<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; περιβαλλοντική δικαιοσύνη</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?cat=71&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Εισαγωγή: Υπάρχει κάτι &#8220;αριστερό&#8221; που μπορεί ακόμα να ειπωθεί για την κλιματική αλλαγή;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=340</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=340#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 24 Sep 2008 14:06:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[εισαγωγή]]></category>
		<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=340</guid>
		<description><![CDATA[Όταν οι πολιτικές σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές τίθενται πάλι επί τάπητος, μια εύλογη αντίδραση θα ήταν ότι πρόκειται για ένα ακόμα, και ίσως το πλέον επίκαιρο θέμα, για το οποίο «έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, αλλά έχουν γίνει τόσα λίγα». Κατά συνέπεια, είναι ομολογουμένως αρκετά δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι μία συλλογή κειμένων μπορεί να [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/wind_turbines_300.jpg" mce_href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/wind_turbines_300.jpg" title="playtime"></a><a href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/wind_turbines_300.jpg" mce_href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/wind_turbines_300.jpg"><img src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/wind_turbines_300.jpg" mce_src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/wind_turbines_300.jpg" alt="wind_turbines_300" title="wind_turbines_300" class="alignnone size-full wp-image-1126" height="263" width="350"/></a></p>
<p>Όταν οι πολιτικές σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές τίθενται πάλι επί τάπητος, μια εύλογη αντίδραση θα ήταν ότι πρόκειται για ένα ακόμα, και ίσως το πλέον επίκαιρο θέμα, για το οποίο «έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, αλλά έχουν γίνει τόσα λίγα». Κατά συνέπεια, είναι ομολογουμένως αρκετά δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι μία συλλογή κειμένων μπορεί να προσφέρει κάτι παραπάνω στο διάλογο. Η γενίκευση των περιβαλλοντικών θεμάτων σε παγκόσμια κλίμακα, συμπεριλαμβανομένης και των κλιματικής αλλαγής, αποτελεί σήμερα μέρος της επικρατούσας πολιτικής ατζέντα. Οι πιο προοδευτικές δυνάμεις κατέληξαν φαινομενικά ότι κατά γενική ομολογία η περιβαλλοντική κρίση είναι κατά πρώτο λόγο ένα πολιτικό πρόβλημα, το οποίο απαιτεί  λύσεις παγκοσμίου φάσματος και την εφαρμογή αυτών των λύσεων σε διεθνικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο. Όμως, αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η αποτελεσματικότητα αυτών των λύσεων ή τουλάχιστον ο φόβος ότι οι εν λόγω λύσεις δεν αρκούν για την επίλυση του προβλήματος και σήμερα δεν κάνουμε τίποτα αρκετά αποτελεσματικό για το ζήτημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη.<span id="more-340"></span></p>
<p><code><br />
</code>Θα αποφύγουμε, ωστόσο, να ανάγουμε το διάλογο σε επίπεδο εγκυρότητας ή μη των επιστημονικών ενδείξεων σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Θα αποφύγουμε να συμμετέχουμε στο διάλογο για τον αντίκτυπο των σημερινών πολιτικών για το κλίμα ή για το αντίκτυπο της έλλειψης ανάληψης πολιτικής δράσης. Αντίθετα, η αφετηρία αυτού του αφιερώματος έγκειται στο ότι ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος που απλά εστιάζει στο πρόβλημα μιας πιθανής κλιματικής καταστροφής, θα πρέπει να θίξει και το ζήτημα της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Προσπαθήσαμε να θέσουμε ερωτήματα τα οποία αντιμετωπίζουν τις κλιματικές αλλαγές πρωτίστως ως ένα κοινωνικό πρόβλημα. Έχουμε επιδιώξει να διερευνήσουμε τις διασυνδέσεις ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική δικαιοσύνη:</p>
<p><code><br />
</code><br />
•	Ποια είναι ή ποια πρόκειται να είναι τα σημεία σύγκλισης ανάμεσα στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, όσον αφορά τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή;<br />
•	Με ποιους τρόπους μπορεί η περιβαλλοντική πολιτική να συνδεθεί με την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας;<br />
•	Υστερούν τα οικολογικά κινήματα και η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην αντιμετώπιση ζητημάτων κοινωνικής ισότητας;<br />
•	Είναι οι «πράσινες αγορές» επωφελείς για το περιβάλλον και για την διαδικασία εκδημοκρατισμού των αγορών;<br />
•	Σε ποιο βαθμό, η στήριξη κοινωνικής δικαιοσύνης συνεπάγεται την προώθηση νέων, περισσότερο αποκεντρωμένων μοντέλων παραγωγής και διάθεσης ενέργειας;</p>
<p><code><br />
</code>Τα ερωτήματα δεν είναι καινοφανή, αλλά πιστεύουμε ότι πρέπει να διαπνέουν κάθε προοδευτική σκέψη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η διατύπωσή τους μοιάζει ξεκάθαρη, αλλά το θέμα είναι εάν «έχει ‘μείνει’ κάτι αριστερό να ειπωθεί» σχετικά με όλα αυτά.</p>
<p><code><br />
</code><b><i>Προς μια δημιουργική σύνθεση</i></b></p>
<p><code><br />
</code>Η προφανής αμφισημία του ερωτήματος γίνεται πιο ισχυρή μετά την αρχικό μας κάλεσμα για άρθρα. Παρόλο που τα περισσότερα από τα αρχικά ερωτήματα που έχουν τεθεί παραμένουν ανοιχτά, αυτό στο οποίο έχουμε καταλήξει είναι η ανάγκη για σύνδεση των διαφόρων  προσεγγίσεων, ιδεών και οι πρακτικών. Αυτό στο οποίο έχουμε καταλήξει είναι μια κοινή αντίληψη ότι συνδεόμαστε με τον κόσμο γύρω μας με δυναμικούς και απρόβλεπτους τρόπους. Προκειμένου να εξετάσουμε τις κλιματολογικές αλλαγές, δεν πρέπει να είμαστε μόνο μεθοδικοί και πραγματιστές, αλλά πρέπει επίσης να είμαστε ανοιχτόμυαλοι ώστε να κατανοούμε νέα πρότυπα και να αναζητούμε πρωτότυπες προτάσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Η πολυπλοκότητα των κοινωνικών/περιβαλλοντικών προκλήσεων μπορεί να ειδωθεί ως μια ευκαιρία για ελευθερία κινήσεων ανάμεσα στα διάφορα προβλήματα, καταστάσεις και κεκτημένες συμπεριφορές. Αυτή η ευελιξία δημιουργεί προτάσεις (προτάσεις επίλυσης) και κινήσεις ως προς την αναδιαμόρφωση και την επανεισαγωγή τους. Ας μην κάνουμε όνειρα για καινούριες κοινωνικές σχέσεις, ας συνεισφέρουμε με μια δημιουργική κι απροσδόκητη σύνθεση εννοιών και πρακτικών. Ας προσπαθήσουμε να ενσωματώσουμε τις προκλήσεις των ευρύτερων κινημάτων για τα κοινά αγαθά στις νέες σοσιαλιστικές ατζέντες.</p>
<p><code><br />
</code>Η &#8220;αριστερή στάση&#8221; απέναντι στην κλιματική αλλαγή δε μοιάζει επομένως απαραίτητα με έναν οδικό χάρτη, ο οποίος αποτελείται από κανόνες και προτεινόμενες ενέργειες. Θα μπορούσε αντί γι’ αυτό να ήταν μια πρόταση για πειραματισμό, ένας πειραματισμός ο οποίος θα είναι επικριτικός απέναντι στις τρέχουσες δομές παραγωγής και διανομής.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=340</wfw:commentRss>
		<slash:comments>4</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Dan Smith &#8211; Για την  προσαρμογή στις απειλές της κλιματικής αλλαγής</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=334</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=334#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:07:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[arlen dilsizian]]></category>
		<category><![CDATA[dan-smith]]></category>
		<category><![CDATA[εμπορία εκπομπών άνθρακα]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνία πολιτών]]></category>
		<category><![CDATA[συγκρούσεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=334</guid>
		<description><![CDATA[Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έχουν ήδη αρχίσει να προκαλούν γενικευμένη ανησυχία. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Dan Smith μιλά για τα πιθανά επακόλουθα σε κοινωνικό επίπεδο &#8211; ειδικότερα, τον κίνδυνο εξάπλωσης συγκρούσεων και γενικευμένης αστάθειας. Ο Smith υποστηρίζει ότι η προσαρμογή μας στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν συνδεθεί [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/dan_smith.JPG" title="Dan Smith"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/dan_smith.JPG" title="Dan Smith" alt="Dan Smith" width="105" align="left" height="105" /></a><br />
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έχουν ήδη αρχίσει να προκαλούν γενικευμένη ανησυχία. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Dan Smith μιλά για τα πιθανά επακόλουθα σε κοινωνικό επίπεδο &#8211; ειδικότερα, τον κίνδυνο εξάπλωσης συγκρούσεων και γενικευμένης αστάθειας. Ο Smith υποστηρίζει ότι η προσαρμογή μας στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν συνδεθεί στενά με τις πολιτικές μας για την ανάπτυξη και αν ενσωματωθεί σαν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ειρηνευτικής διαδικασίας.<span id="more-334"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Λαμβάνοντας υπόψη ότι το φαινόμενο της αιφνίδιας και συχνά βίαιης κλιματικής αλλαγής μέσα από τον γεωλογικό χρόνο είναι καλά τεκμηριωμένο, γιατί είμαστε τόσο  ανήσυχοι για τις αλλαγές που βλέπουμε σήμερα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ο τρόπος ζωής μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι στις πολύ αστικοποιημένες κοινωνίες μας, είναι πολύ εξαρτημένος από το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον. Ακόμη και μικρές αλλαγές, όπως οι αυξήσεις των εκπομπών αερίων ή των μέσων θερμοκρασιών μπορούν να έχουν  μεγάλη επίδραση στις ζωές μας.</p>
<p><code><br />
</code>Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, υπήρξε για πολλά χρόνια  ξηρασία- που συνοδεύτηκε πρόσφατα από φοβερές πυρκαγιές στα δάση, από τις οποίες η Ελλάδα έχει εμπειρία. Το μεγαλύτερο, όμως,  πρόβλημα στην Αυστραλία είναι ότι η καλλιέργεια ρυζιού μειώθηκε κατά 98%. Εάν αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχει επισιτιστική κρίση αυτή τη στιγμή και οι τιμές ανεβαίνουν και αρχίζουν να γίνονται φασαρίες όπου οι άνθρωποι δεν έχουν τα μέσα να φάνε, η ξηρασία είναι μια από τις αιτίες. Υπάρχουν χίλιοι λόγοι, δηλαδή, να είμαστε ανήσυχοι για την κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Με ποιο τρόπο ο υπερπληθυσμός και η αστικοποίηση εμποδίζουν την ικανότητα προσαρμογής μας στις κλιματικές αλλαγές που αντιμετωπίζουμε σήμερα;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται με δραματική ταχύτητα κι αυτό, νομίζω, το γνωρίζουμε όλοι. Στη δεκαετία του 1820, ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 1 δις κι έφτασε τα τρία δισεκατομμύρια το 1960. Σήμερα, ξεπερνά τα 6 δις και ενδέχεται να συνεχίσει και να φτάσει τα 9 δις μέχρι το μέσο του 21ου αιώνα. Σε ιστορική προοπτική είναι μια συγκλονιστική αύξηση. Την  ίδια στιγμή, είναι προφανές ότι έχουμε καλλιεργήσει περισσότερη γη, έχουμε βελτιώσει τις γεωργικές τεχνικές μας, έχουμε πολύ καλύτερη αποθήκευση τροφίμων και διανομή απ’ ό, τι είχαμε ποτέ και, παρόλα αυτά, παραμένει το ερώτημα εάν μπορούμε πράγματι να είμαστε τόσο αποτελεσματικοί και τόσο δημιουργικοί ώστε ο πλανήτης να μπορεί να αντέξει το φορτίο όλων αυτών των ανθρώπων.</p>
<p><code><br />
</code>Από τη μια πλευρά, δεν νομίζω πως έχει αποδειχτεί ότι ο πλανήτης έχει υπερπληθυσμό. Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές πως, για παράδειγμα, προβλήματα που σχετίζονται με την παραγωγή και την κατανάλωση τροφής και ενέργειας γίνονται πιο έντονα λόγω της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού.</p>
<p><code><br />
</code>Αναφερθήκατε, επίσης, στην αστικοποίηση. Περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στις πόλεις, αυτή τη στιγμή, και σύμφωνα με τις σημερινές προβλέψεις ο αριθμός αυτός θα πλησιάσει ίσως το 70% μέχρι το 2030. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού οφείλεται εν μέρει στην αναπαραγωγή στις πόλεις αλλά και στην ερήμωση των αγροτικών περιοχών. Το ένα τρίτο του αστικού πληθυσμού του κόσμου ζει σήμερα σε παράγκες και σε αυτές τις παράγκες έχουν συχνά πολύ μικρή ή και καθόλου πρόσβαση σε καθαρό νερό και συνθήκες υγιεινής, για να μη μιλήσουμε για πράγματα όπως η παιδεία και η περίθαλψη, ο νόμος και η τάξη, η προσωπική ασφάλεια.</p>
<p><code><br />
</code>Οι παράγκες αυτές, που καλύπτουν ευρείες περιοχές σε ορισμένες από τις μεγαλουπόλεις του κόσμου, γίνονται απαγορευμένες περιοχές σε ό, τι αφορά τον νόμο και τη τάξη και  διοικούνται από συμμορίες. Προφανώς είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατον, να συμπεριλάβουμε τις περιοχές αυτές και τους ανθρώπους που ζουν εκεί σε προγράμματα προσαρμογής στις απειλές της κλιματικής αλλαγής. Εάν πάρουμε πόλεις όπως το Καράτσι ή η Βομβάη, μολονότι αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικά ρίσκα, είναι πολύ δύσκολο να εκπαιδευτούν οι τοπικοί πληθυσμοί έτσι ώστε να αντιδράσουν σ’ αυτά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυτικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δρουν σε αναπτυσσόμενες χώρες  θεωρούνται από τις τοπικές κοινωνίες ως υπολείμματα της περιόδου της αποικιοκρατίας. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση και θεωρείτε ότι αποτελεί σημαντικό πρόβλημα σε σχέση με την πολιτική για την κλιματική αλλαγή στις αναπτυσσόμενες χώρες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Θα ήθελα να διακρίνω ορισμένα  διαφορετικά συστατικά των προβλημάτων και ζητημάτων που θέτετε. Ένα από αυτά είναι ο δυνητικά εποικοδομητικός ρόλος της κοινωνίας των πολιτών. Νομίζω πως είναι αλήθεια ότι εάν οι χώρες μπορούν να αναπτύξουν μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, τότε οι δυνατότητές τους για ανάπτυξη, για καλή διακυβέρνηση, για ελευθερία και ελευθερίες και, μεταξύ άλλων, για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, θα είναι αυξημένες και νομίζω ότι υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι που μας επιτρέπουν να το πούμε. Το δεύτερο σημείο αφορά την ομογενοποίηση. Είναι λάθος, ενδεχομένως καταστροφικό, να νομίζουμε ότι η κοινωνία των πολιτών πρέπει να είναι ίδια σε κάθε χώρα και νομίζω ότι υπάρχουν περιπτώσεις που η προβολή του ευρωπαϊκού ή του ελαφρώς διαφορετικού βορειοαμερικανικού πρότυπου της κοινωνίας των πολιτών στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι ακατάλληλη και μη βοηθητική. Τρίτον, νομίζω ότι πρέπει να αναγνωριστεί στην κοινωνία των πολιτών ότι έβαλε το θέμα της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια ατζέντα. Οι πολιτικοί δεν θα ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα εάν η κοινωνία των πολιτών δεν υποστήριζε ότι ο σχεδιασμός μιας σωστής κλιματικής πολιτικής ήταν επείγων.</p>
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή και η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ζητήματα που ξεπερνούν τη ζωή μιας κυβέρνησης. Είναι προβλήματα που θα εξακολουθήσουν να μας στοιχειώνουν για ακόμη έναν αιώνα- ό,τι επιτυγχάνεται στη διάρκεια της ζωής μιας αμερικανικής κυβέρνησης, μιας ευρωπαϊκής προεδρίας, είναι σχετικά περιορισμένο. Δεν είναι το είδος του ζητήματος που ταιριάζει στο σχήμα της σύγχρονης δυτικής πολιτικής σκέψης και νομίζω ότι εμείς οι επιστήμονες,  κάποιοι δημοσιογράφοι και μη κυβερνητικές οργανώσεις, προωθήσαμε πραγματικά τη συνειδητοποίηση αυτού του ζητήματος και είπαμε ‘όχι, αυτό είναι κάτι που πρέπει να χειριστούμε’. Ωστόσο, όταν οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν δράση, το χειρίζονται με  προσεγγίσεις που πάνε από πάνω προς τα κάτω και εμπεριέχουν όσο δυνατόν λιγότερη αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Ο λόγος που ρωτάω είναι ότι γνωρίζω ανθρώπους που δουλεύουν σε περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις στην Αφρική, για παράδειγμα, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η κοινωνία των πολιτών πρέπει να αναδύεται από την ίδια τη χώρα κι ότι συχνά είναι πολύ δύσκολο για τους ξένους να καταλάβουν τον τρόπο που λειτουργούν οι τοπικές κοινωνίες. <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Emissions_trading" target="_blank">Η εμπορία εκπομπών άνθρακα</a>, ο τρόπος με τον οποίον γίνεται στην Αφρική, είναι ένα καλό παράδειγμα….</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Αυτό το είδος κριτικής είναι απολύτως σωστό. Υπάρχουν μερικές διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που δρουν σα να αποτελούν μέρος της κοινωνίας των πολιτών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ή της Λιβερίας ή της Τανζανίας κι αυτό είναι τεχνητό, είναι πλαστό, αλλά δεν σημαίνει ότι οι διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Μπορούν…μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Πρέπει όμως να καταλάβετε ότι όταν συμμετέχετε σε αυτού του είδους τη δραστηριότητα, όλα εξαρτώνται από τις οργανώσεις που είναι οι εταίροι σας και ότι βρίσκεστε εκεί για να τις υποστηρίξετε και να τις βοηθήσετε και όχι για να τις καθοδηγήσετε.</p>
<p><code><br />
</code>Για να επιστρέψουμε στο θέμα της εμπορίας εκπομπών άνθρακα…Η εμπορία εκπομπών  άνθρακα προτάθηκε ως ένα είδος ανώδυνης και επικερδούς τεχνικής λύσης στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και σήμερα αποδεικνύεται ότι δεν λειτουργεί. Υπάρχουν στοιχεία ότι, σήμερα, ο καθαρός αναπτυξιακός μηχανισμός (CDM), που είναι το κύριο εργαλείο της εμπορίας εκπομπών άνθρακα σε όλο τον κόσμο, λειτουργεί αποτελεσματικά αλλά ανέντιμα, σύμφωνα με ορισμένες πρόσφατες εκθέσεις. Ακόμη όμως κι αν λειτουργούσε με έντιμο τρόπο, είναι δύσκολο να δούμε αν θα υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Η εμπορία εκπομπών άνθρακα  έχει να κάνει με μετατοπίσεις εκεί που γίνονται εκπομπές άνθρακα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ορισμένες από τις δραματικές μειώσεις στις οποίες αναφέρονται κάποιες από τις περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις- μειώσεις των εκπομπών άνθρακα περισσότερο από 50% μέσα στα επόμενα 30 χρόνια. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, πρέπει να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα και το θλιβερό είναι ότι καμιά κυβέρνηση δεν το κάνει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Η πορεία από το Κιότο στο Μπαλί δείχνει μια τάση προς μια πιο συντηρητική πολιτική. Συμφωνείτε μ’ αυτό και γιατί;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Νομίζω ότι πρόκειται για ένα μίγμα αυτή τη στιγμή. Μια από τις σημαντικές αιτίες γι’ αυτές τις εξελίξεις είναι η απελπισμένη προσπάθεια που γίνεται για να δεσμευθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω, νομίζω ότι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση υπήρξε καταστροφική σε ό, τι αφορά τις διεθνείς προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Εάν ο Αλ Γκορ είχε εκλεγεί το 2000, νομίζω ότι θα είχαμε μια καλύτερη εφαρμογή των επιπέδων του Κιότο και μια πιο πλήρη και σαφή δημόσια συζήτηση για το μετα-Κιότο, πράγμα που θα είχε θέσει πιο φιλόδοξους στόχους, χωρίς να θέλω να πω ότι όλα θα ήταν τέλεια…</p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να πούμε ότι εάν πάρετε την πολιτική συζήτηση στην Ευρώπη και σε πολλές άλλες χώρες, θα δείτε ότι οι κυβερνήσεις και οι διαμορφωτές πολιτικής έχουν αρχίσει να παίρνουν στα σοβαρά την έκταση που πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα. Αυτό που δεν έχουν βρει είναι πώς θα εφαρμόσουν αυτή την αλλαγή. Είναι πολύ δύσκολο, και νομίζω πως είναι λάθος, να καθόμαστε απλώς στην άκρη και να λέμε ‘αχ, η κυβέρνηση….αχ, η κυβέρνηση….το χειρίζεται λάθος’, γιατί αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους. Η κλιματική αλλαγή και τα περιβαλλοντικά ζητήματα αποτελούν μια απειλή που συνδέει τα πάντα, από το πιο υψηλό διεθνές επίπεδο μέχρι τον ιδιώτη που πάει να ψωνίσει στο σουπερμάρκετ. Ποιες είναι οι επιλογές που κάνετε; Χρησιμοποιείτε πλαστικές σακούλες; Σκέφτεστε τις εκπομπές άνθρακα στην καθημερινή σας ζωή; Οδηγείτε αυτοκίνητο όταν δεν είναι απαραίτητο; Όλοι μας πρέπει να αποδεχτούμε και να καλωσορίσουμε, να αγκαλιάσουμε και να απολαύσουμε τις αλλαγές στα πρότυπα συμπεριφοράς μας, γιατί αν συνεχίσουμε την άγρια κατανάλωση που κάναμε τα τελευταία 30 χρόνια, τότε δεν πρόκειται να μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα και όλα τα εφιαλτικά σενάρια για την κλιματική αλλαγή θα βγουν αληθινά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Σχετικά με την εμπορία εκπομπών άνθρακα, πώς μπορούμε ακόμη να μιλάμε γι’ αυτό όταν υπάρχει ακόμη το χρέος του τρίτου κόσμου που κρατά τις χώρες αυτές υπό την εξουσία των ανεπτυγμένων χωρών; Η κατάργηση του χρέους του τρίτου κόσμου δεν μπορεί να αποτελέσει την τομή για την ανεξάρτητη ανάπτυξη αυτών των χωρών;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Ναι, νομίζω ότι ακόμη μπορεί…Θέλω να πω ότι έγιναν τεράστια βήματα προς τα μπρος. Για ορισμένες χώρες, όμως, η αποπληρωμή του χρέους είναι ακόμη πολύ υψηλότερη από όσο μπορούν να αντέξουν. Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα εδώ, που πρέπει να τονίσουμε, που είναι ότι η εμπορία εκπομπών άνθρακα, εάν λειτουργήσει, θα πετύχει αυτό που λέμε ‘μετριασμό των εκπομπών άνθρακα’. Μολονότι δεν πιστεύω ότι θα λειτουργήσει, η εμπορία εκπομπών άνθρακα κάνει ακριβώς αυτό. Γεγονός είναι, όμως, ότι το περιβαλλοντικό σύστημα κινείται πολύ αργά, κι έτσι τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής που ξετυλίγονται τώρα και θα συνεχίσουν να ξετυλίγονται τις επόμενες τρεις δεκαετίες, καθορίζονται από τις εκπομπές άνθρακα που έγιναν τον περασμένο αιώνα. Εάν μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα τώρα και το κάνουμε σοβαρά, τότε θα αρχίσουμε να βλέπουμε τα οφέλη των ενεργειών μας σε 3 με 4 δεκαετίες.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, ειδικότερα, πρέπει να προβληματιστούμε για το τι θα συμβεί στα 35 με 40 χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στο σήμερα και στο πότε θα γίνουν αισθητές οι μειωμένες εκπομπές άνθρακα. Σ’ αυτό το διάστημα, οι αναπτυσσόμενες χώρες θα αντιμετωπίσουν (σύμφωνα με τις προβλέψεις)  περισσότερες ξηρασίες στα πιο ξηρά μέρη, περισσότερες πλημμύρες, μεταβολές στα πρότυπα των επιδημιών, ελλείψεις τροφίμων, πιθανώς μαζικές μεταναστεύσεις, αυξημένο κίνδυνο συγκρούσεων. Το να βασιστούμε απλώς στην εμπορία εκπομπών άνθρακα για να λυθούν αυτά τα περίπλοκα ζητήματα είναι εντελώς εκτός διαβάθμισης, εκτός στόχου. Αυτό που χρειάζεται είναι να δουλέψουμε μαζί με τις αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουμε να προσαρμοστούν έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και εάν συμβούν πλημμύρες να είναι πιο έτοιμες να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές τους, για παράδειγμα. Προφανώς, η ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις αυτές θα είναι αυξημένη, εάν έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα κι έτσι η μεταρρύθμιση του συστήματος της εμπορίας εκπομπών άνθρακα αποτελεί πράγματι μέρος μιας σωστής και δίκαιης αντίδρασης στην κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Στις περιπτώσεις, λοιπόν, που τα κράτη είναι εξαιρετικά ευάλωτα στις συγκρούσεις, πώς μπορούν να συμμετάσχουν στην παγκόσμια ατζέντα της κλιματικής αλλαγής;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Στην έκθεσή μας με τίτλο ‘<a href="http://www.international-alert.org/pdf/A_Climate_Of_Conflict.pdf" target="_blank">Ένα Κλίμα Σύγκρουσης</a>’ δείξαμε ότι η κλιματική αλλαγή,  σε αλληλεπίδραση με τις αδύναμες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές υποδομές των χωρών δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για ένοπλες συγκρούσεις σε περίπου 46 χώρες και κίνδυνο σοβαρής πολιτικής αστάθειας σε άλλες 56 χώρες. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε μια πρόβλεψη που αφορά  τα επόμενα 10 με 15 χρόνια. Πιστεύουμε ότι η επισιτιστική ανασφάλεια θα αποτελέσει μια πολύ σημαντική αιτία γι’ αυτές τις εξελίξεις- όπου αυξάνεται η επισιτιστική ανασφάλεια, ακολουθεί συνήθως  μαζική μετανάστευση, που είναι μια άλλη πιθανή αιτία για συγκρούσεις. Τα περισσότερα από τα μεταναστευτικά κινήματα που βλέπουμε αφορούν τις φτωχές χώρες. Αποτελούνται είτε από εσωτερικές μεταναστευτικές ροές ή από μετακινήσεις ανθρώπων από ένα φτωχό κράτος στις γειτονικές του χώρες, παρά από κινήματα από τον φτωχό προς τον πλούσιο κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να γίνει είναι η αναγνώριση του προβλήματος και των διαφορετικών αποχρώσεων που έχει σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Ο μετριασμός της παραγόμενης ποσότητας αερίων του θερμοκηπίου είναι απολύτως βασικός, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι αρκετός και ότι μέχρι να γίνουν αισθητά τα θετικά αποτελέσματά του θα χρειαστεί να προσαρμοστούμε. Οι πλούσιες χώρες, όπως η Βρετανία και η Ολλανδία, για παράδειγμα, ασχολούνται ήδη με την προσαρμογή στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και μπορούν να το κάνουν επειδή είναι καλά οργανωμένες, ευνομούμενες και πλούσιες. Χώρες όμως όπως το Μπαγκλαντές δεν μπορούν να το κάνουν ή μπορούν σε πολύ μικρότερη έκταση. Και πρέπει να μπουν σε ένα διεθνές σύστημα βοήθειας για να αναπτύξουν τη γνώση και την κατανόηση σε ό, τι αφορά την ακριβή αναγνώριση των απειλών που αντιμετωπίζουν. Για παράδειγμα, στο Μπαγκλαντές, αυτό έχει σαφώς να κάνει με τους κυκλώνες και με το σύστημα των ποταμών που φέρνουν νερό από <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Ganges_Delta" target="_blank">το σύστημα των ποταμών του Γάγγη</a>. Αλλά στις Φιλιππίνες, το θέμα είναι ότι το πρότυπο των τυφώνων αλλάζει ή ότι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον καιρό που έρχεται απ’ τη θάλασσα, λόγω των περίπου 7000 νησιών τους. Πρέπει να μελετήσουμε συστηματικά ποιες είναι οι ειδικές ανάγκες κάθε χώρας, να τις αναγνωρίσουμε και να ανταποκριθούμε σ’ αυτές. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει, συγκεντρωτικά, από πανεπιστημιακούς ερευνητές στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Πρέπει οι αναπτυσσόμενες χώρες να έχουν τη δυνατότητα να μελετήσουν, να αναλύσουν, να καταλάβουν και να ανταποκριθούν σ’ αυτά τα ζητήματα. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο έργο. Κανείς από όσους μιλούν γι’ αυτό δεν ισχυρίζεται ότι είναι εύκολο να επιτευχθεί, ότι αυτό μπορεί να γίνει γρήγορα ή φτηνά. Πρέπει να κάνουμε το πρώτο βήμα σ’ αυτό το δρόμο και να το κάνουμε πολύ γρήγορα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Μαρία Καμπούρη:</strong> Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα που να δείχνει πώς η κλιματική αλλαγή συνέβαλε στην οικοδόμηση της ειρήνης, μια συγκεκριμένη περίπτωση; Ή είναι κάτι που πρέπει να περιμένουμε να δούμε στο μέλλον;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Dan Smith:</strong> Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Το επιχείρημά μας στο ‘Ένα Κλίμα Σύγκρουσης’ είναι ότι αυτό που χρειάζονται οι κοινωνίες όταν βγαίνουν από συγκρούσεις συνδέεται πολύ στενά με αυτό που χρειάζονται για να προσαρμοστούν στις απειλές της κλιματικής αλλαγής. Τεχνικά, μπορεί να μοιάζουν διαφορετικές, αλλά οι κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονται από πίσω και η σκέψη να συμμετέχουν οι άνθρωποι στη διαδικασία οικοδόμησης της ειρήνης και η προσαρμογή στην  κλιματική αλλαγή μοιάζουν πολύ. Συνεπώς, εμείς υποστηρίζουμε ότι η οικοδόμηση της ειρήνης και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να πορευθούν χέρι-χέρι και, επομένως, μια κοινωνία που θα είναι ικανή να ανταποκριθεί στην απειλή της κλιματικής αλλαγής είναι μια κοινωνία πολύ πιο ικανή να χτίσει μια πιο ευπροσάρμοστη ειρήνη για την ίδια. Είναι μάλλον ένα όραμα παρά κάτι για το οποίο μπορώ να σας δώσω συγκεκριμένο παράδειγμα.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να καταλάβουμε ότι η προσέγγισή μας έναντι της ανάπτυξης και στην πραγματικότητα έναντι της οικοδόμηση της ειρήνης πρέπει να αλλάξει και να προσαρμοστεί στην κλιματική αλλαγή. Την ίδια στιγμή, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα λειτουργήσει μόνο αν συνδεθεί στενά με την ανάπτυξη και γίνει αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε ειρηνευτικής διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα πορεύονται χέρι με χέρι, είναι  κλωστές πλεγμένες στο ίδιο ύφασμα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=334</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Bill Mc Kibben &#8211; Έξω απ’ τη ζώνη ασφαλείας</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=328</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=328#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:06:55 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[bill mckibben]]></category>
		<category><![CDATA[εκπομπές CO2]]></category>
		<category><![CDATA[υπερθέρμανση]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=328</guid>
		<description><![CDATA[Καθώς η κυβέρνηση Μπους αρχίζει να αποχωρεί από το προσκήνιο και αυτοί που επιδιώκουν να τον διαδεχθούν μιλούν με δικαιολογημένη σοβαρότητα για τον άνθρακα, το ερώτημα που τίθεται για τους οικολόγους θα αλλάξει από ‘Κάνουμε κάτι για την υπερθέρμανση του πλανήτη;’ σε ‘Κάνουμε αρκετά για την υπερθέρμανση του πλανήτη’; Και τα δυο είναι πολιτικά ερωτήματα- [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/bill_mckibben.jpg" title="Bill McKibbens"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/bill_mckibben.jpg" title="Bill McKibben" alt="Bill McKibben" width="125" align="left" height="125" /></a>Καθώς η κυβέρνηση Μπους αρχίζει να αποχωρεί από το προσκήνιο και αυτοί που επιδιώκουν να τον διαδεχθούν μιλούν με δικαιολογημένη σοβαρότητα για τον άνθρακα,  το ερώτημα που τίθεται για τους οικολόγους θα αλλάξει από ‘Κάνουμε κάτι για την υπερθέρμανση του πλανήτη;’ σε ‘Κάνουμε αρκετά για την  υπερθέρμανση του πλανήτη’; Και τα δυο είναι πολιτικά ερωτήματα- το δεύτερο, όμως, είναι και επιστημονική απορία, γιατί η απάντηση σε αυτό εξαρτάται από το πόσα πρέπει να κάνουμε.<span id="more-328"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η συντομότερη απάντηση σε αυτό (και ο μόνος αριθμός που πρέπει να ξέρετε για να καταλάβετε τον 21ο αιώνα) είναι: 350, όπως 350 μέρη ανά εκατομμύριο διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Εγκαινιάσαμε μόλις μια διεθνή εκστρατεία, <a href="http://350.org/" target="_blank">δείτε το 350 org. </a>, που έχει τρομερή ανάγκη από τη βοήθειά σας για να επιτευχθεί ο στόχος.</p>
<p><code><br />
</code>Η πιο μακρά απάντηση έχει ως εξής. Πριν από είκοσι χρόνια, όταν αρχίσαμε να ανησυχούμε γι’ αυτό που αποκαλούσαμε τότε φαινόμενο θερμοκηπίου, είχαμε μια πολύ στοιχειώδη ιδέα για το ότι το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ήταν υπερβολικά πολύ. Οι πιο σημαντικές δημόσιες συζητήσεις είχαν να κάνουν με το κατά πόσο η υπερθέρμανση του πλανήτη ήταν πραγματική και εάν είχε ήδη αρχίσει ή όχι. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός- μια πενταετία- για να απαντήσει η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή καταφατικά και στα δύο. Αλλά πιο περίπλοκα ερωτήματα, όπως πόσο άμεσο είναι το πρόβλημα και πού βρίσκονται τα όρια ήταν πολύ δυσκολότερα.</p>
<p><code><br />
</code>Στην αρχή, οι επιστήμονες περιορίζονταν να υπολογίζουν τι πρόκειται να συμβεί αν τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα διπλασιασθούν σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα των 275 μερών ανά εκατομμύριο. Ήταν μια αρκετά μεγάλη αύξηση ώστε να μπορούν να γίνουν ηλεκτρονικά πλέον οι υπολογισμοί. Κι έτσι συζητούσαμε όλοι για τα κακά που επρόκειτο να συμβούν στα 550 μέρη ανά εκατομμύριο, μέχρι που έγινε, ερήμην μας,  ψυχολογική κόκκινη γραμμή – μια κόκκινη γραμμή που σύντομα εμφανίστηκε σε διάφορα κυβερνητικά διαγράμματα. Θυμάμαι που έγραψα ένα  δεικτικό άρθρο για τους <em>New York Times </em>στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν κάποιο πρόγραμμα της κυβέρνησης Κλίντον προέβλεψε ότι θα ξεπερνούσαν γρήγορα τα 550-  χωρίς βάσιμη αιτία,  είχαν γίνει ο στόχος.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά τα τελευταία λίγα χρόνια έγινε φανερό ότι η γη ήταν καλύτερα ισορροπημένη απ’ όσο είχαμε φανταστεί. Μέχρι τότε είχαμε αυξήσει τη θερμοκρασία του πλανήτη μόλις ένα βαθμό Φαρενάιτ και είκοσι χρόνια πριν θα είχαμε πει ότι φτάσαμε πλέον στο όριο σημαντικής υπερθέρμανσης του πλανήτη- καταλάβαμε λοιπόν ότι θέλαμε ακόμη μερικές δεκαετίες για να φανούν οι μεγάλες επιδράσεις. Τι νομίζετε, όμως;  Ένας βαθμός ήταν αρκετός για να φέρει μεγάλες επιδράσεις στους υδρολογικούς κύκλους, στην πρόοδο των εποχών, στη διάδοση των κουνουπιών, στο γρήγορο λιώσιμο των παγετώνων. Αυτός είναι ο λόγος που, τα πολύ τελευταία χρόνια, ορισμένες από τις μεγάλες οικολογικές ομάδες και κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άρχισαν να μιλούν για ένα νέο, χαμηλότερο στόχο σε ό, τι αφορά το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα: 450 μέρη ανά εκατομμύριο, που οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι αντιστοιχούσε λίγο-πολύ σε μια αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη της τάξης των δυο βαθμών Κελσίου ή 3.6 βαθμών Φαρενάιτ.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά και πάλι, τα στοιχεία γι’ αυτό το όριο ήταν ελάχιστα- ήταν επίσης ψυχολογικό, ένας τρόπος να πει κανείς, ‘ Πρέπει να κάνουμε περισσότερα, πιο γρήγορα’. Και παρέμεινε απλώς στη σφαίρα του δυνατού: αυτή τη στιγμή, η ατμόσφαιρα του πλανήτη περιέχει 385 μέρη ανά εκατομμύριο CO2 και αν υπολογίσετε σωστά τους αριθμούς μπορείτε να φανταστείτε ότι θα πρέπει να πατήσετε γερά το φρένο μόλις αγγίξετε τα 450.</p>
<p><code><br />
</code>Το πρόβλημα όμως έχει ως εξής. Το περασμένο φθινόπωρο, η Αρκτική έλιωσε. Όχι απλώς λίγο, όπως λιώνει από τη δεκαετία του 1970. Αλλά σε μια έκταση ανάλογη με το μέγεθος του Τέξας, περισσότερο απ’ όσο είχαμε δει ποτέ. Αυτό φόβισε τους επιστήμονες, που ήταν, άλλωστε,  όλο και πιο ανήσυχοι, επειδή όσο περισσότερο καταλαβαίνουν την παλαιοκλιματική καταγραφή τόσο φαίνεται ότι  μικρές αλλαγές στην ακτινοβολία (radiative forcings) ήταν αρκετές για να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές στο παρελθόν.</p>
<p><code><br />
</code>Εάν βρισκόμαστε στα 385 μέρη ανά εκατομμύριο και όλα λιώνουν, τι σας λέει αυτό; Σας λέει το εξής: Αυτό δεν είναι  μελλοντικό πρόβλημα. Έχουμε ήδη περάσει τη γραμμή,  είμαστε έξω από τη ζώνη ασφαλείας. Πρέπει να επιστρέψουμε γρήγορα  εκεί που ανήκουμε πριν ακουστεί το σφύριγμα. Και το όριο στο οποία πρέπει να επιστρέψουμε, εάν ελπίζουμε να αποφύγουμε βίαιες ανατροπές από την υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι τα 350 μέρη ανά εκατομμύριο.</p>
<p><code><br />
</code>Χρειάστηκε, όπως συμβαίνει τόσο συχνά στην ιστορία του θερμοκηπίου, η θητεία του James Hansen στην ηγεσία της NASA για να τεθούν τα ρίσκα επί τάπητος. <a href="http://www.columbia.edu/~jeh1/2006/AGU_20061214.pdf" target="_blank">Μιλώντας τον περασμένο Δεκέμβριο στην Αμερικανική Γεωφυσική Ένωση</a>, ο Hansen, επικεφαλής του Goddard Institute for Space Studies (Ινστιτούτο Goddard για τη Μελέτη του Διαστήματος), σκιαγράφησε πολλές περιοχές όπου υπάρχει κίνδυνος να περάσουμε τα όρια, ένα ρίσκο που αυξανόταν κάθε χρόνο που παραμέναμε πάνω από τα 350. Περιλάμβαναν το λιώσιμο των πάγων της Αρκτικής θάλασσας, το λιώσιμο των μεγάλων παγετώνων πάνω από τη Γροιλανδία και τη δυτική Ανταρκτική, τις μεταβολές κλιματικών ζωνών που καταστρέφουν πρωταρχικές γεωργικές περιοχές, το στέρεμα καίριων υδάτινων αποθεμάτων καθώς τα αλπικά παγόβουνα λιώνουν στους τροπικούς, και τη μετατροπή των ωκεανών σε οξύ καθώς το διοξείδιο του άνθρακα μαζεύεται εκεί.</p>
<p><code><br />
</code>Ίσως το πιο σημαντικό, βραχυπρόθεσμα (μολονότι είναι σα να διαλέγεις ποια αρρώστια στο τελευταίο στάδιο θα προτιμούσες να κολλήσεις) είναι η προοπτική γρήγορου λιωσίματος των παγετώνων της Γροιλανδίας και της Δυτικής Ανταρκτικής. Πιστεύαμε ότι αυτοί οι παγετώνες ήταν σταθεροί σε χρονική κλίμακα αιώνων, γιατί πώς μπορείς ν’ αρχίσεις να λιώνεις ενάμισι μίλι πάγο; Εννοώ, πρόκειται για τον ορισμό της αδράνειας. Φαίνεται όμως ότι η φύση έχει μέθοδο. Όσο η θερμοκρασία ανεβαίνει, το χιόνι στην κορυφή του παγετώνα γίνεται νερό, και το νερό οδηγείται, με τη σειρά του, μέσα από ραγίσματα και ρωγμές στη βάση του παγετώνα όπου μπορεί να γρασάρει τις βάσεις για το γλίστρημά τους στον ωκεανό.</p>
<p><code><br />
</code>Στο μεταξύ, οι θάλασσες, που ανεβαίνουν και ζεσταίνονται όλο και περισσότερο, διαβρώνουν τους παγετώνες στην άκρη τους,  που χρησιμεύουν όπως ο φελλός στο μπουκάλι για κείνους που βρίσκονται πιο μέσα. Αν προστεθούν όλα αυτά, υπάρχει η  πιθανότητα- ή τουλάχιστον έτσι κατέθεσε ένορκα ο Hansen  στο ομοσπονδιακό δικαστήριο –ανόδου της επιφάνειας της θάλασσας κατά πέντε μέτρα αυτόν τον αιώνα. Κι αυτός είναι ακόμη ένας τρόπος για να πούμε ότι είναι το τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέρουμε, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα στη γη για να προστατεύσουμε τις παράκτιες πόλεις μας ή τις εύφορες πεδιάδες κοντά στη θάλασσα- τα μέρη όπου ο κόσμος, ως επί το πλείστον, ζει- από αυτή την άνοδο.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτά λέει η επιστήμη. Κι απ’ αυτήν πρέπει να προκύψει τώρα η πολιτική. Ξεχάστε τα σχέδια που κάναμε μέχρι τώρα, να προσαρμοστούμε σιγά-σιγά στη χρήση του κάρβουνου και να αυξήσουμε τη χρήση των ανανεώσιμων, κυρίως με σταδιακές αλλαγές στην τιμή του άνθρακα. Αυτό μπορεί να μας πάει στο 330 ή, πιθανά, κοντά στο 450. Αλλά 350- αυτό σημαίνει στην ουσία ότι θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το μεγαλύτερο μέρος του υπόγειου άνθρακα που υπάρχει.</p>
<p><code><br />
</code>Η τιμή του πετρελαίου είναι τόσο υψηλή- και η εξάρτηση τόσο βαθιά- που είναι πολύ δύσκολο. Το πραγματικό ερώτημα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Hansen, είναι εάν πρόκειται επίσης να κάψουμε το κάρβουνο του πλανήτη μας και να αναπτύξουμε εξωτικές πηγές πετρελαίου, όπως ψαμμόλιθο με πίσσα και πετρελαιοφόρο σχιστόλιθο. Εάν το κάνουμε, τότε δεν θα επιστρέψουμε ποτέ στα 350. Εάν δεν το κάνουμε- εάν σταματήσουμε να χτίζουμε νέα εργοστάσια που δουλεύουν με άνθρακα κι αρχίσουμε να κλείνουμε τα υπάρχοντα- τότε ο πλανήτης μπορεί να κάνει αρκετή ανακύκλωση του άνθρακα για να επιστρέψουμε κάτω απ’ το όριο. Είναι σα να έχεις υψηλή χοληστερίνη- εάν αλλάξεις ριζικά τη δίαιτά σου, θα πέσει. Πρέπει όμως να το κάνεις πριν… πεθάνεις.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για αλλαγές σ’ αυτή την κλίμακα: μια προσπάθεια όπως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να στρέψουμε την οικονομία μας μακριά απ’ τον άνθρακα και προς- ε, λοιπόν, προς τη διατήρηση, προς τα λεωφορεία και τα ποδήλατα, προς τον αέρα και τον ήλιο. Πρέπει να σκεφτούμε ακόμη και σχήματα που μοιάζουν τώρα υπερβολικά για να σπρώξουμε το διοξείδιο του άνθρακα έξω από την ατμόσφαιρα ( πρέπει, τουλάχιστον, να ξοδέψουμε πολλά για να δούμε αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα). Πρέπει να το κάνουμε με μια πραγματικά επιθετική τιμή στον άνθρακα (που για να μην μας κάνει όλους πιο φτωχούς θα πρέπει να επιστρέφεται στους ιδιώτες μέσω κάποιου σχήματος όπως το όλο και πιο σημαντικό <a href="http://books.google.com/books?id=wL6Kx-gpYG4C" target="_blank">Sky Trust που πρότεινε ο Peter Barnes</a>). Δεν μπορούμε να έχουμε μια ωραία, ευθεία μετάβαση. Χρειαζόμαστε μια μύηση όπως η πορεία του Παύλου προς τη Δαμασκό, ώστε οι κλίμακες να φύγουν απ’ τα μάτια μας και να στρωθούμε στη δουλειά.</p>
<p><code><br />
</code>Κι αυτό είναι το εύκολο. Ύστερα θα πρέπει να δούμε πώς θα χρηματοδοτήσουμε την ίδια μετάβαση στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Οι Κινέζοι έχουν ακόμη χαμηλό επίπεδο ζωής, οι περισσότεροι. Δεν πρόκειται να αποποιηθούν τη θέρμανση και το φως, θα χρειαστούν κάτι αντίστοιχο με ένα παγκόσμιο Σχέδιο Μάρσαλ  που θα τους βοηθήσει να αναπτυχθούν χωρίς να κάψουν το κάρβουνό τους. Θα απαιτηθεί μαζική μεταφορά τεχνολογίας- που σημαίνει, στην πραγματικότητα, μαζική μεταφορά πόρων. Πράγμα για το οποίο ο Αμερικανός ψηφοφόρος δεν είναι έτοιμος αυτή τη στιγμή.</p>
<p><code><br />
</code>Πόσο ρεαλιστικά είναι όλα αυτά; Αυτή είναι η σωστή ερώτηση, επειδή μας υποχρεώνει να σκεφτούμε το νόημα της  πραγματικότητας.</p>
<p><code><br />
</code>Μέχρι τώρα, η μέθοδος ήταν να αναρωτιόμαστε τι μπορεί να λειτουργήσει σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο και να ξεκινάμε από κει- η ‘πραγματικότητα’, δηλαδή, που μπορούσαμε να πείσουμε τους γερουσιαστές, ή τις εταιρίες Fortune 500 ή τους φορολογούμενους να υποστηρίξουν έδινε το ρυθμό. Κι αυτός είναι ένας σημαντικός ορισμός της πραγματικότητας- σε μια δημοκρατία, μάλιστα, είναι συνήθως ο πλέον καίριος.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά στην περίπτωση αυτή η φυσική και η χημεία επιβάλλουν όλο και περισσότερο τη δική τους πραγματικότητα. Βρισκόμαστε έξω απ’ τη ζώνη ασφαλείας όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύχθηκε και ευδοκίμησε, μια ζώνη ασφαλείας που περιορίζεται από την αυτόματη αντίδραση του πλανητικού κλιματικού συστήματος στην αύξηση της ηλιακής ακτινοβολίας που έχει παγιδευτεί στην ατμόσφαιρά μας. Είναι, στην κυριολεξία σχεδόν, μια υψηλότερη πραγματικότητα. Εάν έχουμε μια ευκαιρία, η επιστήμη πρέπει τώρα να καθοδηγήσει την πολιτική- κι όχι το αντίθετο.</p>
<p><code><br />
</code>Στην πραγματικότητα, είναι ένας διαγωνισμός ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη φύση για το ποια θα ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα πρώτη. Η φυσική και η χημεία δεν μπλοφάρουν και δεν παζαρεύουν-απλώς υπάρχουν. Εάν υπάρχει τρόπος να βγούμε απ’ αυτό το κουτί, τότε είναι στο χέρι μας.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=328</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Larry Lohmann &#8211; Η πολιτική της κλιματικής αλλαγής</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=336</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=336#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:06:07 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[arlen dilsizian]]></category>
		<category><![CDATA[larry lohman]]></category>
		<category><![CDATA[εμπορία εκπομπών άνθρακα]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=336</guid>
		<description><![CDATA[Ο Larry Lohmann είναι μελετητής και ακτιβιστής που δουλεύει με το ερευνητικό ινστιτούτο Corner House της Μεγάλης Βρετανίας, έναν οργασνιμό αλληλέγγυο με τα δημοκρατικά και κοινοτικά κινήματα για την περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτή τη συνέντευξη, ξεμπλέκει τις πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται από την κλιματική κρίση, τις αντιφάσεις της εμπορίας άνθρακα, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/larrylohmann.jpg" title="Larry Lohmann"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/larrylohmann.jpg" title="Larry Lohmann" alt="Larry Lohmann" width="110" align="left" height="100" /></a>Ο Larry Lohmann είναι μελετητής και ακτιβιστής που δουλεύει με το ερευνητικό ινστιτούτο <a href="http://www.thecornerhouse.org.uk/index.shtml" target="_blank">Corner House</a> της Μεγάλης Βρετανίας, έναν οργασνιμό αλληλέγγυο με τα δημοκρατικά και κοινοτικά κινήματα για την περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτή τη συνέντευξη, ξεμπλέκει τις πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται από την κλιματική κρίση, τις αντιφάσεις της εμπορίας άνθρακα, και τους χώρους από τους οποίους μπορούμε να περιμένουμε πιο εποικοδομητικές παρεμβάσεις στο μέλλον.  <span id="more-336"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code></p>
<p><strong>Arlen Dilsizian:</strong> Για αρχή, μπορούμε να δούμε με ποιο τρόπο το έργο σας ερευνά  τη σχέση ανάμεσα στον  αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής και τις μάχες για κοινωνική δικαιοσύνη τόσο στον παγκόσμιο νότο όσο και στα βιομηχανοποιημένα έθνη. Μπορείτε να μας εξηγήσετε ποια είναι η σύνδεση και γιατί θεωρείτε ότι οι μάχες αυτές παίζουν καίριο ρόλο στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Larry Lohmann:</strong> Η κλιματική αλλαγή είναι ένα κοινωνικό ζήτημα όπως τα άλλα κοινωνικά ζητήματα,  και ως τέτοιο θα συνδέεται πάντα με χειροπιαστές, συγκεκριμένες μάχες για την εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, τη ρύπανση, την υγεία, τη γεωργία,  τον βιοπορισμό, την πρόσβαση στην ενέργεια και τα λοιπά. Περιέργως, νομίζω ότι αυτό δεν είναι πάντοτε κατανοητό. Υπάρχει η εντύπωση ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα ριζικά νέο ζήτημα, ‘το χειρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα’, ένα ζήτημα καθαρά επιστημονικό και εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο αντιμετωπίζουμε. Δεν νομίζω, όμως, ότι πρέπει να το βλέπουμε έτσι. Νομίζω ότι το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής αποτελεί συνέχεια και εκδήλωση των ίδιων κοινωνικών δυνάμεων και κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε εδώ και αιώνες. Είναι θέμα πολιτικής εξουσίας, θέμα που έχει να κάνει με το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει σε πρόσβαση και δικαιώματα, και αποτελεί συνέχεια μιας ολόκληρης σειράς θεμάτων, ξεκινώντας από τις μάχες που δίνουν λαοί όπως του Ισημερινού και της Αλάσκας  για να σταματήσουν τη λεηλασία της γης τους από τις πετρελαϊκές εταιρίες.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Η κλιματική αλλαγή είναι επίσης ένα ζήτημα που έχει να κάνει με το ποιος κατέχει την ατμόσφαιρα, ποιος θα έχει επιρροή σε ό, τι αφορά την ικανότητα της γης να σταθεροποιεί το κλίμα της, και τα λοιπά. Τα θέματα αυτά έχουν να κάνουν με την εξουσία και την πολιτική, και συνεπάγονται μάχες για δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Υπάρχει όμως το ζήτημα ότι  η κλιματική αλλαγή μας παρουσιάζεται σε ένα  απολιτικό πλαίσιο, ότι  έχει κυρίως να κάνει με το να μη φτάνουν τα αέρια  του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Πιστεύετε ότι η α-πολιτικοποίηση της ιδέας της κλιματικής αλλαγής είναι  μια στρατηγική για να μην αντιμετωπιστούν τα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα που βρίσκονται από πίσω;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν ξέρω αν πρόκειται για στρατηγική, γεγονός είναι όμως ότι υπάρχουν συνεχείς πιέσεις για την α-πολιτικοποίηση του ζητήματος, κι αυτό συμβαίνει με διάφορους τρόπους.</p>
<p><code><br />
</code>Όπως ανέφερα, η κλιματική αλλαγή μας παρουσιάζεται συχνά σαν ένα επιστημονικό ζήτημα μορίων που μετακινούνται εδώ κι εκεί. Οι επιστήμονες μας λένε τι να κάνουμε κι ύστερα θεσπίζουμε μια υποτιθέμενη τεχνική διαδικασία για να διοικήσουμε τα μόρια. Είναι προφανώς ένας τρόπος α-πολιτικοποίησης του ζητήματος. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ούτε μάχες εξουσίας σ’ αυτή την εξίσωση. Ποιος αποφασίζει ποια μέσα θα χρησιμοποιήσουμε για να προσπαθήσουμε να σταθεροποιήσουμε το κλίμα; Ποιος αποφασίζει πού πάνε τα μόρια του άνθρακα; Τέτοια ερωτήματα παραλείπονται.</p>
<p><code><br />
</code>Μια άλλη πλευρά όπου η δημόσια συζήτηση α-πολιτικοποιείται – κι ίσως εδώ η λέξη ‘στρατηγική’ που χρησιμοποιήσατε να είναι η κατάλληλη- έχει να κάνει με τον τρόπο που τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που ανακύπτουν από την κλιματική αλλαγή ( ποιος κατέχει την ατμόσφαιρα και τα λοιπά) συγκαλύπτονται από τη νεοκλασική ιδιωματική γλώσσα της οικονομίας. Για παράδειγμα, αν δείτε τις εκθέσεις του επίσημου σώματος των εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύουν τους διαπραγματευτές των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, <a href="http://www.ipcc.ch/" target="_blank">τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή</a> (IPCC), ολόκληρο το πλαίσιο τους αφορά τη φυσική επιστήμη συν τη νεοκλασική οικονομία. Δεν υπάρχει πολιτική ή ιστορική ανάλυση για την προέλευση του κλιματικού προβλήματος ή για το τι μας διδάσκει η ιστορία σχετικά με τη μάχη που απαιτείται για την αντιμετώπισή του. Ακόμη κι όταν προσπαθούν να προβλέψουν ποιες θα είναι στο μέλλον οι επιδράσεις ορισμένων επιπέδων εκπομπών, η IPCC  δίνει υπερβολική έμφαση στις δημογραφικές προβλέψεις ή σε εικασίες για την ανάπτυξη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος κ.α. Πολλές από τις επιλογές που η IPCC παρουσιάζει στις κυβερνήσεις βασίζονται σε μια συζήτηση που μονοπωλείται και κυριαρχείται από ορθόδοξους οικονομολόγους. Από πνευματική και πολιτική άποψη, αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Βλέπουμε ότι υπάρχει μια δημόσια παρεξήγηση για την ίδια τη φύση των διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή. Η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο του Κιότο οδήγησε στην ερμηνεία ότι πρόκειται για μια σοβαρή νομοθεσία που απειλεί αυτούς που εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες άνθρακα. Εσείς θεωρείτε όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν, στην πραγματικότητα, ο κύριος αρχιτέκτονας της νομοθεσίας του Κιότο. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ταυτόχρονη υποστήριξη και απόρριψη της συμφωνίας του Κιότο από τις Ηνωμένες Πολιτείες;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν είναι πολύ δύσκολο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ ισχυρές στη διεθνή διαπραγματευτική αρένα για την κλιματική αλλαγή και το 1997, στις διαπραγματεύσεις για το Πρωτόκολλο του Κιότο, η κυβέρνηση Κλίντον είπε ότι δεν θα είχαν περαιτέρω συμμετοχή εκτός κι αν περιλαμβάνονταν τρεις μηχανισμοί της αγοράς και το Κιότο μετατρεπόταν σε εμπορική συνθήκη. Το επιχείρημα ήταν ότι αυτό θα έδινε ‘ευελιξία’ στη βιομηχανία των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι, το Κιότο είχε φτιαχτεί, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως συνθήκη φιλική στις μεγάλες επιχειρήσεις. Εταιρίες όπως η Enron, η οποία ως  έμπορος ενέργειας ήταν σε θέση να αποκομίσει κέρδη από την εμπορία άνθρακα, ήταν ευχαριστημένες με το Κιότο και ήθελαν να συμμετέχουν σ’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αλ Γκορ ήταν ο σημαιοφόρος  αυτής της φατρίας στις διαπραγματεύσεις για το Κιότο. Ο υπόλοιπος κόσμος συντάχθηκε με τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ελπίζοντας ότι διασφάλιζε τη συμμετοχή τους στις περαιτέρω διαπραγματεύσεις για το κλίμα.</p>
<p><code><br />
</code>Ύστερα εξελέγη ο (ή δεν εξελέγη, ανάλογα με τη σκοπιά που το βλέπει κανείς) ο Τζορτζ Μπους, ο οποίος, σε αντίθεση με τον Κλίντον, αποφάσισε ότι δεν θέλει καθόλου το Κιότο, ούτε καν ένα Κιότο που θα καθορίζεται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Όχι επειδή νόμιζε ότι το Κιότο αποτελεί μεγάλη απειλή για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αλλά επειδή ανησυχούσε για τις επιδράσεις του σε μια συγκεκριμένη φατρία των αμερικανικών επιχειρήσεων- την πιο δεινοσαυρική φατρία που εκπροσωπείται από εταιρίες όπως η Exxon, που δεν διέβλεπαν ευκαιρίες για κέρδος όπως η Enron, και ήταν εναντίον οποιασδήποτε συνθήκης για το κλίμα. Ο Μπους συντάχθηκε με αυτή τη φατρία, προς μεγάλη στενοχώρια των φίλων του στην Enron, όπως ο Kenneth Lay.</p>
<p><code><br />
</code>Τώρα το εκκρεμές έχει αρχίσει να γέρνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πολλές περιοχές στις Ηνωμένες Πολιτείες δραστηριοποιούνται στήνοντας αγορές άνθρακα, και η επόμενη ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να ακολουθήσει ή ακόμη και να συμμετάσχει σε μια μετα-Κιότο συνθήκη. Διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων τράπεζες επενδύσεων, έμποροι και σύμβουλοι άνθρακα προσδοκούν μεγάλα κέρδη απ’ αυτή τη νέα αγορά.</p>
<p><code><br />
</code>Όλα αυτά δεν κρύβουν κανένα μυστήριο, εκτός κι αν μας διακατέχει η ιδέα ότι η μάχη για να τεθεί το Πρωτόκολλο του Κιότο σε ισχύ ήταν μια μάχη ανάμεσα στις  κακές Ηνωμένες Πολιτείες και τον πιο προοδευτικό υπόλοιπο κόσμο. Θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι επρόκειτο για μια διαμάχη ανάμεσα σε δυο επιχειρηματικές  φατρίες, στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Γιατί θεωρείτε ότι η εμπορία άνθρακα αποτυγχάνει ακόμη και σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Η εμπορία άνθρακα είχε σχεδιαστεί ως τρόπος  εξοικονόμησης κόστους από τις μειώσεις εκπομπών. Λειτουργεί (όταν λειτουργεί, γιατί μέχρι στιγμής δεν το έχει πετύχει) κατανέμοντας τα κόστη κάθε μείωσης που εντέλλεται η κυβέρνηση. Η ιδέα είναι ότι οι περικοπές εκπομπών πρέπει να γίνονται εκεί όπου είναι φθηνότερες, με το επιχείρημα ότι εάν μπορούμε να περικόψουμε εκπομπές με μικρό κόστος, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε ότι θα πρέπει να κάνουμε υπερβολικές περικοπές.</p>
<p><code><br />
</code>Έτσι η εμπορία άνθρακα επιτρέπει σε βιομηχανίες όπως η παραγωγή ηλεκτρισμού ή η αεροναυπηγική να μην προχωρούν σε άμεσες περικοπές εάν οι τελευταίες κοστίζουν πολύ ακριβά-όπως είναι η περίπτωση, εφόσον και οι δυο αυτές βιομηχανίες επενδύουν πολύ στη χρήση ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, οι εταιρίες αυτές μπορούν να πληρώσουν, έτσι ώστε άλλες εταιρίες να κάνουν περικοπές εκπομπών ‘για’ λογαριασμό τους και να επιτευχθεί ο συνολικός κοινωνικός στόχος. Ή αυτές οι βιομηχανίες μπορούν να χρηματοδοτήσουν ειδικά προγράμματα εξοικονόμησης άνθρακα σε άλλες χώρες, εάν θεωρήσουν ότι είναι ένας ακόμη φθηνότερος τρόπος να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.</p>
<p><code><br />
</code>Το πρώτο πρόβλημα μ’ αυτό το σχήμα είναι ότι στοχεύει σε λάθος στόχο. Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει να κάνει, πάνω απ’ όλα, με την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων με τρόπο που να μην προκαλεί πολλά δεινά. Το μεγαλύτερο μέρος του κάρβουνου, του πετρελαίου και του αερίου που βρίσκονται στο υπέδαφος, πρέπει απλώς να μείνει στο υπέδαφος. Η μείωση των εκπομπών με τον παλιό τρόπο δεν πρόκειται από μόνη της να συμβάλει σε μια μακροπρόθεσμη απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Μπορούμε να μειώσουμε τις εκπομπές βραχυπρόθεσμα, σε μικρή ποσότητα, χωρίς να ξεκινήσουμε από τις δομικές αλλαγές που θα χρειαστεί να γίνουν μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να καθυστερήσουμε αυτές τις δομικές αλλαγές με την κατανομή των περικοπών εκπομπών με τον σωστό, εγκεκριμένο απ’ την αγορά, τρόπο. Αυτό που καθιστά δυνατές τις αγορές άνθρακα είναι ότι κάνουν αφαίρεση αυτού του γεγονότος. Η εμπορία άνθρακα λέει ότι η μείωση εκπομπών αποτελεί  αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Δεν πρέπει όμως να μπούμε σ’ αυτό το είδος της αφαίρεσης, γιατί μας απομακρύνει από τις ρίζες του προβλήματος.</p>
<p><code><br />
</code>Για να ολοκληρώσουμε λίγο ακόμη την εικόνα, η εμπορία άνθρακα βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν έχει σημασία για το κλίμα ποιος κάνει περικοπές εκπομπών, πώς τις κάνει ή πού. Οποιαδήποτε περικοπή εκπομπών, της τάξεως ας πούμε του 1 εκατομμυρίου τόνων διοξειδίου του άνθρακα, είναι ίδια, ανεξάρτητα αν την κάνει μια ηλεκτρογεννήτρια ή ένα εργοστάσιο ψυκτικών. Και πάλι, αυτό είναι λάθος. Το πιθανότερο είναι ότι οι φθηνότερες περικοπές του 1 εκατομμυρίου τόνων είναι αυτές που μπορείς να κάνεις με πολύ λίγα-για παράδειγμα, βασικές βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα, που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να κάνεις και που σου εξοικονομούν χρήματα. Οι περικοπές αυτές δεν έχουν διαφορές σε σχέση με την μακροπρόθεσμη τεχνολογική ή  κοινωνική ανάπτυξη, μακριά από τη χρήση  ορυκτών καυσίμων. Κάνοντας, όμως, αυτές τις φθηνές περικοπές, επιτρέπεις στις βιομηχανίες που αγοράζουν δικαιώματα ρύπανσης να καθυστερούν τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν άμεσα προς όφελος του μακροπρόθεσμου μέλλοντος. Στην πραγματικότητα εμποδίζεις την πρόοδο μακριά από τα ορυκτά καύσιμα. Διατηρείς τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.</p>
<p><code><br />
</code>Και από τη στιγμή που η αγορά αυτή λειτουργεί, αποκλείεται να θυμηθείς ή να σε νοιάζει αυτό που επρόκειτο αρχικά να είναι. Όλοι είναι πολύ απασχολημένοι προσπαθώντας να βρουν έξυπνους νέους τρόπους να βγάλουν χρήματα. Πριν από δυο εβδομάδες, ένας αναλυτής της Deutsche Bank βγήκε και είπε ότι η τιμή των δικαιωμάτων ρύπανσης με άνθρακα στην Ευρώπη επρόκειτο να ανέβει κι ότι για ‘να προειδοποιήσουν για τον κίνδυνο υπερβολικής αύξησης’, οι βιομηχανίες πρέπει να μπορούν να χρηματοδοτούν περισσότερα προγράμματα εξοικονόμησης άνθρακα στον παγκόσμιο νότο, αγοράζοντας  ιδιαίτερα φθηνά δάνεια άνθρακα, έτσι ώστε να συνεχίσουν να κάνουν τις δουλειές τους όπως πάντα. Το όλο ζήτημα είναι να διασφαλιστεί μια τιμή για τον άνθρακα, αρκετά υψηλή αλλά όχι υπερβολικά, και να διευθετηθούν τα πράγματα με τρόπο ώστε η βιομηχανία, οι τράπεζες, οι σύμβουλοι, να βγάζουν όλοι χρήματα. Εννοείται ότι αυτό δεν έχει να κάνει, με οποιοδήποτε τρόπο, με την υπερθέρμανση του πλανήτη.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν πολλά άλλα προβλήματα με τις αγορές άνθρακα- για παράδειγμα, ο τρόπος που τα υποτιθέμενα προγράμματα ‘εξοικονόμησης άνθρακα’, που γεννούν δάνεια άνθρακα στον παγκόσμιο Νότο, εμποδίζουν μια εποικοδομητική δράση για την κλιματική αλλαγή εκεί- αλλά αυτά είναι αρκετά για αρχή. Μπορείτε να βρείτε πολλά στοιχεία στις ιστοσελίδες που συνδέονται με το Durban Group for Climate Change, όπως για παράδειγμα    <a href="http://www.thecornerhouse.org.uk/subject/climate" target="_blank">www.thecornerhouse.org.uk/subject/climate</a> ή το <a href="http://www.%20carbontradewatch.org" target="_blank">www. carbontradewatch.org</a>.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Κάνετε τη σύνδεση ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στο προσκήνιο της μάχης για την κλιματική αλλαγή (εκείνοι που θέλουν να είναι σίγουροι ότι οι υδρογονάνθρακες θα μείνουν στο έδαφος), είναι αυτοί που ο βιοπορισμός τους επηρεάζεται περισσότερο από την εξόρυξη των ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, υπό μια έννοια, πολλές από αυτές τις μάχες είναι χωροταξικά και πολιτικά διαχωρισμένες από τον όγκο των τελικών χρηστών αυτών των πόρων, τους δυτικούς καταναλωτές της μεσαίας τάξης. Πιστεύετε ότι αυτή η τάξη ανθρώπων παίζει καίριο ρόλο στη συζήτηση; Δεν θα ήταν σωστό να πούμε ότι μέχρι στιγμής επικρατεί αρκετή απάθεια για το ζήτημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις μεσαίες τάξεις του παγκόσμιου βορρά;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Δεν νομίζω ότι οι μεσαίες τάξεις στα βιομηχανοποιημένα έθνη παίζουν ηγετικό ρόλο στη μάχη κι αυτό δεν οφείλεται σε οποιονδήποτε εγγενή περιορισμό τους, αλλά εν μέρει, τουλάχιστον, στο γεγονός ότι δεν έχουν επιρροή σε πολιτικές δημόσιες συζητήσεις όπως αυτή. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο αν σκεφτείτε ότι η κλιματική κρίση απαιτεί την αναδόμηση πολλών πλευρών της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που παράγουμε και σκεφτόμαστε την ενέργεια, του τρόπου που οργανώνουμε τα συστήματα μεταφορών, τις κοινότητες και λοιπά. Θα υπάρξουν τελικά περισσότερα κίνητρα στις μεσαίες τάξεις στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες για να συζητηθούν οι αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιηθούν. Πιστεύω όμως ότι η πρώτη ώθηση για να χτιστεί ένα πιο ενοποιημένο κίνημα θα έρθει από ανθρώπους με διαφορετικό είδος πολιτικής εξουσίας, ανθρώπους που οι βιοπορισμοί τους  συνδέονται πιο άμεσα με τα προβλήματα της εξόρυξης και χρήσης ορυκτών καυσίμων, καθώς και με άλλα προβλήματα που απαιτούν δομική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code>Ακόμη, όμως, και η μεσαία τάξη στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες δεν είναι με κανένα τρόπο μονολιθική. Έχετε, για παράδειγμα, κοινότητες της κατώτερης μεσαίας τάξης που υποφέρουν από τη ρύπανση και προβλήματα υγείας που οφείλονται στη χρήση των ορυκτών καυσίμων, για τα οποία υπάρχει μια πιο άμεση βάση για την κατανόηση της φύσης του κλιματικού προβλήματος. Το έχουμε δει αυτό σε μέρη όπως η Καλιφόρνια, όπου η κυβέρνηση σχεδιάζει να κτίσει 21 νέα εργοστάσια που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα και τα οποία, χωρίς εξαίρεση, νομίζω, θα εγκατασταθούν στις φτωχότερες έγχρωμες κοινότητες. Το κίνημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης εκεί δεν θέλει να χτιστούν τα εργοστάσια αυτά, και το αποτέλεσμα είναι ότι κι εκείνα βλέπουν την εμπορία άνθρακα- που είναι, βέβαια, η επίσημη προσέγγιση στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη-ως απειλή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εμπορία άνθρακα είναι σχεδιασμένη με τρόπο που εμποδίζει τις προσπάθειες για ένα διαφορετικό είδος οικονομίας που δεν θα απαιτούσε να χτιστούν αυτά τα εργοστάσια και αντίθετα οι πόροι θα πήγαιναν στην κοινότητα, για παράδειγμα, για να εξοπλιστούν τα υπάρχοντα σπίτια έτσι ώστε να χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια. Δεν μπορεί να αποκαλέσει κανείς το κίνημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στην Καλιφόρνια κίνημα της μεσαίας τάξης, αλλά αυτοί μπορούν να είναι σύνδεσμοι στο μέτρο που τα ζητήματα της ρύπανσης και της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα επιδρούν επίσης στους ανθρώπους της μεσαίας τάξης. Δεν είναι λοιπόν άσπρο-μαύρο.</p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια  στιγμή, όμως, αποτελεί πρόβλημα που η αυξανόμενη ανησυχία για το κλιματικό πρόβλημα στις μεσαίες τάξεις του βορρά συναντιέται κυρίως σε ανθρώπους που δεν θέλουν να κάνουν πιο δομικές ερωτήσεις- συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών περιβαλλοντολόγων- και μερικές φορές δεν θέλουν καν να αμφισβητήσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Πρόκειται για ανθρώπους που ανησυχούν για την υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά είναι πιθανό να υποστηρίξουν τεχνικές ρυθμίσεις της αγοράς που προτείνουν οι κυβερνήσεις, οι εταιρίες και οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι, χωρίς να το σκεφτούν πολύ. Από τη σκοπιά της μεσαίας τάξης, αυτές οι υποτιθέμενες σταθερές είναι ‘πολιτικά ορθές’ προσεγγίσεις.  Οι μεσαίες τάξεις στο βορρά παραμένουν αρκετά απομονωμένες από πιθανούς συμμάχους αλλού- δεν έρχονται συνήθως αντιμέτωπες με ανθρώπους από διαφορετικό περιβάλλον, με απόψεις που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τις προκαταλήψεις τους για την πολιτική. Η απομόνωση αυτή είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά η ηγεσία θα πρέπει μάλλον να προέλθει από αλλού.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Τα μέσα επικοινωνίας προβάλλουν πολύ  τον αναδυόμενο ρόλο της Κίνας και της Ινδίας ως μεγάλων παραγωγών αερίων του θερμοκηπίου. Πιστεύετε ότι ο ρόλος της Κίνας και της Ινδίας περιπλέκει την εικόνα μιας απλής διαίρεσης Βορρά/Νότου σε ό, τι αφορά την ευθύνη για την κλιματική αλλαγή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Με κάθε σεβασμό προς την ιστορική ευθύνη, όχι. Η ιστορική πραγματικότητα παραμένει: η κλιματική αλλαγή είναι βασικά ένα πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί από τις ιστορικά βιομηχανοποιημένες χώρες. Πρόσφατα, υπάρχει η τάση να ‘μεταθέτουμε’ το πρόβλημα, να λέμε ότι η Κίνα και η Ινδία είναι κατά πολύ υπεύθυνες ή πρόκειται να είναι υπεύθυνες στο μέλλον, και ότι επομένως ‘εμείς’ δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, εκτός κι αν κάνουν ‘αυτές’. Αυτό είναι ανησυχητικό ειδικά επειδή αυτή η γραμμή προέρχεται συχνά από ανθρώπους που τους αρέσει να επιτίθενται στην Κίνα ή που έχουν μαλθουσιανική σκέψη. ‘Ας μη μιλάμε για την ιστορία’, λένε. ‘Ας μη μιλάμε για τις πραγματικότητες της εξουσίας, ας μιλάμε για το μέλλον αυτών των εκατομμυρίων Κινέζων και Ινδών που θα απαιτούν να έχουν αυτοκίνητα σα να ήταν  δικαίωμά τους εκ γενετής και που θέλουν έναν τρόπο ζωής που απαιτεί χρήση ορυκτών καυσίμων.’ Αυτό εντάσσεται σε μια ολόκληρη γκάμα ρατσιστικών και αποικιοκρατικών πολιτικών συζητήσεων.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι, επίσης, σημαντικό να δούμε τα πρότυπα χρήσης των ορυκτών καυσίμων από παγκόσμια σκοπιά. Τι ακριβώς παράγεται από την καύση κάρβουνου στην Κίνα που τόσοι ειδήμονες μιλούν γι’ αυτό; Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό θα συνεχίσει να παράγει αγαθά για τον βιομηχανοποιημένο Βορρά.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι περίπλοκο ζήτημα, και νομίζω ότι απαιτεί μεγάλη κατανόηση για την εσωτερική κατάσταση σε αυτές τις δυο χώρες, και τη μάχη μεταξύ των ομάδων στο εσωτερικό τους, γιατί καμιά από αυτές τις χώρες δεν είναι μονολιθική. Υπάρχουν πολλές φωνές και στις δυο που υπογραμμίζουν ότι πρέπει να σκεφτούν προσεκτικά την πορεία εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Είναι σημαντικό να έρθουμε σε επαφή με αυτές τις φωνές και να καταλάβουμε το πλαίσιο τους, και τι αυτές πιστεύουν για το τι μπορεί ή πρέπει να γίνει.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας Κινέζος ακτιβιστής φίλος μου είπε, αστειευόμενος, πρόσφατα, ότι όταν μιλάει για την υπερθέρμανση του πλανήτη με ανθρώπους που λένε ότι το πρόβλημα είναι η Κίνα και η Ινδία, έχει την αίσθηση ότι πιστεύουν ότι τα μόρια του άνθρακα πρέπει, κατά κάποιο τρόπο, να είναι διαφορετικά στην Κίνα από τα μόρια του άνθρακα στην Ευρώπη, και πολύ πιο καταστροφικά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>A.D.:</strong> Φαίνεται ότι  υπάρχει η πεποίθηση ότι οι κατεξοχήν τεχνολογικές αρετές ορισμένων εναλλακτικών τεχνολογιών που προωθούνται ως στοιχεία μετατροπής της χημικής ενέργειας σε ηλεκτρική, της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, τείνουν προς ένα πιο αποκεντρωμένο πρότυπο παραγωγής και διανομής ενέργειας. Ο κίνδυνος μονοπώλησης αυτών των τεχνολογιών δεν αποτελεί πραγματική απειλή  γι’ αυτές τις εναλλακτικές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>L.L.:</strong> Ναι. Και κάνει τη συζήτηση για το κλίμα απολιτική. Οι άνθρωποι λένε, ‘ εντάξει, είναι  θέμα τεχνικών εναλλακτικών, επιστημονικής καινοτομίας’. Και πάλι, όμως, το θέμα είναι πολιτικό. Έχουμε το παράδειγμα πετρελαϊκών εταιριών όπως η Shell που αγοράζουν μικρότερες εταιρίες οι οποίες εμπλέκονται στην παραγωγή ενέργειας χωρίς ή με λίγο άνθρακα. Ενώ επιταχύνουν την εξερεύνηση για πετρελαϊκούς πόρους προσπαθούν ταυτόχρονα να μονοπωλήσουν όσο μπορούν περισσότερο οποιεσδήποτε ενεργειακές πηγές. Εάν δείτε το κλιματικό πρόβλημα ως πρόβλημα να παραμείνουν τα ορυκτά καύσιμα στο έδαφος, τότε είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη. Στο παρελθόν έχουμε  πολλά προηγούμενα, όπως στην Καλιφόρνια, τον τρόπο που σιδηρόδρομοι σε πόλεις σαν το Λος Άντζελες αγοράστηκαν από αυτοκινητοβιομηχανίες, τον περασμένο αιώνα, και έκλεισαν για να βοηθήσουν την αναπτυσσόμενη οικονομία του αυτοκινήτου. Αυτό το προηγούμενο σου δίνει μια ιδέα για το τι να περιμένεις με τη μονοπώληση οποιασδήποτε τεχνολογίας. Η απάντηση λοιπόν είναι όχι μόνο η τεχνολογία. Ασφαλώς, ορισμένες τεχνολογίες είναι εγγενώς πιο φιλικές σε αποκεντρωμένες προσεγγίσεις από άλλες. Ο ηλεκτρισμός DC είναι πιο προσαρμόσιμος στην τοπική παραγωγή από τον AC, που συνδέεται ιστορικά με μεγάλη συγκεντρωτική παραγωγή ηλεκτρισμού. Δεν πρόκειται όμως να λύσεις όλα σου τα προβλήματα προωθώντας μια τεχνολογία που στη θεωρία μπορεί να προσαρμόζεται καλύτερα στην αποκεντρωμένη χρήση.</p>
<p><code><br />
</code>Η αιολική ενέργεια αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα. Δεν υπήρξε με κανένα τρόπο θετική εξέλιξη για ορισμένες τοπικές κοινότητες στην Ινδία.  Τους πήραν τη γη, αποκλείοντας τους χωρικούς από τους κοινούς βοσκότοπους, για μεγάλα αιολικά αγροκτήματα που δεν μειώνουν κατά κανένα τρόπο την επέκταση της οικονομίας των ορυκτών καυσίμων. Όποιος βρίσκεται 8000 χιλιόμετρα μακριά και βλέπει τις δυνατότητες αποκέντρωσης του ανέμου και πώς θα μπορούσε, θεωρητικά, να είναι μια πιο οικολογική και πολιτικά φιλική τεχνολογία, μπορεί να χάσει τις πολιτικές πραγματικότητες του τι μπορεί να συμβεί με μια τεχνολογία σαν κι αυτή.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=336</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Peter Barnes &#8211; Για μία δίκαιη κλιματική πολιτική</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=327</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=327#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:05:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[capanddivident]]></category>
		<category><![CDATA[peter barnes]]></category>
		<category><![CDATA[ανώτατο-όριο]]></category>
		<category><![CDATA[επιστροφή μερισμάτων]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική δικαιοσύνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=327</guid>
		<description><![CDATA[Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/peter-barnes.jpg" title="Peter Barnes" alt="Peter Barnes" align="left" height="140" width="110" /></a><br />
Πολλοί οικονομολόγοι (και άλλοι) από μια πολιτικών αποχρώσεων έχουν αρχίσει να στηρίζουν την ιδέα ενός συστήματος επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων (cap and dividend) σαν την πιο συνετή μέθοδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτές οι δύο προσεγγίσεις (ανώτατο όριο ή φόρος) είναι ισοδύναμες. Και οι δύο πολιτικές στοχεύουν 1) να ανεβάσουν το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη ώστε να αποθαρρύνουν αυτές τις εκπομπές και να ενθαρρύνουν εναλλακτικές πρακτικές (2) να το κάνει με ένα τρόπο που δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.<span id="more-327"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Αν δεν καταλάβουμε ένα πρόβλημα, είναι απίθανο να μπορέσουμε να το λύσουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν, αναφορικά με την κλιματική κρίση, με το ερώτημα ποιο είναι το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε; Συχνά στην πολιτική το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε δεν είναι προφανές από την αρχή. Μερικές φορές βλέπουμε τα συμπτώματα και δεν βλέπουμε το πρόβλημα που κρύβεται από πίσω. Άλλες φορές βλέπουμε ένα μέρος του προβλήματος, όχι όμως το σύνολο. Επιφανειακά, η κλιματική αλλαγή εμφανίζεται ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, ή ίσως τεχνολογικό. Στο βάθος, όμως, είναι αποτέλεσμα δυο οικονομικών και πολιτικών αποτυχιών.</p>
<p><code><br />
</code>Η πρώτη είναι αποτυχία της αγοράς. Οι άνθρωποι πετάνε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα επειδή δεν υπάρχουν όρια ή τιμήματα. Υπάρχουν, ωστόσο,  μεγάλα κόστη- κόστη που μεταφέρονται στις επόμενες γενιές. Όταν οι άνθρωποι δεν πληρώνουν ολόκληρο το κόστος αυτού που κάνουν, αλλά αντίθετα το μεταφέρουν σε άλλους, οι οικονομολόγοι μιλούν για ‘αποτυχία της αγοράς’. Ο  Nicholas Stern, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Παγκόσμια Τράπεζα, είπε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ‘η μεγαλύτερη αποτυχία της αγοράς που είδε ποτέ ο κόσμος’.</p>
<p><code><br />
</code>Η δεύτερη αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει να κάνει με μια λανθασμένη ιεράρχηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Επειδή οι ρυπογόνες εταιρίες είναι ισχυρές και οι μέλλουσες γενιές δεν ψηφίζουν, οι κυβερνήσεις μας δεν επιτρέπουν μόνο να αυξάνονται οι εκπομπές άνθρακα, αλλά τις επιδοτούν με πολυάριθμους τρόπους. Επομένως, σε πείσμα όλων όσα ξέρουμε για την κλιματική αλλαγή, περίπου τα δυο τρίτα των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων για την ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών πηγαίνουν, για παράδειγμα, σε ορυκτά καύσιμα.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι δίδυμες αποτυχίες επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία μας. Δεν είναι προβλήματα που αφορούν τον ηλεκτρισμό, τον αυτοκινητιστικό ή τον κατασκευαστικό τομέα, είναι προβλήματα όλων των τομέων και πρέπει να αντιμετωπιστούν σ’ αυτό το επίπεδο. Διαστρεβλώνουν τη συμπεριφορά όλων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων. Ανεξάρτητα πόσο ‘υπεύθυνος’ μπορεί ο καθένας από μας να είναι, οι χωριστές δράσεις μας δεν αντισταθμίζουν αυτό που οι δίδυμες αποτυχίες μας κάνουν να κάνουμε.</p>
<p><code><br />
</code>Απαιτούνται λύσεις και για τις δυο αποτυχίες του συστήματος. Πρέπει να περιορίσουμε και να πληρώσουμε για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, και πρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή της κυβέρνησης από τα ρυπαρά  καύσιμα σε καθαρές εναλλακτικές λύσεις. Εάν δεν το κάνουμε,  δεν θα σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποια είναι καλή πολιτική για το κλίμα;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι πολιτικές αποτελούν προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιλύσουν προβλήματα. Μπορούν να αποτιμηθούν σε τρία πεδία:</p>
<p>1.Πόσο αποτελεσματικά λύνουν το πρόβλημα;<br />
2.Ποιανού συμφέροντα υπηρετούν;<br />
3.Ποιες αρχές προωθούν;</p>
<p><code><br />
</code>Ορισμένες πολιτικές δεν είναι παρά φούμαρα. Πρόκειται για τις προσπάθειες των πολιτικών να φανούν καλοί χωρίς να θίξουν τους υποστηρικτές τους.</p>
<p>Πολλοί ασχολούνται μόνο με ένα μέρος του προβλήματος. Πετυχαίνουν ενδεχομένως κάποια μικρά κέρδη, αλλά δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που εξακολουθεί να επιδεινώνεται. Άλλες πολιτικές είναι παραχωρήσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα. Τυπικά καλύπτονται με τον μανδύα του δημόσιου συμφέροντος, αλλά  τελικά συμβάλλουν στον πλουτισμό κάποιων εταιριών. Οι λομπίστες δουλεύουν σκληρά για να πετύχουν τέτοιες πολιτικές. Κάποιες πολιτικές επιλύουν πραγματικά μεγάλα προβλήματα, υπηρετούν τα συμφέροντα των κοινών ανθρώπων και προωθούν σημαντικές αρχές όπως η δικαιοσύνη. Αυτές τις πολιτικές θα έπρεπε να στηρίζουν ενεργά οι πολίτες. Η Κοινωνική Ασφάλιση, για παράδειγμα, λύνει το πρόβλημα της φτώχειας στην τρίτη ηλικία με τρόπο που είναι δίκαιος για όλους. Αυτό το κριτήριο θα έπρεπε να εφαρμόζεται στην πολιτική για το κλίμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Τι είναι δίκαιο;</em><br />
</strong></p>
<p><code><br />
</code>Η δικαιοσύνη είναι μια από τις σημαντικότερες αρχές που θα έπρεπε να εμπεριέχει μια λύση για το κλίμα. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Η δικαιοσύνη έχει πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα, υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ των ειδών: είμαστε, εμείς οι άνθρωποι, δίκαιοι απέναντι στα άλλα είδη; Υπάρχει η διεθνής δικαιοσύνη:  εμείς, στην Αμερική, που έχουμε περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από οποιαδήποτε άλλη χώρα, είμαστε δίκαιοι απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο; Υπάρχει η δικαιοσύνη μεταξύ γενιών: είναι εκείνοι που ζουν σήμερα δίκαιοι απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια τους; Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση: εάν μια πολιτική συμβάλλει στον πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας ενώ επιβαρύνει όλους τους άλλους, είναι μια τέτοια πολιτική δίκαιη απέναντι στους συμπολίτες μας;</p>
<p><code><br />
</code>Το βασικό τεστ για όλα αυτά είναι: θα μπορέσει η πολιτική αυτή να μειώσει τις εκπομπές αρκετά γρήγορα ώστε να αποτρέψει την καταστροφή του πλανήτη; Εάν όχι, χρειάζεται πιο σκληρή προσπάθεια. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, η επιστράτευσε ίσχυε για όλους τους άντρες εξίσου και τα δελτία σήμαιναν ίδιες μερίδες για όλους. Η δικαιοσύνη δεν προέκυψε στην πορεία: ήταν απ’ την αρχή ενσωματωμένη στις πολιτικές μας.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Ποιος θα πληρώσει για τη σταθερότητα του κλίματος;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Κάθε πολιτική έχει νικητές και ηττημένους. Μερικές φορές είναι προφανές ποιοι είναι αυτοί, αλλά συνήθως χρειάζεται κάποια προσπάθεια για να καταλάβουμε πώς ρέει το χρήμα. Ο συνήθης τρόπος που τα ειδικά συμφέροντα χρηματοδοτούνται απ’ την κυβέρνηση είναι μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν και οι ευνοημένες εταιρίες κερδίζουν.</p>
<p><code><br />
</code>Οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές βρίσκονται κατά κόρον στο τραπέζι στις δημόσιες συζητήσεις για το κλίμα. Αλλά η κλιματική κρίση παρέχει στις επιχειρήσεις πολλούς άλλους τρόπους για να πλουτίζουν με δημόσια δαπάνη, και οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, μια πρόταση για επιβολή ανώτατου ορίου στις εκπομπές άνθρακα θα έδινε στις ρυπογόνες εταιρίες άδειες για εκπομπές αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλες προτάσεις οδηγούν στη δημιουργία ενός χαλαρά ρυθμισμένου συστήματος για αντισταθμίσεις άνθρακα που συμβάλει στο κέρδος των εμπόρων αλλά προσθέτει ελάχιστο δημόσιο όφελος.</p>
<p><code><br />
</code>Το μεγάλο οικονομικό ερώτημα στην πολιτική για το κλίμα είναι κατά πόσο αυτοί που ρυπαίνουν πρέπει να πληρώνουν ή να πληρώνονται. Εάν οι άδειες για άνθρακα χορηγούνται ελεύθερα στους διαχρονικούς ρυπαντές, τότε οι τιμές της ενέργειας θα αυξηθούν και  θα πληρώνουμε όλοι περισσότερα σε οποιονδήποτε χορηγείται άδεια. Αυτή η μεταβίβαση πλούτου –που μπορεί να ξεπεράσει το τρισεκατομμύριο δολάρια-  θα ρέει κατευθείαν από τις τσέπες μας στους μετόχους των εταιριών που ρυπαίνουν. Εάν η επιβράβευση όσων ρυπαίνουν είναι  λάθος, τότε το σωστό είναι να υποχρεωθούν να πληρώνουν. Αυτό απαιτεί ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Φόροι έναντι ανώτατου ορίου</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να αυξηθεί η τιμή γι’ αυτούς που πετάνε άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτό. Ο φόρος στον άνθρακα είναι ένας τρόπος. Αρχικά, οι εταιρίες καυσίμων θα πληρώσουν το φόρο και η κυβέρνηση θα εισπράξει το έσοδο. Αλλά οι εταιρίες καυσίμων θα μεταφέρουν το φόρο στους καταναλωτές κι έτσι, στο τέλος, ο φόρος στον άνθρακα θα είναι σαν τον φόρο στην πώληση ειδών πρώτης ανάγκης. Ως τέτοιος, θα είναι αρνητικός-δηλαδή, όσο πιο χαμηλό εισόδημα έχεις, τόσο περισσότερο θα το τρώει ο φόρος στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Το ανώτατο όριο στον άνθρακα είναι ένας έμμεσος τρόπος χρέωσης σε αυτούς που πετάνε διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Θέτει ένα φυσικό όριο – ένα ανώτατο όριο- στην προμήθεια ορυκτών καυσίμων ή στην ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για να επιβάλει το ανώτατο όριο,  η κυβέρνηση εκδίδει έναν αριθμό αδειών που μειώνεται σταδιακά. Όσο οι άδειες λιγοστεύουν, τόσο αυξάνεται η τιμή του άνθρακα. Από τη στιγμή που το τίμημα πληρώνουν τελικά οι καταναλωτές, η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα είναι εξίσου αρνητική με τον φόρο στον άνθρακα.</p>
<p><code><br />
</code>Πόσο θα στοίχιζε ο φόρος ή η επιβολή ανώτατου ορίου στον άνθρακα στο μέσο νοικοκυριό; Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, εάν το ανώτατο όριο είναι 15% χαμηλότερα από το σημερινό επίπεδο εκπομπών, το μέσο νοικοκυριό στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πληρώνει για ακριβότερη ενέργεια $1.160  το χρόνο. Όσο οι άδειες θα μειώνονται,  τόσο θα αυξάνεται το κόστος για τα νοικοκυριά. Ένας φόρος που θα πετύχαινε τις ίδιες μειώσεις θα είχε το ίδιο κόστος. Δεν είναι μικρό το βάρος για τους ήδη σφιχτούς προϋπολογισμούς της αμερικανικής οικογένειας- δεν θα πλήξει μόνο τους φτωχούς αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη. Και θα μειώσει την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, τη στιγμή ακριβώς που η αμερικανική οικονομία χρειάζεται ώθηση.</p>
<p><code><br />
</code>Ευτυχώς, υπάρχει τρόπος αντιστάθμισης αυτού του πλήγματος στο εισόδημα των νοικοκυριών- είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν ‘ανακύκλωση εισοδήματος’. Η ιδέα είναι να επιστρέφεται στα νοικοκυριά το σύνολο του επιπλέον ποσού που πληρώνουν όταν οι τιμές του άνθρακα ανεβαίνουν. Ορισμένα νοικοκυριά θα πληρώσουν περισσότερα  από όσα θα πάρουν πίσω, ενώ άλλα θα πληρώσουν λιγότερα, αλλά συνολικά, το εισόδημα των νοικοκυριών θα διατηρηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η ανακύκλωση εισοδήματος, με κάποια μορφή, είναι καλή ιδέα. Μεταξύ των πολιτικών, ο Αλ Γκορ τάσσεται κάθετα υπέρ. ‘Πρέπει να βάλουμε μια τιμή στον άνθρακα’, <a href="http://nobelprize.org/nobel_prizes/peace/laureates/2007/gore-lecture_en.html" target="_blank">είπε ο Γκορ στην ομιλία του όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ</a>, ‘με έναν  φόρο που θα επιστρέφεται προοδευτικά’. Η μέθοδος ανακύκλωσης που προτιμά είναι η επιστροφή ενός μέρους του φόρου που πληρώνουν οι μισθωτοί.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας καλύτερος τρόπος για την ανακύκλωση του εισοδήματος από τον άνθρακα είναι αυτός που κάνει η Αλάσκα με τις προσόδους από την εκμίσθωση των πετρελαίων της- <a href="http://www.capitalism3.com/" target="_blank">πληρώνει ίσα μερίσματα σε όλους τους κατοίκους</a>. Αυτό θα κάλυπτε όλους όσοι πληρώνουν υψηλότερες τιμές για την ενέργεια, κι όχι μόνο τους φορολογούμενους  μισθωτούς. Η επιστροφή χρημάτων μόνο στους τελευταίους, αφήνει εκτός τους συνταξιούχους, τους νέους, τους γονείς που μένουν στο σπίτι, τους εργαζόμενους στην παραοικονομία, και τους μισούς απ’ τους φτωχότερους ανθρώπους στην Αμερική.</p>
<p><code><br />
</code>Επιστρέφοντας τις υψηλότερες τιμές του άνθρακα σε όλους τους Αμερικανούς εξίσου, θα είχαμε ένα σύστημα όπου ο καθένας που ρυπαίνει θα πλήρωνε,  αλλά εκείνοι που προστατεύουν το περιβάλλον θα έβγαιναν κερδισμένοι. Οι άνθρωποι που οδηγούν μεγάλα αυτοκίνητα και θερμαίνουν μεγάλα σπίτια θα πλήρωναν περισσότερα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας από εκείνους που κυκλοφορούν με το λεωφορείο και ζουν σε μικρά διαμερίσματα. Από τη στιγμή που όλοι θα έπαιρναν πίσω το ίδιο ποσό, εκείνοι που ρυπαίνουν λιγότερο θα κέρδιζαν, ενώ οι άλλοι θα έχαναν. Θα ήταν επιβράβευση της πράσινης συμπεριφοράς και τιμωρία για όσους ρυπαίνουν.</p>
<p><code><br />
</code>Με δυο λόγια, ένα σύστημα επιβολής ανώτατου ορίου και επιστροφής μερισμάτων θα ήταν ο πιο απλός, ο πιο δίκαιος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίλυση της κλιματικής κρίσης- και πολιτικά ο πιο δημοφιλής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αυτό το κείμενο είναι ένα μωσαϊκό από τρία άρθρα του Peter Barnes που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα <a href="http://capanddividend.org" target="_blank">capanddividend.org</a></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=327</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Philip Sarre &#8211; Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη απαιτεί οικονομική μεταρρύθμιση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=330</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=330#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:05:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[Michel Serres]]></category>
		<category><![CDATA[philip sarre]]></category>
		<category><![CDATA[Venanzio Arquilla]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[νεοφιλελευθερισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=330</guid>
		<description><![CDATA[Η περιβαλλοντική αλλαγή και η φτώχεια στον πλανήτη προκαλούνται από τον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, που εξαρτάται από τον τρόπο διοίκησής της. Η περιορισμένη επιτυχία των πρωτοβουλιών της διεθνούς πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και/ή την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί θέτουν ως προτεραιότητα οικονομικούς στόχους, όλο και περισσότερο μέσα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/green-drops.jpg" title="green drops"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/green-drops.jpg" title="green drops" alt="green drops" align="left" height="90" width="80" /></a> Η περιβαλλοντική αλλαγή και η φτώχεια στον πλανήτη προκαλούνται από τον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, που εξαρτάται από τον τρόπο διοίκησής της. Η περιορισμένη επιτυχία των πρωτοβουλιών της διεθνούς πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και/ή την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί θέτουν ως προτεραιότητα οικονομικούς στόχους, όλο και περισσότερο μέσα στο πλαίσιο της ‘ελεύθερης αγοράς’. <span id="more-330"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Όποια κι αν είναι η συναίνεση μεταξύ των προοδευτικών, ελάχιστη πρόοδος θα σημειωθεί προς την κατεύθυνση της κοινωνικής ή περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, εάν δεν αποκαταστήσουμε τη δημοκρατική ρύθμιση των αγορών. Αυτό απαιτεί την αντιστροφή της πολιτικής και οικονομικής αλλαγής μιας τριακονταετίας και θα αντιμετωπίσει την αδυσώπητη εχθρότητα όσων πιστεύουν ή έχουν αποκομίσει κέρδη από τη σημερινή μορφή οικονομικής διοίκησης. Για ν’ αρχίσουμε να το κάνουμε, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πώς η ορθοδοξία του σήμερα κατάφερε να νικήσει το προηγούμενο σύστημα, πώς ξεπέρασε την πιο σημαντική διεθνή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και αναπτυξιακών προβλημάτων και πώς τελικά έγινε ευάλωτη.</p>
<p><code><br />
</code>Από το 1944 μέχρι το 1977, το σύστημα του Bretton Woods συνδύασε την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου με τη διατήρηση σταθερών συναλλαγματικών τιμών μέσω ελέγχων στην κίνηση του κεφαλαίου. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε η πιο γρήγορη οικονομική ανάπτυξη στην ιστορία, την οποία βίωσαν οι χώρες του δεύτερου και τρίτου κόσμου, όπως και του πρώτου. Στις ανεπτυγμένες χώρες, η δημοκρατική πίεση έκανε τις κυβερνήσεις να παρεμβαίνουν στην οικονομία για να ενισχύσουν την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόνοια, παρέχοντας υψηλά κριτήρια διαβίωσης και μειώνοντας την ανισότητα. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1070, οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου και οι υψηλές κυβερνητικές δαπάνες έφεραν τον πληθωρισμό και οικονομική κρίση. Ένα από τα πρώτα θύματα ήταν το σύστημα Bretton Woods, καθώς το 1971 οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήργησαν τη συνάρτηση δολαρίου και χρυσού και έθεσαν τέρμα στην περίοδο των καθορισμένων συναλλαγματικών τιμών.</p>
<p><code><br />
</code>Η φύση της νέας ορθοδοξίας έγινε σαφής στη δεκαετία του 1980, όταν οι κυβερνήσεις Θάτσερ και Ρήγκαν ηγήθηκαν της εφαρμογής αυτών που σήμερα ονομάζονται ‘φιλελεύθερες πολιτικές’.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Απέδωσαν τα προβλήματα της δεκαετίας του 1970 στην παρέμβαση του κράτους και υποστήριξαν ότι η λύση βρισκόταν στην πολιτική της ελεύθερης αγοράς. Έκαναν περικοπές στους προϋπολογισμούς και τους φόρους, περιόρισαν τη δραστηριότητα των συνδικάτων, απελευθέρωσαν τις αγορές, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιαγορών, και ιδιωτικοποίησαν τις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Την πολιτική τους ακολούθησαν πολλές κυβερνήσεις, μερικές από επιλογή, άλλες επειδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια τράπεζα απαιτούσαν αυτού του είδους τις αλλαγές από τις χώρες που ζητούσαν τη βοήθειά τους. Αυτό το νέο καθεστώς είχε άμεση επίδραση τόσο στο περιβάλλον όσο και στην ανισότητα, από τη στιγμή που η αυξανόμενη έμφαση στον ανταγωνισμό και το κέρδος έκαναν τις κυβερνήσεις όλο και πιο  απρόθυμες να πληρώνουν πάνω απ’ το μίνιμουμ για ακατέργαστες ύλες, εργατικά χέρια, έλεγχο της ρύπανσης και των φόρων.</p>
<p><code><br />
</code>Μια κρίσιμη πρόκληση ήρθε μετά το 1983, όταν τα Ηνωμένα Έθνη ίδρυσαν την World Commission on Environment and Development (Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη), με επικεφαλής την πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας Gro Brundtland. Η αναφορά της διέγνωσε μια σειρά από συνδεδεμένες μεταξύ τους περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές κρίσεις και ανέφερε ότι ‘<em>η ανισότητα είναι το κύριο &#8220;περιβαλλοντικό&#8221; πρόβλημα στον πλανήτη και το κύριο ‘αναπτυξιακό’ του πρόβλημα</em>’.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ήταν κριτική ως προς τα αποτελέσματα της διεθνούς οικονομίας: ‘<em>η απαίτηση από σχετικά φτωχές χώρες να μειώσουν τα κριτήρια διαβίωσης, να δεχτούν την αύξηση της φτώχειας και να εξαγάγουν αυξανόμενες ποσότητες σπάνιων πόρων για να διατηρήσουν την εξωτερική δανειοληπτική τους ικανότητα, αντανακλά προτεραιότητες που ελάχιστες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις μπορούν να ανεχτούν για πολύ καιρό</em>’.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a> Σημείωνε επίσης ότι για την ανάπτυξη στις πλούσιες χώρες είχαν χρησιμοποιηθεί υπερβολικά πολλοί πόρους και δημιουργηθεί πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα.</p>
<p><code><br />
</code>Η Επιτροπή αντιπαρέθεσε δυο προσεγγίσεις στην περιβαλλοντική πολιτική, με μια ‘ στάνταρ ατζέντα’ για τα αποτελέσματα και τα συμπτώματα, αλλά η προσέγγισή τους επικεντρώθηκε στις αιτίες των προβλημάτων.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a> Οι συστάσεις τους  ήταν ριζοσπαστικές, καθώς έδιναν προτεραιότητα στους φτωχούς μέσω εστίασης στις ανάγκες στον ορισμό τους για τη βιώσιμη ανάπτυξη ως ‘<em>ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλοντικών γενιών να ανταποκριθούν στις δικές τους ανάγκες</em>’.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Το τελευταίο κεφάλαιο που αφορούσε την εφαρμογή έδινε έμφαση στις εθνικές πολιτικές και θεσμούς, στις περιφερειακές και παγκόσμιες οργανώσεις, ειδικά στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών κοινοτήτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Υπήρχε ελάχιστη έμφαση στον ιδιωτικό τομέα, μολονότι η ‘αυξημένη συνεργασία με τη βιομηχανία’ και η ανάγκη ‘ενθάρρυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων’ περιλαμβάνονταν. Εάν οι προτάσεις αυτές είχαν γίνει το 1972, οι περισσότερες θα είχαν φανεί απολύτως λογικές, και μπορεί να είχαν υιοθετηθεί, αλλά στο τέλος της δεκαετίας του 1980 έρχονταν σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία.</p>
<p><code><br />
</code>Συνεπώς, όπως έδειξε ο Bernstein (2001) στο σχολαστικά τεκμηριωμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του, η ανάλυση του Brundtland υπονομεύτηκε από έναν διαφορετικό τρόπο επίλυσης των αντιφάσεων μεταξύ περιβαλλοντικής και οικονομικής ανάπτυξης.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a> Εργασίες οργανισμών όπως η Environment Directorate (Διεύθυνση Περιβάλλοντος) του ΟΟΣΑ, το US Project 88 κι ακόμη και η UNCTAD εισηγούντο ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούσαν να χειριστούν τα περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα εάν η αποτυχία της αγοράς επανορθωνόταν. Για να γίνει αυτό,  όλοι οι πόροι έπρεπε να είναι ιδιωτικοί έτσι ώστε οι ρυπαντές να είναι υπεύθυνοι για τις εξωτερικές επιδράσεις που δημιουργούν. Τα κράτη θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την κατάργηση των διαστρεβλωτικών επιδοτήσεων της αγοράς των δασμών. Μέχρι να γίνει η Διάσκεψη για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, στο Ρίο, το 1992, οι ελεύθερες αγορές έμοιαζαν συμβατές, ακόμη και αναγκαίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8.31 (c) στην Ατζέντα 21-‘<em>Να συμπεριληφθεί, όταν χρειάζεται, η χρήση των αρχών της αγοράς στο πλαίσιο των οικονομικών εργαλείων  και πολιτικών, για να συνεχιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη</em>’. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η διάσκεψη του Ρίο δεν απογύμνωσε μόνο την βιώσιμη ανάπτυξη από τον ριζοσπαστισμό της, αλλά παρήγαγε ακόμη περισσότερη πίεση για ιδιωτικοποίηση και ‘marketisation’, παρόλο που στην πράξη αποδείχτηκε αδύνατο να ιδιωτικοποιηθούν  όλοι οι πόροι ή να κληθούν όλοι οι ρυπαντές να πληρώσουν.</p>
<p><code><br />
</code>Τα επόμενα 16 χρόνια, τα αποτελέσματα της χρήσης των νεοφιλελεύθερων αρχών για τη διοίκηση της παγκόσμιας οικονομίας έγιναν ορατά. Η μεγαλύτερη απελευθέρωση του εμπορίου ωφέλησε τις πλούσιες, διακρατικές εταιρίες και τους καταναλωτές των χωρών με υψηλό εισόδημα, γύρω στις 10 ‘αναδυόμενες αγορές’, κυρίως ασιατικές χώρες με υψηλά ποσοστά αποταμίευσης και ‘αναπτυξιακά κράτη’, καθώς και εξαγωγείς πετρελαίου, όχι όμως  εξαγωγείς άλλων μεταλλευμάτων,  που υποφέρουν από την ‘κατάρα των πόρων’.</p>
<p><code><br />
</code>Το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα συγκεντρώνει κεφάλαια σε παράκτια οικονομικά κέντρα και χώρες με υψηλό εισόδημα και το αντλεί από χώρες με χαμηλό εισόδημα, μέσω της φυγής των κεφαλαίων και μέσω χειρισμών στο κόστος μεταφοράς,  αποστερώντας τις από επενδυτικά κεφάλαια και καθυστερώντας την ανάπτυξή τους.<a href="#_ftn7" title="_ftnref7" name="_ftnref7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[7]</a> Οι καθαρές ροές χρήματος ήταν ευκαιριακές, συμβάλλοντας σε πιο συχνές και ευρύτερες οικονομικές κρίσεις με καταστροφικά αποτελέσματα για τη Ρωσία και την Αργεντινή, και σοβαρές αναστολές για ορισμένες από τις αναπτυσσόμενες με γρήγορους ρυθμούς ασιατικές οικονομίες στη δεκαετία του 1000. Οι ανοιχτές κεφαλαιαγορές υπονομεύουν τη δημοκρατία, καθώς οι κυβερνήσεις γίνονται απρόθυμες να παρεμβαίνουν στις αγορές για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς σκοπούς, και όσες το επιχειρούν δέχονται πιέσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις χρηματαγορές.</p>
<p><code><br />
</code>Από το τέλος της δεκαετίας του 1990, η κυβερνητική δέσμευση στη νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση αποτέλεσε εμπόδιο για αρκετές προοδευτικές πρωτοβουλίες, Η πρόοδος σε ό, τι αφορά την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας υπήρξε αργή. Η Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ επιβεβαίωσε ότι οι περιβαλλοντικές επιδιώξεις που ορίστηκαν στη Στοκχόλμη και το Ρίο είχαν πολύ αργή πρόοδο. Παρά την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής μπορεί να είναι σοβαρές, η πρόοδος μετά το Κυότο υπήρξε αργή, ακόμη κι αρνητική.</p>
<p><code><br />
</code>Έγινε επίσης σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι  αποτελεσματικός τρόπος διοίκησης της οικονομίας. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη υπήρξε πιο αργή μεταξύ 1973-2003 παρά υπό το σύστημα Bretton Woods 1950-73 (3.17% ανά έτος έναντι 4.9%) και πολύ πιο άνιση μεταξύ χωρών και ηπείρων,<a href="#_ftn8" title="_ftnref8" name="_ftnref8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[8]</a> όπως και εντός ορισμένων κρατών.<a href="#_ftn9" title="_ftnref9" name="_ftnref9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[9]</a> Οι ερευνητές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου συμπέραναν ότι η φιλελευθεροποίηση της κεφαλαιαγοράς δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε αρκετή για να δημιουργήσει γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.<a href="#_ftn10" title="_ftnref10" name="_ftnref10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[10]</a> H UNDP προσφέρει πακέτα εκπαίδευσης στην εθνική οικονομική διοίκηση που υποστηρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε οριστικά στην προώθηση της ανάπτυξης και συστήνουν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές, προκειμένου να προωθηθεί η θεσμική ανάπτυξη και επένδυση στους ανθρώπους.<a href="#_ftn11" title="_ftnref11" name="_ftnref11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[11]</a><br />
<code><br />
</code>Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν τροποποιήσει την πολιτική τους και έχουν δεχτεί ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να υπάρξει ανάπτυξη, να αντιμετωπιστεί η φτώχεια και να ενθαρρυνθεί η ‘κυριότητα της χώρας’ σε ό, τι αφορά την οικονομική πολιτική, όταν η οικοδόμηση θεσμών και η καλή διακυβέρνηση αναγνωρίζονται τώρα ως θετικές, μολονότι δεν είναι σαφές σε πιο βαθμό έχει αλλάξει η συμπεριφορά τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η τελευταία αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού παρέχει την ευκαιρία για αμφισβήτησή του στην αγγλο-αμερικάνικη γη του, καθώς η  πρόσφατη αστάθεια βρίσκεται μάλλον στην καρδιά του συστήματος παρά σε μακρινές χώρες. Η κρίση αυτή, που προκλήθηκε από απρόσεκτο, ίσως δόλιο, δανεισμό και χρεόγραφα από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, προκάλεσε πιστωτική κρίση, τραπεζικές απώλειες και αποτυχίες που απαιτούν λύσεις από κεντρικές τράπεζες και κυρίαρχα οικονομικά ιδρύματα. Ακόμη χειρότερα, από τη στιγμή που οι άλλες επενδύσεις έπαψαν να είναι ελκυστικές, οι κερδοσκόποι επενδυτές στράφηκαν στους φυσικούς πόρους, συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων και πλήττοντας παντού τους ανθρώπους.</p>
<p><code><br />
</code>Τώρα είναι η ευκαιρία και η δικαίωση για τους ανθρώπους και τους πολιτικούς να ζητήσουν να τεθεί τέρμα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε εθνικά και διεθνή επίπεδα και να αποκαταστήσουν στα κράτη και τις διεθνείς οργανώσεις την ελευθερία να αναπτύσσουν πολιτικές που προωθούν την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Δεν θα είναι εύκολο, καθώς ισχυρά συμφέροντα κερδίζουν από τον νεοφιλελευθερισμό, που ορισμένες από τις ρήσεις του είναι περιχαρακωμένες σε συντάγματα και συνθήκες.</p>
<p><code><br />
</code>Εάν δεν το κάνουμε, όμως, η κλιματική αλλαγή, η ανισότητα και η αδικία θα επιταχυνθούν.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-US">David Harvey, <em>A brief history of neoliberalism</em> (Oxford: Oxford University Press, 2005).</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. World Commission on Environment and Development, <em>Report of the World Commission on Environment and Development: Our Common Future</em> (Oxford: Oxford Universaity Press, 1987), σ. 6.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 75.<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 310.<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Οπ., σ. 43.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Steven Bernstein, <em>The compromise of liberal environmentalism</em> (New York: Columbia UP, 2001).<o></o></span></p>
<p id="ftn7">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref7" title="_ftn7" name="_ftn7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Philip Sarre, “Understanding the geography of international finance” <em>Geography Compass</em> 1, no. 5 (2007): 1076-1096<o></o></span></p>
<p id="ftn8">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref8" title="_ftn8" name="_ftn8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Angus Maddison, <em>Contours of the world economy 1-2030 AD</em> (Oxford: Oxford University Press, 2007).<o></o></span></p>
<p id="ftn9">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref9" title="_ftn9" name="_ftn9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Joseph Stiglitz, <em>Making globalisation work: next steps to global justice</em> (London: Allen Lane/ Penguin, 2006).<o></o></span></p>
<p id="ftn10">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref10" title="_ftn10" name="_ftn10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Eswar S. Prasad et al, <em>Effects of financial globalization on developing countries: some empirical evidence</em> (IMF: IMF Working paper, 2003).<o></o></span></p>
<p id="ftn11">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref11" title="_ftn11" name="_ftn11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Gerald Epstein and Ilene Grabel, <em>Financial Policy Training Manual No 3</em> (UNDP International Policy Centre Brasilia Brazil, 2007).<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=330</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Stephanie Posthumus &#8211; Διατυπώνοντας τη Γαλλική οικο-διαφορά: Μια σύντομη επισκόπηση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=329</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=329#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[Michel Serres]]></category>
		<category><![CDATA[stephanie posthumus]]></category>
		<category><![CDATA[Venanzio Arquilla]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[οικο-διαφορά]]></category>
		<category><![CDATA[οικολογία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=329</guid>
		<description><![CDATA[Στο Le Retour au contrat naturel ( Η Επιστροφή στη φυσική σύμβαση), ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Serres υποστηρίζει ότι η Γη, παγκόσμιο αντικείμενο από τότε που μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε από απόσταση απ’ το διάστημα, έγινε προοδευτικά ένα παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο, το οποίο εισέρχεται στις διεθνείς συζητήσεις εξαιτίας φαινόμενων όπως η κλιματική αλλαγή και η [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/stephanie_posthumus.jpg" title="Stephanie Posthumus"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/stephanie_posthumus.jpg" title="Stephanie Posthumus" alt="Stephanie Posthumus" align="left" height="120" width="100" /></a>Στο <em>Le Retour au contrat naturel</em> ( Η Επιστροφή στη φυσική σύμβαση), ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Serres υποστηρίζει ότι η Γη, παγκόσμιο αντικείμενο από τότε που μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε από απόσταση απ’ το διάστημα, έγινε προοδευτικά ένα παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο, το οποίο εισέρχεται στις διεθνείς συζητήσεις εξαιτίας φαινόμενων όπως η κλιματική αλλαγή και η τρύπα του όζοντος που απαιτούν δράση σε διεθνή κλίμακα.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Χωρίς να αρνούμαι τη σημασία της ερμηνείας που δίνει ο Serres για τη Γη ως παγκόσμιο υποκείμενο ούτε τη συνάφεια της έννοιας του για τη φυσική σύμβαση, θα ήθελα να εξερευνήσω ορισμένες από τις πολιτιστικές διαφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια ομάδα κάνει διάλογο με τη Γη. Σε αυτό το άρθρο, θα επικεντρωθώ στις γαλλικές αντιλήψεις και συζητήσεις για το περιβάλλον.<span id="more-329"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Αρχίζοντας, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η λέξη ‘περιβάλλον’, όπως χρησιμοποιείται στη Γαλλία, είναι αμφιλεγόμενη. Μολονότι η αρχική της σημασία είναι οποιοδήποτε περιφραγμένος χώρος (‘enceinte’), η λέξη εισήχθη ξανά στη γαλλική γλώσσα στη δεκαετία του 1960 ως μετάφραση της αγγλικής λέξης ‘ περιβάλλον’ και αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στην ομάδα των στοιχείων που φτιάχνουν τις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εξελίσσονται οι άνθρωποι.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ωστόσο, η λέξη αυτή δεν είναι αποδεκτή από όλους. Ο Michel Serres, για παράδειγμα, ασκεί κριτική στον όρο αυτό επειδή επικεντρώνεται στον άνθρωπο, ενώ αρνείται την αγγλόφωνη έννοια καθώς και τη βορειοαμερικανική environmentalism (περιβαλλοντιστικό’) που συνδέεται μ’ αυτήν.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a>  <a href="http://mitpress.mit.edu/catalog/item/default.asp?ttype=2&amp;tid=8709" target="_blank">Σύμφωνα με τον Kerry Whiteside</a>, η γαλλική πολιτική οικολογία διαχωρίζεται από το αγγλόφωνο environmentalism  επειδή αρνείται να επικεντρωθεί σε μια νέα ανθρώπινη ηθική για τη φροντίδα της φύσης. Εν συντομία, η φύση και ο άνθρωπος θεωρούνται, σε τελευταία ανάλυση, πάντοτε και αναγκαστικά, συνυφασμένοι.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας πρόσφατος ανασχηματισμός των γαλλικών υπουργείων μετέτρεψε το ‘Υπουργείο Οικολογίας και διαρκούς Ανάπτυξης’ (2002) (προηγουμένως ‘Υπουργείο Περιβάλλοντος’- 1971) σε ‘Υπουργείο Οικολογίας, Ενέργειας, διαρκούς Ανάπτυξης και  Χωροταξίας’ (2007). Αυτό που μοιάζει με απλή εξέλιξη της πολιτικής σκηνής είναι, θα έλεγα, η ‘γαλλοποίηση’ ενός περιβαλλοντικού κινήματος που εισήχθη από τη Βόρεια Αμερική. Μολονότι οι Γάλλοι επιχείρησαν αρχικά να ακολουθήσουν το βορειοαμερικανικό παράδειγμα, δημιουργώντας το πρώτο εθνικό πάρκο τους το 1963 (το Yellowstone National Park ιδρύθηκε το 1872), οι σημερινές πολιτικές τους αντανακλούν την ιστορία της διατήρησης φυσικών χώρων στη Γαλλία, όπου τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οικολογία και το περιβάλλον συνδέονται με θέματα πολιτισμού, ιδιοκτησίας και οικονομικού σχεδιασμού.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα βασικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ο ρόλος της ανθρώπινης προοπτικής στην αναδιαμόρφωση φυσικών χώρων. Μετά την προστασία των ιστορικών μνημείων στη Γαλλία (1887), παρόμοιοι νόμοι θεσπίστηκαν για την προστασία –όχι ανεκμετάλλευτων, άγριων περιοχών, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες- αλλά τοπίων ως φυσικά μνημεία. Υπό την επιρροή καλλιτεχνών του τοπίου και συγγραφέων, οι νόμοι αυτοί αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση <strong>της ομορφιάς </strong> μιας συγκεκριμένης θέας που συμπεριλάμβανε συχνά ανθρώπινα στοιχεία.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a>  Όπως εξηγεί ο  Larrere, οι Γάλλοι ήθελαν να διατηρήσουν την πολιτιστική κληρονομιά (‘patrimoine’) για τις μέλλουσες γενιές (δάση, παράκτιες περιοχές, αλλά επίσης καλλιεργημένα αγροκτήματα, πλατείες χωριών).<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Στη Γαλλία, η  φύση ήταν και εξακολουθεί να πλαισιώνεται με όρους τοπίου και πολιτιστικής κληρονομιάς. (Βλέπε, για παράδειγμα, το έργο των θεωρητικών ‘paysagistes’ Augustin Berque και Alain Roger που επιμένουν, μερικές φορές μανιωδώς,  ότι οι Γάλλοι πρέπει να εργαστούν για να (ανα)δημιουργήσουν το ‘τοπίο’, όχι το ‘περιβάλλον’.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a></p>
<p><code><br />
</code>Για την περιβαλλοντική ηθική αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κλάδος φιλοσοφίας που λειτουργεί υπό τον τίτλο ‘περιβαλλοντικός’ στη Γαλλία.<a href="#_ftn7" title="_ftnref7" name="_ftnref7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[7]</a> Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί φιλόσοφοι που το έργο τους είναι εμφανώς οικολογικό: οι Felix Guattan, Bruno Latour, Catherine &amp; Raphael Larrere και Michel Serres, για να ονομάσουμε κάποιους απ’ αυτούς. Γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της γαλλικής οικο-φιλοσοφίας και της βορειοαμερικανικής περιβαλλοντικής φιλοσοφίας, η Catherine Larrere  υποστηρίζει πολλές πτυχές της <em>ηθικής της γης </em>του Aldo Leopold, συμπεριλαμβάνοντας όμως τόσο το βιολογικό όσο και το πολιτιστικό στοιχείο στην ηθική της για την ποικιλία. Εκφράζοντας μια φαινομενικά πολύ διαφορετική άποψη,  <a href="http://www.espacestemps.net/document5303.html" target="_blank">ο Bruno Latour τάσσεται υπέρ</a> μιας πιο τεχνικής, πιο ανθρώπινης, πιο φροντισμένης φύσης.  Ωστόσο, η κραυγή του για μια στρατευμένη χρήση της τεχνολογίας με στόχο την καλύτερη φροντίδα της φύσης, απηχεί από πολλές απόψεις την έκκληση της Larrere για το ‘bon usage’ (καλή/σοφή χρήση) της φύσης και τη φυσική σύμβαση του Serres ως  τρόπο εξισορρόπησης της σχέσης της ανθρωπότητας με τον κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Τι να τις κάνουμε, λοιπόν,  τις φαρμακερές κριτικές της πράσινης πολιτικής και φιλοσοφίας που ασκούν Γάλλοι στοχαστές όπως οι Jean Baudrillard, Gerard Bramoulle και Luc Ferry; Οι επιθέσεις τους μοιάζουν να αποτελούν μια ενδιαφέρουσα μορφή λανθασμένης αναγνώρισης (και υπεραπλούστευσης, αλλά αυτό το αφήνω για ένα μεγαλύτερο άρθρο). Οι Baudrillard, Bramouille και Ferry κάνουν λάθος θεωρώντας τις γαλλικές οικο-φιλοσοφίες ως βαθιά οικολογία, κατά το βορειοαμερικανικό πρότυπο, που θεωρεί τους ανθρώπους περιττούς στην πορεία αποκατάστασης της φύσης στην ‘αρχική’ της κατάσταση.<a href="#_ftn8" title="_ftnref8" name="_ftnref8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[8]</a> Η σφοδρή αντίδραση αυτών των τριών Γάλλων στοχαστών σε οποιοδήποτε είδος ‘πρασινοποίησης’ δείχνει σαφώς πόσο βαθιά είναι ριζωμένος ο ανθρωπισμός στη γαλλική ψυχή. Με αρνητικό τρόπο, ασπάζονται και αυτοί  τη γαλλική οικο-διαφορά που αντιστέκεται στον αποκλεισμό ή την απόσπαση του ανθρώπινου στοιχείου από μια άποψη του κόσμου.</p>
<p><code><br />
</code>Η αρχή της ανθρώπινης ενσωμάτωσης εξηγεί την περίεργη έλλειψη ενδιαφέροντος για οικοκριτικές προσεγγίσεις από την πλευρά των Γάλλων λόγιων και θεωρητικών. Μολονότι η οικοκριτική, η μελέτη των πολιτιστικών απεικονίσεων της φύσης από οικολογική άποψη, είναι μια σημαντική εναλλακτική θεωρία στη Βόρεια Αμερική, έχει περάσει απαρατήρητη στη Γαλλία. Μπορούμε πρώτα απ’ όλα να υποθέσουμε ότι η οικοκριτική είναι τόσο ριζωμένη στις βορειοαμερικανικές απόψεις για το περιβάλλον που δεν μπορεί να περάσει τα εθνικά σύνορα. Ωστόσο υπάρχουν σήμερα ομάδες οικοκριτικών λόγιων στην Ευρώπη ( στη Γερμανία, για παράδειγμα), στην Ινδία, την Ιαπωνία και την Κορέα. Γιατί, λοιπόν, η Γαλλία παραμένει εξαίρεση;</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα από τα θεωρητικά κείμενα με οικοκριτική βάση, <a href="http://www.hup.harvard.edu/catalog/BUEENV.html" target="_blank">ο Lawrence Buell συνηγορεί</a> υπέρ ενός νέου φιλολογικού ρεαλισμού που ωθεί τις οικολογικές απεικονίσεις του φυσικού κόσμου στο επίκεντρο της φιλολογικής γραφής. Ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να μοιάζει άκριτο για τους Γάλλους θεωρητικούς της φιλολογίας που είναι εμποτισμένοι με την παράδοση του ‘nouveau roman’ και της ‘ere du soupcon’ και εξαιρετικά καχύποπτοι για οποιαδήποτε φιλολογική θεωρία υποστηρίζει την καθιέρωση μιας διαφανούς, απλής σύνδεσης ανάμεσα στον κόσμο του κειμένου και τον κόσμο έξω απ’ αυτό. Στην πραγματικότητα, οι ελάχιστοι Γάλλοι λόγιοι που μελετούν τα αμερικανικά κείμενα για τη φύση επιμένουν στις ρητορικές και αφηγηματικές πλευρές τους, σα να θέλουν να θυμίσουν στον αναγνώστη ότι η γλώσσα παραμένει μια μη απλοποιημένη κατασκευή.<a href="#_ftn9" title="_ftnref9" name="_ftnref9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[9]</a> Η γαλλική ανάγνωση της αμερικανικής γραφής για τη φύση αποτελεί άλλη μια αντανάκλαση αυτής της οικο-πολιτιστικής διαφοράς που συγκρατεί το ανθρώπινο πλαίσιο όταν πρόκειται για τις σχέσεις με τον κόσμο.</p>
<p><code><br />
</code>Το προφανές ερώτημα παραμένει: Γιατί; Από πού προέρχεται αυτή η διαφορά; Είναι αποτέλεσμα γεωγραφικών διακρίσεων, επειδή η Γαλλία είναι ο Παλιός Κόσμος, εγκατεστημένος πολύ πριν από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου; Ή πρόκειται για ζήτημα γλωσσολογικών διαφορών, σύμφωνα με την πασίγνωστη και πολυσυζητημένη εικασία του Sapir-Whorf; Ή είναι ζήτημα φιλοσοφικών παραδόσεων που έχουν διαμορφώσει διαφορετικές εθνικιστικές ταυτότητες, με τη Γαλλία να είναι υπέρμαχος των οικουμενικών, ανθρωπιστικών αξιών και τη Βόρεια Αμερική να ασπάζεται λιγότερο παραδοσιακές μορφές σκέψεις;</p>
<p><code><br />
</code>Έχουν ήδη προωθηθεί κάποιες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.  Η φιλόσοφος Catherine Larrere λέει πως δεν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας στη Γαλλία επειδή το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό/τεχνικό πρόβλημα. Αντί να εμπνέουν μια νέα ηθική, τα οικολογικά ζητήματα περιορίζονται στη σφαίρα  της ‘κοινής λογικής’ και της ‘συνετής/λογικής δράσης’. <a href="#_ftn10" title="_ftnref10" name="_ftnref10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[10]</a>Ο κοινωνιολόγος Jean Viard αναπτύσσει την ιδέα ότι καθολικές και προτεσταντικές γραμμές χωρίζουν τη Γαλλία και τη Βόρεια Αμερική κι ότι η διατήρηση της φύσης είναι μια καθαρά προτεσταντική υπόθεση.<a href="#_ftn11" title="_ftnref11" name="_ftnref11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[11]</a> Τόσο η Larrere όσο και ο Viard αναγνωρίζουν τους αυστηρούς περιορισμούς των υποθέσεών τους, καθώς οι εξηγήσεις τους καλύπτουν μόνο μια πλευρά (ιδεολογική και κοινωνιολογική αντίστοιχα) ενός πολυδιάστατου, συνεχώς εξελισσόμενου, φαινόμενου.</p>
<p><code><br />
</code>Αντί να επιχειρήσω μια πληρέστερη εξήγηση της γαλλικής οικο-διαφοράς (που θα απαιτούσε μια ομάδα λόγιων από διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα), θα επεκτείνω το θέμα για να συμπεριλάβω το πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης. Οι διαφορές που εξήγησα προηγουμένως σ’ αυτό το άρθρο έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές εξαιτίας των παγκόσμιων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων; Ή έχουν γίνει πιο έντονες καθώς οι εθνικές ταυτότητες υποχρεώνονται να έχουν συχνή, στενή επαφή;</p>
<p><code><br />
</code>Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή του Jose Bové, που απέσπασε πρώτος την προσοχή των διεθνών μέσων επικοινωνίας το 1999 λόγω του ηγετικού ρόλου του στη διάλυση ενός τοπικού ΜακΝτόναλντ. Πρώτα απ’ όλα, ο Bové μοιάζει να ενσαρκώνει το τυπικό, ξεχωριστό γαλλικό πνεύμα αντίστασης που θέλει να διατηρήσει την τοπική ταυτότητα. Ωστόσο, ο Bové είναι πολυταξιδεμένος και προσπαθεί να ενώσει διαφορετικές τοπικές γεωργίες στον αγώνα τους ενάντια στη χρήση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Εξετάζοντας πιο λεπτομερώς την ταυτότητα του Bove, ανακαλύπτουμε ότι οι τεχνικές αντίστασής του όταν διαδηλώνει κατά της αμερικανικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βασίζονται στο πρότυπο της ανυπακοής του πολίτη του Henry David Thorean ( ο Bové έχει γράψει με τον Gilles Lumeau ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο <em>Pour la desobeissance civique</em>, το οποίο αντλεί από το <a href="http://thoreau.eserver.org/civil.html" target="_blank"><em>On Civil Disobedience</em></a> του Thoreau).  Δεν πρόκειται για καθαρή περίπτωση Γάλλου εναντίον Αμερικανού, ούτε παγκοσμιοποίησης εναντίον προ-παγκοσμιοποίησης, αλλά για μια απεικόνιση των περίπλοκων δυνάμεων που παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση και μεταμόρφωση της γαλλικής οικο-διαφοράς (Μια τελευταία σημείωση: ο Bové είναι μια σημαντική μορφή της ‘εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης’, ενός κινήματος που προήλθε από τη Γαλλία, ανασυντάσσει διάφορες αριστερίστικες θέσεις και προωθεί πιο δημοκρατικές, πιο οικολογικές, λιγότερο οικονομικές μορφές παγκοσμιοποίησης).</p>
<p><code><br />
</code>Πώς προβλέπεται λοιπόν το μέλλον της γαλλικής οικο-διαφοράς; Όπως σημειώνει ο Guillaume Sainteny, το Πράσινο Κόμμα (‘Les Verts’)  εξαφανίστηκε από τη γαλλική πολιτική σκηνή.<a href="#_ftn12" title="_ftnref12" name="_ftnref12"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[12]</a> Αυτή όμως η εξαφάνιση δεν σημαίνει ότι οι Γάλλοι δεν νοιάζονται για τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Αντίθετα, τόσο τα δεξιά όσο και τα αριστερά κόμματα στη Γαλλία ‘πρασινίζουν’ καθώς ο προβληματισμός για τον φυσικό κόσμο εντάσσεται στις γενικές κοινωνικές πολιτικές και προγράμματα. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης, προϊόντα και παραγωγοί, ακριβώς όπως η φύση είναι μέρος των ανθρώπων. Ποια είναι, όμως, η φύση αυτής της ενσωμάτωσης- απλώς πολιτική ή, επίσης, ηθική; Μπορεί να φέρει το είδος της αλλαγής που απαιτείται σε ατομικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας τρόπος ζωής πιο βιώσιμος;</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Serres, <em>Le retour au contrat naturel</em> (Paris: BNF, 2000).<o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Robert Delort και François Walter. <em>Histoire de l’environnement européen</em> (Paris: PUF,<br />
2001).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Serres, <em>Hominescence</em> (Paris: Le Pommier, 2001).<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Jean Viard, <em>Le tiers espace. Essai sur la nature</em> (Paris: Méridiens Klincksieck, 1990).<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Larrère και Raphaël Larrère. <em>Du bon usage de la nature. Pour une philosophie<br />
de l’environnement</em> (Paris: Alto/Aubier, 1997).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Augustin Berque, “Paysage, milieu, histoire”, στο <em>Cinq propositions pour une théorie du<br />
paysage</em>, επ. Augustin Berque (Paris: Champ Vallon, 1994), 11-29 και Alain Roger, <em>Court traité du paysage</em> (Paris: Gallimard/nrf, 1997).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn7">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref7" title="_ftn7" name="_ftn7"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Larrère, “Éthique de l’environnement”, <em>Multitudes</em> 24.1 (2006): 75-84.<o></o></span></p>
<p id="ftn8">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref8" title="_ftn8" name="_ftn8"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Jean Baudrillard, “L&#8217;écologie maléfique.” <em>L&#8217;illusion de la fin </em>(Paris: Galilée, 1992), 115-28; Gérard Bramoullé, <em>La peste verte</em> (Paris: Les Belles Lettres, 1991); και Luc Ferry, <em>Le nouvel ordre écologique: l’arbre, l’animal et l’homme</em> (Paris: Grasset, 1992).<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn9">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref9" title="_ftn9" name="_ftn9"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Michel Granger and Tom Pughe, “Introduction.” Special Issue: “Écrire la nature.” <em>Revue<br />
française d’études américaines</em> 106.4 (2005): 3-7.<br />
<o></o></span>
</p>
<p id="ftn10">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref10" title="_ftn10" name="_ftn10"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Larrère, “Éthique de l’environnement”, 75<o></o></span></p>
<p id="ftn11">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref11" title="_ftn11" name="_ftn11"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Viard, <em>Le tiers espace</em>.<o></o></span></p>
<p id="ftn12">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref12" title="_ftn12" name="_ftn12"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Guillame Sainteny, <em>L’introuvable écologisme francais?</em> (Paris: PUF, 2000).<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=329</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Βασίλης Κωστάκης &#8211; H σφαίρα των Κοινών και το καθολικό εισόδημα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=338</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=338#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:43 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[capanddivident]]></category>
		<category><![CDATA[p2p]]></category>
		<category><![CDATA[βασίλης κωστάκης]]></category>
		<category><![CDATA[καθολικό-εισόδημα]]></category>
		<category><![CDATA[κοινά αγαθά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=338</guid>
		<description><![CDATA[Βασισμένο στις ιδέες του Barnes, που αναπτύσσονται διεξοδικά στο βιβλίο του Capitalism 3.0, το άρθρο αυτό αναλύει τις προοπτικές που αναδύονται από την ένταξη της σφαίρας των φυσικών Κοινών σε μια πολιτική ατζέντα ενάντια στην περιβαλλοντική και οικονομική εξαθλίωση, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα. Η κοινωνία και ο καπιταλισμός δεν έχουν ούτε κοινή καταγωγή, ούτε [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/kostakis.jpg" title="kostakis.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2007/12/kostakis.jpg" title="kostakis.jpg" alt="kostakis.jpg" align="left" height="120" width="80" /></a><br />
Βασισμένο στις ιδέες του Barnes, που αναπτύσσονται διεξοδικά στο βιβλίο του <em>Capitalism 3.0</em>, το άρθρο αυτό αναλύει τις προοπτικές που αναδύονται από την ένταξη της σφαίρας των φυσικών Κοινών σε μια πολιτική ατζέντα ενάντια στην περιβαλλοντική και οικονομική εξαθλίωση, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα.<span id="more-338"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η κοινωνία και ο καπιταλισμός δεν έχουν ούτε κοινή καταγωγή,  ούτε κοινό προορισμό. Η κοινωνία σχετίζεται με το κοινό συμφέρον ενώ ο καπιταλισμός με το ατομικό, μεταφρασμένο συνήθως σε χρηματικές μονάδες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επικράτηση του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινού οδηγεί στη φτώχεια. Γιατί σίγουρα η φτώχεια δεν είναι μέρος του κοινού μας συμφέροντος. Ακόμη και το φαινομενικά καπιταλιστικής προέλευσης, διάσημο, επιτραπέζιο παιχνίδι Μονόπολη, σε κάθε γύρο δίνει στους παίχτες ένα ποσό για να συνεχίσουν να υπάρχουν στο παιχνίδι. Βέβαια στη Μονόπολη δεν υπάρχει φυσικό περιβάλλον να βλάψει κανείς. Τι σχέση όμως μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη Μονόπολη, στη φτώχεια και στο φυσικό περιβάλλον;</p>
<p><code><br />
</code>Το περιβάλλον είναι μέρος της κοινής μας περιουσίας, των «Κοινών».<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Πιο συγκεκριμένα, ο Barnes <a href="http://www.capitalism3.com/" target="_blank">στο βιβλίο του <em>Capitalism 3.0</em></a> ταξινομεί τη σφαίρα των Κοινών χωρίζοντάς την σε τρεις κύριες κατηγορίες: τα φυσικά Κοινά (δηλαδή ο αέρας, το νερό, οι λίμνες, οι φυσικοί πόροι κ.τ.λ.), τα δημόσια Κοινά (οι δρόμοι, τα πανεπιστήμια, τα μουσεία κ.τ.λ.) και τα πολιτισμικά Κοινά (οι γλώσσες, οι επιστήμες, το διαδίκτυο, το ανοικτό και ελεύθερο λογισμικό κ.τ.λ.). Αντίθετα με τα περισσότερα πράγματα στη σύγχρονη καπιταλιστική εποχή, τα Κοινά δεν είναι ούτε ιδιωτικά, ούτε κρατικά: χαρακτηρίζονται από μια σχεσιακή προσέγγιση, καθώς περιέχουν κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε ένα ήθος συνεργασίας κι αλληλεξάρτησης, μακριά από κάθε είδος εμπορευματοποίησης.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ο Bauwens <a href="http://integralvisioning.org/article.php?story=p2ptheory1" target="_blank">διαχωρίζει τα Κοινά</a> σε αυτά που είναι ανθρώπινα δημιουργήματα (σύμφωνα με τη προαναφερόμενη κατηγοριοποίηση του Barnes πρόκειται για τα δημόσια και πολιτισμικά Κοινά) και σε αυτά που αποτελούν φυσικούς πόρους (τα φυσικά Κοινά). Ύστερα <a href="http://www.p2pfoundation.net/Commons" target="_blank">πηγαίνει δύο βήματα παρακάτω</a> ονομάζοντας πρώτα ως «Κοινά» και τα συγκεκριμένα θεσμικά/νομικά πλαίσια τα οποία χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση των κοινών πόρων, και έπειτα αντιλαμβανόμενος ως «Κοινά» τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα που προωθούν τις δύο προηγούμενες τάξεις Κοινών.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτό το άρθρο, εμπνευσμένος από τις ιδέες του Barnes, υποστηρίζω ότι η θεσμοθέτηση και η ενδυνάμωση της σφαίρας των Κοινών αποτελεί ελπίδα για την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας. Τα φυσικά Κοινά ανήκουν σε όλους. Ο καθένας και η καθεμία έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας στο φυσικό πλούτο, στα οικοσυστήματα, στον αέρα κ.τ.λ. <a href="http://www.capitalism3.com/" target="_blank">Όπως επισημαίνει ο Barnes</a> ο κοινός μας πλούτος παραμένει ένα σκοτεινό θέμα του «οικονομικού σύμπαντος»: υπάρχει παντού, αλλά δεν τον βλέπουμε. Αγνοούμε τα Κοινά γιατί δεν έχουν τιμή, γιατί δεν έχουν ετικέτα, γιατί βρίσκονται σε πλασματική αφθονία, γιατί δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την έννοια της ομότιμης ιδιοκτησίας: ούτε ιδιωτική, ούτε κρατική αλλά ομότιμη. Ανήκει σε όλους ανεξαιρέτως. Αν δεν ανήκει έστω και σε έναν, τότε δεν είναι ομότιμη.  Τα φυσικά Κοινά δεν ανήκουν στο σύστημα (είτε αυτό είναι καπιταλιστικό, είτε σοσιαλιστικό, είτε υβριδικό, είτε κάτι άλλο) αλλά στους ανθρώπους. Σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Η αξία των Κοινών είναι άπειρη και δεν μπορεί να αποτυπωθεί εύκολα και αξιόπιστα σε οικονομικούς όρους, καθώς ο φυσικός πλούτος δεν εξυπηρετεί μόνο κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες, αλλά είναι προϋπόθεσή της ύπαρξής μας σαν βιολογικά όντα. Επιπροσθέτως, στην ιδιοκτησία των Κοινών δεν έχουν ίσο μερίδιο μόνο οι σημερινοί άνθρωποι αλλά και οι μελλοντικές γενιές. Αυτοί που θα κληρονομήσουν από εμάς ένα φυσικό πλούτο που περιλαμβάνει το νερό που θα πίνουν, τον αέρα που θα αναπνέουν, τη γη που θα καλλιεργούν. Η επιβίωσή τους καθώς και η ποιότητα της ζωής τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις σημερινές μας ενέργειες.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Η ανάγκη υιοθέτησης μιας νέας περιβαλλοντικής πολιτικής είναι επιτακτική, όμως είναι κοινή αντίληψη πως ό,τι και να γίνει η μόλυνση δεν μπορεί να μηδενιστεί. Είναι μέρος της εντροπίας του συστήματος, που δυστυχώς ή ευτυχώς πάντα θα υπάρχει. Ευθύνη μας είναι η μείωση του βαθμού μόλυνσης του περιβάλλοντος σε βιώσιμα πλαίσια. Επίσης, είτε μολύνουν το περιβάλλον είτε όχι, πολλές οικονομικές δραστηριότητες χρησιμοποιούν το κοινό μας πλούτο για τη προσφορά υπηρεσιών ή τη παραγωγή αγαθών και τη δημιουργία κέρδους (το οποίο, αν και για τη δημιουργία του χρησιμοποιήθηκε σα μέσο παραγωγής μέρος της σφαίρα των Κοινών, δεν διαμοιράζεται πίσω στην κοινωνία &#8211; έστω ένα μέρος αυτού &#8211; αλλά συσσωρεύεται στους λίγους). Ο ραδιοφωνικός σταθμός χρησιμοποιεί τις συχνότητες στον αέρα για τη λειτουργία του, ενώ οι υδροηλεκτρικές εταιρίες χρησιμοποιούν τον υδάτινο πλούτο για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία μετά θα πωλήσουν στους καταναλωτές. Επανερχόμενος σε ένα από τα ερωτήματα αυτού του αφιερώματος, θα προσπαθήσω να απαντήσω ανιχνευτικά με ποιο τρόπο μπορεί η περιβαλλοντική πολιτική να συνδεθεί με την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας.</p>
<p><code><br />
</code>Βασιζόμενος σε όλες τις παραπάνω υποθέσεις, υποστηρίζω ότι μια νέα περιβαλλοντική πολιτική, που θα περιλαμβάνει τη θεσμοθέτηση της σφαίρας των Κοινών, μπορεί να συνεισφέρει στην καταπολέμηση της τοπικής και παγκόσμιας φτώχειας μέσω της θέσπισης ενός καθολικού εισοδήματος. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις, τα κράτη, ακόμη και οι ιδιώτες που μολύνουν το περιβάλλον με ποικίλους τρόπους (απόβλητα, πυρηνικές δοκιμές κ.α.) ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί και οι εταιρίες τηλεφωνίας που χρησιμοποιούν τον αέρα (γι’ αυτούς ο αέρας είναι μέσο παραγωγής)  για τη μετάδοση των σημάτων τους, θα πληρώνουν ένα σημαντικό ποσό στο ταμείο των Κοινών, καθώς χρησιμοποιούν ή επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα μέρος του κοινού μας πλούτου. Τα χρήματα που θα συγκεντρώνονται στο παραπάνω ταμείο θα δημιουργούν ένα αποθεματικό, από το οποίο θα προέρχεται το βασικό καθολικό εισόδημα, που θα λαμβάνουν οι οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω κατάλληλων μηχανισμών πετυχαίνεται και η προστασία του περιβάλλοντος και η ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων. Ένα παράδειγμα προστασίας του περιβάλλοντος (πρόκειται για τη μείωση εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα) και παράλληλα συγκέντρωσης χρημάτων για ένα καθολικό εισόδημα αποτελεί <a href="http://www.capanddividend.org/" target="_blank">το σύστημα cap and dividend</a> που αναπτύσσεται από <a href="http://www.onthecommons.org" target="_blank">την οργάνωση Onthecommons</a>. Η ιδέα πίσω από αυτή τη μέθοδο είναι σχετικά απλή: εκδίδονται περιορισμένες άδειες μόλυνσης (ανάλογα με τους επίσημους στόχους μείωσης) οι οποίες μέσα από δημοπρασία πωλούνται στους μολυντές, ενώ τα χρήματα δεν πηγαίνουν στις κυβερνήσεις αλλά διαμοιράζονται ισομερώς σε όλους τους πολίτες. Καθώς οι οικονομικά ασθενέστερες ομάδες είναι αυτές που μολύνουν λιγότερο, αυτές επωφελούνται περισσότερο από ένα τέτοια μέτρο <a href="http://www.capanddividend.org/files/CarbonCapping_CitizensGuide.pdf" target="_blank">σύμφωνα με τον Barnes</a>. Με λίγα λόγια το cap and dividend είναι ένας τρόπος μείωσης των εκπομπών CO2 ενώ προστατεύει το εισόδημα των νοικοκυριών. Ο πυλώνας αυτού του συστήματος είναι ένα ίδρυμα (trust) το οποίο μπορεί να διευθύνεται είτε από τη κυβέρνηση, είτε από μια μη κερδοσκοπική εταιρία. Το ίδρυμα αυτό θα εκδίδει τις άδειες μόλυνσης και θα διαμοιράζει τα χρήματα που εισπράττει από τη δημοπρασία αυτών στους πολίτες.</p>
<p><code><br />
</code>Η μορφή θεσμοθέτησης των Κοινών απαιτεί ενδελεχή συζήτηση και έρευνα. Κατά πρώτον, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία του θεσμού. Ποιοι θα διοικούν το κοινό ταμείο και πώς θα εκλέγονται; Επίσης εξετάζοντας την πρόταση αυτή μακροοικονομικά, θα πρέπει να ελέγχεται κατά πόσο τα μισθώματα αυτά που θα είναι υποχρεωμένες οι εταιρίες, οι επιχειρήσεις, οι δήμοι, τα κράτη κ.λ.π. να πληρώνουν στο κοινό ταμείο, δε θα δημιουργούν πληθωριστικές τάσεις μεταφέροντας το κόστος στον καταναλωτή. Επιπλέον, ένα επιχείρημα ενάντια στην πρόταση που διατυπώνεται σ’ αυτό το άρθρο, θα μπορούσε να είναι ότι ο αριθμός των χρημάτων, που θα εισρέουν στο κοινό ταμείο, φαίνεται να εξαρτάται κατ’ ανάλογο τρόπο από την έκταση της μόλυνσης που θα λαμβάνει χώρα. Είναι γεγονός ότι όσο μεγαλύτερο θα είναι το μέγεθος της μόλυνσης, τόσο περισσότερο θα πληρώνει ο «μολυσματικός παράγοντας». Αυτό βέβαια, θεωρητικά, αναγκάζει το «μολυσματικό παράγοντα» να μολύνει λιγότερο, καθώς περισσότερη μόλυνση συνιστά υψηλότερο μίσθωμα. Όταν όμως μειώνεται η μόλυνση πώς θα εξασφαλίζεται το καθολικό εισόδημα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δίνεται από την παρακάτω πρόταση: αν υποθέσουμε ότι για μόλυνση μεγέθους Α,  η αξία του αποθεματικού του κοινού ταμείου είναι 100 χρηματικές μονάδες, 50 χρ.μ. θα διατίθενται σε 25 μερίσματα, σε 25 ανθρώπους, με αξία 2 χρ.μ./μέρισμα. Στη περίπτωση που το μέγεθος της μόλυνσης μειώνεται κατά το ήμισυ (δηλαδή Α/2), το αποθεματικό θα μειωθεί κατά το ήμισυ (δηλαδή 50 χρ.μ.) και πλέον θα διατίθεται ολόκληρο σε 25 μερίσματα ίδιας αξίας. Αν και το παραπάνω παράδειγμα είναι εξαιρετικά απλοϊκό, δείχνει τη σημασία του κατάλληλου προγραμματισμού για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινού ταμείου.</p>
<p><code><br />
</code>Βέβαια όταν μιλάμε για ενδυνάμωση και θεσμοθέτηση της σφαίρας των Κοινών δεν περιοριζόμαστε στα φυσικά Κοινά. Η γνώση και η τεχνολογία, κτήμα των Κοινών, αποτελεί μέσο παραγωγής και μέσο πολιτισμού. Η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και τη πληροφορία και η υιοθέτηση αδειών ομότιμης ιδιοκτησίας για  προϊόντα πνευματικής παραγωγής, συνεισφέρουν στην οικονομική ενίσχυση της σφαίρας των Κοινών, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα συζήτησης. Επίσης, το κοινό ταμείο θα μπορούσε να εξασφαλίσει πόρους και από άλλους τομείς, αλλά πάλι αυτό είναι έξω από τα όρια αυτού του κειμένου. Το παρόν άρθρου ήθελε να αναδείξει ένα νέο, ή μάλλον ακριβέστερα ένα ξεχασμένο, στόχο ενός εναλλακτικού πολιτικού αγώνα. Του αγώνα για τη θεσμοθέτηση και την ενδυνάμωση της σφαίρας των Κοινών. Η ιδέα του καθολικού εισοδήματος δεν πρόκειται για φιλανθρωπία. Πρόκειται απλά για τη διεκδίκηση αυτών που μας ανήκουν.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Επιλεγώ να μεταφράσω στα Ελληνικά τον όρο Commons ως «Κοινά», καθώς αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε στα κείμενά του ιδρύματος για τις ομότιμες εναλλακτικές. Όσο γνωρίζω δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία στην Ελληνική γλώσσα, πέρα από δύο αφιερώματα του πολιτικού περιοδικού Re-public στα οποία ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «κοινά αγαθά». Παρόλ’ αυτά προτιμώ τον όρο «Κοινά» χάριν συντομίας.<o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Thompson. Ε.P, (1968). <em>The Making of the English Working Class</em>, New York: The New Press; Thompson. Ε.P, (1968). (1993), <em>Customs in Common</em>, New York: The New Press; και Neeson, J.M., (1993), <em>Commoners: Common right, Enclosure and Social Change in England, 1700-1820</em>, Cambridge: Cambridge University Press.<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=338</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ed Wall &#8211; Η αστική χρήση του υδροκρίτη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=332</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=332#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[ed wall]]></category>
		<category><![CDATA[slow food]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βιώσιμη ανάπτυξη]]></category>
		<category><![CDATA[υδροκρίτης]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=332</guid>
		<description><![CDATA[Το άρθρο αυτό προτείνει τη χρήση των φυσικών συνόρων ενός γεωγραφικού υδροκρίτη για τη δημιουργία ενός πλαισίου προγραμματισμού της ζωής της πόλης που θα συνδέει βασικούς πόρους με συγκεκριμένες περιοχές γης. Υπάρχουν άραγε λύσεις πιο δημιουργικές από εκείνες του παρελθόντος, για να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη έλλειψη νερού; Θα γίνει επίσης αναφορά στο κόστος μεταφοράς του [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/thames_watershed.jpg" title="River Thames watershed"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/thames_watershed.jpg" title="River Thames watershed" alt="River Thames watershed" align="left" height="80" width="105" /></a>Το άρθρο αυτό προτείνει τη χρήση των φυσικών συνόρων ενός γεωγραφικού υδροκρίτη για τη δημιουργία ενός πλαισίου προγραμματισμού της ζωής της πόλης  που θα συνδέει βασικούς πόρους με συγκεκριμένες περιοχές γης. Υπάρχουν άραγε λύσεις πιο δημιουργικές από εκείνες του παρελθόντος, για να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη έλλειψη νερού; Θα γίνει επίσης αναφορά στο κόστος μεταφοράς  του νερού,  μέσα από πολλά αντιφατικά παραδείγματα πόλεων και περιοχών που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της έλλειψής του.  Τέλος, θα συζητηθεί μια πρακτική οικολογικών υπολογισμών με αποτυπώματα,  που συνδέει την μέτρηση των εκταρίων του πλανήτη με τις ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με την κατανάλωση και τη σπατάλη.<span id="more-332"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η γη βασίστηκε πάντα σε ένα επίπεδο ροής για την αναζωογόνηση και την ανανέωση του περιβάλλοντος. Ωστόσο, μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, τα οικοσυστήματα της γης παρέμειναν σε ισορροπία, χωρίς κάποια είδη να έχουν τη δυνατότητα να επιδράσουν στο περιβάλλον σε παγκόσμια κλίμακα. Ξεκινώντας από την καύση των ορυκτών καυσίμων στον βιομηχανοποιημένο κόσμο, η επίδραση της ανθρωπότητας  στο περιβάλλον έχει επιταχυνθεί κι έχει γίνει πιο φανερή. Η επίδραση αυτή αναγνωρίστηκε μόνο αφού ο Αμερικανός επιστήμονας Charles David Κeeling  άρχισε να ερευνά για την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο περιβάλλον, πριν από πενήντα χρόνια. <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/science/nature/7120770.stm" target="_blank">Ένα πρόσφατο άρθρο περιγράφει</a> πώς ο Keeling αναγνώρισε την επίδραση που είχαν οι βιομηχανοποιημένες αστικές περιοχές σε περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα.</p>
<p><code><br />
</code>Μεγάλη έμφαση δόθηκε στα οικολογικά αποτυπώματα και στην ανάλυση πόρων και ροής,  για να γίνουν κατανοητές οι ποσότητες των πόρων και το μέγεθος της σπατάλης που παράγεται από ατομικούς οικισμούς. Η έρευνα αυτή ανέδειξε τη δυσανάλογη ποσότητα των πόρων που χρησιμοποιούνται από τις πόλεις και το δίκτυο των παγκόσμιων ροών από ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές. Μόνο το Λονδίνο υπολογίστηκε ότι έχει οικολογικό αποτύπωμα δυο φορές μεγαλύτερο από το μέγεθος του υπόλοιπου Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς το 81% των τροφίμων του  εισάγονται από υπερπόντιες χώρες. Σύμφωνα με <a href="http://www.citylimitslondon.com/" target="_blank">την έκθεση City Limits</a>, ‘απαιτείται μείωση της παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα κατά 35% μέχρι το 2020 και κατά 80% μέχρι το 2050 εάν το Λονδίνο θέλει να πετύχει το προβλεπόμενο ‘earthshare’ (μερίδιο γης) το 2050 ή 1.44 gha (παγκόσμια εκτάρια) κατά κεφαλή.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Οικισμοί και πόροι</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Εμπορικές πόλεις όπως το Λονδίνο βασίζονται πάντα στην επικράτειά τους για να τις εφοδιάζει με τους πόρους της.  Χωρίς  ανεφοδιασμό σε  τρόφιμα, νερό και κατασκευαστικά υλικά που εισάγονται από την ενδοχώρα, η πόλη δεν επιβιώνει ούτε ευδοκιμεί. Όπως έχει αποδειχτεί, ο αποκλεισμός των πόλεων είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική πολεμική μέθοδος, καθώς η πόλη απομονώνεται απ’ την επικράτεια και ο πληθυσμός στερείται τροφής, νερού και άλλων βασικών πόρων.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a>  Οι πόλεις έχουν πολύ εξελιχθεί από τον περασμένο αιώνα, αρχικά μέσω της βιομηχανοποίησης και αργότερα μέσω των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, και έχουν πετύχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην άντληση,  επεξεργασία και ανεφοδιασμό των πόρων τους. Οι πόλεις έχουν επεκτείνει την επικράτειά τους πέρα από τη γη που κατέχουν, ή  διοικούν, και γίνονται ολοένα πιο εξαρτώμενες από τις εθνικές και διεθνείς ροές του εμπορίου. Αυτά τα πιο αποτελεσματικά συστήματα παράγουν κέρδη ανεφοδιάζοντας πολυπληθείς πληθυσμούς στον πλανήτη με τα πάντα- από μικρά καρότα μέχρι μικροηλεκτρονική, προσπαθώντας πάντα να μειώνουν τα κόστη χωρίς να υπερφορτώνουν τα συστήματα ανεφοδιασμού πόρων. Το ενδεχόμενο κατάρρευσης γίνεται, ωστόσο, όλο και πιο εμφανές στις κοινωνίες που εξαρτώνται τόσο πολύ από εισαγόμενους πόρους.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a>  Η παγκόσμια οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 1970 ήταν άμεσο αποτέλεσμα αυτής της εξάρτησης, καθώς η μεταβαλλόμενη διαθεσιμότητα του αργού πετρελαίου στη βορειοαμερικανική κοινωνία, που βασίζεται στο αυτοκίνητο και το πετρέλαιο, ανέβασε τις τιμές στα ύψη. Η βιωσιμότητα των πόλεων βασίζεται σαφώς στη μακροπρόθεσμη διαχείριση και έλεγχο των πόρων τους,  κυρίως σε ό,τι αφορά τον ανεφοδιασμό σε νερό και τρόφιμα.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Οικισμοί και περιβάλλοντα</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις έλαβαν πάντα υπόψη τις πλευρές του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται. Για χιλιάδες χρόνια, οι ιστορικές εμπορικές πόλεις αναπτύχθηκαν στα σταυροδρόμια των οδών του εμπορίου, οι ιαματικές πόλεις  στις φυσικές πηγές και άλλοι οικισμοί συγκεντρώθηκαν γύρω από λιμάνια, γέφυρες, κορφές λόφων και εκβολές ποταμών. Από τον δωδέκατο αιώνα, κατηγορούσαν τους πολεοδόμους  ότι υπονόμευαν τη σχέση μεταξύ των πόλεων και του περιβάλλοντός τους καθώς οι τεχνολογικές πρόοδοι σε υλικά, μεταφορές και κατασκευές επέτρεψαν σε νεόχτιστες μορφές να χαλάσουν το τοπίο. Ωστόσο, αιώνες πριν, οι Αιγύπτιοι αγνόησαν το φυσικό τοπίο και μετέφεραν νερό σε απόσταση εκατοντάδων μιλίων με νεωτεριστικά υδραγωγεία και οι Ρωμαίοι έχτισαν ευθύγραμμες στρατιωτικές οδούς διαμέσου των ευρωπαϊκών εδαφών, αγνοώντας την υπάρχουσα μορφή της γης και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της. Από τότε, η παγκοσμιοποίηση των αγορών, των μεταφορών και της γνώσης έχει εντείνει την αποσύνδεση από το τοπίο,  η σύγχρονη κουζίνα αποκαλύπτει ελάχιστα τις σχέσεις μεταξύ καλλιέργειας και κατανάλωσης τροφίμων και η αρχιτεκτονική ανταποκρίνεται σε μια παγκόσμια αισθητική.</p>
<p><code><br />
</code>Σημάδια αντίστασης σ’ αυτή την τάση έχουν εμφανιστεί σε σύγχρονα και καθιερωμένα πεδία. Κάποια προέρχονται από το κίνημα για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με σημαντικά παραδείγματα γ<a href="http://www.zedfactory.com/" target="_blank">ια την ανάπτυξη με μηδέν άνθρακα από τον Bil Dunster</a>. Στην πρώτη από αυτές τις εξελίξεις,  σχετικά με τη μείωση της ενέργειας στη μεταφορά κατασκευαστικών υλικών, καθιερώθηκε ένας κώδικας σχεδιασμού που απαιτούσε να αντλούνται τα υλικά  σε μια ακτίνα 35 μιλίων. Αυτός ο αυτό-επιβεβλημένος περιορισμός δημιούργησε εκ νέου τη σχέση ανάμεσα στην υλικότητα της αρχιτεκτονικής και τους τοπικούς διαθέσιμους πόρους. Στην Ιταλία, το κίνημα για slow food (αργή τροφή) που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ενέπνευσε την εκτίμηση των τοπικών προϊόντων και οδήγησε σε ευρύτερες ιδέες όπως η έννοια της Slowtopia.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a>  Μια υπηρεσία που προβλέπει τις τάσεις, <a href="http://www.thefuturelaboratory.com/" target="_blank">The Future Laboratory</a> (Το Εργαστήριο του Μέλλοντος), χρησιμοποίησε τον όρο Slowtopia   για να περιγράψει την επείγουσα ανάγκη για αργό ταξίδι, φαγητό και πολιτισμό, βασισμένη στην ποιότητα της εμπειρίας.  Προβλέπουν ότι το τοπικό στοιχείο αναμένεται να καθορίσει την ποιότητα, ενώ η κατανάλωση ενέργειας και  το γρήγορο φαγητό συνεπάγονται άσκοπη πληθωρικότητα.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθούν οι ιδέες αυτές στον προγραμματισμό της ζωής στην πόλη; Μπορούν τα παραδείγματα του ZEDFactory να εφαρμοστούν σε μια ολόκληρη πόλη ή περιοχή όπου, αντί για τη χρήση μιας αφηρημένης ακτίνας 35 μιλίων, μια περιβαλλοντική μέτρηση θα δείξει τη δυνατότητα του τοπίου;</p>
<p><code><br />
</code><em><strong>Οικισμοί και νερό</strong></em></p>
<p><code><br />
</code>Οι πολιτισμοί και οι οικισμοί τους έχουν ωφεληθεί ιστορικά από τη στενή σχέση με το νερό. Από την αρχαία Μεσοποταμία μέχρι τις σύγχρονες μητροπόλεις όπως το Ρότερνταμ, η Νέα Υόρκη, το Τόκιο και η Σαγκάη, η εγγύτητα στο νερό υπήρξε βασική. Από το εμπόριο, την άμυνα, την αποχέτευση και την απλή κατανάλωσή του μέχρι τις θρησκευτικές και πνευματικές τελετές, το νερό, σε όλες του τις μορφές,  βρισκόταν στο επίκεντρο των ανθρώπινων οικισμών. Καθώς οι οικισμοί αυτοί εξελίχθηκαν σε μεγάλες πόλεις, το νερό επέδρασε τόσο στις δημογραφικές αλλαγές όσο και στη φυσική ανάπτυξη. Η αντίδραση του Μανχάταν στο γεγονός ότι περιορίζεται από τις ακτές του ήταν να κτίσει μέχρι τον ουρανό. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τεράστιοι υδατοφράχτες  στις κοιλάδες της Ουαλίας χρηματοδοτήθηκαν από τη μακρινή πόλη Λίβερπουλ προκειμένου να ανεφοδιαστεί ο αυξανόμενος εμπορικός πληθυσμός της με πόσιμο νερό. Στην Καλιφόρνια, πολλοί ποταμοί έχουν εκτραπεί και έχουν γίνει υπόγειοι αγωγοί για τον ανεφοδιασμό  του πληθυσμού του Λος Άντζελες- αυτά τα μηχανολογικά γεγονότα αφηγείται η ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι Chinatown, όπου κυριαρχούν σκοτεινές δραστηριότητες για τον ανεφοδιασμό σε νερό,  την ανάπτυξη  πόλεων και ύποπτες αυτοκτονίες.</p>
<p><code><br />
</code>Η μεταφορά πόσιμου νερού γι’ αυτές τις επεκτεινόμενες πόλεις κοστίζει ακριβά.  Ποταμοί που εκτρέπονται, υδραγωγεία, αγωγοί, σταθμοί άντλησης και συχνά ολόκληρα τάνκερ με πόσιμο νερό επιστρατεύονται για να αποτραπούν οι ελλείψεις νερού και η στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης. Η ιστοσελίδα για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη, Planetizen, <a href="http://www.planetizen.com/node/16674" target="_blank">αναφέρει ότι ο διπλασιασμός του πληθυσμού της Αριζόνα</a> τα τελευταία 25 χρόνια στερεύει τους πεπερασμένους πόρους της πολιτείας. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη απειλεί να υπερκαλύψει τους περιορισμένους υδάτινους πόρους της αγροτικής Αριζόνας, αφήνοντας ολόκληρες κοινότητες ευάλωτες στις ελλείψεις και  ποτάμια που κινδυνεύουν να ξεραθούν. Στην Αυστραλία, κάποιες πόλεις προτείνουν να μεταφέρουν νερό δια θαλάσσης από τη Νέα Ζηλανδία και την Τασμανία. Μια εταιρία της οποίας ηγείται ο πρώην πρωθυπουργός Bob Hawke, <a href="http://www.news.com.au/couriermail/story/0,23739,20581521-953,00.html" target="_blank">συμβουλεύει την  κυβέρνηση της Τασμανίας</a> για το πόσο εφικτό είναι να αγοράσει φρέσκο νερό και να το μεταφέρει στο Μπρισμπέιν, το Σίντνει και τη Μελβούρνη μέσα σε ειδικά σχεδιασμένα τάνκερ. Ενώ η μέθοδος αυτή λέγεται ότι κοστίζει λιγότερο, βραχυπρόθεσμα, από την κατασκευή νέων υδατοφραχτών και εργοστασίων αφαλάτωσης,  η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της είναι ασαφής. Η εφήμερη φύση της εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων βασικών πόρων έγινε εμφανής όταν, τον Σεπτέμβριο του 2000, ο αποκλεισμός των διυλιστηρίων πετρελαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/politics/1004175.stm" target="_blank">έφερε τη χώρα στο χείλος μιας εθνικής επισιτιστικής κρίσης</a>. Δεν θα έπρεπε να ερευνηθούν κι άλλες μεθοδολογίες; Υπάρχει μια πιο ανθεκτική προσέγγιση που να μπορεί να αντέξει τις αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική, τις αγορές και το περιβάλλον; Μπορούν οι πόροι μας να επηρεάσουν τον προγραμματισμό των πόλεων με πιο ενεργό τρόπο;</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Το νερό και το υδροκρίτης</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Μια προσέγγιση είναι να χρησιμοποιηθεί ο υδροκρίτης ως περιβαλλοντική μέτρηση που κατευθύνει τον προγραμματισμό νέων οικισμών. Οι υδροκρίτες, οι δεξαμενές υδάτων υπονόμου ή οι γραμμές διαχωρισμού υδάτων είναι μερικές από τις εναλλακτικές προσεγγίσεις για την περιγραφή μιας περιοχής όπου το βρόχινο νερό που πέφτει σ’ αυτήν φτάνει στον ίδιο προορισμό των ποταμών και των εκβολών τους. Ο υδροκρίτης είναι ένα από τα πολλά περιβαλλοντικά συστήματα που οι γεωγράφοι χρησιμοποιούν για να κατανοήσουν τη σχέση ανάμεσα στη γη και τους υδάτινους πόρους, και οι υδροκρίτες είναι μοναδικοί στο ότι φέρνουν κοντά ένα μετρήσιμο έδαφος με έναν προσδιορισμένο ποσοτικά, ανανεώσιμο πόρο. Υδροφόρα πετρώματα, πιεζομετρικές επιφάνειες νερού και υδροκρίτες μπορούν να μετρηθούν σε ό, τι αφορά το μέγεθός τους, τις ροές τους, τη δυνατότητά τους να κρατούν το νερό και να υποστηρίζουν την πανίδα και τη χλωρίδα. Επειδή ο υδροκρίτης περιέχει μια προσδιορισμένη ποσότητα ανανεώσιμου ύδατος και εκφράζεται καθαρά στην επιφάνεια της γης με τη μορφή μιας μεταβαλλόμενης τοπογραφίας, διαθέτει μεγάλες δυνατότητες ως εργαλείο προγραμματισμού της ζωής των πόλεων.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Η αστική χρήση του υδροκρίτη</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές και αγγλικές ντιρεκτίβες αναγνωρίζουν την επίδραση που ο προγραμματισμός και η χρήση της γης έχουν για την ποιότητα και την ποσότητα του νερού στις λεκάνες απορροής των ποταμών μας.  Στο Ηνωμένο Βασίλειο, <a href="http://www.defra.gov.uk/Environment/water/wfd/" target="_blank">η Water Framework Directive</a>, που τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2000, αποσκοπεί να μειώσει την αρνητική επίδραση της προγραμματισμένης και απρογραμμάτιστης ανθρώπινης δραστηριότητας για τους πόρους στις περιοχές που βρίσκονται οι λεκάνες απορροής των ποταμών. Ωστόσο, αντί να μετριαστεί απλώς η επίδραση εξωτερικών παραγόντων στον υδροκρίτη, υπάρχει η δυνατότητα να προταθεί  μια διαδικασία που αυξάνει την επιρροή του υδροκρίτη στον προγραμματισμό.</p>
<p><code><br />
</code>Με αυτή την πρόταση, οι εναλλακτικές τεχνικές για τον προγραμματισμό της ζωής της πόλης μπορούν να αναπτυχθούν ώστε να εξασφαλίσουν ένα βιώσιμο απόθεμα πόρων τόσο στις πόλεις όσο και στα εδάφη που τις περιβάλλουν. Εάν βασικές ανάγκες ενός πληθυσμού θεωρούνται το νερό, τα τρόφιμα και η στέγη,  τότε ο προγραμματισμός νέων πόλεων γύρω από τοπικές πηγές μπορεί να φέρει μια μεγαλύτερη ισορροπία πόρων για τις αστικές περιοχές μας. Η ποσότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας που μπορεί να υποστηριχθεί με τροφή και νερό διαθέσιμο σε έναν συγκεκριμένο υδροκρίτη μπορεί να υπολογιστεί μέσω της κατανόησης της γεωργικής δυνατότητας του υδροκρίτη και το διαθέσιμο απόθεμα ύδατος που υπάρχει σ’ αυτόν. Συνδυάζοντας το με οικολογικά στοιχεία αποτυπωμάτων, ανάλυση για τη ροή των πόρων, και τοπική γεωγραφική πληροφόρηση όπως η δυνατότητα της γης για ανθρώπινο οικισμό, ένας βέλτιστος πληθυσμός και πυκνότητα μπορούν να καθοριστούν για τον υδροκρίτη. Ακολουθώντας αυτή τη μεθοδολογία, οι προγραμματιστές της ζωής της πόλης μπορούν να υπολογίσουν τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που ένας συγκεκριμένος υδροκρίτης μπορεί να συντηρήσει με τους δικούς του πόρους και μπορεί επομένως να παράσχει καθοδήγηση σε ό, τι αφορά το μέγεθος των νέων πόλεων και χωριών. Με κάθε νέο στρώμα ή εφαρμογή αυτής της προσέγγισης, οι προγραμματιστές πόλεων και περιφερειών μπορούν να αντιληφθούν πόση δραστηριότητα μπορεί να υποστηριχθεί από το τοπικό νερό, τρόφιμα,  ξυλεία,  ορυκτά, ανοικτούς χώρους και άλλους πόρους στην επικράτεια του υδροκρίτη. Όπως οι οικολογικοί υπολογισμοί με αποτυπώματα,  μπορεί να υπάρξει μια ισχυρή αντίληψη για τη βιωσιμότητα μιας περιοχής. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας τον υδροκρίτη, παρά την άυλη περιοχή ενός παγκόσμιου εκτάριου, μπορεί να επιτευχθεί  μεγαλύτερη υπευθυνότητα από κάθε διοικητική περιφέρεια.</p>
<p><code><br />
</code>Η μέθοδος αυτή δείχνει τη δυνατότητα κατανόησης του τοπίου σε μετρήσιμα εδάφη που μπορούν να αναλυθούν σε σχέση  με την αυτάρκειά τους. Η αιτία που το νερό και η τροφή χρησιμοποιούνται ως κατευθυντήριες αρχές είναι ότι η σημασία των πόρων τους για την ανθρώπινη επιβίωση, λόγω των εντατικών ενεργειακών μεθόδων για τη μεταφορά του νερού και των τροφίμων διαμέσου του τοπίου και λόγω του ότι όλο και περισσότερο η ευαίσθητη ισορροπία που έχουν σήμερα πολλές πόλεις σε σχέση με  τους πόρους τους σε νερό και τρόφιμα, είναι κρίσιμη. Η έλλειψη νερού που προέκυψε τις τελευταίες δεκαετίες θα αυξηθεί όσο η κλιματική αλλαγή στον πλανήτη ανεβάζει τις θερμοκρασίες. Στην Αυστραλία, η δημιουργία υπουργείου για την Κλιματική Αλλαγή και το Νερό υπογραμμίζει το συσχετισμό που κάνουν πολλές κοινωνίες μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και των βασικών πόρων τους. Η άντληση τοπικής τροφής και υλικών θα γίνεται, επίσης, σημαντικότερη <a href="http://www.economist.com/opinion/displayStory.cfm?Story_ID=10252015" target="_blank">όσο οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Ο έλεγχος της αύξησης του πληθυσμού στις περιοχές της γης μοιάζει ακραίος. Ωστόσο, δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Πρόσφατα και παλιότερα παραδείγματα ελέγχου του πληθυσμού έγιναν γνωστά μέσα από τις προσπάθειες εξισορρόπησης των διαθέσιμων πόρων σε ένα κλίμα αυξανόμενης ζήτησης. Μολονότι η βρεφοκτονία, όπως γινόταν σε κάποιες αρχαίες ελληνικές πόλεις, δεν είναι ευρέως αποδεκτή, ο εκούσιος έλεγχος των γεννήσεων προωθείται ακόμη στις περισσότερες χώρες.  Η έκταση του ελέγχου της μετανάστευσης μπορεί επίσης να αλλάξει μέσα από τις διαδοχικές κυβερνήσεις, παρόλο που είναι εμφανές στα περάσματα των εθνικών συνόρων ότι σε ορισμένους ταξιδιώτες απαγορεύεται η είσοδος. Κι ακόμη και ο αστικός προγραμματισμός, που συνεπάγεται έναν έλεγχο του πληθυσμού στο μέτρο του αναπτυξιακού ελέγχου που υπαγορεύει, καταλήγει σε συγκεκριμένα μεγέθη οικισμών με συγκεκριμένους πληθυσμούς.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Δυνητικές εφαρμογές</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει δυνατότητα μέτρησης και καθοδήγησης της χρήσης άλλων προϊόντων μ’ αυτόν τον τρόπο. Η διαχείριση των αποβλήτων, για παράδειγμα, μπορεί να θεωρηθεί ως ευθύνη της περιοχής του υδροκρίτη αντί να μεταφέρεται σε απομακρυσμένες τοποθεσίες. Τα σκάνδαλα που ξέσπασαν καθώς τα απόβλητα μεταφέρονταν διαμέσου του πλανήτη οφείλονται μόνο εν μέρει σε συμπεριφορές τύπου ‘Όχι Στην Πίσω Αυλή Μου’ και περισσότερο στην έλλειψη υπευθυνότητας που είχαμε πάντα για τα απόβλητά μας. Η LGA (<a href="http://www.lga.gov.uk/lga/core/page.do?pageId=1" target="_blank">Local Government Association</a>) εκτιμά ότι οι χωματερές στο Ηνωμένο Βασίλειο θα έχουν φτάσει στα όρια τους μέσα στην επόμενη δεκαετία και ότι χρειάζεται να υπάρξουν εναλλακτικές προτάσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Η άντληση τοπικών υλικών και πόρων από τις περιοχές με υδροκρίτες μπορεί να επαναφέρει  τοπικά χαρακτηριστικά στα χτισμένα περιβάλλοντά μας. <a href="http://www.thedesignline.co.uk/dtgcse/html/documents/Tenshoppingtipsfortheethicalconsumer.doc" target="_blank">Ενώ οι επιτόπιες αγορές μπορούν</a> ‘να αποθαρρύνουν τη χρήση αυτοκινήτου, να προσφέρουν πιο προσωπικές υπηρεσίες και υποστήριξη στην τοπική κοινότητα’, η χρήση τοπικών υλικών για το χτίσιμο των πόλεών μας μπορεί να μειώσει την επίδραση των μεταφορών, να δημιουργήσει μια νέα τοπική αισθητική, να εμπνεύσει νέες οικονομίες και να δημιουργήσει τοπικές ειδικεύσεις. Ενώ το επιχείρημα για την ενθάρρυνση των τοπικών οικονομιών έρχεται σε αντίφαση με πολλά από τα οφέλη που αποκομίζουν οι παγκόσμιες εταιρίες, <a href="http://www.neweconomics.org/gen/news_clonetownbritainresults.aspx" target="_blank">το επιχείρημα για διάκριση</a> ανάμεσα στο σχεδιασμό και τη σύνθεση των πόλεών μας είναι καίριο. Η εξαγωγή γρανίτη από την Κίνα σαφώς δεν είναι βιώσιμη για χώρες που διαθέτουν ήδη πόρους σε πέτρες. Η χρήση τοπικής πέτρας στη Μοντάνα και πορτογαλικού γρανίτη στην Πορτογαλία θα μπορούσε να δημιουργήσει εκ νέου μια τοπική ταυτότητα όπως αυτή της πόλης Αμπερντίν της Σκοτίας, όταν απέκτησε το παρατσούκλι Η Γρανιτένια Πόλη για την αφθονία της σε κτίρια από γρανίτη.</p>
<p><code><br />
</code>Ο υδροκρίτης θα μπορούσε μάλιστα να επαναπροσδιορίσει εθνικά και πολιτικά σύνορα. Σε πολλές χώρες, οι περιοχές με υδροκρίτες δημιουργήθηκαν για τη διαχείριση θεμάτων που σχετίζονται με τους πόρους του υδροκρίτη. Σήμερα, αυτά υπάρχουν ως σώματα συντήρησης και διατήρησης που προωθούν την προστασία του νερού στον υδροκρίτη. Ωστόσο, υπάρχουν σαφώς δυνατότητες για να αναπτυχθούν σε πιο ενεργές ολότητες που χρησιμοποιούν την αντίληψή τους για τους υπάρχοντες πόρους για να παρέχουν μεγαλύτερη προγραμματική καθοδήγηση. Αναμένεται ότι οι καβγάδες για το νερό του παρελθόντος δεν θα είναι τίποτα σε σύγκριση με τις μελλοντικές διαμάχες για τους υδάτινους πόρους. Μπορεί, συνεπώς, μια ενεργή προγραμματική προσέγγιση που διαχειρίζεται την ανάπτυξη των οικισμών σε σχέση με μια βιώσιμη πρόσβαση σε πόρους να <a href="http://www.mideastnews.com/WaterWars.htm" target="_blank">αποτρέψει τους λεγόμενους πολέμους του νερού</a>;</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Μέλλον</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Αυτό το άρθρο σκιαγραφεί μια απλή έννοια που συνδυάζει τις ροές διαθέσιμων πόρων μέσα σε έναν προσδιορισμένο χώρο προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μεγαλύτερο μέγεθος οικισμού που ο υδροκρίτης μπορεί να συντηρήσει. Εάν αναπτυχθεί και υπολογιστεί να περιλάβει όλους τους πόρους που χρειάζονται για την επιβίωση στην πόλη, ο υδροκρίτης μπορεί να γίνει το αντίστοιχο του οικολογικού  αποτυπώματος της πόλης, χρησιμοποιώντας όμως ένα απτό είδος στο χώρο, πόρους και υπευθυνότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η μετακίνηση πόρων και ανθρώπων θα μπορούσε πάντα να προκύψει ανάμεσα στους υδροκρίτες και τις χώρες, μόνο όμως με τη γνώση ότι κάθε υδροκρίτης στον πλανήτη είναι κρίσιμος. Ενδέχεται το Λονδίνο να προσδιορίζεται στο μέλλον περισσότερο από τον υδροκρίτη της κοιλάδας του Τάμεση παρά από την περιφερειακή οδό του αυτοκινητόδρομου Μ 25; Ενδέχεται η Νέα Υόκη να προσδιορίζεται από την έκταση της κοιλάδας του Hudson και να αναγνωρίζει τη στήριξη και υπευθυνότητά της  απέναντι στις άλλες πολιτείες; Ελάχιστες τυπολογίες του τοπίου είναι άμεσα συνδεδεμένες με έναν βασικό πόρο, γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσες οι δυνατότητες του   υδροκρίτη για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα και ένα τοπίο σε πολλές κλίμακες.</p>
<p><br clear="all" /></p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Marco D&#8217;Eramo. <em>The Pig and the Skyscraper: Chicago: A History of Our Future</em> (New York, NY: Verso, 2003) </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Jared Diamond. <em>Collapse</em> (London, UK: Penguin Books Ltd, 2006)<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">Martin Raymond. “Autumn 2007 Trend Dossier” <em>The Future Laboratory</em> (2007) 23-25<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=332</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μιχάλης Φραγκιάς- Συνδέοντας την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη: Ο καίριος ρόλος των πόλεων και η καλή αστική διακυβέρνηση</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=335</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=335#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:03:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[μιχάλης φραγκιάς]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=335</guid>
		<description><![CDATA[Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/michail-fragkias.jpg" title="Michail Fragkias" alt="Michail Fragkias" align="left" height="120" width="105" /></a>Οι  αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά  διαμετρήματος, αναμένεται  ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι  περισσότεροι από τους  νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.<span id="more-335"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή και γενικότερα η παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή-το σύνολο των βιοφυσικών μεταβολών της γης, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας, που καθοδηγείται από ένα συμπλεκόμενο σύστημα ανθρώπινων και φυσικών διαδικασιών- είναι ευρέως τεκμηριωμένη και αναγνωρίζεται σήμερα ως πραγματικότητα από τη συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων. Αυτές οι παγκόσμιες αλλαγές μπορούν να γίνουν αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της αλλοίωσης της ατμόσφαιρας της γης και των ωκεανών (όπως αλλαγές στη σύνθεση της ατμόσφαιρας, συγκέντρωση όζοντος στη στρατόσφαιρα, εισροή υπεριωδών και κλίμα ) ή μπορούν να προκύψουν τοπικά αλλά τόσο εκτεταμένα ώστε να αποτελούν  παγκόσμια αλλαγή (όπως αλλαγή στη χρήση γης, απώλεια βιολογικής ποικιλίας, βιολογικές εισβολές και αλλαγές στην ατμοσφαιρική χημεία).<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κλιματική αλλαγή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο σε ό, τι αφορά τις πραγματικότητες της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής. Μέσα από τις προσπάθειες κοινοτήτων όπως η Διακυβερνητική Επιτροπή  για την Κλιματική Αλλαγή και η 4η  Έκθεση Αξιολόγησής της του 2007, ξέρουμε ότι η αύξηση στις παγκόσμιες μέσες θερμοκρασίες είναι αναμφισβήτητη κι ότι από τα μέσα του 20ού αιώνα είναι <em>πολύ πιθανό</em>  (90-99% πιθανότητα) το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής να προκαλείται από τον άνθρωπο. Εκτός από τη γενική αύξηση των θερμοκρασιών, του επιπέδου της θάλασσας και της συχνότητας των φυσικών καταστροφών και των επιπέδων των οικονομικών απωλειών, το σύνολο των διαθέσιμων συντηρητικών προτύπων της κλιματικής αλλαγής δείχνει ότι είναι <em>πολύ πιθανό</em> οι ακραίες θερμότητες, οι μακρές περίοδοι ζέστης και τα κύματα καύσωνα να συνεχίσουν να είναι πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές. Ότι τα φαινόμενα ισχυρών βροχοπτώσεων θα είναι, επίσης, πιο συχνά στις περισσότερες περιοχές,  ότι είναι <em>πιθανό</em> να πλήττεται από την ξηρασία μια ακόμη μεγαλύτερη περιοχή του πλανήτη κι ότι οι μελλοντικοί τροπικοί κυκλώνες θα είναι πιο έντονοι, με μεγαλύτερες ταχύτητες ανέμων και ισχυρότερες βροχοπτώσεις αλλά αβέβαιο συνολικό αριθμό.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a></p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι επιστημονικές προβλέψεις έχουν τεράστια σημασία για την ανθρώπινη ασφάλεια και υγεία στο βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον, καθώς τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής εκδηλώνονται σε διαφορετικές τοποθεσίες. Ενώ η διεθνής πίεση για γρήγορη δράση έναντι των τεκμηριωμένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αυξάνεται, οι πληθυσμοί που η ζωή τους απειλείται εξαιτίας της μη αναστρέψιμης κλιματικής αλλαγής και των αναμενόμενων βραχυπρόθεσμων επιδράσεών της, πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται  επιλογές προσαρμογής. Όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, η  κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο έχει δυσανάλογες επιδράσεις στους φτωχούς μέσα από διαφορετικές κλίμακες- περιοχές, έθνη, πόλεις και γειτονιές. Ενώ είναι σαφές ότι οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής αγγίζουν τόσο τους νικητές όσο και τους ηττημένους, τα έθνη και οι πόλεις που έχουν κάνει τις περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου τα τελευταία 100 χρόνια δεν θα είναι αυτά που θα επωμιστούν το φορτίο των αρνητικών επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Τα ‘καλά’ και τα ‘κακά’ της κλιματικής αλλαγής που προκαλείται από τον άνθρωπο δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στους πληθυσμούς του ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Τα φτωχά έθνη και πληθυσμοί έχουν μειωμένη ή ανύπαρκτη προσαρμοστική ικανότητα που θα τους επέτρεπε να προστατευθούν από τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και συνεπώς αντιμετωπίζουν αυξημένα επίπεδα ευπάθειας. Ταυτόχρονα, οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο  δεν έχουν συνήθως  ισχυρή φωνή στην πολιτική αρένα, με αποτέλεσμα την αδύναμη εκπροσώπησή τους στη διαμόρφωση πολιτικής σε εθνικό και υπο-εθνικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι συζητήσεις για την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή κατά καιρούς  παραβλέπουν την παγκόσμια μεταστροφή από την αγροτική στην αστική ζωή, που αποτελεί μια καθοριστική παγκόσμια τάση τα τελευταία 100 χρόνια. Οι πόλεις έχουν γίνει σημαντικές ολότητες στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές σφαίρες. Η πιο πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τις Παγκόσμιες Προοπτικές Αστικοποίησης επισημαίνει ότι ο μισός  παγκόσμιος πληθυσμός ζει σήμερα σε πόλεις, σε σύγκριση με 30% πριν από πενήντα χρόνια και 10% πριν από εκατό χρόνια. Πιο σημαντικό, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του μελλοντικού παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι το 2020 προβλέπεται ότι θα προκύψει στις γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις φτωχών αφρικανικών και ασιατικών εθνών (περίπου 30% του συνόλου) καθώς και στη Λατινική Αμερική. Η Αφρική και η Ασία αστικοποιούνται σήμερα πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερο όγκο από τις υπόλοιπες περιοχές του κόσμου. Μολονότι ο αριθμός των μεγαλουπόλεων, πόλεων με πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων,  θα είναι αυξανόμενος, αναμένεται ότι θα περιλαμβάνουν περίπου το ίδιο ποσοστό του αστικού πληθυσμού στον κόσμο- γύρω στο 15%. Οι περισσότεροι από τους μελλοντικούς κατοίκους των αστικών κέντρων θα ζουν σε γοργά αναπτυσσόμενες πόλεις, μεσαίου ή μικρού μεγέθους, του αναπτυσσόμενου κόσμου, και θα υφίστανται πολλές από τις σημερινές αστικές παθολογίες.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές, μεσαίου αρχικά διαμετρήματος, αναμένεται ότι θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους νέους κατοίκους των αστικών κέντρων προβλέπεται ότι θα είναι φτωχοί. Η πραγματική επίδραση της κλιματικής αλλαγής στους φτωχούς και ευάλωτους κατοίκους των αστικών κέντρων θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς συντελεστές και μια συρροή παραγόντων, όπως το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης μιας πόλης και του έθνους της, ο ρυθμός της δημογραφικής αλλαγής, διάφοροι παράγοντες του οικοσυστήματος, η αστική χωροταξική δομή και λειτουργία και το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι σαφές, όμως, ότι σήμερα η αστικοποίηση προκύπτει γρηγορότερα και περισσότερο σε μέρη που βρίσκονται σε χαμηλότερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης και αντιμετωπίζουν γοργές δημογραφικές αλλαγές. Τα συστήματα της πόλης θα εξακολουθήσουν να επιδρούν δυσανάλογα στις ευαίσθητες οικολογικά περιοχές και συγκριτικά με άλλα συστήματα θα συμβάλουν στην απώλεια γεωργικής γης. Αστική ανάπτυξη αναμένεται σε παράκτια και άγονα οικοσυστήματα, ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής. Η εξάπλωση της αστικής ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα αποτελέσει κυρίαρχη τάση αλλά αυτό θα μπορούσε να ανατραπεί από την πρόσφατη άνοδο στην τιμή του πετρελαίου. Τα καυτά σημεία της αστικοποίησης στερούνται λειτουργιών όπως μόνιμη στέγαση, πρόσβαση σε βελτιωμένο νερό, βασικούς πόρους και συνθήκες υγιεινής ενώ είναι υπερπλήρη, με υψηλά επίπεδα ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τα θεσμικά περιβάλλοντα σε αυτά τα σημεία είναι αδύναμα, δεν υπάρχει κυριαρχία του νόμου και  υπευθυνότητα, αλλά εκτεταμένη διαφθορά. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ‘δέσμες άγχους’ που αυξάνουν την πιθανότητα επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αστικές περιοχές  θεωρούνται κεντρικό στοιχείο στις αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή στη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών, λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων ευκαιριών και ρίσκων. Καθώς μέχρι το 2020 οι κάτοικοι των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο θα έχουν φτάσει, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες,  τα 4 δις (τρία τέταρτα του πληθυσμού), η προσοχή εστιάζεται  στο γεγονός ότι το 80% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από τις πόλεις.  Το θετικό είναι ότι οι πόλεις είναι (ή μπορούν να είναι) τόποι  οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας, σημαντικοί κόμβοι για τη σημερινή παγκοσμιοποίηση, σύνδεσμοι της παραγωγής και του εμπορίου και πύλες για την παγκόσμια οικονομία. Είναι επίσης δυνητικά αποτελεσματικοί χρήστες της υποδομής και των πόρων που οφείλονται σε οικονομίες  κλίμακας, και προωθούν  πιο αποτελεσματικές αστικές μορφές και λειτουργίες.  Είναι ακόμη πρωταρχικοί χώροι παρέμβασης για την αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης, για τη μείωση των επιδράσεων της παγκόσμιας περιβαλλοντικής αλλαγής και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.  Η τοπική δράση στις μητροπολιτικές περιοχές έχει παγκόσμιες επιδράσεις. Λόγω της αυξημένης πυκνότητας των πληθυσμών, οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής όπως οι φυσικές καταστροφές, οι κρίσεις στην υγεία, οι διαταράξεις στην κοινωνική ζωή και την οικονομία γίνονται πολύ αισθητές σε σημαντικά υποσύνολα των εθνικών πληθυσμών.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a></p>
<p><code><br />
</code>Οι αλληλεπιδράσεις προς δυο κατευθύνσεις ανάμεσα στις αστικές περιοχές και την κλιματική αλλαγή έχουν καλλιεργήσει μια εντυπωσιακή ποικιλία αντιδράσεων στις αστικές περιοχές στη διάρκεια των τελευταίων ετών- διάφορες διεθνείς, περιφερειακές, εθνικές και τοπικές πρωτοβουλίες δημιουργήθηκαν σε μεγάλες πόλεις βιομηχανοποιημένων χωρών, εστιασμένες στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα,  η Ένωση των Δημάρχων για την Προστασία του Κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημιουργήθηκε το 2001 με περισσότερες από 700 πόλεις-μέλη, αποτελεί εν μέρει μια αντίδραση στην απροθυμία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η κλιματική ομάδα C-40 των μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου, αρχικά υπό τον Δήμαρχο του Λονδίνου το 2005 με τη συμμετοχή 18 πόλεων, επεκτάθηκε σε παραπάνω από 40 μεγάλες πόλεις στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις, σε αντίθεση με τις αμερικανικές, δίνουν έμφαση σε μια κοινή προσέγγιση που εστιάζεται στην άμβλυνση όπως και στην προσαρμογή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσοχή έχει επικεντρωθεί σε πράξεις άμβλυνσης που επιδιώκουν στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου με ελάχιστη προσοχή μέχρι στιγμής στην προσαρμογή σε τοπικό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Στη χρονική περίοδο που θεωρείται σχετική με την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή, και τις διαδικασίες της κλιματικής αλλαγής, οι αντιδράσεις σε αυτό το φαινόμενο έρχονται μέσω τριών πρωταρχικών μέσων: τεχνολογία, θεσμική ανάπτυξη και αλλαγή, καθώς και αλλαγές συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Παρόλο που οι τεχνολογικές ανακαλύψεις είναι πολύ σημαντικές (και οι πόλεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτές ως κέντρα τεχνολογικής καινοτομίας) η θεσμική ανάπτυξη στις μητροπολιτικές περιοχές αξίζει αυξημένης προσοχής- σαφές σημάδι καλής αστικής διακυβέρνησης.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η αποκεντρωμένη διακυβέρνηση, που προέκυψε μέσα από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, τον εκδημοκρατισμό και τα οικονομικά αναπτυξιακά προγράμματα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο και τις ικανότητες των πόλεων να αυτοδιοικούνται και, τουλάχιστον θεωρητικά,  επιτρέπει μια πιο ενημερωμένη κοινωνική επιλογή (όπως δημόσιες μεταφορές,  αστική αναπτυξιακή πυκνότητα, ρεαλιστικές αναπτυξιακές προσδοκίες και μείωση των φτωχογειτονιών) και πιο αποτελεσματική και βιώσιμη χρήση των τοπικών πόρων (όπως υπηρεσίες προστασίας του οικοσυστήματος και των ευαίσθητων γαιών). Η πιο αποτελεσματική αστική διακυβέρνηση αποτελεί κλειδί για την αστικο-περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με δεδομένες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αστικοποίησης και του τοπικού, περιφερειακού και παγκόσμιου περιβάλλοντος, στην καρδιά της περιεκτικής ατζέντας για την αστική βιώσιμη έρευνα.  Η επίτευξη καλής αστικής διακυβέρνησης μπορεί να προωθήσει περαιτέρω τις ενέργειες άμβλυνσης και προσαρμογής αλλά και να δώσει μια ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας την κλιματική αλλαγή σε θεμελιακό επίπεδο.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ερευνητές έχουν συνοψίσει τις προκλήσεις και τα οράματα για μια καλή αστική διακυβέρνηση, που είναι πολύ σημαντική για τον σχεδιασμό ενός βιώσιμου αστικού μέλλοντος. Θεσμοί και οργανώσεις, όπως η Επιτροπή Εθνικών Ακαδημιών των Ηνωμένων Πολιτειών για τον Πληθυσμό και το Περιβάλλον  και η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της Έκθεσή της για την Παγκόσμια Ανάπτυξη, επισημαίνουν παράγοντες όπως η ικανότητα μιας τοπικής κυβέρνησης να παράσχει κατάλληλες δημόσιες υπηρεσίες στους πολίτες της (ικανότητα), με τη συγκέντρωση και διαχείριση ικανοποιητικού εισοδήματος (οικονομία),  με τον χειρισμό αποκλίσεων,  κατακερματισμού και ανισοτήτων μεταξύ πόλεων (διαφορά), όπως και της αυξανόμενης αστικής βίας και του  εγκλήματος (ασφάλεια). Με τον χειρισμό, επίσης, της αυξανόμενης πολυπλοκότητας σε ό, τι αφορά τη διαχείριση του μωσαϊκού που έχει στη δικαιοδοσία της,  καθώς οι πόλεις αυξάνουν σε πληθυσμό και έκταση (εξουσία).  Μοιράζονται την ευθύνη και συντονίζουν την ενίσχυση και διασύνδεση των παικτών σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης (μοίρασμα ευθυνών και συντονισμού), προσφέρουν ευρεία συμμετοχή στη στρατηγική για την κατανόηση και την οικοδόμηση συναίνεσης, παρακινούν πράξεις και προσπάθειες για την αποτίμηση της προόδου (συμμετοχική διακυβέρνηση) και δίκτυα για επικοινωνίες και οικοδόμηση ικανότητας μεταξύ επαγγελματιών και επιτηρητών (οικοδόμηση δικτύων). Παλιά και τρέχοντα προγράμματα του International Human Dimensions Programme για την Παγκόσμια Περιβαλλοντική Αλλαγή συστήνουν να δίνεται προσοχή στα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κλίμακα προσαρμογής/ταιριάσματος και την αλληλεπίδραση μεταξύ (πολιτικών) θεσμών και Συστήματος της Γης, καθώς και στις διαστάσεις της αρχιτεκτονικής,  της δράσης, της προσαρμοστικότητας, της υπευθυνότητας, της πρόσβασης και της κατανομής στην αστική κλίμακα της διακυβέρνησης του Συστήματος της Γης. Η ομάδα της Resilience Alliance προωθεί την ιδέα μιας συμμετοχικής αστικής διακυβέρνησης με ευέλικτη, ανοιχτή στη μάθηση,  διαχείριση,  που μπορεί να αποφύγει τις ακαμψίες που ενδέχεται να προκύψουν κατά την κατάρρευση των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων.<a href="#_ftn6" title="_ftnref6" name="_ftnref6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[6]</a></p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, η σύγχρονη πολιτική οικονομία- στην καρδιά της διεπιστημονικής κοινωνικής επιστήμης- πρεσβεύει ότι η ιδέα της καλής διακυβέρνησης απαιτεί μια ισορροπημένη άποψη για την κυβέρνηση-  μια κυβέρνηση που λειτουργεί υπό το διορθωτικό πλαίσιο στις αποτυχίες της αγοράς αλλά που ανταποκρίνεται επίσης στις κυβερνητικές αποτυχίες. Μια καλή αστική διακυβέρνηση έχει ως προαπαιτούμενο τη συνειδητοποίηση της διασύνδεσης σχέσεων και ευκαιριών για τη στρατηγική αλληλεπίδραση μεταξύ όλων των παικτών και των επιτηρητών που υπάρχουν στη σφαίρα της αστικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη θεσμική  διασύνδεση των μεγάλων παγκόσμιων αλλαγών των τελευταίων 150 χρόνων, που προκλήθηκαν από τον άνθρωπο και χαρακτηρίζονται για τον, χωρίς προηγούμενο, γοργό ρυθμό τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Notes</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. </span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-US"> Vitousek, P. M. (1992). Global environmental change: an introduction. <em>Annual Review of Ecology and Systematics</em>, 23, 1-14.</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> IPCC. (2007). <em>Climate Change 2007: The Physical Science Basis. Contribution of Working Group I to the Fourth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change</em>. Cambridge, United Kingdom and New York, NY, USA: Cambridge University Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> UN. (2008).<em> World urbanization prospects: the 2007 revision</em>. New York: UN Press.<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Sánchez-Rodríguez, R., Seto, K. C., Simon, D., Solecki, W. D., Kraas, F., &amp; Laumann, G. (2005). <em>Science Plan: Urbanization and Global Environmental Change</em> (No. 15). Bonn Germany: IHDP.<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wilbanks, T. J., Kirshen, P., Quattrochi, D., Romero-Lankao, P., Rosenzweig, C., Ruth, M., et al. (2007). <em>Effects of global change on human settlements</em>.Unpublished manuscript.<o></o></span></p>
<p id="ftn6">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref6" title="_ftn6" name="_ftn6"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Redman, C. L., &amp; Jones, N. S. (2005). The environmental, social, and health dimensions of urban expansion. <em>Population and Environment</em>, 26(6), 505-520.<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=335</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Γιάννης Ζαμπετάκης &#8211; Iχνηλασιμότητα και ασφάλεια τροφίμων</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=331</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=331#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:02:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[ασφάλεια-τροφίμων]]></category>
		<category><![CDATA[γιάννης-ζαμπετάκης]]></category>
		<category><![CDATA[ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ιχνηλασιμότητα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=331</guid>
		<description><![CDATA[Με αφορμή τo σκάνδαλο του επιμολυσμένου (με ορυκτέλαιο;) ηλιέλαιου και μάλιστα σε άγνωστη ακόμα, ας δούμε μερικά σημεία της ιστορίας αυτής αλλά και της αξίας της ιχνηλασιμότητας. Παραμένουν ακόμη αναπάντητα τα εξής ερωτήματα: 1. Τι είδους ορυκτέλαιο είναι η επιμόλυνση (είναι απλώς παραφινέλαιο ή κάτι άλλο;); 2. Ποια είναι η συγκέντρωση του ορυκτελαίου; 3. Από [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p> <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/zabetakis.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/zabetakis.jpg" title="Yannis Zabetakis" alt="Yannis Zabetakis" align="left" height="110" width="90" /></a>Με αφορμή τo σκάνδαλο του επιμολυσμένου (με ορυκτέλαιο;) ηλιέλαιου και μάλιστα σε άγνωστη ακόμα, ας δούμε μερικά σημεία της ιστορίας αυτής αλλά και της αξίας της ιχνηλασιμότητας.</p>
<p>Παραμένουν ακόμη αναπάντητα τα εξής ερωτήματα:</p>
<p>1. Τι είδους ορυκτέλαιο είναι η επιμόλυνση (είναι απλώς παραφινέλαιο ή κάτι άλλο;);<br />
2. Ποια είναι η συγκέντρωση του ορυκτελαίου;<br />
3. Από ποιες εταιρείες ή στάδια της παραγωγής έχουν ληφθεί τα δείγματα όπου, σύμφωνα με το δελτίου του Τύπου της 16.5.08 του ΕΦΕΤ, βρέθηκε ορυκτέλαιο «σε διάφορες συγκεντρώσεις»;<span id="more-331"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Το εν λόγω δελτίο Τύπου του ΕΦΕΤ (16.5.08) είναι απλώς <em>επιστημονικά κατάπτυστο</em>, αφού είναι φανερό ότι σκόπιμα πλέον ο ΕΦΕΤ και το Γενικό Χημείο του Κράτους (ΓΧΚ) αποκρύβουν την επιστημονική αλήθεια. Διότι στη Χημεία των Τροφίμων δεν υπάρχει ο όρος «διάφορες συγκεντρώσεις». Και κάθε ανάλυση για να είναι πλήρης πρέπει να αναφέρει: Α. Το σημείο και τον τρόπο δειγματοληψίας. Β. Την ένωση που προκαλεί την επιμόλυνση, αλλά και τη συγκέντρωσή της.</p>
<p><code><br />
</code>Στον πλήρη εμπαιγμό της κοινής γνώμης που έχουμε όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά <em>και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο</em>, ήλθε να προστεθεί και η ανακοίνωση της Εuropean Food Safety Αuthority (ΕFSΑ) [Corrigendum 29/05/081] όπου η ΕFSΑ, ακόμη και στις 29.5.08, δη λαδή έναν μήνα και έξι ημέρες μετά το πρώτο alert από τη Γαλλία (23.4.08), δεν έχει την <em>επιστημονική ευθιξία</em> να μας πει ξεκάθαρα ποιες ενώσεις είναι οι επιμολυντές&#8230;</p>
<p><code><br />
</code>Κάνει λόγο για μείγμα κορεσμένων υδρογονανθράκων (ή αλκάνια, όπως είναι ο ακριβής χημικός όρος) με 25-30 άτομα άνθρακα, αλλά δεν μας δίνει την ακριβή τους δομή. Επίσης, κάνει αναφορά στα επίπεδα της επιμόλυνσης (7,3 g/kg σε αραφινάριστο δείγμα!) χωρίς, όμως, να μας πληροφορεί για τα επίπεδα της επιμόλυνσης σε έτοιμα τρόφιμα (π.χ., πατατάκια, μαγιονέζες, πραλίνες, σοκολάτες, μαργαρίνες)!</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Tι είναι η ιχνηλασιμότητα;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Η νομοθεσία που περιγράφει την νομική υποχρέωση για ιχνηλασιμότητα είναι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 ο οποίος είναι νόμος του Ελληνικού κράτους από 1.1.2006. Στο άρθρο 3, παράγραφος 15 του ΕΚ 178/2002 ορίζεται ο όρος της ανιχνευσιμότητας (ή ιχνηλασιμότητας, traceability) ως εξής:<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p>«ανιχνευσιμότητα» : η δυνατότητα ανίχνευσης και παρακολούθησης τροφίμων, ζωοτροφών, ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων ή ουσιών που πρόκειται ή αναμένεται να ενσωματωθούν σε τρόφιμα ή σε ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής τους (σελίδα L 31/8).</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Επίσης, το άρθρο 18 έχει 5 παραγράφους που αναλύουν τον όρο της ανιχνευσιμότητας διεξοδικά και διευκρινίζουν ρητά ότι όλα τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές που διοχετεύονται στην αγορά της Κοινότητας «πρέπει να φέρουν κατάλληλη επισήμανση ή σήμα αναγνώρισης ώστε να διευκολύνεται η ανιχνευσιμότητά τους, μέσω κατάλληλων εγγράφων ή πληροφοριών» (σελίδα L 31/11).</p>
<p><code><br />
</code>Πιο αναλυτικά επισημαίνονται τα εξής:</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράγραφος 18.1</strong></p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να διασφαλίζουμε, σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής, την ανιχνευσιμότητα των τροφίμων, των ζωοτροφών και των ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων και οποιασδήποτε άλλης ουσίας που προορίζεται για ενσωμάτωση σε ένα τρόφιμο ή μια ζωοτροφή ή αναμένεται ότι θα ενσωματωθεί σε αυτά.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράγραφος 18.2</strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών (πρέπει να) είναι σε θέση να αναγνωρίζουν κάθε πρόσωπο από το οποίο έχουν προμηθευτεί ένα τρόφιμο, μια ζωοτροφή ή ένα ζώο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τροφίμων ή οποιαδήποτε άλλη ουσία που προορίζεται για ενσωμάτωση σε ένα τρόφιμο ή μια ζωοτροφή. Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων πρέπει να εφαρμόζουν συστήματα και διαδικασίες που καθιστούν τις πληροφορίες αυτές διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές, όταν αυτές τις ζητήσουν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράγραφος 18.3</strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών καθιερώνουν συστήματα και διαδικασίες για την αναγνώριση των άλλων επιχειρήσεων στις οποίες προμηθεύουν τα προϊόντα τους. Αυτές οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές όταν και αν αυτές ζητηθούν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράγραφος 18.4</strong></p>
<p><code><br />
</code>Τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές που διατίθενται ή ενδέχεται να διατεθούν στην αγορά της Ε.Ε. πρέπει να φέρουν κατάλληλη σήμανση ώστε να διευκολύνεται η ιχνηλασιμότητα, μέσω κατάλληλων εγγράφων και πληροφοριών, σύμφωνα με τις σχετικές απαιτήσεις των ειδικότερων διατάξεων.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράγραφος 18.5</strong></p>
<p><code><br />
</code>Οι διατάξεις για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος άρθρου όσον αφορά συγκεκριμένους τομείς είναι δυνατό να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, η οποία ορίζει την εφαρμογή της διαδικασίας της επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7 και 8.<br />
Χάρη στα συστήματα ανιχνευσιμότητας (ή ιχνηλασιμότητας) τώρα μπορούμε να ξέρουμε από «πού κρατάει η σκούφια» όλων των τροφίμων που καταναλώνουμε. Στο παράδειγμα της φωτογραφίας, μπορεί ο καταναλωτής να γνωρίζει από ποιον παραγωγό έχει προέλθει το αυγό που έχει στα χέρια του και ανατρέχοντας στα αρχεία της παραγωγικής μονάδας μπορεί να βρει μέχρι και το &#8230; διαιτολόγιο της κότας από την οποία προήλθε το αυγό του!</p>
<p><code><br />
</code>Από την άλλη πλευρά, ο όρος «χύμα» είναι ο μεγάλος εχθρός της ιχνηλασιμότητας! Γνωρίζουμε καλά ότι η έλλειψη τυποποίησης και συσκευασίας μπορεί μεν να «κρατά» χαμηλά την τιμή του τελικού προϊόντος αλλά δεν διασφαλίζει ούτε την ποιότητα του τροφίμου αλλά ούτε και τη Δημόσια Υγεία. Το «χύμα» τρόφιμο (π.χ. λάδι, κρασί) εκτίθεται στον αέρα, σε άγνωστης ποιότητας υλικά συσκευασίας και σε αγνώστου πλήθους μεταγγίσεις και &#8230;ταλαιπωρία ώστε και οι οργανοληπτικές του ιδιότητες υποβαθμίζονται σε μεγάλο βαθμό αλλά και είναι άγνωστο αν έχει επιμολυνθεί είτε μικροβιολογικά (π.χ. βακτήρια, μύκητες) είτε φυσικά (π.χ. σκόνη).</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Πώς εφαρμόζεται η ιχνηλασιμότητα;</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Για την εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας, όπως προβλέπεται από τους σχετικούς κανονισμούς, απαιτείται τόσο η ατομική όσο και η συντονισμένη προσπάθεια όλων των φορέων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην εφοδιαστική αλυσίδα των τροφίμων. Οι φορείς αυτοί είναι δύο κατηγοριών: άμεσοι και έμμεσοι.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Άμεσοι φορείς</em></strong><br />
<code><br />
</code></p>
<ul>
<li> Οι προμηθευτές (πρώτων υλών, ζωοτροφών, σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων)</li>
<li> Τα αγροκτήματα (αγροτοκαλλιέργειες, εκτροφείς ζώων, ιχθυοτροφεία)</li>
<li> Οι μεταφορείς (εταιρείες μεταφοράς, αποθήκευσης, Logistics)</li>
<li> Οι βιομηχανίες επεξεργασίας και τυποποίησης</li>
<li> Οι εισαγωγείς και οι χονδρέμποροι (τόσο πρώτων υλών όσο και έτοιμων προϊόντων)</li>
<li> Τα καταστήματα λιανικής πώλησης (Super και Mini markets, οι εταιρείες catering)</li>
<li> Οι καταναλωτές (είτε σε μεμονωμένη είτε σε οργανωμένη βάση, π.χ. ΙΝΚΑ)</li>
<li> Οι κρατικοί φορείς ελέγχου (Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων(Ε.Φ.Ε.Τ.), Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), Υπουργεία Γεωργίας και Ανάπτυξης)</li>
</ul>
<p><code><br />
</code><br />
<em><strong>Έμμεσοι φορείς</strong></em><br />
<code><br />
</code></p>
<ul>
<li>Οι νομικοί που εμπλέκονται σε θέματα ερμηνείας των σχετικών κανονισμών</li>
<li> Ο τύπος (ελέγχοντας τις εταιρείες και προστατέυοντας (θεωρητικά τουλάχιστον) τους καταναλωτές αλλά πολλές φορές τρομοκρατεί το κοινό με βαρύγδουπες εκφράσεις χωρίς καμία επιστημονική βάση)</li>
<li> Οι εταιρείες συμβούλων (που υλοποιούν συστήματα HACCP και ιχνηλασιμότητας)</li>
</ul>
<p><code><br />
</code>Οι εταιρείες που εμπορεύονται ή παράγουν τρόφιμα ή συστατικά τροφίμων είναι υποχρεωμένες να τηρούν ένα σύστημα HACCP σύμφωνα με το πρότυπο EΛΟΤ 1416. Στην παράγραφο 4.5.3. του εν λόγω προτύπου με τίτλο «Κοινοποίηση και ανάκληση» αναφέρονται τα εξής:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>«Προκειμένου να αντιμετωπιστούν κίνδυνοι για την ασφάλεια των τροφίμων μετά την παράδοσή τους, η επιχείρηση πρέπει να καθιερώσει και να τηρεί τεκμηριωμένες διαδικασίες για την κοινοποίηση προς όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη (αρχές/πελάτες/καταναλωτές) ή/και ανάκληση προϊόντος. Όταν καθιερώνονται οι διαδικασίες, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός λεπτομέρειας των αναφορών που σχετίζονται με την ιχνηλασιμότητα στην παραγωγή και μετά την παράδοση».</p></blockquote>
<p><code><br />
</code><br />
Είναι φανερό ότι η εταιρεία για να τηρεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα HACCP είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τεκμηριωμένες διαδικασίες που θα διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα της κάθε πρώτης ύλης που έχει χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή του τελικού προϊόντος που εμπορεύεται.</p>
<p><code><br />
</code>Επίσης, το πρότυπο του British Retail Consortium (BRC) σχετικά με τις εταιρείες που προμηθεύουν το λιανικό εμπόριο με επώνυμα προϊόντα (Technical Standard for Companies Supplying Retailer Branded Food Products, Έκδοση 4.2002), αναφέρει αναλυτικά την υποχρέωση της εταιρείας για ιχνηλασιμότητα στην παράγραφο 2.13.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι φανερό ότι η ιχνηλασιμότητα ήρθε στη ζωή μας για να &#8230;μείνει. Κι αν μερικοί από εμάς, την βλέπουμε απλά ως μια «βαβούρα» γραφειοκρατική&#8230; καλό είναι να δούμε και την άλλη πλευρά του φεγγαριού. Εκείνη που λέει ότι το HACCP και όλα τα στοιχεία του, της ιχνηλασιμότητας συμπεριλαμβανομένης, έχει ως σκοπό να παράγονται ασφαλή τρόφιμα, άρα τρόφιμα με αυξημένη αξία! Η έννοια της «προστιθέμενης αξίας» ίσως βοηθήσει πολλούς από εμάς να καταλάβουμε ότι όταν μια εταιρεία διαθέτει επώνυμα προϊόντα ποιοτικά και ασφαλή τότε το image της εταιρείας βελτιώνεται και επαγωγικά μπορεί να προσβλέπει σε μεγαλύτερα μερίδια αγοράς!</p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράδειγμα: Aγορά και εμπορία ηλιελαίου</strong></p>
<p><code><br />
</code>Για την πλήρη εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας, οι εμπλεκόμενες εισαγωγικές εταιρείες  θα έπρεπε/πρέπει να τηρούν τα παρακάτω έντυπα<br />
<code><br />
</code></p>
<blockquote><p><strong>1.έντυπο παραγωγής</strong></p></blockquote>
<p><code><br />
</code></p>
<table border="1">
<tr>
<th>Ημερομηνία παραγωγής</th>
<th>Πρώτη ύλη<br />
Lot number I</th>
<th>Τελικό προϊόν<br />
Lot number II</th>
</tr>
<tr>
<td>1.3.2008</td>
<td>22.22899.05</td>
<td>01.03000.08</td>
</tr>
</table>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p><strong>2. έντυπο φόρτωσης</strong></p></blockquote>
<p><code><br />
</code></p>
<table border="1">
<tr>
<th>Ημερομηνία φόρτωσηςς</th>
<th>Στοιχεία πελάτη</th>
<th>Lot number II</th>
</tr>
<tr>
<td>7.3.2008</td>
<td>Εστιατόριο @χχχ@</td>
<td>01.03000.08</td>
</tr>
</table>
<p>&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;<br />
<code><br />
</code>Επειδή όμως ελάχιστες (λιγότερες του 30%) εταιρείες τροφίμων στην Ελλάδα εφαρμόζουν την ιχνηλασιμότητα, δεν ξέρουμε από πού προέρχεται το τρόφιμο που έχουμε στο πιάτο μας…</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Το παραπάνω κείμενο είναι βασισμένο στο βιβλίο των Γιάννη Ζαμπετάκη και Νίκου Γδοντέλη, HACCP: ΑΠΟ ΤΟ H ΕΩΣ ΤΟ P</em></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=331</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Thomas Forster &#8211; Υπάρχει μια κοσμοπολίτικη λύση στην κλιματική αλλαγή;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=333</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=333#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:01:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[thomas forster]]></category>
		<category><![CDATA[βιώσιμη ανάπτυξη]]></category>
		<category><![CDATA[κλιματική αλλαγή]]></category>
		<category><![CDATA[κοσμοπολιτισμός]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=333</guid>
		<description><![CDATA[Ως ερευνητής που μελετάει θέματα σχετικά με τον κοσμοπολιτισμό και την δημοκρατία στον πλανήτη, είδα με ενδιαφέρον τον τίτλο του αφιερώματος ‘ Από την Κλιματική Αλλαγή στην Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη’. H έκδοση, σκέφτηκα, αναφέρεται και στις δυο κατηγορίες θεμάτων ή οι δυο αυτές κατηγορίες είναι, ή θα μπορούσε να είναι, συνδεδεμένες; Σε ό, τι με αφορά, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>   <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/cartoon_environmentalism.jpg" title="cartoon_environmentalism"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/cartoon_environmentalism.jpg" title="cartoon_environmentalism" alt="cartoon_environmentalism" align="left" height="85" width="110" /></a>Ως ερευνητής που μελετάει θέματα σχετικά με τον κοσμοπολιτισμό και την δημοκρατία στον πλανήτη, είδα με ενδιαφέρον τον τίτλο του αφιερώματος ‘ Από την Κλιματική Αλλαγή στην Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη’. H έκδοση, σκέφτηκα, αναφέρεται και στις δυο κατηγορίες θεμάτων ή οι δυο αυτές κατηγορίες είναι, ή θα μπορούσε να είναι, συνδεδεμένες;<span id="more-333"></span></p>
<hr />
<p><code><br />
</code>Σε ό, τι με αφορά, τα δυο θέματα έχουν σίγουρα ένα κοινό σημείο. Στην έρευνα μου για τον κοσμοπολιτισμό, μια από τις πιο πρόσφατες σκέψεις που ήρθαν στο προσκήνιο αφορά την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Το 2005, ο David Held είπε, σε ένα από τα οκτώ σημεία του για τον κοσμοπολιτισμό, ότι ‘η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη πρέπει να είναι σύμφωνη με τη διαχείριση των βασικών πόρων του κόσμου- των πόρων, δηλαδή, που είναι αναντικατάστατοι και  μη βιώσιμοι’.<a href="#_ftn1" title="_ftnref1" name="_ftnref1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[1]</a> Νομίζω ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στάση στην κοσμοπολίτικη ατζέντα αφού, στο ίδιο απόσπασμα με την παραπάνω αναφορά, ο Ηeld εκφράζει, επίσης, την πεποίθηση ότι ‘εκείνοι στους οποίους  επιδρούν σημαντικά οι δημόσιες αποφάσεις, θέματα ή διαδικασίες, πρέπει, <em>ceteris paribus</em>, να έχουν μια ίση ευκαιρία, άμεσα ή έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων, να τις επηρεάζουν και να τις διαμορφώνουν…εάν οι συγκεκριμένες αποφάσεις είναι δια-τοπικές, διεθνικές ή διαπεριφερειακές, τότε οι πολιτικές οργανώσεις δεν πρέπει να έχουν μόνο τοπική βάση αλλά και μια ευρύτερη σκοπιά και πλαίσιο δράσης’.<a href="#_ftn2" title="_ftnref2" name="_ftnref2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[2]</a> Ακαδημαϊκοί όπως ο Andrew Linklater έχουν, επίσης, την ίδια άποψη. Το 1999 ο Linklater είπε ότι η κοσμοπολίτικη ατζέντα πρέπει να δημιουργεί ‘ευρύτερες κοινότητες λόγου και να περιορίζει τις μορφές άδικου αποκλεισμού μέσα σε αυτές’- διευθετώντας την διεθνή ατζέντα με ‘διάλογο και συναίνεση παρά με εξουσία και δύναμη’.<a href="#_ftn3" title="_ftnref3" name="_ftnref3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[3]</a> Για μια γενική κοσμοπολίτικη ατζέντα αυτοί οι στόχοι μοιάζουν καλοί, νομίζω όμως ότι στο πλαίσιο των περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος κόσμος, και υπό το φως της δήλωσης του Held ότι η βιωσιμότητα είναι κυρίαρχη στην κοσμοπολίτικη πρακτική, βρίσκονται μακριά από τη λύση (και τον πλανήτη) που πρέπει να προσπαθήσουν να φέρουν. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ετερογένεια στο σύγχρονο διεθνές πολιτικό σύστημα εμποδίζει τον αποτελεσματικό και δημοκρατικό διάλογο,  εφόσον οι αποφάσεις λαμβάνονται σε διεθνικό επίπεδο, και αποτελεί, συνεπώς, το μόνο μεγάλο εμπόδιο για στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σήμερα. Θα προσπαθήσω να το αναδείξω παρακάτω.</p>
<p><code><br />
</code>Σύμφωνα με τον  κοσμοπολίτικο τρόπο σκέψης στον οποίον αναφέρθηκα πιο πάνω, σε σχέση με τις όποιες παγκόσμιες αποφάσεις για περιβαλλοντικά θέματα ή θέματα βιωσιμότητας, θα έπρεπε να γίνει ένα παγκόσμιο δημοψήφισμα προκειμένου οι άνθρωποι να έχουν την ευκαιρία να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα ή να ξεκινήσουν μια ανταλλαγή διαλόγου για τη διαμόρφωση  μιας απόφασης που να ταιριάζει περισσότερο σε όλους. Και οι δυο προτάσεις δεν μοιάζουν όμως λειτουργικές αν θέλουμε να φτάσουμε σε μια χειροπιαστή λύση αυτού του εξαιρετικά πιεστικού  ζητήματος. Η αιτία μπορεί να είναι ότι εν τη απουσία ενός μη πρακτικού παγκόσμιου δημοψηφίσματος, κάθε τόπος θα έστελνε αντιπροσώπους που θα ψήφιζαν ή θα άρχιζαν διάλογο για λογαριασμό του. Εάν πράγματι αυτό γινόταν, θα ήταν εξαιρετικά αφελές να πιστέψουμε ότι οι αντιπρόσωποι θα ψήφιζαν απλώς ‘για το καλό της ανθρωπότητας ως σύνολο’, από τη στιγμή που οι  εσωτερικές πολιτικές αφοσιώσεις και οι οικονομικές σκοπιμότητες θα έπαιζαν το ρόλο τους στη διαδικασία λήψης απόφασης. Αυτό θα ίσχυε ιδιαίτερα για τα αναπτυσσόμενα έθνη που εξαρτώνται ακόμη πολύ από τη χρήση του άνθρακα για την οικονομική τους ανάπτυξη. Τα κοσμοπολίτικα ιδεώδη που προσδιορίσαμε πιο πάνω θα ήταν, στην πράξη, ακατάλληλα εάν είχαν να κάνουν με θέματα όπως η κλιματική αλλαγή που οφείλεται στις εγγενείς πολιτιστικές, πολιτικές και, κυρίως, οικονομικές διαφορές μεταξύ των δυνάμεων που λαμβάνουν αποφάσεις και στις οποίες επαφίεται το αποτέλεσμα οποιασδήποτε συζήτησης.</p>
<p><code><br />
</code>Ας πάρουμε για παράδειγμα το Πρωτόκολλο του Κιότο. Ενώ αποτελεί εμφανώς μια ‘κοινή διεθνή προσπάθεια για την καταπολέμηση των επιδράσεων των αερίων του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, ολόκληρη η διαδικασία  σύρθηκε υπό το βάρος των εσωτερικών ‘αναγκών’ και ευθυνών κάθε έθνους, με αποκορύφωμα  την άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ακόμη και να επικυρώσουν τη συνθήκη. Δεν είναι σαφές εάν η θέση αυτή θα αλλάξει στο εγγύς μέλλον. Πράγματι, εάν ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2008 σημαίνει κάτι, μπορεί να μην αποτελούν καν οι Ηνωμένες Πολιτείες το μεγαλύτερο αντικείμενο της διεθνούς ανησυχίας. Οι Aufhammer και Carson αναφέρουν στο άρθρο τους για τη μελλοντική έκβαση του διοξειδίου του άνθρακα στην Κίνα ότι ‘σύμφωνα με τις καλύτερες προβλέψεις μας οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην Κίνα ξεπερνούν εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών το 2006 αντί για το 2020 όπως προβλεπόταν προηγουμένως’. Καθώς έχει γίνει σαφές εδώ και αρκετό διάστημα ότι ‘οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν θέσει ως προϋπόθεση για την προσχώρησή τους σε οποιαδήποτε διεθνή συμφωνία, όπως το πρωτόκολλο του Κιότο,  να προχωρήσει και η Κίνα σε ουσιαστικές μειώσεις του διοξειδίου του άνθρακα’, το μέλλον  σε ό, τι αφορά τις διεθνείς δημοκρατικές κοσμοπολίτικες λύσεις στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης μοιάζει δυσοίωνο.<a href="#_ftn4" title="_ftnref4" name="_ftnref4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[4]</a> <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/asia-pacific/7347638.stm" target="_blank">Σύμφωνα με ένα πρόσφατο σχόλιο</a>, ‘ οι επιστήμονες που επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν την αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών πριν από το 2020 για να αποτρέψουν μια μη αναστρέψιμη, όπως πιστεύουν,  ζημιά για το κλίμα θα αναρωτιούνται πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί’.</p>
<p><code><br />
</code>Πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτευχθεί; Μακριά από μένα να προτείνω εδώ την οριστική λύση, αν και θα ήθελα να συνεισφέρω με ορισμένες ιδέες. Χρησιμοποιώντας τη <em>νέο</em>-κοσμοπολίτικη ορολογία προτείνω ότι, σε ό, τι αφορά  το ζήτημα του περιβάλλοντος, πρέπει  να δούμε ότι  δεν  αφορά μόνο τις σημερινές, αλλά και τις μέλλουσες γενιές των ανθρώπων. Αυτοί, όσο κι εμείς ή ακόμη περισσότερο, θα δεχτούν τις μεγαλύτερες επιδράσεις των περιβαλλοντικών αλλαγών που είναι βέβαιο πως θα συμβούν εάν ο κόσμος συνεχίσει στην ίδια πορεία. Ενώ λοιπόν είμαι, ασφαλώς, υπέρμαχος των κοσμοπολίτικων <em>ιδανικών</em>, διαφωνώ με τον τρόπο με τον οποίον, ενδεχομένως, θα θελήσουν να δουν τη συλλογική περιβαλλοντική αλλαγή.</p>
<p><code><br />
</code>Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν είναι ζητήματα που μπορούν να περιμένουν να λυθούν μέχρι να βρεθεί μια αποτελεσματική πολυμερής λύση. Οι επιστήμονες μιλούν, εδώ και πολύ καιρό, για ‘σημείο χωρίς επιστροφή’ (<a href="http://www.nature.com/nature/journal/v441/n7095/full/441802a.html" target="_blank">και πιο πρόσφατα για</a> ‘σημείο ανατροπής’) που, αν πιστέψουμε τις εκτιμήσεις, πλησιάζει όλο και περισσότερο κάθε χρόνο. Ενώπιον τούτου, φαίνεται ότι η μοναδική πραγματική αλλαγή μπορεί να διευκολυνθεί από μια μονομερή λύση και θα έλεγα ότι τη λύση αυτή μπορεί να δώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος είναι ότι η Ε.Ε. βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, σε εξαιρετικά ισχυρή οικονομική θέση έτσι ώστε να διευκολύνει την αλλαγή. Ως ένας, αν όχι <a href="http://www.china-embassy.org/eng/xw/t272113.htm" target="_blank"><em>ο </em>μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας</a>, με <a href="http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2008/01/weodata/weorept.aspx?sy=2006&amp;ey=2008&amp;ssd=1&amp;sort=country&amp;ds=.&amp;br=1&amp;c=998&amp;s=NGDPD%2CPPPGDP&amp;grp=1&amp;a=1&amp;pr.x=46&amp;pr.y=7" target="_blank">την ευρύτερη συνολικά παγκόσμια οικονομία</a> και μια θαυμάσια περιβαλλοντική ατζέντα, η Ε.Ε. είναι ασφαλώς σε θέση να κάνει την αλλαγή με τους δικούς της όρους. Στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν να έχουν τόσο σκληρή ισχύ όσο η ατομική βόμβα το 1945. Σε τελική ανάλυση, η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και όποιες άλλες χώρες έχουν σαφείς εθνικιστικές στάσεις έναντι της περιβαλλοντικής πολιτικής θα συντάσσονταν εάν υπήρχαν επιπτώσεις στις οικονομίες τους- αφού γι’ αυτό  λένε ότι δεν θέλουν να συμμετάσχουν πλήρως στη <em>σημερινή</em> περιβαλλοντική ατζέντα!</p>
<p><code><br />
</code>Το ηθικό δίδαγμα είναι σαφές για μένα και νομίζω ότι έχει καθαρά κοσμοπολίτικη φύση. Σε ζητήματα που επιδρούν στους ανθρώπους όλου του κόσμου είναι εύκολο να συγκεκριμενοποιήσουμε μερικά θεμελιώδη δικαιώματα που μπορεί να διεκδικήσει  το σύνολο της ανθρωπότητας. Όπως η τροφή, η στέγη, η παιδεία και η ιατρική περίθαλψη, νομίζω ότι το δικαίωμα να ζούμε σε ένα καθαρό και περιβαλλοντικά σταθερό κόσμο αποτελεί ένα αίτημα της σημερινής, όπως και της μελλοντικής γενιάς (ων). Αυτό διασφαλίζει ότι εάν μια οικονομική αξία πρόκειται να τεθεί στο περιβάλλον ως σύνολο, δεν θα γίνει με τρόπο που θα είναι επιζήμιος για τη μελλοντική ανθρώπινη αντιπροσωπεία. Στην καλύτερη περίπτωση, το αίτημα θα προωθείται φυσικά από τη δημοκρατική διαδικασία- όμως, με το ρολόι να χτυπά και με ορισμένα κράτη να εξακολουθούν να έχουν ιδιοτελείς εθνικιστικές ατζέντες, φαίνεται ότι η βία,  και σ’ αυτή την περίπτωση η οικονομική βία, μπορεί να είναι ο μόνος πραγματικός και αποτελεσματικός τρόπος για τη διευκόλυνση της αλλαγής. Για να χρησιμοποιήσω μια αναφορά του Isaiah Berlin, ‘αναγνωρίζουμε ότι είναι πιθανό, μερικές φορές δικαιολογημένο, να εξαναγκάζουμε τους ανθρώπους στο όνομα κάποιου σκοπού (ας πούμε της δικαιοσύνης ή της δημόσιας υγείας) που θα μπορούσαν οι ίδιοι, αν ήταν πιο φωτισμένοι, να επιδιώξουν, αλλά δεν το κάνουν, επειδή είναι τυφλοί ή αδαείς ή διεφθαρμένοι&#8217;.<a href="#_ftn5" title="_ftnref5" name="_ftnref5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span>[5]</a> Στην περίπτωση της σημερινής παγκόσμιας περιβαλλοντικής κρίσης, θα έλεγα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναλάβει αυτή τη δυσάρεστη, αλλά σαφώς κοσμοπολίτικη, ευθύνη, προτού είναι πολύ αργά. Ταυτόχρονα, όμως, με την οικονομική βία, θα πρέπει να δοθούν αυξημένες χρηματοδοτήσεις για την ανάπτυξη και εφαρμογή περιβαλλοντικά βιώσιμων ενεργειακών λύσεων για τις αναπτυσσόμενες χώρες.</p>
<p><code><br />
</code>Πιστεύω επίσης ότι οι μονομερείς, επικεντρωμένες στον κοσμοπολιτισμό, λύσεις μπορούν να είναι χρήσιμες όχι μόνο για την επιδίωξη περιβαλλοντικής δικαιοσύνης αλλά και για την επίτευξη δικαιοσύνης, γενικότερα, για κρίσιμα προβλήματα διακρίσεων, φτώχειας και συγκρούσεων που οφείλονται σε αρχικά παρόμοιες, ιδιοτελείς εθνικιστικές αιτίες. Στην Αφρική, για παράδειγμα, από το φόβο της αναβίωσης ιστορικά πρόσφατων και αρνητικών αποικιοκρατικών συνειρμών, η Δύση έμεινε έξω  από πολλά ζητήματα,  προκειμένου  να μην χαρακτηριστεί αντιδημοκρατική. Σύμφωνα όμως με τη παγκόσμια ατζέντα για τη δικαιοσύνη, όπως είπα προηγουμένως, πρέπει να υπάρχουν κάποια θεμελιώδη δικαιώματα που να μπορεί να διεκδικήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα, πέρα από τον ‘δημοκρατικό’ έλεγχο οποιασδήποτε χώρας. <a href="http://news.bbc.co.uk/2/hi/africa/6260526.stm" target="_blank">Όπως το έθεσε εύστοχα ο αρχιεπίσκοπος της Ζιμπάμπουε</a> Pius Neube το 2007, υπάρχει μια σαφής επιλογή ανάμεσα στην υποστήριξη ‘μιας κυβέρνησης που είναι έτοιμη να θυσιάσει τις ζωές του λαού της ή την ανατροπή  (της Δύσης) με κίνδυνο να αποκαλεστεί ιμπεριαλιστική’. Η δήλωση αυτή ισχύει και για πολλά διαφορετικά θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που καταπατώνται σε παγκόσμιο επίπεδο και σε καθημερινή βάση- μολονότι η φύση και το περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων αποτελούν αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.</p>
<p><code><br />
</code>Τέλος,  εάν αναρωτιέται κανείς πώς η ατζέντα που πρότεινα μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, υπάρχουν προφανώς πολλά ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση. Για παράδειγμα- ποιες ακριβώς οικονομικές κυρώσεις  μπορούν να ληφθούν; Πόσο διάστημα θα πάρει και μπορεί η Ε.Ε. να καταλήξει σε απόφαση για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής; Ποιες συγκεκριμένες περιβαλλοντικές παραχωρήσεις πρέπει να κάνουν οι χώρες που δεν είναι σήμερα συνεργάσιμες και με ποια σειρά (οι μη συνεργάσιμες χώρες) θα ιεραρχηθούν; Καθώς αυτή είναι μόνο μια μικρή επιλογή των θεμάτων που μπορεί να τεθούν σε σχέση με τις προτάσεις μου (θα υπάρξουν αναπόφευκτα πολύ περισσότερα), δεν θα δώσω προς το παρόν απαντήσεις, προτιμώντας να αφήσω τους αναγνώστες να σκεφτούν αυτά που συζητήθηκαν. Ουσιαστικά, αν δεν βασιστούμε απλώς στις κυρίαρχες λύσεις για τα διεθνή προβλήματα, μπορεί να γεννήσουμε ιδέες που δεν είχαμε σκεφτεί προηγουμένως- και επιχείρησα να φτάσω σε μια από αυτές εδώ. Ελπίζω η απόπειρα αυτή,  για μια μη παραδοσιακή κοσμοπολίτικη λύση στη σημερινή παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση,  να ωθήσει κι άλλους ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.</p>
<p><code><br />
</code>Συμπερασματικά, ενώ το περιβαλλοντικό μέλλον του κόσμου δεν διαγράφεται ευοίωνο σήμερα, δεν πιστεύω ότι στερείται κάθε ελπίδας. Σ’ αυτό το άρθρο άγγιξα μόνο μια πιθανή λύση για τα περιβαλλοντικά  (και ίσως κάποια άλλα) προβλήματα που αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα- εκείνη της εμπνευσμένης από τον κοσμοπολιτισμό μονομερούς δράσης. Ωστόσο, ανεξάρτητα από ποια θετικά βήματα γίνονται, για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι πρέπει να γίνουν σύντομα. Όποιες μεθόδους κι αν χρησιμοποιήσουμε για την καταπολέμηση αυτής της απειλής για την ανθρωπότητα, κάποιος πρέπει να ηγηθεί για να προωθήσει τη διαδικασία και να ληφθούν υπεύθυνες αποφάσεις  για το καλό όλων. Μολονότι μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται ακριβώς με τις ‘παραδοσιακές’ κοσμοπολίτικες απόψεις, όπως των Held και Linklater, πιστεύω ότι συζητήσεις όπως αυτή που έγινε σ’ αυτό το άρθρο είναι δυνητικά πολύ πιο σημαντικές για τη γη από τις καθαρά ακαδημαϊκές κοσμοπολίτικες ανησυχίες. Για πολύ καιρό, οι εσωτερικές οικονομικές σκοπιμότητες εμπόδιζαν την εφαρμογή των αναγκαίων παγκόσμιων πρωτοβουλιών,. Όπως πρότεινα εδώ, το ‘μεγάλο δημοκρατικό πείραμα’ της Ε.Ε. θα μπορούσε να προωθήσει την αλλαγή στάσης που τόσο απεγνωσμένα χρειάζονται κάποιες περιοχές. Για το καλό μας, ελπίζω κάποιος εκεί πέρα να ακούει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o> </o></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref1" title="_ftn1" name="_ftn1"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Held, D., “Principles of Cosmopolitan Order” στο Brock, G Brighouse, H. (επ.) <em>The Political Philosophy of Cosmopolitanism</em>, σ. 15 (Cambridge University Press, 2005, Cambridge)</span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"><o></o></span></p>
<p id="ftn2">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref2" title="_ftn2" name="_ftn2"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Ο.π, σ. 14<o></o></span></p>
<p id="ftn3">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref3" title="_ftn3" name="_ftn3"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Linklater, A., “Cosmopolitan Citizenship” στο Hutchins, K. και Dannreuther, R. (επ.), <em>Cosmopolitan Citizenship</em>, σ. 53 (Macmillan Press Ltd, 1999, London)<o></o></span></p>
<p id="ftn4">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref4" title="_ftn4" name="_ftn4"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Auffhammer, M. και Carson, R., “Forecasting the path of China&#8217;s CO2 emissions using province-level information” στο <em>The Journal of Environmental Economics and Management</em>, (Vol. 55, Issue 3, May 2008, σσ. 229-247)<o></o></span></p>
<p id="ftn5">&nbsp;</p>
<p class="MsoFootnoteText"><a href="#_ftnref5" title="_ftn5" name="_ftn5"><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"></span><span></span><span class="MsoFootnoteReference"></span><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Berlin, I., “Two Concepts of Liberty” in Quinton, A., (επ.) <em>Political Philosophy</em>, σ. 150 (Oxford University Press, 1967, Oxford)<o></o></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=333</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κωνσταντίνος Παπαστεργίου – Η ενέργεια στα χέρια των ανθρώπων</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=337</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=337#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 22 Sep 2008 14:01:14 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Editors - Re-public]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[περιβαλλοντική δικαιοσύνη]]></category>
		<category><![CDATA[Jeremy Rifkin]]></category>
		<category><![CDATA[Katherine Hepworth]]></category>
		<category><![CDATA[Michel Serres]]></category>
		<category><![CDATA[p2p]]></category>
		<category><![CDATA[philip sarre]]></category>
		<category><![CDATA[Venanzio Arquilla]]></category>
		<category><![CDATA[διανεμημένη-ενέργεια]]></category>
		<category><![CDATA[καθαρή-ενέργεια]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος-Παπαστεργίου]]></category>
		<category><![CDATA[υδρογόνο]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=337</guid>
		<description><![CDATA[Ο Jeremy Rifkin, o πασίγνωστος οικονομολόγος και χαρισματικός ομιλητής, άνοιξε την πρώτη μέρα του Συνεδρίου Σοσιαλιστικής Διεθνούς με μια ομιλία στα πλαίσια του διαλόγου για τις κλιματικές αλλαγές. Σε μια εποχή στην οποία το 50% του πληθυσμού της γης δεν έχει πραγματοποιήσει ποτέ τηλεφωνική κλήση και το 1/3 των κατοίκων του πλανήτη δεν έχει πρόσβαση [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>  <a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/jeremy_rifkin.jpg" title="Jeremy Rifkin"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2008/09/jeremy_rifkin.jpg" title="Jeremy Rifkin" alt="Jeremy Rifkin" align="left" height="120" width="120" /></a>Ο Jeremy Rifkin, o πασίγνωστος οικονομολόγος και χαρισματικός ομιλητής, άνοιξε την πρώτη μέρα του Συνεδρίου Σοσιαλιστικής Διεθνούς με μια ομιλία στα πλαίσια του διαλόγου για τις κλιματικές αλλαγές. Σε μια εποχή στην οποία το 50% του πληθυσμού της γης δεν έχει πραγματοποιήσει ποτέ τηλεφωνική κλήση και το 1/3 των κατοίκων του πλανήτη δεν έχει πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια, έφτασε η ώρα οι πολιτικοί να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους σχετικά με το τι αποκαλεί ο Rifkin ως ενέργεια-«ελίτ», δηλαδή την συγκεντρωτική παραγωγή και εμπορία ενέργειας. Ο ομιλητής απεύθυνε πρόταση στους Σοσιαλιστές αρχηγούς να «δώσουν  πίσω στους ανθρώπους την ενέργεια», ενθαρρύνοντας την διανεμημένη παραγωγή και την ομότιμη (peer to peer) διανομή της ενέργειας.<span id="more-337"></span></p>
<hr />
<code><br />
</code><br />
«Εάν δεν μπορούσαμε να δώσουμε άνθρακα ή φυσικό αέριο ή ουράνιο στο ανθρώπινο γένος στα 3 ή 50 ή 100 δολάρια το βαρέλι, πώς θα καταφέρουμε να τα προσφέρουμε στους ανθρώπους στην τιμή των 150 δολαρίων;», λέει ο Rifkin.</p>
<p><code><br />
</code>Ο Rifkin, ερευνητής στο University of Pennsylvania και ιδρυτής του <a href="http://www.foet.org" target="_blank"><em>Foundation of Economic Trends</em></a>, διατυπώνει μια τετραπλή πρόταση, απαντώντας στις προκλήσεις της άντλησης, της δέσμευσης, της αποθήκευσης και της διανομής της ενέργειας.</p>
<p><code><br />
</code>Ο ομιλητής πρότεινε οι σύγχρονες οικονομίες να στραφούν σε ενεργειακές τεχνολογίες μεταγενέστερες του άνθρακα για ένα αυτοσυντηρούμενο περιβάλλον, εν αντιθέσει με τις τεχνολογίες χαμηλής παραγωγής (διοξειδίου του) άνθρακα, οι οποίες επιμηκύνουν το χρόνο ζωής μας στη γη, αλλά δεν επιλύουν τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα. Ο πρώτος πυλώνας της πρότασης του Rifkin είναι η «καθαρή» ενέργεια, όπως η αιολική, η ηλιακή, η γεωθερμική και τα απορρίμματα.</p>
<p><code><br />
</code>Η άντληση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι κάτι καινούριο για τους μηχανικούς ενεργειακών συστημάτων. Ωστόσο, η δέσμευση της καθαρής ενέργειας από αυτές τις πηγές ενέργειας αποτελεί ακόμα πρόκληση. Η παραδοσιακή συγκεντρωτική παραγωγή ενέργειας φαίνεται να έχει κάποια μειονεκτήματα: το κόστος εξαρτάται από τις τιμές ορυκτού καυσίμου και η διαθεσιμότητα στηρίζεται στις γεωπολιτικές συνθήκες. Η καθαρή ενέργεια υπάρχει παντού (αέρας, ήλιος, απορρίμματα), συνεπώς η διανεμημένη παραγωγή ενέργειας θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην πρόκληση για δέσμευση ενέργειας. «Η ενέργεια στα χέρια των ανθρώπων», είπε ο Rifkin, «σημαίνει ότι κάθε μεμονωμένο κτίριο, γραφείο, σχολείο και κάθε κατασκευή πάνω στη γη μπορεί να μετατραπεί σε ένα μικρό σταθμό παραγωγής ενέργειας, φιλικό προς το περιβάλλον,  που αιχμαλωτίζει την καθαρή ενέργεια».</p>
<p><code><br />
</code>Το πρόβλημα με πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή είναι ότι δεν είναι πάντα διαθέσιμες ή δεν υπάρχουν αρκετά αποθέματα, ώστε να καλυφθούν οι διάφορες ανάγκες. Η διακοπτόμενη φύση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας γεννά μια πρόκληση, αυτή της αποθήκευσης της ενέργειας με ένα φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο. Ο καθηγητής Rifkin εξήγησε ότι η πιο καθαρή τεχνολογία αποθήκευσης ενέργειας, σήμερα, είναι το υδρογόνο. Το πλεόνασμα της ενέργειας που παράγεται από τους εσωτερικούς μας σταθμούς παραγωγής ενέργειας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση ηλεκτρόλυσης του νερού και συνεπώς για την παραγωγή υδρογόνου, το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ενεργειακές κυψέλες.</p>
<p><code><br />
</code>Με επαρκείς εγκαταστάσεις άντλησης, δέσμευσης και αποθήκευσης ενέργειας, ο Rifkin προχώρησε την πρότασή του ένα βήμα παραπέρα κάνοντας λόγο για τη δυνατότητα δημιουργίας ομότιμων ενεργειακών δικτύων (peer-to-peer power grids). Κάτι τέτοιο αντιστοιχεί  στις πλατφόρμες διαμοιρασμού αρχείων (file sharing platforms) σε δίκτυα υπολογιστών, που χρησιμοποιούνται από όλους για την εύρεση ενός μουσικού κομματιού ή για την μεταφόρτωση μιας ταινίας. Κάθε συσκευή που καταναλώνει ενέργεια περιλαμβάνει μια κάποιας μορφής ψηφιακή επικοινωνία με τις υπόλοιπες συσκευές του δικτύου και συνεπώς τις κρατάει ενημερωμένες σχετικά με τις ενεργειακές της ανάγκες. Ομοίως με ένα χρήστη ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος ζητά ένα μουσικό κομμάτι από άλλους χρήστες στα πλαίσια ενός δικτύου διαμοιρασμού αρχείων, κάθε συσκευή μπορεί να απαιτήσει ενέργεια προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της.</p>
<p><code><br />
</code>Ο καθηγητής Rifkin ζήτησε από τους Σοσιαλιστές αρχηγούς να αναλάβουν άμεση δράση προκειμένου να ενδυναμώσουν τους ανθρώπους δίνοντάς τους την ευκαιρία να παράξουν ενέργεια. Κάλεσε πολιτικούς να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από την εξάρτησή τους από την παραγωγή και εμπορία της ελίτ ενέργειας.</p>
<p><code><br />
</code>«Σήμερα, πρέπει να αναγνωριστεί ένα νέο Ανθρώπινο Δικαίωμα σε όλους τους ανθρώπους του πλανήτη, μηδενός εξαιρουμένου ˙ το δικαίωμα σε μια δίκαιη κατανομή ενέργειας», τόνισε ο Rifkin.</p>
<p><code><br />
</code>Με την ομιλία του ο Jeremy Riffkin έθεσε μια καινούρια διάσταση στοχασμού για τους Σοσιαλιστές, αναφορικά με ζητήματα ενέργειας. «Ο καθηγητής Riffkin εισήγαγε την αντίληψη για συλλογική παραγωγή και κατανομή της ενέργειας  που αγγίζει τις καρδιές μας», σχολίασε ο Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Γεώργιος Α. Παπανδρέου.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=337</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
