλους τους καρπούς της πολιτικής νίκης τους- η παραδοσιακή μετριοπαθής δεξιά είδε με αμηχανία ορισμένα από τα μέλη της να παραμερίζονται προς όφελος αυτών των νεοφώτιστων.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν είναι ακόμη σαφές εάν ο Γάλλος πρόεδρος θα συνεχίσει αυτή την ανοιχτή προσέγγιση ή εάν θα επιστρέψει σε έναν πιο παραδοσιακό τρόπο σχηματισμού κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μοιάζει να είναι σαφές είναι ότι ο Σαρκοζί ενσωματώνει περισσότερο από τον Ζακ Σιράκ, τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν ή οποιονδήποτε άλλο ηγέτη της δεξιάς, στην ιστορία της 5ης Δημοκρατίας, μια προσέγγιση που αμφισβητεί τα υπάρχοντα πολιτικά σύνορα. Ο Σαρκοζί, μολονότι εμφανίστηκε ως πολύ δεξιός στην προεδρική προεκλογική εκστρατεία, διόρισε για πρώτη φορά μια γυναίκα από τις μειονότητες, <a href="http://www.justice.gouv.fr/index.php?rubrique=10016&amp;ssrubrique=10019">την κα Ρασιντά Ντατί</a>, ως υπουργό Δικαιοσύνης. Ο σαρκοζισμός μοιάζει λοιπόν λιγότερο με συνέχιση της παραδοσιακής ιδεολογίας του μετριοπαθούς συντηρητικού κινήματος της 5ης Δημοκρατίας και περισσότερο το όραμα ενός συγκεκριμένου άνδρα, του ίδιου του Νικολά Σαρκοζί.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι ο σαρκοζισμός θα είναι για τη δεξιά αυτό που ο μιτερανισμός είναι για την αριστερά: πρώτο και κύριο,  πραγματισμός και υποστήριξη ενός ισχυρού δημόσιου άνδρα, ικανού να κερδίσει τις εκλογές και να παραμείνει στην εξουσία. Ο σαρκοζισμός μπορεί, επίσης, να συνδεθεί με μια πολιτική ιδεολογία. Ωστόσο, αυτό που μοιάζει να έχει σημασία δεν είναι τόσο η ιδεολογία, που μπορεί να αλλάξει, αλλά ο ίδιος ο άνδρας. Για άλλη μια φορά, η περίπτωση του Νικολά Σαρκοζί εκφράζει μια συνέχεια στη γαλλική πολιτική. Στην πραγματικότητα, κάθε πρόεδρος έδωσε στους οπαδούς του μια σεβαστή ιδεολογία που πήρε το όνομά του: από τον ‘γκολισμό’ στον ‘σιρακισμό’, με τον ‘πομπιντισμό’, τον ‘ζισκαρδισμό’ και τον ‘μιτερανισμό’ ενδιαμέσως. Κάθε ιδεολογία ήταν κυρίως συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο κομμάτι του πολιτικού φάσματος, παρόλο που αυτό δεν ποτέ εντελώς ακριβές: κάποιος μπορούσε να είναι ‘γκολικός της αριστεράς’, ορισμένοι μιτερανικοί είναι σήμερα οπαδοί του Νικολά Σαρκοζί και πολλοί οπαδοί του Σαρκοζί επέκριναν τον Ζακ Σιράκ ότι ήταν πιο κοντά στην αριστερά παρά στη δεξιά.  Το συμπέρασμα είναι ότι θα υπάρξουν πιθανώς εκπλήξεις σε σχέση με την έννοια του ‘σαρκοζισμού’. Δεν πρέπει λοιπόν να σπεύσουμε να δώσουμε έναν κατηγορηματικό ορισμό, τουλάχιστον πριν από το τέλος αυτής της προεδρικής θητείας.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=195</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Noel Hatch &#8211; Διεκδικώντας την ιστορία από τον σαρκοζισμό: Ελέγχοντας τις ζωές μας διαμορφώνοντας τις μαζί</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=199</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=199#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Nov 2007 07:59:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πρόσφατα άρθρα]]></category>
		<category><![CDATA[σαρκοζισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Noel Hatch]]></category>
		<category><![CDATA[ακτιβισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[Μεγάλη Βρετανία]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=199</guid>
		<description><![CDATA[Μέσα από μια συζήτηση της στρατηγικής του Σαρκοζί για την κατάκτηση πολιτιστικής ηγεμονίας, ο Noel Hatch προσπαθεί να σκιαγραφήσει τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει μια συντεταγμένη αντίδραση από τα Ευρωπαϊκά σοσιαδημοκρατικά κομμάτα. Όπως πολλές χώρες στην Ευρώπη, η Γαλλία έχει γίνει μια κατακερματισμένη κοινωνία- όπου η εκλογική επιλογή κυριαρχείται από το διπλό παράδοξο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<table>
<tr>
<td><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/hatch.jpg" /></td>
<td>
<p class="MsoNormal"> Μέσα από μια συζήτηση της στρατηγικής του Σαρκοζί για την κατάκτηση πολιτιστικής ηγεμονίας, ο Noel Hatch προσπαθεί να σκιαγραφήσει τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει μια συντεταγμένη αντίδραση από τα Ευρωπαϊκά σοσιαδημοκρατικά κομμάτα.</p>
</td>
</tr>
</table>
<p><span id="more-199"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Όπως πολλές χώρες στην Ευρώπη, η Γαλλία έχει γίνει μια κατακερματισμένη κοινωνία- όπου η εκλογική επιλογή κυριαρχείται από το διπλό παράδοξο του κατακερματισμού και της ολοκλήρωσης. Οι Γάλλοι επιθυμούν ένα δυναμικό οικονομικό μοντέλο όπου ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση στις ευκαιρίες και να ανταμείβεται με βάση την αξία του, μια κοινωνία που  να τους δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις ζωές τους και να εξασφαλίζει αμοιβαίο σεβασμό και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτά τα πρότυπα, που προηγουμένως ήταν προβλέψιμα και ατομικά συντονισμένα είναι τώρα όλο και πιο ρευστά και αλληλοεξαρτώμενα. Η διαμόρφωση αυτών των αντιφάσεων έχει γίνει πιο εύκολη από  τη διατήρησή τους .Θα επιχειρήσω να εξηγήσω πώς αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής του Σαρκοζί για πολιτιστική ηγεμονία και πώς η γαλλική και ευρωπαϊκή κοινωνική δημοκρατία μπορεί να  αναδιαμορφώσει τον σαρκοζισμό και να διεκδικήσει πίσω την ιστορία που έχει να κάνει  με  τη δυνατότητα των ανθρώπων να ελέγχουν τις ζωές τους, διαμορφώνοντας τις μαζί.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<p align="center"><em><strong>Μια αφήγηση ρήξης για αντεπαναστατική ηγεμονία</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ο Σαρκοζί δεν πήρε μόνο ένα μέρος του προσωπικού της Αριστεράς,  οικειοποιήθηκε και τη ρητορική της. Ανύψωσε <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Cultural_hegemony">την αντίληψη του Gramsci </a>για ‘πολιτιστική ηγεμονία’- πολιτική κυριαρχία μέσω των ιδεών. Η διαφορά είναι ότι ο Σαρκοζί επιδιώκει την ηγεμονία όχι μόνο σε σχέση με τις ιδέες, αλλά και με τις αξίες, όπως προσωποποιούνται στο σλόγκαν ‘δούλεψε περισσότερο, κέρδισε περισσότερα’, που είχε τόσο μεγάλη απήχηση στη ‘σιωπηρή πλειοψηφία’ της Γαλλίας. Με άλλα λόγια, άφησε τον κόσμο να πιστεύει πως το μαγκανοπήγαδο μπορεί να αποτελεί το όραμα μιας καλής κοινωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Επικαλούμενος μια πολιτιστική ρήξη που αντανακλούσε την επαναστατική ιστορία της άκρας αριστεράς ή της άκρας δεξιάς, μπόρεσε να σταθεροποιήσει καλύτερα το στάτους κβο μιας συντηρητικής αντεπανάστασης.</p>
<p><code><br />
</code>Άρχισε να  σπέρνει τους σπόρους αυτής της ρήξης ή σύγκρουσης αξιών τόσο μέσα στο κόμμα του όσο και στην κοινωνία των πολιτών, πριν τη λανσάρει ως πλατφόρμα για την εκλογική του εκστρατεία. Ήταν συνεπώς ιδανικά τοποθετημένος για να δείξει πώς ενσωμάτωσε την αλλαγή που ήθελε να δει στον κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code><em>H υπόσχεση της ελευθερίας από το φόβο ή η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πεδίου</em></p>
<p><code><br />
</code>Μέσω των εθνικιστικών σειρήνων του περί γαλλικής ταυτότητας, ο Σαρκοζί επαγγέλλεται έναν νοσταλγικό νεφέλωμα, απηχώντας ‘<a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745624099">την υπόσχεση της ελευθερίας από το φόβο και την ησυχία του <em>chez soi</em></a>’. Αυτή η ‘ιδιωτικοποίηση της οικονομίας μας και των ελπίδων και φόβων μας’ εμπνέει κοινωνικό κατακερματισμό και καταναλωτικό λαϊκισμό. <a href="http://clients.squareeye.com/uploads/compass/documents/good_society.pdf">Ο σαρκοζισμός ενσωματώνει</a> έναν πολιτικό ‘καταναλωτισμό που μας αποζημιώνει έξυπνα για την απώλεια της συλλογικής ικανότητάς μας να δράσουμε. Όπως κάθε αποζημίωση, μας παρέχει ανταμοιβές που καλοδεχόμαστε πρόθυμα’.</p>
<p><code><br />
</code><em>Έξοδος, φωνή και αφοσίωση ή η προσωποποίηση της πολιτικής</em></p>
<p><code><br />
</code>Ο Σαρκοζί  αντισταθμίζει την απουσία συλλογικής ικανότητας για δράση προσωποποιώντας το πολιτικό στοιχείο και πολιτικοποιώντας το προσωπικό. Αντί να μεταβιβάσει εξουσία στις τοπικές κοινότητες και τη δημοκρατία, ο Σαρκοζί  παρουσιάζει τον εαυτό του ως σωτήρα μέσω της συναισθηματικής υπερ-εγγύτητας και ενός περιστασιακού μελοδράματος. Αντί να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ελέγξουν τις ζωές τους και να διαμορφώσουν όλοι μαζί μια καλύτερη κοινωνία,  παρουσιάζει τον εαυτό του ως φύλακα μέσω ενός τυφλού υπερ-ακτιβισμού και του κατάλληλου χειρισμού των θυμάτων. Ωστόσο, αυτή η μη πολιτική είναι ένα ιδεολογικό προπέτασμα καπνού που κρύβει το αόρατο χέρι της αγοράς και την πατερναλιστική γροθιά του κράτους.</p>
<p><code><br />
</code><em>Σαρκοζισμός και κράτος: Εμένα, ο εαυτός μου κι εγώ!</em></p>
<p><code><br />
</code>Υπερβάλλοντας την παρακμή της εξουσίας του κράτους, ο Σαρκοζί μπορεί ακόμη καλύτερα να δικαιολογήσει την αναβίωσή της για να επιβάλει μια ‘από πάνω προς τα κάτω’ αυταρχική προσέγγιση στην κοινωνική αλλαγή. Από την άλλη πλευρά, όταν η Σεγκολέν Ρουαγιάλ άρχισε να εγκαταλείπει τον μύθο του κράτους και να τον αντικαθιστά με την ιστορία της κοινωνίας των πολιτών, οι άνθρωποι που εξαρτώνται απ’ αυτό ένιωσαν ότι το κόμμα  τους άφηνε- υποκαθιστώντας την κυριαρχία του οικονομικού κεφαλαίου με το κοινωνικό κεφάλαιο.</p>
<p><code><br />
</code>Ενώ το κράτος είναι τόσο σημαντικό στη γαλλική φαντασία,  η κοινωνία των πολιτών εκλαμβάνεται ως ο μεγάλος ασθενής της Δημοκρατίας, φοβισμένος με τον κόσμο και φοβισμένος με τον εαυτό του. Ο Σαρκοζί υποσχέθηκε να ‘ εξουδετερώσει τις αξίες του 1968’, που εκπροσωπούνται από την κοινωνική αυτονομία, τη μεταβίβαση εξουσίας και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και επαγγέλλεται την επιστροφή της κοινωνικής εξουσίας, της συγκεντρωτικής εξουσίας και του κρατικιστικού εθνικισμού. Εάν ο Σαρκοζί κέρδισε τις εκλογές με αυτή την πλατφόρμα, τότε γιατί να υποστηρίξει κάποιος τις αξίες της κοινωνικής δημοκρατίας;</p>
<p><code><br />
</code><em>Επανατοποθετώντας τον Σαρκοζί και ‘la grandeur de la France’</em></p>
<p><code><br />
</code>Στη Γαλλία, ωστόσο, υπάρχει πάντα μια ανάμικτη εικόνα κατακερματισμένων επικαλυπτόμενων ταυτοτήτων και αφοσιώσεων μέσα σε ένα σώμα δημοκρατικών αξιών. Από πολλές απόψεις, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, μέσω της πολιτικής διαδρομής του από το 2002 και τη συμμετοχική προεκλογική εκστρατεία, μπορεί να διδαχθεί από τις αντιθέσεις που υφίστανται μέσα σ’ αυτές τις ταυτότητες και την ανάγκη να μην τις  διαλύσει ούτε να τις αποκηρύξει, αλλά να προωθήσει αυτές τις διαφορές όχι τόσο ως απειλές όσο ως δυνατότητες, ‘<a href="http://www.opendemocracy.net/democracy-europefuture/article_347.jsp">κοινές εμπειρίες στη βάση μιας σημαντικής, απτής ταυτότητας</a>’. Αυτό είναι κρίσιμο για την επανατοποθέτηση του σαρκοζισμού και την διεκδίκηση της ιστορίας που έχει να κάνει με το πως μπορούμε να ζούμε μαζί.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<p align="center"> <strong>Μια αφήγηση για την επόμενη γενιά: Να ελέγξουμε τις ζωές μας διαμορφώνοντας τις μαζί</strong></p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να διδαχθούμε απ’ αυτά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει ενστικτωδώς να σκεφτούμε ότι εάν γείρουμε προς την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, το γρασίδι θα είναι πιο χλοερό. Ό, τι νομίζουμε πως λειτουργεί ή δεν λειτουργεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή πρέπει να ιδωθεί μέσα απ’ το πλαίσιο στο οποίο ζούμε, με τις συνεχώς μεταβαλλόμενες και πιο περίπλοκες ανάγκες και προσδοκίες των πολιτών μας, και όχι μέσα από τον φακό ενός κενού πραγματισμού ή ενός  επιβεβλημένου δόγματος.</p>
<p><code><br />
</code>Η προσπάθεια ελαχιστοποίησης αυτών των προσδοκιών ή η στόχευση αποκλειστικά ατομικιστικών προσεγγίσεων σε κοινά προβλήματα δεν λύνει θέματα που είναι αλληλοσυνδεόμενα μεταξύ των πολιτών και εξαρτώνται από την κοινή  προσπάθεια. Ωστόσο, αυτό δεν επιτυγχάνεται ούτε με την άρνηση της ανάγκης των ανθρώπων για ατομική αυτονομία, σε ό, τι αφορά στην επιλογή τους για το πώς θα συμμετάσχουν σε αυτή την κοινή προσπάθεια.</p>
<p><code><br />
</code><em>Γιατί να συμμετάσχω στην επανάστασή σας αν δεν μπορώ να χορέψω;</em></p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να διοχετεύσουμε αυτές τις προσδοκίες παρέχοντας ευκολότερους και καλύτερους τρόπους στους πολίτες μας και τις κοινότητές μας ώστε να ασκήσουν επιρροή στο ‘πολιτικό σώμα’ και το ‘κοινωνικό σώμα’. Με άλλα λόγια, εάν εμπλακούμε σε μια ηγεμονική μάχη αξιών, τότε αυτή πρέπει να είναι, επίσης, μια μάχη για πολιτική ισότητα. Ειδικά όταν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις εμπλέκονται τέσσερις φορές λιγότερο στον πολιτικό ακτιβισμό και δυο φορές λιγότερο στην πολιτική συμμετοχή σε σχέση με τις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις. Πράγματι, για να παραφράσουμε μια προσφιλή σοσιαλιστική παροιμία, εάν οι άνθρωποι δεν μπορούν να χορέψουν, δεν θα θέλουν να συμμετάσχουν στην επανάστασή μας.</p>
<p><code><br />
</code><em>Πρόσκληση στο πάρτι: Να δούμε την καλή κοινωνία όπως τη βλέπουν οι πολίτες μας</em></p>
<p><code><br />
</code>Έχουμε καθήκον να καλέσουμε, να εμπνεύσουμε και να εμπλέξουμε όλους τους Σοσιαλδημοκράτες στη διαμόρφωση της ιστορίας, ειδικά εκείνους που είναι αποκλεισμένοι από την πολιτική συμμετοχή. Αυτή η πρόσκληση πρέπει να έχει νόημα για τους πολίτες μας και να συνδέεται με τις καθημερινές ζωές τους και τις αξίες τους. Πρέπει να αξίζει τον κόπο γι’ αυτούς και να είναι διαφορετική με τρόπο προσιτό. Πρέπει να  καλλιεργήσει μια αίσθηση ενθουσιασμού και ελπίδας, ότι δουλεύοντας  γι’ αυτή την κοινή προσπάθεια με άλλους, μπορούν να συμβάλουν στη χειραφέτηση άλλων χειραφετώντας τους εαυτούς τους για ‘μια κοινωνία όπου όλοι έχουν πρόσβαση στους πόρους που έχουν ανάγκη για να ζήσουν μια καλή ζωή’.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να οικοδομήσουμε αυτή τη συναίνεση προχωρώντας την κουβέντα για την καλή κοινωνία:<br />
<code><br />
</code><br />
1.	<strong>δίνοντας τη δυνατότητα στον καθένα να διαμορφώσει ένα μανιφέστο για την καλή κοινωνία έτσι ώστε να συνδεθούμε καλύτερα με το κοινό και να κάνουμε την εκστρατεία μας στην πολιτική και κοινωνική αρένα</strong>-να βασιστούμε σε παραδείγματα όπως το ‘Πρόγραμμα Ανανέωσης’ <a href="http://www.compassonline.org.uk/">του Compass</a>, τη ‘συμμετοχική εκστρατεία’ <a href="http://www.desirsdavenir.org/">του Desirs d’ Avenir</a> ή την ‘ανοιχτή δημοκρατία’ του ΠΑΣΟΚ.<br />
<code><br />
</code><br />
2.	<strong>προσεγγίζοντας εκείνους που μοιράζονται τις αξίες μας αλλά όχι το κόμμα μας μέσα στον προοδευτικό συνασπισμό</strong>- να διδαχτούμε από συνασπισμούς όπως <a href="http://www.londoncitizens.org.uk/">οι London Citizens</a> και να δράσουμε ως  κοινοτικός  άξονας αλλά να τους καλέσουμε επίσης να ολοκληρώσουν ένα τακτικό ‘εξωτερικό …<br />
<code><br />
</code><br />
3.	<strong>μεταβιβάζοντας εξουσία στα μέλη έτσι ώστε οι καθημερινές εμπειρίες τους και διασυνδέσεις στις κοινότητες να μπορούν να ενημερώσουν το κόμμα και τις πολιτικές μας</strong>- να δημιουργήσουμε αμφίδρομα κανάλια επικοινωνίας για τους ανθρώπους που οι πολιτικές μας αποσκοπούν να βοηθήσουν, όπως η ‘καλύτερη τοπική πρακτική’ <a href="http://www.ps.be/Source/Home.aspx?EntID=1">του βελγικού PS</a> ή η ‘μεταβιβασμένη κομματική δημοκρατία’ <a href="http://www.socialdemokraterna.se/Templates/Start____129.aspx">του σουηδικού SAP</a>.<br />
<code><br />
</code><br />
4.	<strong>παρέχοντας μια ευέλικτη και υπεύθυνη προσέγγιση στην ανανέωση απ’ όλες τις δομές του κόμματος</strong>- όπου ο καθένας αναλαμβάνει το καθήκον να αναγνωρίσει τον ‘οδικό χάρτη για την ανανέωση’ από την ηγεσία των πολιτικών κομμάτων μας (όπως μια χάρτα εμπιστοσύνης) μέχρι τα μέλη και τους οπαδούς και τι υποστήριξη χρειάζονται για την εφαρμογή του.<br />
<code><br />
</code><br />
5.	<strong>εμπλέκοντας τους ανθρώπους με τρόπο που συμφιλιώνει τις εντάσεις μεταξύ του ενδιαφέροντος τους για κοινωνικά θέματα και την έλλειψη εμπιστοσύνης στις κομματικές πολιτικές και κάνοντάς τους να βιώσουν καλύτερα τη δημοκρατία</strong>- οι άνθρωποι θέλουν την ευκαιρία να συμμετέχουν όταν θέλουν και να μη συμμετέχουν όταν δεν θέλουν- όπως η ‘χαρτογράφηση ιδεών’ <a href="http://www.psoe.es">του ισπανικού PSOE</a>.</p>
<p><code><br />
</code><em>Κλίνοντας προς την καλή κοινωνία</em></p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να επανασυνδεθούμε με το ατομικό για να δώσουμε μια καλύτερη ώθηση στην κοινή προσπάθεια. Πρέπει να υπερβούμε το νοσταλγικό νεφέλωμα της δεξιάς και να καλλιεργήσουμε μια πιο  περιεκτική πολιτική περηφάνια που να αναγνωρίζει τη ρευστότητα και την ποικιλία του κόσμου στον οποίο ζούμε, όπου  κοινωνική δικαιοσύνη είναι εκεί που θέλουμε να πάμε και συμμετοχική δημοκρατία είναι πώς θέλουμε να φτάσουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να συνδυάσουμε ιδεαλισμό και πραγματισμό, να στρέψουμε τις αλληλεπιδράσεις του ατομικού συμφέροντος σε  μια κοινή προσπάθεια, να μεταφέρουμε τις σοσιαλιστικές αξίες στην ιστορία της καθημερινής εμπειρίας και τα συνδεόμενα δικαιώματα και ευθύνες μέσα από το φακό μιας νέας κοινωνικής σύμβασης για συμμετοχή και ενός επαναπροσδιορισμού του πλαισίου αξιών μας. Με δυο λόγια, πρέπει να ενσωματώσουμε και να κάνουμε πράξη την αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=199</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
