<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; βία</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%B2%CE%AF%CE%B1" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Loïc Wacquant &#8211; Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό-πρώτο αιώνα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2517</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2517#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Loïc Wacquant]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[loic wacquant]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[γκέτο]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2517</guid>
		<description><![CDATA[Το κείμενο αναλύει τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες, σκιαγραφώντας τις χρήσεις του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Loïc Wacquant" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg"><img title="Loïc Wacquant" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg" alt="Loïc Wacquant" hspace="5" vspace="5" width="133" height="195" align="left" /></a></p>
<p>Αποτελεί τιμή για μένα να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και προσοχής η δουλειά μου από μελετητές της αρχιτεκτονικής και μου δίνει χαρά  η πρόσκληση να κάνω αυτή τη διάλεξη.<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a> Στην πραγματικότητα είναι διπλή η χαρά καθώς μεγάλωσα σε μια Ευρωπαική πνευματική παράδοση με πολύ χαμηλό επιστημονικό κατώφλι, οπότε θεωρώ τον εαυτό μου όχι τόσο κοινωνιολόγο αλλά έναν γενικό κοινωνικό επιστήμονα που τυγχάνει να έχει προσληφθεί σε ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας.  Και θεωρώ ουσιαστικό συστατικό των επαγγελματικών μου καθηκόντων να απασχολούμαι με ζητήματα πέρα από τα όρια των επιστημών, καθώς και πέρα από το χάσμα μεταξύ φιλολογικών κι επαγγελματικών ενασχολήσεων.  Επιπλέον, το θέμα της αστικής απομόνωσης είναι ένα που θέμα που ταιριάζει πολύ μ’ αυτά τα είδη ανταλλαγών, από τις οποίες και οι ερευνητές και οι επαγγελματίες μπορούν να επωφεληθούν.<span id="more-2517"></span></p>
<p><code><br />
</code>Προτείνω να σας προσφέρω κάποιο διανοητικό ερέθισμα κυκλώνοντας ένα ζήτημα στο οποίο έχω αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία δουλειάς, και συγκεκριμένα, τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες &#8211; αυτό που αποκαλώ αστική πόλωση από χαμηλά. Θα το κάνω αντλώντας υλικό από δυο πρόσφατα βιβλία μου. Το πρώτο, <em><a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631240" target="_blank">Απόβλητοι των πόλεων</a></em> [Urban Outcasts], αναλύει τη μετάβαση του γκέτο των μαύρων Αμερικανών ύστερα από τις εξεγέρσεις του 1960 και τη συγκρίνει με την παρακμή της περιφέρειας των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης με σκοπό να συνθέσει τις δυναμικές και την εμπειρία της υποβάθμισης στην προχωρημένη κοινωνία. Το δεύτερο βιβλίο, <em><a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η Νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Κοινωνικής Ανασφάλειας</a></em> [Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity], ανιχνεύει την πολιτική της τιμωρίας, παντρεύοντας την κατασταλτική «αρχή της ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας» και την εκτεταμένη «αρχή της φυλάκισης», που παρατάσσει το κράτος για να επιβάλει ανασφαλή εργασία και να χαλιναγωγήσει την αταξία που προκλήθηκε από την αιφνίδια κατάρρευση του μαύρου γκέτο στην πλευρά των ΗΠΑ και την σταδιακή αποσύνθεση των εδαφών της εργατικής τάξης στην Ευρωπαϊκή πλευρά και την αντικατάστασή τους από ένα νέο καθεστώς αστικής φτώσειας που αποκαλώ «προηγμένη περιθωριοποίηση».</p>
<p><code><br />
</code>Αυτά τα δυο βιβλία συνδέονται στενά.<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> Πρώτον, χρονολογικά και θεματικά (αποτελούν μια συνέχεια) και, δεύτερον, εννοιολογικά: και τα δυο διερευνούν τον <em>χωρικό εγκλεισμό ή περιορισμό ως τεχνική για τη διαχείριση προβληματικών κατηγοριών ή εδαφών</em>, το θέμα της διάλεξής μου.  Θα το προσεγγίσω σκιαγραφώντας αρχικά ένα υποτυπώδες πλαίσιο αναλύοντας τη χρήση του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη. Ύστερα θα εφαρμόσω αυτό το σχήμα για να παρουσιάσω μια συμπιεσμένη ανάλυση των αποκλινουσών τροχιών του γκέτο των μαύρων Αμερικανών των Ευρωπαϊκών δήμων της αστικής τάξης με αυτές τις τρεις χωρικά κλιτές έννοιες του γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Στοιχεία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης </strong></p>
<p><code><br />
Για να συνδέσω με την πράξη και την υπόθεση της αρχιτεκτονικής, επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω πρώτα ένα είδος <em>αναλυτικής ιστορίας</em>, μια ιστορία διαστάσεων και μηχανισμών που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια ιδέα για τις μορφές αστικής ανισότητας και περιθωριοποίησης που αλλάζουν συνεχώς στην αυγή του αιώνα, και τι συνεπάγονται για το δομημένο περιβάλλον κι οπότε έμμεσα για τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις και στοχασμούς. Το βαθύτερο θεωρητικό αίνιγμα που δίνει ζωή στην εμπειρική ανάλυση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων περιθωριοποίησης που παρουσιάζονται στο <em>Απόβλητοι των πόλεων</em> και στο <em>Τιμωρώντας τους φτωχούς</em> είναι η ανάπτυξη του χώρου σαν παράγωγο και μέσο εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο, καθώς και φυλακή, είναι τέσσερις από πολλούς σχηματισμούς μιας γενικής διαδικασίας που μπορούσε να αποκαλέσουμε κοινωνικοχωρική απομόνωση. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω πρώτα αυτή την αφηρημένη έννοια κι έπειτα να εντοπίσω την γκετοποίηση και τις σχετικές έννοιές της στο αναλυτικό πλέγμα στο οποίο αγκυροβολεί.</p>
<p>Κοινωνικοχωρική απομόνωση είναι η διαδικασία όπου ιδιαίτερες κοινωνικές κατηγορίες και δραστηριότητες «μαντρώνονται», εγκλωβίζονται κι απομονώνονται σε ένα κλεισμένο και περιορισμένο τεταρτημόριο φυσικού και κοινωνικού χώρου. Το αγγλικό ρήμα “to seclude” («απομονώνω») εμφανίστηκε το 1451, προέρχεται από το Λατινικό <em>secludere</em>, που σημαίνει αποκλείω, απομονώνω, φυλακίζω.<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a> Η κοινωνικοχωρική απομόνωση δύναται να αφορά σε πληθυσμούς (π.χ. αστούς, μετανάστες, θρησκευτικές αιρέσεις), θεσμούς (όπως ιατρικές εγκαταστάσεις, λέσχες, sex shops), και δραστηριότητες (σχολική εκπαίδευση, διακίνηση ναρκωτικών, ή καύση απορριμμάτων), αλλά μπορεί και να προσδιοριστεί σύμφωνα με το περιβάλλον: η αγροτική κοινωνικοχωρική απομόνωση συμβαίνει στην εξοχή ενώ η αστική κοινωνικοχωρική απομόνωση λειτουργεί μέσα κι έξω από την πόλη – ένα περιβάλλον που εγώ θα χαρακτήριζα όχι τόσο από «το μέγεθος, πυκνότητα, και ανομοιογένεια», σε κλασικό ύφος της Σχολής του Σικάγο <a href="http://bit.ly/9KeyC3" target="_blank">μαζί με τον Louis Wirth</a>, όσο από τη χωρική συσσώρευση κι έντονη επισώρευση διάφορων μορφών κεφαλαίου (οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και συμβολικό)  που το περιθάλπει μια διοικητική μηχανή – ακολουθώντας τα σχήματα <a href="http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/fr/bourdieu-forms-capital.htm" target="_blank">των Pierre Bourdieu</a> και <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_City_%28book%29" target="_blank">Max Weber</a>.</p>
<p></code><code><br />
</code>Σε καθένα από αυτά τα σκηνικά, μπορούμε να διανείμουμε μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μαζί με δυο βασικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι το επίπεδο στην <em>κοινωνική ιεραρχία</em>, είτε αυτή η ιεραρχία είναι βασισμένη στην τάξη (παραγωγική ικανότητα της αγοράς), εθνικότητα (τιμή), ή η κατάταξη σύμφωνα με το κύρος των τόπων – τυπικά αυτά συνδέονται στενά οπότε δεν αλλάζει θεμελιωδώς το συλλογισμό. Μπορούμε να χειριστούμε αυτή την ιεραρχία σαν ένα συνεχές ή, για χάρη της σαφήνειας, να την διχοτομήσουμε σε απομόνωση στην κορυφή κι απομόνωση στη βάση της κοινωνίας. Η δεύτερη διάσταση είναι αν η απομόνωση είναι επιλεκτική, απορρέει δηλαδή από την <em>επιλογή</em> και την επιθυμία να συμμετάσχει κανείς σ’ αυτήν ή να περιορίζεται η παρουσία κάποιου και οι περιπλανήσεις του σε μια συγκεκριμένη ζώνη, ή επιβεβλημένη, να έχει προέλθει από εξαναγκασμό, όπως όταν οι άνθρωποι υποχρεώνονται από εξωτερικές δυνάμεις να δίνουν λόγο για τις δραστηριότητές τους, να περιστείλουν τις κινήσεις τους,ή να περιορίζουν τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη τοποθεσία.  Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνικοχωρική απομόνωση οδηγείται και παγιώνεται εξ αγχιστείας από μέσα, στη δεύτερη περίπτωση από εξωτερική εχθρότητα. </p>
<p><code><br />
</code>Μπορούμε να κατανείμουμε τις ιδανικες-τυπικές μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στο δισδιάστατο διάστημα που ορίζεται από αυτούς τους δυο άξονες (βλ. εικόνα 1):  Επιλεκτική έναντι της επιβεβλημένης, στην κορυφή ή στη βάση. Κοιτάζοντας  στο πάνω δεξιά κομμάτι του τεταρτημορίου, στην πλευρά της επιλογής και ψηλά στον κοινωνικό και φυσικό χώρο, βρίσκετε αυτά τα άτομα που επιλέγουν την απομόνωση κι αναζητούν προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, που επιθυμούν να βρίσκονται ανάμεσα σε ομοίους τους ή να αποφύγουν πληθυσμούς που υποτιμούν και ανούσιες δραστηριότητες. Αυτή η αυτό-απομόνωση στην κορυφή που τροφοδοτείται από προσανατολισμό στην ομάδα εκπροσωπείται από θύλακες της ελίτ ή παραδοσιακά ανώτερης τάξης περιοχές στην πόλη (όπως αυτές που ανεγέρθηκαν και υποστηρίχθηκαν ένθερμα από την ανώτερη αριστοκρατική τάξη του Παρισιού, <a href="http://www.seuil.com/fiche-ouvrage.php?EAN=9782020889209" target="_blank">όπως περιγράφεται από τους Pinçon και  Pinçon-Charlot</a>) και, σε μια υπερβολική μορφή, από τις «φρουρούμενες κοινότητες» που έχουν εξαπλωθεί στην κορυφή της κοινωνικής κι εδαφικής  ιεραρχίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες (όπου η εκούσια απομόνωση συγκεκριμενοποιείται από ένα φυσικό σύνορο, ένα φράχτη με μια πύλη και φρουρούς που παρέχουν επιτήρηση και προστασία) για να προσφέρουν ένα καταφύγιο κοινωνικής ομοιογένειας, ασφάλεια από το έγκλημα, και τις ανέσεις του να είναι κανείς μέλος μιας προνομιούχας κοινότητας και τοποθεσίας.<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a> Οπότε στην κορυφή βρίσκεις αυτές τις ευγενικές δραστηριότητες να ασκούνται από ισχυρά άτομα, προικισμένα με το υλικό και συμβολικό κεφάλαιο να αποκλείουν άλλους και να αυτό-απομονώνονται, ενώ στη βάση έχουν συσσωρευτεί μη ευγενείς δραστηριότητες και βασανισμένοι πληθυσμοί στερημένοι από οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, οι φτωχοί και ανυπόληπτοι.  </p>
<p><code><br />
</code><a title="figure1" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png"><img title="figure1" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png" alt="figure1" width="550" height="370" /></a>   </p>
<p><em>Εικόνα 1</em></p>
<p><code><br />
</code>Οι δυο κύριες μορφές εθνοτήτων-φυλών που αναπτύσσονται για να επιτελέσουν κοινωνικοχωρική απομόνωση στη βάση της αστικής ιεραρχίας είναι το <em>γκέτο</em> και οι <em>εθνικοί θύλακες</em>, που δεν πρέπει να συγχέονται καθώς βρίσκονται στα δυο άκρα του συνεχούς του επιβολής/επιλογής κι εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες. Σ’ αυτή τη μελέτη «Ο Φόβος του αγγίγματος» στη Βενετία του δέκατου έκτου αιώνα που αναζητεί τα ίχνη της εφεύρεσης του πρώτου γκέτο στην ιστορία, ο Richard Sennett <a href="http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-31391-8/" target="_blank">επινοεί μια όμορφη έκφραση που αιχμαλωτίζει το σκοπό της</a>. Αποκαλεί το γκέτο ένα <em>αστικό προφυλακτικό</em>, γιατί ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη διείσδυση των Εβραίων στην Χριστιανική πόλη (τους χρειάζονταν για να τους  προμηθεύουν με μια γκάμα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών υπηρεσιών ζωτικών για την επιτυχία της αυλής) ενώ τους απομονώνει για να αποφύγει στενή επαφή μαζί τους (πίστευαν το Εβραϊκό σώμα πως είναι διεφθαρμένο και διαφθορέας, φορέας ασθενειών και ιεροσυλίας). Το γκέτο προέκυψε σαν κοινωνικοχωρικός μηχανισμός που επιτρέπει την από κοινού οικονομική εκμετάλλευση και τον κοινωνικό εξοστρακισμό αυτής της κατηγορίας αποβλήτων: Οι Εβραίοι κυκλοφορούσαν αβίαστα μέσα στην πόλη για να εκτελούν τα ουσιώδη οικονομικά τους καθήκοντα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα επέστρεφαν πίσω από τις κλειδωμένες πύλες της συνοικίας τους υπό την απειλή αυστηρής τιμωρίας. Όταν κυκλοφορούσαν έξω από τα τείχη του γκέτο τους, τους είχε ζητηθεί να φορούν ένα ειδικό ένδυμα (όπως ένα κίτρινο καπέλο ή ένα μυτερό σκούφο) οπότε να τους αναγνωρίζουν οι Χριστιανοί κι έτσι να τους αποφεύγουν. Ο ίδιος χωρικός μηχανισμός είχε ξανα-ανακαλυφθεί και αναπτυχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα στις βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ όταν οι μαύροι του Νότου μετανάστευσαν στις εξαπλούμενες βιομηχανικές πόλεις που ήθελαν μεν το μόχθο τους αλλά δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν με τους λευκούς κατοίκους, μην τυχόν κι αυτό φέρει «κοινωνική ισότητα» μεταξύ των επονομαζόμενων φυλών και την κατακραυγή της «επιμειξίας».<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a> Σ’ αυτή την περίπτωση, το χρώμα του δέρματος διαφήμιζε την ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος μιας κατώτερης κατηγορίας που θα έπρεπε να αποφεύγει, και η αυστηρά οριοθετημένη Bronzeville εξυπηρετούσε και σαν εργατικό δυναμικό και σαν προφυλακτικό δοχείο μολυσματικών σωμάτων. </p>
<p><code><br />
</code>Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η Σχολή του Σικάγου, που εγκαινίασε την κοινωνιολογική μελέτη της πόλης στις ΗΠΑ, έκανε το θεμελιώδες σφάλμα να σωρεύσει τις οικιστικές και θεσμικές ομάδες που είχαν σχηματίσει πρόσφατα κύματα Ιρλανδών, Ιταλών, Πολωνών, και Γερμανών μεταναστών κάτω από την ασαφή σύλληψη του «γκέτο» που κάλυπτε τις συνοικίες των Εβραίων και την Black Belt (συνοικία των Μαύρων). Αυτό είναι που αποκαλώ το σφάλμα του Wirth, από τον Louis Wirth, έναν εκ των ιδρυτών της αστικής οικολογίας, για δυο λόγους. Πρώτον, όπως ο ίδιος ο Wirth, εν αγνοία του, αποδεικνύει στο κλασικό βιβλίο του <em><a href="http://books.google.gr/books?id=6etDdRub5FMC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Louis+Wirth,+The+Ghetto&#038;source=bl&#038;ots=lQV4TzkxAF&#038;sig=K5sDac2A4iacFuF7HpuUX0E6-oE&#038;hl=el&#038;ei=WF6aTLSfHpKD4QaGnbBQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=2&#038;ved=0CB4Q6AEwAQ#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Το Γκέτο</a></em>, δεν υπήρξε ποτέ Εβραϊκό γκέτο στις ΗΠΑ, εκτός από αυτό που ήταν «στο μυαλό τους μάλλον», δηλαδή, ένα υποκειμενικό “we-feeling” και ένας πολιτισμικός προσανατολισμός – που είναι πολύ διαφορετικά από ένα συγκεκριμένο πια κοινωνικοχωρικό επινόημα. Δεύτερον και κυριότερον, αντίθετα με την Black Belt, την περιοχή αποκλειστικά των μαύρων στην οποία υποχρεούνταν να κατοικούν όλοι οι Αφροαμερικανοί ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέσω ενός συνδυασμού καταπίεσης, εκφοβισμού στους δρόμους, και συλλογικής βίας, αυτοί οι λευκοί εθνικοί θύλακες είχαν ανάμικτη σύνθεση, μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη, και περιείχαν μια μειονότητα μόνο των αντίστοιχων μεταναστευτικών πληθυσμών τους, που έμεναν εκεί κυρίως λόγω ταξικών φραγμών και πολιτισμικής έλξης. </p>
<p><code><br />
</code>Σε αρχιτεκτονικούς όρους, ο (λευκός) εθνικός θύλακας μπορεί να αναπαραστεί από μια <em>γέφυρα</em>, ενώ το (μαύρο) γκέτο θα μπορούσε να απεικονιστεί με ένα τείχος. Ο ένας είναι μηχανισμός ελαστικής και προσωρινής απομόνωσης μέσα σε μια πορώδη περίμετρο που λειτουργεί σαν θάλαμος εγκλιματισμού και ενδιάμεσος σταθμός προς την πολιτισμική αφομοίωση και την κοινωνικοχωρική ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία. Το άλλο είναι ένα μέσο ανέλικτης και μόνιμης απομόνωσης μέσα σε ένα αδιάβροχο σάκο που εργάζεται προς την κατεύθυνση να απομονώσει και να διασπάσει τον πληθυσμό που προστατεύει στο διηνεκές (δηλαδή, μέχρι να διαλυθεί).  Εν ολίγοις, ο εθνικός θύλακας και το γκέτο έχουν αποκλίνουσες δομές και εξυπηρετούν αντίθετες λειτουργίες∙ οπότε είναι θεμελιώδες κοινωνιολογικό σφάλμα να τα θεωρούμε το ίδιο. Αυτό είναι ένα λάθος που συνηθίζουν ακόμη να κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες – εξετάστε, για παράδειγμα, <a href="http://books.google.gr/books?id=gjybSZTCfpcC&#038;dq=Joshua+M.+Zeitz,+White+Ethnic+New+York&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=jl6aTJ-5GIHN4gas67iMAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCgQ6AEwAw#v=onepage&#038;q=Joshua%20M.%20Zeitz%2C%20White%20Ethnic%20New%20York&#038;f=false" target="_blank">την ιστορική αναδρομή του Zeitz</a> της «εθνικής Νέας Υόρκης» ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα σχετικό λάθος είναι αυτό που, αντικαθιστώντας την στέρηση εισοδήματος με εθνοφυλετικό κλείσιμο, <a href="http://books.google.gr/books?id=8bRwJm_5rWcC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Mario+Small,+Villa+Victoria:+The+Transformation+of+Social+Capital+in+a+Boston+Barrio&#038;source=bl&#038;ots=4YXeUcwxa_&#038;sig=WIajR5rc4q_WwbRxmLvC0_kefHU&#038;hl=el&#038;ei=0F6aTPnMJJTa4AaUj7yNAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">συγχωνεύει το γκέτο σε</a> «μια γειτονιά με ψηλή συγκέντρωση φτωχών ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή» (σ. 3). Σύμφωνα μ’ αυτό διαστρεβλωμένο ορισμό, που έγινε δημοφιλής στην προσανατολισμένη στην πολιτική έρευνα για την αστική φτώχεια στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90, οι φτωχές αγροτικές επαρχίες και οι καταυλισμοί Ιθαγενών Αμερικανών είναι γιγαντιαία γκέτο, όπως θα ήταν και οι φτωχότερες συνοικίες μιας πόλης λευκών∙ αλλά το βενετσιάνικο <em>gietto novo</em> και η Bronzeville του Σικάγο στην ιστορική του κορύφωση δεν ήταν γκέτο! Αυτό αρκεί να δείξει την ασυναρτησία και την ασυμφωνία αυτού του στρεψόδικου ορισμού. </p>
<p><code><br />
</code>Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ γκέτο κι εθνικού θύλακα, είναι χρήσιμο να σχεδιάσουμε στο σχεδιάγραμμα των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στη βάση έναν τρίτο θεσμό αναγκαστικού περιορισμού: <em>τη φυλακή</em>. Η φυλακή χρησιμοποιεί το φυσικό περιορισμό των τοίχων και την εξουσία των φυλάκων για να διαχωρίζει τους κατάδικους, δηλαδή, μια κατηγορία ανυπόληπτων ατόμων, των οποίων τα δικαιώματα και οι επαφές με τους έξω ακρωτηριάζονται ως κύρωση για την παράβαση των κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος <em>δικαστικού γκέτο</em> μέσα στη φυλακή όπου οι έγκλειστοι αναπτύσσουν μια δική τους παράλληλη κοινωνία και πολιτισμό ως απάντηση στην αναγκαστική απομόνωση και τις στερήσεις που προϋποθέτει.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Αντίστροφα, μπορούμε να σκεφτούμε το γκέτο σαν <em>μια εθνοφυλετική φυλακή</em> που θέτει σε περιορισμό έναν κακόφημο πληθυσμό σε μια ειδική περίμετρο στην οποία ο τελευταίος εξαναγκάζεται να αναπτύξει την μια ξεχωριστή σφαίρα ζωής αντιδρώντας στον χωρικό περιορισμό και τον κοινωνικό εξοστρακισμό. Μόλις συλλάβουμε την δομική και λειτουργική συγγένεια μεταξύ γκέτο και φυλακής (σημειώνεται με την εγγύτητά μεταξύ πάνω στο χάρτη μου των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης), καταλαβαίνουμε γιατί η κατάρρευση του πρώτου ύστερα από τις εξεγέρσεις του ’60 οδήγησε στην ανάπτυξη του δεύτερου ως αντικατάστατου για να «μαντρώνεται» ένας πληθυσμός που θεωρείται άτιμος, στερημένος κι επικίνδυνος.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn7">[7]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το γκέτο, εξ ορισμού, είναι ένα αστικό ζώο που προκύπτει στο πλαίσιο ενός πυκνού συνοικισμού που διψάει για την οικονομική αξία που παρέχει η στιγματισμένη κατηγορία – αλλιώς η τελευταία θα μπορούσε απλά να αποκλειστεί ή να εξοριστεί, όπως συνέβαινε περιοδικά με τους Εβραίους πριν από την έγερση των αστικών ηγεμονιών και στους μαύρους Αμερικανούς πριν την εκδήλωση του φορντισμού.  Αν η διάλεξη Roth-Symonds ήταν μια σειρά από διαλέξεις κι όχι μόνο μια ομιλία, θα αφιέρωνα λίγες συνεδρίες  για να αναλύσω τις μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού στο αγροτικό περιβάλλον, γιατί υπάρχουν επίσης πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύγκριση.  Στην ύπαιθρο, ο σπουδαιότερος παράγοντας διαφοροποίησης των τύπων χωρικού εγκλεισμού είναι αν ο κατώτερος πληθυσμός πρέπει να κινηθεί για να προσφέρει εργασία ή να μετακινηθεί <em>για να απελευθερώσει τη γη που καταλαμβάνει</em>. Σε περιπτώσεις όπου η κυρίαρχη ομάδα δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί, να αποσπάσει εργασία από την υποδεέστερη ομάδα, αλλά προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έδαφός της, όπως οι αποικιακές επιθέσεις σκόπευαν στην εποίκιση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός καταυλισμού, δηλαδή μια έκταση οριοθετημένη και κρατημένη γι’ αυτούς, συνήθως ευρισκόμενη σε μια μακρινή και σε αγρανάπαυση περιοχή, κυβερνούμενη από ειδικούς νομικούς κι εθιμικούς κανόνες σχεδιασμένους να επανενώσουν και να ακινητοποιήσουν τον πληθυσμό αυτό. Αυτή είναι η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής σ’ αυτή τη χώρα:<br />
Εξ αιτίας μιας σειράς δημογραφικών, πολιτισμικών και πολιτικών λόγων, δεν θεωρούνταν κατάλληλη <em>προσφορά εργασίας</em> αλλά καταλάμβαναν πολύτιμη γη που ήταν απαραίτητη στο αποικιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης. Έτσι ασκήθηκε η κοινωνικοχωρική απομόνωση για να τους μεταφέρουν σε περιορισμένες περιοχές και να εξουδετερώσουν τις απειλές που εκπροσωπούσαν.<a title="_ftnref8" name="_ftnref8" href="#_ftn8">[8]</a> Καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον άξονα γη/εργασία, βρίσκουμε μια σειρά από ενδιάμεσους αστερισμούς που υψώνονται για να εξασφαλίσουν την εργατική δύναμη υποδεέστερων πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να έρθουν στην πόλη, γιατί η πλήρης αστικοποίηση θα αύξανε το κόστος της παραγωγής τους και επίσης θα γεννούσε πιέσεις προς την επιμειξία (που με τη σειρά της θα υπονόμευε την εθνοφυλετική καθαρότητα και ιεραρχία). Σε τέτοια σενάρια, έχεις ένα στρατόπεδο, το οποίο έχει δυο βασικούς τύπους: Το στρατόπεδο εργασίας για τους μετανάστες εργάτες (καθώς και τους ποινικούς κατάδικους και πολιτικούς κρατούμενους) και το στρατόπεδο προσφύγων για τους πολιτικούς εξόριστους.<a title="_ftnref9" name="_ftnref9" href="#_ftn9">[9]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, η αρετή του σχήματος που έχει σχεδιαστεί εδώ είναι πως μας επιτρέπει να ενώσουμε τις διάφορες μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού σε ένα αναλυτικό πλαίσιο και να τα θεωρητικοποιήσουμε ενιαία, αντί να τα χειριζόμαστε ξεχωριστά, σα να ανήκαν σε διαφορετικά πεδία (αγροτικές σπουδές, αστική κοινωνιολογία, εγκληματολογία και ανθρωπολογία των τάξεων και της εθνότητας) και υπηρετούσαν ξεχωριστές λογικές. Πολλά χάνονται από το συμβατικό κατακερματισμό της έρευνας στους τρόπους που ο χώρος <em>αναπτύσσεται για να ορίσει και να περιορίσει κατηγορίες και δραστηριότητες</em>. Ο φυσιολογικός αστικός κοινωνιολόγος δεν δίνει σημασία στις επαρχιακές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες των πόλεων και χάνει την ανάλυση της απόστασης που διανύθηκε που κάποιος γνωρίζει μόνο ανιχνεύοντας παρόμοιες κοινωνικοχωρικές διαδικασίες συγκέντρωσης, αποχωρισμού και συνάντησης που λειτουργούν σε διάφορα περιβάλλοντα. Όμοια, φοιτητές από περιοχές ανώτερης τάξης και φρουρούμενες κοινότητες αγνοούν τα γκέτο και τις φυλακές∙ ερμηνεύουν το σχηματισμό των θυλάκων των προνομιούχων σα μια διαδικασία που γίνεται από μόνη της, που δε συνδέεται με τη μοίρα των άπορων και των ανυπόληπτων κατηγοριών των ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στον πυθμένα του κοινωνικού και φυσικού χώρου όταν στην πραγματικότητα συνδέονται ευθέως (η πτώση του μαύρου γκέτο, εξαπολύεται τότε η ανεξέλεγκτη φυλετική βία, και είναι μια έμμεση αιτία της ανάπτυξης της φρουρούμενης κοινότητας).<a title="_ftnref10" name="_ftnref10" href="#_ftn10">[10]</a> Οι μελετητές που ερευνούν τη μετανάστευση εστιάζουν στους εθνικούς θύλακες – στις ΗΠΑ, κι αυτό σημαίνει φοιτητές από Ευρωπαϊκά, Λατινοαμερικάνικα και Ασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα – κι αφήνουν στους ιστορικούς της Αφροαμερικάνικης αστικοποίησης τη μελέτη του γκέτο (υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, <a href="http://www.press.uillinois.edu/books/catalog/27wcw7tt9780252010637.html" target="_blank">όπως η μελέτη των αντιτιθέμενων διαδρομών των μαύρων, Ιταλών και Πολωνών στο Πίτσμπουργκ στο πρώτο μισό του αιώνα</a> από τον Bodnar κ.α. (1983) αλλά είναι λιγοστές και διάσπαρτες). Τέλος, οι εγκληματολόγοι και οι ποινικολόγοι που ερευνούν  τη φυλάκιση ποτέ δεν συσχετίζουν τη μεταβαλλόμενη δομή και ρόλο της φυλακής στις εξωτερικές μορφές του αναγκαστικού χωρικού περιορισμού που επιβάλλεται στη βασική πελατεία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ οι κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούν το γκέτο των μαύρων δεν διερευνούν τη φυλακή, αν και η διάλυση του πρώτου αποτελεί σημαντική αιτία πίσω από την εκρηκτική επέκταση του δεύτερου καθώς ενώθηκαν με μια τριπλή σχέση λειτουργικής υποκατάστασης, δομικής συνέχειας και πολιτισμικού συγκρητισμού.<a title="_ftnref11" name="_ftnref11" href="#_ftn11">[11]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κατηγορία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μπορεί να εξυπηρετήσει όχι μόνο για να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τις εδαφικές εμπειρίες διαφορετικών πληθυσμών σε διαφορετικά επίπεδα στην κοινωνική δομή, αλλά επίσης να χαρτογραφήσουμε πως ο ίδιος πληθυσμός  μπορεί να μαντρωθεί από ένα συνδυασμό εδαφικών επινοημάτων διαχρονικά. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να κολλήσει τη Νότια Αφρική σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα και να συνδέσει όλη τη γκάμα των κοινωνικοχωρικών μορφών που εκσφενδονίστηκαν για να εδραιώσουν τη φυλετική κυριαρχία και την ταξική εκμετάλλευση στη διάρκεια της ζωής της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Στο αριστερό άκρο του φάσματος, θα έβρισκε κάποιος την θεσμοθέτηση των κτημάτων της αποικιοκρατίας υπό το καθεστώς του «απαρτχάιντ»(1910–1948) κι αργότερα τα μπαντουστάν, τα ανδρείκελα των μαύρων δημοκρατιών που εφηύραν οι λευκοί ηγέτες το 1958 για να «εξωτερικεύσουν» την ιθαγένεια των μαύρων. Προς τη μέση του σχεδιαγράμματος, θα εντοπίζατε τα ορυχεία, μια παραλλαγή του στρατοπέδου εργασίας που εξυπηρετούσε για να στρατολογούν και να καθορίζουν την εκ περιτροπής εργασία των μεταναστών προς όφελος των βιομηχανιών εξόρυξης στη διάρκεια και ύστερα από την «μεταλλευτική έκρηξη». Μαζί, κτήματα και στρατόπεδα εξόρυξης υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την αστικοποίηση αλλά απέτυχαν, οπότε και οι μαύροι εγκαταστάθηκαν μαζικά μέσα σε πόλεις όπου αργότερα υποβιβάστηκαν σε κωμοπόλεις (η Νοτιοαφρικάνικη εκδοχή του γκέτο), στις οποίες σταδιακά συγκέντρωσαν τους πόρους για να προκαλέσουν και τελικά να ανατρέψουν τη λευκή εξουσία. Στο μεταξύ, στην κορυφή της οικονομικής, φυλετικής και αστικής δομής, οι θύλακες της ενισχυμένης ελίτ και οι διάφορες φρουρούμενες κοινότητες της ανώτερης τάξης ευημερούσαν, οι οποίες ήταν αποκλειστικά λευκές  υπό το απαρτχάιντ, πριν γίνουν μερικώς μαύροι μετά το 1994.<a title="_ftnref12" name="_ftnref12" href="#_ftn12">[12]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η Νότια Αφρική είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να πραγματευτεί ζητήματα κοινωνικοχωρικής απομόνωσης γιατί είναι μια κοινωνία που έχει εξωθήσει την εδαφοποίηση της κυριαρχίας στα άκρα της.<br />
Ειδικά στην εποχή του απαρτχάιντ, το κράτος δημιούργησε έναν ευρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό και μια περίπλοκη ομάδα κανόνων σχεδιασμένων για να ενισχύσουν μια στενή αντιστοιχία μεταξύ συμβολικού χώρου (την άκαμπτη διαίρεση της κοινωνίας σε μια ιεραρχία αμοιβαία αποκλειόμενων επίσημων εθνοφυλετικών κατηγοριών), κοινωνικού χώρου (την κατανομή επαρκών πόρων σ’ αυτές τις κατηγορίες), και φυσικού χώρου (την αυταρχική διανομή πληθυσμών και σε πόλεις και σε αγροτικές περιοχές). Απ’ αυτή την άποψη,  είναι το αντίθετο  της Βραζιλίας, όπου η κηλίδωση χαρακτηρίζει και την εθνοφυλετική διαίρεση και την προβολή της στο χώρο. Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για συγκριτικές σπουδές που διερευνούν ποιοι συνδυασμοί μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης αναπτύσσονται σε ποια είδη της κοινωνίας και γιατί.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Δομή, Λειτουργίες, και Μοίρα του Αμερικάνικου Γκέτο </strong></p>
<p><code><br />
</code>Ας θεωρήσουμε τώρα το γκέτο έναν τύπο κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και τη μοίρα του γκέτο των Μαύρων Αμερικανών ύστερα από την παρακμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων έναν ιστορικό γρίφο. Για να κατασκευαστεί ένα γκέτο απαιτείται να συγκεντρωθούν τέσσερα δομικά στοιχεία. Πρώτο είναι το στίγμα: ένα γκέτο εγείρεται στην πορεία της αντιμετώπισης ενός πληθυσμού που αμαυρώνεται, δηλαδή, που είναι μολυσμένος και μολυσματικός στα μάτια της κυρίαρχης κατηγορίας, τόσο που η άμεση επαφή μ’ αυτόν πρέπει να είναι περιορισμένη αν όχι απαγορευμένη. <a href="http://books.google.gr/books?id=kfLmJK-h3UIC&#038;dq=Kenneth+R.+Stow,+Alienated+Minority:&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=JWWaTIy8Mc_54gbP3KGeAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCkQ6AEwAw#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Για τους Εβραίους στα γκέτο της Αναγέννησιακής Ευρώπης</a>, το στίγμα ήταν εθνοθρησκευτικό, συνδεδεμένο με της ευρέως διαδεδομένη Χριστιανική πεποίθηση ότι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Χριστού, φορείς μεταδοτικών ασθενειών, και ξενιστές ανηθικότητας και αιρέσεων.23 <a href="http://us.macmillan.com/americanslavery" target="_blank">Για τους Αφροαμερικανούς στη βιομηχανική μητρόπολη</a> στην εποχή του φορντισμού μεταξύ 1910 και 1970, ήταν το μίασμα που συνδεόταν με τη δουλεία, και που εμπλουτιζόταν με καθημερινές, θρησκευτικές, και ψευδοεπιστημονικές δοξασίες για την υποτιθέμενη κατωτερότητα κι ακόμη και κτηνώδη φύση των μαύρων. Ο δεύτερος θεμέλιος λίθος του γκέτο είναι ο περιορισμός: έχουμε δει ότι οι πληθυσμοί μπορούν να γίνουν εδαφικά συγκεντρωμένοι όχι μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής αλλά επίσης λόγω συγγένειας, μέσω επιλεκτικής απομόνωσης βασισμένης στην τάξη, την κουλτούρα, ή τον τρόπο ζωής. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτά τα δυο σενάρια. Για να επαναλάβω, στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα οι επονομαζόμενες λευκές εθνικότητες συναθροίζονταν χαλαρά και προσωρινά σε ανάμεικτους εθνικούς θύλακες (Μικρή Ιταλία, Μικρή Ιρλανδία, Γερμανόπολη, κλπ.) που είχαν προκύψει από έναν συνδυασμό της μεταναστευτικής εμπειρίας, της ταξικής θέσης, και της πολιτισμικής συμπάθειας∙ αλλά σαν ομάδες δεν είχαν ποτέ υποχρεωθεί  να κατοικούν σ’ ένα σταθερό και κρατημένο γι’ αυτούς έδαφος όπου ζούσαν μόνο οι συμπατριώτες τους, όπως είχαν υποχρεωθεί οι Αφροαμερικανοί μετά τη δεκαετία το 1910.<a title="_ftnref13" name="_ftnref13" href="#_ftn13">[13]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο συστατικό στοιχείο του γκέτο, είναι ακριβώς η <em>εδαφική εκχώρηση</em>: ένα γκέτο προκύπτει όταν ένας στιγματισμένος λαός έρχεται να ζήσει σε μια οριοθετημένη περιοχή η οποία του έχει εκχωρηθεί με τη βία και που με τη σειρά της είναι εκχωρημένη σ’ αυτόν, οπότε έχετε μια αμφίδρομη συνεκδοχή κατηγορίας κι εδάφους που οδηγεί σε εθνική ομοιογένεια και αποκλειστικότητα. Αυτό μας δείχνει το τέταρτο και τελευταίο συστατικό που σχηματίζει το γκέτο, και συγκεκριμένα, το <em>θεσμικό παραλληλισμό</em>. Καθώς ο στιγματισμένος πληθυσμός δέχεται πιέσεις να κατοικεί στην περιοχή που του έχει ανατεθεί, από την οποία δεν μπορεί να αποδράσει, αναπτύσσει ένα δίκτυο θεσμών που αντιγράφουν κι αντικαθιστούν τους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας που τους έχει απορρίψει. Έτσι οι Εβραίοι στην πρώιμη σύγχρονη Ιταλία, όντας υποχρεωμένοι να ζουν σε μια κλειστή Εβραϊκή συνοικία (μέχρι τότε είχαν σε μεγάλο βαθμό επιλέξει να κατοικούν χωριστά) είχαν εκπονήσει μια πυκνή διάταξη πολιτισμικών, οικονομικών και φιλανθρωπικών οργανισμών καθώς και σφυρηλατήσει μια κοινή ταυτότητα παρακάμπτοντας τις κληρονομημένες διαφορές τους της εθνικότητας, γεωγραφίας και γλώσσας. Στην πραγματικότητα, <a href="http://www.amazon.com/Ghetto-Venice-Riccardo-Calimani/dp/0871314843" target="_blank>δημιούργησαν μια αυτάρκη «Εβραϊκή πόλη μέσα στη Χριστιανική πόλη»</a>, ακριβώς όπως οι Αφροαμερικανοί που μετανάστευσαν από τον αγροτικό νότο στη μητρόπολη του φορντισμού στα χρόνια του μεσοπολέμου δημιούργησαν «μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή» για να εξυπηρετήσουν τις συλλογικές ανάγκες τους που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες χάρη στον σκληρό λευκό αποκλεισμό. Θα βρείτε ένα ζωντανό πορτραίτο της ανέγερσης και σταθεροποίησης αυτής της Μαύρης Μητρόπολης, πλήρους με τις δικές της εκκλησίες και μέσα, οικήματα και μέρη διασκέδασης, επαγγελματικές υπηρεσίες και πολιτικές ομάδες, επιχειρήσεις και υπόγεια οικονομία, <a href="http://www.press.uchicago.edu/presssite/metadata.epl?mode=synopsis&#038;bookkey=3638645" target="_blank>στο βιβλίο με αυτόν τον τίτλο</a> που εκδόθηκε το 1945 από τους St. Clair Drake και Horace Cayton — έναν από τους κορυφαίους δέκα τόμους της παγκόσμιας κοινωνικής επιστήμης κι απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σοβαρό μελετητή της πόλης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας δίνει μια ιδέα για τους δυο αντινομικούς ρόλους που έχει παίξει το γκέτο στις δυο πλευρές της σχέσης εθνοφυλετικής κυριαρχίας που πραγματοποιεί, τις οποίες ιστορικοί της Εβραϊκής διασποράς στην Ευρώπη, ανθρωπολόγοι των καθεστώτων των κοινωνικών τάξεων σε Ασία και Αφρική, και κοινωνιολόγοι της μαύρης εμπειρίας στη βιομηχανική εποχή έχουν τεκμηριώσει αλλά, παραδόξως, αποτύχει να συνειδητοποιήσουν και να οργανώσουν θεματικά. Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι, από τη θέση της κυρίαρχης κατηγορίας, ένα γκέτο είναι εργαλείο για κυριαρχία μιας και περικόπτει απότομα το ζωτικό χώρο και τις ευκαιρίες ζωής της αποκλεισμένης κατηγορίας. Όμως, κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό, συλλαμβάνοντας το από κάτω κι από μέσα, <a href="http://bit.ly/aOU1jt" target="_blank">το γκέτο είναι μια ανθεκτική κοινωνικοχωρική ασπίδα</a>, ένας προστατευτικός θώρακας που δημιουργεί έναν ξεχωριστό βιόκοσμο (Lebenswelt) μέσα στον οποίο οι υποδεέστεροι μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα μακριά από την άμεση επαφή με τον κυρίαρχο. Έτσι από την άποψη των Εβραίων στην πρώιμη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη, από την άποψη των Αφροαμερικανών στη μητρόπολη του φορντισμού, το να είναι γκετοποιημένοι  τους πρόσφερε μια ξεχωριστή και προστατευμένη δική τους σφαίρα που ελαχιστοποιούσε την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και τριβή με τον κυρίαρχο, και τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν οικονομικό κεφάλαιο, να εξελίσσουν διακριτά είδη πολιτισμικού κεφαλαίου και να σχηματίζουν το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οργανώσουν και τελικά προκαλέσουν το στίγμα που έφεραν και τον αποκλεισμό που υπέφεραν. Η ισχύς του γκέτο ως ικριώματος κοινωνικής συνοχής και μηχανής πολιτισμικής παραγωγής επιτρέπει στους κατοίκους του να αντιστρέψουν το σθένος του αρνητικού συμβολικού κεφαλαίου που τους είχε καταλογιστεί συλλογικά – όπως εκδηλώθηκε με την επιδρομή του σλόγκαν “Black is Beautiful,”(το Μαύρο είναι Όμορφο) ταυτόχρονα με τα κύματα των εξεγέρσεων τη δεκαετία του ‘60 – και τελικά να επιτεθούν στο ίδιο το κοινωνικοχωρικό επινόημα που τους ορίζει και τους περιορίζει.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα βιβλίο μου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα Αγγλικά με τον τίτλο The Two Faces of the Ghetto – Τα δυο Πρόσωπα του Γκέτο  (το οποίο όσοι από εσάς ξέρετε άπταιστα Γερμανικά μπορείτε να διαβάσετε με τον πιο υποβλητικό τίτλο <em><a href="http://books.google.gr/books?id=gm7Gs-teZrQC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Lo%C3%AFc+Wacquant,+Das+Janusgesichte+des+Ghettos+und+andere+Essays&#038;source=bl&#038;ots=fDbTA2CLZp&#038;sig=XwQr0R6vsTs6hwEgO0v6TXPA0MU&#038;hl=el&#038;ei=IWuaTJWANcv44AaygvVR&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Das Janusgesich des Ghettos</a></em>), κάνω την παρατήρηση ότι τα γκέτο έχουν αντιμετωπιστεί μέσα από ένα στενό ηθικό πρίσμα συνοψισμένο από την λανθασμένα αυτονόητη εξίσωση:  μελετώ την φυλετική κυριαρχία = είμαι ενάντια στο ρατσισμό = τα αντικείμενα που μελετώ είναι καταδικαστέα.29 Σαν τύποι φυλετικής κυριαρχίας, τα γκέτο προσβάλλουν τις ηθικές ευαισθησίες μας στο μέτρο που παραβιάζουν τις ιερές και όσιες αρχές της ατομικής ισότητας κι αξιοπρέπειας για όλους. Σαν αποτέλεσμα, απεικονίζονται επίμονα σαν ειδεχθείς συναστερισμοί με αρνητικό νόημα που θέλεις να καταδικάσεις, να εμποδίσεις να συμβεί, ή να εργαστείς για να το υπονομεύσεις. Αλλά το γενναιόδωρο ηθικό αίσθημα που τροφοδοτεί αυτή την αγανάκτηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην κοινωνιολογική ανάλυση. (Αυτή είναι μια ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής αρχής του κοινωνικού επιστημονικού συλλογισμού που ο μέντορας και φίλος μου Pierre Bourdieu αγαπούσε να τονίζει: «Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή κοινωνιολογία.») </p>
<p><code><br />
</code>Η <em>κατηγορούσα προσέγγιση</em> (prosecutorial approach) που έχει κοινώς υιοθετηθεί από κοινωνικούς αναλυτές τους έχει εμποδίσει από το να αναγνωρίσουν πως ένα γκέτο είναι ένα διπρόσωπο επινόημα: είναι δια μιας και <em>αδιάσπαστα</em> ένα εργαλείο υποταγής και αγωγός προστασίας, ενότητας και συνοχής. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για <em>τα κρυμμένα και ενάντια στο ένστικτο οφέλη της γκετοποίησης</em>, που προσφέρει στην κατώτερη εθνοφυλετική κατηγορία ένα όχημα για αυτό-οργάνωση και κινητοποίηση κι έτσι τους επιτρέπει να μοχλεύσουν τη «δύναμή τους από κάτω». Γι’ αυτό τα γκέτο είναι δομικά ασταθείς σχηματισμοί που έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής (έξω από βασισμένους στο κράτος κοινωνικούς σχηματισμούς): φυτεύουν και μεγαλώνουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής ενδυναμώνοντας τους υποδεέστερους και ποντίζοντας άγκυρες σε προεξέχοντα και ξεκάθαρα εθνοφυλετικά σύνορα μπορούν να γίνουν στόχος επίθεσης – ενώ άλλοι σχηματισμοί εθνοφυλετικής κυριαρχίας, όπως θολές διακρίσεις και ο διασπασμένος διαχωρισμός του είδους που έζησαν οι μετααποικιακοί μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη ή οι Βραζιλιάνοι με το σκούρο δέρμα, για παράδειγμα, το κάνουν ακόμη πιο δύσκολο για έναν στιγματισμένο και φτωχό λαό να ενωθεί σαν ομάδα και να προκαλέσει την περιθωριοποίησή του. </p>
<p><code><br />
</code>Τι συνέβη στο γκέτο των μαύρων Αμερικάνων ύστερα από τις ταραχές της δεκαετίας του ’60; Αν κατανοήσετε ότι ένα γκέτο δεν είναι απλά ένα απομονωμένο μέρος, μια περιοχή με ερειπωμένα σπίτια και κοινωνική εγκατάλειψη, μια «κακόφημη» γειτονιά που περιέχει όλων των ειδών τις κοινωνικές παθολογίες, και μεταξύ αυτών τη φαυλότητα και τη βία (τι μπορεί να γίνει αφού καταρρεύσει)∙ αν κατανοείτε πως είναι ένα ιδιόμορφο κοινωνικοχωρικό επινόημα στοχευμένο προς την επίτευξη της οικονομικής εκμετάλλευσης και του κοινωνικού εξοστρακισμού, τότε μπορείτε να ανιχνεύσετε τα αίτια της βάναυσης κατάρρευσης του “Bronzeville” της Αμερικής ύστερα από την κορύφωση του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Το γκέτο διαλύθηκε και καταπλακώθηκε από τα ερείπιά του, όπως φάνηκε, υπό την πίεση τριών συγκλινουσών δυνάμεων. Η πρώτη είναι <em>οικονομική</em>: είναι η στροφή από την βιομηχανική οικονομία του Φορντ, αγκιστρωμένη από την εργοστασιακή παραγωγή τοποθετημένη μέσα στην πόλη και που απαιτούσε πλήθη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, σε μια αποκέντρωση βασισμένη στις υπηρεσίες οικονομία στην οποία ο αυτοματισμός, η παγκόσμια μετεγκατάσταση, και η ανανεωμένη μετανάστευση των κατώτερων τάξεων κατέστησε του μαύρους εργάτες περιττούς. Ο δεύτερος παράγοντας είναι <em>δημογραφικός και πολιτικός</em>: είναι αυτό που αποκαλώ η μεγάλη μετανάστευση <em>των λευκών</em>. Οι ιστορικοί έχουν γράψει σπουδαία βιβλία για τη μεγάλη μετανάστευση των μαύρων από το Νότο προς την πόλη του Βορρά μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων,<a title="_ftnref14" name="_ftnref14" href="#_ftn14">[14]</a> αλλά ακόμη περιμένουμε έναν κατανοητό απολογισμό της μαζικής λευκής φυγής προς τα προάστια σαν αντίδραση στη μαύρη είσοδο και της εκκωφαντικής επίδρασης της στην Αμερικάνικη κοινωνία, πολιτισμό και πολιτική.<a title="_ftnref15" name="_ftnref15" href="#_ftn15">[15]</a></p>
<p><code><br />
</code>Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι λευκοί έφυγαν κατά εκατομμύρια για να αναδημιουργήσουν στα προάστια την κοινωνική και χωρική απόσταση από τους μαύρους του νότου που συρρέουν στη μητρόπολη. Αυτή η τεράστια μετακίνηση πληθυσμού μετέθεσε το εκλογικό κέντρο βάρους της χώρας από τις κεντρικές πόλεις στα προάστια, μειώνοντας έτσι την πολιτική απήχηση ενός πληθυσμού που ζούσε μέσα στην πόλη κι είχε ήδη περιθωριοποιηθεί στην οικονομική σφαίρα. Επίσης προξένησε τη δημοσιονομική κρίση των πόλεων τη δεκαετία του ’70 που χρησιμοποίησαν οι πολιτικές ελίτ σαν πρόσχημα για να συρρικνώσουν τα προγράμματα για τους φτωχούς και να επαναπροσανατολίσουν την αστική πολιτική προς την πρόβλεψη εταιρικών υπηρεσιών και ανέσεις για τη μεσαία τάξη. Η τρίτη δύναμη που διέλυσε το γκέτο είναι η επιτυχημένη <em>μαύρη κινητοποίηση</em> εναντίον της λευκής κυριαρχίας, με το μορφή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων και το ριζοσπαστικό παρακλάδι του, το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, στράφηκαν στην μετωπική πρόκληση της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και της οικονομικής ανισότητας στη μητρόπολη.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέκλιναν στην κατάρρευση του γκέτο, που έδωσε τη θέση του σ’ έναν δυαδικό συναστερισμό συντεθιμένο από το υπεργκέτο και τις δορυφορικές μαύρες γειτονιές της μεσαίας τάξης.<br />
Η μαζική φυγή των λευκών στα προάστια δημιούργησε τις κενές θέσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στην Αφροαμερικάνικη μεσαία τάξη να μεταναστεύσει, να αναπτυχθεί εκεί, απομονωμένες περιοχές γειτονικές στο ιστορικό γκέτο, ξεχωριστά από τους λευκούς αλλά κι από τη μαύρη κατώτερη τάξη που είχε παγιδευτεί στη Bronzeville που κατέρρεε.<br />
Έτσι η δεκαετία του ‘70 εισήγαγε μια διπλή διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης και χωρικού διαχωρισμού του μαύρου πληθυσμού, με τρόπο που η κοινωνικοχωρική απομόνωση των Αφροαμερικανών στην πόλη συνεχίστηκε, αλλά μέσω ενός διχαλωτού επινοήματος που εξέφραζε  δυο ξεχωριστά αστικά δοχεία: το <em>υπεργκέτο</em>, για τις επισφαλείς φατρίες της εργατικής τάξης και απομονωμένες φυσικά και κοινωνικά γειτονιές διαχωρισμένες από το υπεργκέτο, για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις. </p>
<p><code><br />
</code>Τρεις ιδιότητες διαχωρίζουν το γκέτο του τέλους του αιώνα από το κοινό γκέτο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’10, άνθισε  γύρω στο ’50, και κατέρρευσε στα τέλη του ’60. Πρώτον, το υπεργκέτο στερείται οικονομικής λειτουργίας επειδή η εργατική δύναμη που περιέχει έχει καταστεί υπεράριθμη. Δεύτερον, ο οικονομικός πλεονασμός έχει οδηγήσει σε κοινωνική από-διαφοροποίηση και σε εξανέμιση της μαύρης μεγαλοαστικής τάξης, τόσο που το υπεργκέτο είναι διπλά διαχωρισμένο σε φυλή και τάξη. Τρίτον και αναμενόμενο, έχει απογυμνωθεί από το σύνολο των εσωτερικών θεσμών που προστάτευαν από την κυριαρχία και παρέχουν το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Οι κοινωνικοί θεσμοί του ιστορικού Bronzeville <a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">έχουν αντικατασταθεί από τις γραφειοκρατίες κοινωνικού ελέγχου του κράτους</a>: η πρόνοια μετατράπηκε σε ανταποδοτικότητα, τα δημόσια σχολεία υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, κι επιθετική αστυνομία, ποινικά δικαστήρια, κι ένα αδιάκριτο σύστημα φυλακών και οι προεκτάσεις του, δηλαδή οι πράκτορες που επιτηρούσαν τους υπό όρους αποφυλακισμένους.32 Εν ολίγοις, το υπεργκέτο είναι ένα κοινωνικοχωρικό επινόημα στραμμένο προς το γυμνό αποκλεισμό που διασπά τη μαύρη κοινότητα σε κοινωνικές τάξεις και δεν προσφέρει καμία από τις συλλογικές προστασίες και παράπλευρα οφέλη της γκετοποίησης.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ευρωπαϊκή απομόνωση: Από τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο αντιγκέτο</strong> </p>
<p><code><br />
</code>Ας διασχίσουμε τώρα τον Ατλαντικό για να ανιχνεύσουμε την πορεία της παρακμάζουσας περιφέρειας της Δυτικοευρωπαϊκής πόλης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Για να ξεκινήσουμε, αυτά τα εδάφη της εργατικής τάξης έχουν κοινώς απεικονιστεί – και υποτιμητικά χαρακτηριστεί- ως «γκέτο μεταναστών» στη διαμάχη μεταξύ μέσων και πολιτικής, όταν στην πραγματικότητα ήταν ανάμεικτες περιοχές και ως προς το επάγγελμα και ως προς την εθνικότητα.<a title="_ftnref16" name="_ftnref16" href="#_ftn16">[16]</a> Εκτός από μερικές τοπικές εξαιρέσεις, τα <em>banlieues</em> της Γαλλικής κατώτερης τάξης περιέχουν πληθυσμούς που είναι στην πλειοψηφία τους Γάλλοι και μίγματα κατοίκων που προέρχονται από μια έως δώδεκα ντουζίνες εθνικοτήτων. Ιστορικά, έχουν στηριχτεί στην εργασία σε εργοστάσια και χαρακτηριστεί από τη σφιχτή ενσωμάτωση της μισθωτής εργασίας, των δημοτικών υπηρεσιών, της εργατικής γειτονιάς και της οικογενειακής ζωής. Αυτή η στενή εφαρμογή όμως μεταξύ εργοστασίου, τοπικής εξουσίας, και κοινότητας διαλύθηκε υπό την πίεση της αποβιομηχανοποίησης και μαζικής ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης ως τρόπου πρόσβασης σε πολύτιμες κοινωνικές θέσεις, και αλλαγές στις κρατικές πολιτικές. </p>
<p><code><br />
</code>Θα εστιάσω στην κρατική πολιτική σε σχέση με τη στέγαση χαμηλών εισοδημάτων, μιας και αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Για το θέσουμε σχηματικά, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης έχουν κάνει μεταστροφή από την χρηματοδότηση κατασκευής κοινωνικής στέγασης για την εργατική τάξη στη χορήγηση επιδοτήσεων για ατομικά νοικοκυριά για να τους βοηθήσουν να κινηθούν προς την αγορά των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό έχει δώσει τη δυνατότητα σε οικογένειες της κατώτερης και μεσαίας τάξης να φύγουν από μεγάλα συγκροτήματα του δημόσιου τομέα και να κινηθούν σε ατομικά σπίτια σε ιδιωτικές εκτάσεις. Η προσφορά αυτών των υλικά σταθερών νοικοκυριών άφησε πίσω στις εργατικές κατοικίες μόνο οικογένειες τα εργατικής τάξης, ακριβώς όταν εκείνες υπονομεύονταν από μια δραματική αύξηση της ανεργίας και μια αμείλικτη εξάπλωση της αβέβαιης εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η φυσική φθορά, η οικονομική εξαθλίωση και η δημόσια δυσφήμιση της αστικής περιφέρειας που τώρα γίνεται παγκοσμίως αντιληπτή σαν <a href="http://the.sagepub.com/content/91/1/66.short" target="_blank">τα κολαστήρια των πόλεων στα οποία μόνο οι απόβλητοι της κοινωνίας θα ανέχονταν να ζήσουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Τίθεται τότε το ερώτημα: μήπως αυτά τα εξαθλιωμένα και στιγματισμένα εδάφη της εργατικής τάξης εξελίσσονται έτσι που να γίνονται γκέτο ή σαν γκέτο; Έχοντας σφυρηλατήσει μια ενδελεχή περιγραφή του τι είναι γκέτο, μπορούμε να παράσχουμε μια ενδελεχή απάντηση. Αν δεν είχαμε ξεκαθαρίσει εννοιολογικά τι εννοούμε με τον όρο, η ερώτηση θα ήταν είτε κενή νοήματος ή ανεπίλυτη. Ανάλογα, αν επιμείνετε στην αδιαμόρφωτη ακόμη παραδοσιακή έννοια που κυριαρχεί σαν ρεύμα στην καθημερινή ζωή, στα μέσα, και σε μεγάλους τομείς της έρευνας, στην θολή και μονίμως μεταστρεφόμενη συνηθισμένη σύλληψη του γκέτο σαν μια «κακή γειτονιά», ή μια απομονωμένη, φτωχή, βίαιη, ή ερειπωμένη περιοχή στην οποία θα προτιμούσατε να μην πάτε ή να ζήσετε, τότε μπορείτε να βρείτε γκέτο σχεδόν παντού. Και τα γκέτο εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται, εξαρτώμενα από ένα πλήθος συγκυριακών παραγόντων όπως τις τάσεις του εγκλήματος και τα ποσοστά ανεργίας! Τότε όμως, αν δεχτούμε οποιονδήποτε από αυτούς τους ορισμούς, οι δυο περιπτώσεις – κανόνες του γκέτο, τα <em>gietto</em> της Βενετίας, της Φλωρεντίας, ή της Ρώμης του δέκατου έκτου αιώνα και οι Bronzeville που άνθισαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στο Σικάγο, το Ντητρόιτ, ή τη Νέα Υόρκη δεν ήταν γκέτο! Έχει λοιπόν η περιφέρεια της εργατικής τάξης των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης κυλήσει προς την κατεύθυνση των γκέτο; Η απάντησή μου σ΄ αυτή των ερώτηση είναι σταθερά και απερίφραστα <em>αρνητική</em>. Θα σας κατευθύνω στο <em>Απόβλητοι των Πόλεων</em> για τις εμπειρικές λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να τονίσω τέσσερις τάσεις που δείχνουν πως οι κακόφημες περιοχές της Ευρωπαϊκής μητρόπολης έχουν ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε μπορούμε να πούμε ότι μετατρέπονται σε αντιγκέτο – αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή τη γλώσσα, την οποία δε θεωρώ ούτε εύστοχη ούτε χρήσιμη. </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, γκετοποίηση σημαίνει ότι τα μέλη μιας περιορισμένης κατηγορίας αναγκάζονται να ζήσουν σε ένα ξεχωριστό χώρο κρατημένο γι’ αυτούς, που μηχανικά μεταφράζεται στην αύξηση της <em>εθνικής ομοιογένειας</em>. Όμως οι παρακμιακές περιοχές της Κόκκινης Ζώνης του Παρισιού και τα συγγενή <em>banlieues</em> της Γαλλίας έχουν γίνει λιγότερο ομοιογενή ως προς αυτό στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Όταν έκανα έρευνα πεδίου στην πόλη La Courneuve το 1991, κοντά στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle, ο πληθυσμός που κατοικούσε σ’ αυτό το κακόφημο συγκρότημα κατοικιών των Les Quatre mille προερχόταν από εικοσιέξι εθνικότητες. Όταν επέστρεψα σ’ αυτή την πόλη για να συζητήσω για το βιβλίο μου με τοπικούς ακτιβιστές το 2006, ανακάλυψα ότι το συγκρότημα τώρα φιλοξενούσε γύρω στις 62 εθνικότητες. </p>
<p><code><br />
</code>Ένας δεύτερος δείκτης γκετοποίησης είναι η αυξανόμενη <em>οργανωτική πυκνότητα</em>: μια στιγματισμένη κατηγορία τοποθετημένη σε έναν κρατημένο γι’ αυτήν θύλακα θα τον γεμίσει με δικούς της θεσμούς, όπως έχει καταγραφεί στην ανάπτυξη κι αυξημένη διαφοροποίηση άτυπων και επίσημων οργανισμών. Αλλά τα εδάφη της εργατικής τάξης σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη, από τις κεντρικές περιοχές της Βρετανίας στο Γερμανικό Ruhr και στα <em>quartieri degradati</em> των πόλεων της βόρειας Ιταλίας, έχουν γίνει μάρτυρες του τελείως αντίθετου: της παρακμής και του θανάτου των τοπικών οργανισμών, ειδικά εκείνων που προσφέρουν αρωγή στη βιομηχανική εργατική τάξη και στη σφαίρα της εργασίας και σ’ αυτή της γειτονίας. Περισσότερο συχνά, οι σύλλογοι παρόντες σ’ αυτές τις περιοχές είναι άμεσα ή έμμεσα παρακλάδια του κράτους, και συγκεκριμένα, δημόσιες  γραφειοκρατίες και κοινοτικές αντιπροσωπείες που στηρίζονται στο χρήμα του κράτους. </p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, νωρίτερα τόνισα ότι το γκέτο είναι μια <em>μηχανή πολιτισμικής συγχώνευσης</em> που τρέφει την ανάδυση ενός κοινού ιδιώματος ταυτοποίησης και διεκδίκησης δικαιωμάτων που περικλείει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του στιγματισμένου πληθυσμού. Έτσι η γκετοποίηση διέβρωσε τη διάκριση μεταξύ των Ασκενάζι και των Σεφαραδιτών στην περίπτωση των Εβραίων, και παρόμοια λείανε τις διαφορές μεταξύ Νέγρων και μιγάδων που είχαν τη φιλοδοξία να αναγνωριστούν σαν ξεχωριστή κατηγορία μέχρι τη δεκαετία του ’20 στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Και πάλι, τα παρηκμασμένα εδάφη της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης αποκλίνουν από αυτό το σχήμα μέσα στην αξιοθρήνητη αποτυχία τους να εξασφαλίσουν μια ενοποιημένη ταυτότητα για τους κατοίκους τους. Εδώ και τριάντα χρόνια, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν ανακοινώσει ότι το «γκέτο» έχει φτάσει στη Γαλλία κι έχουν καταγγείλει, με τρομαχτικούς όρους, την υποτιθέμενη «Αμερικανοποίηση» της πόλης, στην πραγματικότητα όμως οι κάτοικοι των <em>banlieues</em> παραμένουν βαθιά διχασμένοι ως προς την τάξη, την εθνικότητα, την εθνότητα (μέσα στην εθνικότητα), την ηλικία, και τη γενιά. Ένα παράδειγμα: στην La Courneuve, πριν από τρεις δεκαετίες στους ενοικιαστές του Les Quatre mille παραχωρήθηκε η ελεύθερη χρήση ενός οικοπέδου της πόλης για να χτίσουν ένα τζαμί.  Όμως οι διάφοροι πληθυσμοί που εξασκούν την Ισλαμική πίστη – Μαροκινοί, Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Τούρκοι, λιγοστοί Κινέζοι, κι αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών από την Ανατολική Αφρική – έχουν αποδειχτεί ανίκανοι να έλθουν στην ελάχιστη συμφωνία να ξεκινήσει το έργο, εφόσον ο καθένας επιθυμεί να λειτουργεί τον δικό του ξεχωριστό τόπο λατρείας. Ο φόβος πως το Ισλάμ θα μπορούσε να προβάλει μια κοινή κοσμοθεωρία κι ένα ιδίωμα ικανό να ενοποιήσει μετααποικιακούς μετανάστες στα Γαλλικά <em>banlieues</em>, στα Βρετανικά “sink estates,” (εργατικές κατοικίες), στο Γερμανικό <em>Problemquartier</em>, κλπ., έχει αποδειχτεί αβάσιμος. Ο μόνος συμβολικός δείκτης που μοιράζονται οι κάτοικοι των Γαλλικών <em>banlieues</em> είναι το στίγμα ότι κατοικούν σε μια περιοχή εγκατάλειψης. </p>
<p><code><br />
</code>Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό του γκέτο είναι ότι τα όριά του είναι <em>αδιαπέραστα</em>, καθώς στοχεύει στον περιορισμό όλων των μελών της στοχοθετημένης κατηγορίας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους και την κοινωνική θέση. Τα Εβραϊκά γκέτο της προεπαναστατικής Ευρώπης, σαν αυτά της Φρανκφούρτης και της Πράγας, είχαν πλούσιους και φτωχούς Εβραίους μαζί∙ το Bronzeville του Σικάγο είχε κλειδωμένες μέσα στην περίμετρό του όλες τις τάξεις των μαύρων, από τους άπορους μέχρι τους εύπορους, τους εγκληματίες και τους ευυπόληπτους, ακόμη κι ενώ αυτοί  συνέρεαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στη Μαύρη Ζώνη. Όχι και τόσο στην Ευρωπαϊκή αστική περιφέρεια, όπου οι οικογένειες των μετααποικιακών μεταναστών που ανεβαίνουν στην κοινωνική κλίμακα – μέσα από τα σχολεία, ήσσονος σημασίας επιχειρηματικότητα, έμμισθη απασχόληση (συχνά στο δημόσιο τομέα), ή γάμους – άμεσα μετακομίζουν έξω από τις φτωχογειτονιές τους. Και, όπως με τους Λατινόφωνους και τις αποκαλούμενες Ευρωπαϊκές εθνικές μειονότητες, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα οδηγεί σε χωρική διασπορά και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι Αλγερινοί κυριαρχούσαν κάποτε στο βόρειο Les Quatre mille, τη συστάδα του συγκροτήματος στη La Courneuve όπου έκανα παρατηρήσεις το 1991∙ είκοσι χρόνια αργότερα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από αυτό το συγκρότημα (για να αντικατασταθούν από οικογένειες Ανατολικοαφρικάνικης και Ασιατικής προέλευσης). Εκείνοι και τα παιδιά τους έχουν μεταναστεύσει σε παρόμοια συγκροτήματα στην Κόκκινη Ζώνη του Παρισιού ή ανέβηκαν στην κοινωνική δομή και διασκορπίστηκαν στον αστικό χώρο, αφού αναμείχθηκαν με «λευκές» Γαλλικές οικογένειες παρόμοιας κοινωνικής τάξης. Υπάρχει μια ευμεγέθης ψευδο-αστική και αστική τάξη Βοριεοαφρικανικής προέλευσης στη Γαλλία – που μερικές φορές  χαρακτηρίζεται ως <em>beurgeoisie</em> (αστική τάξη προερχόμενη από Αραβικές χώρες)– αλλά δεν υπάρχουν πουθενά αναγνωρίσιμες περιοχές της μεσαίας τάξης των <em>beur</em> Βορειοαφρικανών.<a title="_ftnref17" name="_ftnref17" href="#_ftn17">[17]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, οι φθίνουσες περιοχές της κατώτερης τάξης της Ευρωπαϊκής μητρόπολης γίνονται  όλο και πιο εθνικά ετερογενείς και λιγότερο πυκνές οργανωτικά∙ τα όρια τους είναι πορώδη κι απέτυχαν να σφυρηλατήσουν μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Κι από τις τέσσερις απόψεις, υπακούν σε μια κοινωνικοχωρική δυναμική ακριβώς αντίθετη από αυτή που παράγει ένα γκέτο. Γι’ αυτό τα αποκαλώ αντιγκέτο, μέσω της πρόκλησης που θέλω να απευθύνω στους θιασώτες της μοδάτης θέσης της «Αμερικανοποίησης» της Ευρωπαϊκής πόλης. Ύστερα από προσεκτική εξέταση, η γλώσσα της γκετοποίησης αποδεικνύεται θεμελιωδώς ακατάλληλη για να περιγράψει την αστική απομόνωση στη Δυτική Ευρώπη στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p><code><br />
</code>Επιτρέψτε μου τώρα, σαν συμπέρασμα, να έρθω στο τελευταίο στοιχείο στην εξίσωση της αστικής απομόνωσης. Για να κατανοήσουμε τη λογική  υποβαθμισμού στην Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή μητρόπολη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων πληθυσμοί διαχωρίζονται και σπρώχνονται στον πυθμένα του συστήματος διαστρωμάτωσης των χώρων που συνθέτουν την πόλη. Στις ΗΠΑ, ο εξορισμός σε γκέτο καθορίζεται από την εθνικότητα – δηλαδή, από αυτή την αλλόκοτη παραλλαγή της απαρνημένης εθνικότητας που κοινώς αποκαλούμε «φυλή» &#8211;  και μεταγενέστερα μεταβλήθηκε σε τάξη (με την ανάδειξη του ντουέτου που σχηματίστηκε από το υπεργκέτο και το δορυφόρο της διαχωρισμένης μαύρης μεσαίας τάξης), και ευδιάκριτα εντάθηκε από το κράτος μέσω των οικονομικών, προνοιακών, εκπαιδευτικών, στεγαστικών και υγειονομικών πολιτικών του, όλες εκ των οποίων  εργάζονται προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης των ανισοτήτων στην πόλη και της κατοχύρωσης της φτώχειας. Μπορούμε να αθροίσουμε αυτή τη δυναμική με τον αλγεβρικό τύπο: (E > Τ) x Κ που σημαίνει «η κοινωνικοχωρική απομόνωση καθορίζεται από έναν συνδυασμό όπου η εθνικότητα υπερτερεί της τάξης και πολλαπλασιάζεται από το κράτος». Αντίθετα, στη Δυτική Ευρώπη, η τάξη προηγείται της εθνικότητας στον καθορισμό του υποβιβασμού, και η περιθωριοποίηση είναι προστατεύεται σθεναρά κι εν μέρει μετριάζεται από το κράτος, μέσω ενός συνδυασμού καθολικής κοινωνικής προστασίας και στοχευμένων παρεμβάσεων που σκοπό έχουν να ελέγξουν την αστική μετάβαση, δίνοντας μας τον αλγεβρικό τύπο: (Τ > E) χ Κ.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό διευκρινίζει την πρώτη λέξη στον τίτλο της διάλεξής μου: «Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό πρώτο αιώνα». Και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αποδεικνύεται τελικά ότι ο μεγάλος αρχιτέκτονας της αστικής περιθωριοποίησης, λόγω παράλειψης ή ανάθεσης, είναι το κράτος. Το κράτος είναι ο παράγοντας που θέτει τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες η κατανομή των ανθρώπων, πηγών, και δραστηριοτήτων επιτελείται κατά μήκος του ανά δυο χώρου που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης. Μέσα από τα διάφορα προγράμματά του, από την πολεοδομία, τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, τη δημοσιονομική πολιτική, και τις επενδύσεις υποδομής, μέχρι την εδαφικά διαφοροποιημένη πρόβλεψη για ουσιαστικά δημόσια αγαθά όπως η στέγαση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, και η αστυνόμευση, το κράτος καθορίζει την έκταση της απόστασης μεταξύ της κορυφής και της βάσης της τάξης μέσα στην πόλη∙ τα οχήματα, τους δρόμους, και την ευκολία με την οποία αυτή η απόσταση μπορεί να διανυθεί∙ Και ποια είδη κοινωνικοχωρικής απομόνωσης βγάζουν ρίζες κι αναπτύσσονται (αν οι στερημένες και κακόφημες κατηγορίες θα μαντρωθούν σ’ ένα γκέτο, έναν εθνικό θύλακα, ή σε μια φτωχογειτονιά∙ πόσο μεγάλο είναι το σύστημα των φυλακών πόσο κλειστές κι απομονωμένες είναι οι περιοχές της ανώτερης τάξης, κλπ.). Μέσα από τη δομή και τις πολιτικές τους, μοτίβα δράσεων και μη, ο Λεβιάθαν καθορίζει την έκταση, εξάπλωση, και ένταση της περιθωριοποίησης στην πόλη. Αυτό υπονοεί ότι, στο βαθμό που συνεργάζονται για να διαμορφώσουν το δομημένο περιβάλλον, οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες μετέχουν στην παραγωγή του χώρου της κοινωνικοχωρικής υποβάθμισης. Και θα εμπλακούν ακόμη περισσότερο στο σχεδιασμό της αστικής απομόνωσης καθώς οι προηγμένες κοινωνίες όλο και πιο πολύ στηρίζονται σε χωρικές «λύσεις» για κακοφορμισμένα κοινωνικά προβλήματα στη διττή μητρόπολη.<a title="_ftnref18" name="_ftnref18" href="#_ftn18">[18]</a></p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Αυτή είναι μια συνοπτική κι αναθεωρημένη εκδοχή της έκτης διάλεξης Roth-Symonds και της εναρκτήριας ομιλίας στο Συμπόσιο για τους Χωρικούς Αναλφαβητισμούς, που ανακοινώθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Yale στις 27 Μαρτίου, 2009. Έχω αποκόψει πολλά διαφωτιστικά παραδείγματα και αναλυτικές παρεκβάσεις, αλλά διατήρησα την προφορική μορφή της ομιλίας.  Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Iben Falconer και Όλγα Παντελίδου που ευγενικά στάθηκαν σαν οδηγοί μου στο σύντομο ταξίδι μου στη γη της αρχιτεκτονικής του Yale, και τον Jack Brough για την υπομονετική του βοήθεια στην προετοιμασία αυτού του κειμένου, και τους Megan Comfort και Zach Levenson για καθυστερημένα αλλά οξύνοα σχόλια που βοήθησαν στη διευκρίνισή του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για μια συζήτηση για το πρακτικό υπόβαθρο και τους θεωρητικούς στόχους αυτών των δυο βιβλίων, δείτε την ανακεφαλαίωση των αναλυτικών διασυνδέσεων τους στο Loïc Wacquant , “The Body, the Ghetto and the Penal State,” <em>Qualitative Sociology</em> 32, νο. 1 (Μάρτιος 2009): 101–29.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Το <em>Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης</em> (δεύτερη έκδοση, 1989) αποδίδει έξι έννοιες στο ρήμα “to seclude”∙  οι δυο πρώτες εξυπηρετούν πολύ καλά το σκοπό μου: «Κλείνω εκτός, εγκλείω ή περιορίζω έτσι ώστε να αποτρέψω την πρόσβαση ή την επιρροή από έξω. Επίσης, εγκλείω ή περιορίζω (ένα υλικό αντικείμενο) σε ένα ξεχωριστό μέρος»∙ «Με μια ευρύτερη έννοια: Αποσύρω ή προφυλάσσω από τη δημόσια θέα∙ υπαναχωρώ από ευκαιρίες κοινωνικής συναναστροφής». Η σημασιολογική ευρύτητα του όρου εκτείνεται μέχρι την περίληψη των εννοιών του εξοστρακισμού και της απέλασης. Στα μεσαιωνικά μεσαία Αγγλικά, το ρήμα to seclude επίσης σήμαινε αποστερώ δικαιώματος, αποκλείω κάποιον από ένα προνόμιο ή την αξιοπρέπειά του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Edward J. Blakely και Mary Gail Snyder, <em>Fortress America: Gated Communities in the United States</em> (Washington, DC: Brookings Institution, 1999); Rowland Atkinson and Sarah Blandy, επ., <em>Gated Communities: International Perspectives</em> (New York: Routledge, 2006).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Allan H. Spear, <em>Black Chicago: The Making of a Negro Ghetto</em>, 1890–1920 (Chicago: University of Chicago Press, 1968); Gilbert Osofsky, <em>Harlem: The Making of a Ghetto — Negro New York, 1890–1930</em>, 2η έκδοση. (New York: Harper and Row, 1971); Kimberley L. Phillips, <em>Alabama North: African-American Migrants, Community, and Working-Class Activism in Cleveland, 1915–1945</em> (Urbana: University of Illinois Press, 1999).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Η αναλογία υψώνεται στο επίπεδο της ομολογίας όταν κάποιος θυμάται ότι η φυλακή επινοήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα όχι σαν μηχανισμός που τιμωρεί το έγκλημα αλλά σαν εργαλείο χαλιναγώγησης του αστικού περιθωρίου και για να ενσταλάξουν την ηθική της εργασίας στους «γεροδεμένους ζητιάνους» που απειλούσαν τη δημόσια τάξη και τις εργασιακές σχέσεις στην αναδυόμενη καπιταλιστική πόλη. Βλ. Pieter Spierenburg, <em>The Prison Experience: Disciplinary Institutions and their Inmates in Early Modern Europe</em> (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1991).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Loïc Wacquant , “Deadly Symbiosis: When Ghetto and Prison Meet and Mesh,” <em>Punishment &#038; Society</em> 3, . 1 (Φθινόπωρο 2001): 95–133; Wacquant, <em>Punishing the Poor</em>, κεφάλαιο 6.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn8" name="_ftn8" href="#_ftnref8"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Stephen Cornell, <em>The Return of the Native: American Indian Political Resurgence</em> (Oxford: Oxford University Press, 1988). Αυτή είναι επίσης η περίπτωση των ιθαγενών Κανάκ στη Νέα Καληδονία, ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού που αποτέλεσε Γαλλική Αποικία κι όπου πραγματοποίησα τις πρώτες κοινωνιολογικές μου έρευνες στη δεκαετία του ’80, που αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην πρώην Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία ανέπτυξε ένα διπλό σύστημα δικαίου και ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκε με κτήματα/καταυλισμούς που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Βλ. Claude Liauzu, επ., <em>Dictionnaire de la colonisation française</em> (Paris: Larousse, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn9" name="_ftn9" href="#_ftnref9"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτό το μέτωπο από τις προκλητικές έρευνες του ανθρωπολόγου Michel Agier που έχει ακολουθήσει τις δυναμικές της περιθωριοποίησης μελετώντας την «καταστροφή» της πόλης σε περιπτώσεις που κυμαίνονται από περιοχές κατώτερης τάξης σε παρακμή μέχρι τα γκέτο και τα στρατόπεδα προσφύγων απ’ όλο τον κόσμο και ατόμων που έχουν εκτοπισθεί σε τρεις ηπείρους. Βλ. Michel Agier, <em>L’Invention de la ville: Banlieues, townships, invasions et favelas</em> (Paris: Archives Contemporaines, 1999); Agier, <em>Gérer les indésirables: Des camps de réfugiés au gouvernement humanitaire</em> (Paris: Flammarion, 2008).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn10" name="_ftn10" href="#_ftnref10"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Επιπλέον, οι περισσότερες μελέτες των κοινοτήτων των πυλών έχουν εκπονηθεί από πολεοδόμους κι ανθρωπολόγους, δυο επιστημονικοί κλάδοι των οποίων οι μεθοδολογικές τάσεις τους αναγκάζουν να απομονώνουν τα αντικείμενα τους από τις μεγαλοδομές τις εξουσίας. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn11" name="_ftn11" href="#_ftnref11"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wacquant, “Deadly Symbiosis.”</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn12" href="#_ftnref12"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Martin J. Murray, <em>Taming the Disorderly City: The Spatial Landscape of Johannesburg After Apartheid</em> (Ithaca: Cornell University Press, 2008); A.J. Christopher, <em>The Atlas of Changing South Africa</em> (New York: Routledge, 2001).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn13" name="_ftn13" href="#_ftnref13"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[13]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Thomas Lee Philpott, <em>The Slum and the Ghetto: Immigrants, Blacks, and Reformers in Chicago, 1880–1930</em> (New York: Oxford University Press, 1978); Stanley Lieberson, <em>A Piece of the Pie: Blacks and White Immigrants Since 1880</em> (Berkeley: University of California Press, 1980).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn14" name="_ftn14" href="#_ftnref14"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[14]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ., για παράδειγμα, Joe William Trotter, Jr., επ., <em>The Great Migration in Historical Perspective: New Dimensions of Race, Class, and Gender</em> (Bloomington: Indiana University Press, 1991); Alferdteen Harrison, επ., <em>Black Exodus: The Great Migration from the American South</em> (Indianola, MI: University Press of Mississippi, 1992); James N. Gregory, <em>The Southern Diaspora: How the Great Migrations of Black and White Southerners Transformed America</em> (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn15" name="_ftn15" href="#_ftnref15"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[15]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βασικά συστατικά των συντηρητικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 και στα προάστια και στην πόλη, όπως η εξέγερση κατά της φορολογίας, η ώθηση προς την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, και η ζήτηση για σχολικά κουπόνια, καθιερώθηκαν μέσα στο χωνευτήρι της «λευκής φυγής» ως μια απόπειρα ενός ισχυρού κοινωνικοχωρικού κινήματος για να αντεπιτεθούν και να αντιστρέψουν ακόμη τις κατακτήσεις του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Βλ. Kevin M. Kruse, <em>White Flight: Atlanta and the Making of Modern Conservatism</em> (Princeton: Princeton University Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn16" name="_ftn16" href="#_ftnref16"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[16]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Jean-Marc Stébé, <em>La Crise des banlieues: Sociologie des quartiers sensibles</em>, 3η έκδοση (Paris: Presses Universitaires de France, 2007) για τη Γαλλία, και Sako Musterd, Alan Murie, και Christian Kesteloot, επ., <em>Neighbourhoods of Poverty: Urban Social Exclusion and Integration in Comparison</em> (London: Palgrave Macmillan, 2006), για την Ευρώπη γενικότερα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn17" name="_ftn17" href="#_ftnref17"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[17]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Wihtol de Wenden and Rémy Leveau, <em>La Beurgeoisie</em> (Paris: CNRS Editions, 2007). Παραγόμενος από την αντιστροφή της λέξης <em>arabe</em> στην αργκό, ο όρος <em>beur</em> χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ζωή και στη δημόσια συζήτηση για να προσδιορίσει του Γάλλους Μαροκινής καταγωγής (αν και πολλοί από αυτούς τον βρίσκουν προσβλητικό και τον απορρίπτουν). </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn18" name="_ftn18" href="#_ftnref18"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[18]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για ένα διαφωτιστικό παράδειγμα, διαβάστε τον απολογισμό του Fairbanks του έργου της ανεπίσημης οικονομίας ανόρθωσης σπιτιών για ναρκομανείς κι αλκοολικούς μέσα στην καρδιά της πόλης της Φιλαδέλφεια σαν ένας «νέος τρόπος περιορισμού που αναμιγνύει κι αναταράσσει τους άπορους σε περιοχές εδαφικά συγκεντρωμένης φτώχειας» στην μεταπρονοιακή εποχή της νεοφιλελεύθερης μετάβασης. Robert P. Fairbanks, <em>How It Works: Recovering Citizens in Post-Welfare Philadelphia</em> (Chicago: University of Chicago Press, 2009), 268.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2517</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Λουκία Κοτρωνάκη και Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης &#8211; Αθήνα 2008: Οι χωρικές προϋποθέσεις μιας εξέγερσης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2460</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2460#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:00:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Λουκία Κοτρωνάκη - Σεραφείμ Σεφεριάδης]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Δεκέμβρης 2008]]></category>
		<category><![CDATA[Λουκία Κοτρωνάκη]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[Σεραφείμ Σεφεριάδης]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2460</guid>
		<description><![CDATA[Ο ελληνικός Δεκέμβρης δεν ήταν απλώς μία ακόμα εκδοχή συλλογικής βίαιους, αλλά μια ειδική –και ως τα σήμερα θεωρητικά αδιερεύνητη— διεκδικητική μορφή που οι Σεφεριάδης και Κοτρωνάκη  αποκαλούν "εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις".]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/athens-christmas-tree.jpg"><img title="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/athens-christmas-tree.jpg" alt="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" hspace="5" vspace="5" width="130" height="200" align="left" /></a></p>
<p>Λίγο μετά τις 9.00 το βράδυ, την 6η Δεκεμβρίου 2008, ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε από ειδικό φρουρό των δυνάμεων καταστολής στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Μεσολογγίου, στα Εξάρχεια. Την ίδια νύχτα ξέσπασαν ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία που σταδιακά επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και έμελλε να διαρκέσουν για περισσότερο από τρεις εβδομάδες. Γεγονότα όπως αυτά του ελληνικού Δεκέμβρη εκλαμβάνονται κατά κανόνα ως απλές εκδοχές ενός αδιαφοροποίητα «βίαιου» ρεπερτορίου συλλογικής δράσης. Όμως ο ελληνικός Δεκέμβρης δεν ήταν απλώς αυτό αλλά μια ειδική –και ως τα σήμερα θεωρητικά αδιερεύνητη— διεκδικητική μορφή που αποκαλούμε <em>εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις</em>. Σε άλλο μας κείμενο<a name="_ftnref1"></a> έχουμε καταπιαστεί διεξοδικά τόσο με την εννοιολόγησή της —επισημαίνοντας πως κρίσιμος διαφοροποιητικός παράγοντας αποτελεί η διάχυση των συγκρουσιακών δράσεων σε ακτίνα πολύ μεγαλύτερη από την εστία της αρχικής τους ανάληψης— όσο και με τις συγκινησιακές και χρονικές της προϋποθέσεις. Στόχος μας εδώ αποτελεί η ανάδειξη της <em>χωρικής διάστασης</em>, παραμελημένης και αυτής όσο και οι προηγούμενες, όμως εξίσου σημαίνουσας.<span id="more-2460"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Χώρος και συλλογικές δράσεις: ένας άγνωστος</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Σπάνια συνειδητοποιούμε την κρισιμότητα της χωρικής διάστασης στη συγκρουσιακή πολιτική, ιδιαίτερα σε πυκνές συγκυρίες όπως αυτές των εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση για μια επαρκή ερμηνεία και επεξήγησή τους αποτελεί η ενδελεχής αποτίμηση της ειδικής επενέργειας του χώρου: για να κατανοήσουμε τις εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις απαιτείται και <em>χωρική ανάλυση</em>. Πανταχού παρούσα και αναπόδραστη συμπεριφορική διάσταση, ο χώρος αποτελεί κρίσιμο πόρο προς κινητοποίηση για την ανάληψη και ευόδωση μαχητικών συλλογικών δράσεων. Η ενεργός συγκρότηση χωρικών σημείων αναφοράς-πεδίων πυκνής συνύπαρξης επικουρεί τη <em>συλλογική ανάταση</em> που απαιτείται ώστε οι συγκρουσιακοί διεκδικητές να υπερνικήσουν το κόστος συμμετοχής σε εκ του σύνεγγυς συγκρούσεις με υλικά υπέρτερες δυνάμεις καταστολής, ενώ παράλληλα συμβάλλει στον ανεφοδιασμό της συγκρουσιακής ενέργειας μέσα από την συγκρότηση διακριτών διεκδικητικών milieu. Οι τόποι αυτοί διευκολύνουν την πολιτική επικοινωνία συρρικνώνοντας τον χωροχρόνο, διευκολύνουν την επαφή ανάμεσα σε εξεγερσιακά φυσικά πρόσωπα και ομάδες ενισχύοντας τη μεταξύ τους αλληλεγγύη και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να αναδυθούν χωρικά προσδιοριζόμενες <em>κουλτούρες διαμαρτυρίας</em>.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι όμως απαραίτητο να τονιστεί ότι ο χώρος δεν αποτελεί «ανεξάρτητη μεταβλητή» —παράγοντα προδιαγεγραμμένης επεξηγηματικής ισχύος εν τη απουσία ειδικών ανθρώπινων δράσεων. Αν και προφανώς εγγενής σε κάθε μορφή και όψη κινητοποίησης, ο χώρος συνιστά διάσταση που κατ’ εξοχήν «κατασκευάζεται» από εμπρόθετες πολιτικές δράσεις που αναλαμβάνονται τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της έκρηξης εξεγερσιακών δράσεων. Υπό την άποψη αυτή ο χώρος μπορεί να θεωρηθεί ότι <em>επικουρεί</em> —δεν αρκεί από μόνος του για να «εξηγήσει»— την εκδήλωση εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση ώστε ο χώρος να επενεργήσει ως εξεγερσιακός πόρος είναι η ενεργός σημασιοδότησή του από δίκτυα συγκρουσιακών δρώντων: η αξιακή <em>διεκδίκησή</em> του σε αντιπαράθεση με αντίπαλες αναπαραστάσεις και πλαισιώσεις (π.χ. εξεγερσιακοί τόποι ως προμαχώνες αντίστασης vs. πηγές κοινωνικής ανομίας). Προκειμένου να επέλθουν συγκρουσιακά ευμενείς χωρικές επιδράσεις, απαιτούνται <em>χωρικές δράσεις</em>.</p>
<p><code><br />
</code>Μεταξύ άλλων, οι δράσεις αυτές περιλαμβάνουν την παγίωση χωρικών συνηθειών, οσοδήποτε άτυπων ή χαλαρών: λειτουργία ειδικών χώρων κοινωνικής συνεύρεσης όπου τα μέλη πολιτικών ομάδων μεταφέρουν τις συζητήσεις τους μετά το πέρας κανονισμένων συναντήσεων, διαμόρφωση τόπων κοινωνικής ανταλλαγής, συμμετοχή σε πολιτισμικά γεγονότα κτλ. Οι χωρικά προσδιορισμένες αυτές ρουτίνες στεγάζουν και εκτρέφουν την πυκνή πολιτική επικοινωνία επί της οποίας εδράζεται η συγκρουσιακή, δυνάμει εξεγερσιακή, κουλτούρα.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η αλληλεπίδραση χωρικών δρώντων/δράσεων και τόπων πρέπει να ιδωθεί σε δυναμική προοπτική: τα ανύσματα της επενέργειας είναι αμφίδρομα. Ο χώρος συγκροτείται ως πόρος μέσω της ανάληψης χωρικών δράσεων, όμως προϋπόθεση για να τελεσφορήσουν οι δράσεις αυτές είναι ο ίδιος ο χώρος. Η χωρική εξεγερσιακή κουλτούρα που χαρακτηρίζει τα Εξάρχεια, λ.χ., είναι απόρροια αυτόνομων αντιεξουσιαστικών και ριζοσπαστικών δράσεων που όμως, με τη σειρά τους, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν αναληφθεί αλλού. Πρόκειται για χωροχρονική αλυσίδα που, για να προσεγγιστεί με επάρκεια, απαιτεί ενατένιση σε βαθύ ιστορικό ορίζοντα. Σε κάθε περίπτωση —και αυτό είναι που η ανάλυσή μας επιθυμεί να κομίσει— ο χώρος μπορεί να αποτελέσει <em>καταλύτη</em> εξεγερσιακού ξεσπάσματος: ο πόρος που, αν και κατ’ εξοχήν συγκροτείται από προηγούμενη πολιτική και πολιτισμική δραστηριότητα, καθοριστικά ενισχύει και επαυξάνει την επίδρασή τους συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην εξεγερσιακή διάχυση.</p>
<p><code><br />
</code>Σχεδόν καθεμιά από τις χωρικές όψεις που επισημαίνουμε βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση των Εξαρχείων, της περιοχής που στα γεγονότα του Δεκέμβρη λειτούργησε ως εξεγερσιακή κρήνη. Γειτονιά συνυφασμένη με κομβικά γεγονότα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, αποτελεί τόπο διαμονής φοιτητών, καλλιτεχνών, διανοουμένων και πολιτικών στελεχών, ενώ γειτνιάζει με ιστορικά πανεπιστημιακά συγκροτήματα καθώς και το διοικητικό κέντρο της πόλης. Στεγάζει μεγάλο αριθμό «πολιτικών στεκιών», κατά κανόνα του αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, αλλά και γραφεία βουλευτών, παραρτήματα οργανώσεων καθώς και πολλούς χώρους αναψυχής και πρωτοποριακής καλλιτεχνικής δημιουργίας συχνά ασύμβατης με το συμβατικό φαντασιακό.</p>
<p><code><br />
</code>Στο πλαίσιο αυτό εντύπωση καταρχάς προκαλούν οι πόλεμοι σημασιοδότησης περί την ταυτότητά τους που σοβούν τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’80. Τα Εξάρχεια, περιοχή χαρακτηριστικά ασφαλής όπου οι κάτοικοι «κυκλοφορούν στον δρόμο μάλλον αμέριμνοι, ακόμη και σε προχωρημένες ώρες», παρουσιάστηκαν από επίσημους φορείς και θεσμικά ΜΜΕ ως «ανεξάρτητο κράτος –άντρο αναρχοληστών», «ανοχύρωτη γειτονιά» και κέντρο διακίνησης ναρκωτικών. Όμως προκειμένου να ανακόψει τις ριζοσπαστικές ιδεολογικές ζυμώσεις και τον ελευθεριακό πολιτικό χώρο που εγκαθιδρύουν, το κράτος επιστράτευσε και τις ειδικές δυνάμεις της Αστυνομίας —με διαρκείς «προληπτικές» (και προκλητικές) περιπολίες ένοπλων αστυνομικών που, ιδιαίτερα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και το φοιτητικό ξέσπασμα του 2006, θυμίζουν συχνά τη συμπεριφορά ενός ιδιόμορφου στρατού κατοχής. Χωρίς να είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποιες θα ήταν ακριβώς οι συνθήκες χωρίς αυτήν τη «προληπτική» καταστολή, η φορτική παρουσία της Αστυνομίας μάλλον οδήγησε σε αποτελέσματα ευθέως αντίθετα προς τα επιδιωκόμενα. Καθιστώντας το Κράτος συνώνυμο με την αυθαιρεσία (αν όχι την ανομία) δημιούργησε ένα κρίσιμο —όχι το μοναδικό— αξιακό πλαίσιο για τις χωρικές δράσεις πολιτικά ενεργών φυσικών προσώπων και οργανώσεων. Το σύνθημα «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» που δονούσε τις Δεκεμβριανές κινητοποιήσεις προσέλαβε ανέκυψε σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, ενώ η δολοφονία γίνεται «η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι» υπό το φως αυτής της συσσωρευμένης εμπειρίας καταστολής.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα των Εξαρχείων δεν ανακύπτει μόνο αρνητικά, ως αντίδραση-αντίσταση στην αστυνομική αυθαιρεσία. Η συνύπαρξη ενός τόσο ευμεγέθους αριθμού αριστερών πολιτικών οργανώσεων και δικτύων δημιουργεί μια χωρική κοινωνική και πολιτική élan που διατηρεί ζωντανό το εγχείρημα της υλοποίησης ριζοσπαστικών πολιτικών οραμάτων και εναλλακτικών προτύπων οργάνωσης της καθημερινότητας. Η χωρική αλληλεγγύη που έτσι αναπτύσσεται προσομοιάζει στη διάσταση ταξικής συγκρότησης που η βιβλιογραφία αποκάλεσε «κοινές προδιαθέσεις»: γνωστικοί και ηθικοί κώδικες που χαρτογραφούν τη βιωμένη πολιτική και κοινωνική εμπειρία προσδιορίζοντας το πολιτικά και κοινωνικά εφικτό. Στην περίπτωση των Εξαρχείων η συνθήκη αυτή παίρνει ιστορικά (σε βάθος τουλάχιστον 20ετίας) τη μορφή κοινών δράσεων ενάντια στην αστυνομική παρουσία, τη λειτουργία άτυπων συνελεύσεων πολιτών και, βεβαίως, την καθημερινή πολιτικοϊδεολογική και κοινωνική ζύμωση. Η χωρική συλλογική ταυτότητα της περιοχής εκρήγνηται το βράδυ της δολοφονίας δημιουργώντας ένα αρραγές ηθικό-πολιτικό μέτωπο οργής που ακτινοβολεί και διαχέεται.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η ισχύς του εκπεμπόμενου μηνύματος αποκτά αναλυτική συνάφεια μόνο στο βαθμό που οι συνθήκες υποδοχής του είναι δεκτικές –γεγονός που οδηγεί τον προβληματισμό μας στο διευρυμένο πεδίο της αστικής συγκρότησης της Αθήνας.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα γενικό επίπεδο είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι εμβληματική (και εμμέσως επεξηγηματική) της υφής των ελληνικών εξεγερσιακών δράσεων του Δεκέμβρη υπήρξε η ίδια η δομή της γεωγραφίας τους. Χωρίς να προσομοιάζει στο μοντέλο του αγγλοσαξωνικού inner city, το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας είναι ωστόσο αποψιλωμένο από τις ανώτερες τάξεις (με την εξαίρεση της περιοχής του Κολωνακίου), περιλαμβάνει τις προαναφερθείσες πανεπιστημιακές σχολές και διατηρεί στο ακέραιο όλες τις χωρικές μνήμες μιας μακράς και έντονης συγκρουσιακής παράδοσης. Ως χωροταξική διάταξη, το ευρύτερο Αθηναϊκό κέντρο αποτελεί, έτσι, ένα εκρηκτικό μείγμα υψηλής πολιτικοποίησης και φθίνοντος βιοτικού επιπέδου που υποστηρίζει την εξεγερσιακή διάχυση κυρίως στις υποκειμενικές της διαστάσεις, ως <em>αποδόσεις ομοιότητας</em>. Τμήμα του αποτελούν επίσης συνοικίες (δυτικά της Λεωφόρου Πατησίων) όπου συνωστίζονται σε κατά κανόνα άθλιες συνθήκες οι πληθυσμοί των νέων μεταναστών —τόποι και τρόποι ζωής που, σε άτυπη σύνδεση (αν όχι σύμπλευση) με τα πολιτικά κέντρα των Εξαρχείων και των πανεπιστημιακών εστιών αντιπαραβάλλονται συγκρουσιακά με το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της πόλης. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ισχύς του —εν μέρει χωρικά προσδιοριζόμενου— μηνύματος των Εξαρχείων βρήκε πρόσφορο έδαφος διάδοσης που σε ένα διαφορετικό χωροταξικό πλαίσιο θα απουσίαζε.</p>
<p><code><br />
</code>Βεβαίως, οι εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις του Δεκεμβρίου δεν αποτελούν απλώς συμβάν του Αθηναϊκού κέντρου. Η έννοια αυτή ενέχει ευρεία διάχυση πολύ πέραν του αρχικού της πυρήνα. Καλούμαστε επίσης να αναμετρηθούμε με το γεγονός ότι στον ίδιον ακριβώς πολεοδομικό ιστό και με χωρική επενέργεια των Εξαρχείων χονδρικά παρόμοια με αυτή του Δεκέμβρη, άλλα συγκρουσιακά συμβάντα που προκλήθηκαν από την αστυνομική βία (π.χ. η δολοφονία του επίσης 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά το Νοέμβριο του 1985) δεν οδήγησαν σε εξεγερσιακές δράσεις. Είναι συνεπώς απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας και τα <em>όρια</em> της χωρικής ανάλυσης: το γεγονός ότι αν οι χωρικές προϋποθέσεις στις οποίες αναφερθήκαμε αποτέλεσαν αναγκαίες συνθήκες για την εκδήλωση των εξεγερσιακών δράσεων, δεν υπήρξαν ωστόσο και ικανές. Είναι σαφές ότι για μια πλήρη ερμηνεία της ελληνικού Δεκέμβρη απαιτείται ο συνυπολογισμός μακράς σειράς συμπληρωματικών επεξηγηματικών παραγόντων αρχής γενομένης από τις βασικές υλικές συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων η χωρική επενέργεια λαμβάνει χώρα: τη νεοφιλελεύθερη οικονομική κρίση και τη γενικευμένη εργασιακή επισφάλεια, τη σοβούσα κρίση του πολιτικού συστήματος εναντίον του οποίου στρέφονται τα εξεγερσιακά υποκείμενα, την προκλητική κατασταλτικότητα του κράτους. Όμως η πραγματικότητα αυτή δεν πρέπει να μας ξενίζει. Θεωρητικός στόχος της ενασχόλησής μας με ειδικούς τροπισμούς της εξεγερσιακής διάχυσης δεν είναι η υποκατάσταση των υλικών της προϋποθέσεων αλλά η συμπλήρωσή τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να διαβλέψουμε και όσα άλλα  —πολλά και σημαίνοντα— επέρχονται στο μέλλον&#8230;.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης, «Στα μονοπάτια της οργής΅το χωροχρονικό μιας εξέγερσης (Αθήνα, Δεκέμβρης 2008)» στο Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης (επιμ.) Στα μονοπάτια της οργής. Εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις και πολιτική, Αθήνα, Κριτική (υπό έκδοση). </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2460</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η Κωνσταντίνα Κούνεβα μιλάει για τις εμπειρίες της έμφυλης βίας στην Λορέτα Μακόλεϊ</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=1757</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=1757#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 25 Nov 2009 11:34:00 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Mη-πολίτες]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνα Κούνεβα]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[φύλο]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=1757</guid>
		<description><![CDATA[Στις 22 Δεκεμβρίου του 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχτηκε επίθεση με βιτριόλι από δύο αγνώστους. Η Κούνεβα εργαζόταν ως καθαρίστρια στην ΟΙΚΟΜΕΤ- μια από τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες που έχουν αναλάβει υποεργολαβίες από κρατικούς οργανισμούς προκειμένου να προσφέρουν υπηρεσίες καθαρισμού. Η Κούνεβα, η πρώτη αλλοδαπή που εκλέχθηκε στη θέση της γραμματέως της Παννατική Ένωσης Καθαριστών [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Κωνσταντίνα Κούνεβα" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/11/kuneva.png"><img title="Κωνσταντίνα Κούνεβα" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/11/kuneva.png" alt="Κωνσταντίνα Κούνεβα" hspace="5" vspace="5" width="180" height="140" align="left" /></a> </p>
<p>Στις 22 Δεκεμβρίου του 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχτηκε επίθεση με βιτριόλι από δύο αγνώστους. Η Κούνεβα εργαζόταν ως καθαρίστρια στην ΟΙΚΟΜΕΤ- μια από τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες που έχουν αναλάβει υποεργολαβίες από κρατικούς οργανισμούς προκειμένου να προσφέρουν υπηρεσίες καθαρισμού. Η Κούνεβα, η πρώτη αλλοδαπή που εκλέχθηκε στη θέση της γραμματέως της <a href="http://pekop.wordpress.com/">Παννατική Ένωσης Καθαριστών και Οικιακού Προσωπικού</a> (ΠΕΚΟΠ), έγινε στόχος συνεχών πιέσεων και επιθέσεων από την εταιρία που οδήγησαν στην δολοφονική επίθεση. Σε αυτή τη συζήτηση με την Λορέτα Μακόλεϊ, πρόεδρο της <a href="http://www.africanwomen.gr/">Ένωσης Αφρικανών Γυναικών</a>, περιγράφει τις εμπειρίες και τις απόψεις της σχετικά με τη βία κατά των αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα. Παρόλο που ξεπέρασε τον άμεσο κίνδυνο για τη ζωή της, η Κούνεβα παραμένει στο νοσοκομείο.<span id="more-1757"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Είμαι η Κούνεβα Κωνσταντίνα από τη Βουλγαρία. Είμαι σαράντα πέντε χρονών. Είμαι άγαμη με ένα παιδάκι δώδεκα χρονών. Όταν ήταν ο γιος μου τεσσάρων χρονών πήγαμε στην Ελλάδα για να του κάνουμε εγχείρηση στην καρδιά και μετά κατάλαβα ότι πρέπει να παραμείνω κιόλας στην Ελλάδα για να τον παρακολουθήσουν κι έτσι είμαι εδώ από το 2001. Ο γιος μου μεγαλώνει και τα προβλήματα μεγαλώνουν. </p>
<p><code><br />
</code>Εργάστηκα σε σούπερ μάρκετ Bazaar ενάμισι χρόνο. Ασφαλισμένη από την πρώτη στιγμή που ήρθα, είχα ένσημα αλλά η συμπεριφορά στις γυναίκες μου έκανε εντύπωση ότι είναι πολύ άσχημη και έχω την αίσθηση ότι είμαι σαν κατώτερος πολίτης, παρόλο που η γυναίκα προσφέρει τόσο πολύ στην κοινωνία και είναι η βάση της κοινωνίας. Γιατί λένε ότι η γυναίκα αντιπροσωπεύει τη σοφία της φύσης και κρατάει την παράδοση. Ο άνδρας είναι μόνο μια κίνηση και το παράδειγμα, το οποίο βάζει τη γυναίκα σε ένα πολύ ψηλό επίπεδο. Και είναι όντως η βάση της κοινωνίας η γυναίκα. Και παρόλο που αυτό είναι γνωστό και το καταλαβαίνει ο κάθε άνθρωπος και επίσης όλοι καταλαβαίνουμε ότι η μαμά είναι σημαντική στη ζωή αφού μας έδωσε ζωή και μας προσέχει, στη γυναίκα δεν δίνεται καθόλου σημασία ούτε στην εργασία της, ούτε να την βοηθήσουν να μεγαλώσει τα παιδιά της. Δεν την διευκολύνουν την γυναίκα. </p>
<p><code><br />
</code>Και όσο περισσότερο βλέπουμε την οικονομική κρίση στον κόσμο, οι περισσότερες εργασιακές θέσεις που χάνονται είναι γυναικείες. Αλλά από την άλλη πλευρά βλέπουμε ότι στα χωριά όπου  οι άνδρες ήταν οι βασικοί εργάτες στα χωράφια, τώρα που δεν φέρνουν πλούτη οι γεωργικές δουλειές αναγκάζονται οι άνθρωποι από τα χωριά να πάνε στην πόλη. Και ο άνδρας δεν μπορεί να βρει δουλειά στην πόλη και πάλι πέφτει το βάρος της οικογένειας στην πλάτη της γυναίκας. Πολλές φορές αντί να βρει ο άνδρας δουλειά βρίσκει γκόμενα και οι γυναίκες μένουνε εντελώς μόνες τους σε ξένο τόπο με δύο-τρία παιδιά. Και δεν έχουν καμία βοήθεια ούτε από πεθερό και πεθερά, ούτε από πατέρα και μητέρα για να βοηθήσουν. Αναγκάζεται η γυναίκα να ζήσει με το χαμηλό μισθό που δίνουν για να μπορεί να πληρώσει το νοίκι, για να μπορεί αν πληρώσει τα βιβλία του παιδιού. Έχει ανάγκη να μπορεί να αγοράζει τα ρούχα και το φαγητό της οικογένειας. Κι έτσι δεν υπάρχει χρόνος για να δώσουμε   παιδεία, την οποία την χρωστάμε στα παιδιά μας. Αυτό φέρνει μεγάλο πόνο και είναι ένα είδος βίας για τη γυναίκα. Γιατί δεν μπορεί να δώσει τις μητρικές της υποχρεώσεις στα παιδιά της. Είναι τεράστιος πόνος για τη μητέρα αφού πρέπει να εκπαιδεύσει τα παιδιά, να τα προετοιμάσει για τη ζωή. Και λένε έξω ότι τα παιδιά της μένουν απροετοίμαστα για τη ζωή. Γιατί τα παιδιά μένουν απροετοίμαστα για τη ζωή, χωρίς υποστήριξη, χωρίς προετοιμασία των γονέων. </p>
<p><code><br />
</code>Εκτός από το σούπερ μάρκετ που δούλευα, ανακάλυψα με στρες στην αρχή πώς μας υποτιμούν σαν εργατική δύναμη. Και μετά τους αποδείξαμε με μια κοπέλα από τη Μολδαβία ότι κάνουμε κάθε μια για τουλάχιστον πέντε άνδρες, γιατί οι άνδρες είναι τόσο μαλακοί οι καημένοι και δεν μπορούσαν αν κάνουν τις δουλειές τους. (γέλια) Γιατί οι άνδρες δεν αισθάνονται τόσο την ευθύνη για την οικογένεια. Έχουν μάθει χαλαρά να ζούνε, να τους υπηρετούμε. Κι εμείς έχουμε μάθει να κάνουμε και τις δουλειές της ομάδας και τις δικές μας τις δουλειές γιατί ήταν κάτω σε μια γωνία να καπνίζουν και να πίνουν μπύρες. </p>
<p><code><br />
</code>Μετά από εκεί, αφού ήμουν για λίγο καιρό άνεργη, ξεκίνησα στην εταιρία ΟΙΚΟΜΕΤ σαν καθαρίστρια στο ΗΣΑΠ . Στην αρχή ήταν και η συμπεριφορά πολύ μαλλακιά, και  ο μισθός πολύ καλός. Και δεν πίστευα ότι βρίσκομαι σε συνεργείο καθαρισμού το οποίο είχε πολύ κακό όνομα. Να δουλεύεις σε συνεργείο καθαρισμού είχε κακό όνομα. Και λέγανε εμείς δεν ήμαστε συνεργείο γι’ αυτό ήμαστε διαφορετικοί από τους άλλους. Σε λίγο καιρό ξεκίνησαν να μας δίνουν κάτι έγγραφα για να υπογράψουμε χωρίς να είναι συμπληρωμένα. Και να μας απειλούν να τα υπογράφουμε. Και να μας λένε ότι πρέπει να τα υπογράψουμε αφού είμαστε στην εταιρία. Αυτό φάνηκε σε όλους περίεργο και μετά καταλάβαμε ότι  δεν ήταν όπως είπαν μια έρευνα για το ΗΣΑΠ, όπου μας ρωτάγανε αν ξέρουμε την Ελληνική γλώσσα, πόσες γλώσσες ξέρουμε κτλ., τι επίπεδο εκπαίδευσης έχουμε, που ζούμε, τι τηλέφωνο έχουμε. Το σημείωναν στην πίσω πλευρά των εντύπων αλλά μετά εμφανιστήκαν σαν σύμβασεις εργασίας, οι οποίες έχουν κατεβάσει το ωράριο εργασίας. Και βρεθήκαμε σαν  σε ένα πόλεμο ψυχολογικό με την εταιρία. </p>
<p><code><br />
</code>Εγώ, επειδή δεν είχα εμφανιστεί ότι είμαι στην διοίκηση του σωματείου καθαριστριών, αναγκάστηκα κάποια στιγμή να εμφανιστώ να τα πω γιατί ξεκίνησαν να μας κοροϊδεύουν και να κάνουν κατάχρηση το δίκαιό τους. Μας είχαν ρίξει όλους πάρα πολύ ψυχολογικά στη δουλειά. Μας παρακολουθούσαν από τις κολώνες και φανερά. Μας απειλούσαν. Διάφορα, ότι μπορείς να χρησιμοποιείς. Μέχρι και χτύπημα στον πωπό. Ό,τι μπορεί αν φανταστεί ένας άνθρωπος το έχουν χρησιμοποιήσει. Και φιλάκια να ζητήσουν από τις κοπέλες και φακελάκια να ζητάνε, και μπουκαλάκια. Και δεν μιλάω για την δική μου εταιρία μόνο. Μιλάω γενικά για τις εταιρίες καθαρισμού πώς συμπεριφέρονται με τις εργάζόμενες. Εμένα όταν αναγκάστηκα να τους πω ότι είμαι στη διοίκηση του σωματείου, μου είπαν ότι αλλάζουν το έργο. Αφού είχα υπογράψει, όμως, ότι η πρόσληψή μου είναι στο ΗΣΑΠ, ότι δουλεύω στο ΗΣΑΠ, μου είπαν να πάω να δουλέψω στον ΟΣΕ. Εγώ αρνήθηκα και τους είπα ότι δεν συμφωνώ και θα συνεχίσω να δουλεύω στην ίδια θέση και μετά από δύο ημέρες αφού συμβουλευτώ δικηγόρο θα τους απαντήσω. </p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια μέρα στη δουλειά ήρθαν επόπτες, είχαν έρθει και τρία αυτοκίνητα της αστυνομίας . Πριν, όμως έρθουν στη δουλειά εμφανίστηκαν δύο σαν μπάτσοι χωρίς όμως το σήμα στα πουκάμισά τους. Είπαν ότι είναι αστυνόμοι μου ζήτησαν τα χαρτιά μου και μου είπαν ότι είναι παράνομα και θα με στείλουν πίσω στη Βουλγαρία.  Εγώ αναγκάστηκα να πάρω τηλέφωνο να ελέγξω αυτό που λένε ότι είναι αστυνόμοι  και ζήτησα τα χαρτιά τους και αμέσως εξαφανίστηκαν αυτοί. Αφού τέλειωσα το τηλέφωνο ήρθε αστυνομία. Βγήκα έξω, τα αυτοκίνητα της αστυνομίας είχαν κλείσει το σταθμό από παντού σαν να με έψαχνε η ΙΝΤΕΡΠΟΛ για δολοφονία. Τους είπα ότι τα χαρτιά μου ήταν εντάξει. Είδαν τα χαρτιά μου κι έφυγαν οι άνθρωποι γιατί ήταν όλα εντάξει. </p>
<p><code><br />
</code>Μετά για ακόμη μια φορά είδαμε αστυνομία στη δουλειά. Με βάζανε να γράφω αναφορές που δεν έλεγαν ποτέ την αλήθεια. Τα υπογράφαμε βέβαια με κάθε επιφύλαξη. Αλλά εκτός του ότι υπήρχε βία στους εργαζόμενους υπήρχε βία και από το προσωπικό της εταιρίας. ‘Έπρεπε να συμπεριφέρνονται με ένα τρόπο που ήταν βία προς εμάς. Ο επόπτης που ήταν υποτίθεται για εκατό άτομα έκατσε ολόκληρο το ωράριό μου να παρακολουθεί μόνο εμένα. Κι αυτό όχι μόνο μια φορά πολλές φορές. Ο καημένος στο κρύο έξω. (γέλια) Αναγκάστηκα αφού αυτός υπέγραφε όχι μόνο τις δικές του αναφορές αλλά και τις αναφορές του υπευθύνου σε έργο. Και του είπα ότι δεν είναι σωστό, ότι είναι ποινικό, να μην το ξανακάνει. Του είπα ότι δεν καταλαβαίνει πώς το χρησιμοποιούν. Μου απάνταγε «Εσύ θα με μάθεις πως δουλεύει η εταιρία;».  Το άφησα μέχρι που έχει φτάσει μια μέρα που μου έδειξε μια αναφορά. Είχα πάνω από 20 αναφορές σε μικρό διάστημα. Και μου έδωσε μια αναφορά που δεν αναφερόταν καν το δικό του όνομα και είχε βάλει την υπογραφή του. Του είπα ότι τώρα εγώ φωνάζω την αστυνομία. Φώναξα την αστυνομία και του είπαν ότι αυτό που έκανε είναι ποινικό. Εγώ δεν έκαναν μήνυση στον άνθρωπο γιατί δεν γνωρίζει, δεν ξέρει, δεν έχει νομική γνώση. </p>
<p><code><br />
</code>Σαν άγαμη μητέρα είχα κάνει αίτηση για αλλαγή. Γιατί η εργασία μου ήταν από τις 17.30 μέχρι 23.30. Ο γιος μου είχε πια ανάγκη να είμαι απόγευμα μαζί του. Να τον πηγαίνω να παίζει, να τον βοηθάω στα μαθήματα, να τον εξετάζω ότι είναι προετοιμασμένος  για το σχολείο. Το συζητάγαμε δύο χρόνια αυτό το πράγμα και δεν συμφωνούσαν με τίποτα να μου αλλάξουν βάρδια. Μια από τις συναδέλφισσές μου, λέγανε, δεν συμφωνούσε να αλλάξει. Αλλά τις αλλαγές, όπως αυτή που θέλανε να με πάνε στον ΟΣΕ, τις κάνανε μόνοι τους. Γι’ αυτό δεν μας ρωτάγανε, ό,τι θέλανε από μόνοι τους κάνανε.  Όταν εμείς ζητάγαμε κάτι δεν γινόταν. Μήπως τους βόλευε να γυρνάω 23.30 τη νύχτα; Όταν ζήταγε μια γυναίκα κάτι εξαιτίας του παιδιού της δεν της το δίνανε. Ποτέ. Όχι μόνο σ’ εμένα, σε κανένα. </p>
<p><code><br />
</code>Αλλά γενικά πονάω πάρα πολύ γιατί την γυναίκα πρέπει να την βοηθάνε από παντού. Να υπάρχουν οργανώσεις και κρατικά όργανα τα οποία να ασχολούνται με τα δικαιώματα της γυναίκας και του παιδιού. Γίνεται το αντίθετο. Είναι ΚΑΤΑ της γυναίκας και ΚΑΤΑ της οικογένειας και ΚΑΤΑ του παιδιού. Δεν υπάρχει καμία βοήθεια. Χάρηκα πάρα πολύ όταν άκουσα κάποτε ότι στην Φιλανδία ή στη Νορβηγία ότι οι γυναίκες προστατεύονται από μια οργάνωση η οποία είναι φτιαγμένη από άνδρες. Κι αυτό είναι πολύ σωστό γιατί αυτός είναι ο ρόλος του άνδρα στη ζωή, να προστατεύει το παιδί του και τη γυναίκα του. Όχι τα κόμματα και οι αόριστες δομές. Η γυναίκα χρειάζεται ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ. Να δώσει μια καλή παιδεία στο παιδάκι της και να μπορεί να το προετοιμάσει για μια καλή κοινωνία. Η γυναίκα φτιάχνει την κοινωνία κι ο άνδρας το χαλάει. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=1757</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Judith Butler &#8211; Ζωές που δεν είναι άξιες πένθους</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=300</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=300#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Jun 2008 13:20:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Judith Butler]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[φύλο/σύνορα]]></category>
		<category><![CDATA[judith butler]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[θυματοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Παλαιστίνη]]></category>
		<category><![CDATA[πένθος]]></category>
		<category><![CDATA[φύλο]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=300</guid>
		<description><![CDATA[Ορισμένες ζωές είναι άξιες πένθους και άλλες δεν είναι, κι αυτό λειτουργεί σαν καθαγιασμός της βίας που ασκούμε, και επιτρέπει την άρνηση της δικής μας επισφάλειας.  Αυτοί, τους οποίους  σκοτώνουν οι ΗΠΑ, δεν αποτελούν πραγματικά «έμβια όντα» αλλά  πληθυσμούς που απειλούν την «ζωή» όπως την ξέρουμε. Πρόκειται για ένα ολέθριο σχίσμα που διαμορφώνει την κουλτούρα του πολέμου.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/06/judith_butler.jpg" title="judith butler"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/06/judith_butler.jpg" title="judith butler" alt="judith butler" align="left" height="105" width="92" /></a></p>
<p>Μία συζήτηση με την Judith Butler για τη έννοια του πένθους : την <em>Αντιγόνη</em>, το δημόσιο θρήνο, την παραγωγή πληθυσμών που δεν είναι «άξιοι πένθους», τη θυματοποίηση, και την σημασία τους στη διεύρυνση της έννοιας της &#8220;ζωής που μπορεί να βιωθεί&#8221;, που αξίζει να προστατευτεί, που  αξίζει να αξίζει.<span id="more-300"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Νέλλη Καμπούρη:</strong> Στη <a href="http://books.google.gr/books?id=nofOQH01C2oC" target="_blank">τελευταία σας δουλειά</a>, αναφέρεστε όλο και πιο συχνά στα σύνορα και στα όρια της κυριαρχίας. Ποιες είναι οι έμφυλες &#8211; σεξουαλικοποιημένες διαστάσεις τους?</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Judith Butler:</strong> Πιστεύω ότι είναι δυνατόν να σκεφτούμε κάποιες μορφές ψυχολογίας του εγώ, καθώς επίσης και <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Melanie_Klein" target="_blank">Κλαϊνικής ψυχανάλυσης</a> που να καταγραφούν τα σημάδια της πολιτικής κυριαρχίας στην ψυχή. Ποιού είδους εγώ ή ποιού είδους ψυχή θεωρεί πολύτιμη την ίδια την αδιαπέραστή της διάσταση πέρα από οποιαδήποτε μορφή σύνδεσης και αλληλεξάρτησης; Η αίσθηση που έχω είναι ότι το «σύνορο» του εγώ λειτουργεί διαφορετικά κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες του έθνους-κράτους, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ο φόβος της «εισβολής», όταν η «εσωτερική ακεραιτότητα» ανάγεται στην υψηλότερη αξία, και όταν κυριαρχεί η άρνηση της αλληλεξάρτησης, ιδιαίτερα της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης.</p>
<p><code><br />
</code>Για εμένα ήταν ξεκάθαρο ότι αντιδρώντας στην  11η του Σεπτέμβρη, η Αμερικανική κυβέρνηση σε συνδυασμό  με κάποια δουλοπρεπή (abject) ΜΜΕ προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα εθνικό υποκείμενο που να είναι υπέρμετρα αρσενικοποιημένο ούτως ώστε να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως αδιαπέραστο, άτρωτο, αμείλικτα επιθετικό, και διαρκώς αρνούμενο τους σημαντικούς διεθνείς του δεσμούς. Το ερώτημα έχει να κάνει με το πώς το  εθνικό υποκείμενο αντιδρά στην ξαφνική συνειδητοποίηση της ίδιας του της αδυναμίας! Εξάλλου αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ δέχτηκαν επίθεση εντός των συνόρων τους μετά το Πέρλ Χάρμπορ κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αδράξουν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν την ίδια τους την αδυναμία και να αναγνωρίσουν επίσης την πιθανότητα γενίκευσης της αδυναμίας τους, μια κίνηση που θα ενδυνάμωνε διεθνείς και δια-εθνικές συμφωνίες που έχουν σκοπό να μειώσουν το ρίσκο της βίας. Η στρατηγική τους όμως, ήταν να αποκηρύξουν αυτήν ακριβώς την αδυναμία.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η εκδοχή του εθνικού υποκειμένου δημιουργήθηκε (σαν ένα είδος εξαναγκαστικά εδραιωμένου φαντασιακού του έθνους) μέσα από την κανονιστική ρύθμιση του πώς αντιλαμβανόμασταν και αντιδρούσαμε στο θάνατο. Ο θάνατος όσων πέθαναν στις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου δεν θεωρήθηκε απλά «άξιος πένθους», αλλά εξυψώθηκε στο επίπεδο μιας ασυνήθιστα εξαγνισμένης υπόστασης. Από την άλλη πλευρά, όμως, μας απαγορεύτηκε να δούμε τους νεκρούς του πολέμου – και αυτό ισχύει μέχρι σήμερα- που σημαίνει ότι παραμένει κρίσιμη για τους σκοπούς του πολέμου η κανονιστική ρύθμιση του οπτικού πεδίου όπου μπορεί κανείς να απαντήσει το θάνατο. Ορισμένες ζωές είναι άξιες πένθους και άλλες δεν είναι, κι αυτό λειτουργεί σαν καθαγιασμός της βίας που ασκούμε, και επιτρέπει την άρνηση της δικής μας επισφάλειας.  Αυτοί, τους οποίους  σκοτώνουν οι ΗΠΑ, δεν αποτελούν πραγματικά «έμβια όντα» αλλά  πληθυσμούς που απειλούν την «ζωή» όπως την ξέρουμε. Πρόκειται για ένα ολέθριο σχίσμα που διαμορφώνει την κουλτούρα του πολέμου.</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Νέλλη Καμπούρη:</strong> Κατά πόσο είναι δυνατόν να επινοήσουμε στρατηγικές και να ξανασκεφτούμε τη βία ούτως ώστε να παράγουμε θετικά υλικά αποτελέσματα και κοινωνικούς δεσμούς;</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Judith Butler:</strong> Μου αρέσει πάρα πολύ η ιδέα της σχέσης μεταξύ των γυναικών σαν κοινωνική μορφή που αναπαριστά την αλληλεξάρτηση. Η αίσθηση που έχω είναι ότι κάποιες ηθικές αρχές γίνονται εμφανείς και εφαρμόζονται μόνο μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές καταστάσεις. Έτσι, κατά η γνώμη μου, δεν υπάρχει ηθική πέρα από την κοινωνική πρακτική και το πεδίο της εξουσίας. Μου φαίνεται ότι οποιαδήποτε απόφαση προς την κατεύθυνση του να ασκήσουμε βία ή να αρνηθούμε τη βία εμπεριέχει μια ηθική διάσταση, καθώς αναφέρεται στην συμπεριφορά και στο είδος του σκεπτικού που αποδίδουμε σε κάθε σχέση με τη  βία που υιοθετούμε.  Δεν θα βρισκόμασταν, όμως, σε τέτοιου είδους καταστάσεις  αν δεν υπήρχε η πολιτική επιθετικότητα και πιο συγκεκριμένα οι κοινωνικές μορφές της επιθετικότητας αυτής. Το φεμινιστικό κίνημα της αυτό-άμυνας είναι συγχρόνως μια ηθική και μια πολίτική πρακτική. Δεν θα υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο αν δεν υπήρχε η βία κατά των γυναικών. Κι όμως αυτό προσδίδει στις ηθικές αρχές κοινωνική μορφή.</p>
<p><code><br />
</code>Νομίζω επίσης ότι υπάρχουν συμμαχίες στην Παλαιστίνη, η δουλειά του κινήματος  <a href="http://www.taayush.org/" target="_blank">Ta-ayush</a>, <a href="http://www.awalls.org/" target="_blank"><em>Αναρχικοί ενάντια στο Τείχος</em></a> και διάφορα άλλα εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά  προγράμματα εντός της Παλαιστίνης που διαρκώς προσπαθούν να πάρουν το ρίσκο της μη-βίας.</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Νέλλη Καμπούρη:</strong> Μιλάτε πολύ συχνά για υποκείμενα και κοινωνικές ομάδες, των οποίων οι θάνατοι δεν είναι «άξιοι  δημόσιου πένθους». Επαναλαμβάνοντας την Αντιγόνη, θα μπορούσαν ίσως αυτές οι πράξεις πένθους να μεταμορφωθούν σε μορφές αντίστασης όταν γίνονται αντικείμενο δημόσιου πένθους;</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Judith Butler:</strong> Ναι, μπορούμε να αναλογιστούμε το δημόσιο πένθος για τους «εξαφανισμένους» στη Χιλή και την Αργεντινή, τις μεγάλες διαδηλώσεις για το AIDS που συμπεριελάμβαναν εξαιρετικά θεατρικές προσπάθειες σηματοδότησης και θρήνου για ζωές που δεν είναι «άξιες πένθους». Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν βασίζονται μόνο στην απουσία απεικονίσεων των θυμάτων του πολέμου αλλά και στις συστηματικές προσπάθειες παραγωγής ορισμένων πληθυσμών που δεν είναι «άξιοι πένθους».  Έχει ενδιαφέρον ότι είχε απαγορευτεί στην Αντιγόνη να πενθήσει  δημόσια τον αδελφό της. Ο Κρέων δεν προσπαθούσε απλά να ελέγξει την δημόσια προβολή της πίστης της, αλλά να αποφασίσει ποιος είναι που θα πρέπει να θεωρείται σαν συγγενής. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο διεκδικεί αυτόν τον δεσμό γίνεται μια προσπάθεια αμφισβήτησης του  κυριαρχικού ελέγχου αυτού που θεωρείται και αυτού που δεν θεωρείται ως συγγένεια. Γενικότερα μπορούμε να αντιληφθούμε την σημασία του δημόσιου πένθους  όταν εκείνοι που πενθούνται υποτίθεται ότι είναι ζωές που δεν είναι άξιες πένθους. Μια ζωή που δεν θα έπρεπε να πενθείται είναι επίσης μια ζωή που δεν θα έπρεπε να υπάρχει καθόλου, της οποίας η «άρνηση» έχει χτιστεί μέσα στην ίδιο της τον δημόσιο προδιορισμό. Νομίζω ότι ο πόλεμος θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να ξεκινήσει αν κάποιοι πληθυσμοί θεωρούνταν σαν κομμάτι αυτού που υπάρχει, δηλαδή σαν κάποιοι που οι ζωές τους είναι νομιμοποιημένες.</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Νέλλη Καμπούρη:</strong> Νομίζω, όμως, ότι υπάρχουν και παραδειγματικά θύματα των οποίων οι ζωές «πενθούνται» καθημερινά στα πλαίσια των ανθρωπιστικών πολιτικών, αποστολών και προγραμμάτων. Μπορεί να είναι ανώνυμα και σιωπηλά αλλά την ίδια στιγμή είναι ιδιαίτερα ορατά. Μπορούμε να σκεφτούμε τα σύνορα, το όρια, τη βία και το πένθος εκτός της παραδειγματικής θυματοποίησης ορισμένων κατηγοριών (για παράδειγμα αθώων θυμάτων, προσφύγων, γυναικόπαιδων, θυμάτων της παράνομης διακίνησης προσώπων, Μουσουλμάνων γυναικών) ;</p>
<p><code><br />
</code><br />
<strong>Judith Butler:</strong> Βεβαίως και είναι σημαντικό να εντοπίσουμε και να γνωρίζουμε την θυματοποίηση, αλλά θα ήταν λάθος αν θεωρούσαμε την θυματοποίηση ως παράδειγμα της πολιτικής υποταγής. Φυσικά, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει πιθανότητα αντίστασης, στις περιπτώσεις εκείνες όπου κυριαρχεί υπέρμετρος εξαναγκασμός, αλλά σε άλλες περιπτώσεις ο εξαναγκασμός ανατρέπεται μέσα από διάφορες πρακτικές ανυπακοής, μέσω μορφών ανέλπιστης αλληλεγγύης και συλλογικής δράσης.  Δεν αρκεί να έχουμε πολιτικές που απώτερος σκοπός τους είναι το «δημόσιο πένθος». Το νόημα του  δημοσίου πένθους είναι να διευρύνουμε τις ιδέες που έχουμε για το τι είναι εκείνο που αποτελεί μια ζωή που μπορεί να βιωθεί, να διευρύνουμε την αναγνώριση αυτών των ζωών που αξίζει να προστατευτούν, που  αξίζει να αξίζουν. Αυτό είναι σημαντικό όχι σαν ατομική δραστηριότητα αλλά σαν κάτι που δεν συμβαίνει απλά δημόσια αλλά έχει την δύναμη να επαναπροσδιορίσει την δημόσια σφαίρα.</p>
<p><code><br />
</code>Πιστεύω ότι θα πρέπει να αναπτύξουμε την έννοια της «κριτικής αναγνώρισης» που θα έχει να κάνει με την αναζήτηση αναγνώρισης στα πλαίσια των υφιστάμενων κανόνων (για παράδειγμα διεύρυνση των υπάρχοντων κανόνων για την ισότητα και την δικαιοσύνη), αλλά επίσης και να θέσουμε ερωτήματα και να αμφισβητήσουμε τον τρόπο προσέγγισης και τον χαρακτήρα των κανόνων αυτών. Αν απλά αναζητούμε αναγνώριση είμαστε δέσμιοι των υπάρχοντων κανόνων.  Αλλά αν νοιαζόμαστε για εκείνους που δεν μπορούν ποτέ να λάβουν αναγνώριση από τους υφιστάμενους  κανόνες ( ή ακόμα και την επέκτασή τους) τότε μπορούμε να αναδείξουμε νέες κοινωνικές μορφές, ακόμα και νέους κανόνες.  Αυτό σημαίνει να θέσουμε σε αμφισβήτηση τα όρια του αναγνωρίσιμου και να διαμορφώσουμε πολιτικές ακριβώς στο σημείο αυτό.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=300</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
