<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; αστικοποίηση</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;tag=%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Loïc Wacquant &#8211; Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό-πρώτο αιώνα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2517</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2517#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Loïc Wacquant]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[loic wacquant]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[γκέτο]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2517</guid>
		<description><![CDATA[Το κείμενο αναλύει τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες, σκιαγραφώντας τις χρήσεις του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Loïc Wacquant" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg"><img title="Loïc Wacquant" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg" alt="Loïc Wacquant" hspace="5" vspace="5" width="133" height="195" align="left" /></a></p>
<p>Αποτελεί τιμή για μένα να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και προσοχής η δουλειά μου από μελετητές της αρχιτεκτονικής και μου δίνει χαρά  η πρόσκληση να κάνω αυτή τη διάλεξη.<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a> Στην πραγματικότητα είναι διπλή η χαρά καθώς μεγάλωσα σε μια Ευρωπαική πνευματική παράδοση με πολύ χαμηλό επιστημονικό κατώφλι, οπότε θεωρώ τον εαυτό μου όχι τόσο κοινωνιολόγο αλλά έναν γενικό κοινωνικό επιστήμονα που τυγχάνει να έχει προσληφθεί σε ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας.  Και θεωρώ ουσιαστικό συστατικό των επαγγελματικών μου καθηκόντων να απασχολούμαι με ζητήματα πέρα από τα όρια των επιστημών, καθώς και πέρα από το χάσμα μεταξύ φιλολογικών κι επαγγελματικών ενασχολήσεων.  Επιπλέον, το θέμα της αστικής απομόνωσης είναι ένα που θέμα που ταιριάζει πολύ μ’ αυτά τα είδη ανταλλαγών, από τις οποίες και οι ερευνητές και οι επαγγελματίες μπορούν να επωφεληθούν.<span id="more-2517"></span></p>
<p><code><br />
</code>Προτείνω να σας προσφέρω κάποιο διανοητικό ερέθισμα κυκλώνοντας ένα ζήτημα στο οποίο έχω αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία δουλειάς, και συγκεκριμένα, τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες &#8211; αυτό που αποκαλώ αστική πόλωση από χαμηλά. Θα το κάνω αντλώντας υλικό από δυο πρόσφατα βιβλία μου. Το πρώτο, <em><a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631240" target="_blank">Απόβλητοι των πόλεων</a></em> [Urban Outcasts], αναλύει τη μετάβαση του γκέτο των μαύρων Αμερικανών ύστερα από τις εξεγέρσεις του 1960 και τη συγκρίνει με την παρακμή της περιφέρειας των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης με σκοπό να συνθέσει τις δυναμικές και την εμπειρία της υποβάθμισης στην προχωρημένη κοινωνία. Το δεύτερο βιβλίο, <em><a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η Νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Κοινωνικής Ανασφάλειας</a></em> [Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity], ανιχνεύει την πολιτική της τιμωρίας, παντρεύοντας την κατασταλτική «αρχή της ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας» και την εκτεταμένη «αρχή της φυλάκισης», που παρατάσσει το κράτος για να επιβάλει ανασφαλή εργασία και να χαλιναγωγήσει την αταξία που προκλήθηκε από την αιφνίδια κατάρρευση του μαύρου γκέτο στην πλευρά των ΗΠΑ και την σταδιακή αποσύνθεση των εδαφών της εργατικής τάξης στην Ευρωπαϊκή πλευρά και την αντικατάστασή τους από ένα νέο καθεστώς αστικής φτώσειας που αποκαλώ «προηγμένη περιθωριοποίηση».</p>
<p><code><br />
</code>Αυτά τα δυο βιβλία συνδέονται στενά.<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> Πρώτον, χρονολογικά και θεματικά (αποτελούν μια συνέχεια) και, δεύτερον, εννοιολογικά: και τα δυο διερευνούν τον <em>χωρικό εγκλεισμό ή περιορισμό ως τεχνική για τη διαχείριση προβληματικών κατηγοριών ή εδαφών</em>, το θέμα της διάλεξής μου.  Θα το προσεγγίσω σκιαγραφώντας αρχικά ένα υποτυπώδες πλαίσιο αναλύοντας τη χρήση του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη. Ύστερα θα εφαρμόσω αυτό το σχήμα για να παρουσιάσω μια συμπιεσμένη ανάλυση των αποκλινουσών τροχιών του γκέτο των μαύρων Αμερικανών των Ευρωπαϊκών δήμων της αστικής τάξης με αυτές τις τρεις χωρικά κλιτές έννοιες του γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Στοιχεία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης </strong></p>
<p><code><br />
Για να συνδέσω με την πράξη και την υπόθεση της αρχιτεκτονικής, επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω πρώτα ένα είδος <em>αναλυτικής ιστορίας</em>, μια ιστορία διαστάσεων και μηχανισμών που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια ιδέα για τις μορφές αστικής ανισότητας και περιθωριοποίησης που αλλάζουν συνεχώς στην αυγή του αιώνα, και τι συνεπάγονται για το δομημένο περιβάλλον κι οπότε έμμεσα για τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις και στοχασμούς. Το βαθύτερο θεωρητικό αίνιγμα που δίνει ζωή στην εμπειρική ανάλυση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων περιθωριοποίησης που παρουσιάζονται στο <em>Απόβλητοι των πόλεων</em> και στο <em>Τιμωρώντας τους φτωχούς</em> είναι η ανάπτυξη του χώρου σαν παράγωγο και μέσο εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο, καθώς και φυλακή, είναι τέσσερις από πολλούς σχηματισμούς μιας γενικής διαδικασίας που μπορούσε να αποκαλέσουμε κοινωνικοχωρική απομόνωση. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω πρώτα αυτή την αφηρημένη έννοια κι έπειτα να εντοπίσω την γκετοποίηση και τις σχετικές έννοιές της στο αναλυτικό πλέγμα στο οποίο αγκυροβολεί.</p>
<p>Κοινωνικοχωρική απομόνωση είναι η διαδικασία όπου ιδιαίτερες κοινωνικές κατηγορίες και δραστηριότητες «μαντρώνονται», εγκλωβίζονται κι απομονώνονται σε ένα κλεισμένο και περιορισμένο τεταρτημόριο φυσικού και κοινωνικού χώρου. Το αγγλικό ρήμα “to seclude” («απομονώνω») εμφανίστηκε το 1451, προέρχεται από το Λατινικό <em>secludere</em>, που σημαίνει αποκλείω, απομονώνω, φυλακίζω.<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a> Η κοινωνικοχωρική απομόνωση δύναται να αφορά σε πληθυσμούς (π.χ. αστούς, μετανάστες, θρησκευτικές αιρέσεις), θεσμούς (όπως ιατρικές εγκαταστάσεις, λέσχες, sex shops), και δραστηριότητες (σχολική εκπαίδευση, διακίνηση ναρκωτικών, ή καύση απορριμμάτων), αλλά μπορεί και να προσδιοριστεί σύμφωνα με το περιβάλλον: η αγροτική κοινωνικοχωρική απομόνωση συμβαίνει στην εξοχή ενώ η αστική κοινωνικοχωρική απομόνωση λειτουργεί μέσα κι έξω από την πόλη – ένα περιβάλλον που εγώ θα χαρακτήριζα όχι τόσο από «το μέγεθος, πυκνότητα, και ανομοιογένεια», σε κλασικό ύφος της Σχολής του Σικάγο <a href="http://bit.ly/9KeyC3" target="_blank">μαζί με τον Louis Wirth</a>, όσο από τη χωρική συσσώρευση κι έντονη επισώρευση διάφορων μορφών κεφαλαίου (οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και συμβολικό)  που το περιθάλπει μια διοικητική μηχανή – ακολουθώντας τα σχήματα <a href="http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/fr/bourdieu-forms-capital.htm" target="_blank">των Pierre Bourdieu</a> και <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_City_%28book%29" target="_blank">Max Weber</a>.</p>
<p></code><code><br />
</code>Σε καθένα από αυτά τα σκηνικά, μπορούμε να διανείμουμε μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μαζί με δυο βασικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι το επίπεδο στην <em>κοινωνική ιεραρχία</em>, είτε αυτή η ιεραρχία είναι βασισμένη στην τάξη (παραγωγική ικανότητα της αγοράς), εθνικότητα (τιμή), ή η κατάταξη σύμφωνα με το κύρος των τόπων – τυπικά αυτά συνδέονται στενά οπότε δεν αλλάζει θεμελιωδώς το συλλογισμό. Μπορούμε να χειριστούμε αυτή την ιεραρχία σαν ένα συνεχές ή, για χάρη της σαφήνειας, να την διχοτομήσουμε σε απομόνωση στην κορυφή κι απομόνωση στη βάση της κοινωνίας. Η δεύτερη διάσταση είναι αν η απομόνωση είναι επιλεκτική, απορρέει δηλαδή από την <em>επιλογή</em> και την επιθυμία να συμμετάσχει κανείς σ’ αυτήν ή να περιορίζεται η παρουσία κάποιου και οι περιπλανήσεις του σε μια συγκεκριμένη ζώνη, ή επιβεβλημένη, να έχει προέλθει από εξαναγκασμό, όπως όταν οι άνθρωποι υποχρεώνονται από εξωτερικές δυνάμεις να δίνουν λόγο για τις δραστηριότητές τους, να περιστείλουν τις κινήσεις τους,ή να περιορίζουν τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη τοποθεσία.  Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνικοχωρική απομόνωση οδηγείται και παγιώνεται εξ αγχιστείας από μέσα, στη δεύτερη περίπτωση από εξωτερική εχθρότητα. </p>
<p><code><br />
</code>Μπορούμε να κατανείμουμε τις ιδανικες-τυπικές μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στο δισδιάστατο διάστημα που ορίζεται από αυτούς τους δυο άξονες (βλ. εικόνα 1):  Επιλεκτική έναντι της επιβεβλημένης, στην κορυφή ή στη βάση. Κοιτάζοντας  στο πάνω δεξιά κομμάτι του τεταρτημορίου, στην πλευρά της επιλογής και ψηλά στον κοινωνικό και φυσικό χώρο, βρίσκετε αυτά τα άτομα που επιλέγουν την απομόνωση κι αναζητούν προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, που επιθυμούν να βρίσκονται ανάμεσα σε ομοίους τους ή να αποφύγουν πληθυσμούς που υποτιμούν και ανούσιες δραστηριότητες. Αυτή η αυτό-απομόνωση στην κορυφή που τροφοδοτείται από προσανατολισμό στην ομάδα εκπροσωπείται από θύλακες της ελίτ ή παραδοσιακά ανώτερης τάξης περιοχές στην πόλη (όπως αυτές που ανεγέρθηκαν και υποστηρίχθηκαν ένθερμα από την ανώτερη αριστοκρατική τάξη του Παρισιού, <a href="http://www.seuil.com/fiche-ouvrage.php?EAN=9782020889209" target="_blank">όπως περιγράφεται από τους Pinçon και  Pinçon-Charlot</a>) και, σε μια υπερβολική μορφή, από τις «φρουρούμενες κοινότητες» που έχουν εξαπλωθεί στην κορυφή της κοινωνικής κι εδαφικής  ιεραρχίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες (όπου η εκούσια απομόνωση συγκεκριμενοποιείται από ένα φυσικό σύνορο, ένα φράχτη με μια πύλη και φρουρούς που παρέχουν επιτήρηση και προστασία) για να προσφέρουν ένα καταφύγιο κοινωνικής ομοιογένειας, ασφάλεια από το έγκλημα, και τις ανέσεις του να είναι κανείς μέλος μιας προνομιούχας κοινότητας και τοποθεσίας.<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a> Οπότε στην κορυφή βρίσκεις αυτές τις ευγενικές δραστηριότητες να ασκούνται από ισχυρά άτομα, προικισμένα με το υλικό και συμβολικό κεφάλαιο να αποκλείουν άλλους και να αυτό-απομονώνονται, ενώ στη βάση έχουν συσσωρευτεί μη ευγενείς δραστηριότητες και βασανισμένοι πληθυσμοί στερημένοι από οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, οι φτωχοί και ανυπόληπτοι.  </p>
<p><code><br />
</code><a title="figure1" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png"><img title="figure1" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png" alt="figure1" width="550" height="370" /></a>   </p>
<p><em>Εικόνα 1</em></p>
<p><code><br />
</code>Οι δυο κύριες μορφές εθνοτήτων-φυλών που αναπτύσσονται για να επιτελέσουν κοινωνικοχωρική απομόνωση στη βάση της αστικής ιεραρχίας είναι το <em>γκέτο</em> και οι <em>εθνικοί θύλακες</em>, που δεν πρέπει να συγχέονται καθώς βρίσκονται στα δυο άκρα του συνεχούς του επιβολής/επιλογής κι εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες. Σ’ αυτή τη μελέτη «Ο Φόβος του αγγίγματος» στη Βενετία του δέκατου έκτου αιώνα που αναζητεί τα ίχνη της εφεύρεσης του πρώτου γκέτο στην ιστορία, ο Richard Sennett <a href="http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-31391-8/" target="_blank">επινοεί μια όμορφη έκφραση που αιχμαλωτίζει το σκοπό της</a>. Αποκαλεί το γκέτο ένα <em>αστικό προφυλακτικό</em>, γιατί ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη διείσδυση των Εβραίων στην Χριστιανική πόλη (τους χρειάζονταν για να τους  προμηθεύουν με μια γκάμα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών υπηρεσιών ζωτικών για την επιτυχία της αυλής) ενώ τους απομονώνει για να αποφύγει στενή επαφή μαζί τους (πίστευαν το Εβραϊκό σώμα πως είναι διεφθαρμένο και διαφθορέας, φορέας ασθενειών και ιεροσυλίας). Το γκέτο προέκυψε σαν κοινωνικοχωρικός μηχανισμός που επιτρέπει την από κοινού οικονομική εκμετάλλευση και τον κοινωνικό εξοστρακισμό αυτής της κατηγορίας αποβλήτων: Οι Εβραίοι κυκλοφορούσαν αβίαστα μέσα στην πόλη για να εκτελούν τα ουσιώδη οικονομικά τους καθήκοντα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα επέστρεφαν πίσω από τις κλειδωμένες πύλες της συνοικίας τους υπό την απειλή αυστηρής τιμωρίας. Όταν κυκλοφορούσαν έξω από τα τείχη του γκέτο τους, τους είχε ζητηθεί να φορούν ένα ειδικό ένδυμα (όπως ένα κίτρινο καπέλο ή ένα μυτερό σκούφο) οπότε να τους αναγνωρίζουν οι Χριστιανοί κι έτσι να τους αποφεύγουν. Ο ίδιος χωρικός μηχανισμός είχε ξανα-ανακαλυφθεί και αναπτυχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα στις βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ όταν οι μαύροι του Νότου μετανάστευσαν στις εξαπλούμενες βιομηχανικές πόλεις που ήθελαν μεν το μόχθο τους αλλά δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν με τους λευκούς κατοίκους, μην τυχόν κι αυτό φέρει «κοινωνική ισότητα» μεταξύ των επονομαζόμενων φυλών και την κατακραυγή της «επιμειξίας».<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a> Σ’ αυτή την περίπτωση, το χρώμα του δέρματος διαφήμιζε την ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος μιας κατώτερης κατηγορίας που θα έπρεπε να αποφεύγει, και η αυστηρά οριοθετημένη Bronzeville εξυπηρετούσε και σαν εργατικό δυναμικό και σαν προφυλακτικό δοχείο μολυσματικών σωμάτων. </p>
<p><code><br />
</code>Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η Σχολή του Σικάγου, που εγκαινίασε την κοινωνιολογική μελέτη της πόλης στις ΗΠΑ, έκανε το θεμελιώδες σφάλμα να σωρεύσει τις οικιστικές και θεσμικές ομάδες που είχαν σχηματίσει πρόσφατα κύματα Ιρλανδών, Ιταλών, Πολωνών, και Γερμανών μεταναστών κάτω από την ασαφή σύλληψη του «γκέτο» που κάλυπτε τις συνοικίες των Εβραίων και την Black Belt (συνοικία των Μαύρων). Αυτό είναι που αποκαλώ το σφάλμα του Wirth, από τον Louis Wirth, έναν εκ των ιδρυτών της αστικής οικολογίας, για δυο λόγους. Πρώτον, όπως ο ίδιος ο Wirth, εν αγνοία του, αποδεικνύει στο κλασικό βιβλίο του <em><a href="http://books.google.gr/books?id=6etDdRub5FMC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Louis+Wirth,+The+Ghetto&#038;source=bl&#038;ots=lQV4TzkxAF&#038;sig=K5sDac2A4iacFuF7HpuUX0E6-oE&#038;hl=el&#038;ei=WF6aTLSfHpKD4QaGnbBQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=2&#038;ved=0CB4Q6AEwAQ#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Το Γκέτο</a></em>, δεν υπήρξε ποτέ Εβραϊκό γκέτο στις ΗΠΑ, εκτός από αυτό που ήταν «στο μυαλό τους μάλλον», δηλαδή, ένα υποκειμενικό “we-feeling” και ένας πολιτισμικός προσανατολισμός – που είναι πολύ διαφορετικά από ένα συγκεκριμένο πια κοινωνικοχωρικό επινόημα. Δεύτερον και κυριότερον, αντίθετα με την Black Belt, την περιοχή αποκλειστικά των μαύρων στην οποία υποχρεούνταν να κατοικούν όλοι οι Αφροαμερικανοί ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέσω ενός συνδυασμού καταπίεσης, εκφοβισμού στους δρόμους, και συλλογικής βίας, αυτοί οι λευκοί εθνικοί θύλακες είχαν ανάμικτη σύνθεση, μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη, και περιείχαν μια μειονότητα μόνο των αντίστοιχων μεταναστευτικών πληθυσμών τους, που έμεναν εκεί κυρίως λόγω ταξικών φραγμών και πολιτισμικής έλξης. </p>
<p><code><br />
</code>Σε αρχιτεκτονικούς όρους, ο (λευκός) εθνικός θύλακας μπορεί να αναπαραστεί από μια <em>γέφυρα</em>, ενώ το (μαύρο) γκέτο θα μπορούσε να απεικονιστεί με ένα τείχος. Ο ένας είναι μηχανισμός ελαστικής και προσωρινής απομόνωσης μέσα σε μια πορώδη περίμετρο που λειτουργεί σαν θάλαμος εγκλιματισμού και ενδιάμεσος σταθμός προς την πολιτισμική αφομοίωση και την κοινωνικοχωρική ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία. Το άλλο είναι ένα μέσο ανέλικτης και μόνιμης απομόνωσης μέσα σε ένα αδιάβροχο σάκο που εργάζεται προς την κατεύθυνση να απομονώσει και να διασπάσει τον πληθυσμό που προστατεύει στο διηνεκές (δηλαδή, μέχρι να διαλυθεί).  Εν ολίγοις, ο εθνικός θύλακας και το γκέτο έχουν αποκλίνουσες δομές και εξυπηρετούν αντίθετες λειτουργίες∙ οπότε είναι θεμελιώδες κοινωνιολογικό σφάλμα να τα θεωρούμε το ίδιο. Αυτό είναι ένα λάθος που συνηθίζουν ακόμη να κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες – εξετάστε, για παράδειγμα, <a href="http://books.google.gr/books?id=gjybSZTCfpcC&#038;dq=Joshua+M.+Zeitz,+White+Ethnic+New+York&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=jl6aTJ-5GIHN4gas67iMAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCgQ6AEwAw#v=onepage&#038;q=Joshua%20M.%20Zeitz%2C%20White%20Ethnic%20New%20York&#038;f=false" target="_blank">την ιστορική αναδρομή του Zeitz</a> της «εθνικής Νέας Υόρκης» ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα σχετικό λάθος είναι αυτό που, αντικαθιστώντας την στέρηση εισοδήματος με εθνοφυλετικό κλείσιμο, <a href="http://books.google.gr/books?id=8bRwJm_5rWcC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Mario+Small,+Villa+Victoria:+The+Transformation+of+Social+Capital+in+a+Boston+Barrio&#038;source=bl&#038;ots=4YXeUcwxa_&#038;sig=WIajR5rc4q_WwbRxmLvC0_kefHU&#038;hl=el&#038;ei=0F6aTPnMJJTa4AaUj7yNAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">συγχωνεύει το γκέτο σε</a> «μια γειτονιά με ψηλή συγκέντρωση φτωχών ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή» (σ. 3). Σύμφωνα μ’ αυτό διαστρεβλωμένο ορισμό, που έγινε δημοφιλής στην προσανατολισμένη στην πολιτική έρευνα για την αστική φτώχεια στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90, οι φτωχές αγροτικές επαρχίες και οι καταυλισμοί Ιθαγενών Αμερικανών είναι γιγαντιαία γκέτο, όπως θα ήταν και οι φτωχότερες συνοικίες μιας πόλης λευκών∙ αλλά το βενετσιάνικο <em>gietto novo</em> και η Bronzeville του Σικάγο στην ιστορική του κορύφωση δεν ήταν γκέτο! Αυτό αρκεί να δείξει την ασυναρτησία και την ασυμφωνία αυτού του στρεψόδικου ορισμού. </p>
<p><code><br />
</code>Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ γκέτο κι εθνικού θύλακα, είναι χρήσιμο να σχεδιάσουμε στο σχεδιάγραμμα των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στη βάση έναν τρίτο θεσμό αναγκαστικού περιορισμού: <em>τη φυλακή</em>. Η φυλακή χρησιμοποιεί το φυσικό περιορισμό των τοίχων και την εξουσία των φυλάκων για να διαχωρίζει τους κατάδικους, δηλαδή, μια κατηγορία ανυπόληπτων ατόμων, των οποίων τα δικαιώματα και οι επαφές με τους έξω ακρωτηριάζονται ως κύρωση για την παράβαση των κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος <em>δικαστικού γκέτο</em> μέσα στη φυλακή όπου οι έγκλειστοι αναπτύσσουν μια δική τους παράλληλη κοινωνία και πολιτισμό ως απάντηση στην αναγκαστική απομόνωση και τις στερήσεις που προϋποθέτει.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Αντίστροφα, μπορούμε να σκεφτούμε το γκέτο σαν <em>μια εθνοφυλετική φυλακή</em> που θέτει σε περιορισμό έναν κακόφημο πληθυσμό σε μια ειδική περίμετρο στην οποία ο τελευταίος εξαναγκάζεται να αναπτύξει την μια ξεχωριστή σφαίρα ζωής αντιδρώντας στον χωρικό περιορισμό και τον κοινωνικό εξοστρακισμό. Μόλις συλλάβουμε την δομική και λειτουργική συγγένεια μεταξύ γκέτο και φυλακής (σημειώνεται με την εγγύτητά μεταξύ πάνω στο χάρτη μου των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης), καταλαβαίνουμε γιατί η κατάρρευση του πρώτου ύστερα από τις εξεγέρσεις του ’60 οδήγησε στην ανάπτυξη του δεύτερου ως αντικατάστατου για να «μαντρώνεται» ένας πληθυσμός που θεωρείται άτιμος, στερημένος κι επικίνδυνος.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn7">[7]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το γκέτο, εξ ορισμού, είναι ένα αστικό ζώο που προκύπτει στο πλαίσιο ενός πυκνού συνοικισμού που διψάει για την οικονομική αξία που παρέχει η στιγματισμένη κατηγορία – αλλιώς η τελευταία θα μπορούσε απλά να αποκλειστεί ή να εξοριστεί, όπως συνέβαινε περιοδικά με τους Εβραίους πριν από την έγερση των αστικών ηγεμονιών και στους μαύρους Αμερικανούς πριν την εκδήλωση του φορντισμού.  Αν η διάλεξη Roth-Symonds ήταν μια σειρά από διαλέξεις κι όχι μόνο μια ομιλία, θα αφιέρωνα λίγες συνεδρίες  για να αναλύσω τις μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού στο αγροτικό περιβάλλον, γιατί υπάρχουν επίσης πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύγκριση.  Στην ύπαιθρο, ο σπουδαιότερος παράγοντας διαφοροποίησης των τύπων χωρικού εγκλεισμού είναι αν ο κατώτερος πληθυσμός πρέπει να κινηθεί για να προσφέρει εργασία ή να μετακινηθεί <em>για να απελευθερώσει τη γη που καταλαμβάνει</em>. Σε περιπτώσεις όπου η κυρίαρχη ομάδα δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί, να αποσπάσει εργασία από την υποδεέστερη ομάδα, αλλά προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έδαφός της, όπως οι αποικιακές επιθέσεις σκόπευαν στην εποίκιση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός καταυλισμού, δηλαδή μια έκταση οριοθετημένη και κρατημένη γι’ αυτούς, συνήθως ευρισκόμενη σε μια μακρινή και σε αγρανάπαυση περιοχή, κυβερνούμενη από ειδικούς νομικούς κι εθιμικούς κανόνες σχεδιασμένους να επανενώσουν και να ακινητοποιήσουν τον πληθυσμό αυτό. Αυτή είναι η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής σ’ αυτή τη χώρα:<br />
Εξ αιτίας μιας σειράς δημογραφικών, πολιτισμικών και πολιτικών λόγων, δεν θεωρούνταν κατάλληλη <em>προσφορά εργασίας</em> αλλά καταλάμβαναν πολύτιμη γη που ήταν απαραίτητη στο αποικιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης. Έτσι ασκήθηκε η κοινωνικοχωρική απομόνωση για να τους μεταφέρουν σε περιορισμένες περιοχές και να εξουδετερώσουν τις απειλές που εκπροσωπούσαν.<a title="_ftnref8" name="_ftnref8" href="#_ftn8">[8]</a> Καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον άξονα γη/εργασία, βρίσκουμε μια σειρά από ενδιάμεσους αστερισμούς που υψώνονται για να εξασφαλίσουν την εργατική δύναμη υποδεέστερων πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να έρθουν στην πόλη, γιατί η πλήρης αστικοποίηση θα αύξανε το κόστος της παραγωγής τους και επίσης θα γεννούσε πιέσεις προς την επιμειξία (που με τη σειρά της θα υπονόμευε την εθνοφυλετική καθαρότητα και ιεραρχία). Σε τέτοια σενάρια, έχεις ένα στρατόπεδο, το οποίο έχει δυο βασικούς τύπους: Το στρατόπεδο εργασίας για τους μετανάστες εργάτες (καθώς και τους ποινικούς κατάδικους και πολιτικούς κρατούμενους) και το στρατόπεδο προσφύγων για τους πολιτικούς εξόριστους.<a title="_ftnref9" name="_ftnref9" href="#_ftn9">[9]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, η αρετή του σχήματος που έχει σχεδιαστεί εδώ είναι πως μας επιτρέπει να ενώσουμε τις διάφορες μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού σε ένα αναλυτικό πλαίσιο και να τα θεωρητικοποιήσουμε ενιαία, αντί να τα χειριζόμαστε ξεχωριστά, σα να ανήκαν σε διαφορετικά πεδία (αγροτικές σπουδές, αστική κοινωνιολογία, εγκληματολογία και ανθρωπολογία των τάξεων και της εθνότητας) και υπηρετούσαν ξεχωριστές λογικές. Πολλά χάνονται από το συμβατικό κατακερματισμό της έρευνας στους τρόπους που ο χώρος <em>αναπτύσσεται για να ορίσει και να περιορίσει κατηγορίες και δραστηριότητες</em>. Ο φυσιολογικός αστικός κοινωνιολόγος δεν δίνει σημασία στις επαρχιακές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες των πόλεων και χάνει την ανάλυση της απόστασης που διανύθηκε που κάποιος γνωρίζει μόνο ανιχνεύοντας παρόμοιες κοινωνικοχωρικές διαδικασίες συγκέντρωσης, αποχωρισμού και συνάντησης που λειτουργούν σε διάφορα περιβάλλοντα. Όμοια, φοιτητές από περιοχές ανώτερης τάξης και φρουρούμενες κοινότητες αγνοούν τα γκέτο και τις φυλακές∙ ερμηνεύουν το σχηματισμό των θυλάκων των προνομιούχων σα μια διαδικασία που γίνεται από μόνη της, που δε συνδέεται με τη μοίρα των άπορων και των ανυπόληπτων κατηγοριών των ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στον πυθμένα του κοινωνικού και φυσικού χώρου όταν στην πραγματικότητα συνδέονται ευθέως (η πτώση του μαύρου γκέτο, εξαπολύεται τότε η ανεξέλεγκτη φυλετική βία, και είναι μια έμμεση αιτία της ανάπτυξης της φρουρούμενης κοινότητας).<a title="_ftnref10" name="_ftnref10" href="#_ftn10">[10]</a> Οι μελετητές που ερευνούν τη μετανάστευση εστιάζουν στους εθνικούς θύλακες – στις ΗΠΑ, κι αυτό σημαίνει φοιτητές από Ευρωπαϊκά, Λατινοαμερικάνικα και Ασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα – κι αφήνουν στους ιστορικούς της Αφροαμερικάνικης αστικοποίησης τη μελέτη του γκέτο (υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, <a href="http://www.press.uillinois.edu/books/catalog/27wcw7tt9780252010637.html" target="_blank">όπως η μελέτη των αντιτιθέμενων διαδρομών των μαύρων, Ιταλών και Πολωνών στο Πίτσμπουργκ στο πρώτο μισό του αιώνα</a> από τον Bodnar κ.α. (1983) αλλά είναι λιγοστές και διάσπαρτες). Τέλος, οι εγκληματολόγοι και οι ποινικολόγοι που ερευνούν  τη φυλάκιση ποτέ δεν συσχετίζουν τη μεταβαλλόμενη δομή και ρόλο της φυλακής στις εξωτερικές μορφές του αναγκαστικού χωρικού περιορισμού που επιβάλλεται στη βασική πελατεία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ οι κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούν το γκέτο των μαύρων δεν διερευνούν τη φυλακή, αν και η διάλυση του πρώτου αποτελεί σημαντική αιτία πίσω από την εκρηκτική επέκταση του δεύτερου καθώς ενώθηκαν με μια τριπλή σχέση λειτουργικής υποκατάστασης, δομικής συνέχειας και πολιτισμικού συγκρητισμού.<a title="_ftnref11" name="_ftnref11" href="#_ftn11">[11]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κατηγορία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μπορεί να εξυπηρετήσει όχι μόνο για να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τις εδαφικές εμπειρίες διαφορετικών πληθυσμών σε διαφορετικά επίπεδα στην κοινωνική δομή, αλλά επίσης να χαρτογραφήσουμε πως ο ίδιος πληθυσμός  μπορεί να μαντρωθεί από ένα συνδυασμό εδαφικών επινοημάτων διαχρονικά. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να κολλήσει τη Νότια Αφρική σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα και να συνδέσει όλη τη γκάμα των κοινωνικοχωρικών μορφών που εκσφενδονίστηκαν για να εδραιώσουν τη φυλετική κυριαρχία και την ταξική εκμετάλλευση στη διάρκεια της ζωής της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Στο αριστερό άκρο του φάσματος, θα έβρισκε κάποιος την θεσμοθέτηση των κτημάτων της αποικιοκρατίας υπό το καθεστώς του «απαρτχάιντ»(1910–1948) κι αργότερα τα μπαντουστάν, τα ανδρείκελα των μαύρων δημοκρατιών που εφηύραν οι λευκοί ηγέτες το 1958 για να «εξωτερικεύσουν» την ιθαγένεια των μαύρων. Προς τη μέση του σχεδιαγράμματος, θα εντοπίζατε τα ορυχεία, μια παραλλαγή του στρατοπέδου εργασίας που εξυπηρετούσε για να στρατολογούν και να καθορίζουν την εκ περιτροπής εργασία των μεταναστών προς όφελος των βιομηχανιών εξόρυξης στη διάρκεια και ύστερα από την «μεταλλευτική έκρηξη». Μαζί, κτήματα και στρατόπεδα εξόρυξης υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την αστικοποίηση αλλά απέτυχαν, οπότε και οι μαύροι εγκαταστάθηκαν μαζικά μέσα σε πόλεις όπου αργότερα υποβιβάστηκαν σε κωμοπόλεις (η Νοτιοαφρικάνικη εκδοχή του γκέτο), στις οποίες σταδιακά συγκέντρωσαν τους πόρους για να προκαλέσουν και τελικά να ανατρέψουν τη λευκή εξουσία. Στο μεταξύ, στην κορυφή της οικονομικής, φυλετικής και αστικής δομής, οι θύλακες της ενισχυμένης ελίτ και οι διάφορες φρουρούμενες κοινότητες της ανώτερης τάξης ευημερούσαν, οι οποίες ήταν αποκλειστικά λευκές  υπό το απαρτχάιντ, πριν γίνουν μερικώς μαύροι μετά το 1994.<a title="_ftnref12" name="_ftnref12" href="#_ftn12">[12]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η Νότια Αφρική είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να πραγματευτεί ζητήματα κοινωνικοχωρικής απομόνωσης γιατί είναι μια κοινωνία που έχει εξωθήσει την εδαφοποίηση της κυριαρχίας στα άκρα της.<br />
Ειδικά στην εποχή του απαρτχάιντ, το κράτος δημιούργησε έναν ευρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό και μια περίπλοκη ομάδα κανόνων σχεδιασμένων για να ενισχύσουν μια στενή αντιστοιχία μεταξύ συμβολικού χώρου (την άκαμπτη διαίρεση της κοινωνίας σε μια ιεραρχία αμοιβαία αποκλειόμενων επίσημων εθνοφυλετικών κατηγοριών), κοινωνικού χώρου (την κατανομή επαρκών πόρων σ’ αυτές τις κατηγορίες), και φυσικού χώρου (την αυταρχική διανομή πληθυσμών και σε πόλεις και σε αγροτικές περιοχές). Απ’ αυτή την άποψη,  είναι το αντίθετο  της Βραζιλίας, όπου η κηλίδωση χαρακτηρίζει και την εθνοφυλετική διαίρεση και την προβολή της στο χώρο. Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για συγκριτικές σπουδές που διερευνούν ποιοι συνδυασμοί μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης αναπτύσσονται σε ποια είδη της κοινωνίας και γιατί.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Δομή, Λειτουργίες, και Μοίρα του Αμερικάνικου Γκέτο </strong></p>
<p><code><br />
</code>Ας θεωρήσουμε τώρα το γκέτο έναν τύπο κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και τη μοίρα του γκέτο των Μαύρων Αμερικανών ύστερα από την παρακμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων έναν ιστορικό γρίφο. Για να κατασκευαστεί ένα γκέτο απαιτείται να συγκεντρωθούν τέσσερα δομικά στοιχεία. Πρώτο είναι το στίγμα: ένα γκέτο εγείρεται στην πορεία της αντιμετώπισης ενός πληθυσμού που αμαυρώνεται, δηλαδή, που είναι μολυσμένος και μολυσματικός στα μάτια της κυρίαρχης κατηγορίας, τόσο που η άμεση επαφή μ’ αυτόν πρέπει να είναι περιορισμένη αν όχι απαγορευμένη. <a href="http://books.google.gr/books?id=kfLmJK-h3UIC&#038;dq=Kenneth+R.+Stow,+Alienated+Minority:&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=JWWaTIy8Mc_54gbP3KGeAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCkQ6AEwAw#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Για τους Εβραίους στα γκέτο της Αναγέννησιακής Ευρώπης</a>, το στίγμα ήταν εθνοθρησκευτικό, συνδεδεμένο με της ευρέως διαδεδομένη Χριστιανική πεποίθηση ότι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Χριστού, φορείς μεταδοτικών ασθενειών, και ξενιστές ανηθικότητας και αιρέσεων.23 <a href="http://us.macmillan.com/americanslavery" target="_blank">Για τους Αφροαμερικανούς στη βιομηχανική μητρόπολη</a> στην εποχή του φορντισμού μεταξύ 1910 και 1970, ήταν το μίασμα που συνδεόταν με τη δουλεία, και που εμπλουτιζόταν με καθημερινές, θρησκευτικές, και ψευδοεπιστημονικές δοξασίες για την υποτιθέμενη κατωτερότητα κι ακόμη και κτηνώδη φύση των μαύρων. Ο δεύτερος θεμέλιος λίθος του γκέτο είναι ο περιορισμός: έχουμε δει ότι οι πληθυσμοί μπορούν να γίνουν εδαφικά συγκεντρωμένοι όχι μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής αλλά επίσης λόγω συγγένειας, μέσω επιλεκτικής απομόνωσης βασισμένης στην τάξη, την κουλτούρα, ή τον τρόπο ζωής. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτά τα δυο σενάρια. Για να επαναλάβω, στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα οι επονομαζόμενες λευκές εθνικότητες συναθροίζονταν χαλαρά και προσωρινά σε ανάμεικτους εθνικούς θύλακες (Μικρή Ιταλία, Μικρή Ιρλανδία, Γερμανόπολη, κλπ.) που είχαν προκύψει από έναν συνδυασμό της μεταναστευτικής εμπειρίας, της ταξικής θέσης, και της πολιτισμικής συμπάθειας∙ αλλά σαν ομάδες δεν είχαν ποτέ υποχρεωθεί  να κατοικούν σ’ ένα σταθερό και κρατημένο γι’ αυτούς έδαφος όπου ζούσαν μόνο οι συμπατριώτες τους, όπως είχαν υποχρεωθεί οι Αφροαμερικανοί μετά τη δεκαετία το 1910.<a title="_ftnref13" name="_ftnref13" href="#_ftn13">[13]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο συστατικό στοιχείο του γκέτο, είναι ακριβώς η <em>εδαφική εκχώρηση</em>: ένα γκέτο προκύπτει όταν ένας στιγματισμένος λαός έρχεται να ζήσει σε μια οριοθετημένη περιοχή η οποία του έχει εκχωρηθεί με τη βία και που με τη σειρά της είναι εκχωρημένη σ’ αυτόν, οπότε έχετε μια αμφίδρομη συνεκδοχή κατηγορίας κι εδάφους που οδηγεί σε εθνική ομοιογένεια και αποκλειστικότητα. Αυτό μας δείχνει το τέταρτο και τελευταίο συστατικό που σχηματίζει το γκέτο, και συγκεκριμένα, το <em>θεσμικό παραλληλισμό</em>. Καθώς ο στιγματισμένος πληθυσμός δέχεται πιέσεις να κατοικεί στην περιοχή που του έχει ανατεθεί, από την οποία δεν μπορεί να αποδράσει, αναπτύσσει ένα δίκτυο θεσμών που αντιγράφουν κι αντικαθιστούν τους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας που τους έχει απορρίψει. Έτσι οι Εβραίοι στην πρώιμη σύγχρονη Ιταλία, όντας υποχρεωμένοι να ζουν σε μια κλειστή Εβραϊκή συνοικία (μέχρι τότε είχαν σε μεγάλο βαθμό επιλέξει να κατοικούν χωριστά) είχαν εκπονήσει μια πυκνή διάταξη πολιτισμικών, οικονομικών και φιλανθρωπικών οργανισμών καθώς και σφυρηλατήσει μια κοινή ταυτότητα παρακάμπτοντας τις κληρονομημένες διαφορές τους της εθνικότητας, γεωγραφίας και γλώσσας. Στην πραγματικότητα, <a href="http://www.amazon.com/Ghetto-Venice-Riccardo-Calimani/dp/0871314843" target="_blank>δημιούργησαν μια αυτάρκη «Εβραϊκή πόλη μέσα στη Χριστιανική πόλη»</a>, ακριβώς όπως οι Αφροαμερικανοί που μετανάστευσαν από τον αγροτικό νότο στη μητρόπολη του φορντισμού στα χρόνια του μεσοπολέμου δημιούργησαν «μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή» για να εξυπηρετήσουν τις συλλογικές ανάγκες τους που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες χάρη στον σκληρό λευκό αποκλεισμό. Θα βρείτε ένα ζωντανό πορτραίτο της ανέγερσης και σταθεροποίησης αυτής της Μαύρης Μητρόπολης, πλήρους με τις δικές της εκκλησίες και μέσα, οικήματα και μέρη διασκέδασης, επαγγελματικές υπηρεσίες και πολιτικές ομάδες, επιχειρήσεις και υπόγεια οικονομία, <a href="http://www.press.uchicago.edu/presssite/metadata.epl?mode=synopsis&#038;bookkey=3638645" target="_blank>στο βιβλίο με αυτόν τον τίτλο</a> που εκδόθηκε το 1945 από τους St. Clair Drake και Horace Cayton — έναν από τους κορυφαίους δέκα τόμους της παγκόσμιας κοινωνικής επιστήμης κι απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σοβαρό μελετητή της πόλης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας δίνει μια ιδέα για τους δυο αντινομικούς ρόλους που έχει παίξει το γκέτο στις δυο πλευρές της σχέσης εθνοφυλετικής κυριαρχίας που πραγματοποιεί, τις οποίες ιστορικοί της Εβραϊκής διασποράς στην Ευρώπη, ανθρωπολόγοι των καθεστώτων των κοινωνικών τάξεων σε Ασία και Αφρική, και κοινωνιολόγοι της μαύρης εμπειρίας στη βιομηχανική εποχή έχουν τεκμηριώσει αλλά, παραδόξως, αποτύχει να συνειδητοποιήσουν και να οργανώσουν θεματικά. Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι, από τη θέση της κυρίαρχης κατηγορίας, ένα γκέτο είναι εργαλείο για κυριαρχία μιας και περικόπτει απότομα το ζωτικό χώρο και τις ευκαιρίες ζωής της αποκλεισμένης κατηγορίας. Όμως, κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό, συλλαμβάνοντας το από κάτω κι από μέσα, <a href="http://bit.ly/aOU1jt" target="_blank">το γκέτο είναι μια ανθεκτική κοινωνικοχωρική ασπίδα</a>, ένας προστατευτικός θώρακας που δημιουργεί έναν ξεχωριστό βιόκοσμο (Lebenswelt) μέσα στον οποίο οι υποδεέστεροι μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα μακριά από την άμεση επαφή με τον κυρίαρχο. Έτσι από την άποψη των Εβραίων στην πρώιμη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη, από την άποψη των Αφροαμερικανών στη μητρόπολη του φορντισμού, το να είναι γκετοποιημένοι  τους πρόσφερε μια ξεχωριστή και προστατευμένη δική τους σφαίρα που ελαχιστοποιούσε την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και τριβή με τον κυρίαρχο, και τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν οικονομικό κεφάλαιο, να εξελίσσουν διακριτά είδη πολιτισμικού κεφαλαίου και να σχηματίζουν το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οργανώσουν και τελικά προκαλέσουν το στίγμα που έφεραν και τον αποκλεισμό που υπέφεραν. Η ισχύς του γκέτο ως ικριώματος κοινωνικής συνοχής και μηχανής πολιτισμικής παραγωγής επιτρέπει στους κατοίκους του να αντιστρέψουν το σθένος του αρνητικού συμβολικού κεφαλαίου που τους είχε καταλογιστεί συλλογικά – όπως εκδηλώθηκε με την επιδρομή του σλόγκαν “Black is Beautiful,”(το Μαύρο είναι Όμορφο) ταυτόχρονα με τα κύματα των εξεγέρσεων τη δεκαετία του ‘60 – και τελικά να επιτεθούν στο ίδιο το κοινωνικοχωρικό επινόημα που τους ορίζει και τους περιορίζει.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα βιβλίο μου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα Αγγλικά με τον τίτλο The Two Faces of the Ghetto – Τα δυο Πρόσωπα του Γκέτο  (το οποίο όσοι από εσάς ξέρετε άπταιστα Γερμανικά μπορείτε να διαβάσετε με τον πιο υποβλητικό τίτλο <em><a href="http://books.google.gr/books?id=gm7Gs-teZrQC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Lo%C3%AFc+Wacquant,+Das+Janusgesichte+des+Ghettos+und+andere+Essays&#038;source=bl&#038;ots=fDbTA2CLZp&#038;sig=XwQr0R6vsTs6hwEgO0v6TXPA0MU&#038;hl=el&#038;ei=IWuaTJWANcv44AaygvVR&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Das Janusgesich des Ghettos</a></em>), κάνω την παρατήρηση ότι τα γκέτο έχουν αντιμετωπιστεί μέσα από ένα στενό ηθικό πρίσμα συνοψισμένο από την λανθασμένα αυτονόητη εξίσωση:  μελετώ την φυλετική κυριαρχία = είμαι ενάντια στο ρατσισμό = τα αντικείμενα που μελετώ είναι καταδικαστέα.29 Σαν τύποι φυλετικής κυριαρχίας, τα γκέτο προσβάλλουν τις ηθικές ευαισθησίες μας στο μέτρο που παραβιάζουν τις ιερές και όσιες αρχές της ατομικής ισότητας κι αξιοπρέπειας για όλους. Σαν αποτέλεσμα, απεικονίζονται επίμονα σαν ειδεχθείς συναστερισμοί με αρνητικό νόημα που θέλεις να καταδικάσεις, να εμποδίσεις να συμβεί, ή να εργαστείς για να το υπονομεύσεις. Αλλά το γενναιόδωρο ηθικό αίσθημα που τροφοδοτεί αυτή την αγανάκτηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην κοινωνιολογική ανάλυση. (Αυτή είναι μια ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής αρχής του κοινωνικού επιστημονικού συλλογισμού που ο μέντορας και φίλος μου Pierre Bourdieu αγαπούσε να τονίζει: «Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή κοινωνιολογία.») </p>
<p><code><br />
</code>Η <em>κατηγορούσα προσέγγιση</em> (prosecutorial approach) που έχει κοινώς υιοθετηθεί από κοινωνικούς αναλυτές τους έχει εμποδίσει από το να αναγνωρίσουν πως ένα γκέτο είναι ένα διπρόσωπο επινόημα: είναι δια μιας και <em>αδιάσπαστα</em> ένα εργαλείο υποταγής και αγωγός προστασίας, ενότητας και συνοχής. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για <em>τα κρυμμένα και ενάντια στο ένστικτο οφέλη της γκετοποίησης</em>, που προσφέρει στην κατώτερη εθνοφυλετική κατηγορία ένα όχημα για αυτό-οργάνωση και κινητοποίηση κι έτσι τους επιτρέπει να μοχλεύσουν τη «δύναμή τους από κάτω». Γι’ αυτό τα γκέτο είναι δομικά ασταθείς σχηματισμοί που έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής (έξω από βασισμένους στο κράτος κοινωνικούς σχηματισμούς): φυτεύουν και μεγαλώνουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής ενδυναμώνοντας τους υποδεέστερους και ποντίζοντας άγκυρες σε προεξέχοντα και ξεκάθαρα εθνοφυλετικά σύνορα μπορούν να γίνουν στόχος επίθεσης – ενώ άλλοι σχηματισμοί εθνοφυλετικής κυριαρχίας, όπως θολές διακρίσεις και ο διασπασμένος διαχωρισμός του είδους που έζησαν οι μετααποικιακοί μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη ή οι Βραζιλιάνοι με το σκούρο δέρμα, για παράδειγμα, το κάνουν ακόμη πιο δύσκολο για έναν στιγματισμένο και φτωχό λαό να ενωθεί σαν ομάδα και να προκαλέσει την περιθωριοποίησή του. </p>
<p><code><br />
</code>Τι συνέβη στο γκέτο των μαύρων Αμερικάνων ύστερα από τις ταραχές της δεκαετίας του ’60; Αν κατανοήσετε ότι ένα γκέτο δεν είναι απλά ένα απομονωμένο μέρος, μια περιοχή με ερειπωμένα σπίτια και κοινωνική εγκατάλειψη, μια «κακόφημη» γειτονιά που περιέχει όλων των ειδών τις κοινωνικές παθολογίες, και μεταξύ αυτών τη φαυλότητα και τη βία (τι μπορεί να γίνει αφού καταρρεύσει)∙ αν κατανοείτε πως είναι ένα ιδιόμορφο κοινωνικοχωρικό επινόημα στοχευμένο προς την επίτευξη της οικονομικής εκμετάλλευσης και του κοινωνικού εξοστρακισμού, τότε μπορείτε να ανιχνεύσετε τα αίτια της βάναυσης κατάρρευσης του “Bronzeville” της Αμερικής ύστερα από την κορύφωση του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Το γκέτο διαλύθηκε και καταπλακώθηκε από τα ερείπιά του, όπως φάνηκε, υπό την πίεση τριών συγκλινουσών δυνάμεων. Η πρώτη είναι <em>οικονομική</em>: είναι η στροφή από την βιομηχανική οικονομία του Φορντ, αγκιστρωμένη από την εργοστασιακή παραγωγή τοποθετημένη μέσα στην πόλη και που απαιτούσε πλήθη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, σε μια αποκέντρωση βασισμένη στις υπηρεσίες οικονομία στην οποία ο αυτοματισμός, η παγκόσμια μετεγκατάσταση, και η ανανεωμένη μετανάστευση των κατώτερων τάξεων κατέστησε του μαύρους εργάτες περιττούς. Ο δεύτερος παράγοντας είναι <em>δημογραφικός και πολιτικός</em>: είναι αυτό που αποκαλώ η μεγάλη μετανάστευση <em>των λευκών</em>. Οι ιστορικοί έχουν γράψει σπουδαία βιβλία για τη μεγάλη μετανάστευση των μαύρων από το Νότο προς την πόλη του Βορρά μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων,<a title="_ftnref14" name="_ftnref14" href="#_ftn14">[14]</a> αλλά ακόμη περιμένουμε έναν κατανοητό απολογισμό της μαζικής λευκής φυγής προς τα προάστια σαν αντίδραση στη μαύρη είσοδο και της εκκωφαντικής επίδρασης της στην Αμερικάνικη κοινωνία, πολιτισμό και πολιτική.<a title="_ftnref15" name="_ftnref15" href="#_ftn15">[15]</a></p>
<p><code><br />
</code>Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι λευκοί έφυγαν κατά εκατομμύρια για να αναδημιουργήσουν στα προάστια την κοινωνική και χωρική απόσταση από τους μαύρους του νότου που συρρέουν στη μητρόπολη. Αυτή η τεράστια μετακίνηση πληθυσμού μετέθεσε το εκλογικό κέντρο βάρους της χώρας από τις κεντρικές πόλεις στα προάστια, μειώνοντας έτσι την πολιτική απήχηση ενός πληθυσμού που ζούσε μέσα στην πόλη κι είχε ήδη περιθωριοποιηθεί στην οικονομική σφαίρα. Επίσης προξένησε τη δημοσιονομική κρίση των πόλεων τη δεκαετία του ’70 που χρησιμοποίησαν οι πολιτικές ελίτ σαν πρόσχημα για να συρρικνώσουν τα προγράμματα για τους φτωχούς και να επαναπροσανατολίσουν την αστική πολιτική προς την πρόβλεψη εταιρικών υπηρεσιών και ανέσεις για τη μεσαία τάξη. Η τρίτη δύναμη που διέλυσε το γκέτο είναι η επιτυχημένη <em>μαύρη κινητοποίηση</em> εναντίον της λευκής κυριαρχίας, με το μορφή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων και το ριζοσπαστικό παρακλάδι του, το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, στράφηκαν στην μετωπική πρόκληση της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και της οικονομικής ανισότητας στη μητρόπολη.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέκλιναν στην κατάρρευση του γκέτο, που έδωσε τη θέση του σ’ έναν δυαδικό συναστερισμό συντεθιμένο από το υπεργκέτο και τις δορυφορικές μαύρες γειτονιές της μεσαίας τάξης.<br />
Η μαζική φυγή των λευκών στα προάστια δημιούργησε τις κενές θέσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στην Αφροαμερικάνικη μεσαία τάξη να μεταναστεύσει, να αναπτυχθεί εκεί, απομονωμένες περιοχές γειτονικές στο ιστορικό γκέτο, ξεχωριστά από τους λευκούς αλλά κι από τη μαύρη κατώτερη τάξη που είχε παγιδευτεί στη Bronzeville που κατέρρεε.<br />
Έτσι η δεκαετία του ‘70 εισήγαγε μια διπλή διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης και χωρικού διαχωρισμού του μαύρου πληθυσμού, με τρόπο που η κοινωνικοχωρική απομόνωση των Αφροαμερικανών στην πόλη συνεχίστηκε, αλλά μέσω ενός διχαλωτού επινοήματος που εξέφραζε  δυο ξεχωριστά αστικά δοχεία: το <em>υπεργκέτο</em>, για τις επισφαλείς φατρίες της εργατικής τάξης και απομονωμένες φυσικά και κοινωνικά γειτονιές διαχωρισμένες από το υπεργκέτο, για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις. </p>
<p><code><br />
</code>Τρεις ιδιότητες διαχωρίζουν το γκέτο του τέλους του αιώνα από το κοινό γκέτο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’10, άνθισε  γύρω στο ’50, και κατέρρευσε στα τέλη του ’60. Πρώτον, το υπεργκέτο στερείται οικονομικής λειτουργίας επειδή η εργατική δύναμη που περιέχει έχει καταστεί υπεράριθμη. Δεύτερον, ο οικονομικός πλεονασμός έχει οδηγήσει σε κοινωνική από-διαφοροποίηση και σε εξανέμιση της μαύρης μεγαλοαστικής τάξης, τόσο που το υπεργκέτο είναι διπλά διαχωρισμένο σε φυλή και τάξη. Τρίτον και αναμενόμενο, έχει απογυμνωθεί από το σύνολο των εσωτερικών θεσμών που προστάτευαν από την κυριαρχία και παρέχουν το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Οι κοινωνικοί θεσμοί του ιστορικού Bronzeville <a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">έχουν αντικατασταθεί από τις γραφειοκρατίες κοινωνικού ελέγχου του κράτους</a>: η πρόνοια μετατράπηκε σε ανταποδοτικότητα, τα δημόσια σχολεία υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, κι επιθετική αστυνομία, ποινικά δικαστήρια, κι ένα αδιάκριτο σύστημα φυλακών και οι προεκτάσεις του, δηλαδή οι πράκτορες που επιτηρούσαν τους υπό όρους αποφυλακισμένους.32 Εν ολίγοις, το υπεργκέτο είναι ένα κοινωνικοχωρικό επινόημα στραμμένο προς το γυμνό αποκλεισμό που διασπά τη μαύρη κοινότητα σε κοινωνικές τάξεις και δεν προσφέρει καμία από τις συλλογικές προστασίες και παράπλευρα οφέλη της γκετοποίησης.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ευρωπαϊκή απομόνωση: Από τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο αντιγκέτο</strong> </p>
<p><code><br />
</code>Ας διασχίσουμε τώρα τον Ατλαντικό για να ανιχνεύσουμε την πορεία της παρακμάζουσας περιφέρειας της Δυτικοευρωπαϊκής πόλης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Για να ξεκινήσουμε, αυτά τα εδάφη της εργατικής τάξης έχουν κοινώς απεικονιστεί – και υποτιμητικά χαρακτηριστεί- ως «γκέτο μεταναστών» στη διαμάχη μεταξύ μέσων και πολιτικής, όταν στην πραγματικότητα ήταν ανάμεικτες περιοχές και ως προς το επάγγελμα και ως προς την εθνικότητα.<a title="_ftnref16" name="_ftnref16" href="#_ftn16">[16]</a> Εκτός από μερικές τοπικές εξαιρέσεις, τα <em>banlieues</em> της Γαλλικής κατώτερης τάξης περιέχουν πληθυσμούς που είναι στην πλειοψηφία τους Γάλλοι και μίγματα κατοίκων που προέρχονται από μια έως δώδεκα ντουζίνες εθνικοτήτων. Ιστορικά, έχουν στηριχτεί στην εργασία σε εργοστάσια και χαρακτηριστεί από τη σφιχτή ενσωμάτωση της μισθωτής εργασίας, των δημοτικών υπηρεσιών, της εργατικής γειτονιάς και της οικογενειακής ζωής. Αυτή η στενή εφαρμογή όμως μεταξύ εργοστασίου, τοπικής εξουσίας, και κοινότητας διαλύθηκε υπό την πίεση της αποβιομηχανοποίησης και μαζικής ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης ως τρόπου πρόσβασης σε πολύτιμες κοινωνικές θέσεις, και αλλαγές στις κρατικές πολιτικές. </p>
<p><code><br />
</code>Θα εστιάσω στην κρατική πολιτική σε σχέση με τη στέγαση χαμηλών εισοδημάτων, μιας και αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Για το θέσουμε σχηματικά, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης έχουν κάνει μεταστροφή από την χρηματοδότηση κατασκευής κοινωνικής στέγασης για την εργατική τάξη στη χορήγηση επιδοτήσεων για ατομικά νοικοκυριά για να τους βοηθήσουν να κινηθούν προς την αγορά των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό έχει δώσει τη δυνατότητα σε οικογένειες της κατώτερης και μεσαίας τάξης να φύγουν από μεγάλα συγκροτήματα του δημόσιου τομέα και να κινηθούν σε ατομικά σπίτια σε ιδιωτικές εκτάσεις. Η προσφορά αυτών των υλικά σταθερών νοικοκυριών άφησε πίσω στις εργατικές κατοικίες μόνο οικογένειες τα εργατικής τάξης, ακριβώς όταν εκείνες υπονομεύονταν από μια δραματική αύξηση της ανεργίας και μια αμείλικτη εξάπλωση της αβέβαιης εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η φυσική φθορά, η οικονομική εξαθλίωση και η δημόσια δυσφήμιση της αστικής περιφέρειας που τώρα γίνεται παγκοσμίως αντιληπτή σαν <a href="http://the.sagepub.com/content/91/1/66.short" target="_blank">τα κολαστήρια των πόλεων στα οποία μόνο οι απόβλητοι της κοινωνίας θα ανέχονταν να ζήσουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Τίθεται τότε το ερώτημα: μήπως αυτά τα εξαθλιωμένα και στιγματισμένα εδάφη της εργατικής τάξης εξελίσσονται έτσι που να γίνονται γκέτο ή σαν γκέτο; Έχοντας σφυρηλατήσει μια ενδελεχή περιγραφή του τι είναι γκέτο, μπορούμε να παράσχουμε μια ενδελεχή απάντηση. Αν δεν είχαμε ξεκαθαρίσει εννοιολογικά τι εννοούμε με τον όρο, η ερώτηση θα ήταν είτε κενή νοήματος ή ανεπίλυτη. Ανάλογα, αν επιμείνετε στην αδιαμόρφωτη ακόμη παραδοσιακή έννοια που κυριαρχεί σαν ρεύμα στην καθημερινή ζωή, στα μέσα, και σε μεγάλους τομείς της έρευνας, στην θολή και μονίμως μεταστρεφόμενη συνηθισμένη σύλληψη του γκέτο σαν μια «κακή γειτονιά», ή μια απομονωμένη, φτωχή, βίαιη, ή ερειπωμένη περιοχή στην οποία θα προτιμούσατε να μην πάτε ή να ζήσετε, τότε μπορείτε να βρείτε γκέτο σχεδόν παντού. Και τα γκέτο εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται, εξαρτώμενα από ένα πλήθος συγκυριακών παραγόντων όπως τις τάσεις του εγκλήματος και τα ποσοστά ανεργίας! Τότε όμως, αν δεχτούμε οποιονδήποτε από αυτούς τους ορισμούς, οι δυο περιπτώσεις – κανόνες του γκέτο, τα <em>gietto</em> της Βενετίας, της Φλωρεντίας, ή της Ρώμης του δέκατου έκτου αιώνα και οι Bronzeville που άνθισαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στο Σικάγο, το Ντητρόιτ, ή τη Νέα Υόρκη δεν ήταν γκέτο! Έχει λοιπόν η περιφέρεια της εργατικής τάξης των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης κυλήσει προς την κατεύθυνση των γκέτο; Η απάντησή μου σ΄ αυτή των ερώτηση είναι σταθερά και απερίφραστα <em>αρνητική</em>. Θα σας κατευθύνω στο <em>Απόβλητοι των Πόλεων</em> για τις εμπειρικές λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να τονίσω τέσσερις τάσεις που δείχνουν πως οι κακόφημες περιοχές της Ευρωπαϊκής μητρόπολης έχουν ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε μπορούμε να πούμε ότι μετατρέπονται σε αντιγκέτο – αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή τη γλώσσα, την οποία δε θεωρώ ούτε εύστοχη ούτε χρήσιμη. </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, γκετοποίηση σημαίνει ότι τα μέλη μιας περιορισμένης κατηγορίας αναγκάζονται να ζήσουν σε ένα ξεχωριστό χώρο κρατημένο γι’ αυτούς, που μηχανικά μεταφράζεται στην αύξηση της <em>εθνικής ομοιογένειας</em>. Όμως οι παρακμιακές περιοχές της Κόκκινης Ζώνης του Παρισιού και τα συγγενή <em>banlieues</em> της Γαλλίας έχουν γίνει λιγότερο ομοιογενή ως προς αυτό στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Όταν έκανα έρευνα πεδίου στην πόλη La Courneuve το 1991, κοντά στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle, ο πληθυσμός που κατοικούσε σ’ αυτό το κακόφημο συγκρότημα κατοικιών των Les Quatre mille προερχόταν από εικοσιέξι εθνικότητες. Όταν επέστρεψα σ’ αυτή την πόλη για να συζητήσω για το βιβλίο μου με τοπικούς ακτιβιστές το 2006, ανακάλυψα ότι το συγκρότημα τώρα φιλοξενούσε γύρω στις 62 εθνικότητες. </p>
<p><code><br />
</code>Ένας δεύτερος δείκτης γκετοποίησης είναι η αυξανόμενη <em>οργανωτική πυκνότητα</em>: μια στιγματισμένη κατηγορία τοποθετημένη σε έναν κρατημένο γι’ αυτήν θύλακα θα τον γεμίσει με δικούς της θεσμούς, όπως έχει καταγραφεί στην ανάπτυξη κι αυξημένη διαφοροποίηση άτυπων και επίσημων οργανισμών. Αλλά τα εδάφη της εργατικής τάξης σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη, από τις κεντρικές περιοχές της Βρετανίας στο Γερμανικό Ruhr και στα <em>quartieri degradati</em> των πόλεων της βόρειας Ιταλίας, έχουν γίνει μάρτυρες του τελείως αντίθετου: της παρακμής και του θανάτου των τοπικών οργανισμών, ειδικά εκείνων που προσφέρουν αρωγή στη βιομηχανική εργατική τάξη και στη σφαίρα της εργασίας και σ’ αυτή της γειτονίας. Περισσότερο συχνά, οι σύλλογοι παρόντες σ’ αυτές τις περιοχές είναι άμεσα ή έμμεσα παρακλάδια του κράτους, και συγκεκριμένα, δημόσιες  γραφειοκρατίες και κοινοτικές αντιπροσωπείες που στηρίζονται στο χρήμα του κράτους. </p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, νωρίτερα τόνισα ότι το γκέτο είναι μια <em>μηχανή πολιτισμικής συγχώνευσης</em> που τρέφει την ανάδυση ενός κοινού ιδιώματος ταυτοποίησης και διεκδίκησης δικαιωμάτων που περικλείει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του στιγματισμένου πληθυσμού. Έτσι η γκετοποίηση διέβρωσε τη διάκριση μεταξύ των Ασκενάζι και των Σεφαραδιτών στην περίπτωση των Εβραίων, και παρόμοια λείανε τις διαφορές μεταξύ Νέγρων και μιγάδων που είχαν τη φιλοδοξία να αναγνωριστούν σαν ξεχωριστή κατηγορία μέχρι τη δεκαετία του ’20 στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Και πάλι, τα παρηκμασμένα εδάφη της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης αποκλίνουν από αυτό το σχήμα μέσα στην αξιοθρήνητη αποτυχία τους να εξασφαλίσουν μια ενοποιημένη ταυτότητα για τους κατοίκους τους. Εδώ και τριάντα χρόνια, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν ανακοινώσει ότι το «γκέτο» έχει φτάσει στη Γαλλία κι έχουν καταγγείλει, με τρομαχτικούς όρους, την υποτιθέμενη «Αμερικανοποίηση» της πόλης, στην πραγματικότητα όμως οι κάτοικοι των <em>banlieues</em> παραμένουν βαθιά διχασμένοι ως προς την τάξη, την εθνικότητα, την εθνότητα (μέσα στην εθνικότητα), την ηλικία, και τη γενιά. Ένα παράδειγμα: στην La Courneuve, πριν από τρεις δεκαετίες στους ενοικιαστές του Les Quatre mille παραχωρήθηκε η ελεύθερη χρήση ενός οικοπέδου της πόλης για να χτίσουν ένα τζαμί.  Όμως οι διάφοροι πληθυσμοί που εξασκούν την Ισλαμική πίστη – Μαροκινοί, Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Τούρκοι, λιγοστοί Κινέζοι, κι αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών από την Ανατολική Αφρική – έχουν αποδειχτεί ανίκανοι να έλθουν στην ελάχιστη συμφωνία να ξεκινήσει το έργο, εφόσον ο καθένας επιθυμεί να λειτουργεί τον δικό του ξεχωριστό τόπο λατρείας. Ο φόβος πως το Ισλάμ θα μπορούσε να προβάλει μια κοινή κοσμοθεωρία κι ένα ιδίωμα ικανό να ενοποιήσει μετααποικιακούς μετανάστες στα Γαλλικά <em>banlieues</em>, στα Βρετανικά “sink estates,” (εργατικές κατοικίες), στο Γερμανικό <em>Problemquartier</em>, κλπ., έχει αποδειχτεί αβάσιμος. Ο μόνος συμβολικός δείκτης που μοιράζονται οι κάτοικοι των Γαλλικών <em>banlieues</em> είναι το στίγμα ότι κατοικούν σε μια περιοχή εγκατάλειψης. </p>
<p><code><br />
</code>Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό του γκέτο είναι ότι τα όριά του είναι <em>αδιαπέραστα</em>, καθώς στοχεύει στον περιορισμό όλων των μελών της στοχοθετημένης κατηγορίας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους και την κοινωνική θέση. Τα Εβραϊκά γκέτο της προεπαναστατικής Ευρώπης, σαν αυτά της Φρανκφούρτης και της Πράγας, είχαν πλούσιους και φτωχούς Εβραίους μαζί∙ το Bronzeville του Σικάγο είχε κλειδωμένες μέσα στην περίμετρό του όλες τις τάξεις των μαύρων, από τους άπορους μέχρι τους εύπορους, τους εγκληματίες και τους ευυπόληπτους, ακόμη κι ενώ αυτοί  συνέρεαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στη Μαύρη Ζώνη. Όχι και τόσο στην Ευρωπαϊκή αστική περιφέρεια, όπου οι οικογένειες των μετααποικιακών μεταναστών που ανεβαίνουν στην κοινωνική κλίμακα – μέσα από τα σχολεία, ήσσονος σημασίας επιχειρηματικότητα, έμμισθη απασχόληση (συχνά στο δημόσιο τομέα), ή γάμους – άμεσα μετακομίζουν έξω από τις φτωχογειτονιές τους. Και, όπως με τους Λατινόφωνους και τις αποκαλούμενες Ευρωπαϊκές εθνικές μειονότητες, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα οδηγεί σε χωρική διασπορά και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι Αλγερινοί κυριαρχούσαν κάποτε στο βόρειο Les Quatre mille, τη συστάδα του συγκροτήματος στη La Courneuve όπου έκανα παρατηρήσεις το 1991∙ είκοσι χρόνια αργότερα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από αυτό το συγκρότημα (για να αντικατασταθούν από οικογένειες Ανατολικοαφρικάνικης και Ασιατικής προέλευσης). Εκείνοι και τα παιδιά τους έχουν μεταναστεύσει σε παρόμοια συγκροτήματα στην Κόκκινη Ζώνη του Παρισιού ή ανέβηκαν στην κοινωνική δομή και διασκορπίστηκαν στον αστικό χώρο, αφού αναμείχθηκαν με «λευκές» Γαλλικές οικογένειες παρόμοιας κοινωνικής τάξης. Υπάρχει μια ευμεγέθης ψευδο-αστική και αστική τάξη Βοριεοαφρικανικής προέλευσης στη Γαλλία – που μερικές φορές  χαρακτηρίζεται ως <em>beurgeoisie</em> (αστική τάξη προερχόμενη από Αραβικές χώρες)– αλλά δεν υπάρχουν πουθενά αναγνωρίσιμες περιοχές της μεσαίας τάξης των <em>beur</em> Βορειοαφρικανών.<a title="_ftnref17" name="_ftnref17" href="#_ftn17">[17]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, οι φθίνουσες περιοχές της κατώτερης τάξης της Ευρωπαϊκής μητρόπολης γίνονται  όλο και πιο εθνικά ετερογενείς και λιγότερο πυκνές οργανωτικά∙ τα όρια τους είναι πορώδη κι απέτυχαν να σφυρηλατήσουν μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Κι από τις τέσσερις απόψεις, υπακούν σε μια κοινωνικοχωρική δυναμική ακριβώς αντίθετη από αυτή που παράγει ένα γκέτο. Γι’ αυτό τα αποκαλώ αντιγκέτο, μέσω της πρόκλησης που θέλω να απευθύνω στους θιασώτες της μοδάτης θέσης της «Αμερικανοποίησης» της Ευρωπαϊκής πόλης. Ύστερα από προσεκτική εξέταση, η γλώσσα της γκετοποίησης αποδεικνύεται θεμελιωδώς ακατάλληλη για να περιγράψει την αστική απομόνωση στη Δυτική Ευρώπη στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p><code><br />
</code>Επιτρέψτε μου τώρα, σαν συμπέρασμα, να έρθω στο τελευταίο στοιχείο στην εξίσωση της αστικής απομόνωσης. Για να κατανοήσουμε τη λογική  υποβαθμισμού στην Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή μητρόπολη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων πληθυσμοί διαχωρίζονται και σπρώχνονται στον πυθμένα του συστήματος διαστρωμάτωσης των χώρων που συνθέτουν την πόλη. Στις ΗΠΑ, ο εξορισμός σε γκέτο καθορίζεται από την εθνικότητα – δηλαδή, από αυτή την αλλόκοτη παραλλαγή της απαρνημένης εθνικότητας που κοινώς αποκαλούμε «φυλή» &#8211;  και μεταγενέστερα μεταβλήθηκε σε τάξη (με την ανάδειξη του ντουέτου που σχηματίστηκε από το υπεργκέτο και το δορυφόρο της διαχωρισμένης μαύρης μεσαίας τάξης), και ευδιάκριτα εντάθηκε από το κράτος μέσω των οικονομικών, προνοιακών, εκπαιδευτικών, στεγαστικών και υγειονομικών πολιτικών του, όλες εκ των οποίων  εργάζονται προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης των ανισοτήτων στην πόλη και της κατοχύρωσης της φτώχειας. Μπορούμε να αθροίσουμε αυτή τη δυναμική με τον αλγεβρικό τύπο: (E > Τ) x Κ που σημαίνει «η κοινωνικοχωρική απομόνωση καθορίζεται από έναν συνδυασμό όπου η εθνικότητα υπερτερεί της τάξης και πολλαπλασιάζεται από το κράτος». Αντίθετα, στη Δυτική Ευρώπη, η τάξη προηγείται της εθνικότητας στον καθορισμό του υποβιβασμού, και η περιθωριοποίηση είναι προστατεύεται σθεναρά κι εν μέρει μετριάζεται από το κράτος, μέσω ενός συνδυασμού καθολικής κοινωνικής προστασίας και στοχευμένων παρεμβάσεων που σκοπό έχουν να ελέγξουν την αστική μετάβαση, δίνοντας μας τον αλγεβρικό τύπο: (Τ > E) χ Κ.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό διευκρινίζει την πρώτη λέξη στον τίτλο της διάλεξής μου: «Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό πρώτο αιώνα». Και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αποδεικνύεται τελικά ότι ο μεγάλος αρχιτέκτονας της αστικής περιθωριοποίησης, λόγω παράλειψης ή ανάθεσης, είναι το κράτος. Το κράτος είναι ο παράγοντας που θέτει τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες η κατανομή των ανθρώπων, πηγών, και δραστηριοτήτων επιτελείται κατά μήκος του ανά δυο χώρου που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης. Μέσα από τα διάφορα προγράμματά του, από την πολεοδομία, τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, τη δημοσιονομική πολιτική, και τις επενδύσεις υποδομής, μέχρι την εδαφικά διαφοροποιημένη πρόβλεψη για ουσιαστικά δημόσια αγαθά όπως η στέγαση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, και η αστυνόμευση, το κράτος καθορίζει την έκταση της απόστασης μεταξύ της κορυφής και της βάσης της τάξης μέσα στην πόλη∙ τα οχήματα, τους δρόμους, και την ευκολία με την οποία αυτή η απόσταση μπορεί να διανυθεί∙ Και ποια είδη κοινωνικοχωρικής απομόνωσης βγάζουν ρίζες κι αναπτύσσονται (αν οι στερημένες και κακόφημες κατηγορίες θα μαντρωθούν σ’ ένα γκέτο, έναν εθνικό θύλακα, ή σε μια φτωχογειτονιά∙ πόσο μεγάλο είναι το σύστημα των φυλακών πόσο κλειστές κι απομονωμένες είναι οι περιοχές της ανώτερης τάξης, κλπ.). Μέσα από τη δομή και τις πολιτικές τους, μοτίβα δράσεων και μη, ο Λεβιάθαν καθορίζει την έκταση, εξάπλωση, και ένταση της περιθωριοποίησης στην πόλη. Αυτό υπονοεί ότι, στο βαθμό που συνεργάζονται για να διαμορφώσουν το δομημένο περιβάλλον, οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες μετέχουν στην παραγωγή του χώρου της κοινωνικοχωρικής υποβάθμισης. Και θα εμπλακούν ακόμη περισσότερο στο σχεδιασμό της αστικής απομόνωσης καθώς οι προηγμένες κοινωνίες όλο και πιο πολύ στηρίζονται σε χωρικές «λύσεις» για κακοφορμισμένα κοινωνικά προβλήματα στη διττή μητρόπολη.<a title="_ftnref18" name="_ftnref18" href="#_ftn18">[18]</a></p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Αυτή είναι μια συνοπτική κι αναθεωρημένη εκδοχή της έκτης διάλεξης Roth-Symonds και της εναρκτήριας ομιλίας στο Συμπόσιο για τους Χωρικούς Αναλφαβητισμούς, που ανακοινώθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Yale στις 27 Μαρτίου, 2009. Έχω αποκόψει πολλά διαφωτιστικά παραδείγματα και αναλυτικές παρεκβάσεις, αλλά διατήρησα την προφορική μορφή της ομιλίας.  Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Iben Falconer και Όλγα Παντελίδου που ευγενικά στάθηκαν σαν οδηγοί μου στο σύντομο ταξίδι μου στη γη της αρχιτεκτονικής του Yale, και τον Jack Brough για την υπομονετική του βοήθεια στην προετοιμασία αυτού του κειμένου, και τους Megan Comfort και Zach Levenson για καθυστερημένα αλλά οξύνοα σχόλια που βοήθησαν στη διευκρίνισή του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για μια συζήτηση για το πρακτικό υπόβαθρο και τους θεωρητικούς στόχους αυτών των δυο βιβλίων, δείτε την ανακεφαλαίωση των αναλυτικών διασυνδέσεων τους στο Loïc Wacquant , “The Body, the Ghetto and the Penal State,” <em>Qualitative Sociology</em> 32, νο. 1 (Μάρτιος 2009): 101–29.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Το <em>Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης</em> (δεύτερη έκδοση, 1989) αποδίδει έξι έννοιες στο ρήμα “to seclude”∙  οι δυο πρώτες εξυπηρετούν πολύ καλά το σκοπό μου: «Κλείνω εκτός, εγκλείω ή περιορίζω έτσι ώστε να αποτρέψω την πρόσβαση ή την επιρροή από έξω. Επίσης, εγκλείω ή περιορίζω (ένα υλικό αντικείμενο) σε ένα ξεχωριστό μέρος»∙ «Με μια ευρύτερη έννοια: Αποσύρω ή προφυλάσσω από τη δημόσια θέα∙ υπαναχωρώ από ευκαιρίες κοινωνικής συναναστροφής». Η σημασιολογική ευρύτητα του όρου εκτείνεται μέχρι την περίληψη των εννοιών του εξοστρακισμού και της απέλασης. Στα μεσαιωνικά μεσαία Αγγλικά, το ρήμα to seclude επίσης σήμαινε αποστερώ δικαιώματος, αποκλείω κάποιον από ένα προνόμιο ή την αξιοπρέπειά του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Edward J. Blakely και Mary Gail Snyder, <em>Fortress America: Gated Communities in the United States</em> (Washington, DC: Brookings Institution, 1999); Rowland Atkinson and Sarah Blandy, επ., <em>Gated Communities: International Perspectives</em> (New York: Routledge, 2006).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Allan H. Spear, <em>Black Chicago: The Making of a Negro Ghetto</em>, 1890–1920 (Chicago: University of Chicago Press, 1968); Gilbert Osofsky, <em>Harlem: The Making of a Ghetto — Negro New York, 1890–1930</em>, 2η έκδοση. (New York: Harper and Row, 1971); Kimberley L. Phillips, <em>Alabama North: African-American Migrants, Community, and Working-Class Activism in Cleveland, 1915–1945</em> (Urbana: University of Illinois Press, 1999).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Η αναλογία υψώνεται στο επίπεδο της ομολογίας όταν κάποιος θυμάται ότι η φυλακή επινοήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα όχι σαν μηχανισμός που τιμωρεί το έγκλημα αλλά σαν εργαλείο χαλιναγώγησης του αστικού περιθωρίου και για να ενσταλάξουν την ηθική της εργασίας στους «γεροδεμένους ζητιάνους» που απειλούσαν τη δημόσια τάξη και τις εργασιακές σχέσεις στην αναδυόμενη καπιταλιστική πόλη. Βλ. Pieter Spierenburg, <em>The Prison Experience: Disciplinary Institutions and their Inmates in Early Modern Europe</em> (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1991).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Loïc Wacquant , “Deadly Symbiosis: When Ghetto and Prison Meet and Mesh,” <em>Punishment &#038; Society</em> 3, . 1 (Φθινόπωρο 2001): 95–133; Wacquant, <em>Punishing the Poor</em>, κεφάλαιο 6.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn8" name="_ftn8" href="#_ftnref8"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Stephen Cornell, <em>The Return of the Native: American Indian Political Resurgence</em> (Oxford: Oxford University Press, 1988). Αυτή είναι επίσης η περίπτωση των ιθαγενών Κανάκ στη Νέα Καληδονία, ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού που αποτέλεσε Γαλλική Αποικία κι όπου πραγματοποίησα τις πρώτες κοινωνιολογικές μου έρευνες στη δεκαετία του ’80, που αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην πρώην Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία ανέπτυξε ένα διπλό σύστημα δικαίου και ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκε με κτήματα/καταυλισμούς που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Βλ. Claude Liauzu, επ., <em>Dictionnaire de la colonisation française</em> (Paris: Larousse, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn9" name="_ftn9" href="#_ftnref9"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτό το μέτωπο από τις προκλητικές έρευνες του ανθρωπολόγου Michel Agier που έχει ακολουθήσει τις δυναμικές της περιθωριοποίησης μελετώντας την «καταστροφή» της πόλης σε περιπτώσεις που κυμαίνονται από περιοχές κατώτερης τάξης σε παρακμή μέχρι τα γκέτο και τα στρατόπεδα προσφύγων απ’ όλο τον κόσμο και ατόμων που έχουν εκτοπισθεί σε τρεις ηπείρους. Βλ. Michel Agier, <em>L’Invention de la ville: Banlieues, townships, invasions et favelas</em> (Paris: Archives Contemporaines, 1999); Agier, <em>Gérer les indésirables: Des camps de réfugiés au gouvernement humanitaire</em> (Paris: Flammarion, 2008).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn10" name="_ftn10" href="#_ftnref10"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Επιπλέον, οι περισσότερες μελέτες των κοινοτήτων των πυλών έχουν εκπονηθεί από πολεοδόμους κι ανθρωπολόγους, δυο επιστημονικοί κλάδοι των οποίων οι μεθοδολογικές τάσεις τους αναγκάζουν να απομονώνουν τα αντικείμενα τους από τις μεγαλοδομές τις εξουσίας. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn11" name="_ftn11" href="#_ftnref11"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wacquant, “Deadly Symbiosis.”</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn12" href="#_ftnref12"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Martin J. Murray, <em>Taming the Disorderly City: The Spatial Landscape of Johannesburg After Apartheid</em> (Ithaca: Cornell University Press, 2008); A.J. Christopher, <em>The Atlas of Changing South Africa</em> (New York: Routledge, 2001).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn13" name="_ftn13" href="#_ftnref13"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[13]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Thomas Lee Philpott, <em>The Slum and the Ghetto: Immigrants, Blacks, and Reformers in Chicago, 1880–1930</em> (New York: Oxford University Press, 1978); Stanley Lieberson, <em>A Piece of the Pie: Blacks and White Immigrants Since 1880</em> (Berkeley: University of California Press, 1980).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn14" name="_ftn14" href="#_ftnref14"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[14]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ., για παράδειγμα, Joe William Trotter, Jr., επ., <em>The Great Migration in Historical Perspective: New Dimensions of Race, Class, and Gender</em> (Bloomington: Indiana University Press, 1991); Alferdteen Harrison, επ., <em>Black Exodus: The Great Migration from the American South</em> (Indianola, MI: University Press of Mississippi, 1992); James N. Gregory, <em>The Southern Diaspora: How the Great Migrations of Black and White Southerners Transformed America</em> (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn15" name="_ftn15" href="#_ftnref15"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[15]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βασικά συστατικά των συντηρητικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 και στα προάστια και στην πόλη, όπως η εξέγερση κατά της φορολογίας, η ώθηση προς την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, και η ζήτηση για σχολικά κουπόνια, καθιερώθηκαν μέσα στο χωνευτήρι της «λευκής φυγής» ως μια απόπειρα ενός ισχυρού κοινωνικοχωρικού κινήματος για να αντεπιτεθούν και να αντιστρέψουν ακόμη τις κατακτήσεις του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Βλ. Kevin M. Kruse, <em>White Flight: Atlanta and the Making of Modern Conservatism</em> (Princeton: Princeton University Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn16" name="_ftn16" href="#_ftnref16"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[16]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Jean-Marc Stébé, <em>La Crise des banlieues: Sociologie des quartiers sensibles</em>, 3η έκδοση (Paris: Presses Universitaires de France, 2007) για τη Γαλλία, και Sako Musterd, Alan Murie, και Christian Kesteloot, επ., <em>Neighbourhoods of Poverty: Urban Social Exclusion and Integration in Comparison</em> (London: Palgrave Macmillan, 2006), για την Ευρώπη γενικότερα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn17" name="_ftn17" href="#_ftnref17"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[17]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Wihtol de Wenden and Rémy Leveau, <em>La Beurgeoisie</em> (Paris: CNRS Editions, 2007). Παραγόμενος από την αντιστροφή της λέξης <em>arabe</em> στην αργκό, ο όρος <em>beur</em> χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ζωή και στη δημόσια συζήτηση για να προσδιορίσει του Γάλλους Μαροκινής καταγωγής (αν και πολλοί από αυτούς τον βρίσκουν προσβλητικό και τον απορρίπτουν). </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn18" name="_ftn18" href="#_ftnref18"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[18]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για ένα διαφωτιστικό παράδειγμα, διαβάστε τον απολογισμό του Fairbanks του έργου της ανεπίσημης οικονομίας ανόρθωσης σπιτιών για ναρκομανείς κι αλκοολικούς μέσα στην καρδιά της πόλης της Φιλαδέλφεια σαν ένας «νέος τρόπος περιορισμού που αναμιγνύει κι αναταράσσει τους άπορους σε περιοχές εδαφικά συγκεντρωμένης φτώχειας» στην μεταπρονοιακή εποχή της νεοφιλελεύθερης μετάβασης. Robert P. Fairbanks, <em>How It Works: Recovering Citizens in Post-Welfare Philadelphia</em> (Chicago: University of Chicago Press, 2009), 268.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2517</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ed Wall &#8211; Η αστική χρήση του υδροκρίτη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=332</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=332#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[ed wall]]></category>
		<category><![CDATA[slow food]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βιώσιμη ανάπτυξη]]></category>
		<category><![CDATA[υδροκρίτης]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=332</guid>
		<description><![CDATA[Το άρθρο αυτό προτείνει τη χρήση των φυσικών συνόρων ενός γεωγραφικού υδροκρίτη για τη δημιουργία ενός πλαισίου προγραμματισμού της ζωής της πόλης που θα συνδέει βασικούς πόρους με συγκεκριμένες περιοχές γης. Υπάρχουν άραγε λύσεις πιο δημιουργικές από εκείνες του παρελθόντος, για να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη έλλειψη νερού; Θα γίνει επίσης αναφορά στο κόστος μεταφοράς του [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/thames_watershed.jpg" title="River Thames watershed"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/thames_watershed.jpg" title="River Thames watershed" alt="River Thames watershed" align="left" height="80" width="105" /></a>Το άρθρο αυτό προτείνει τη χρήση των φυσικών συνόρων ενός γεωγραφικού υδροκρίτη για τη δημιουργία ενός πλαισίου προγραμματισμού της ζωής της πόλης  που θα συνδέει βασικούς πόρους με συγκεκριμένες περιοχές γης. Υπάρχουν άραγε λύσεις πιο δημιουργικές από εκείνες του παρελθόντος, για να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη έλλειψη νερού; Θα γίνει επίσης αναφορά στο κόστος μεταφοράς  του νερού,  μέσα από πολλά αντιφατικά παραδείγματα πόλεων και περιοχών που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της έλλειψής του.  Τέλος, θα συζητηθεί μια πρακτική οικολογικών υπολογισμών με αποτυπώματα,  που συνδέει την μέτρηση των εκταρίων του πλανήτη με τις ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με την κατανάλωση και τη σπατάλη.<span id="more-332"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η γη βασίστηκε πάντα σε ένα επίπεδο ροής για την αναζωογόνηση και την ανανέωση του περιβάλλοντος. Ωστόσο, μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, τα οικοσυστήματα της γης παρέμειναν σε ισορροπία, χωρίς κάποια είδη να έχουν τη δυνατότητα να επιδράσουν στο περιβάλλον σε παγκόσμια κλίμακα. Ξεκινώντας από την καύση των ορυκτών καυσίμων στον βιομηχανοποιημένο κόσμο, η επίδραση της ανθρωπότητας  στο περιβάλλον έχει επιταχυνθεί κι έχει γίνει πιο φανερή. Η επίδραση αυτή αναγνωρίστηκε μόνο αφού ο Αμερικανός επιστήμονας Charles David Κeeling  άρχισε να ερευνά για την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο περιβάλλον, πριν από πενήντα χρόνια. <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/science/nature/7120770.stm" target="_blank">Ένα πρόσφατο άρθρο περιγράφει</a> πώς ο Keeling αναγνώρισε την επίδραση που είχαν οι βιομηχανοποιημένες αστικές περιοχές σε περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα.</p>
<p><code><br />
</code>Μεγάλη έμφαση δόθηκε στα οικολογικά αποτυπώματα και στην ανάλυση πόρων και ροής,  για να γίνουν κατανοητές οι ποσότητες των πόρων και το μέγεθος της σπατάλης που παράγεται από ατομικούς οικισμούς. Η έρευνα αυτή ανέδειξε τη δυσανάλογη ποσότητα των πόρων που χρησιμοποιούνται από τις πόλεις και το δίκτυο των παγκόσμιων ροών από ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές. Μόνο το Λονδίνο υπολογίστηκε ότι έχει οικολογικό αποτύπωμα δυο φορές μεγαλύτερο από το μέγεθος του υπόλοιπου Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς το 81% των τροφίμων του  εισάγονται από υπερπόντιες χώρες. Σύμφωνα με <a href="http://www.citylimitslondon.com/" target="_blank">την έκθεση City Limits</a>, ‘απαιτείται μείωση της παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα κατά 35% μέχρι το 2020 και κατά 80% μέχρι το 2050 εάν το Λονδίνο θέλει να πετύχει το προβλεπόμενο ‘earthshare’ (μερίδιο γης) το 2050 ή 1.44 gha (παγκόσμια εκτάρια) κατά κεφαλή.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Οικισμοί και πόροι</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Εμπορικές πόλεις όπως το Λονδίνο βασίζονται πάντα στην επικράτειά τους για να τις εφοδιάζει με τους πόρους της.  Χωρίς  ανεφοδιασμό σε  τρόφιμα, νερό και κατασκευαστικά υλικά που εισάγονται από την ενδοχώρα, η πόλη δεν επιβιώνει ούτε ευδοκιμεί. Όπως έχει αποδειχτεί, ο αποκλεισμός των πόλεων είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική πολεμική μέθοδος, καθώς η πόλη απομονώνεται απ’ την επικράτεια και ο πληθυσμός στερείται τροφής, νερού και άλλων βασικών πόρων.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a>  Οι πόλεις έχουν πολύ εξελιχθεί από τον περασμένο αιώνα, αρχικά μέσω της βιομηχανοποίησης και αργότερα μέσω των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, και έχουν πετύχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην άντληση,  επεξεργασία και ανεφοδιασμό των πόρων τους. Οι πόλεις έχουν επεκτείνει την επικράτειά τους πέρα από τη γη που κατέχουν, ή  διοικούν, και γίνονται ολοένα πιο εξαρτώμενες από τις εθνικές και διεθνείς ροές του εμπορίου. Αυτά τα πιο αποτελεσματικά συστήματα παράγουν κέρδη ανεφοδιάζοντας πολυπληθείς πληθυσμούς στον πλανήτη με τα πάντα- από μικρά καρότα μέχρι μικροηλεκτρονική, προσπαθώντας πάντα να μειώνουν τα κόστη χωρίς να υπερφορτώνουν τα συστήματα ανεφοδιασμού πόρων. Το ενδεχόμενο κατάρρευσης γίνεται, ωστόσο, όλο και πιο εμφανές στις κοινωνίες που εξαρτώνται τόσο πολύ από εισαγόμενους πόρους.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a>  Η παγκόσμια οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 1970 ήταν άμεσο αποτέλεσμα αυτής της εξάρτησης, καθώς η μεταβαλλόμενη διαθεσιμότητα του αργού πετρελαίου στη βορειοαμερικανική κοινωνία, που βασίζεται στο αυτοκίνητο και το πετρέλαιο, ανέβασε τις τιμές στα ύψη. Η βιωσιμότητα των πόλεων βασίζεται σαφώς στη μακροπρόθεσμη διαχείριση και έλεγχο των πόρων τους,  κυρίως σε ό,τι αφορά τον ανεφοδιασμό σε νερό και τρόφιμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Οικισμοί και περιβάλλοντα</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις έλαβαν πάντα υπόψη τις πλευρές του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται. Για χιλιάδες χρόνια, οι ιστορικές εμπορικές πόλεις αναπτύχθηκαν στα σταυροδρόμια των οδών του εμπορίου, οι ιαματικές πόλεις  στις φυσικές πηγές και άλλοι οικισμοί συγκεντρώθηκαν γύρω από λιμάνια, γέφυρες, κορφές λόφων και εκβολές ποταμών. Από τον δωδέκατο αιώνα, κατηγορούσαν τους πολεοδόμους  ότι υπονόμευαν τη σχέση μεταξύ των πόλεων και του περιβάλλοντός τους καθώς οι τεχνολογικές πρόοδοι σε υλικά, μεταφορές και κατασκευές επέτρεψαν σε νεόχτιστες μορφές να χαλάσουν το τοπίο. Ωστόσο, αιώνες πριν, οι Αιγύπτιοι αγνόησαν το φυσικό τοπίο και μετέφεραν νερό σε απόσταση εκατοντάδων μιλίων με νεωτεριστικά υδραγωγεία και οι Ρωμαίοι έχτισαν ευθύγραμμες στρατιωτικές οδούς διαμέσου των ευρωπαϊκών εδαφών, αγνοώντας την υπάρχουσα μορφή της γης και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της. Από τότε, η παγκοσμιοποίηση των αγορών, των μεταφορών και της γνώσης έχει εντείνει την αποσύνδεση από το τοπίο,  η σύγχρονη κουζίνα αποκαλύπτει ελάχιστα τις σχέσεις μεταξύ καλλιέργειας και κατανάλωσης τροφίμων και η αρχιτεκτονική ανταποκρίνεται σε μια παγκόσμια αισθητική.</p>
<p><code><br />
</code>Σημάδια αντίστασης σ’ αυτή την τάση έχουν εμφανιστεί σε σύγχρονα και καθιερωμένα πεδία. Κάποια προέρχονται από το κίνημα για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με σημαντικά παραδείγματα γ<a href="http://www.zedfactory.com/" target="_blank">ια την ανάπτυξη με μηδέν άνθρακα από τον Bil Dunster</a>. Στην πρώτη από αυτές τις εξελίξεις,  σχετικά με τη μείωση της ενέργειας στη μεταφορά κατασκευαστικών υλικών, καθιερώθηκε ένας κώδικας σχεδιασμού που απαιτούσε να αντλούνται τα υλικά  σε μια ακτίνα 35 μιλίων. Αυτός ο αυτό-επιβεβλημένος περιορισμός δημιούργησε εκ νέου τη σχέση ανάμεσα στην υλικότητα της αρχιτεκτονικής και τους τοπικούς διαθέσιμους πόρους. Στην Ιταλία, το κίνημα για slow food (αργή τροφή) που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ενέπνευσε την εκτίμηση των τοπικών προϊόντων και οδήγησε σε ευρύτερες ιδέες όπως η έννοια της Slowtopia.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a>  Μια υπηρεσία που προβλέπει τις τάσεις, <a href="http://www.thefuturelaboratory.com/" target="_blank">The Future Laboratory</a> (Το Εργαστήριο του Μέλλοντος), χρησιμοποίησε τον όρο Slowtopia   για να περιγράψει την επείγουσα ανάγκη για αργό ταξίδι, φαγητό και πολιτισμό, βασισμένη στην ποιότητα της εμπειρίας.  Προβλέπουν ότι το τοπικό στοιχείο αναμένεται να καθορίσει την ποιότητα, ενώ η κατανάλωση ενέργειας και  το γρήγορο φαγητό συνεπάγονται άσκοπη πληθωρικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθούν οι ιδέες αυτές στον προγραμματισμό της ζωής στην πόλη; Μπορούν τα παραδείγματα του ZEDFactory να εφαρμοστούν σε μια ολόκληρη πόλη ή περιοχή όπου, αντί για τη χρήση μιας αφηρημένης ακτίνας 35 μιλίων, μια περιβαλλοντική μέτρηση θα δείξει τη δυνατότητα του τοπίου;</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Οικισμοί και νερό</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Οι πολιτισμοί και οι οικισμοί τους έχουν ωφεληθεί ιστορικά από τη στενή σχέση με το νερό. Από την αρχαία Μεσοποταμία μέχρι τις σύγχρονες μητροπόλεις όπως το Ρότερνταμ, η Νέα Υόρκη, το Τόκιο και η Σαγκάη, η εγγύτητα στο νερό υπήρξε βασική. Από το εμπόριο, την άμυνα, την αποχέτευση και την απλή κατανάλωσή του μέχρι τις θρησκευτικές και πνευματικές τελετές, το νερό, σε όλες του τις μορφές,  βρισκόταν στο επίκεντρο των ανθρώπινων οικισμών. Καθώς οι οικισμοί αυτοί εξελίχθηκαν σε μεγάλες πόλεις, το νερό επέδρασε τόσο στις δημογραφικές αλλαγές όσο και στη φυσική ανάπτυξη. Η αντίδραση του Μανχάταν στο γεγονός ότι περιορίζεται από τις ακτές του ήταν να κτίσει μέχρι τον ουρανό. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τεράστιοι υδατοφράχτες  στις κοιλάδες της Ουαλίας χρηματοδοτήθηκαν από τη μακρινή πόλη Λίβερπουλ προκειμένου να ανεφοδιαστεί ο αυξανόμενος εμπορικός πληθυσμός της με πόσιμο νερό. Στην Καλιφόρνια, πολλοί ποταμοί έχουν εκτραπεί και έχουν γίνει υπόγειοι αγωγοί για τον ανεφοδιασμό  του πληθυσμού του Λος Άντζελες- αυτά τα μηχανολογικά γεγονότα αφηγείται η ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι Chinatown, όπου κυριαρχούν σκοτεινές δραστηριότητες για τον ανεφοδιασμό σε νερό,  την ανάπτυξη  πόλεων και ύποπτες αυτοκτονίες.</p>
<p><code><br />
</code>Η μεταφορά πόσιμου νερού γι’ αυτές τις επεκτεινόμενες πόλεις κοστίζει ακριβά.  Ποταμοί που εκτρέπονται, υδραγωγεία, αγωγοί, σταθμοί άντλησης και συχνά ολόκληρα τάνκερ με πόσιμο νερό επιστρατεύονται για να αποτραπούν οι ελλείψεις νερού και η στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης. Η ιστοσελίδα για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη, Planetizen, <a href="http://www.planetizen.com/node/16674" target="_blank">αναφέρει ότι ο διπλασιασμός του πληθυσμού της Αριζόνα</a> τα τελευταία 25 χρόνια στερεύει τους πεπερασμένους πόρους της πολιτείας. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη απειλεί να υπερκαλύψει τους περιορισμένους υδάτινους πόρους της αγροτικής Αριζόνας, αφήνοντας ολόκληρες κοινότητες ευάλωτες στις ελλείψεις και  ποτάμια που κινδυνεύουν να ξεραθούν. Στην Αυστραλία, κάποιες πόλεις προτείνουν να μεταφέρουν νερό δια θαλάσσης από τη Νέα Ζηλανδία και την Τασμανία. Μια εταιρία της οποίας ηγείται ο πρώην πρωθυπουργός Bob Hawke, <a href="http://www.news.com.au/couriermail/story/0,23739,20581521-953,00.html" target="_blank">συμβουλεύει την  κυβέρνηση της Τασμανίας</a> για το πόσο εφικτό είναι να αγοράσει φρέσκο νερό και να το μεταφέρει στο Μπρισμπέιν, το Σίντνει και τη Μελβούρνη μέσα σε ειδικά σχεδιασμένα τάνκερ. Ενώ η μέθοδος αυτή λέγεται ότι κοστίζει λιγότερο, βραχυπρόθεσμα, από την κατασκευή νέων υδατοφραχτών και εργοστασίων αφαλάτωσης,  η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της είναι ασαφής. Η εφήμερη φύση της εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων βασικών πόρων έγινε εμφανής όταν, τον Σεπτέμβριο του 2000, ο αποκλεισμός των διυλιστηρίων πετρελαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/politics/1004175.stm" target="_blank">έφερε τη χώρα στο χείλος μιας εθνικής επισιτιστικής κρίσης</a>. Δεν θα έπρεπε να ερευνηθούν κι άλλες μεθοδολογίες; Υπάρχει μια πιο ανθεκτική προσέγγιση που να μπορεί να αντέξει τις αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική, τις αγορές και το περιβάλλον; Μπορούν οι πόροι μας να επηρεάσουν τον προγραμματισμό των πόλεων με πιο ενεργό τρόπο;</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Το νερό και το υδροκρίτης</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Μια προσέγγιση είναι να χρησιμοποιηθεί ο υδροκρίτης ως περιβαλλοντική μέτρηση που κατευθύνει τον προγραμματισμό νέων οικισμών. Οι υδροκρίτες, οι δεξαμενές υδάτων υπονόμου ή οι γραμμές διαχωρισμού υδάτων είναι μερικές από τις εναλλακτικές προσεγγίσεις για την περιγραφή μιας περιοχής όπου το βρόχινο νερό που πέφτει σ’ αυτήν φτάνει στον ίδιο προορισμό των ποταμών και των εκβολών τους. Ο υδροκρίτης είναι ένα από τα πολλά περιβαλλοντικά συστήματα που οι γεωγράφοι χρησιμοποιούν για να κατανοήσουν τη σχέση ανάμεσα στη γη και τους υδάτινους πόρους, και οι υδροκρίτες είναι μοναδικοί στο ότι φέρνουν κοντά ένα μετρήσιμο έδαφος με έναν προσδιορισμένο ποσοτικά, ανανεώσιμο πόρο. Υδροφόρα πετρώματα, πιεζομετρικές επιφάνειες νερού και υδροκρίτες μπορούν να μετρηθούν σε ό, τι αφορά το μέγεθός τους, τις ροές τους, τη δυνατότητά τους να κρατούν το νερό και να υποστηρίζουν την πανίδα και τη χλωρίδα. Επειδή ο υδροκρίτης περιέχει μια προσδιορισμένη ποσότητα ανανεώσιμου ύδατος και εκφράζεται καθαρά στην επιφάνεια της γης με τη μορφή μιας μεταβαλλόμενης τοπογραφίας, διαθέτει μεγάλες δυνατότητες ως εργαλείο προγραμματισμού της ζωής των πόλεων.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Η αστική χρήση του υδροκρίτη</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές και αγγλικές ντιρεκτίβες αναγνωρίζουν την επίδραση που ο προγραμματισμός και η χρήση της γης έχουν για την ποιότητα και την ποσότητα του νερού στις λεκάνες απορροής των ποταμών μας.  Στο Ηνωμένο Βασίλειο, <a href="http://www.defra.gov.uk/Environment/water/wfd/" target="_blank">η Water Framework Directive</a>, που τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2000, αποσκοπεί να μειώσει την αρνητική επίδραση της προγραμματισμένης και απρογραμμάτιστης ανθρώπινης δραστηριότητας για τους πόρους στις περιοχές που βρίσκονται οι λεκάνες απορροής των ποταμών. Ωστόσο, αντί να μετριαστεί απλώς η επίδραση εξωτερικών παραγόντων στον υδροκρίτη, υπάρχει η δυνατότητα να προταθεί  μια διαδικασία που αυξάνει την επιρροή του υδροκρίτη στον προγραμματισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Με αυτή την πρόταση, οι εναλλακτικές τεχνικές για τον προγραμματισμό της ζωής της πόλης μπορούν να αναπτυχθούν ώστε να εξασφαλίσουν ένα βιώσιμο απόθεμα πόρων τόσο στις πόλεις όσο και στα εδάφη που τις περιβάλλουν. Εάν βασικές ανάγκες ενός πληθυσμού θεωρούνται το νερό, τα τρόφιμα και η στέγη,  τότε ο προγραμματισμός νέων πόλεων γύρω από τοπικές πηγές μπορεί να φέρει μια μεγαλύτερη ισορροπία πόρων για τις αστικές περιοχές μας. Η ποσότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας που μπορεί να υποστηριχθεί με τροφή και νερό διαθέσιμο σε έναν συγκεκριμένο υδροκρίτη μπορεί να υπολογιστεί μέσω της κατανόησης της γεωργικής δυνατότητας του υδροκρίτη και το διαθέσιμο απόθεμα ύδατος που υπάρχει σ’ αυτόν. Συνδυάζοντας το με οικολογικά στοιχεία αποτυπωμάτων, ανάλυση για τη ροή των πόρων, και τοπική γεωγραφική πληροφόρηση όπως η δυνατότητα της γης για ανθρώπινο οικισμό, ένας βέλτιστος πληθυσμός και πυκνότητα μπορούν να καθοριστούν για τον υδροκρίτη. Ακολουθώντας αυτή τη μεθοδολογία, οι προγραμματιστές της ζωής της πόλης μπορούν να υπολογίσουν τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που ένας συγκεκριμένος υδροκρίτης μπορεί να συντηρήσει με τους δικούς του πόρους και μπορεί επομένως να παράσχει καθοδήγηση σε ό, τι αφορά το μέγεθος των νέων πόλεων και χωριών. Με κάθε νέο στρώμα ή εφαρμογή αυτής της προσέγγισης, οι προγραμματιστές πόλεων και περιφερειών μπορούν να αντιληφθούν πόση δραστηριότητα μπορεί να υποστηριχθεί από το τοπικό νερό, τρόφιμα,  ξυλεία,  ορυκτά, ανοικτούς χώρους και άλλους πόρους στην επικράτεια του υδροκρίτη. Όπως οι οικολογικοί υπολογισμοί με αποτυπώματα,  μπορεί να υπάρξει μια ισχυρή αντίληψη για τη βιωσιμότητα μιας περιοχής. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας τον υδροκρίτη, παρά την άυλη περιοχή ενός παγκόσμιου εκτάριου, μπορεί να επιτευχθεί  μεγαλύτερη υπευθυνότητα από κάθε διοικητική περιφέρεια.</p>
<p><code><br />
</code>Η μέθοδος αυτή δείχνει τη δυνατότητα κατανόησης του τοπίου σε μετρήσιμα εδάφη που μπορούν να αναλυθούν σε σχέση  με την αυτάρκειά τους. Η αιτία που το νερό και η τροφή χρησιμοποιούνται ως κατευθυντήριες αρχές είναι ότι η σημασία των πόρων τους για την ανθρώπινη επιβίωση, λόγω των εντατικών ενεργειακών μεθόδων για τη μεταφορά του νερού και των τροφίμων διαμέσου του τοπίου και λόγω του ότι όλο και περισσότερο η ευαίσθητη ισορροπία που έχουν σήμερα πολλές πόλεις σε σχέση με  τους πόρους τους σε νερό και τρόφιμα, είναι κρίσιμη. Η έλλειψη νερού που προέκυψε τις τελευταίες δεκαετίες θα αυξηθεί όσο η κλιματική αλλαγή στον πλανήτη ανεβάζει τις θερμοκρασίες. Στην Αυστραλία, η δημιουργία υπουργείου για την Κλιματική Αλλαγή και το Νερό υπογραμμίζει το συσχετισμό που κάνουν πολλές κοινωνίες μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και των βασικών πόρων τους. Η άντληση τοπικής τροφής και υλικών θα γίνεται, επίσης, σημαντικότερη <a href="http://www.economist.com/opinion/displayStory.cfm?Story_ID=10252015" target="_blank">όσο οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Ο έλεγχος της αύξησης του πληθυσμού στις περιοχές της γης μοιάζει ακραίος. Ωστόσο, δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Πρόσφατα και παλιότερα παραδείγματα ελέγχου του πληθυσμού έγιναν γνωστά μέσα από τις προσπάθειες εξισορρόπησης των διαθέσιμων πόρων σε ένα κλίμα αυξανόμενης ζήτησης. Μολονότι η βρεφοκτονία, όπως γινόταν σε κάποιες αρχαίες ελληνικές πόλεις, δεν είναι ευρέως αποδεκτή, ο εκούσιος έλεγχος των γεννήσεων προωθείται ακόμη στις περισσότερες χώρες.  Η έκταση του ελέγχου της μετανάστευσης μπορεί επίσης να αλλάξει μέσα από τις διαδοχικές κυβερνήσεις, παρόλο που είναι εμφανές στα περάσματα των εθνικών συνόρων ότι σε ορισμένους ταξιδιώτες απαγορεύεται η είσοδος. Κι ακόμη και ο αστικός προγραμματισμός, που συνεπάγεται έναν έλεγχο του πληθυσμού στο μέτρο του αναπτυξιακού ελέγχου που υπαγορεύει, καταλήγει σε συγκεκριμένα μεγέθη οικισμών με συγκεκριμένους πληθυσμούς.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Δυνητικές εφαρμογές</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει δυνατότητα μέτρησης και καθοδήγησης της χρήσης άλλων προϊόντων μ’ αυτόν τον τρόπο. Η διαχείριση των αποβλήτων, για παράδειγμα, μπορεί να θεωρηθεί ως ευθύνη της περιοχής του υδροκρίτη αντί να μεταφέρεται σε απομακρυσμένες τοποθεσίες. Τα σκάνδαλα που ξέσπασαν καθώς τα απόβλητα μεταφέρονταν διαμέσου του πλανήτη οφείλονται μόνο εν μέρει σε συμπεριφορές τύπου ‘Όχι Στην Πίσω Αυλή Μου’ και περισσότερο στην έλλειψη υπευθυνότητας που είχαμε πάντα για τα απόβλητά μας. Η LGA (<a href="http://www.lga.gov.uk/lga/core/page.do?pageId=1" target="_blank">Local Government Association</a>) εκτιμά ότι οι χωματερές στο Ηνωμένο Βασίλειο θα έχουν φτάσει στα όρια τους μέσα στην επόμενη δεκαετία και ότι χρειάζεται να υπάρξουν εναλλακτικές προτάσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Η άντληση τοπικών υλικών και πόρων από τις περιοχές με υδροκρίτες μπορεί να επαναφέρει  τοπικά χαρακτηριστικά στα χτισμένα περιβάλλοντά μας. <a href="http://www.thedesignline.co.uk/dtgcse/html/documents/Tenshoppingtipsfortheethicalconsumer.doc" target="_blank">Ενώ οι επιτόπιες αγορές μπορούν</a> ‘να αποθαρρύνουν τη χρήση αυτοκινήτου, να προσφέρουν πιο προσωπικές υπηρεσίες και υποστήριξη στην τοπική κοινότητα’, η χρήση τοπικών υλικών για το χτίσιμο των πόλεών μας μπορεί να μειώσει την επίδραση των μεταφορών, να δημιουργήσει μια νέα τοπική αισθητική, να εμπνεύσει νέες οικονομίες και να δημιουργήσει τοπικές ειδικεύσεις. Ενώ το επιχείρημα για την ενθάρρυνση των τοπικών οικονομιών έρχεται σε αντίφαση με πολλά από τα οφέλη που αποκομίζουν οι παγκόσμιες εταιρίες, <a href="http://www.neweconomics.org/gen/news_clonetownbritainresults.aspx" target="_blank">το επιχείρημα για διάκριση</a> ανάμεσα στο σχεδιασμό και τη σύνθεση των πόλεών μας είναι καίριο. Η εξαγωγή γρανίτη από την Κίνα σαφώς δεν είναι βιώσιμη για χώρες που διαθέτουν ήδη πόρους σε πέτρες. Η χρήση τοπικής πέτρας στη Μοντάνα και πορτογαλικού γρανίτη στην Πορτογαλία θα μπορούσε να δημιουργήσει εκ νέου μια τοπική ταυτότητα όπως αυτή της πόλης Αμπερντίν της Σκοτίας, όταν απέκτησε το παρατσούκλι Η Γρανιτένια Πόλη για την αφθονία της σε κτίρια από γρανίτη.</p>
<p><code><br />
</code>Ο υδροκρίτης θα μπορούσε μάλιστα να επαναπροσδιορίσει εθνικά και πολιτικά σύνορα. Σε πολλές χώρες, οι περιοχές με υδροκρίτες δημιουργήθηκαν για τη διαχείριση θεμάτων που σχετίζονται με τους πόρους του υδροκρίτη. Σήμερα, αυτά υπάρχουν ως σώματα συντήρησης και διατήρησης που προωθούν την προστασία του νερού στον υδροκρίτη. Ωστόσο, υπάρχουν σαφώς δυνατότητες για να αναπτυχθούν σε πιο ενεργές ολότητες που χρησιμοποιούν την αντίληψή τους για τους υπάρχοντες πόρους για να παρέχουν μεγαλύτερη προγραμματική καθοδήγηση. Αναμένεται ότι οι καβγάδες για το νερό του παρελθόντος δεν θα είναι τίποτα σε σύγκριση με τις μελλοντικές διαμάχες για τους υδάτινους πόρους. Μπορεί, συνεπώς, μια ενεργή προγραμματική προσέγγιση που διαχειρίζεται την ανάπτυξη των οικισμών σε σχέση με μια βιώσιμη πρόσβαση σε πόρους να <a href="http://www.mideastnews.com/WaterWars.htm" target="_blank">αποτρέψει τους λεγόμενους πολέμους του νερού</a>;</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Μέλλον</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Αυτό το άρθρο σκιαγραφεί μια απλή έννοια που συνδυάζει τις ροές διαθέσιμων πόρων μέσα σε έναν προσδιορισμένο χώρο προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μεγαλύτερο μέγεθος οικισμού που ο υδροκρίτης μπορεί να συντηρήσει. Εάν αναπτυχθεί και υπολογιστεί να περιλάβει όλους τους πόρους που χρειάζονται για την επιβίωση στην πόλη, ο υδροκρίτης μπορεί να γίνει το αντίστοιχο του οικολογικού  αποτυπώματος της πόλης, χρησιμοποιώντας όμως ένα απτό είδος στο χώρο, πόρους και υπευθυνότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η μετακίνηση πόρων και ανθρώπων θα μπορούσε πάντα να προκύψει ανάμεσα στους υδροκρίτες και τις χώρες, μόνο όμως με τη γνώση ότι κάθε υδροκρίτης στον πλανήτη είναι κρίσιμος. Ενδέχεται το Λονδίνο να προσδιορίζεται στο μέλλον περισσότερο από τον υδροκρίτη της κοιλάδας του Τάμεση παρά από την περιφερειακή οδό του αυτοκινητόδρομου Μ 25; Ενδέχεται η Νέα Υόκη να προσδιορίζεται από την έκταση της κοιλάδας του Hudson και να αναγνωρίζει τη στήριξη και υπευθυνότητά της  απέναντι στις άλλες πολιτείες; Ελάχιστες τυπολογίες του τοπίου είναι άμεσα συνδεδεμένες με έναν βασικό πόρο, γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσες οι δυνατότητες του   υδροκρίτη για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα και ένα τοπίο σε πολλές κλίμακες.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Marco D&#8217;Eramo. <em>The Pig and the Skyscraper: Chicago: A History of Our Future</em> (New York, NY: Verso, 2003) </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Jared Diamond. <em>Collapse</em> (London, UK: Penguin Books Ltd, 2006)<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Martin Raymond. “Autumn 2007 Trend Dossier” <em>The Future Laboratory</em> (2007) 23-25<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=332</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μιχάλης Φραγκιάς- Συνδέοντας την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη: Ο καίριος ρόλος των πόλεων και η καλή αστική διακυβέρνηση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=335</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=335#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[μιχάλης φραγκιάς]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=335</guid>
		<description><![CDATA[Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias" alt="Michail Fragkias" align="left" height="120" width="105" /></a>Οι  αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά  διαμετρήματος, αναμένεται  ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι  περισσότεροι από τους  νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.<span id="more-335"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή και γενικότερα η παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή-το σύνολο των βιοφυσικών μεταβολών της γης, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας, που καθοδηγείται από ένα συμπλεκόμενο σύστημα ανθρώπινων και φυσικών διαδικασιών- είναι ευρέως τεκμηριωμένη και αναγνωρίζεται σήμερα ως πραγματικότητα από τη συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων. Αυτές οι παγκόσμιες αλλαγές μπορούν να γίνουν αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της αλλοίωσης της ατμόσφαιρας της γης και των ωκεανών (όπως αλλαγές στη σύνθεση της ατμόσφαιρας, συγκέντρωση όζοντος στη στρατόσφαιρα, εισροή υπεριωδών και κλίμα ) ή μπορούν να προκύψουν τοπικά αλλά τόσο εκτεταμένα ώστε να αποτελούν  παγκόσμια αλλαγή (όπως αλλαγή στη χρήση γης, απώλεια βιολογικής ποικιλίας, βιολογικές εισβολές και αλλαγές στην ατμοσφαιρική χημεία).<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο σε ό, τι αφορά τις πραγματικότητες της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής. Μέσα από τις προσπάθειες κοινοτήτων όπως η Διακυβερνητική Επιτροπή  για την Κλιματική Αλλαγή και η 4η  Έκθεση Αξιολόγησής της του 2007, ξέρουμε ότι η αύξηση στις παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες είναι αναμφισβήτητη κι ότι από τα μέσα του 20ού αιώνα είναι <em>πολύ πιθανό</em>  (90-99% πιθανότητα) το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής να προκαλείται από τον άνθρωπο. Εκτός από τη γενική αύξηση των θερμοκρασιών, του επιπέδου της θάλασσας και της συχνότητας των φυσικών καταστροφών και των επιπέδων των οικονομικών απωλειών, το σύνολο των διαθέσιμων συντηρητικών προτύπων της κλιματικής αλλαγής δείχνει ότι είναι <em>πολύ πιθανό</em> οι ακραίες θερμότητες, οι μακρές περίοδοι ζέστης και τα κύματα καύσωνα να συνεχίσουν να είναι πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές. Ότι τα φαινόμενα ισχυρών βροχοπτώσεων θα είναι, επίσης, πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές,  ότι είναι <em>πιθανό</em> να πλήττεται από την ξηρασία μια ακόμη μεγαλύτερη περιοχή του πλανήτη κι ότι οι μελλοντικοί τροπικοί κυκλώνες θα είναι πιο έντονοι, με μεγαλύτερες ταχύτητες ανέμων και ισχυρότερες βροχοπτώσεις αλλά αβέβαιο συνολικό αριθμό.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a></p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι επιστημονικές προβλέψεις έχουν τεράστια σημασία για την ανθρώπινη ασφάλεια και υγεία στο βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον, καθώς τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής εκδηλώνονται σε διαφορετικές τοποθεσίες. Ενώ η διεθνής πίεση για γρήγορη δράση έναντι των τεκμηριωμένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αυξάνεται, οι πληθυσμοί που η ζωή τους απειλείται εξαιτίας της μη αναστρέψιμης κλιματικής αλλαγής και των αναμενόμενων βραχυπρόθεσμων επιδράσεών της, πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται  επιλογές προσαρμογής. Όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, η  κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο έχει δυσανάλογες επιδράσεις στους φτωχούς μέσα από διαφορετικές κλίμακες- περιοχές, έθνη, πόλεις και γειτονιές. Ενώ είναι σαφές ότι οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής αγγίζουν τόσο τους νικητές όσο και τους ηττημένους, τα έθνη και οι πόλεις που έχουν κάνει τις περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου τα τελευταία 100 χρόνια δεν θα είναι αυτά που θα επωμιστούν το φορτίο των αρνητικών επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Τα ‘καλά’ και τα ‘κακά’ της κλιματικής αλλαγής που προκαλείται από τον άνθρωπο δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στους πληθυσμούς του ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Τα φτωχά έθνη και πληθυσμοί έχουν μειωμένη ή ανύπαρκτη προσαρμοστική ικανότητα που θα τους επέτρεπε να προστατευθούν από τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και συνεπώς αντιμετωπίζουν αυξημένα επίπεδα ευπάθειας. Ταυτόχρονα, οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο  δεν έχουν συνήθως  ισχυρή φωνή στην πολιτική αρένα, με αποτέλεσμα την αδύναμη εκπροσώπησή τους στη διαμόρφωση πολιτικής σε εθνικό και υπο-εθνικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι συζητήσεις για την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή κατά καιρούς  παραβλέπουν την παγκόσμια μεταστροφή από την αγροτική στην αστική ζωή, που αποτελεί μια καθοριστική παγκόσμια τάση τα τελευταία 100 χρόνια. Οι πόλεις έχουν γίνει σημαντικές ολότητες στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές σφαίρες. Η πιο πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τις Παγκόσμιες Προοπτικές Αστικοποίησης επισημαίνει ότι ο μισός  παγκόσμιος πληθυσμός ζει σήμερα σε πόλεις, σε σύγκριση με 30% πριν από πενήντα χρόνια και 10% πριν από εκατό χρόνια. Πιο σημαντικό, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του μελλοντικού παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι το 2020 προβλέπεται ότι θα προκύψει στις γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις φτωχών αφρικανικών και ασιατικών εθνών (περίπου 30% του συνόλου) καθώς και στη Λατινική Αμερική. Η Αφρική και η Ασία αστικοποιούνται σήμερα πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερο όγκο από τις υπόλοιπες περιοχές του κόσμου. Μολονότι ο αριθμός των μεγαλουπόλεων, πόλεων με πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων,  θα είναι αυξανόμενος, αναμένεται ότι θα περιλαμβάνουν περίπου το ίδιο ποσοστό του αστικού πληθυσμού στον κόσμο- γύρω στο 15%. Οι περισσότεροι από τους μελλοντικούς κατοίκους των αστικών κέντρων θα ζουν σε γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις, μεσαίου ή μικρού μεγέθους, του αναπτυσσόμενου κόσμου, και θα υφίστανται πολλές από τις σημερινές αστικές παθολογίες.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος, η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σαφές, όμως, ότι σήμερα η αστικοποίηση προκύπτει γρηγορότερα και περισσότερο σε μέρη που βρίσκονται σε χαμηλότερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης και αντιμετωπίζουν γοργές δημογραφικές αλλαγές. Τα συστήματα της πόλης θα εξακολουθήσουν να επιδρούν δυσανάλογα στις ευαίσθητες οικολογικά περιοχές και συγκριτικά με άλλα συστήματα θα συμβάλουν στην απώλεια γεωργικής γης. Αστική ανάπτυξη αναμένεται σε παράκτια και άγονα οικοσυστήματα, ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής. Η εξάπλωση της αστικής ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα αποτελέσει κυρίαρχη τάση αλλά αυτό θα μπορούσε να ανατραπεί από την πρόσφατη άνοδο στην τιμή του πετρελαίου. Τα καυτά σημεία της αστικοποίησης στερούνται λειτουργιών όπως μόνιμη στέγαση, πρόσβαση σε βελτιωμένο νερό, βασικούς πόρους και συνθήκες υγιεινής ενώ είναι υπερπλήρη, με υψηλά επίπεδα ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τα θεσμικά περιβάλλοντα σε αυτά τα σημεία είναι αδύναμα, δεν υπάρχει κυριαρχία του νόμου και  υπευθυνότητα, αλλά εκτεταμένη διαφθορά. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ‘δέσμες άγχους’ που αυξάνουν την πιθανότητα επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές  θεωρούνται κεντρικό στοιχείο στις αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή στη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών, λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων ευκαιριών και ρίσκων. Καθώς μέχρι το 2020 οι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο θα έχουν φτάσει, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες,  τα 4 δις (τρία τέταρτα του πληθυσμού), η προσοχή εστιάζεται  στο γεγονός ότι το 80% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από τις πόλεις.  Το θετικό είναι ότι οι πόλεις είναι (ή μπορούν να είναι) τόποι  οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας, σημαντικοί κόμβοι για τη σημερινή παγκοσμιοποίηση, σύνδεσμοι της παραγωγής και του εμπορίου και πύλες για την παγκόσμια οικονομία. Είναι επίσης δυνητικά αποτελεσματικοί χρήστες της υποδομής και των πόρων που οφείλονται σε οικονομίες  κλίμακας, και προωθούν  πιο αποτελεσματικές αστικές μορφές και λειτουργίες.  Είναι ακόμη πρωταρχικοί χώροι παρέμβασης για την αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης, για τη μείωση των επιδράσεων της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.  Η τοπική δράση στις μητροπολιτικές περιοχές έχει παγκόσμιες επιδράσεις. Λόγω της αυξημένης πυκνότητας των πληθυσμών, οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής όπως οι φυσικές καταστροφές, οι κρίσεις στην υγεία, οι διαταράξεις στην κοινωνική ζωή και την οικονομία γίνονται πολύ αισθητές σε σημαντικά υποσύνολα των εθνικών πληθυσμών.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αλληλεπιδράσεις προς δυο κατευθύνσεις ανάμεσα στις αστικές περιοχές και την κλιματική αλλαγή έχουν καλλιεργήσει μια εντυπωσιακή ποικιλία αντιδράσεων στις αστικές περιοχές στη διάρκεια των τελευταίων ετών- διάφορες διεθνείς, περιφερειακές, εθνικές και τοπικές πρωτοβουλίες δημιουργήθηκαν σε μεγάλες πόλεις βιομηχανοποιημένων χωρών, εστιασμένες στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα,  η Ένωση των Δημάρχων για την Προστασία του Κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημιουργήθηκε το 2001 με περισσότερες από 700 πόλεις-μέλη, αποτελεί εν μέρει μια αντίδραση στην απροθυμία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η κλιματική ομάδα C-40 των μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου, αρχικά υπό τον Δήμαρχο του Λονδίνου το 2005 με τη συμμετοχή 18 πόλεων, επεκτάθηκε σε παραπάνω από 40 μεγάλες πόλεις στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις, σε αντίθεση με τις αμερικανικές, δίνουν έμφαση σε μια κοινή προσέγγιση που εστιάζεται στην άμβλυνση όπως και στην προσαρμογή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσοχή έχει επικεντρωθεί σε πράξεις άμβλυνσης που επιδιώκουν στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου με ελάχιστη προσοχή μέχρι στιγμής στην προσαρμογή σε τοπικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Στη χρονική περίοδο που θεωρείται σχετική με την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή, και τις διαδικασίες της κλιματικής αλλαγής, οι αντιδράσεις σε αυτό το φαινόμενο έρχονται μέσω τριών πρωταρχικών μέσων: τεχνολογία, θεσμική ανάπτυξη και αλλαγή, καθώς και αλλαγές συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Παρόλο που οι τεχνολογικές ανακαλύψεις είναι πολύ σημαντικές (και οι πόλεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές ως κέντρα τεχνολογικής καινοτομίας) η θεσμική ανάπτυξη στις μητροπολιτικές περιοχές αξίζει αυξημένης προσοχής- σαφές σημάδι καλής αστικής διακυβέρνησης.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η αποκεντρωμένη διακυβέρνηση, που προέκυψε μέσα από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, τον εκδημοκρατισμό και τα οικονομικά αναπτυξιακά προγράμματα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο και τις ικανότητες των πόλεων να αυτοδιοικούνται και, τουλάχιστον θεωρητικά,  επιτρέπει μια πιο ενημερωμένη κοινωνική επιλογή (όπως δημόσιες μεταφορές,  αστική αναπτυξιακή πυκνότητα, ρεαλιστικές αναπτυξιακές προσδοκίες και μείωση των φτωχογειτονιών) και πιο αποτελεσματική και βιώσιμη χρήση των τοπικών πόρων (όπως υπηρεσίες προστασίας του οικοσυστήματος και των ευαίσθητων γαιών). Η πιο αποτελεσματική αστική διακυβέρνηση αποτελεί κλειδί για την αστικο-περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με δεδομένες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αστικοποίησης και του τοπικού, περιφερειακού και παγκόσμιου περιβάλλοντος, στην καρδιά της περιεκτικής ατζέντας για την αστική βιώσιμη έρευνα.  Η επίτευξη καλής αστικής διακυβέρνησης μπορεί να προωθήσει περαιτέρω τις ενέργειες άμβλυνσης και προσαρμογής αλλά και να δώσει μια ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας την κλιματική αλλαγή σε θεμελιακό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ερευνητές έχουν συνοψίσει τις προκλήσεις και τα οράματα για μια καλή αστική διακυβέρνηση, που είναι πολύ σημαντική για τον σχεδιασμό ενός βιώσιμου αστικού μέλλοντος. Θεσμοί και οργανώσεις, όπως η Επιτροπή Εθνικών Ακαδημιών των Ηνωμένων Πολιτειών για τον Πληθυσμό και το Περιβάλλον  και η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της Έκθεσή της για την Παγκόσμια Ανάπτυξη, επισημαίνουν παράγοντες όπως η ικανότητα μιας τοπικής κυβέρνησης να παράσχει κατάλληλες δημόσιες υπηρεσίες στους πολίτες της (ικανότητα), με τη συγκέντρωση και διαχείριση ικανοποιητικού εισοδήματος (οικονομία),  με τον χειρισμό αποκλίσεων,  κατακερματισμού και ανισοτήτων μεταξύ πόλεων (διαφορά), όπως και της αυξανόμενης αστικής βίας και του  εγκλήματος (ασφάλεια). Με τον χειρισμό, επίσης, της αυξανόμενης πολυπλοκότητας σε ό, τι αφορά τη διαχείριση του μωσαϊκού που έχει στη δικαιοδοσία της,  καθώς οι πόλεις αυξάνουν σε πληθυσμό και έκταση (εξουσία).  Μοιράζονται την ευθύνη και συντονίζουν την ενίσχυση και διασύνδεση των παικτών σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης (μοίρασμα ευθυνών και συντονισμού), προσφέρουν ευρεία συμμετοχή στη στρατηγική για την κατανόηση και την οικοδόμηση συναίνεσης, παρακινούν πράξεις και προσπάθειες για την αποτίμηση της προόδου (συμμετοχική διακυβέρνηση) και δίκτυα για επικοινωνίες και οικοδόμηση ικανότητας μεταξύ επαγγελματιών και επιτηρητών (οικοδόμηση δικτύων). Παλιά και τρέχοντα προγράμματα του International Human Dimensions Programme για την Παγκόσμια Περιβαλλοντική Αλλαγή συστήνουν να δίνεται προσοχή στα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κλίμακα προσαρμογής/ταιριάσματος και την αλληλεπίδραση μεταξύ (πολιτικών) θεσμών και Συστήματος της Γης, καθώς και στις διαστάσεις της αρχιτεκτονικής,  της δράσης, της προσαρμοστικότητας, της υπευθυνότητας, της πρόσβασης και της κατανομής στην αστική κλίμακα της διακυβέρνησης του Συστήματος της Γης. Η ομάδα της Resilience Alliance προωθεί την ιδέα μιας συμμετοχικής αστικής διακυβέρνησης με ευέλικτη, ανοιχτή στη μάθηση,  διαχείριση,  που μπορεί να αποφύγει τις ακαμψίες που ενδέχεται να προκύψουν κατά την κατάρρευση των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a></p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, η σύγχρονη πολιτική οικονομία- στην καρδιά της διεπιστημονικής κοινωνικής επιστήμης- πρεσβεύει ότι η ιδέα της καλής διακυβέρνησης απαιτεί μια ισορροπημένη άποψη για την κυβέρνηση-  μια κυβέρνηση που λειτουργεί υπό το διορθωτικό πλαίσιο στις αποτυχίες της αγοράς αλλά που ανταποκρίνεται επίσης στις κυβερνητικές αποτυχίες. Μια καλή αστική διακυβέρνηση έχει ως προαπαιτούμενο τη συνειδητοποίηση της διασύνδεσης σχέσεων και ευκαιριών για τη στρατηγική αλληλεπίδραση μεταξύ όλων των παικτών και των επιτηρητών που υπάρχουν στη σφαίρα της αστικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη θεσμική  διασύνδεση των μεγάλων παγκόσμιων αλλαγών των τελευταίων 150 χρόνων, που προκλήθηκαν από τον άνθρωπο και χαρακτηρίζονται για τον, χωρίς προηγούμενο, γοργό ρυθμό τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-US"> Vitousek, P. M. (1992). Global environmental change: an introduction. <em>Annual Review of Ecology and Systematics</em>, 23, 1-14.</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> IPCC. (2007). <em>Climate Change 2007: The Physical Science Basis. Contribution of Working Group I to the Fourth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change</em>. Cambridge, United Kingdom and New York, NY, USA: Cambridge University Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> UN. (2008).<em> World urbanization prospects: the 2007 revision</em>. New York: UN Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Sánchez-Rodríguez, R., Seto, K. C., Simon, D., Solecki, W. D., Kraas, F., &amp; Laumann, G. (2005). <em>Science Plan: Urbanization and Global Environmental Change</em> (No. 15). Bonn Germany: IHDP.<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wilbanks, T. J., Kirshen, P., Quattrochi, D., Romero-Lankao, P., Rosenzweig, C., Ruth, M., et al. (2007). <em>Effects of global change on human settlements</em>.Unpublished manuscript.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Redman, C. L., &amp; Jones, N. S. (2005). The environmental, social, and health dimensions of urban expansion. <em>Population and Environment</em>, 26(6), 505-520.<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=335</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
