<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; Λατινική Αμερική</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?cat=75&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Μοντέλα δημοκρατίας στη Λατινική Αμερική</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=3286</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=3286#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:37:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[εισαγωγή]]></category>
		<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[πολιτικό σύστημα]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=3286</guid>
		<description><![CDATA[Πώς γίνεται αντιληπτή η δημοκρατία στην Λατινική Αμερική; Ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή δεν μπορούν ενδεχομένως να γίνουν κατανοητές υπό ένα ενιαίο πρίσμα, οι χώρες της μοιράζονται μια πολιτική κληρονομιά όπου εναλλάσσονται ο αυταρχισμός και ο λαϊκισμός, ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύουν μια σημαντική παράδοση στα κοινωνικά κινήματα. Μπορεί τα τελευταία χρόνια οι δικτατορίες να έχουν [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/Mafalda.jpg" title="mafalda"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/Mafalda.jpg" title="mafalda" alt="mafalda" width="150" align="right" height="120" /></a></p>
<p>Πώς γίνεται αντιληπτή η δημοκρατία στην Λατινική Αμερική; Ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή δεν μπορούν ενδεχομένως να γίνουν κατανοητές υπό ένα ενιαίο πρίσμα, οι χώρες της μοιράζονται μια πολιτική κληρονομιά όπου εναλλάσσονται ο αυταρχισμός και ο λαϊκισμός, ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύουν μια σημαντική παράδοση στα κοινωνικά κινήματα. Μπορεί τα τελευταία χρόνια οι δικτατορίες  να έχουν δώσει τη θέση τους σε λιγότερο ή περισότερο δημοκρατικές κυβερνήσεις, ωστόσο τα ερωτήματα που αφορούν τη φύση και τις μορφές της δημοκρατικής εκπροσώπησης παραμένουν επίκαιρα, και μαζί με αυτά ο ρόλος της Αριστεράς και των προοδευτικών κοινωνικών κινημάτων στην αναδιαμόρφωση του πολιτικού τοπίου. <span id="more-3286"></span></p>
<p><code><br />
</code> Τα άρθρα σε αυτό το τεύχος μας προσφέρουν μια οπτική των σύγχρονων πολιτικών τάσεων στην περιοχή,  οι οποίες κάποιες φορές ευθυγραμμίζονται με τις με τις διεθνείς εξελίξεις, ενώ άλλοτε προσαρμόζονται στις τοπικές πολιτικές ιδιαιτερότητες. Με τα ερωτήματα που θέτουν για μια σειρά θεμάτων, από τη συμμετοχική δημοκρατία και την τοπική αυτοδιοίκηση έως τον λαϊκισμό,  αναδεικνύουν την εμφάνιση νέων μορφών της πολιτικής ως θεωρίας και πρακτικής στις χώρες της περιοχής. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή είναι προ των πυλών. Πράγματι, όπως φαίνεται σε κάποια από τα άρθρα, όπως για παράδειγμα αυτό της Liliana De Riz για τους Κίρχνερ στην Αργεντινή, ή  η συνέντευξη του Leopoldo Lopez για τις εκλογές στην Βενεζουέλα, σε πολλές περιπτώσεις η νέα εποχή είναι το προϊόν της ανακύκλωσης παλιών λαϊκιστικών συνταγών. Εκείνο που έχει σημασία εδώ ωστόσο, είναι ότι η επανάληψη των παλαιών μοντέλων, δεν περνά αναπάντητη καθώς τα κοινωνικά κινήματα που παρέμεναν μέχρι πρόσφατα αποκλεισμένα από την πολιτική επικαιρότητα, αντιδρούν αναπτύσσοντας ένα νέο πολιτικό λεξιλόγιο που δίνει έμφαση δικαιώματα και την τοπική διακυβέρνηση, ενώ η δημοκρατική Αριστερά κάνει την επιστροφή της ξεφεύγοντας από το δίπολο λαϊκισμού-απολυταρχισμού. Η τάση αυτή παρουσιάζεται εδώ κυρίως στις περιπτώσεις της Αργεντινής και της Βενεζουέλας, ανοίγει ωστόσο τη συζήτηση για τις ευρύτερες εξελίξεις στην  περιοχή.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=3286</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Leopoldo López &#8211; Πολιτική αλλαγή στη Βενεζουέλα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2902</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2902#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:37:07 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Leopoldo Lopez]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Leopoldo López]]></category>
		<category><![CDATA[Βενεζουέλα]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[εκλογές]]></category>
		<category><![CDATA[συμμετοχική δημοκρατία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2902</guid>
		<description><![CDATA[Με αυτές τις εκλογές, η Βενεζουέλα βρίσκεται τώρα σε κρίσιμο σημείο, παραπαίοντας μεταξύ δυο επιλογών: έναν αυταρχισμό κουβανέζικου είδους αναμεμιγμένου με οικονομική και κοινωνική εξαχρείωση ή ένα νέο δρόμο δημοκρατικής και οικονομικής ζωτικότητας. Εμείς που βρισκόμαστε στην πολιτική αντιπολίτευση πρέπει να δώσουμε νέους ηγέτες και νέες ιδέες για να κάνουμε το δεύτερο ενδεχόμενο πραγματικότητα. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Leopoldo López" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/lopez.jpg"><img title="Leopoldo López" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/lopez.jpg" alt="Leopoldo López" hspace="5" vspace="5" width="140" height="160" align="left" /></a></p>
<p>Ο Leopoldo López, πρώην δήμαρχος της πολής Τσακάο στην περιοχή του Καράκας, θεωρείται ο ηγέτης της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα. Πρόεδρος του κινήματος <em><a href="http://www.voluntadpopular.com/">Voluntad Popular</a></em> (Λαϊκή Βούληση), έχει βρεθεί συχνά στο στόχαστρο των αρχών στη Βενεζουέλα για την πολιτική του δράση. Στην συνέντευξη που ακολουθεί αποτιμά τα αποτελέσματα των πρόσφατων κοινοβουλευτικών  εκλογών και αναλύει τις προοπτικές των κινημάτων βάσης στην χώρα. <span id="more-2902"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση</strong>: Ποια είναι η εκτίμησή σας για τις πρόσφατες εκλογές στη Βενεζουέλα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Leopoldo López</strong>: Οι εκλογές αποτέλεσαν ένα πρώτο βήμα για την αλλαγή, αλλά ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι μια πρόκληση. Μια ισχυρή πλειοψηφία ψηφοφόρων της Βενεζουέλας ψήφισαν εναλλακτικούς υποψήφιους- και κατά της πολιτικής και των υποψηφίων του κυβερνώντος κόμματος, σε μια εκλογική αναμέτρηση με πολύ υψηλή συμμετοχή. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πλεονεκτήματα που είχε το επίσημο κόμμα PSUV – από τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης και τη χρήση δημοσίου χρήματος μέχρι τον φόβο ότι οι ψήφοι κατά του κυρίαρχου καθεστώτος θα καταγραφούν και θα τιμωρηθούν- το αποτέλεσμα αυτό είναι πολύ σημαντικό. Το καθαρό συμπέρασμα είναι ότι οι κάτοικοι της Βενεζουέλας διψούν για νέες ιδέες και ένα καλύτερο μέλλον και αυτό θα έπρεπε να δώσει κουράγιο στους νέους ηγέτες που θέλουν να προωθήσουν ένα εναλλακτικό όραμα.</p>
<p><code><br />
</code>Τι πρόκειται λοιπόν να συμβεί; Βραχυπρόθεσμα, τα σημαντικά εμπόδια θα παραμείνουν. Το γεγονός ότι το PSUV ελέγχει ακόμη το 60% των εδρών, μολονότι κέρδισε μόνο το 48% των ψήφων, δείχνει πόσο φαλκιδευμένη είναι η δημοκρατία στη Βενεζουέλα. Ο πρόεδρος Τσάβες έχει υποσχεθεί ότι θα εξακολουθήσει να πιέζει με το πρόγραμμα του αυταρχικού ελέγχου- και θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα επιχειρήσει να υποβαθμίσει το αποτέλεσμα και να περιθωριοποιήσει την ψήφο του λαού.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Ποιες κατά τη γνώμη σας είναι οι κύριες προτεραιότητες στο κοντινό μέλλον για όλους εκείνους που επιθυμούν να εργαστούν για ένα νέο πρότυπο κοινωνίας;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Leopoldo López</strong>: Με αυτές τις εκλογές, η Βενεζουέλα βρίσκεται τώρα σε κρίσιμο σημείο, παραπαίοντας μεταξύ δυο επιλογών: έναν αυταρχισμό κουβανέζικου είδους αναμεμιγμένου με οικονομική και κοινωνική εξαχρείωση ή ένα νέο δρόμο δημοκρατικής και οικονομικής ζωτικότητας. Εμείς που βρισκόμαστε στην πολιτική αντιπολίτευση πρέπει να δώσουμε νέους ηγέτες και νέες ιδέες για να κάνουμε το δεύτερο ενδεχόμενο πραγματικότητα. Μολονότι πολλοί Βενεζουελιανοί αποστρέφονται το παρόν, δεν έχουν συμφέρον να επιστρέψουν στο παρελθόν. Η ανισότητα, η φτώχεια και η διαφθορά είναι προβλήματα δεκαετιών και η εκλογή του Τσάβες το 1998 δεν ήταν παρά ένα σύμπτωμά τους. Για να κερδίσουν τις καρδιές και το νου των ψηφοφόρων, οι νέοι ηγέτες θα δείξουν πώς σχεδιάζουν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις που έδωσε νωρίτερα ο Τσάβες, αλλά με τρόπο συμμετοχικό, δημοκρατικό και-πάνω από όλα-αποτελεσματικό. Η προσέγγισή μας για τις εκλογές του 2012 είναι ένας εξαίρετος τόπος για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία του  αυτοπροσδιορισμού μας σύμφωνα με το μέλλον και όχι με το παρελθόν. Τίποτα δεν φωνάζει τόσο ότι είναι ʺ παλιό και ελιτίστικοʺ όσο η παρασκηνιακή λήψη αποφάσεων. Και τίποτα δεν σηματοδοτεί τη ρήξη μας με το παρελθόν όσο μια ανοιχτή και διαφανής εκλογή για να επιλέξουμε τους εναλλακτικούς υποψήφιους που ανταγωνίζονται για κάθε σημαντικό πόστο, συμπεριλαμβανομένων των 24 κυβερνητών, των 335 δημάρχων και του νέου προέδρου της Βενεζουέλας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>E:</strong> Ποιος είναι ο ρόλος των κινημάτων της εκλογικής βάσης και των νέων στη διαμόρφωση ενός νέου οράματος για τη Βενεζουέλα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Leopoldo López</strong>: Στις κοινότητες ανά τη χώρα υπάρχει κενό ηγεσίας την οποία έχουμε την ευκαιρία να καλύψουμε μέσω των οργανώσεων της βάσης. Ως ηγέτης του κινήματος Voluntad Popular, επισκέφθηκα εκατοντάδες κοινότητες σε όλη τη χώρα. Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τόσο χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Δεν πρόκειται για ιδεολογικό θέμα, αλλά για έμπρακτο συναίσθημα. Η υποδομή, οι θεσμοί και ο κοινωνικός ιστός της Βενεζουέλας επιδεινώνονται και οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η κυβέρνηση Τσάβες είναι το πρόβλημα και όχι η λύση. Όταν μια παγκόσμια πετρελαϊκή δύναμη που δαπανά δεκάδες δισεκατομμύρια στο εξωτερικό δεν μπορεί να κρατήσει τα φώτα αναμένα στο εσωτερικό, οι άνθρωποι βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Γι’ αυτό το μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας μας πρέπει να επικεντρωθεί στο να δώσουμε τη δυνατότητα σ’ αυτές τις κοινότητες να φέρουν την αλλαγή μόνες τους, μέσω οργάνωσης, εργαλείων διαχείρισης και ανάπτυξης της ηγεσίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong></strong><strong>E:</strong> Ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή της διεθνούς αλληλεγγύης στην προσπάθειά σας;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Leopoldo López</strong>: Η δέσμευση της διεθνούς κοινότητας είναι καίρια. Τα κατασταλτικά καθεστώτα δεν δέχονται πρόθυμα την αλλαγή και η Βενεζουέλα δεν αποτελεί εξαίρεση. Η τράπουλα θα παραμείνει σημαδεμένη εναντίον μας κατά πολλούς τρόπους- από τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, τον έλεγχο του δικαστικού σώματος, τη χειραγώγηση των εκλογικών κανόνων και τον εκφοβισμό των διαφωνούντων. Οι διεθνείς οργανισμοί πρέπει να έχουν τη βούληση να αναδείξουν και να καταδικάσουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Ένα παράδειγμα είναι το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο οποίο θα έρθει σύντομα μια υπόθεση που αφορά μια από τις πλέον κατάφωρες περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας από τον κ. Τσάβες: ο παράνομος αποκλεισμός εκατοντάδων ηγετών της αντιπολίτευσης από καίριες πολιτικές εκλογές που επρόκειτο να κερδίσουν. Η απόφαση του Διαμερικανικού Δικαστηρίου γι’ αυτή την πρακτική μπορεί να αποτελέσει μείζον και σημαντικό προηγούμενο όχι μόνο για τη Βενεζουέλα αλλά γενικότερα για την Αμερική. Θα βοηθήσει για να διασφαλιστεί ότι το 2012 οι ψηφοφόροι θα έχουν τις επιλογές ηγεσίας που  τους αξίζουν. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα για το πώς οι πολυμερείς διεθνείς οργανισμοί μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της κυριαρχίας του νόμου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2902</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Orlando Costa και Fabio J. Quetglas &#8211; Ο &#8220;νέος&#8221; λαβύρινθος των αργεντίνικων τοπικών κυβερνήσεων</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=3295</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=3295#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:36:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Orlando Costa and Fabio J. Quetglas]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Fabio J. Quetglass]]></category>
		<category><![CDATA[Orlando Costa]]></category>
		<category><![CDATA[Αργεντινή]]></category>
		<category><![CDATA[τοπική αυτοδιοίκηση]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=3295</guid>
		<description><![CDATA[Είναι βασικό να προσεγγίσουμε τον τοπικό χώρο ως σφαίρα αναδόμησης της πολιτικής νομιμότητας. Στον τοπικό τομέα παίζεται ένα καθημερινό παιχνίδι έντασης μεταξύ, από τη μια πλευρά, της οικοδόμησης μιας κοινωνίας αλληλεγύης με μια ανταγωνιστική οικονομία και, από την άλλη πλευρά, μιας απείθαρχης κοινωνίας που ελέγχεται από τους ανθρώπους της αγοράς. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Argentina Administrative Map" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/6601956.jpg"><img title="Argentina Administrative Map" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/6601956.jpg" alt="Argentina Administrative Map" hspace="5" vspace="5" width="140" height="180" align="left" /></a> </p>
<p>Πριν από εικοσιπέντε χρόνια, με την επιστροφή της χώρας στη δημοκρατία, η &#8220;τοπική ατζέντα&#8221; είχε έξι βασικά χαρακτηριστικά: α) ήταν περιθωριακή στην πολιτική ατζέντα, β) ήταν &#8220;φτωχική&#8221;, περιορισμένη σε θέματα παροχής υπηρεσιών, συγκέντρωσης χρημάτων και υποδομών, γ) αποτελούσε μονοπώλιο ʺειδικώνʺ, εντός των πολιτικών κομμάτων,  κυρίως από τον κόσμο της διοίκησης, δ) αναφερόταν σε εκτιμήσεις που δεν βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, ε) ήταν μάλλον ομοιογενής, ακόμη και σε πολύ διαφορετικούς δήμους, όπου η τοπική διαχείριση δεν συγκρινόταν με το διεθνές επίπεδο και, ευκαιριακά, με το εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, οι εθνικές και περιφερειακές υποψηφιότητες προκαλούσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους ψηφοφόρους από τις προτάσεις για τοπικούς υποψήφιους.<span id="more-3295"></span></p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα, η τοπική ατζέντα παρουσιάζεται σε διαφορετικό σχήμα: α) είναι όλο και πιο σημαντική στο γενικό πολιτικό πλαίσιο, β) έχει να κάνει με μια ʺευρεία ατζένταʺ που συνδυάζει θέματα οικονομίας, κοινωνίας, περιβάλλοντος, εκπαίδευσης, υγείας, ασφάλειας, πολεοδομίας, ακόμη και μάρκετινγκ, γ) έχει τραβήξει πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή προσοχή, με αποτέλεσμα τη δημοσίευση πληθώρας σχετικών κειμένων, τα οποία ανοίγουν μια πραγματική ευκαιρία, δ) μια από τις λίγες συμπτώσεις που αντέχουν στο χρόνο είναι ότι  γνωρίζουμε πολύ λίγα για τις τοπικές κυβερνήσεις σε σύγκριση με αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζουμε, ε) η τοπική ατζέντα ξεδιπλώνεται σε 4 πολύ διαφορετικά επίπεδα: μια μητροπολιτική ατζέντα για περίπου 13 μεγάλα αστικά κέντρα, μια για πόλεις μεσαίου μεγέθους μεταξύ 50.000 και 250.000 κατοίκων, μια τρίτη για μικρότερες πόλεις ( από 5.000 έως 50.000) και μια τέταρτη ατζέντα για δημογραφικά ευάλωτες τοποθεσίες (λιγότερο των 5.000) , στ) υπό το φως σημαντικών τοπικών εμπειριών σε παγκόσμιο (Βαρκελώνη, Βερολίνο κλπ), περιφερειακό (Μεντεγίν, Κουριτίμπα κλπ) και εθνικό επίπεδο (υπάρχουν ήδη μερικές περιπτώσεις για ανάλυση). Κατά την άποψη των ακαδημαϊκών, οι συγκρίσεις ανάμεσα στους τοπικούς χώρους αυξάνονται, μολονότι δεν πραγματοποιούνται πάντα με τις αντίστοιχες προφυλάξεις.</p>
<p><code><br />
</code>Κατά τον ίδιο τρόπο, σε πολιτικό και εκλογικό επίπεδο, οι τοπικές υποψηφιότητες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, πετυχαίνοντας σε πολλές περιπτώσεις μια ψήφο που διαφοροποιείται από τις εθνικές και/ή περφερειακές εκλογικές προτιμήσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, η κατεύθυνση δεν δίνεται πλέον από την κορυφή, όπως γινόταν παραδοσιακά.</p>
<p><code><br />
</code>Αντιμέτωποι με μια ʺσυμβολικήʺ διάταξη, που έχει μεταβληθεί σημαντικά, προσεκτικοί απέναντι στις προσπάθειες επανεκτίμησης του πολιτικού χώρου εγγύτητας, σε εγρήγορση σε σχέση με το είδος της δημοφιλίας που προσελκύει  πολιτικούς επιστήμονες, οικονομολόγους και πολεοδόμους, οι οποίοι εκφράζουν τις σκέψεις τους και εισάγουν στο παιχνίδι νέες αντιλήψεις και κατηγορίες και, τέλος, στο πλαίσιο της εμφάνισης νέων συζητήσεων και της ανακύκλωσης παλιών, που έχουν σχεδόν ξεχαστεί (όπως εκείνη για την αυτονομία)- μπορούμε πραγματικά να αναρωτηθούμε τι έχει αντικειμενικά αλλάξει στην αντίληψή μας για την τοπική κυβέρνηση.</p>
<p><code><br />
</code>Κατ’ αρχήν,  μπορούμε να σημειώσουμε μια λίστα 5 μεγάλων μετασχηματισμών από τους οποίους μπορούμε να αντλήσουμε μερικά συμπεράσματα : α) την συνταγματική διάταξη (1984) για δημοτική αυτονομία- πιθανώς την πιο αξιόλογη,  καθυστερημένη,  δημοτική παράδοση στην Αργεντινή- και την ανακάλυψη 16 χρόνια αργότερα ότι 4 περιφέρειες δεν έχουν κάνει ακόμη τις αναγκαίες τροποποιήσεις στα συντάγματά τους, ότι καμιά από τις 23 περιφέρειες δεν ενεργοποίησε το νόμο που θα έκανε λειτουργική την αυτονομία και ότι σε πολλές περιφέρειες ούτε ο αυτόματος φόρος τον οποίον μοιράζονται η εθνική και η τοπική κυβέρνηση είναι εγγυημένος, β) η δεύτερη μεγάλη μεταμόρφωση σε αυτά τα 25 χρόνια, είναι ότι μέχρι την προώθηση της ʺαποκέντρωσης με όλα τα μέσα ʺ της δεκαετίας του 1990, οι τοπικές αργεντίνικες κυβερνήσεις είχαν περιοριστεί σε μια απλή διοικητική μονάδα και συνυπήρχαν με  επαρχιακές κυβερνήσεις με ιδίου τύπου διαχείριση. Σήμερα,  αντίθετα,  η περιφερειακή επαρχιακή κυβέρνηση έχει (τουλάχιστον) διπλασιάσει την εξουσία παρέμβασής της εδαφικά, γ) η τρίτη μεταμόρφωση αυτής της περιόδου είναι ότι οι τοπικές αργεντίνικες κυβερνήσεις έχουν επεκτείνει τις πολιτικές ατζέντες τους,  όχι κατόπιν συστάσεων των πολιτικών αναλυτών, ούτε επειδή υπήρχε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, ούτε λόγω  κάποιας πολιτικής ρύθμισης, αλλά ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης ατζέντας της ʺαποσυναρμολογημένης δημόσιας υπηρεσίαςʺ. Η διαδικασία των αυξανόμενων τοπικών εξουσιών τη δεκαετίας του 1990- και σ’ αυτόν τον αιώνα- δεν είναι κανονικοποιημένη και ενέχει τεράστια νομικά προβλήματα. Οι δήμαρχοι αποκτούν πολιτικά καθήκοντα που, σε γενικές γραμμές, δεν είναι προετοιμασμένοι να χειριστούν και η –κατά κάποιο τρόπο αφελής- προοπτική της ʺ διακυβέρνησης στη γειτονιά σαςʺ μπορεί να μεταβληθεί σε πραγματικό μπούμερανγκ εάν δεν γίνουν σοβαρές σκέψεις για την ενδυνάμωση της τοπικής διαχείρισης, δ) η τέταρτη διαφορά είναι η πολιτική εξέλιξη του τοπικού λόγου και η αυξανόμενη ρήξη ανάμεσα στις τοπικές πολιτικές χαρτογραφήσεις- που δεν αποτελούν πλέον μόνο μια σκέψη για τις εθνικές ή τοπικές πολιτικές διαδικασίες, ε) και πέμπτον, μια συνέχεια που ενσωματώνει τη διαφορά σε σχέση με άλλα επίπεδα κυβέρνησης  και που πολύ συχνά παραβλέπει το γεγονός πως πρέπει να εδραιώσει τη νομιμότητα των τοπικών κυβερνήσεων: την υποχρεωτική δημοσιονομική ευρωστία που αποτελεί το κύριο εμπόδιο για την πρόσβαση των τοπικών κυβερνήσεων στην πίστωση και έχει οδηγήσει σε μαζικές αθετήσεις πληρωμών.</p>
<p><code><br />
</code>Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι ενώ οι τοπικοί αξιωματούχοι έχουν αναπτύξει ικανότητες για να βρίσκουν απαντήσεις στα πολλαπλά αιτήματα των πολιτών, πάντα με σπάνιους πόρους και κάτω από διάφορα διαχειριστικά πρότυπα (μερικά πιο ʺκρατικιστικάʺ, άλλα περισσότερο υπέρ  του ιδιωτικού τομέα και άλλα που επικεντρώνονται στον ρόλο των ηγεσιών),  σήμερα η ικανότητά τους να χειρίζονται τα πράγματα έχει κορεστεί.</p>
<p><code><br />
</code>Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την κατάσταση αξίζει να ερευνήσουμε τους κινδύνους που ενέχει η ενθάρρυνση της αύξησης των τοπικών εξουσιών που είναι πολύ πιο περίπλοκες (όπως η προώθηση της ανάπτυξης), σε μια εποχή όπου οι τοπικοί παίκτες υπερφορολογούνται, όταν τους λείπουν οι κατάλληλες δομές χρηματοδότησης και όταν οι επαγγελματικές ικανότητές τους διαχείρισης είναι περιορισμένες στο πλαίσιο μιας πολύ πιο περίπλοκης πραγματικότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Μια μέση τοπική κυβέρνηση μιας φτωχής περιοχής ( ας πάρουμε το παράδειγμα της Ciudad de Goya –Corrientes) διαχειρίζεται έναν προϋπολογισμό 60 εκατομμυρίων πέσος (5 εκατομμύρια το μήνα) για έναν πληθυσμό 90.000 κατοίκων, που αντιστοιχεί σε 55 δολάρια ανά κάτοικο το μήνα. Συνολικά, ένα ποσό που ισοδυναμεί με ένα εισιτήριο για έναν ʺδημοφιλήʺ ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο Δήμαρχος πρέπει να τα βγάλει πέρα 30 μέρες κάθε μήνα σε σχέση με: φωτισμό, σκούπισμα, καθάρισμα, υγεία, διατήρηση νεκροταφείων, έργα υποδομής, έκδοση αδειών κλπ. Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από αυτόν τον κύριο (σε έναν πληθυσμό όπου πάνω από 20% του πληθυσμού είναι άστεγοι και 50% είναι φτωχοί) να αφαιρέσει φορολογικούς πόρους από άλλους τομείς για την ʺπροώθηση της ανάπτυξηςʺ. Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική στις πιο πλούσιες περιοχές της χώρας. Στην Humid Pampa η ʺαναλογίαʺ αυτή αλλάζει και ο τοπικός προϋπολογισμός φτάνει τα 120 δολάρια κατά κεφαλή/μήνα με τα κόστη διαχείρισης να είναι περίπου 30% πάνω από το μέσο όρο.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν λαμβάνουμε υπόψη τις πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως τους ʺπλούσιουςʺ δήμους που εισπράττουν δικαιώματα.  Επιπλέον, εκτός από τις υγρές περιοχές της πάμπας, οι τοπικές κυβερνήσεις μπορούν να συγκεντρώνουν από τα ίδια τους τα μέσα λιγότερο από ένα τρίτο του προϋπολογισμού τους (ο αριθμός αυτός ανέρχεται σε 40-50% στις υγρές περιοχές της πάμπας) και υπόκεινται επομένως σε εξωτερικό έλεγχο των οικονομικών τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η έμφαση στη &#8220;νέα πολιτική κεντρικότητα&#8221; των τοπικών κυβερνήσεων, χωρίς την ανάπτυξη των εργαλείων που μπορούν να διευκολύνουν αυτή την υλοποίηση, γεννά νέα παράγωγα.Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα που αναδύονται ήδη: α) η αυξανόμενη οικοδόμηση ενός νέου τοπικού φορολογικού πλαισίου αμφίβολης νομιμότητας, β) η αυξανόμενη πίεση από τα πιο δυναμικά μέρη της κοινωνίας των πολιτών για ʺ μεγαλύτερη εξουσία στις τοπικές κυβερνήσειςʺ (των οποίων τις αποφάσεις θα μπορούν να επηρεάσουν), γ) η εμφάνιση ασαφών δικτύων διαχείρισης, που διοικούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και βασίζονται στις τοπικές υπηρεσίες (γραφεία απασχόλησης, υπηρεσίες ανάπτυξης), ως παράδειγμα μιας ανολοκλήρωτης διαδικασίας διακυβέρνησης, δ) οι ενδείξεις σχετικά με την έλλειψη ομοσπονδιακού πλαισίου για μια πολιτική τοπικής κυβέρνησης ( με εμβληματική περίπτωση το θέμα της χρηματοδότησης).</p>
<p><code><br />
</code>Είναι βασικό ωστόσο να προσεγγίσουμε τον τοπικό χώρο ως σφαίρα αναδόμησης της πολιτικής νομιμότητας. Στον τοπικό τομέα παίζεται ένα καθημερινό παιχνίδι έντασης μεταξύ, από τη μια πλευρά, της οικοδόμησης μιας κοινωνίας αλληλεγύης με μια ανταγωνιστική οικονομία και, από την άλλη πλευρά, μιας απείθαρχης κοινωνίας που ελέγχεται από τους ανθρώπους της αγοράς. Είναι σημαντικό, από αυτή την άποψη, να αναδομήσουμε την προοπτική όπου η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και μιας καλύτερης ποιότητας ζωής θεωρούνται ως αποτέλεσμα της πολιτικής βούλησης των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Το πραγματικό έργο που έχει να αντιμετωπίσει μια κοινωνικά προοδευτική κυβέρνηση είναι να ανοίξει την τοπική ατζέντα με σοβαρά κριτήρια και να ενθαρρύνει την ενίσχυση του τομέα τοπικής αυτοδιοίκησης, όχι ως φετίχ, αλλά ως τρόπο διασφάλισης μιας χωροταξικής κατανομής εξουσίας, μιας καλύτερης ποιότητας ζωής και γεωγραφικής ισοτιμίας.    </p>
<p><code><br />
</code><br />
[<strong>Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στα Ισπανικά στον ιστότοπο: <a href="http://www.escenariosalternativos.org/">Escenarios alternativos</a></strong>]</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=3295</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Liliana de Riz &#8211; Οι Κίρχνερ έκτισαν τη δική τους οπισθοδρομική ουτοπία</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2859</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2859#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:36:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Liliana De Riz]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Liliana de Riz]]></category>
		<category><![CDATA[Αργεντινή]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[Κίρχνερ]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2859</guid>
		<description><![CDATA[Οι Κίρχνερ επιχείρησαν να αναβιώσουν τον λαϊκισμό στον κλασικό συνδυασμό του: κρατικιστικό, εθνικιστικό και αυταρχικό. H αργή αναδιάρθρωση του ριζοσπαστισμού και η δυσκολία δημιουργίας κυβερνητικών συνασπισμών, βασισμένων σε κατευθύνσεις δημόσιας πολιτικής που προσφέρουν στο εκλογικό σώμα σαφείς και αντικρουόμενες επιλογές, στιγματίζουν το πολιτικό μας σύστημα. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Liliana de Riz" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/de-riz.jpg"><img title="Liliana de Riz" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/de-riz.jpg" alt="Liliana de Riz" hspace="5" vspace="5" width="117" height="138" align="left" /></a> </p>
<p>Στο παρακάτω κείμενο, που γράφτηκε λίγο καιρό πριν το θάνατο του Νέστορ Κίρχνερ, η Liliana de Riz αναλύει την πολιτική του ζεύγους που τα τελευταία χρόνια εναλασσόταν στην εξουσία. Με εργαλεία τον κρατικισμό, τον αυταρχισμό και τον εθνικισμό κατά το πρότυπο του Περόν αλλά και του Μένεμ, οι Κίρχνερ επιδιώκουν να διαιωνίσουν την παραμονή τους στην εξουσία, προτάσσοντας ένα μοντέλο που, πιστό στο δίπολο &#8220;λαού-αντιλαού&#8221; υπονομεύει τη δημοκρατική αντιπαράθεση.<span id="more-2859"></span></p>
<p><code><br />
</code>H αργή αναδιάρθρωση του ριζοσπαστισμού και η δυσκολία δημιουργίας κυβερνητικών συνασπισμών, βασισμένων σε κατευθύνσεις δημόσιας πολιτικής που προσφέρουν στο εκλογικό σώμα σαφείς και αντικρουόμενες επιλογές, στιγματίζουν το πολιτικό μας σύστημα. Οι εκλογικοί συνασπισμοί εμφανίστηκαν ανίσχυροι την εποχή της πραγματικής διακυβέρνησης και οι πειραματισμοί στις διασταυρώσεις αποτέλεσαν επιταγές και όχι συμμαχίες.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτές οι ατέλειες συμβάλλουν στην αναβίωση του λαϊκισμού στον κλασικό συνδυασμό του, αυτόν του κρατικισμού, του εθνικισμού και του αυταρχισμού, που διέκρινε τον περονισμό στη χρυσή εποχή του.</p>
<p><code><br />
</code>Ο κιρχνερισμός επιδιώκει να κατακερματίσει πάλι τον πολιτικό χάρτη της χώρας δημιουργώντας δυο ανταγωνιστικούς πόλους, τον &#8220;λαό&#8221; και τον &#8220;αντι-λαό&#8221;, προκειμένου να κτίσει την εικόνα του αντικιρχνερισμού  με τον ίδιο τρόπο που ο περονισμός έκτισε τον αντιπερονισμό,  όπως δείχνει ο Luis Alberto Romero στο κείμενό του <a href="http://edant.clarin.com/diario/2005/09/13/opinion/o-02901.htm" target="_blank">&#8220;Η απελευθέρωση έφερε ένα νέο Περονισμό&#8221;</a>. Εκείνοι που διαφωνούν με την πολιτική τους δυσκολεύονται να μην γίνουν αντι-κιρχνεριστές,  παρά το γεγονός ότι ένα μέρος αυτής της πολιτικής θα μπορούσε να αποτιμηθεί θετικά.</p>
<p><code><br />
</code>Το προεδρικό ζεύγος αποκαλύπτει ότι οι Κίρχνερ είναι καλοί οπαδοί του Περόν.</p>
<p><code><br />
</code>Εκείνοι που δεν δέχονται μια ιδεολογία που βιώνει τη διαμάχη ως πόλεμο, που αντιπαρατίθεται  στο ʺλαόʺ με ʺεπιχειρήσειςʺ που γίνονται μονοπώλια, ολιγαρχίες ή αντιπολιτευόμενος τύπος, χαρακτηρίζονται ως  ʺχρεοκοπημένοιʺ. Στο παρελθόν τους αποκαλούσαν αποβράσματα. Αλλά η αναφορά στον Περόν δεν αρκεί πια για τη νομιμοποίηση του τρόπου άσκησης εξουσίας.</p>
<p><code><br />
</code>Το προεδρικό ζεύγος κτίζει μια ειδική σχέση ανάμεσα στο ακαδημαϊκό και το πολιτικό πεδίο και με αυτό το σκοπό τείνει χείρα βοηθείας στην ερμηνεία που ο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Ernesto_Laclau" target="_blank">Ernesto Laclau</a> δίνει στον <a href="http://books.google.com/books?hl=el&amp;lr=&amp;id=_LBBy0DjC4gC&amp;oi=fnd&amp;pg=PP13&amp;dq=laclau+populist+reason&amp;ots=gLWYnTUK1K&amp;sig=YIWuvhqAIatQS1g2keDVZkVX_Xk#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">λαϊκισμό </a> προκειμένου να αιτιολογήσει στο πεδίο του ιδεολογικού λόγου μια εταιρία κατασκευής προσωπικής εξουσίας. Ο &#8220;λαϊκίστικος αγώνας&#8221; είναι η βάση μιας πολιτικής όπου ο ηγέτης δίνει νόημα στην κενή έννοια του λαού και ηγείται της οικοδόμησης της λαϊκής ταυτότητας. Ένας παλιός τρόπος διαμόρφωσης πολιτικής επανεμφανίζεται, υπό το κάλυμμα πνευματικών διαπιστευτηρίων που την επικυρώνουν για να ασκήσει μια δημοκρατία όπου το πιο σημαντικό πράγμα είναι η εκλογή των ηγετών και η αρχή της πλειοψηφίας.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Από τη στιγμή που εκλέγεται, ο ηγέτης ʺεξουσιοδοτείταιʺ να οδηγήσει το λαό του στη γη της επαγγελίας.</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η πύρινη ρητορική του προέδρου και της συζύγου του, επικεντρωμένη στο ιδεολογικό περιεχόμενο ενός σχεδίου για τη χώρα, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες προτάσεις για αλλαγή. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν ότι δεν υπάρχουν δημόσιες συζητήσεις για το ʺμοντέλοʺ που προωθεί η προεδρία.</p>
<p><code><br />
</code>Ζούμε σε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας όπου  μια εποικοδομητική αντιπολίτευση δεν έχει θέση, τα συναισθήματα προέχουν και τα επιχειρήματα σπανίζουν.</p>
<p><code><br />
</code>Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση είναι πρωτίστως αντιδραστική εναντίον των πρωτοβουλιών μιας κυβέρνησης που ασκεί ακούραστα τη φόρμουλα της ʺαπόφασης, του μυστικού και της έκπληξηςʺ που πρώτος ο Μένεμ εισήγαγε, και η οποία την καθιστά πιο κατάλληλη για να ηγηθεί ενός στρατού παρά να κυβερνήσει μια κοινωνία. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέχουν καίρια θέση, προκειμένου να δώσουν φωνή σε εκείνους που δεν εκπροσωπούνται από τις πράξεις αυτής της κυβέρνησης που αυτοπροσδιορίζεται ως εθνική και λαϊκή.</p>
<p><code><br />
</code>Υπό τη μορφή  διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, οι Κίρχνερ επιδιώκουν να τα ελέγξουν, με την πεποίθηση ότι η μοναδική πραγματικότητα είναι εκείνη που κτίζει η κυβέρνηση με γεγονότα που τα χειρίζεται το <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/National_Institute_of_Statistics_and_Census_of_Argentina" target="_blank">Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικών και Απογραφών της Αργεντινής (INDEC)</a>,<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a>, χωρίς επανόρθωση, καθώς η καλύτερη στρατηγική για τη χρήση τους δεν είναι η καταστροφή των μέσων ενημέρωσης αλλά η πειθώ και η ηθική εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Δεν είναι η ανάγκη προώθησης της ισοτιμίας, της συμμετοχής και της προστασίας σε ό, τι αφορά τις φτωχότερες κοινωνίες που διακρίνει την  κυβέρνηση Κίρχνερ από τις κυβερνήσεις με σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η αυταρχική οδός μέσω της οποίας αυτή  η κυβέρνηση θέλει να θεμελιώσει την κοινωνική πρόοδο.</p>
<p><code><br />
</code>Μια οδός που δεν είναι ούτε δημοκρατική ούτε προοδευτική, που επιδιώκει τη διαιώνιση της εξουσίας εκείνων που την ενσαρκώνουν, που μεταχειρίζεται διάφορους ανθρώπους σαν να είναι τίποτα και που επανορθώνει χωρίς να αναμορφώνει, υποθηκεύοντας έτσι το μέλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Η Αργεντινή αυτού του αιώνα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του μέσου του περασμένου αιώνα. Η κρίση επιλύθηκε χωρίς την παρέμβαση βίας, δεν υπήρξαν στρατιωτικά πραξικοπήματα ή παρενοχλήσεις ή φυλακή για τους αντιπάλους ή περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης.</p>
<p><code><br />
</code> Στις κυβερνήσεις Κίρχνερ, ωστόσο, η τάση για &#8220;σφίξιμο&#8221; εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια μεθοδολογία για φίμωση των διαφωνούντων.</p>
<p><code><br />
</code>Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως αιώνια επιστροφή στο σημείο εκκίνησης, αλλά ως φαύλος κύκλος στον οποίον τίποτα δεν είναι το ίδιο με εκείνο που έμεινε πίσω.</p>
<p><code><br />
</code> Ο λαϊκίστικος λόγος δεν κατέχει πλέον την συγκολλητική δύναμη που είχε στο παρελθόν. Οι αξίες του πλουραλισμού και η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αποκτήσει βαθιές ρίζες σε αυτά τα χρόνια της δημοκρατίας.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ηγεμονίες είναι πιο ευάλωτες, οι πολίτες εξαρτώνται λιγότερο από τους κυβερνήτες.</p>
<p><code><br />
</code>Η ασταθής δημοκρατία, μεταξύ μανίας και λογικής, κατά τον τίτλο ενός θαρραλέου βιβλίου του Natalio Botana, επιβιώνει ως μέρος μιας παράδοσης που ο κιρχνερισμός αναβιώνει με το κόστος της αμφισβήτησής του. Η αργεντίνικη κοινωνία είναι ήδη αρκετά ώριμη ώστε να βλέπει την πολιτική ως σύγκρουση σε επίπεδο αξιών και συμφερόντων και να μην υποχωρεί σε μια προσφορά που, σε αντάλλαγμα, τη μεταμορφώνει σε σύγκρουση συμφερόντων και ρουσφετολογικών σχέσεων.</p>
<p><code><br />
</code><br />
[<strong>Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στα Ισπανικά στον ιστότοπο: <a href="http://www.escenariosalternativos.org/">Escenarios alternativos</a></strong>]</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Τα στοιχεία που το INDEC δημοσιεύει αποτελούν συχνά αντικείμενο κριτικής, ακόμα και από τους υπαλλήλους του, οι οποίοι διαμαρτύρονται για την καταστρατήγηση της αυτονομίας του από το καθεστώς των Κίρχνερ. </span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορά</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Natalio Botana, Analia Roffo. 2002. La Republica Vacilante: Entre La Furia y La Razon: Conversaciones Con Analia Roffo.  [Η Διστακτική Δημοκρατία: Ανάμεσα στην Μανία και την Λογική. Συζητήσεις με την Analia Roffo]. Taurus. </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2859</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Luis Alberto Romero &#8211; Η δημιουργία των Αργεντίνων</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=3272</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=3272#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 03 Jan 2011 17:34:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Luis Alberto Romero]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Luis Alberto Romero]]></category>
		<category><![CDATA[Αργεντινή]]></category>
		<category><![CDATA[εκπαίδευση]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=3272</guid>
		<description><![CDATA[Το σχέδιο του εθνικού σχολείου αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης, πιο περίπλοκης και αυθόρμητης διαδικασίας για την  οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, που στη διαμόρφωσή της συνετέλεσε το εκπαιδευτικό σύστημα.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Luis Alberto Romero" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/romero.jpg"><img title="Luis Alberto Romero" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/12/romero.jpg" alt="Luis Alberto Romero" hspace="5" vspace="5" width="120" height="160" align="left" /></a> </p>
<p>Στο τέλος του 19ου αιώνα, το κράτος της Αργεντινής είχε να αντιμετωπίσει ένα εξαιρετικά περίπλοκο έργο: να δημιουργήσει τους πολίτες της Αργεντινής. Βασικό εργαλείο του ήταν το σχολείο και η επιτυχία του αποτέλεσε ένα από τα πιο συγκλονιστικά επιτεύγματα που είχε να επιδείξει η Αργεντινή τον πρώτο αιώνα της. Εκατό χρόνια αργότερα, το σχολείο έχει να αντιμετωπίσει μια παρόμοια πρόκληση: να δημιουργήσει τους πολίτες της Αργεντινής. Σήμερα, όμως, σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε εκατό χρόνια πριν, θα πρέπει να εκτελέσει αυτό το έργο στο πλαίσιο μιας εξαθλιωμένης και κατακερματισμένης κοινωνίας, με την αδύναμη υποστήριξη του σύγχρονου κράτους που είναι φτωχό σε ιδέες και εσωτερικά σκουληκοφαγωμένο.<span id="more-3272"></span></p>
<p><code><br />
</code>Από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η εκπαίδευση ήταν μια από τις προτεραιότητες του κράτους. Επρόκειτο για ένα κράτος υπό κατασκευή, που ηγείτο μιας κοινωνίας η οποία είχε διαμορφωθεί από την αναβίωση μαζικών μεταναστευτικών ροών. Οι πολιτικοί ηγέτες του έπρεπε να προχωρήσουν σε μια διαδικασία &#8220;κοινωνικής μηχανικής&#8221;, να προωθήσουν χωρίς μεγάλες αντιθέσεις ένα σχέδιο δημιουργίας εθνικής συνείδησης,  στο οποίο η εκπαίδευση έπαιζε βασικό ρόλο.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<p>(&#8230;)</p>
<p><code><br />
</code>Ποια όμως ήταν τα καθήκοντα που το κράτος ανέθεσε στην παιδεία; Τα βασικά είναι γνωστά: η εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική, δωρεάν, κοινή και κοσμική. Το κράτος προσπαθούσε να προσφέρει σε όλα τα παιδιά τις ίδιες ευκαιρίες. (&#8230;) Το εκπαιδευτικό σύστημα, όμως, είχε ακόμη μια λειτουργία: τη δημιουργία των Αργεντίνων. Οι Αργεντίνοι δεν θα είχαν γεννηθεί το 1810 ούτε θα είχαν γίνει Αργεντινοί αυθόρμητα εάν δεν υπήρχε το έργο του κρατικού παιδαγωγού. Μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η διαδικασία της δημιουργίας εθνικής συνείδησης είχε περιοριστεί στην ενσωμάτωση στη νοερή εικόνα της τοπικιστικής κοινότητας των portenos (ανθρώπων από το Μπουένος Άϊρες), saltenos (ανθρώπων από τη Salta) ή cuyanos (ανθρώπων από το Cuyo). Από τότε, όμως, η διαδικασία έγινε πιο περίπλοκη και διευρυμένη, με την άφιξη μεταναστευτικών μαζών από όλο τον κόσμο. (&#8230;)</p>
<p><code><br />
</code>Το σχέδιο του εθνικού σχολείου αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης, πιο περίπλοκης και αυθόρμητης διαδικασίας για την  οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, που στη διαμόρφωσή της συνετέλεσε το εκπαιδευτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν μια κοινωνία που χαρακτηριζόταν από την ικανότητά της να ενσωματώνει και να εντάσσει ξένους μετανάστες. Σε μια πρώτη φάση, η Αργεντινή το πέτυχε, εξασφαλίζοντάς τους δουλειά και ευκαιρίες, επιτρέποντας την οικοδόμηση μιας δυναμικής, ευμετάβλητης και ανοιχτής κοινωνίας. Έχει συχνά επισημανθεί ότι η Αργεντινή ήταν μια χώρα των μεσαίων τάξεων, μια ιδιαιτερότητα στο ισπανο-αμερικανικό πλαίσιο. Η έννοια αυτή είναι ακριβής, όχι με στατικούς όρους αλλά ως αντίληψη μιας συμμετοχικής κοινωνίας όπου τα παιδιά ζούσαν συνήθως καλύτερα από τους γονείς τους. Η εκπαίδευση ήταν ένα από τα κύρια οχήματα κοινωνικής προόδου και το κράτος πρόσφερε σε όλους ένα εξαιρετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Συγκρίνοντας τις συνθήκες του παρελθόντος με τη σύγχρονη Αργεντινή, διακρίνουμε αμέσως δυο αξιοσημείωτες διαφορές. Από την κοινωνική ένταξη και την ανοιχτή κοινωνία περάσαμε στην πόλωση και τη διαίρεση. Το κράτος απώλεσε την έννοια της καθοδήγησης και την εξουσία του,  και δεν μπορεί ούτε ξέρει πώς να αλλάξει την παρούσα κατάσταση. Ακόμη κι αν αυτή η αλλαγή κυοφορήθηκε στον 20 αιώνα, η μεγάλη ρήξη συντελέστηκε στο μέσο της δεκαετίας του 1970.</p>
<p><code><br />
</code>(&#8230;)</p>
<p><code><br />
</code>Από το 1975 μέχρι σήμερα- με εξαίρεση την κυβέρνηση Αλφονσίν, που ήταν ουδέτερη σε σχέση με αυτό το θέμα- διαφορετικές πολιτικές, με διαφορετικές προθέσεις, κατέληξαν σε ένα κοινό αποτέλεσμα: να αφοπλίσουν το κράτος από τις υπηρεσίες του, τις πολιτικές του, την ηθική του,  την νεωτεριστική του ικανοτητα. (&#8230;)</p>
<p><code><br />
</code>Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του 1990 επιδείνωσε την κρίση του δημόσιου σχολείου. Εμπεριείχε μια ριζική προσπάθεια για την αναδόμηση όλης της διδακτέας ύλης και των υπαρχουσών παιδαγωγικών μεθόδων που η αναγκαιότητά τους δεν ήταν προφανής και τα κόστη τους εξαιρετικά υψηλά. Αυτά τα μέτρα υποστηρίχθηκαν από μια θεσμική ανακατάταξη που κρίθηκε απαραίτητη για να αλλάξουν οι καθηγητές τις συνήθειές τους. Ίσως αυτή η πολιτική, σε άλλα πλαίσια, να είχε λειτουργήσει. Στην Αργεντινή της δεκαετίας του 1990, ωστόσο, οτιδήποτε λειτουργικό υπήρχε στο εκπαιδευτικό σύστημα καταστράφηκε, χωρίς να υπάρχουν τα μέσα να οικοδομηθεί κάτι καινούργιο. Αυτή ήταν η πιο ʺσημαντικήʺ συνεισφορά του κράτους στην κρίση του δημόσιου σχολείου τα τελευταία χρόνια… και από τότε το δημόσιο σχολείο θεωρήθηκε σχολείο των φτωχών. (&#8230;) Η αργεντίνικη κοινωνία χαρακτηρίζεται, την ίδια στιγμή, από τη διαμόρφωση ενός κόσμου φτώχειας, όπου η ιδέα της τακτικής απασχόλησης εξαφανίζεται, με ό, τι αυτό σημαίνει για την κοινωνική οργάνωση. Από την άλλη πλευρά, είναι ένας κόσμος όπου το ηθικό κράτος έχει αμυδρή παρουσία, μολονότι οι παράνομες δραστηριότητες ορισμένων εκ των παραγόντων του πολλαπλασιάζονται. Όπως λέει ο Javier Auyero, στη γκρίζα ζώνη που αναδύεται, η διαφοροποίηση ανάμεσα στους όρους νόμιμο και παράνομο έχει μικρή σημασία.</p>
<p><code><br />
</code>Παραδόξως σε ό, τι αφορά το σχολείο το κράτος αντιστάθηκε  περισσότερο σε αυτή τη λαίλαπα. Μέχρι ενός βαθμού, διατήρησε τα ιδρύματά του, τους κανόνες του, το προσωπικό του, με ένα σχετικά υψηλό επίπεδο προσόντων και γραφειοκρατικής ηθικής. Στην πραγματικότητα, είναι ένα  κράτος που βρίσκεται σε υποχώρηση και βασίζεται σήμερα στα σχολεία του για την ενσωμάτωση των φτωχών και στους δασκάλους του για να εφαρμόσουν πολιτικές ένταξης. Το κράτος έχει αναθέσει στο σχολείο άπειρα καθήκοντα: να φροντίζει για τη διατροφή και την υγεία των σπουδαστών και του προσωπικού, να επιλαμβάνεται των δύσκολων οικογενειακών καταστάσεων και, τέλος, να εκπαιδεύει.</p>
<p><code><br />
</code>[<strong>Αυτή είναι μία συντομευμένη έκδοση του άρθρου που δημοσιεύτηκε αρχικά στα Ισπανικά στον ιστοχώρο: <a href="http://www.escenariosalternativos.org/">Escenarios alternativos</a></strong>]</p>
<p><code><br />
</code><strong> Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> &#8211; Auyero, Javier. 2007. Routine Politics and Violence in Argentina. The Gray Zone of State Power. (Συνήθης Πολιτική και Βία στην Αργεντινή. Η Γκρίζα Ζώνη της Κρατικής Εξουσίας.)  Cambridge: Cambridge University Press.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=3272</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>José Fernandez Santillán &#8211; Μια επανεξέταση του τρίτου δρόμου</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=408</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=408#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2009 14:37:47 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Jose Fernandez Santillan]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[νεοφιλελευθερισμός]]></category>
		<category><![CDATA[τρίτος δρόμος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=408</guid>
		<description><![CDATA[Η νεοφιλελεύθερη απόρριψη της κοινωνικής δικαιοσύνης υπήρξε επιδέξια αναμεμειγμένη με την περιφρόνηση για τον λαϊκισμό και τον κρατισμό. Οι νεοφιλελεύθεροι θέλησαν να ρίξουν την κοινωνική δικαιοσύνη στο ίδιο καζάνι με τον κρατισμό και το λαϊκισμό. Ωστόσο, ο λαϊκισμός και ο κρατισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ούτε η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι σύμφυτη με το κρατικιστικό μοντέλο. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="José Fernandez Santillán" href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/jose-santillan.jpg"><img title="José Fernandez Santillán" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/jose-santillan.jpg" alt="José Fernandez Santillán" hspace="5" vspace="5" width="120" height="140" align="left" /></a></p>
<p>Υπάρχουν σήμερα μεγάλες προκλήσεις σε διεθνές επίπεδο: η οικονομική κρίση, οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η δυνητική ενδόρρηξη του Πακιστάν, μια πιθανή σύρραξη με το Ιράν, η κλιματική αλλαγή, η πρόκληση της ανάδειξης δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, και το δίλλημα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Υπάρχουν όμως και εσωτερικά ζητήματα που εκκρεμούν: το πρόβλημα της μετανάστευσης, το σύστημα υγείας, αποφάσεις σε σχέση με την οικονομική πολιτική και οι προκλήσεις της παιδείας.<span id="more-408"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Φαίνεται ότι από αυτή την ατζέντα η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική απουσιάζουν, δηλαδή δεν εμφανίζονται στις προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών. Πράγματι, καμία από τις χώρες μας δεν αποτελεί άμεση πρόκληση για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Εντούτοις, <a href="http://muse.jhu.edu/login?uri=/journals/journal_of_democracy/v011/11.2lowenthal.html" target="_blank">ο Abraham Lowentha θεωρεί</a> ότι η Λατινική Αμερική αποτελεί και σήμερα ένα σημαντικό ζήτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις λόγοι: 1) η δημογραφική αλληλεξάρτηση που προκύπτει από την μαζική μετανάστευση δημιουργώντας αυτό που έχει ονομαστεί η «δια-οικιακή» πρόκληση, 2) τα εμβάσματα που προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πληθυσμοί που διαπερνούν τα σύνορα, οι συντάξεις κινήτρων και θέματα, όπως η υγεία και η παιδεία, που δεν σταματούν μπροστά σε τελωνειακούς και μεταναστευτικούς ελέγχους, 3) η σημασία της περιοχής ως αγοράς για τις εξαγωγές των ΗΠΑ και, αντίστοιχα, η τροφοδοσία της χώρας με προϊόντα ζωτικά για την αμερικάνικη οικονομία και πηγές πίστωσης, 4) η παρουσία αξιών που μοιράζονται οι λαοί της Βόρειας Αμερικής και της Λατινικής Αμερικής, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και μια ικανή δημοκρατική κυβέρνηση.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτός είναι ο κανόνας που οφείλω να υπογραμμίσω εδώ: οι δημοκρατικές αρχές που μοιραζόμαστε οι κοινωνίες που έχουμε εγκατασταθεί στην Αμερικάνικη ήπειρο πέρα από φυλετικές και θρησκευτικές διαφορές και διαφορετικές οικονομικές συνθήκες.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση που πρέπει να γίνει: Το γεγονός ότι σήμερα επικρατεί η δημοκρατία σαν βασική πολιτική αξία στη Λατινική Αμερική,την οποία μοιραζόμαστε με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνούμε πως κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του εικοστού αιώνα, η δημοκρατία δεν ήταν ο κανόνας για τις χώρες μας. Ο δρόμος που ακολουθήσαμε ήταν είτε η διαιώνιση των δικτατοριών από την πλευρά των επιλογών της δεξιάς ή αυτός της αναπαραγωγής του μοντέλου του αυταρχικού σοσιαλισμού από την πλευρά της αριστεράς. Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, όπως ειπώθηκε τότε, η Λατινική Αμερική αντιμετώπιζε το δίλημμα: φρανκισμός ή σοσιαλισμός; Η δημοκρατία δεν αποτελούσε μέρος της ηπειρωτικής ατζέντας. Γι΄αυτό, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο η λατινοαμερικάνικη δημοκρατία εξελίχθηκε παρά τις τεράστιες εσωτερικές κι εξωτερικές δυσκολίες.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Ούτε κρατισμός, ούτε νεοφιλελευθερισμός</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Το όραμα αυτού που, γενικά, είναι γνωστό σαν <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Third_Way_(centrism)" target="_blank">ο τρίτος δρόμος</a>, αντίθετα με τον ‘ανταγωνισμό’ της  τεχνοκρατικής δεξιάς, προτείνει την ιδέα μιας συσσώρευσης που θέλει να υποστηρίξει και να συνδέσει αρμονικά την προσπάθεια των ατόμων. Δεν είναι ούτε ο σκληρός και καθαρός κολεκτιβισμός του «πραγματικού σοσιαλισμού», ούτε ο ατομικισμός μέχρι εσχάτων του «πραγματικού φιλελευθερισμού». Ο τρίτος δρόμος αποπειράται να σφυρηλατήσει μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, προτείνοντας μια αμοιβαία ανταλλαγή μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης.</p>
<p><code><br />
</code>Ο εγωϊσμός, η απουσία κοινωνικής ιδιοκτησίας και η αποστασιοποίηση προωθήθηκαν, συνειδητά, από τον θατσερικό φιλελευθερισμό. Η απάθεια οδήγησε το άτομο να νιώσει ξένο προς την κοινότητά τους. Με τον ίδιο τρόπο, η αίσθηση κοινωνικής ενσωμάτωσης χάθηκε καθώς οι ανισορροπίες στη διανομή του πλούτου πήραν αβυσσαλέες διαστάσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτός που έχει θεωρηθεί σαν ένας από τους πιο σημαντικούς ιδεολόγους του τρίτου δρόμου, <a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=0745622674" target="_blank">ο Άντονυ Γκίντενς, έχει αναφέρει δύο μορφές απάθειας και αποκλεισμού</a> που προέρχονται από το νεοφιλελευθερισμό. Η μία, από εκείνους που βρίσκονται στο κάτω μέρος της κοινωνικής σκάλας, περιθωριοποιημένοι από τις ευκαιρίες της κοινωνικής ανόδου. Η άλλη, από αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή, με το που κάνουν στην άκρη οικειοθελώς για να εγγυηθούν την ασφάλεια και τα προνόμιά τους. Ο τρίτος δρόμος προτείνει να διορθωθούν αυτές οι απάθειες και οι αποκλεισμοί για να ανακτηθεί η αίσθηση της ενσωμάτωσης και κοινωνικής ιδιοκτησίας μέσω μιας ισότητας ευκαιριών: Είναι η ηθική ευθύνη να δημιουργηθεί μια δίκαιη κοινωνία σαν κι αυτή για την οποία έχουν μιλήσει ο Τζον Ρόουλς και ο Σαλβατόρε Βέκα.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Βεβαίως, μιλώντας για αναδιανεμητική δικαιοσύνη, οφείλουμε να πούμε πως ένα από τα θέματα που προκύπτουν συνεχώς στους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού, ο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Nozick" target="_blank">Ρόμπερτ Νόζικ</a> είναι ένας από αυτούς, ήταν η απόρριψη της ιδέας να συμπορευτούν η ατομική ελευθερία με την κοινωνική ισότητα. Αντίθετα, συγγραφείς ταυτισμένοι με τον τρίτο δρόμο, όπως ο Μπρους Άκερμαν, <a href="http://yalepress.yale.edu/yupbooks/book.asp?isbn=0300078269" target="_blank">έχουν αντικρούσει αυτή την υπόθεση</a>: «Εμείς απορρίπτουμε εμφατικά την ιδέα να υπάρχει μια άτεγκτη απόσταση μεταξύ της ελευθερίας και της ισότητας. Η κοινωνία των εταίρων (Stakeholder Society) υπόσχεται περισσότερα από αυτές τις δυο.» Οπότε, το κλειδί του τρίτου δρόμου βρίσκεται στη στενή σύνδεση ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και στην κοινωνική ισότητα. Μια αρμονική σύνδεση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στο σοσιαλισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Η νεοφιλελεύθερη απόρριψη της κοινωνικής δικαιοσύνης υπήρξε επιδέξια αναμεμειγμένη με την περιφρόνηση για τον λαϊκισμό και τον κρατισμό. Οι νεοφιλελεύθεροι θέλησαν να ρίξουν την κοινωνική δικαιοσύνη στο ίδιο καζάνι με τον κρατισμό και το λαϊκισμό. Ωστόσο, ο λαϊκισμός και ο κρατισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ούτε η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι σύμφυτη με το κρατικιστικό μοντέλο. Η λύση είναι να παραδεχτούμε ότι κάθε άτομο, σε οικονομικούς όρους, έχει να φέρει εις πέρας ένα δίκαιο κάλεσμα όχι μόνο προς το Κράτος αλλά και στην κοινωνία στο σύνολό της. Το μοντέλο ανάπτυξης του τρίτου δρόμου προωθεί, ταυτόχρονα, την ιδιωτική πρωτοβουλία και την κοινωνική ισότητα. Να υπάρχει μια κοινωνική ισότητα σημείων εκκίνησης για να μη βρεθεί κανείς θιγμένος από την κοινωνική απομόνωση για μπορέσει αργότερα να ξετυλίξει τις ίδιες του τις κοινωνικές ικανότητες.<br />
Με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει το πολιτικο – νομικό κριτήριο «μια ψήφος για κάθε πολίτη», οφείλει να υπάρχει η οικονομική γραμμή ότι όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τους καρπούς της κοινωνικής συνεργασίας. Η υλική ισότητα είναι αναγκαία για να γίνει η πολιτική ισότητα κάτι περισσότερο από ένα φορμαλιστικό αξίωμα.</p>
<p><code><br />
</code>Η δίκαιη κοινωνία θα ανθίσει εκεί όπου υπάρχει εγγύηση για ισότητα σε όλο το μήκος του κύκλου της ζωής για κάθε άτομο ανεξάρτητα από την κοινωνική του κατάσταση, φυλή, πίστη ή μορφωτικό επίπεδο. Αυτή η δίκαιη κοινωνία συντίθεται από την κατανόηση, την ένταξη, τη ιδιότητα του μέλους που έχει κάθε άτομο στην κοινωνία. Η κοινωνία εταίρων είναι μια κοινωνία στην οποία όλα τα μέλη της πρέπει να έχουν χώρο έκφρασης.</p>
<p><code><br />
</code>Η σύλληψη της κοινωνίας εταίρων μπορεί να οριστεί, συνεπώς, με διάφορους τρόπους: «παραχώρηση εξουσίας κι αξιοπρέπειας σε όλους», «να δοθεί η ευκαιρία στον καθένα να σηκωθεί για να βοηθήσει ώστε η κοινωνία να ανακάμψει», «να προσφερθούν τα βασικά σε όλους για να εργαστούν για το δικό τους καλό αλλά και για το καλό της κοινωνίας όπου ανήκουν». Η προϋπόθεση είναι να υπάρχει μια αφοσίωση ουσιαστική των πολιτών στην κοινωνία για να κάνουν την ένταξη πραγματικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Από την προοπτική του τρίτου δρόμου έχει υπάρξει επιμονή για το γεγονός ότι το έθνος-κράτος είναι απαραίτητο ως σταθεροποιητική δύναμη για να αναλάβει τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, τις οικονομικές διακυμάνσεις, την εμφάνιση μη συμβατικών στρατιωτικών δράσεων. Με παρόμοιο τρόπο, δίνεται έμφαση σε μια αρχή που μέχρι τώρα δεν είχε ληφθεί αρκούντως υπ΄όψη, κι αυτή είναι, η κοινωνία των πολιτών.</p>
<p><code><br />
</code>Ο Τοντ Λίντμπεργκ έχει δίκιο όταν λέει: «Αυτό το κίνημα που ίδρυσαν τα κόμματα της κεντροαριστεράς σε διεθνές επίπεδο είναι το πιο σημαντικό γεγονός που καταγράφηκε στη δεκαετία του ογδόντα. Αυτά, τα κόμματα της κεντροαριστεράς, αποφάσισαν να θάψουν τους παλιούς αταβισμούς τους και κατέκτησαν, με αυτόν τον τρόπο, την εξουσία και την κυβέρνηση». Αυτή η εξέλιξη ήταν προϊόν μιας δουλειά αυτοκριτικής σε βάθος.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα κείμενο του 1999 με τον τίτλο <a href="http://www.fcpp.org/main/publication_detail.php?PubID=349" target="_blank">Ευρώπη: Ο Τρίτος Δρόμος</a> και υπογεγραμμένο από τους Tony Blair και Gerhard Schroeder αρχίζει με τον ακόλουθο τρόπο: «Οι σοσιαλδημοκράτες κυβερνούν σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτοί βρήκαν εκ νέου αποδοχή χάρη στην οποία, ενώ διατήρησαν τις πρωτογενείς αξίες τους, ξεκίνησαν ένα μονοπάτι ανανέωσης των ιδεών και των προγραμμάτων τους. Αυτή η καινούρια συναίνεση κατακτήθηκε γιατί προώθησαν όχι μόνο την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά επίσης τον οικονομικό δυναμισμό, τη δημιουργικότητα και την ανανέωση.”</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή η προσπάθεια ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας δεν περιορίστηκε σε μερικές, λίγες, πολιτικές προσωπικότητες. Μοιάζει σαν ένας συνεχιζόμενος αγώνας: που συνεχίζεται με την ανάληψη από τον Γκόρντον Μπράουν της εργατικής κυβέρνησης του Μπλερ, ή την άνοδο του Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο στην ηγεσία του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος.</p>
<p><code><br />
</code>Η κρίσιμη ερώτηση όμως θα έπρεπε να είναι: τι σχέση έχει η Λατινική Αμερική με όλα αυτά; Η απάντηση είναι προφανής: έχει μεγάλη σχέση γιατί μετά από μια περίπλοκη και μακρόχρονη διαδικασία μετάβασης που συνδυάστηκε αντιφατικά με την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, τώρα το μεγαλύτερο μέρος των χωρών της περιοχής κυβερνούνται από την αριστερά. Πολλές κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Λατινική Αμερική προχώρησαν στα δικά τους πειράματα με το μοντέλου του τρίτου δρόμου: ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στη Βραζιλία, η Μισέλ Μπατσελέτ στη Χιλή, η Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ στην Αργεντινή, ο Άλαν Γκαρσία στο Περού, ο Ραφαέλ Κορρέα στον Ισημερινό, ο Όσκαρ Αρίας στην Κόστα Ρίκα, ο Άλαβαρο Κολόμ στη Γουατεμάλα, ο Λεονέλ Φερνάντες, στη Δομινικανή Δημοκρατία.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Ο τρίτος δρόμος και η Λατινική Αμερική</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Στην τωρινή ατζέντα των σχέσεων Λατινικής Αμερικής-ΗΠΑ υπάρχουν θέματα παρόμοια με αυτά που αναφέρει ο Lowenthal: η δημογραφική αλληλεξάρτηση, κοινωνικά ζητήματα νέας κοπής, η σύνδεση των οικονομιών μας και, κυρίως, η παρουσία αξιών που μοιράζονται οι λαοί μας.</p>
<p><code><br />
</code>Οι τοπικές διαφωνίες, σε σύγκριση με τις μεγάλες διεθνείς πολεμικές, ακούγονται ξεπερασμένες, σαν πασίγνωστα ρεφραίν. Η παραγωγή καινοτόμων ιδεών μοιάζει να μην έχει σημασία. Στο Μεξικό, ο τρίτος δρόμος δεν έχει εγκαταστήσει τα στρατεύματα του όπως το έχει ήδη κάνει σε άλλη μήκη και πλάτη για το καλό της δημοκρατίας και τη λύση των προβλημάτων της παραγωγικότητας και αναδιανομής. Ίσως γι΄αυτό η μετάβαση, που σε άλλα μέρη πραγματοποιήθηκε πριν από 30 χρόνια, εδώ δεν έχει εδραιωθεί ακόμη.</p>
<p><code><br />
</code>Το κλειδί θα ήταν να συγκληθεί η εκπόνηση καινοτόμων εννοιολογικών προτάσεων και η διαμόρφωση συναίνεσης με τις πολιτικές δυνάμεις που κατανοούν τη διαδικασία μεταμόρφωσης σε επίπεδο εθνικό και διεθνές. Θα χρειαζόταν να δομηθεί μια συμμαχία της οποίας ο κεντρικός πυρήνας θα προέκυπτε ως σύνθεση τόσο μιας ένωσης αναδυόμενων κοινωνικών δυνάμεων όσο κι πολιτικών ρευμάτων ικανών να καθοδηγήσουν την αλλαγή. Ένα κοινό μέτωπο, πεφωτισμένο, που θα αντικαθιστούσε τον κυρίαρχο συντηρητικό συνασπισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Το κεντρικό σημείο είναι να εδραιωθεί η εσωτερική δημοκρατία και να τροποποιηθεί το μοντέλο ανάπτυξης για να βγει η χώρα από τον εξορία στην οποία βρίσκεται και να ανακτήσει την ηγετική θέση που είχαμε για τόσο καιρό στον ιβηροαμερικανικό κόσμο. Αυτό θα βοηθούσε να αποκτήσουμε μια καλύτερη σχέση με τους γείτονές μας του βορρά, ενώ ταυτόχρονα θα μας παρακινούσε να παίξουμε έναν ρόλο πολύ πιο σημαντικό στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης εφ΄όσον σήμερα, οφείλουμε να το παραδεχτούμε, καθόμαστε στο τελευταίο βαγόνι του τρένου.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Το κείμενο έχει εμφανιστεί στα ισπανικά στην Μεξικάνικη επιθεώρηση <a href="http://www.pri.org.mx/PriistasTrabajando/publicaciones/confluencia.aspx" target="_blank">CONFLUENCIA XXI</a>, και δημοσιεύεται στο πλαίσιο συνεργασίας των δύο περιοδικών</strong></em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=408</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Héctor E. Schamis &#8211; Λαϊκισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατικοί θεσμοί</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=409</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=409#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2009 14:37:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Hector E. Schamis]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Héctor E. Schamis]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκισμός]]></category>
		<category><![CDATA[σοσιαλισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=409</guid>
		<description><![CDATA[Αν όλα τα κόμματα της αριστεράς στη Λατινική Αμερική επικαλούνται τη φιλοδοξία ενός καπιταλισμού πιο ισότιμου και ενός πολιτικού συστήματος πιο συμμετοχικού, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από όσο υποδεικνύουν αυτές οι γενικές τους διακηρύξεις.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/hector-schamis.jpg" title="Héctor E. Schamis"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/hector-schamis.jpg" title="Héctor E. Schamis" alt="Héctor E. Schamis" vspace="5" width="100" align="left" height="125" hspace="5" /></a></p>
<p>Αν όλα τα κόμματα της αριστεράς στη Λατινική Αμερική επικαλούνται την φιλοδοξία για ένα καπιταλισμό πιο ισότιμο και ένα πολιτικό σύστημα πιο συμμετοχικό, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από όσο υποδεικνύουν αυτές οι γενικές τους διακηρύξεις. Ως εκ τούτου, οι σημερινές διαφωνίες για τις κυβερνήσεις που γενικά αυτοχαρακτηρίζονται ως κεντροαριστερές δεν έχουν πάει πιο πέρα από το να κάνουν αναφορές πολύ πλατιές πάνω σε δύο τύπους αριστερής πολιτικής, επαναλαμβάνοντας τις γνωστές αναλύσεις ως προς τους παράγοντες που έχουν δώσει μορφή ιστορικά στα προοδευτικά κινήματα της περιοχής.<span id="more-409"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Για παράδειγμα,<a href="http://www.foreignaffairs.com/articles/61702/jorge-g-castaneda/latin-americas-left-turn" target="_blank"> ένα πρόσφατο δοκίμιο με τη συμβολή μάλιστα του Μεξικανού ακαδημαϊκού και διπλωμάτη Χόρχε Καστανιέδα</a> ταξινομεί έναν τύπο της αριστεράς που πηγάζει από τον κομμουνισμό και την επανάσταση των μπολσεβίκων και που κατόπιν ταυτίζεται με την Κουβανέζικη επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο. Λενινιστική στις ιδεολογικές ρίζες της και από πλευράς οργάνωσης, αυτή η αριστερά με κάποιο τρόπο έχει απροσδόκητα πάρει στροφή προς τον πραγματισμό και τη μετριοπάθεια στα πρόσφατα χρόνια, προσκολλούμενη σφιχτά στους δημοκρατικούς θεσμούς. Από την άλλη πλευρά, ο άλλος τύπος της αριστεράς υιοθετεί ελεύθερα τα εθνικά σύμβολα και τους λαϊκιστές του παρελθόντος. Αυτή η αριστερά προσφεύγει στους φτωχούς, αλλά μέσω μιας εμπρηστικής ρητορικής και προγραμμάτων αναδιανομής του πλούτου που χρηματοδοτούνται από την οικονομική επέκταση. Τα κυβερνητικά έξοδα αυξάνονται στις περιόδους της αφθονίας, μόνο για να περιοριστούν δραματικά όταν χειροτερεύουν οι οικονομικές συνθήκες και επιβάλλονται καινούριοι μακροοικονομικοί περιορισμοί. Η δημοκρατία υποφέρει σε αυτά τα πλαίσια, μιας και η πολιτική διαδικασία μειώνεται σε ένα απλό υποπροϊόν των οικονομικών κύκλων, ενώ η συνεχής  επέκταση της πολιτικής εξουσίας διαβρώνει τους πολιτικούς θεσμούς.</p>
<p><code><br />
</code>Αν ακριβώς η διάκριση που κάνει ο Καστανιέδα ανάμεσα στους δύο τύπους αριστεράς είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, χρειάζεται μια μεγαλύτερη διαφοροποίηση για να περιγραφούν οι διαφορετικές αριστερές που έχουν αναδυθεί στη Λατινική Αμερική στο πρόσφατο παρελθόν. Χρειαζόμαστε χαρακτηρισμούς πιο οξυδερκείς και ακριβέστερες ταξινομήσεις των περιπτώσεων, όχι μόνο για λόγους ταξινομικής συνέπειας, αλλά και για να περιγράψουμε τις περιπλοκότητες που μια τυπολογία δύο ειδών δεν είναι ικανή να χωρέσει. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε το λάθος να ταξινομήσουμε τις παρατηρήσεις μας με βάση έννοιες που αυτή τη στιγμή έχουν πολύ λιγότερο νόημα από αυτό που είχαν πριν από 50 χρόνια, όταν ο σοσιαλισμός κι ο λαϊκισμός παρουσίαζαν ένα όραμα του μέλλοντος – μιας κοινωνίας αταξικής στην περίπτωση της πρώτης, και μιας αυτάρκους βιομηχανοποίησης στη δεύτερη, η οποία κατάφερε να αιχμαλωτίσει την φαντασία μεγάλων τομέων της κοινωνίας. Βεβαίως, η λατινοαμερικάνικη προοδευτική πολιτική θα πάρει αναπόφευκτα κάποιο από τα ιστορικά κληροδοτήματα του σοσιαλισμού και του λαϊκισμού. Ωστόσο, ο δυσδιάκριτος, ανόργανος και άμορφος τρόπος με τον οποίο αυτά τα κληροδοτήματα εκφράζονται σήμερα υπονοεί πως δύσκολα μπορούν να εκπροσωπήσουν αναλυτικές κατηγορίες προς χρήση.</p>
<p><code><br />
</code>Σε κάθε περίπτωση, η αριστερά σε αυτό το μέρος του κόσμου συχνά μοιάζει με ένα μείγμα μετασοσιαλισμού και μεταλαϊκισμού. Για παράδειγμα, πως θα χαρακτηρίζαμε το Κόμμα των Εργατών της Βραζιλίας (ΚΕ); Αν και ελάχιστα μπολσεβικικό (και ωστόσο, είναι ένας σοσιαλιστικός σχηματισμός), είναι ένα κόμμα που αναδύεται από τις στάχτες παραδόσεων με εργατικές βάσεις συνδεδεμένες με τον πρόεδρο Χετούλιο Βάργκας (1930-1945, 1950-1954). Ωστόσο, η οικονομική πειθαρχία του ΚΕ από τότε που ανέβηκε στη εξουσία το 2003 σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον σαν λαϊκίστικο κόμμα. Ποιό είναι το νόημα της λέξης λαϊκισμός – στη Βενεζουέλα και σε άλλα μέρη, και με ή χωρίς το «μπολιβαριανός σοσιαλισμός» του Ούγκο Τσάβες – όταν λείψει αυτός ο στύλος της λαϊκιστικής πολιτικής οικονομίας της Λατινικής Αμερικής, η βιομηχανοποίηση με το μοντέλο υποκατάστασης των εισαγωγών; Πως δίνουμε νόημα στο «λαϊκιστή της αριστεράς» Νέστορ Κίρχνερ, από την Αργεντινή, έναν πρόεδρο ελεγμένο από το ίδιο κόμμα που πρόσκειται στον Περόν που πλάσαρε προηγουμένως στην εξουσία τον «λαϊκιστή της δεξιάς» Κάρλος Μένεμ;</p>
<p><code><br />
</code>Η μελέτη για τις σύγχρονες αριστερές ανοίγει ένα χρήσιμο παράθυρο προς τη λατινοαμερικάνικη πολιτική και τα άνισα δημοκρατικά της συστήματα, αλλά η πρόκληση ριζώνει στην αναγνώριση σταθερών και κατάλληλων κριτηρίων που μας επιτρέπουν να διαφοροποίησουμε τη μια αριστερά από την άλλη. Αυτό προϋποθέτει την ανοχή στη χρήση εννοιολογικών εργαλείων μέσα στα κατάλληλα ιστορικά συμφραζόμενά τους, μιας και οι έννοιες που αποσπώνται από τον τόπο και την ημερομηνία γέννησής τους τείνουν να χάνουν την ικανότητά ερμηνείας. Ιδέες όπως μια λενινιστική και λαϊκιστική αριστερά (ή λαϊκιστική δεξιά, για την υπόθεσή μας) στη Λατινική Αμερική έχουν μια λειτουργία πιο μεταφορική σήμερα, καθώς και οι κατηγοριοποιήσεις που μιλούν για μια «φασιστική» δεξιά (που γενικά ισχύουν για την άκρα δεξιά, ανεξαρτήτως μέρους) ή για μια αριστερά «μαοϊστική» (συνήθως ισχύουν για την κινητοποίηση των αγροτών σε όλο τον κόσμο σε δρόμους ανάπτυξης).</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, οφείλουμε να εξετάσουμε τις καταγραφές της αριστεράς χρησιμοποιώντας πιο κοντινούς παράγοντες. Γι΄αυτό το λόγο ταυτίζω μια σειρά από αριστερές εφαρμόζοντας σαν βάση της ανάλυσής μου τη διάσπαση του χαρακτήρα του συστήματος των κομμάτων, που μπορεί να εκπέσει, ώστε από θεσμικό και λειτουργικό,να διασπαστεί και να οδηγηθεί ακόμη και σε κατάρρευση. Αν παρατηρηθεί η λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων, επιτυγχάνεται μια πιο βαθιά κατανόηση της αριστεράς και της ποιότητας της δημοκρατίας, γενικά, εφ’ όσον αυτό που ως επί το πλείστον επιβεβαιώνεται για τις διαφορετικές αριστερές επίσης ισχύει για τα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Δηλαδή, στις χώρες στις οποίες η αριστερά είναι μετριοπαθής, με ροπή προς την αφοσίωση στον κοινοβουλευτισμό και σεβόμενη τους θεσμούς, επίσης έχουν την τάση να είναι έτσι και τα υπόλοιπα κόμματα. Αντίθετα, όταν η αριστερά δεν σέβεται το δίκαιο, περιορίζει την ανεξαρτησία των μέσων επικοινωνίας και αγνοεί τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης, το ίδιο κάνει και η δεξιά.</p>
<p><code><br />
</code>Επομένως, ένα ερώτημα σχετικό είναι γιατί τα συστήματα των κομμάτων στην περιοχή έχουν αναπτυχθεί με τρόπο τόσο άναρχο από τις μεταβάσεις στη δημοκρατία της δεκαετίας του ογδόντα. Θίγω αυτό το ζήτημα εξετάζοντας την εξάρτηση στη διαδρομή της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού, τη συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ, καθώς και τις οικονομικές πολιτικές που έχουν βελτιώσει ή οξύνει τις επιδράσεις των οικονομικών κύκλων. Αν εξηγούν καλά τα πολλά είδη της αριστεράς, αυτοί οι τρεις παράγοντες φωτίζουν σημαντικές διαφορές στη λειτουργία των συστημάτων των κομμάτων και στην άνιση αποδοτικότητα της δημοκρατικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Θεσμική πολιτική των κομμάτων της αριστεράς</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ανεξαρτήτως αν είναι στην εξουσία η αριστερά ή η δεξιά, η θεσμική πολιτική του κόμματος υποκινεί τη διαλλακτικότητα και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, και μ΄αυτό τη δημοκρατική σταθερότητα. Κάποιες λατινοαμερικάνικες χώρες έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, ενώ άλλες όχι. Οι παράγοντες που έχουν επιτρέψει να κατορθώσουν κάποιες χώρες μια δημοκρατική πολιτική με βάση ένα σύστημα κομμάτων σταθερό εξηγούν επίσης τη συμπεριφορά των κομμάτων της αριστεράς.</p>
<p><code><br />
</code>Η επαναφορά της δημοκρατίας στη Χιλή, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, είναι μια περίπτωση που αξίζει να αναλυθεί. Από τις αρχές της, η διαδικασία υπολόγιζε σε μια δυνατή θεσμική βάση αποτέλεσμα του συντάγματος του στρατιωτικού καθεστώτος του στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ που ανακοινώθηκε δημόσια το 1980 μέσω ενός δημοψηφίσματος. Το συγκεκριμένο έγγραφο περιείχε μια φόρμουλα κι ένα πρόγραμμα για να οδηγηθεί η στρατιωτική κυβέρνηση στο τέλος της, συγκαλώντας ένα δημοψήφισμα το 1988 που θα διατηρούσε τον Πινοτσέτ σαν πρόεδρο για άλλα οχτώ χρόνια ή θα οδηγούσε στις εθνικές εκλογές το 1989 και στην έναρξη της δημοκρατικής μετάβασης. Αυτό έφερε τα πόλιτικά κόμματα αντιμέτωπα με μια απόφαση: να παρατείνουν επ’ αόριστον την κατάσταση που ξεκίνησε με την ανατροπή του προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973, ή να γίνουν κομμάτι της πολιτικής διαδικασίας, το οποίο προϋπέθετε την πιθανότητα να νομιμοποιήσουν οι ψηφοφόροι την ίδια τη δικτατορία εναντίον της οποίας είχε αγωνιστεί η αντιπολίτευση για περισσότερα από 15 χρόνια. Στην αρχή, μόνο μια χούφτα από αρχηγούς του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος τάχθηκε υπέρ αυτής της τελευτίας επιλογής, αλλά κατόρθωσε να πείσει τα ίδια τα μέλη του, καθώς και τους αντίπαλους του στο Σοσιαλιστικό κόμμα.</p>
<p><code><br />
</code>Στο τέλος, η συμμετοχή απέδωσε τους καρπούς της. Τα κόμματα της κεντροαριστεράς, ενωμένα ως Συνασπισμός, κέρδισαν τόσο το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 1988 όσο και τις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1989. Η Χιλή επέστρεψε στο δημοκρατικό καθεστώς με την αρχή της προεδρίας του Πατρίσιο Αϋλουίν, το Μάρτιο του 1990. Παρά τις αμφιβολίες και τη δυσπιστία, η κυβέρνηση Πινοτσέτ παρέδωσε την εξουσία στη νέα δημοκρατική κυβέρνηση, ακριβώς όπως το προέβλεπε το Σύνταγμα που το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς είχε συντάξει. Αυτή η διαδικασία της μετάβασης ήταν, από μόνη της, μια εξαίρεση, καθώς σπανίως τα απολυταρχικά καθεστώτα ιδρύουν κανόνες που συγκεκριμενοποιούν, με μεγάλη προσδοκία και λεπτομέρεια, πότε και πώς θα εγκαταλείψουν την εξουσία.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, ειδωμένο αναδρομικά, το στρατιωτικό καθεστώς βρέθηκε να περιορίζεται από το συνταγματικό πλαίσιο που του είχε παραχωρήσει η εξουσία. Το Σύνταγμα του 1980 κατέληξε να έχει θετικές συνέπειες, παρά τις αρχικές αρνητικές προβλέψεις. Όχι μόνο μείωσε την αβεβαιότητα στη διαδικασία μετάβασης, αλλά και – βάζοντας τέλος στο βαθιά ριζωμένο πρόβλημα των προέδρων που εκλέγονταν με μια μειοψηφία της λαϊκής ψήφου και που χρειάζονταν πλειοψηφίες στο Κογκρέσο πιο σημαντικές για να εγκρίνουν τους νόμους – ελαχιστοποίησε την αστάθεια που μάστιζε την προηγούμενη θεσμική τάξη. Η εμπειρία της Χιλής ενδυνάμωσε τις κεντρομόλους δυνάμεις, εμβαθύνοντας και εμπλουτίζοντας μια διαδικασία μάθησης που ήδη είχε δρομολογηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Σε μια χώρα με μια ιστορία αυξανόμενης ιδεολογικής πόλωσης που εκτονώθηκε βίαια στη δεκαετία του εβδομήντα, η επιβίωση της δημοκρατίας εξαρτιόταν επίσης από την επανακοινωνικοποίηση της πολιτικής ελίτ. Τα νέα θεσμικά κίνητρα διευκόλυναν αυτή τη διαδικασία. Έκανε εμφανές ότι κάποιος σαν τον Αλεχάντρο Φόξλεϋ, υπουργός Οικονομικών από το 1990 ως το 1995 και αργότερα υπουργός Εξωτερικών, θα αναγνώριζε από τις αρχές της πρώτης δημοκρατικής κυβέρνησης ότι οι συνταγματικοί κανόνες που είχε προτείνει ο Πινοτσέτ είχαν «ειρωνικά ενθαρρύνει ένα σύστημα πιο δημοκρατικό», εφ’ όσον υποχρέωσαν τους βασικούς πρωταγωνιστές να καταλήξουν σε συμφωνίες, αντί σε αντιπαράθεση, και «αποφεύγοντας το λαϊκισμό» αύξησαν τον «οικονομικό τρόπο διακυβέρνησης».</p>
<p><code><br />
</code>Η κλασική απεικόνιση της Χιλής ως «πρωταθλήτριας του νεοφιλελευθερισμού» στη Λατινική Αμερική αδυνατεί να συλλάβει πόσο πραγματιστικές υπήρξαν οι οικονομικές πολιτικές της: από την έμφαση σε έναν τύπο ανταγωνιστικής αλλαγής σε μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες• από έναν στενό έλεγχο του τραπεζικού τομέα, στην προσαρμογή των επιτοκίων• κι από τους περιορισμούς της ροής του κεφαλαίου, στη δημιουργία ενός αποθέματος για να προστατευτεί η οικονομία από τις διακυμάνσεις στην παγκόσμια τιμή του χαλκού (το βασικό προϊόν εξαγωγής της Χιλής και το οποίο πάντοτε υπήρξε ένας πόρος στα χέρια του Κράτους). Αυτές οι πολιτικές πηγάζουν σε ένα πλαίσιο όπου η διαπραγμάτευση μέσα στο Κογκρέσο έχει υπερισχύσει της πολιτικής στους δρόμους, και της συμφωνίας για την διακριτική άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η προοδευτική πολιτική στη Χιλή είναι μια υπόθεση όχι ριζικών μετατροπών, αλλά βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων. Η συνένωση της κεντροαριστεράς, ο Συνασπισμός, που αναδύθηκε από τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές, έχει κυβερνήσει από το 1990 και έχει μετατρέψει τη χώρα σε ένα μοντέλο δημοκρατικού καπιταλισμού και σταθερής πολιτικής κομμάτων στην περιοχή.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Η αριστερά και το μέλλον της δημοκρατίας</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Ο λαϊκισμός ως πολιτικός πρωταγωνιστής ανήκει στο παρελθόν και ίσως θα οφείλαμε να τον καταργήσουμε και σαν έννοια. Από τη στιγμή πουτο κλασικό μοντέλο βιομηχανοποίησης με υποκατάσταση των εισαγωγών έπαψε να είναι μια βιώσιμη στρατηγική, σαν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ενοποίησης της αγοράς και του οικονομικού ανοίγματος που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, εξαφανίστηκαν οικονομικά κίνητρα των αστικών συνασπισμών που είχαν σχηματίσει πολλές τάξεις που είχαν υποστηρίξει το λαϊκισμό. Χωρίς μια υλική βάση στήριξης, τα δομικά θεμέλια του λαϊκισμού χάθηκαν. Οι ποικιλίες του «λαϊκισμού» που έφτασαν στην εξουσία αποό τις μεταβάσεις της δεκαετίας του ογδόντα ήταν αδέξιες απομιμήσεις του πρωτότυπου, ικανές να αναδημιουργήσουν τη ρητορική και τις τελετουργίες του, αλλά χωρίς να μπορούν να αναπαράγουν την ουσία του. Παρομοίως, ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα του παρελθόντος. Με το που ο σοσιαλισμός του Κράτους έδειξε το κακό πρόσωπό του και την παράλογη οικονομία του, το σύστημα και η ιδεολογία του αποσυντέθηκαν. Ιδέες όπως η αταξική κοινωνία, ο κεντρικός προγραμματισμός και η απόκτηση των μέσων παραγωγής από το Κράτος έχασε το νόημα και τη δύναμή του, τόσο στη Λατινική Αμερική όπως και αλλού. </p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, οι ουσιαστικές ανησυχίες του λαϊκισμού είναι τόσο ζωντανές όσο ήταν πάντα. Δεκαετίες μετά το τέλος των στρατιωτικών κυβερνήσεων, των μακρόπνοων στόχων, όπως το Κράτος ευημερίας, η κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική συμμετοχή, η ισότητα και αξιοπρέπεια της εργατικής τάξης και τα δικαιώματα των ομάδων είναι μειονεκτήματα, συνεχίζουν να είναι ανεκπλήρωτα και να προκαλούν κινητοποιήσεις. Παρ΄όλα αυτά, τα πολιτικά οχήματα του παρελθόντος έχουν πάψει να είναι βιώσιμα στην πρωτότυπη μορφή τους. Τα ζητήματα συνεχίζουν να είναι τα ίδια, αλλά χρειάζονται νέες στρατηγικές για να τα προσεγγίσουν και να τα επιλύσουν. Γενικά, οι σοσιαλιστές έχουν βρει ένα νέο σενάριο με σχετική ευκολία, μιας και έχουν βρει άλλα μέρη προς τα οποία να κοιτάξουν. Ο Φελίπε Γκοθάλεθ είχε ήδη καταφέρει να μετατρέψει την Ισπανία σε ένα μοντέλο για την κοινωνική δημοκρατία στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα έφτασε να «επιλέγει» παλιούς κομμουνιστές από την Ουγκαρία και την Πολωνία για να πάνε στις χώρες τους «γυρίζοντας από την Ευρώπη».</p>
<p><code><br />
</code>Εντούτοις, οι λαϊκιστές πολιτικοί είχαν μικρότερη επιτυχία στη μετατροπή των μαζικών κινημάτων τους σε βιώσιμα πολιτικά κόμματα. Στην πλειοψηφία τους αυτοί οι ηγέτες είχαν δυσκολία να βρουν ένα αφήγημα που θα συνεισέφερε στη δημοκρατική σταθερότητα με έναν έγκυρο τρόπο. Το φάντασμα του παλιού λαϊκισμού συνεχίζει να επιστρέφει, ίσως σαν ένας μάρτυρας του πόσο ανολοκλήρωτη είναι η ενσωμάτωση των φτωχών στη Λατινική Αμερική, και σαν μια οδυνηρή υπενθύμιση πως η περιοχή συνεχίζει να έχει την μεγαλύτερη ανισότητα του κόσμου. Το λαϊκιστικό αίνιγμα φέρνει αντιμέτωπη τη Λατινική Αμερική με τη γνωστή αλλά περίπλοκη πρόκληση να προάγει έναν βαθύ εκδημοκρατισμό την ίδια στιγμή που ενισχύονται οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της ίδιας της δημοκρατίας. Η ανάγκη να επιτευχθούν και οι δυο εργασίες συνεχίζει να παρουσιάζει ακανθώδη θέματα σε μια περιοχή που που και η ίδια η λέξη «θεσμός» έχει φτάσει να σημαίνει, εδώ και πολύ καιρό, έναν απλό σάκο με ταχυκτυλουργικά που οι κυβερνούσες ελίτ χρησιμοποιούν για να ξεγελάσουν, αποκλείσουν και καταστήσουν πιο φτωχό το λαό. Πολύ συχνά οι ηγέτες έχουν προτείνει δίκαια κοινωνικά ιδανικά που δεν έχουν νιώσει υποχρεωμένοι να τα εφαρμόσουν με κοινωνικές μορφές. Είναι μια θλιβερή ειρωνία, αυτοί οι ηγέτες έχουν καταλήξει να αποδυναμώσουν ακριβώς τα δικαιώματα και τους θεσμούς που οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι χρειάζονται απεγνωσμένα, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τις ανισότητες που οι ηγέτες θα έπρεπε να είχαν διορθώσει.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η αυθαιρεσία δεν αποτελεί μια καλή συνταγή για μια δημοκρατική κοινωνία. Αν ο δεξιός Κάρλος Μένεμ αξίζει να επικρίνεται επειδή διόρισε παράνομα δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του, επίσης θα πρέπει να κριθεί και ο αριστερός Ούγκο Τσάβες, ανεξαρτήτως από τους στόχους του που είναι τόσο διαφορετικοί. Σε μια δημοκρατία τα μέσα είναι ουσιαστικά και όχι μια τυπικότητα, εφ΄όσον οι κανόνες είναι το μοναδικό στο οποίο οι αντίπαλοι μπορούν πάντα νασυμφωνούν. Οπότε, οι μέθοδοι συνιστούν την κόλλα που κρατάει ενωμένη την πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την αριστερά στη Λατινική Αμερική σήμερα: να συμφιλιωθούν οι βασικοί στόχοι της ένταξης  και της ισότητας με τους στόχους – εξίσου βασικούς, επιμένω- του να υπολογίζουμε σε μεθόδους και θεσμούς στέρεους.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν χώρες στην περιοχή στις οποίες αυτή η διπλή πρόκληση έχει προσεγγιστεί και μάλιστα επιτευχθεί. Ο κοινός παρανομαστής σε τέτοιες ιστορίες επιτυχίας είναι η ύπαρξη ενός σταθερού συστήματος πολιτικής κομμάτων και μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων που δεν εξαρτάται από τη διακριτική εξουσία της Εκτελεστικής, αλλά στην νομοθετική διαπραγμάτευση. Στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής απομένουν πολλά για να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν καλά παραδείγματα κοντά μας. Είναι αναγκαίο να τα μιμηθούμε.</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Το κείμενο έχει εμφανιστεί στα ισπανικά στην Μεξικάνικη επιθεώρηση <a href="http://www.pri.org.mx/PriistasTrabajando/publicaciones/confluencia.aspx" target="_blank">CONFLUENCIA XXI</a>, και δημοσιεύεται στο πλαίσιο συνεργασίας των δύο περιοδικών</strong></em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=409</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Arturo Valenzuela &#8211; Λατινική Αμερική: Οι προεδρίες που διακόπηκαν</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=410</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=410#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2009 14:37:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Arturo Valenzuela]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[Arturo Valenzuela]]></category>
		<category><![CDATA[δικτατορία]]></category>
		<category><![CDATA[πολιτικό σύστημα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=410</guid>
		<description><![CDATA[Tα κοινοβουλευτικά καθεστώτα βασίζονται σε μια πολιτική λογική που απαιτεί τη συνεργασία και τη συναίνεση μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών που κληροδοτούνται. Η ενοποίηση των νομοθετικών κι εκτελεστικών εξουσιών εκπροσωπεί μια επιβράβευση στο ύψος της συνολικής δουλειάς για να αυξήσει την επιτυχία και να αποφευχθούν νέες εκλογές. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/arturo-valenzuela.jpg" title="Arturo Valenzuela"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2009/03/arturo-valenzuela.jpg" title="Arturo Valenzuela" alt="Arturo Valenzuela" vspace="5" width="100" align="left" height="125" hspace="5" /></a></p>
<p>Έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια από τότε που άρχισε στην Λατινική Αμερική αυτό που κατέληξε να είναι η πιο μακροχρόνια διαδικασία εγκαθίδρυσης θεσμικών δημοκρατιών. Αν οι δικτατορίες ήταν ο κανόνας στις δεκαετίες του εξήντα και εβδομήντα, μόνο η Κολομβία, η Κόστα Ρίκα και η Βενεζουέλα απέφυγαν το ολοκληρωτικό καθεστώς σε αυτές τις δεκαετίες, σήμερα διοικεί μια κυβέρνηση επιλογής σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, με εξαίρεση την Κούβα και την Αϊτή. <a href="http://www.upf.com/book.asp?id=PALMES07" target="_blank">Όπως σημειώνει ο Ντέιβιντ Σκοτ Πάλμερ</a>, οι 37 χώρες που αποτελούν τη Λατινική Αμερική υπέστησαν 277 αλλαγές κυβέρνησης μεταξύ του 1930 και του 1980, από τις οποίες 104 (δηλαδή 37,5%) προκλήθηκαν απο στρατιωτικό χτύπημα. Αντίθετα, από το 1980 έως το 1990 μόνο επτά από τις 37 αλλαγές κυβέρνησης συνέβησαν από στρατιωτικές παρεμβάσεις, από τις οποίες μόνο δύο μπορούν να περιγραφούν σαν καθαρά αντιδημοκρατικές. Ο συνολικός αριθμός στρατιωτικών χτυπημάτων ήταν ο πιο χαμηλός από οποιαδήποτε άλλη δεκαετία στη Λατινική  Αμερική από την Ανεξαρτησία, στις αρχές του 19ου αιώνα.<span id="more-410"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Τα στρατιωτικά χτυπήματα του ογδόντα περιορίστηκαν μόνο σε τέσσερις χώρες: τη Βολιβία, την Αϊτή, τη Γουατεμάλα και την Παραγουάη. Από το 1990, μόνο η Αϊτή και το Περού είδαν να έχει επιτυχία η αντικατάσταση με τη βία κυβερνήσεων που είχαν εκλεχθεί συνταγματικά. Το 1989, η Αργεντινή υπήρξε μάρτυρας της πρώτης μετάβασης εξουσίας στη χώρα από έναν αρχηγό της Εκτελεστικής πολίτη σε άλλο μετά από 60 χρόνια. Το 2000, το Μεξικό σηματοδότησε την είσοδό του σαν πολυκομματική δημοκρατία μετά από περισσότερες από επτά δεκαετίες διακυβέρνησης στα χέρια μόνο ενός κόμματος. Η πλειοψηφία των Λατινοαμερικάνικων κρατών ποτέ δεν είχε στην εξουσία τόσες κυβερνήσεις εκλεγμένες επιτυχώς και χωρίς να υποστούν αλλαγές ολοκληρωτικές.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η ευφορία που συνόδευσε την ανάδυση της δημοκρατίας έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των λατινοαμερικάνων, με ένα περιθώριο τέσσερις προς έναν, συνεχίζει να υποστηρίζει τη δημοκρατία και την προτιμά από τη δικτατορία. Αυτές οι δημοσκοπήσεις όμως αποκαλύπτουν μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια και μια τάση να αμφισβητούν τα οφέλη και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δημοκρατικών κυβερνήσεων.</p>
<p><code><br />
</code>Καταλήγει εξαιρετικά ανησυχητικό να διαφαίνεται ένα μόνιμο πατρόν αστάθειας που επηρεάζει αρνητικά τη διακυβέρνηση στα υψηλότερα επίπεδα. Από χώρα σε χώρα, οι πρόεδροι έχουν δει να πέφτουν κατακόρυφα τα ποσοστά επιδοκιμασίας τους, ενώ αυτά των νομοθετών και αρχηγών κομμάτων έχουν πέσει ακόμη πιο απότομα. Πολλοί πρόεδροι έχουν παραιτηθεί από το φορτίο αφήνοντας πίσω τσακισμένες ελπίδες και αποδυναμωμένους θεσμούς, αλλά τουλάχιστον το έκαναν στη διάρκεια της περιόδου διακυβέρνησής τους. Παρ΄όλα αυτά, δεν ήταν αυτή η περίπτωση 14 πρόεδρων. Αυτή η ομάδα έχει υποφέρει την προσβολή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναμενόταν μέσω της αντίδρασης ή της εξαναγκαστικής αποκήρυξης, σε κάποιες περιπτώσεις υπό συνθήκες αστάθειας που έχουν απειλήσει την ίδια τη θεσμική δημοκρατία. Κάποιος άλλος ηγέτης της Εκτελεστικής διέκοψε τη συνταγματική εντολή του διαλύοντας το νομθετικό σώμα.</p>
<p><code><br />
</code>Στο παρελθόν οι στρατιωτικοί βρίσκονταν στο επίκεντρο αυτού του προβλήματος. Οι στρατηγοί, ωθούμενοι από τη φιλοδοξία, μπορούσαν να απομακρύνουν έναν εκλεγμένο Πρόεδρο ή να παρεμποδίσουν την εφαρμογή πολιτικών που δεν ήταν αρεστές στους στρατιώτες και συμμάχους. Οι καινούριες μορφές και δυνάμεις μπορούσαν να γίνουν δεκτές στο «παιχνίδι» της πολιτικής που ήταν υπό τον έλεγχο των στρατιωτικών αν υπόσχονταν να μην υποστηρίξουν κανένα  μέτρο που θα ηχούσε υπερβολικά ριζοσπαστικό ή λαϊκιστικό. Οι υπάλληλοι διαπραγματεύονταν με τις διαφορετικές φατρίες και αποφάσιζαν πότε να ανακηρύξουν νέες εκλογές με σκοπό να αναστηλώσουν την πολιτική κυβέρνηση: τα στρατιωτικά χτυπήματα απολάμβαναν πάντα τη συνενοχή των ελίτ. Αφού πήρε την εξουσία στην Κούβα ο Φιντέλ Κάστρο κι εγκαθίδρυσε ένα επαναστατικό καθεστώς στο νησί το 1959, η πόλωση εναντικοποιήθηκε στην περιοχή και οι στρατιωτικές δικτατορίες (χούντες) άρχισαν να αφήνουν πίσω τους με μεγαλύτερη συχνότητα τις πολιτικές διαπραγματεύσεις προς χάριν δικτατοριών «γραφειοκρατικο- ολοκληρωτικών» σε πλήρη ανάπτυξη.</p>
<p><code><br />
</code>Η λατινοαμερικάνικη δημοκρατία έχει πάψει να αντιμετωπίζει τις απειλές των τοπικών ελίτ που υποστηρίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες που φοβούνταν οποιαδήποτε μεταρρύθμιση σαν ένα πιθανό σοβιετικό μέτωπο. Οι στρατιωτικές κυβερνήσεις απέτυχαν παταγωδώς στις απόπειρές τους να επιλύσουν τις οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις των δεκαετιών του εβδομήντα και του ογδόντα. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αντέδρασε στην αποδυνάμωση του Ψυχρού Πολέμου αλλάζοντας την υποστήριξή της στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ως δυσάρεστους αλλά αναγκαίους προμαχώνες ενάντια στον κομμουνισμό, αναγνωρίζοντας πως ο ολοκληρωτισμός εμπόδιζε την εδραίωση νόμιμων κυβερνήσεων. Οι ΗΠΑ ενώθηκαν με άλλα έθνη του δυτικού ημισφαιρίου για να δημιουργήσουν μηχανισμούς που θα εμπόδιζαν τις βίαιες διακοπές της θεσμικής δημοκρατίας. Αυτό που έχει υποστεί μια δραστική αλλαγή από τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις της Λατινικής Αμερικής έχουν πάψει να συμμετέχουν ανοιχτά στην πολιτική.</p>
<p><em><strong><code><br />
</code>Βρίσκεται η απάντηση στον κοινοβουλευτισμό;</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι παρατηρήσεις υπονοούν πώς το πρόβλημα της διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική ίσως να οφείλεται περισσότερο στην συμπτωματική αδυναμία των κομμάτων, αρχηγών ή συγκεκριμένων θεσμών. Μήπως το προεδρικό σύστημα από την ίδια τη φύση του κάνει τις αναμετρήσεις πιο έντονες, τη συνεργασία με περισσότερες υπεκφυγές, την πειθαρχία των κομμάτων πιο δύσκολη και την διάπασή της πιο εύκολη και εμφανώς λογική; Έχει φτάσει η στιγμή στην οποία οι μεταρρυθμιστές της περιοχής οφείλουν να σκεφτούν για ακόμη μια φορά τη σοφία να περάσουν από το προεδρικό σύστημα στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση;</p>
<p><code><br />
</code>Αν λοιπόν το προεδρικό σύστημα και η κοινοβουλευτική κυβέρνηση δέχονται μια σημαντική εσωτερική διαφοροποίηση, και αν και υπάρχουν μικτές μορφές διακυβέρνησης που συνδυάζουν στοιχεία και από τα δυο, για λόγους έκθεσης μπορούν να διαφοροποιηθούν ξεκάθαρα τα δυο συστήματα σε κάποιες διαστάσεις κλειδιά. Τα προεδρικά καθεστώτα παρουσιάζουν «χαρακτηριστικά ανταγωνισμού».</p>
<p><code><br />
</code>Η Εκτελεστική και η Νομοθετική εξουσία μπορούν, η καθεμιά, να διεκδικήσουν τη δική τους εκλογική εντολή για να εξασκήσουν τις εξουσίες τους, τις διαφορετικές, αν και συμπίπτουν σε κάποιες περιπτώσεις. Οι πρόεδροι ή τα κοινοβούλια μπορούν να αποφασίσουν ανάμεσα στη συνεργασία και στην αντιπαράθεση: οι κανόνες του συστήματος (είτε επίσημοι ή ανεπίσημοι) δεν απαιτούν από κανέναν από τους δυο να υιοθετήσει μια τέτοια απόφαση. Κάτω από την κοινοβουλευτική κυβέρνηση, αντίθετα, η νομοθεσία ενεργοποιεί την Εκτελεστική, που λειτουργεί τότε υπό τη νομοθετική πλειοψηφία, κι ας είναι κυβέρνηση πλειψηφίας ή μειοψηφίας. Η κυβέρνηση υπουργών σημαίνει πως τα μέλη της βουλής έχουν εκτελεστικά πόστα. Αυτό δεν απαιτεί μόνο να οφείλουν οι βασικοί αρχηγοί ενός κόμματος και μελλοντικοί υπουργοί να οργανώνουν σε εκστρατείες για νομοθετικά ζητήματα, αλλά επίσης παρέχει στους νομοθέτες ένα μέσον για να αποκτήσουν μια στέρεη εκτελεστική εμπειρία και μια συμμετοχή που συλλαμβάνει καλύτερα ο λαός στον τρόπο που χειρίζονται τα θέματα της χώρας, ενθαρρύνοντας έτσι μια ηγεσία πιο κατάλληλη και μετριοπαθή.</p>
<p><code><br />
</code>Από την άλλη πλευρά, στο προεδρικό σύστημα ο αρχηγός της Εκτελεστικής είναι τόσο αρχηγός του Κράτους καθώς και αρχηγός της κυβέρνησης. Στις βασικές αρμοδιότητες του, ο Πρόεδρος δέχεται πρέσβεις και ισχυρά πρόσωπα, παρίσταται σε κηδείες επισήμων και εκπροσωπεί το έθνος σε καιρούς θριάμβου ή τραγωδίας. Ως αρχηγός της κυβέρνησης, ο Πρόεδρος απολαμβάνει πολλαπλές λειτουργίες στο διορισμό γραμματέων και υπογραμματέων του υπουργικού συμβουλίου του, ακόμη κι αν κάποιοι από αυτούς απαιτούν τη συγκατάθεση του νομοθετικού σώματος ή υπόκεινται σε ψηφοφορία του κοινοβουλίου.</p>
<p><code><br />
</code>Στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα οι «τελετουργικές» και «εκτελεστικές» λειτουργίες διαχωρίζονται, με τον αρχηγό του Κράτους (είτε είναι συνταγματικός μονάρχης ή ο Πρόεδρος) να παίζει έναν συμβολικό ρόλο ή ίσως να δρα σαν μια μετριοπαθής δύναμη σε εποχές κρίσης. Οι πρωθυπουργοί, ως αρχηγοί της Εκτελεστικής, διοικούν κυβερνήσεις συνολικές που αντικατοπτρίζουν τις προσταγές των κομμάτων και των συνασπισμών. Αν στη δική μας ήταν περιορισμένη οι πρωθυπουργοί έχουν γίνει πολύ πιο ορατοί σαν αρχηγοί της κυβέρνησης κι απολαμβάνουν μια σημαντική εξουσία και εξέχοντα ρόλο, η θέση τους συνεχίζει να απαιτεί, από την ίδια της τη φύση, να κυβερνούν διατηρώντας την εμπιστοσύνη των κομμάτων τους και τελικά μια πλειοψηφία στη βουλή.</p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, η απευθείας εκλογή των προέδρων σημαίνει πως κάποιος μπορεί να φτάσει στο υψηλότερο αξίωμα της χώρας χωρίς κάποια δυνατή εμπειρία ή στήριξη του κόμματος ή της κυβέρνησης, ωθούμενος από τα μέσα, σε εγγυημένες αρμοδιότητες υποψηφίων. Για να ανταπεξέλθει, ο Πρόεδρος οφείλει να δουλέψει με το κοινοβούλιο (παρά την, σε κάποιες περιπτώσεις, ασυγκράτητη διάθεση να το καταστρέψει) και οφείλει να κατορθώσει αυτή τη συνεργασία κυρίως μέσω πολιτικών εξουσιών, σε σχέση με τις νομικές ή τις θεσμικές. Η αρχηγία του κόμματος του αρχηγού διαιρείται ανάμεσα στο κοινοβούλιο, στα πιο υψηλά επίπεδα του εκτελεστικού κλάδου και σε αυτό που μοιράζεται στην οργάνωση του κόμματος. Κάθε μια από αυτές τις ομάδες πολύ συχνά έχει τους δικούς της στόχους και κίνητρα, καθώς τα διαφορετικά μέλη τους κάνουν τους αντίστοιχους υπολογισμούς τους για το πώς να τοποθετηθούν καλύτερα για την μελλοντική πολιτική επιτυχία. Οι πρωθυπουργοί στις κυβερνήσεις υπουργών γενικά δεν είναι ταγμένοι πολιτικοί προωθημένοι από τα μέσα, αλλά παλαίμαχοι αρχηγοί του κόμματος, με μεγάλη υπουργική εμπειρία και με όλα τα κίνητρα για να, αντί να «αντιταχθούν», να παραμείνουν κοντά στα ίδια τους τα κόμματα και ενωμένοι σε συνασπισμούς στο νομοθετικό σώμα.</p>
<p><code><br />
</code>Τέταρτον και τελευταίο, οι πρόεδροι και τα κοινοβούλια εκλέγονται για ορισμένες περιόδους, και συχνά έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που τους προκαλούν κλυδωνισμούς και που μπορούν να προκαλέσουν την πλειοψηφία του νομοθετικού σώματος να αλλάξει χέρια, ενώ ο Πρόεδρος ακόμη έχει χρόνια μπροστά του για να εκτελέσει το καθήκον του. Στα κοινοβουλευτικά συστήματα, η κυβέρνηση μπορεί να αλλάξει, είτε γιατί το κόμμα του πρωθυπουργού χάνει την πλειοψηφία (από μια γενική ήττα σε εκλογές ή εξ αιτίας μιας διάσπασης του συνασπισμού), ή ακόμη όταν το κόμμα του πρωθυπουργού εξεγείρεται και εκλέγει νέα ηγεσία.</p>
<p><code><br />
</code>Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε κρίση στην ηγεσία ή στην κυβέρνηση ενεργοποιεί «βαλβίδες ασφαλείας» αυτόματους θεσμούς, όπως την απόλυση υπουργών, τη διάλυση της βουλής ή νέες εκλογές. Εντούτοις, οι κρίσεις της κυβέρνησης λίγες φορές μετατρέπονται σε καθεστωτικές κρίσεις. Αυτή η ευελιξία του κοινοβουλευτισμού αντιτίθεται στην εγγενή δυσκαμψία του προεδρικού συστήματος, υπό το οποίο ένα σφάλμα σε μια αρχηγία ή σε μια πολιτική μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε θεσμική αντιπαρ&#8217;αθεση ακόμη και μαζική, με ένα τρομακτικό δυναμικό βίαιης αστάθειας και όλα τα ανθρώπινα και πολιτικά κόστη που αυτό συνεπάγεται.</p>
<p><code><br />
</code>Περιληπτικά, τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα βασίζονται σε μια πολιτική λογική που απαιτεί τη συνεργασία και τη συναίνεση μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών που κληροδοτούνται. Η ενοποίηση των νομοθετικών κι εκτελεστικών εξουσιών εκπροσωπεί μια επιβράβευση στο ύψος της συνολικής δουλειάς για να αυξήσει την επιτυχία και να αποφευχθούν νέες εκλογές. Η λογική που υπόκειται στο προεδρικό σύστημα είναι πολύ πιο συνδεδεμένη με διαμάχες, το οποίο σημαίνει πως οι λανθασμένοι υπολογισμοί ή άλλα προσωπικά σφάλματα στην αρχηγία μπορούν να πυροδοτήσουν τη διεστραμμένη λογική που κάνει τους νομοθέτες να περιμένουν την αποτυχία του Προέδρου, ειδικά στα τέλη της διακυβέρνησής του ή σε μια στιγμή σοβαρών προβλημάτων στην οποία οι πολίτες με μεγάλη ευκολία επιθυμούν διακαώς να βρεθεί ένας σωτήρας, ή αν δε λειτουργήσει αυτό, ένας αποδιοπομπαίος τράγος.</p>
<p><em><strong><code><br />
</code></strong></em></p>
<p><em><strong>Τί εμποδίζει τον κοινοβουλευτισμό;</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Αν η υιοθέτηση του κοινοβουλευτισμού μπορεί να είναι πλήρως ελκυστική για τους πολιτικούς επιστήμονες, η ιδέα αυτής της αλλαγής είναι απλά ένα ανάθεμα για την πλειοψηφία των πολιτώ�</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=410</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
