<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Re-public : re-imagining democracy &#187; πόλεις σε αναταραχή</title>
	<atom:link href="https://www.republic.gr/?cat=110&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.republic.gr</link>
	<description>re-public , re-imagining democracy</description>
	<lastBuildDate>Fri, 29 Jan 2021 15:34:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.1.37</generator>
	<item>
		<title>Πόλεις σε αναταραχή</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2398</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2398#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:02:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Τζία Γαλάτη - Κωσταντής Καστρισσιανάκης]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[εισαγωγή]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2398</guid>
		<description><![CDATA[των Τζία Γαλάτη και Κωσταντή Καστριασσιανάκη Όταν απευθύναμε το κάλεσμα για συμμετοχή στο αφιέρωμά μας για τις ʺΠόλεις σε Αναταραχήʺ, τον Νοέμβριο του 2009, στόχος μας ήταν να ενθαρρύνουμε τον προβληματισμό για τις συνθήκες στις πόλεις που ταράσσονται από την αμφιβήτηση, ανεξάρτητα αν αυτή κατευθύνεται εναντίον του κράτους, οικονομικών συμφερόντων ή πολιτικών ομάδων. Επισημάναμε ότι [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/remember-the-6th-of-december.jpg"><img src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/remember-the-6th-of-december.jpg" alt="remember the 6th of December" title="remember-the-6th-of-december"  hspace="5" vspace="5" width="250" height="200" align="right" /></a></p>
<p><strong>των Τζία Γαλάτη και Κωσταντή Καστριασσιανάκη</strong></p>
<p>Όταν απευθύναμε το κάλεσμα για συμμετοχή στο αφιέρωμά μας για τις ʺΠόλεις σε Αναταραχήʺ, τον Νοέμβριο του 2009, στόχος μας ήταν να ενθαρρύνουμε τον προβληματισμό για τις συνθήκες στις πόλεις που ταράσσονται από την αμφιβήτηση, ανεξάρτητα αν αυτή κατευθύνεται εναντίον του κράτους, οικονομικών συμφερόντων ή πολιτικών ομάδων. Επισημάναμε ότι οι ταραχές που συγκλόνισαν την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις τον Δεκέμβριο του 2008 δεν ήταν μεμονωμένα ούτε αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα και επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε τα γεγονότα αυτά υπό το φως των εμπειριών άλλων πόλεων, εξερευνώντας τον πολιτικό ρόλο που διαδραμάτισαν. Διατρέχοντας τις πολύ ενδιαφέρουσες συμμετοχές αυτού του τεύχους, ο/η αναγνώστης/τρια ενδέχεται να διαπιστώσει ότι οι πόλεις μπορούν στην πραγματικότητα να έχουν ενεργή συμμετοχή στην πολιτική ζωή των κρατών.<span id="more-2398"></span> </p>
<p><code><br />
</code>Περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, οι επιπτώσεις των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων που βίωσαν οι Έλληνες είναι δύσκολο να αποτιμηθεί. Καθώς η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει πρωτοφανή και αμφιλεγόμενα μέτρα σε μια χώρα που διέρχεται οικονομική και κοινωνικο-πολιτική κρίση, η Αθήνα, που έχει ιδιαίτερα πληγεί, βρίσκεται πάλι στην κεντρική σκηνή, με το αστικό τοπίο της να αντανακλά επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες και κλιμακούμενες πολιτικές εντάσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Οι πόλεις σε αναταραχή μας υποχρεώνουν να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που φτιάχνει μια κοινωνία ή μια κοινότητα, αντί να το θεωρούμε δεδομένο. Δοκιμάζουν την καταλληλότητα κάποιων αστικών θεσμών και την ικανότητά τους να διασφαλίσουν τη συνύπαρξη των κατοίκων. Η εγγύτητα που επιβάλλουν στους κατοίκους μπορεί να κατευνάζει και ταυτόχρονα να εντείνει τις κρίσεις. Όταν οι πόλεις και οι πλατείες, οι δημόσιοι χώροι αυτών των πόλεων γίνονται τόποι αυτών των αντιπαραθέσεων, μετατρέπονταιι εκ των πραγμάτων σε θεσμούς που ενσαρκώνουν την πόλωση, όπου προκαλούνται ανταγωνισμοί και οι γραμμές χαράσσονται ξανά και ξανά. Ωστόσο, αυτές οι εκρήξεις βίας, αποτελούν στιγμές μιας συνεχιζόμενης διαδικασίας που έχει βαθύτερες ρίζες και μακροπρόθεσμες επιδράσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Οι συνεντεύξεις και τα άρθρα που παρουσιάζουμε εδώ δεν ισχυρίζονται ότι αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία πόλεων ή πολιτειών, προσφέρουν όμως ένα καλειδοσκόπιο από ματιές που μπορούμε να μεταφέρουμε πιο πέρα, καθώς τα γεγονότα ξεδιπλώνονται στην Ελλάδα και αλλού. Η πόλη απλώνεται κάπου ανάμεσα στην απτή πραγματικότητα της σκληρής ασφάλτου και την ακόρεστη ανάγκη να φανταστεί και να εκπροσωπήσει τον εαυτό της, και επομένως δεν αποτελεί έκπληξη που τα κείμενα εδώ καλύπτουν μια γκάμα από προσεκτικές αναλύσεις μέχρι συνειδητούς ρεμβασμούς. Γράφοντας για τις πόλεις, ο συγγραφέας ωθείται προς αυτές τις δυο αυτές κατευθύνσεις. Καθώς συνεχίζουμε να ζούμε και να τις διοικούμε, θα μπορούσαμε να φέρουμε αυτούς τους μαγνήτες πιο κοντά.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2398</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Nigel Thrift &#8211; Η αριστερά και ο &#8220;πανικός προς τα εμπρός&#8221;</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2470</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2470#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:38 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Nigel Thrift]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[nigel thrift]]></category>
		<category><![CDATA[ακτιβισμός]]></category>
		<category><![CDATA[αριστερά]]></category>
		<category><![CDATA[αρχιτεκτονική]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2470</guid>
		<description><![CDATA[Αντί να υιοθετήσουμε μία στάση απόλυτης απόρριψης των επίσημων θεσμών, ο Nigel Thrift μας προτρέπει να θέσουμε το ερώτημα: "πώς μπορεί κανείς να αναμορφώσει τους θεσμούς και την εργασιακή ηθική τους έτσι ώστε να είναι κατάλληλοι για την εποχή μας;"]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Nigel Thrift" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/nigel_thrift.jpg"><img title="Nigel Thrift" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/nigel_thrift.jpg" alt="Nigel Thrift" hspace="5" vspace="5" width="133" height="200" align="left" /></a></p>
<p>Αντί να υιοθετήσουμε μία στάση απόλυτης απόρριψης των επίσημων θεσμών, ο Nigel Thrift μας προτρέπει να θέσουμε το ερώτημα: &#8220;πώς μπορεί κανείς να αναμορφώσει τους θεσμούς και την εργασιακή ηθική τους έτσι ώστε να είναι κατάλληλοι για την εποχή μας;&#8221;. Σαν μια γενική αρχή, ο Thrift υποστηρίζει ότι &#8220;αντί για κρυπτογράφημα, ο οργανισμός θα έπρεπε να είναι είναι ένα ‘σώμα’ με το οποίο θα μπορούν να αλληλεπιδράσουν οι άνθρωποι.&#8221; Η αυξανόμενη δράση ενός μεγάλου αριθμός άτυπων οργανισμών, από τα δικαστήρια πολιτών μέχρι τις ΜΚΟ, ενσωματώνει, σε αυτή την κατεύθυνση, μια εξαιρετικά βιώσιμη μορφή πολιτικής που επιτρέπει την διάδοση πολλαπλών μορφών ακτιβισμού, που προάγει ένα βαθμό διαφάνειας και που αυξάνει τον κοινωνικό έλεγχο των μεγάλων επίσημων οργανισμών. <span id="more-2470"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Μία συνέντευξη στη Τζία Γαλάτη και τον Κωσταντή Καστρισσιανάκη</strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Τζία Γαλάτη</strong>:  Στο κείμενό σας <em><a href="http://underfire.eyebeam.org/?q=node/541" target="_blank">Political Sensations</a></em>, έχετε γράψει: &#8220;Η τρέχουσα διεθνής πολιτική κατάσταση δείχνει με το παραπάνω τη δύναμη των παθών. Τα διάφορα πάθη που  σαρώνουν την πολιτική σκηνή αποτελούν μέρος του πώς σκεφτόμαστε πολιτικά. Επομένως, αν αγνοούμε το συγκινησιακό, παθιασμένο στοιχείο της σκέψης είναι σαν να σβήνουμε πολλά από αυτά που αποτελούν τη σκέψη&#8221;.  Μπορούμε να συνάγουμε  ότι η πολιτική σκέψη σήμερα είναι θέμα διαχείρισης της αίσθησης και των κύκλων του πάθους;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Είναι εν μέρει θέμα διαχείρισης και επειδή υπάρχουν πολλές πολιτικές δυνάμεις στον κόσμο καταφέραμε να διαχειριζόμαστε καλύτερα την αίθηση/ πάθος. Ανατρέχοντας στο χρόνο, η διαχείριση των συναισθημάτων, των συγκινήσεων και της αίσθησης αποτελούσε πάντοτε μέρος της πολιτικής. Αρκεί να διαβάσετε τον Κικέρωνα ή τους σύγχρονούς του και είναι πολύ σαφές ότι οι άνθρωποι γνώριζαν και κατά κάποιο τρόπο γνώριζαν καλύτερα από μας τώρα, μερικά από αυτά τα πράγματα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς την παράδοση της ρητορικής και μέρος αυτής της παράδοσης αφορούσε ακριβώς το πώς μπορεί να ασκήσει κανείς αυτές τις δυνάμεις σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις για να πείσει τους ανθρώπους και να πετύχει έτσι πολιτικά οφέλη.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν, ωστόσο, δυο πράγματα που έχουν αλλάξει. Το ένα είναι ότι οι κυβερνήσεις, οι φορείς και άλλοι μεγάλοι κοινωνικοί παίκτες έχουν μεγαλύτερη επίγνωση αυτών των πτυχών και μεγαλύτερη οξύνοια. Το παράδειγμα που χρησιμοποιώ συνήθως είναι οι προεκλογικές εκστρατείες. Εκεί μπορείτε να δείτε πόση επίγνωση έχουν οι άνθρωποι για τη μετάδοση της συγκίνησης και της αίσθησης, ιδίως μέσω των μίντια. Από την άλλη πλευρά, νομίζω ότι έχει επίσης να κάνει με τον τρόπο που η Αριστερά επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα ρεύματα των συναισθημάτων. Σ’ αυτό το έργο, ένας από τους κινδύνους που μπορείς να αντιμετωπίσεις  είναι ότι μπορεί να μοιάζει πως αυτό που κάνεις προσθέτει απλώς  μια διέγερση στο μίγμα των γεγονότων, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθείς να κάνεις τους ανθρώπους να σκέφτονται καλύτερα αυτά που κάνουν. Το θέμα είναι ότι  δεν σκεφτόμαστε απλώς γνωστικά, σκεφτόμαστε επίσης προ-γνωστικά με όλους τους τρόπους. Πολύ συχνά οι άνθρωποι έχουν αισθήματα που είναι ένα είδος σκέψης, που είναι τόσο σημαντικά όσο η αναλυτική ικανότητα. Μερικές φορές οι άνθρωποι μπορεί να νιώθουν δυσαρεστημένοι, μπορεί να έχουν συναίσθημα στέρησης,  χωρίς να είναι σίγουροι γιατί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτά τα αδιαμόρφωτα συναισθήματα δεν έχουν καμιά πολιτική δύναμη.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα από τα πράγματα με τα οποία ασχολούμαι είναι να προσπαθώ και να σκέφτομαι τρόπους με τους οποίους μπορούμε να χρησιμοποιούμε τις συγκινήσεις θετικά, γιατί μπορούν να λειτουργήσουν αποπρονατολιστικά. Για παράδειγμα, είναι πολύ εύκολο να είναι κανείς θυμωμένος και ένα από τα μεγάλα προβλήματα στις δυτικές κοινωνίες είναι ότι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι επειδή είσαι θυμωμένος, πρέπει να έχεις δίκιο. Κι αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια. </p>
<p><code><br />
</code>Από μια άλλη άποψη, γεννάται το ερώτημα γιατί να το επιχειρήσει κάποιος. Είναι για να αυξήσει την ικανότητα των ανθρώπων να είναι ορθολογικοί, πράγμα που σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να διευρύνουμε αυτό που εννοούμε με τον ορθολογισμό. Αν δεις όμως πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, βλέπεις ότι απουσία συναισθήματος,  είναι πολύ δύσκολο να σκεφτούν. Είναι μέρος του τρόπου που σκεφτόμαστε σήμερα.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Κωσταντής Καστρισσιανάκης</strong>: Φαίνεται επίσης ότι, με πολλούς τρόπους, η συγκίνηση ή το συναίσθημα είναι ένα πράγμα, ενώ το πολιτικό μέτρο για το χειρισμό του μπορεί να ανταποκρίνεται σε κάτι άλλο, σε μια πολύ διαφορετική ανάγκη. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι μπορεί να νιώθουν θυμό επειδή κάποια θέματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από το κράτος ή μέσω της πολιτικής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Μπορεί ο θυμός να εκφράζει ένα είδιος μπλοκαρίσματος και ο μόνος τρόπος που οι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν κάτι να είναι μέσω του θυμού. Δεν με ενδιαφέρει όμως τόσο πολύ ο θυμός. Δεν είναι κάτι που μπορείς να αγνοήσεις, αλλά δεν νομίζω ότι είναι ένα πολύ θετικό συναίσθημα : μερικές φορές είναι, αλλά συνήθως δεν είναι. Με ενδιαφέρει περισσότερο η προσπάθεια δημιουργίας κάποιας αισιοδοξίας, κάποιας ελπίδας για τα πράγματα. Οι ανθρωποι βρίσκονται συχνά σε πολύ δύσκολες συνθήκες αλλά κατορθώνουν και εκδηλώνουν, με όλους τους τρόπους, ένα επίπεδο θέλησης. Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον γιατί κρατά περισσότερο. Ένα από τα προβλήματα με τον θυμό είναι ότι συνήθως δεν κρατάει. Ενώ με πράγματα όπως η ελπίδα, για παράδειγμα, αν γίνονται σωστά, οι άνθρωποι μπορούν και παραμένουν αισιόδοξοι για μεγάλες χρονικές περιόδους. Πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι εξαιρετικά σημαντική πολιτικά. Πιστεύεις, τελικά, ότι στην άλλη άκρη υπάρχει κάτι καλύτερο. Ακόμη κι αν βρίσκεσαι βυθισμένος στις δυσκολίες και τα δεινά και μοιάζει τρομερό, μπορείς να πας σε κάτι καλύτερο. Επομένως, ενδιαφέρομαι να διευρύνω τα συναισθήματα αυτού του είδους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Υπάρχει επίσης ευρεία κριτική για τη φιλελεύθερη πολιτική και την τάση καλλιέργειας ενός επιπέδου απάθειας ή ενός συναισθήματος στέρησης επειδή οι πολίτες νιώθουν ότι η οικοδόμηση της συναίνεσης μέσω της φιλελεύθερης πολιτικής δεν επιτρέπει την έκφραση των απόψεών τους και ενισχύει το συναίσθημα της  αποξένωσης. Αναρωτιέμαι λοιπόν ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτό. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Επιτρέψτε μου να μπω σε ένα άλλο θέμα που έχει να κάνει με το γιατί με ενδιαφέρουν περισσότερο τα πιο βραδυφλεγή συναισθήματα. Είναι επειδή, για μένα τουλάχιστον, ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς σε αυτό τον τομέα αγνοεί ένα καίριο μέρος της πολιτικής: την οργάνωση. Αγνοεί ότι η πολιτική, τον περισότερο καιρό, έχει να κάνει με τη δουλειά, και στην πραγματικότητα μια πολύ βαρετή δουλειά. Ανεξάρτητα αν γεμίζεις φακέλους, αν συντάσσεις ένα αίτημα ή αν σταματάς κάποιον στο δρόμο. Εκτός εάν σε συγκινεί, δεν πρόκειται να το κάνεις για πολύ. Για μένα λοιπόν είναι τρομερά σημαντικό να βάλουμε τα συναισθήματα και την οργάνωση μαζί. Νομίζω ότι υπάρχουν παραδείγματα όπου μπορούμε να έχουμε εκρηκτικά συναισθήματα, αλλά νομίζω ότι είναι σπάνια. Η πολιτική απαιτεί συνήθως αμείωτη σκληρή δουλειά. </p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχουν στοιχεία στη σκέψη της Αριστεράς που νομίζω ότι θέλουν να σε κάνουν να πιστέψεις πως μπορείς να έχεις κάτι αμέσως κι εγώ δεν πιστεύω πως αυτό είναι πιθανό. Ακόμη κι αν συμβεί, συνήθως δεν κρατάει πολύ. Στην πραγματικότητα δεν κάνεις ένα βήμα μπροστά. Με τον συνάδελφό μου Ash Amin γράφουμε πάνω στο θέμα αυτό ένα βιβλίο, που ένα μεγάλο μέρος του εξετάζει την οργάνωση και τη γραφειοκρατία. Το σκεπτικό είναι ότι οι πολιτικές ομάδες που δεν έχουν αυτούς τους μηχανισμούς είναι συνήθως περιθωριακές, επιφαινομενικές σε σχέση με αυτά που συμβαίνουν. Εάν διατρέξετε την ιστορία,  επιτυχή ήταν τα κινήματα  που επέδειξαν πραγματική οργανωτική ικανότητα. Πάρτε την εκστρατεία του Ομπάμα, που είχε συναίσθημα και μαζί πραγματική οργανωτική ικανότητα. Εάν πάρουμε τα βιβλία που γράφτηκαν για την προεδρική εκστρατεία, θα δούμε με ποιο τρόπο υπήρξαν πρωτόγνωρες στρατηγικές και προσεγγίσεις. Αυτό λοιπόν που με ενδιαφέρει να δείξω είναι ότι εάν δεν μπορείς να έχεις αποτελεσματική οργάνωση, μπορείς να αισθάνεσαι όσο θέλεις αλλά  τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΤΓ</strong>: Νομίζετε ότι κάτι τέτοιο πρέπει να συμβεί στην Αριστερά για να αναγεννηθεί εάν όχι ιδεολογικά, τουλάχιστον ως προς την κινητήρια δύναμή της;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Οι απαντήσεις είναι πολλές αλλά θα ήθελα να επισημάνω τρία σημεία. Το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να διαφυλάξεις τα κέρδη σου. Ο <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Tony_Judt" target="_blank">Αμερικανός συγγραφέας Tony Judt</a> το έδειξε πρόσφατα με διεισδυτικό τρόπο όταν είπε ότι ένα από τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Αριστερά είναι ότι αμέλησε να διαφυλάξει τα κέρδη της και ότι ένα μέρος της, η σοσιαλδημοκρατία, αγωνίζεται επειδή η Αριστερά βαρέθηκε να την υπερασπίζεται. Αυτό δεν ισχύει για όλες τις χώρες και τα κράτη,  σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι καίριο.</p>
<p><code><br />
</code>Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ότι μολονότι είναι θαυμάσιο να λέμε ότι μπορούμε να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου καμιά μορφή οργάνωσης δεν θα κυβερνά τις ζωές μας, ότι μπορούμε να έχουμε συνεχώς μια πρωτο-αναρχική κατάσταση πραγμάτων, γεγονός είναι ότι αν δεν μπορούμε να κατακτήσουμε ή να δημιουργήσουμε κάτι &#8220;λίγο σαν κράτος&#8221; τότε είναι πολύ δύσκολο να δούμε πώς μπορούμε να παράγουμε το είδος της προόδου που οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν.</p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο πράγμα  που πρέπει να κάνουμε, από πολιτική άποψη, είναι να δημιουργήσουμε  <a href="http://books.google.co.uk/books?id=98l6zbg9KFAC&#038;printsec=frontcover#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">αυτό που ο κοινωνιολόγος Randall Collins αποκαλεί</a> &#8220;πανικό προς τα εμπρός&#8221;. Κι αυτό που εννοεί είναι ότι στα πεδία μάχης, εμφανίζεται το φαινόμενο, οι μαχητές να  φεύγουν μακριά, στην αρχή ένας ένας και ύστερα σε μεγαλύτερους αριθμούς, με μεταδοτικό τρόπο, χωρίς κανείς να ξέρει πώς άρχισε αυτό. Το βλέπεις μόνο όταν απλώνεται. Αυτό όμως ισχύει και αντίστροφα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων στα πεδία μάχης που εφορμούν στο μέτωπο. Αυτό που πρέπει να δημιουργήσουμε είναι αυτός ο ʺπανικός προς τα εμπρόςʺ. Το θέμα είναι να συνεχιστεί! Είναι εύκολο να μπλοκαριστεί ή να γίνει βαρετό. Πρέπει να διαφυλάξεις το μομέντουμ. Το πιο σημαντικό είναι να σταθεροποιήσεις αυτή την κίνηση προς τα εμπρός.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Από το έργο σας μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει μια τεράστια ποσότητα συναισθηματικής έντασης στις πόλεις μας, η οποία διοχετεύεται μέσω ροών και κινημάτων, και επιβάλλεται από τον υλισμό του αστικού περιβάλλοντος. Παίζει εκεί ρόλο η έννοια της υπερβολής;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλές  ακατανόητες πτυχές σε ό, τι αφορά το συναίσθημα. Αυτά τα πράγματα μάς συμβαίνουν. Συχνά νιώθουμε να μας παρασέρνουν τα συναισθήματά μας και ότι αυτό μοιάζει να έρχεται από κάπου αλλού. Και είναι πιθανό να συμβαίνει. Εννοώ ότι το συναίσθημα αφορά σχεδόν πάντοτε μια δυαδική σχέση. Ποτέ δεν βρίσκεται σε σένα, αλλά ανάμεσα σε σένα και πολλούς άλλους ανθρώπους και πράγματα.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό όμως σημαίνει ότι τα συναισθήματα είναι πάντα, σε κάποιο βαθμό, υπερβολικά. Δύσκολα βλέπεις πώς μπορείς να τα έχεις υπό έλεγχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τρόποι να το κάνεις. Σκέψου απλώς τι κάνει ο στρατός, για παράδειγμα. Μεγάλο μέρος της πειθαρχίας στο στρατό αφορά ακριβώς τη διαχείριση των συναισθημάτων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν πάμε όμως στο θέμα των πόλεων, πιστεύω ότι αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι πόλεις έχουν διαφορετικές εντάσεις ή για να χρησιμοποιήσω μια λέξη <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Peter_Sloterdijk" target="_blank">του Peter Sloterdijk</a>, οι πόλεις έχουν διαφορετικές &#8220;ατμόσφαιρες&#8221;. Αισθάνονται διαφορετικά. Το ζήτημα είναι ότι αυτό αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως ένα είδος επιστήμης. Ήταν πάντα έτσι με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, αρκεί να δει κανείς την αρχιτεκτονική και τον αστικό σχεδιασμό. Νομίζω όμως ότι οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο συντονισμένοι στον τρόπο που παράγουν χώρους, χώρους που έχουν ένα σχετικά προβλέψιμο αποτέλεσμα. Αυτή είναι η άλλη πλευρά της σύγχρονης ζωής που με ενδιαφέρει. Το είδαμε να συμβαίνει στα μίντια. Ο κινηματογράφος αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για το πώς οι άνθρωποι έμαθαν να διοχετεύουν και να φτιάχνουν σενάρια με τα συναισθήματα. Σήμερα, το ύψιστο, για να το θέσουμε έτσι, είναι να παράγεις ʺ ταινίες αληθινέςʺ. Με άλλα λόγια, κάθε χώρος πρέπει να έχει μια προβλέψιμη παραγωγή. Κι αν μπορείς να την κάνεις αξιόπιστα, τότε μπορείς να πουλήσεις. Με τον καιρό, η τέχνη αυτή εξελίχτηκε σε ισχυρή επιστήμη, για την οποία είναι εμφανές ότι χρειάζεται μια αντι-επιστήμη, γιατί διαφορετικά κινδυνεύει να γίνει υπερβολικά ισχυρή.</p>
<p><code><br />
</code>Η Αριστερά πρέπει να σκεφτεί πώς έγινε δυνατό να παράγουμε αυτά τα χωροταξικά αποτελέσματα και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά. Συνήθως, όμως, ο προβληματισμός της Αριστεράς έχει να κάνει με την εκτέλεση, με τους διάφορους τρόπους έκθεσης και, σε πολλές περιπτώσεις, με το σχεδιασμό αποτελεσματικών συναισθηματικών χώρων.  Κατά συνέπεια, δεν πιστεύω ότι είναι κάτι εξαιρετικό. Πιστεύω ότι πρέπει απλώς να γίνει συστηματικό. Και αν η Αριστερά δεν το κάνει, θα το κάνουν όλοι οι άλλοι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Δείχνετε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ακτιβισμό και θυμάμαι ότι διάβασα σε ένα κείμενό σας ότι υπάρχει ένα αρχέτυπο του ακτιβιστή. Ένας γενναίος, ηρωϊκός ακτιβιστής.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Αναφέρεστε στο κείμενο &#8220;<a href="http://www.mobilelab.ca/mobilenation/spnthrift.html" target="_blank">Halos: new apprehensions of political time and space</a>.&#8221; Ένα από τα προβλήματα που υπάρχουν σε ορισμένα μέρη του κόσμου είναι η ιδέα του &#8220;ήρωα&#8221; ακτιβιστή. Οι εθνογραφικές μελέτες δείχουν ότι αυτή η ιδέα θέτει πολλούς ανθρώπους εκτός πολιτικής. Δηλαδή, ενώ οι ακτιβιστές μπορεί να νιώθουν σπουδαίοι, δεν κάνουν τους άλλους ανθρώπους να αισθάνονται σπουδαίοι. Και ένας από τους λόγους είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν νιώθουν ότι μπορούν να ενεργήσουν σύμφωνα με αυτό το στερεότυπο-και δεν είμαι σίγουρος ότι και οι ακτιβιστές μπορούν. Γεγονός είναι ότι ο σχεδόν στρατιωτικός ακτιβισμός του τύπου &#8220;Να καταλάβουμε τα οχυρά&#8221; και &#8220;θα γίνουμε όλοι ήρωες&#8221; μπορεί να κάποιες φορές να χρησιμοποιείται αλλά συνήθως είναι εξαιρετικά προβληματικός. Έχουν γίνει πολλές απόπειρες ώστε να μην ανατρέψουμε αλλά να  συμπληρώσουμε αυτή η ιδέα του ακτιβιστή. Ο φεμινισμός, για παράδειγμα, έχει δείξει ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να έχει πολιτικά αποτελέσματα. Γίνονται επίσης διαφόρων ειδών συζητήσεις για το πώς μπορούμε να έχουμε σύγχρονα πολιτικά κινήματα που ενσωματώνουν πολύ περισσότερους ανθρώπους επειδή είναι λιγότερο επιλεκτικά, κινήματα που δεν απαιτούν να δίνεις όλη  σου την ψυχή σε ένα σκοπό συνεχώς. Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι που το κάνουν, αλλά είναι πάντα η μειοψηφία. Πρέπει λοιπόν μερικές από αυτές τις πολιτικές να γίνουν κυρίαρχη τάση και για να γίνει αυτό πρέπει να έχουμε μια διαφορετική αντίληψη για το τι είναι ο πολιτικός παίκτης.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΤΓ</strong>: Επανερχόμαστε δηλαδή σ’ αυτό που λέγατε πριν για τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης, για τη γραφειοκρατία. Πιστεύετε ότι αυτό πρέπει να κάνουν οι ακτιβιστές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Είναι ενδιαφέρον ότι σε κάποια αριστερά κινήματα ήταν παραδοσιακά οι γυναίκες που το έκαναν αυτό. Αυτό δημιουργούσε παράλυση λόγω του καταμερισμού της εργασίας ανάλογα με το φύλο. Εάν μεταδιδόταν η γνώση που έχουν πολλές γυναίκες για την πολιτική που κάνουν, η πολιτική θα ήταν πολύ καλύτερη. Είναι κάτι που αξίζει να το σκεφτεί κανείς γιατί, σε τελική ανάλυση, η πολιτική έχει να κάνει με την επιμονή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Σ’ αυτό το στάδιο, θα ήταν ενδιαφέρον να θέσουμε ένα ερώτημα για τους θεσμούς, ιδιαίτερα τους θεσμούς των πόλεων. Ο Henri Lefebvre, στο βιβλίο <em><a href="http://www.upress.umn.edu/Books/L/lefebvre_urban.html" target="_blank">The Urban Revolution</a></em>, λέει ότι &#8220;η ασυμβατότητα ανάμεσα στο κράτος και το αστικό είναι ριζοσπαστική από τη φύση της. Το κράτος μπορεί μόνο να εμποδίσει τη διαμόρφωση του αστικού περιβάλλοντος&#8221;. Υπάρχει κάτι στη λογική της οικοδόμησης του κράτους που εμποδίζει την πόλη να πάρει μορφή; Είναι μήπως το γεγονός ότι η πόλη δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Δεν το πιστεύω, γιατί εμπειρικά κανείς μπορεί εύκολα να το καταρρίψει. Μπορεί αυτό που ήθελε να πει ο Lefebvre να ήταν ότι, βασικά, το δίκτυο που στήνει το κράτος δεν μπορούν να το μιμηθούν μερικά από τα χαρακτηριστικά της πόλης, ότι οι πόλεις είναι συνήθως αδιαμόρφωτοι αυτοσχεδιασμοί όπου οι άνθρωποι, σε κάποιο βαθμό, αυτό-οργανώνονται και το κράτος παρεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Αλλά, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τρόποι εξανθρωπισμού του κράτους. Δεν είναι όλες οι γραφειοκρατίες κακές! Δεν πιστεύω ότι το βρετανικό σύστημα υγείας (British Health Service – NHS) είναι κακό ή ότι είναι αναγκαστικά ένα εργαλείο κρατικής καταπίεσης. Για τους περισσότερους ανθρώπους, αποτελεί ακόμη μια σημαντική θετική πρόοδο. Είναι επίσης αλήθεια ότι όταν λειτουργεί καλά, λειτουργεί πολύ καλά, εν μέρει επειδή είναι εναρμονισμένο συναισθηματικά: οι άνθρωποι νοιάζονται γι’ αυτό που κάνουν και επενδύουν στο να το κάνουν καλά. Ένα από τα προβλήματα που έχει  η Αριστερά είναι ότι τείνει να εξομοιώνει το κράτος με τη γραφειοκρατία και δεν έχει καμιά θετική άποψη για τη γραφειοκρατία. Στην πραγματικότητα, όμως, κάποιες γραφειοκρατίες είναι κακές και κάποιες όχι. Ένα από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή είναι η δουλειά ανθρώπων όπως <a href="http://www.cresc.ac.uk/people/p_dugay.html" target="_blank"> ο Paul du Gay</a> και άλλοι, σχετικά με μια σωστή ηθική για τη γραφειοκρατία, εάν μπορώ να πω. Ένα από τα καλά του κράτους- μερικές φορές- είναι το θέμα της πρόνοιας και νομίζω ότι αυτή η πλευρά μπορεί να διευρυνθεί. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να καταργηθεί. </p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Μπορούμε επίσης να θέσουμε το ερώτημα αν είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε θεσμούς πιο κατάλληλους για την πόλη από εκείνους που είναι πάνω απ’ όλα ενσωματωμένοι στην κρατική λογική.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Είναι ένα καλό ερώτημα και δεν νομίζω ότι μπορεί να απαντηθεί θεωρητικά, αλλά μόνο  πρακτικά. Μπορείς να έχεις τη φιλοδοξία, αλλά πρέπει να δείξεις ότι μπορείς να το κάνεις. Το πρόβλημα είναι ότι εξετάζουμε διαστάσεις διαφορετικού είδους ταυτόχρονα. Υπάρχουν μερικά αστικά κινήματα που κάνουν στην πόλη  πολύ αποτελεσματικές παρεμβάσεις μικρής κλίμακας  και έχουν  διαμορφώσει τις πόλεις με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. Υπάρχουν όμως και μεγάλες κρατικές παρεμβάσεις που έχουν κάνει το ίδιο πράγμα. Δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Υπάρχει πάντα μια ποικίλη σειρά μέτρων που μπορούν να λειτουργήσουν. Χρειαζόμαστε να έχουμε πάντα μια  σειρά ποικίλων λύσεων στη λύση. Συχνά ξέρουμε τι θα λειτουργήσει και τι όχι σε κάθε περίπτωση.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, μπορούμε να ξεκινήσουμε δίνοντας σε αυτούς τους θεσμούς μια συναισθηματική διάσταση. Ένα από τα προβλήματα πολύ συχνά είναι ότι οι θεσμοί δεν μοιάζουν σωστοί. Γνωρίζουμε πολλές γραφειοκρατίες όπου περιμένεις στην ουρά και κανείς δεν νοιάζεται για το τι σκέφτεσαι. Δεν είναι όμως όλες οι γραφειοκρατίες έτσι. Δεν υπάρχει μια μόνο απάντηση σ’ αυτό, και από μια άποψη αυτό μας διδάσκει η πόλη: να μη βάζουμε τόσες διαχωριστικές γραμμές.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι θεσμοί φτιάχνονται από την καθημερινή ζωή και τις αλληλεπιδράσεις που συνεπάγεται η ζωή στην πόλη;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν τα χάλια τους από πολλές απόψεις. Και δεν μπορείς να προβλέψεις, συνήθως, τι πρόκειται να προκύψει από αυτές. Ακόμη και στις πιο ολοκληρωτικές κοινωνίες συμβαίνουν πολλά περίεργα πράγματα- μικρά κινήματα αντίστασης και ακτιβισμού, συχνά αυτοκτονικά, που παρόλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν. Το πρώτο που μπορούμε, λοιπόν, να πούμε είναι ότι υπάρχει ένα είδος ασυναρτησίας που συνδέεται σε κάποιο βαθμό με τις αστικές συνθήκες. Στις πόλεις έχεις περισσότερους ανθρώπους, με περισσότερες αλληλεπιδράσεις, με πολύ διαφορετικά είδη συναντήσεων απ’ ό, τι οπουδήποτε αλλού, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μπορούμε να πούμε  ότι οι πόλεις είναι γεμάτες ανθρώπους που αναμιγνύονται, πράγμα που τον περισσότερο καιρό δεν ισχύει. Παρόλα αυτά, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να συμβεί αυτό στις πόλεις παρά αλλού.</p>
<p><code><br />
</code>Χρειάζεται επίσης προσοχή να μην υπερεκτιμούμε αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε απ’ τις πόλεις. Σε ό, τι με αφορά θα ήμουν ευτυχής με λίγη περισσότερη καλωσύνη. Κυκλοφόρησε μόλις ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο <a href="http://us.macmillan.com/onbalance" target="_blank">του Adam Philipps</a> που πραγματεύεται αυτό ακριβώς το θέμα. Βέβαια, για κάποιους αριστερούς, το να μιλάμε για καλωσύνη μπορεί να μοιάζει γλυκανάλατο, είναι όμως πολύ σημαντικό. Δεν υπάρχουν απόλυτες λύσεις. Στην πραγματικότητα, η ιστορία δείχνει ότι συνήθως οι λύσεις αυτές είναι επικίνδυνες επειδή τείνουν να γίνονται αυταρχικές. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι γνωρίζουν τι είναι σωστό για τους ανθρώπους ενώ θα έπρεπε να αναζητούν ένα είδος συμπεριφοράς που επιτρέπει την ποικιλία σε κάθε περίπτωση. Νομίζω ότι αυτό μπορώ να περιγράψω ως καλωσύνη. Την ανεκτικότητα και την αίσθηση ότι οι άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνείς έχουν κάτι να πουν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΤΓ</strong>: Νομίζετε ότι οι κρατικοί θεσμοί στην πόλη μπορούν να μεσολαβούν ανάμεσα στην πόλη και το κράτος; Μπορεί η δημόσια διοίκηση να επιστρατεύσει το συναίσθημα με τους θετικούς τρόπους που εισηγείστε;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Σε πολλά μέρη, οι θεσμοί του κράτους και της πόλης είναι αναμεμιγμένοι. Για να επανέρθω στο έργο του Paul du Gay, ένα από τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε είναι ότι πρέπει να επανεφεύρουμε την ηθική στις δημόσιες υπηρεσίες. Περάσαμε μια περίοδο όπου πολλές δημόσιες υπηρεσίες ιδιωτικοποιήθηκαν, διοικούνται σχεδόν σύμφωνα με τα πρότυπα της αγοράς και μερικές φορές οι άνθρωποι ξεχνούν γιατί ακριβώς βρίσκονται εκεί. Το θέμα δεν είναι ότι ως δημόσιος υπάλληλος δεν έχεις καθόλου κριτήρια συμπεριφοράς. Το θέμα είναι το είδος των κριτηρίων που έχεις. Πολλοί θεσμοί το έχουν ξεχάσει αυτό. Πώς μπορεί κανείς να αναμορφώσει τους θεσμούς και την εργασιακή ηθική τους έτσι ώστε να είναι κατάλληλοι για την εποχή μας; Νομίζω ότι έτσι πρέπει να θέσουμε το ερώτημα, το οποίο είναι επίσης πολύ σημαντικό. Οι οργανισμοί μεγάλης κλίμακας θα είναι μαζί μας για καιρό και το θέμα είναι πώς να τους κάνουμε να μοιάζουν μικροί, όταν δεν είναι. Αντί για κρυπτογράφημα, ο οργανισμός θα πρέπει να είναι είναι ένα ‘σώμα’ με το οποίο θα μπορούν να αλληλεπιδράσουν οι άνθρωποι.</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Αν σκεφτούμε μερικούς από τους μεγάλους διεθνείς θεσμούς που αναπτύχθηκαν με βάση ιδανικά και ένα καινοτόμο πνεύμα, είναι σαν σήμερα η εργασιακή ηθική να έχει αλλάξει για να γίνει διαχείριση των κερδών. Στο μεσοδιάστημα, έχουν χάσει την αρχική ορμή και ενέργεια που τους έθεσαν σε κίνηση. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Σε σχέση με το είδος των οργανισμών στους οποίους αναφέρεστε, πρέπει να σκεφτούμε πώς μπορούμε να τους κρατήσουμε  ανανεωμένους έτσι ώστε το συναίσθημα που υπήρχε στην εκκίνηση να εξακολουθεί να τους κατευθύνει και οι άνθρωποι να μην ξεχνούν. Πώς μπορεί κανείς να χαράξει αυτή τη διαρκή έννοια του στόχου στα σώματα των ανθρώπων και στα περιβάλλοντα που προσπαθούν να διαχειριστούν;</p>
<p><code><br />
</code><strong>ΚΚ</strong>: Φαίνεται ότι οι θεσμοί βρίσκονται τόσο πολύ υπό έλεγχο ώστε ξοδεύουν τον περισσότερο από το χρόνο τους για να δείξουν ότι είναι διαφανείς και ότι έχουν ελέγξει το κάθε βήμα τους.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Nigel Thrift</strong>: Ένα μήνυμα ελπίδας θα μπορούσε να προέλθει από <a href="http://www.thelifeanddeathofdemocracy.org/about/book_introduction.html" target="_blank">το βιβλίο του John Keane για το μέλλον της δημοκρατίας</a> όπου μιλάει για την έλευση της ‘επιτήρησης της δημοκρατίας’ μέσω της οποίας ένας μεγάλος αριθμός άτυπων οργανισμών έχουν κάνει την εμφάνισή τους, από τα δικαστήρια πολιτών μέχρι τις ΜΚΟ, που ελέγχουν την εξουσία. Η εμφάνιση μεγάλων οργανισμών συνοδεύτηκε από έναν μεγάλο αριθμό μικρότερων οργανισμών που τις ελέγχουν. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια εξαιρετικά βιώσιμη μορφή πολιτικής που λειτουργεί πολύ καλά. Προάγει ένα βαθμό διαφάνειας. Επιτρέπει στους ανθρώπους να εκφράζονται εκτος κάλπης, κάθε μέρα αντί για κάθε τέσσερα χρόνια. Δεν σταματάει ποτέ.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2470</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Loïc Wacquant &#8211; Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό-πρώτο αιώνα</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2517</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2517#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Loïc Wacquant]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[loic wacquant]]></category>
		<category><![CDATA[αστικοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[γκέτο]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2517</guid>
		<description><![CDATA[Το κείμενο αναλύει τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες, σκιαγραφώντας τις χρήσεις του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Loïc Wacquant" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg"><img title="Loïc Wacquant" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Loic-Wacquant.jpg" alt="Loïc Wacquant" hspace="5" vspace="5" width="133" height="195" align="left" /></a></p>
<p>Αποτελεί τιμή για μένα να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και προσοχής η δουλειά μου από μελετητές της αρχιτεκτονικής και μου δίνει χαρά  η πρόσκληση να κάνω αυτή τη διάλεξη.<a title="_ftnref1" name="_ftnref1" href="#_ftn1">[1]</a> Στην πραγματικότητα είναι διπλή η χαρά καθώς μεγάλωσα σε μια Ευρωπαική πνευματική παράδοση με πολύ χαμηλό επιστημονικό κατώφλι, οπότε θεωρώ τον εαυτό μου όχι τόσο κοινωνιολόγο αλλά έναν γενικό κοινωνικό επιστήμονα που τυγχάνει να έχει προσληφθεί σε ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας.  Και θεωρώ ουσιαστικό συστατικό των επαγγελματικών μου καθηκόντων να απασχολούμαι με ζητήματα πέρα από τα όρια των επιστημών, καθώς και πέρα από το χάσμα μεταξύ φιλολογικών κι επαγγελματικών ενασχολήσεων.  Επιπλέον, το θέμα της αστικής απομόνωσης είναι ένα που θέμα που ταιριάζει πολύ μ’ αυτά τα είδη ανταλλαγών, από τις οποίες και οι ερευνητές και οι επαγγελματίες μπορούν να επωφεληθούν.<span id="more-2517"></span></p>
<p><code><br />
</code>Προτείνω να σας προσφέρω κάποιο διανοητικό ερέθισμα κυκλώνοντας ένα ζήτημα στο οποίο έχω αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία δουλειάς, και συγκεκριμένα, τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες &#8211; αυτό που αποκαλώ αστική πόλωση από χαμηλά. Θα το κάνω αντλώντας υλικό από δυο πρόσφατα βιβλία μου. Το πρώτο, <em><a href="http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745631240" target="_blank">Απόβλητοι των πόλεων</a></em> [Urban Outcasts], αναλύει τη μετάβαση του γκέτο των μαύρων Αμερικανών ύστερα από τις εξεγέρσεις του 1960 και τη συγκρίνει με την παρακμή της περιφέρειας των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης με σκοπό να συνθέσει τις δυναμικές και την εμπειρία της υποβάθμισης στην προχωρημένη κοινωνία. Το δεύτερο βιβλίο, <em><a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η Νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Κοινωνικής Ανασφάλειας</a></em> [Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity], ανιχνεύει την πολιτική της τιμωρίας, παντρεύοντας την κατασταλτική «αρχή της ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας» και την εκτεταμένη «αρχή της φυλάκισης», που παρατάσσει το κράτος για να επιβάλει ανασφαλή εργασία και να χαλιναγωγήσει την αταξία που προκλήθηκε από την αιφνίδια κατάρρευση του μαύρου γκέτο στην πλευρά των ΗΠΑ και την σταδιακή αποσύνθεση των εδαφών της εργατικής τάξης στην Ευρωπαϊκή πλευρά και την αντικατάστασή τους από ένα νέο καθεστώς αστικής φτώσειας που αποκαλώ «προηγμένη περιθωριοποίηση».</p>
<p><code><br />
</code>Αυτά τα δυο βιβλία συνδέονται στενά.<a title="_ftnref2" name="_ftnref2" href="#_ftn2">[2]</a> Πρώτον, χρονολογικά και θεματικά (αποτελούν μια συνέχεια) και, δεύτερον, εννοιολογικά: και τα δυο διερευνούν τον <em>χωρικό εγκλεισμό ή περιορισμό ως τεχνική για τη διαχείριση προβληματικών κατηγοριών ή εδαφών</em>, το θέμα της διάλεξής μου.  Θα το προσεγγίσω σκιαγραφώντας αρχικά ένα υποτυπώδες πλαίσιο αναλύοντας τη χρήση του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη. Ύστερα θα εφαρμόσω αυτό το σχήμα για να παρουσιάσω μια συμπιεσμένη ανάλυση των αποκλινουσών τροχιών του γκέτο των μαύρων Αμερικανών των Ευρωπαϊκών δήμων της αστικής τάξης με αυτές τις τρεις χωρικά κλιτές έννοιες του γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Στοιχεία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης </strong></p>
<p><code><br />
Για να συνδέσω με την πράξη και την υπόθεση της αρχιτεκτονικής, επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω πρώτα ένα είδος <em>αναλυτικής ιστορίας</em>, μια ιστορία διαστάσεων και μηχανισμών που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια ιδέα για τις μορφές αστικής ανισότητας και περιθωριοποίησης που αλλάζουν συνεχώς στην αυγή του αιώνα, και τι συνεπάγονται για το δομημένο περιβάλλον κι οπότε έμμεσα για τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις και στοχασμούς. Το βαθύτερο θεωρητικό αίνιγμα που δίνει ζωή στην εμπειρική ανάλυση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων περιθωριοποίησης που παρουσιάζονται στο <em>Απόβλητοι των πόλεων</em> και στο <em>Τιμωρώντας τους φτωχούς</em> είναι η ανάπτυξη του χώρου σαν παράγωγο και μέσο εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο, καθώς και φυλακή, είναι τέσσερις από πολλούς σχηματισμούς μιας γενικής διαδικασίας που μπορούσε να αποκαλέσουμε κοινωνικοχωρική απομόνωση. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω πρώτα αυτή την αφηρημένη έννοια κι έπειτα να εντοπίσω την γκετοποίηση και τις σχετικές έννοιές της στο αναλυτικό πλέγμα στο οποίο αγκυροβολεί.</p>
<p>Κοινωνικοχωρική απομόνωση είναι η διαδικασία όπου ιδιαίτερες κοινωνικές κατηγορίες και δραστηριότητες «μαντρώνονται», εγκλωβίζονται κι απομονώνονται σε ένα κλεισμένο και περιορισμένο τεταρτημόριο φυσικού και κοινωνικού χώρου. Το αγγλικό ρήμα “to seclude” («απομονώνω») εμφανίστηκε το 1451, προέρχεται από το Λατινικό <em>secludere</em>, που σημαίνει αποκλείω, απομονώνω, φυλακίζω.<a title="_ftnref3" name="_ftnref3" href="#_ftn3">[3]</a> Η κοινωνικοχωρική απομόνωση δύναται να αφορά σε πληθυσμούς (π.χ. αστούς, μετανάστες, θρησκευτικές αιρέσεις), θεσμούς (όπως ιατρικές εγκαταστάσεις, λέσχες, sex shops), και δραστηριότητες (σχολική εκπαίδευση, διακίνηση ναρκωτικών, ή καύση απορριμμάτων), αλλά μπορεί και να προσδιοριστεί σύμφωνα με το περιβάλλον: η αγροτική κοινωνικοχωρική απομόνωση συμβαίνει στην εξοχή ενώ η αστική κοινωνικοχωρική απομόνωση λειτουργεί μέσα κι έξω από την πόλη – ένα περιβάλλον που εγώ θα χαρακτήριζα όχι τόσο από «το μέγεθος, πυκνότητα, και ανομοιογένεια», σε κλασικό ύφος της Σχολής του Σικάγο <a href="http://bit.ly/9KeyC3" target="_blank">μαζί με τον Louis Wirth</a>, όσο από τη χωρική συσσώρευση κι έντονη επισώρευση διάφορων μορφών κεφαλαίου (οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και συμβολικό)  που το περιθάλπει μια διοικητική μηχανή – ακολουθώντας τα σχήματα <a href="http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/fr/bourdieu-forms-capital.htm" target="_blank">των Pierre Bourdieu</a> και <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_City_%28book%29" target="_blank">Max Weber</a>.</p>
<p></code><code><br />
</code>Σε καθένα από αυτά τα σκηνικά, μπορούμε να διανείμουμε μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μαζί με δυο βασικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι το επίπεδο στην <em>κοινωνική ιεραρχία</em>, είτε αυτή η ιεραρχία είναι βασισμένη στην τάξη (παραγωγική ικανότητα της αγοράς), εθνικότητα (τιμή), ή η κατάταξη σύμφωνα με το κύρος των τόπων – τυπικά αυτά συνδέονται στενά οπότε δεν αλλάζει θεμελιωδώς το συλλογισμό. Μπορούμε να χειριστούμε αυτή την ιεραρχία σαν ένα συνεχές ή, για χάρη της σαφήνειας, να την διχοτομήσουμε σε απομόνωση στην κορυφή κι απομόνωση στη βάση της κοινωνίας. Η δεύτερη διάσταση είναι αν η απομόνωση είναι επιλεκτική, απορρέει δηλαδή από την <em>επιλογή</em> και την επιθυμία να συμμετάσχει κανείς σ’ αυτήν ή να περιορίζεται η παρουσία κάποιου και οι περιπλανήσεις του σε μια συγκεκριμένη ζώνη, ή επιβεβλημένη, να έχει προέλθει από εξαναγκασμό, όπως όταν οι άνθρωποι υποχρεώνονται από εξωτερικές δυνάμεις να δίνουν λόγο για τις δραστηριότητές τους, να περιστείλουν τις κινήσεις τους,ή να περιορίζουν τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη τοποθεσία.  Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνικοχωρική απομόνωση οδηγείται και παγιώνεται εξ αγχιστείας από μέσα, στη δεύτερη περίπτωση από εξωτερική εχθρότητα. </p>
<p><code><br />
</code>Μπορούμε να κατανείμουμε τις ιδανικες-τυπικές μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στο δισδιάστατο διάστημα που ορίζεται από αυτούς τους δυο άξονες (βλ. εικόνα 1):  Επιλεκτική έναντι της επιβεβλημένης, στην κορυφή ή στη βάση. Κοιτάζοντας  στο πάνω δεξιά κομμάτι του τεταρτημορίου, στην πλευρά της επιλογής και ψηλά στον κοινωνικό και φυσικό χώρο, βρίσκετε αυτά τα άτομα που επιλέγουν την απομόνωση κι αναζητούν προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, που επιθυμούν να βρίσκονται ανάμεσα σε ομοίους τους ή να αποφύγουν πληθυσμούς που υποτιμούν και ανούσιες δραστηριότητες. Αυτή η αυτό-απομόνωση στην κορυφή που τροφοδοτείται από προσανατολισμό στην ομάδα εκπροσωπείται από θύλακες της ελίτ ή παραδοσιακά ανώτερης τάξης περιοχές στην πόλη (όπως αυτές που ανεγέρθηκαν και υποστηρίχθηκαν ένθερμα από την ανώτερη αριστοκρατική τάξη του Παρισιού, <a href="http://www.seuil.com/fiche-ouvrage.php?EAN=9782020889209" target="_blank">όπως περιγράφεται από τους Pinçon και  Pinçon-Charlot</a>) και, σε μια υπερβολική μορφή, από τις «φρουρούμενες κοινότητες» που έχουν εξαπλωθεί στην κορυφή της κοινωνικής κι εδαφικής  ιεραρχίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες (όπου η εκούσια απομόνωση συγκεκριμενοποιείται από ένα φυσικό σύνορο, ένα φράχτη με μια πύλη και φρουρούς που παρέχουν επιτήρηση και προστασία) για να προσφέρουν ένα καταφύγιο κοινωνικής ομοιογένειας, ασφάλεια από το έγκλημα, και τις ανέσεις του να είναι κανείς μέλος μιας προνομιούχας κοινότητας και τοποθεσίας.<a title="_ftnref4" name="_ftnref4" href="#_ftn4">[4]</a> Οπότε στην κορυφή βρίσκεις αυτές τις ευγενικές δραστηριότητες να ασκούνται από ισχυρά άτομα, προικισμένα με το υλικό και συμβολικό κεφάλαιο να αποκλείουν άλλους και να αυτό-απομονώνονται, ενώ στη βάση έχουν συσσωρευτεί μη ευγενείς δραστηριότητες και βασανισμένοι πληθυσμοί στερημένοι από οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, οι φτωχοί και ανυπόληπτοι.  </p>
<p><code><br />
</code><a title="figure1" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png"><img title="figure1" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/figure1.png" alt="figure1" width="550" height="370" /></a>   </p>
<p><em>Εικόνα 1</em></p>
<p><code><br />
</code>Οι δυο κύριες μορφές εθνοτήτων-φυλών που αναπτύσσονται για να επιτελέσουν κοινωνικοχωρική απομόνωση στη βάση της αστικής ιεραρχίας είναι το <em>γκέτο</em> και οι <em>εθνικοί θύλακες</em>, που δεν πρέπει να συγχέονται καθώς βρίσκονται στα δυο άκρα του συνεχούς του επιβολής/επιλογής κι εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες. Σ’ αυτή τη μελέτη «Ο Φόβος του αγγίγματος» στη Βενετία του δέκατου έκτου αιώνα που αναζητεί τα ίχνη της εφεύρεσης του πρώτου γκέτο στην ιστορία, ο Richard Sennett <a href="http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-31391-8/" target="_blank">επινοεί μια όμορφη έκφραση που αιχμαλωτίζει το σκοπό της</a>. Αποκαλεί το γκέτο ένα <em>αστικό προφυλακτικό</em>, γιατί ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη διείσδυση των Εβραίων στην Χριστιανική πόλη (τους χρειάζονταν για να τους  προμηθεύουν με μια γκάμα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών υπηρεσιών ζωτικών για την επιτυχία της αυλής) ενώ τους απομονώνει για να αποφύγει στενή επαφή μαζί τους (πίστευαν το Εβραϊκό σώμα πως είναι διεφθαρμένο και διαφθορέας, φορέας ασθενειών και ιεροσυλίας). Το γκέτο προέκυψε σαν κοινωνικοχωρικός μηχανισμός που επιτρέπει την από κοινού οικονομική εκμετάλλευση και τον κοινωνικό εξοστρακισμό αυτής της κατηγορίας αποβλήτων: Οι Εβραίοι κυκλοφορούσαν αβίαστα μέσα στην πόλη για να εκτελούν τα ουσιώδη οικονομικά τους καθήκοντα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα επέστρεφαν πίσω από τις κλειδωμένες πύλες της συνοικίας τους υπό την απειλή αυστηρής τιμωρίας. Όταν κυκλοφορούσαν έξω από τα τείχη του γκέτο τους, τους είχε ζητηθεί να φορούν ένα ειδικό ένδυμα (όπως ένα κίτρινο καπέλο ή ένα μυτερό σκούφο) οπότε να τους αναγνωρίζουν οι Χριστιανοί κι έτσι να τους αποφεύγουν. Ο ίδιος χωρικός μηχανισμός είχε ξανα-ανακαλυφθεί και αναπτυχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα στις βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ όταν οι μαύροι του Νότου μετανάστευσαν στις εξαπλούμενες βιομηχανικές πόλεις που ήθελαν μεν το μόχθο τους αλλά δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν με τους λευκούς κατοίκους, μην τυχόν κι αυτό φέρει «κοινωνική ισότητα» μεταξύ των επονομαζόμενων φυλών και την κατακραυγή της «επιμειξίας».<a title="_ftnref5" name="_ftnref5" href="#_ftn5">[5]</a> Σ’ αυτή την περίπτωση, το χρώμα του δέρματος διαφήμιζε την ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος μιας κατώτερης κατηγορίας που θα έπρεπε να αποφεύγει, και η αυστηρά οριοθετημένη Bronzeville εξυπηρετούσε και σαν εργατικό δυναμικό και σαν προφυλακτικό δοχείο μολυσματικών σωμάτων. </p>
<p><code><br />
</code>Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η Σχολή του Σικάγου, που εγκαινίασε την κοινωνιολογική μελέτη της πόλης στις ΗΠΑ, έκανε το θεμελιώδες σφάλμα να σωρεύσει τις οικιστικές και θεσμικές ομάδες που είχαν σχηματίσει πρόσφατα κύματα Ιρλανδών, Ιταλών, Πολωνών, και Γερμανών μεταναστών κάτω από την ασαφή σύλληψη του «γκέτο» που κάλυπτε τις συνοικίες των Εβραίων και την Black Belt (συνοικία των Μαύρων). Αυτό είναι που αποκαλώ το σφάλμα του Wirth, από τον Louis Wirth, έναν εκ των ιδρυτών της αστικής οικολογίας, για δυο λόγους. Πρώτον, όπως ο ίδιος ο Wirth, εν αγνοία του, αποδεικνύει στο κλασικό βιβλίο του <em><a href="http://books.google.gr/books?id=6etDdRub5FMC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Louis+Wirth,+The+Ghetto&#038;source=bl&#038;ots=lQV4TzkxAF&#038;sig=K5sDac2A4iacFuF7HpuUX0E6-oE&#038;hl=el&#038;ei=WF6aTLSfHpKD4QaGnbBQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=2&#038;ved=0CB4Q6AEwAQ#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Το Γκέτο</a></em>, δεν υπήρξε ποτέ Εβραϊκό γκέτο στις ΗΠΑ, εκτός από αυτό που ήταν «στο μυαλό τους μάλλον», δηλαδή, ένα υποκειμενικό “we-feeling” και ένας πολιτισμικός προσανατολισμός – που είναι πολύ διαφορετικά από ένα συγκεκριμένο πια κοινωνικοχωρικό επινόημα. Δεύτερον και κυριότερον, αντίθετα με την Black Belt, την περιοχή αποκλειστικά των μαύρων στην οποία υποχρεούνταν να κατοικούν όλοι οι Αφροαμερικανοί ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέσω ενός συνδυασμού καταπίεσης, εκφοβισμού στους δρόμους, και συλλογικής βίας, αυτοί οι λευκοί εθνικοί θύλακες είχαν ανάμικτη σύνθεση, μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη, και περιείχαν μια μειονότητα μόνο των αντίστοιχων μεταναστευτικών πληθυσμών τους, που έμεναν εκεί κυρίως λόγω ταξικών φραγμών και πολιτισμικής έλξης. </p>
<p><code><br />
</code>Σε αρχιτεκτονικούς όρους, ο (λευκός) εθνικός θύλακας μπορεί να αναπαραστεί από μια <em>γέφυρα</em>, ενώ το (μαύρο) γκέτο θα μπορούσε να απεικονιστεί με ένα τείχος. Ο ένας είναι μηχανισμός ελαστικής και προσωρινής απομόνωσης μέσα σε μια πορώδη περίμετρο που λειτουργεί σαν θάλαμος εγκλιματισμού και ενδιάμεσος σταθμός προς την πολιτισμική αφομοίωση και την κοινωνικοχωρική ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία. Το άλλο είναι ένα μέσο ανέλικτης και μόνιμης απομόνωσης μέσα σε ένα αδιάβροχο σάκο που εργάζεται προς την κατεύθυνση να απομονώσει και να διασπάσει τον πληθυσμό που προστατεύει στο διηνεκές (δηλαδή, μέχρι να διαλυθεί).  Εν ολίγοις, ο εθνικός θύλακας και το γκέτο έχουν αποκλίνουσες δομές και εξυπηρετούν αντίθετες λειτουργίες∙ οπότε είναι θεμελιώδες κοινωνιολογικό σφάλμα να τα θεωρούμε το ίδιο. Αυτό είναι ένα λάθος που συνηθίζουν ακόμη να κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες – εξετάστε, για παράδειγμα, <a href="http://books.google.gr/books?id=gjybSZTCfpcC&#038;dq=Joshua+M.+Zeitz,+White+Ethnic+New+York&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=jl6aTJ-5GIHN4gas67iMAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCgQ6AEwAw#v=onepage&#038;q=Joshua%20M.%20Zeitz%2C%20White%20Ethnic%20New%20York&#038;f=false" target="_blank">την ιστορική αναδρομή του Zeitz</a> της «εθνικής Νέας Υόρκης» ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα σχετικό λάθος είναι αυτό που, αντικαθιστώντας την στέρηση εισοδήματος με εθνοφυλετικό κλείσιμο, <a href="http://books.google.gr/books?id=8bRwJm_5rWcC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Mario+Small,+Villa+Victoria:+The+Transformation+of+Social+Capital+in+a+Boston+Barrio&#038;source=bl&#038;ots=4YXeUcwxa_&#038;sig=WIajR5rc4q_WwbRxmLvC0_kefHU&#038;hl=el&#038;ei=0F6aTPnMJJTa4AaUj7yNAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">συγχωνεύει το γκέτο σε</a> «μια γειτονιά με ψηλή συγκέντρωση φτωχών ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή» (σ. 3). Σύμφωνα μ’ αυτό διαστρεβλωμένο ορισμό, που έγινε δημοφιλής στην προσανατολισμένη στην πολιτική έρευνα για την αστική φτώχεια στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90, οι φτωχές αγροτικές επαρχίες και οι καταυλισμοί Ιθαγενών Αμερικανών είναι γιγαντιαία γκέτο, όπως θα ήταν και οι φτωχότερες συνοικίες μιας πόλης λευκών∙ αλλά το βενετσιάνικο <em>gietto novo</em> και η Bronzeville του Σικάγο στην ιστορική του κορύφωση δεν ήταν γκέτο! Αυτό αρκεί να δείξει την ασυναρτησία και την ασυμφωνία αυτού του στρεψόδικου ορισμού. </p>
<p><code><br />
</code>Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ γκέτο κι εθνικού θύλακα, είναι χρήσιμο να σχεδιάσουμε στο σχεδιάγραμμα των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στη βάση έναν τρίτο θεσμό αναγκαστικού περιορισμού: <em>τη φυλακή</em>. Η φυλακή χρησιμοποιεί το φυσικό περιορισμό των τοίχων και την εξουσία των φυλάκων για να διαχωρίζει τους κατάδικους, δηλαδή, μια κατηγορία ανυπόληπτων ατόμων, των οποίων τα δικαιώματα και οι επαφές με τους έξω ακρωτηριάζονται ως κύρωση για την παράβαση των κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος <em>δικαστικού γκέτο</em> μέσα στη φυλακή όπου οι έγκλειστοι αναπτύσσουν μια δική τους παράλληλη κοινωνία και πολιτισμό ως απάντηση στην αναγκαστική απομόνωση και τις στερήσεις που προϋποθέτει.<a title="_ftnref6" name="_ftnref6" href="#_ftn6">[6]</a> Αντίστροφα, μπορούμε να σκεφτούμε το γκέτο σαν <em>μια εθνοφυλετική φυλακή</em> που θέτει σε περιορισμό έναν κακόφημο πληθυσμό σε μια ειδική περίμετρο στην οποία ο τελευταίος εξαναγκάζεται να αναπτύξει την μια ξεχωριστή σφαίρα ζωής αντιδρώντας στον χωρικό περιορισμό και τον κοινωνικό εξοστρακισμό. Μόλις συλλάβουμε την δομική και λειτουργική συγγένεια μεταξύ γκέτο και φυλακής (σημειώνεται με την εγγύτητά μεταξύ πάνω στο χάρτη μου των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης), καταλαβαίνουμε γιατί η κατάρρευση του πρώτου ύστερα από τις εξεγέρσεις του ’60 οδήγησε στην ανάπτυξη του δεύτερου ως αντικατάστατου για να «μαντρώνεται» ένας πληθυσμός που θεωρείται άτιμος, στερημένος κι επικίνδυνος.<a title="_ftnref7" name="_ftnref7" href="#_ftn7">[7]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το γκέτο, εξ ορισμού, είναι ένα αστικό ζώο που προκύπτει στο πλαίσιο ενός πυκνού συνοικισμού που διψάει για την οικονομική αξία που παρέχει η στιγματισμένη κατηγορία – αλλιώς η τελευταία θα μπορούσε απλά να αποκλειστεί ή να εξοριστεί, όπως συνέβαινε περιοδικά με τους Εβραίους πριν από την έγερση των αστικών ηγεμονιών και στους μαύρους Αμερικανούς πριν την εκδήλωση του φορντισμού.  Αν η διάλεξη Roth-Symonds ήταν μια σειρά από διαλέξεις κι όχι μόνο μια ομιλία, θα αφιέρωνα λίγες συνεδρίες  για να αναλύσω τις μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού στο αγροτικό περιβάλλον, γιατί υπάρχουν επίσης πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύγκριση.  Στην ύπαιθρο, ο σπουδαιότερος παράγοντας διαφοροποίησης των τύπων χωρικού εγκλεισμού είναι αν ο κατώτερος πληθυσμός πρέπει να κινηθεί για να προσφέρει εργασία ή να μετακινηθεί <em>για να απελευθερώσει τη γη που καταλαμβάνει</em>. Σε περιπτώσεις όπου η κυρίαρχη ομάδα δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί, να αποσπάσει εργασία από την υποδεέστερη ομάδα, αλλά προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έδαφός της, όπως οι αποικιακές επιθέσεις σκόπευαν στην εποίκιση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός καταυλισμού, δηλαδή μια έκταση οριοθετημένη και κρατημένη γι’ αυτούς, συνήθως ευρισκόμενη σε μια μακρινή και σε αγρανάπαυση περιοχή, κυβερνούμενη από ειδικούς νομικούς κι εθιμικούς κανόνες σχεδιασμένους να επανενώσουν και να ακινητοποιήσουν τον πληθυσμό αυτό. Αυτή είναι η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής σ’ αυτή τη χώρα:<br />
Εξ αιτίας μιας σειράς δημογραφικών, πολιτισμικών και πολιτικών λόγων, δεν θεωρούνταν κατάλληλη <em>προσφορά εργασίας</em> αλλά καταλάμβαναν πολύτιμη γη που ήταν απαραίτητη στο αποικιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης. Έτσι ασκήθηκε η κοινωνικοχωρική απομόνωση για να τους μεταφέρουν σε περιορισμένες περιοχές και να εξουδετερώσουν τις απειλές που εκπροσωπούσαν.<a title="_ftnref8" name="_ftnref8" href="#_ftn8">[8]</a> Καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον άξονα γη/εργασία, βρίσκουμε μια σειρά από ενδιάμεσους αστερισμούς που υψώνονται για να εξασφαλίσουν την εργατική δύναμη υποδεέστερων πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να έρθουν στην πόλη, γιατί η πλήρης αστικοποίηση θα αύξανε το κόστος της παραγωγής τους και επίσης θα γεννούσε πιέσεις προς την επιμειξία (που με τη σειρά της θα υπονόμευε την εθνοφυλετική καθαρότητα και ιεραρχία). Σε τέτοια σενάρια, έχεις ένα στρατόπεδο, το οποίο έχει δυο βασικούς τύπους: Το στρατόπεδο εργασίας για τους μετανάστες εργάτες (καθώς και τους ποινικούς κατάδικους και πολιτικούς κρατούμενους) και το στρατόπεδο προσφύγων για τους πολιτικούς εξόριστους.<a title="_ftnref9" name="_ftnref9" href="#_ftn9">[9]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, η αρετή του σχήματος που έχει σχεδιαστεί εδώ είναι πως μας επιτρέπει να ενώσουμε τις διάφορες μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού σε ένα αναλυτικό πλαίσιο και να τα θεωρητικοποιήσουμε ενιαία, αντί να τα χειριζόμαστε ξεχωριστά, σα να ανήκαν σε διαφορετικά πεδία (αγροτικές σπουδές, αστική κοινωνιολογία, εγκληματολογία και ανθρωπολογία των τάξεων και της εθνότητας) και υπηρετούσαν ξεχωριστές λογικές. Πολλά χάνονται από το συμβατικό κατακερματισμό της έρευνας στους τρόπους που ο χώρος <em>αναπτύσσεται για να ορίσει και να περιορίσει κατηγορίες και δραστηριότητες</em>. Ο φυσιολογικός αστικός κοινωνιολόγος δεν δίνει σημασία στις επαρχιακές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες των πόλεων και χάνει την ανάλυση της απόστασης που διανύθηκε που κάποιος γνωρίζει μόνο ανιχνεύοντας παρόμοιες κοινωνικοχωρικές διαδικασίες συγκέντρωσης, αποχωρισμού και συνάντησης που λειτουργούν σε διάφορα περιβάλλοντα. Όμοια, φοιτητές από περιοχές ανώτερης τάξης και φρουρούμενες κοινότητες αγνοούν τα γκέτο και τις φυλακές∙ ερμηνεύουν το σχηματισμό των θυλάκων των προνομιούχων σα μια διαδικασία που γίνεται από μόνη της, που δε συνδέεται με τη μοίρα των άπορων και των ανυπόληπτων κατηγοριών των ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στον πυθμένα του κοινωνικού και φυσικού χώρου όταν στην πραγματικότητα συνδέονται ευθέως (η πτώση του μαύρου γκέτο, εξαπολύεται τότε η ανεξέλεγκτη φυλετική βία, και είναι μια έμμεση αιτία της ανάπτυξης της φρουρούμενης κοινότητας).<a title="_ftnref10" name="_ftnref10" href="#_ftn10">[10]</a> Οι μελετητές που ερευνούν τη μετανάστευση εστιάζουν στους εθνικούς θύλακες – στις ΗΠΑ, κι αυτό σημαίνει φοιτητές από Ευρωπαϊκά, Λατινοαμερικάνικα και Ασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα – κι αφήνουν στους ιστορικούς της Αφροαμερικάνικης αστικοποίησης τη μελέτη του γκέτο (υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, <a href="http://www.press.uillinois.edu/books/catalog/27wcw7tt9780252010637.html" target="_blank">όπως η μελέτη των αντιτιθέμενων διαδρομών των μαύρων, Ιταλών και Πολωνών στο Πίτσμπουργκ στο πρώτο μισό του αιώνα</a> από τον Bodnar κ.α. (1983) αλλά είναι λιγοστές και διάσπαρτες). Τέλος, οι εγκληματολόγοι και οι ποινικολόγοι που ερευνούν  τη φυλάκιση ποτέ δεν συσχετίζουν τη μεταβαλλόμενη δομή και ρόλο της φυλακής στις εξωτερικές μορφές του αναγκαστικού χωρικού περιορισμού που επιβάλλεται στη βασική πελατεία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ οι κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούν το γκέτο των μαύρων δεν διερευνούν τη φυλακή, αν και η διάλυση του πρώτου αποτελεί σημαντική αιτία πίσω από την εκρηκτική επέκταση του δεύτερου καθώς ενώθηκαν με μια τριπλή σχέση λειτουργικής υποκατάστασης, δομικής συνέχειας και πολιτισμικού συγκρητισμού.<a title="_ftnref11" name="_ftnref11" href="#_ftn11">[11]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η κατηγορία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μπορεί να εξυπηρετήσει όχι μόνο για να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τις εδαφικές εμπειρίες διαφορετικών πληθυσμών σε διαφορετικά επίπεδα στην κοινωνική δομή, αλλά επίσης να χαρτογραφήσουμε πως ο ίδιος πληθυσμός  μπορεί να μαντρωθεί από ένα συνδυασμό εδαφικών επινοημάτων διαχρονικά. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να κολλήσει τη Νότια Αφρική σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα και να συνδέσει όλη τη γκάμα των κοινωνικοχωρικών μορφών που εκσφενδονίστηκαν για να εδραιώσουν τη φυλετική κυριαρχία και την ταξική εκμετάλλευση στη διάρκεια της ζωής της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Στο αριστερό άκρο του φάσματος, θα έβρισκε κάποιος την θεσμοθέτηση των κτημάτων της αποικιοκρατίας υπό το καθεστώς του «απαρτχάιντ»(1910–1948) κι αργότερα τα μπαντουστάν, τα ανδρείκελα των μαύρων δημοκρατιών που εφηύραν οι λευκοί ηγέτες το 1958 για να «εξωτερικεύσουν» την ιθαγένεια των μαύρων. Προς τη μέση του σχεδιαγράμματος, θα εντοπίζατε τα ορυχεία, μια παραλλαγή του στρατοπέδου εργασίας που εξυπηρετούσε για να στρατολογούν και να καθορίζουν την εκ περιτροπής εργασία των μεταναστών προς όφελος των βιομηχανιών εξόρυξης στη διάρκεια και ύστερα από την «μεταλλευτική έκρηξη». Μαζί, κτήματα και στρατόπεδα εξόρυξης υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την αστικοποίηση αλλά απέτυχαν, οπότε και οι μαύροι εγκαταστάθηκαν μαζικά μέσα σε πόλεις όπου αργότερα υποβιβάστηκαν σε κωμοπόλεις (η Νοτιοαφρικάνικη εκδοχή του γκέτο), στις οποίες σταδιακά συγκέντρωσαν τους πόρους για να προκαλέσουν και τελικά να ανατρέψουν τη λευκή εξουσία. Στο μεταξύ, στην κορυφή της οικονομικής, φυλετικής και αστικής δομής, οι θύλακες της ενισχυμένης ελίτ και οι διάφορες φρουρούμενες κοινότητες της ανώτερης τάξης ευημερούσαν, οι οποίες ήταν αποκλειστικά λευκές  υπό το απαρτχάιντ, πριν γίνουν μερικώς μαύροι μετά το 1994.<a title="_ftnref12" name="_ftnref12" href="#_ftn12">[12]</a></p>
<p><code><br />
</code>Η Νότια Αφρική είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να πραγματευτεί ζητήματα κοινωνικοχωρικής απομόνωσης γιατί είναι μια κοινωνία που έχει εξωθήσει την εδαφοποίηση της κυριαρχίας στα άκρα της.<br />
Ειδικά στην εποχή του απαρτχάιντ, το κράτος δημιούργησε έναν ευρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό και μια περίπλοκη ομάδα κανόνων σχεδιασμένων για να ενισχύσουν μια στενή αντιστοιχία μεταξύ συμβολικού χώρου (την άκαμπτη διαίρεση της κοινωνίας σε μια ιεραρχία αμοιβαία αποκλειόμενων επίσημων εθνοφυλετικών κατηγοριών), κοινωνικού χώρου (την κατανομή επαρκών πόρων σ’ αυτές τις κατηγορίες), και φυσικού χώρου (την αυταρχική διανομή πληθυσμών και σε πόλεις και σε αγροτικές περιοχές). Απ’ αυτή την άποψη,  είναι το αντίθετο  της Βραζιλίας, όπου η κηλίδωση χαρακτηρίζει και την εθνοφυλετική διαίρεση και την προβολή της στο χώρο. Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για συγκριτικές σπουδές που διερευνούν ποιοι συνδυασμοί μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης αναπτύσσονται σε ποια είδη της κοινωνίας και γιατί.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Δομή, Λειτουργίες, και Μοίρα του Αμερικάνικου Γκέτο </strong></p>
<p><code><br />
</code>Ας θεωρήσουμε τώρα το γκέτο έναν τύπο κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και τη μοίρα του γκέτο των Μαύρων Αμερικανών ύστερα από την παρακμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων έναν ιστορικό γρίφο. Για να κατασκευαστεί ένα γκέτο απαιτείται να συγκεντρωθούν τέσσερα δομικά στοιχεία. Πρώτο είναι το στίγμα: ένα γκέτο εγείρεται στην πορεία της αντιμετώπισης ενός πληθυσμού που αμαυρώνεται, δηλαδή, που είναι μολυσμένος και μολυσματικός στα μάτια της κυρίαρχης κατηγορίας, τόσο που η άμεση επαφή μ’ αυτόν πρέπει να είναι περιορισμένη αν όχι απαγορευμένη. <a href="http://books.google.gr/books?id=kfLmJK-h3UIC&#038;dq=Kenneth+R.+Stow,+Alienated+Minority:&#038;printsec=frontcover&#038;source=bn&#038;hl=el&#038;ei=JWWaTIy8Mc_54gbP3KGeAQ&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=4&#038;ved=0CCkQ6AEwAw#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Για τους Εβραίους στα γκέτο της Αναγέννησιακής Ευρώπης</a>, το στίγμα ήταν εθνοθρησκευτικό, συνδεδεμένο με της ευρέως διαδεδομένη Χριστιανική πεποίθηση ότι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Χριστού, φορείς μεταδοτικών ασθενειών, και ξενιστές ανηθικότητας και αιρέσεων.23 <a href="http://us.macmillan.com/americanslavery" target="_blank">Για τους Αφροαμερικανούς στη βιομηχανική μητρόπολη</a> στην εποχή του φορντισμού μεταξύ 1910 και 1970, ήταν το μίασμα που συνδεόταν με τη δουλεία, και που εμπλουτιζόταν με καθημερινές, θρησκευτικές, και ψευδοεπιστημονικές δοξασίες για την υποτιθέμενη κατωτερότητα κι ακόμη και κτηνώδη φύση των μαύρων. Ο δεύτερος θεμέλιος λίθος του γκέτο είναι ο περιορισμός: έχουμε δει ότι οι πληθυσμοί μπορούν να γίνουν εδαφικά συγκεντρωμένοι όχι μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής αλλά επίσης λόγω συγγένειας, μέσω επιλεκτικής απομόνωσης βασισμένης στην τάξη, την κουλτούρα, ή τον τρόπο ζωής. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτά τα δυο σενάρια. Για να επαναλάβω, στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα οι επονομαζόμενες λευκές εθνικότητες συναθροίζονταν χαλαρά και προσωρινά σε ανάμεικτους εθνικούς θύλακες (Μικρή Ιταλία, Μικρή Ιρλανδία, Γερμανόπολη, κλπ.) που είχαν προκύψει από έναν συνδυασμό της μεταναστευτικής εμπειρίας, της ταξικής θέσης, και της πολιτισμικής συμπάθειας∙ αλλά σαν ομάδες δεν είχαν ποτέ υποχρεωθεί  να κατοικούν σ’ ένα σταθερό και κρατημένο γι’ αυτούς έδαφος όπου ζούσαν μόνο οι συμπατριώτες τους, όπως είχαν υποχρεωθεί οι Αφροαμερικανοί μετά τη δεκαετία το 1910.<a title="_ftnref13" name="_ftnref13" href="#_ftn13">[13]</a></p>
<p><code><br />
</code>Το τρίτο συστατικό στοιχείο του γκέτο, είναι ακριβώς η <em>εδαφική εκχώρηση</em>: ένα γκέτο προκύπτει όταν ένας στιγματισμένος λαός έρχεται να ζήσει σε μια οριοθετημένη περιοχή η οποία του έχει εκχωρηθεί με τη βία και που με τη σειρά της είναι εκχωρημένη σ’ αυτόν, οπότε έχετε μια αμφίδρομη συνεκδοχή κατηγορίας κι εδάφους που οδηγεί σε εθνική ομοιογένεια και αποκλειστικότητα. Αυτό μας δείχνει το τέταρτο και τελευταίο συστατικό που σχηματίζει το γκέτο, και συγκεκριμένα, το <em>θεσμικό παραλληλισμό</em>. Καθώς ο στιγματισμένος πληθυσμός δέχεται πιέσεις να κατοικεί στην περιοχή που του έχει ανατεθεί, από την οποία δεν μπορεί να αποδράσει, αναπτύσσει ένα δίκτυο θεσμών που αντιγράφουν κι αντικαθιστούν τους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας που τους έχει απορρίψει. Έτσι οι Εβραίοι στην πρώιμη σύγχρονη Ιταλία, όντας υποχρεωμένοι να ζουν σε μια κλειστή Εβραϊκή συνοικία (μέχρι τότε είχαν σε μεγάλο βαθμό επιλέξει να κατοικούν χωριστά) είχαν εκπονήσει μια πυκνή διάταξη πολιτισμικών, οικονομικών και φιλανθρωπικών οργανισμών καθώς και σφυρηλατήσει μια κοινή ταυτότητα παρακάμπτοντας τις κληρονομημένες διαφορές τους της εθνικότητας, γεωγραφίας και γλώσσας. Στην πραγματικότητα, <a href="http://www.amazon.com/Ghetto-Venice-Riccardo-Calimani/dp/0871314843" target="_blank>δημιούργησαν μια αυτάρκη «Εβραϊκή πόλη μέσα στη Χριστιανική πόλη»</a>, ακριβώς όπως οι Αφροαμερικανοί που μετανάστευσαν από τον αγροτικό νότο στη μητρόπολη του φορντισμού στα χρόνια του μεσοπολέμου δημιούργησαν «μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή» για να εξυπηρετήσουν τις συλλογικές ανάγκες τους που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες χάρη στον σκληρό λευκό αποκλεισμό. Θα βρείτε ένα ζωντανό πορτραίτο της ανέγερσης και σταθεροποίησης αυτής της Μαύρης Μητρόπολης, πλήρους με τις δικές της εκκλησίες και μέσα, οικήματα και μέρη διασκέδασης, επαγγελματικές υπηρεσίες και πολιτικές ομάδες, επιχειρήσεις και υπόγεια οικονομία, <a href="http://www.press.uchicago.edu/presssite/metadata.epl?mode=synopsis&#038;bookkey=3638645" target="_blank>στο βιβλίο με αυτόν τον τίτλο</a> που εκδόθηκε το 1945 από τους St. Clair Drake και Horace Cayton — έναν από τους κορυφαίους δέκα τόμους της παγκόσμιας κοινωνικής επιστήμης κι απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σοβαρό μελετητή της πόλης.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό μας δίνει μια ιδέα για τους δυο αντινομικούς ρόλους που έχει παίξει το γκέτο στις δυο πλευρές της σχέσης εθνοφυλετικής κυριαρχίας που πραγματοποιεί, τις οποίες ιστορικοί της Εβραϊκής διασποράς στην Ευρώπη, ανθρωπολόγοι των καθεστώτων των κοινωνικών τάξεων σε Ασία και Αφρική, και κοινωνιολόγοι της μαύρης εμπειρίας στη βιομηχανική εποχή έχουν τεκμηριώσει αλλά, παραδόξως, αποτύχει να συνειδητοποιήσουν και να οργανώσουν θεματικά. Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι, από τη θέση της κυρίαρχης κατηγορίας, ένα γκέτο είναι εργαλείο για κυριαρχία μιας και περικόπτει απότομα το ζωτικό χώρο και τις ευκαιρίες ζωής της αποκλεισμένης κατηγορίας. Όμως, κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό, συλλαμβάνοντας το από κάτω κι από μέσα, <a href="http://bit.ly/aOU1jt" target="_blank">το γκέτο είναι μια ανθεκτική κοινωνικοχωρική ασπίδα</a>, ένας προστατευτικός θώρακας που δημιουργεί έναν ξεχωριστό βιόκοσμο (Lebenswelt) μέσα στον οποίο οι υποδεέστεροι μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα μακριά από την άμεση επαφή με τον κυρίαρχο. Έτσι από την άποψη των Εβραίων στην πρώιμη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη, από την άποψη των Αφροαμερικανών στη μητρόπολη του φορντισμού, το να είναι γκετοποιημένοι  τους πρόσφερε μια ξεχωριστή και προστατευμένη δική τους σφαίρα που ελαχιστοποιούσε την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και τριβή με τον κυρίαρχο, και τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν οικονομικό κεφάλαιο, να εξελίσσουν διακριτά είδη πολιτισμικού κεφαλαίου και να σχηματίζουν το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οργανώσουν και τελικά προκαλέσουν το στίγμα που έφεραν και τον αποκλεισμό που υπέφεραν. Η ισχύς του γκέτο ως ικριώματος κοινωνικής συνοχής και μηχανής πολιτισμικής παραγωγής επιτρέπει στους κατοίκους του να αντιστρέψουν το σθένος του αρνητικού συμβολικού κεφαλαίου που τους είχε καταλογιστεί συλλογικά – όπως εκδηλώθηκε με την επιδρομή του σλόγκαν “Black is Beautiful,”(το Μαύρο είναι Όμορφο) ταυτόχρονα με τα κύματα των εξεγέρσεων τη δεκαετία του ‘60 – και τελικά να επιτεθούν στο ίδιο το κοινωνικοχωρικό επινόημα που τους ορίζει και τους περιορίζει.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα βιβλίο μου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα Αγγλικά με τον τίτλο The Two Faces of the Ghetto – Τα δυο Πρόσωπα του Γκέτο  (το οποίο όσοι από εσάς ξέρετε άπταιστα Γερμανικά μπορείτε να διαβάσετε με τον πιο υποβλητικό τίτλο <em><a href="http://books.google.gr/books?id=gm7Gs-teZrQC&#038;printsec=frontcover&#038;dq=Lo%C3%AFc+Wacquant,+Das+Janusgesichte+des+Ghettos+und+andere+Essays&#038;source=bl&#038;ots=fDbTA2CLZp&#038;sig=XwQr0R6vsTs6hwEgO0v6TXPA0MU&#038;hl=el&#038;ei=IWuaTJWANcv44AaygvVR&#038;sa=X&#038;oi=book_result&#038;ct=result&#038;resnum=1&#038;ved=0CBQQ6AEwAA#v=onepage&#038;q&#038;f=false" target="_blank">Das Janusgesich des Ghettos</a></em>), κάνω την παρατήρηση ότι τα γκέτο έχουν αντιμετωπιστεί μέσα από ένα στενό ηθικό πρίσμα συνοψισμένο από την λανθασμένα αυτονόητη εξίσωση:  μελετώ την φυλετική κυριαρχία = είμαι ενάντια στο ρατσισμό = τα αντικείμενα που μελετώ είναι καταδικαστέα.29 Σαν τύποι φυλετικής κυριαρχίας, τα γκέτο προσβάλλουν τις ηθικές ευαισθησίες μας στο μέτρο που παραβιάζουν τις ιερές και όσιες αρχές της ατομικής ισότητας κι αξιοπρέπειας για όλους. Σαν αποτέλεσμα, απεικονίζονται επίμονα σαν ειδεχθείς συναστερισμοί με αρνητικό νόημα που θέλεις να καταδικάσεις, να εμποδίσεις να συμβεί, ή να εργαστείς για να το υπονομεύσεις. Αλλά το γενναιόδωρο ηθικό αίσθημα που τροφοδοτεί αυτή την αγανάκτηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην κοινωνιολογική ανάλυση. (Αυτή είναι μια ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής αρχής του κοινωνικού επιστημονικού συλλογισμού που ο μέντορας και φίλος μου Pierre Bourdieu αγαπούσε να τονίζει: «Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή κοινωνιολογία.») </p>
<p><code><br />
</code>Η <em>κατηγορούσα προσέγγιση</em> (prosecutorial approach) που έχει κοινώς υιοθετηθεί από κοινωνικούς αναλυτές τους έχει εμποδίσει από το να αναγνωρίσουν πως ένα γκέτο είναι ένα διπρόσωπο επινόημα: είναι δια μιας και <em>αδιάσπαστα</em> ένα εργαλείο υποταγής και αγωγός προστασίας, ενότητας και συνοχής. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για <em>τα κρυμμένα και ενάντια στο ένστικτο οφέλη της γκετοποίησης</em>, που προσφέρει στην κατώτερη εθνοφυλετική κατηγορία ένα όχημα για αυτό-οργάνωση και κινητοποίηση κι έτσι τους επιτρέπει να μοχλεύσουν τη «δύναμή τους από κάτω». Γι’ αυτό τα γκέτο είναι δομικά ασταθείς σχηματισμοί που έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής (έξω από βασισμένους στο κράτος κοινωνικούς σχηματισμούς): φυτεύουν και μεγαλώνουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής ενδυναμώνοντας τους υποδεέστερους και ποντίζοντας άγκυρες σε προεξέχοντα και ξεκάθαρα εθνοφυλετικά σύνορα μπορούν να γίνουν στόχος επίθεσης – ενώ άλλοι σχηματισμοί εθνοφυλετικής κυριαρχίας, όπως θολές διακρίσεις και ο διασπασμένος διαχωρισμός του είδους που έζησαν οι μετααποικιακοί μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη ή οι Βραζιλιάνοι με το σκούρο δέρμα, για παράδειγμα, το κάνουν ακόμη πιο δύσκολο για έναν στιγματισμένο και φτωχό λαό να ενωθεί σαν ομάδα και να προκαλέσει την περιθωριοποίησή του. </p>
<p><code><br />
</code>Τι συνέβη στο γκέτο των μαύρων Αμερικάνων ύστερα από τις ταραχές της δεκαετίας του ’60; Αν κατανοήσετε ότι ένα γκέτο δεν είναι απλά ένα απομονωμένο μέρος, μια περιοχή με ερειπωμένα σπίτια και κοινωνική εγκατάλειψη, μια «κακόφημη» γειτονιά που περιέχει όλων των ειδών τις κοινωνικές παθολογίες, και μεταξύ αυτών τη φαυλότητα και τη βία (τι μπορεί να γίνει αφού καταρρεύσει)∙ αν κατανοείτε πως είναι ένα ιδιόμορφο κοινωνικοχωρικό επινόημα στοχευμένο προς την επίτευξη της οικονομικής εκμετάλλευσης και του κοινωνικού εξοστρακισμού, τότε μπορείτε να ανιχνεύσετε τα αίτια της βάναυσης κατάρρευσης του “Bronzeville” της Αμερικής ύστερα από την κορύφωση του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Το γκέτο διαλύθηκε και καταπλακώθηκε από τα ερείπιά του, όπως φάνηκε, υπό την πίεση τριών συγκλινουσών δυνάμεων. Η πρώτη είναι <em>οικονομική</em>: είναι η στροφή από την βιομηχανική οικονομία του Φορντ, αγκιστρωμένη από την εργοστασιακή παραγωγή τοποθετημένη μέσα στην πόλη και που απαιτούσε πλήθη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, σε μια αποκέντρωση βασισμένη στις υπηρεσίες οικονομία στην οποία ο αυτοματισμός, η παγκόσμια μετεγκατάσταση, και η ανανεωμένη μετανάστευση των κατώτερων τάξεων κατέστησε του μαύρους εργάτες περιττούς. Ο δεύτερος παράγοντας είναι <em>δημογραφικός και πολιτικός</em>: είναι αυτό που αποκαλώ η μεγάλη μετανάστευση <em>των λευκών</em>. Οι ιστορικοί έχουν γράψει σπουδαία βιβλία για τη μεγάλη μετανάστευση των μαύρων από το Νότο προς την πόλη του Βορρά μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων,<a title="_ftnref14" name="_ftnref14" href="#_ftn14">[14]</a> αλλά ακόμη περιμένουμε έναν κατανοητό απολογισμό της μαζικής λευκής φυγής προς τα προάστια σαν αντίδραση στη μαύρη είσοδο και της εκκωφαντικής επίδρασης της στην Αμερικάνικη κοινωνία, πολιτισμό και πολιτική.<a title="_ftnref15" name="_ftnref15" href="#_ftn15">[15]</a></p>
<p><code><br />
</code>Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι λευκοί έφυγαν κατά εκατομμύρια για να αναδημιουργήσουν στα προάστια την κοινωνική και χωρική απόσταση από τους μαύρους του νότου που συρρέουν στη μητρόπολη. Αυτή η τεράστια μετακίνηση πληθυσμού μετέθεσε το εκλογικό κέντρο βάρους της χώρας από τις κεντρικές πόλεις στα προάστια, μειώνοντας έτσι την πολιτική απήχηση ενός πληθυσμού που ζούσε μέσα στην πόλη κι είχε ήδη περιθωριοποιηθεί στην οικονομική σφαίρα. Επίσης προξένησε τη δημοσιονομική κρίση των πόλεων τη δεκαετία του ’70 που χρησιμοποίησαν οι πολιτικές ελίτ σαν πρόσχημα για να συρρικνώσουν τα προγράμματα για τους φτωχούς και να επαναπροσανατολίσουν την αστική πολιτική προς την πρόβλεψη εταιρικών υπηρεσιών και ανέσεις για τη μεσαία τάξη. Η τρίτη δύναμη που διέλυσε το γκέτο είναι η επιτυχημένη <em>μαύρη κινητοποίηση</em> εναντίον της λευκής κυριαρχίας, με το μορφή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων και το ριζοσπαστικό παρακλάδι του, το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, στράφηκαν στην μετωπική πρόκληση της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και της οικονομικής ανισότητας στη μητρόπολη.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέκλιναν στην κατάρρευση του γκέτο, που έδωσε τη θέση του σ’ έναν δυαδικό συναστερισμό συντεθιμένο από το υπεργκέτο και τις δορυφορικές μαύρες γειτονιές της μεσαίας τάξης.<br />
Η μαζική φυγή των λευκών στα προάστια δημιούργησε τις κενές θέσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στην Αφροαμερικάνικη μεσαία τάξη να μεταναστεύσει, να αναπτυχθεί εκεί, απομονωμένες περιοχές γειτονικές στο ιστορικό γκέτο, ξεχωριστά από τους λευκούς αλλά κι από τη μαύρη κατώτερη τάξη που είχε παγιδευτεί στη Bronzeville που κατέρρεε.<br />
Έτσι η δεκαετία του ‘70 εισήγαγε μια διπλή διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης και χωρικού διαχωρισμού του μαύρου πληθυσμού, με τρόπο που η κοινωνικοχωρική απομόνωση των Αφροαμερικανών στην πόλη συνεχίστηκε, αλλά μέσω ενός διχαλωτού επινοήματος που εξέφραζε  δυο ξεχωριστά αστικά δοχεία: το <em>υπεργκέτο</em>, για τις επισφαλείς φατρίες της εργατικής τάξης και απομονωμένες φυσικά και κοινωνικά γειτονιές διαχωρισμένες από το υπεργκέτο, για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις. </p>
<p><code><br />
</code>Τρεις ιδιότητες διαχωρίζουν το γκέτο του τέλους του αιώνα από το κοινό γκέτο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’10, άνθισε  γύρω στο ’50, και κατέρρευσε στα τέλη του ’60. Πρώτον, το υπεργκέτο στερείται οικονομικής λειτουργίας επειδή η εργατική δύναμη που περιέχει έχει καταστεί υπεράριθμη. Δεύτερον, ο οικονομικός πλεονασμός έχει οδηγήσει σε κοινωνική από-διαφοροποίηση και σε εξανέμιση της μαύρης μεγαλοαστικής τάξης, τόσο που το υπεργκέτο είναι διπλά διαχωρισμένο σε φυλή και τάξη. Τρίτον και αναμενόμενο, έχει απογυμνωθεί από το σύνολο των εσωτερικών θεσμών που προστάτευαν από την κυριαρχία και παρέχουν το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Οι κοινωνικοί θεσμοί του ιστορικού Bronzeville <a href="http://www.dukeupress.edu/Catalog/ViewProduct.php?productid=14857" target="_blank">έχουν αντικατασταθεί από τις γραφειοκρατίες κοινωνικού ελέγχου του κράτους</a>: η πρόνοια μετατράπηκε σε ανταποδοτικότητα, τα δημόσια σχολεία υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, κι επιθετική αστυνομία, ποινικά δικαστήρια, κι ένα αδιάκριτο σύστημα φυλακών και οι προεκτάσεις του, δηλαδή οι πράκτορες που επιτηρούσαν τους υπό όρους αποφυλακισμένους.32 Εν ολίγοις, το υπεργκέτο είναι ένα κοινωνικοχωρικό επινόημα στραμμένο προς το γυμνό αποκλεισμό που διασπά τη μαύρη κοινότητα σε κοινωνικές τάξεις και δεν προσφέρει καμία από τις συλλογικές προστασίες και παράπλευρα οφέλη της γκετοποίησης.  </p>
<p><code><br />
</code><strong>Ευρωπαϊκή απομόνωση: Από τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο αντιγκέτο</strong> </p>
<p><code><br />
</code>Ας διασχίσουμε τώρα τον Ατλαντικό για να ανιχνεύσουμε την πορεία της παρακμάζουσας περιφέρειας της Δυτικοευρωπαϊκής πόλης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Για να ξεκινήσουμε, αυτά τα εδάφη της εργατικής τάξης έχουν κοινώς απεικονιστεί – και υποτιμητικά χαρακτηριστεί- ως «γκέτο μεταναστών» στη διαμάχη μεταξύ μέσων και πολιτικής, όταν στην πραγματικότητα ήταν ανάμεικτες περιοχές και ως προς το επάγγελμα και ως προς την εθνικότητα.<a title="_ftnref16" name="_ftnref16" href="#_ftn16">[16]</a> Εκτός από μερικές τοπικές εξαιρέσεις, τα <em>banlieues</em> της Γαλλικής κατώτερης τάξης περιέχουν πληθυσμούς που είναι στην πλειοψηφία τους Γάλλοι και μίγματα κατοίκων που προέρχονται από μια έως δώδεκα ντουζίνες εθνικοτήτων. Ιστορικά, έχουν στηριχτεί στην εργασία σε εργοστάσια και χαρακτηριστεί από τη σφιχτή ενσωμάτωση της μισθωτής εργασίας, των δημοτικών υπηρεσιών, της εργατικής γειτονιάς και της οικογενειακής ζωής. Αυτή η στενή εφαρμογή όμως μεταξύ εργοστασίου, τοπικής εξουσίας, και κοινότητας διαλύθηκε υπό την πίεση της αποβιομηχανοποίησης και μαζικής ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης ως τρόπου πρόσβασης σε πολύτιμες κοινωνικές θέσεις, και αλλαγές στις κρατικές πολιτικές. </p>
<p><code><br />
</code>Θα εστιάσω στην κρατική πολιτική σε σχέση με τη στέγαση χαμηλών εισοδημάτων, μιας και αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Για το θέσουμε σχηματικά, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης έχουν κάνει μεταστροφή από την χρηματοδότηση κατασκευής κοινωνικής στέγασης για την εργατική τάξη στη χορήγηση επιδοτήσεων για ατομικά νοικοκυριά για να τους βοηθήσουν να κινηθούν προς την αγορά των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό έχει δώσει τη δυνατότητα σε οικογένειες της κατώτερης και μεσαίας τάξης να φύγουν από μεγάλα συγκροτήματα του δημόσιου τομέα και να κινηθούν σε ατομικά σπίτια σε ιδιωτικές εκτάσεις. Η προσφορά αυτών των υλικά σταθερών νοικοκυριών άφησε πίσω στις εργατικές κατοικίες μόνο οικογένειες τα εργατικής τάξης, ακριβώς όταν εκείνες υπονομεύονταν από μια δραματική αύξηση της ανεργίας και μια αμείλικτη εξάπλωση της αβέβαιης εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η φυσική φθορά, η οικονομική εξαθλίωση και η δημόσια δυσφήμιση της αστικής περιφέρειας που τώρα γίνεται παγκοσμίως αντιληπτή σαν <a href="http://the.sagepub.com/content/91/1/66.short" target="_blank">τα κολαστήρια των πόλεων στα οποία μόνο οι απόβλητοι της κοινωνίας θα ανέχονταν να ζήσουν</a>.</p>
<p><code><br />
</code>Τίθεται τότε το ερώτημα: μήπως αυτά τα εξαθλιωμένα και στιγματισμένα εδάφη της εργατικής τάξης εξελίσσονται έτσι που να γίνονται γκέτο ή σαν γκέτο; Έχοντας σφυρηλατήσει μια ενδελεχή περιγραφή του τι είναι γκέτο, μπορούμε να παράσχουμε μια ενδελεχή απάντηση. Αν δεν είχαμε ξεκαθαρίσει εννοιολογικά τι εννοούμε με τον όρο, η ερώτηση θα ήταν είτε κενή νοήματος ή ανεπίλυτη. Ανάλογα, αν επιμείνετε στην αδιαμόρφωτη ακόμη παραδοσιακή έννοια που κυριαρχεί σαν ρεύμα στην καθημερινή ζωή, στα μέσα, και σε μεγάλους τομείς της έρευνας, στην θολή και μονίμως μεταστρεφόμενη συνηθισμένη σύλληψη του γκέτο σαν μια «κακή γειτονιά», ή μια απομονωμένη, φτωχή, βίαιη, ή ερειπωμένη περιοχή στην οποία θα προτιμούσατε να μην πάτε ή να ζήσετε, τότε μπορείτε να βρείτε γκέτο σχεδόν παντού. Και τα γκέτο εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται, εξαρτώμενα από ένα πλήθος συγκυριακών παραγόντων όπως τις τάσεις του εγκλήματος και τα ποσοστά ανεργίας! Τότε όμως, αν δεχτούμε οποιονδήποτε από αυτούς τους ορισμούς, οι δυο περιπτώσεις – κανόνες του γκέτο, τα <em>gietto</em> της Βενετίας, της Φλωρεντίας, ή της Ρώμης του δέκατου έκτου αιώνα και οι Bronzeville που άνθισαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στο Σικάγο, το Ντητρόιτ, ή τη Νέα Υόρκη δεν ήταν γκέτο! Έχει λοιπόν η περιφέρεια της εργατικής τάξης των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης κυλήσει προς την κατεύθυνση των γκέτο; Η απάντησή μου σ΄ αυτή των ερώτηση είναι σταθερά και απερίφραστα <em>αρνητική</em>. Θα σας κατευθύνω στο <em>Απόβλητοι των Πόλεων</em> για τις εμπειρικές λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να τονίσω τέσσερις τάσεις που δείχνουν πως οι κακόφημες περιοχές της Ευρωπαϊκής μητρόπολης έχουν ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε μπορούμε να πούμε ότι μετατρέπονται σε αντιγκέτο – αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή τη γλώσσα, την οποία δε θεωρώ ούτε εύστοχη ούτε χρήσιμη. </p>
<p><code><br />
</code>Πρώτον, γκετοποίηση σημαίνει ότι τα μέλη μιας περιορισμένης κατηγορίας αναγκάζονται να ζήσουν σε ένα ξεχωριστό χώρο κρατημένο γι’ αυτούς, που μηχανικά μεταφράζεται στην αύξηση της <em>εθνικής ομοιογένειας</em>. Όμως οι παρακμιακές περιοχές της Κόκκινης Ζώνης του Παρισιού και τα συγγενή <em>banlieues</em> της Γαλλίας έχουν γίνει λιγότερο ομοιογενή ως προς αυτό στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Όταν έκανα έρευνα πεδίου στην πόλη La Courneuve το 1991, κοντά στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle, ο πληθυσμός που κατοικούσε σ’ αυτό το κακόφημο συγκρότημα κατοικιών των Les Quatre mille προερχόταν από εικοσιέξι εθνικότητες. Όταν επέστρεψα σ’ αυτή την πόλη για να συζητήσω για το βιβλίο μου με τοπικούς ακτιβιστές το 2006, ανακάλυψα ότι το συγκρότημα τώρα φιλοξενούσε γύρω στις 62 εθνικότητες. </p>
<p><code><br />
</code>Ένας δεύτερος δείκτης γκετοποίησης είναι η αυξανόμενη <em>οργανωτική πυκνότητα</em>: μια στιγματισμένη κατηγορία τοποθετημένη σε έναν κρατημένο γι’ αυτήν θύλακα θα τον γεμίσει με δικούς της θεσμούς, όπως έχει καταγραφεί στην ανάπτυξη κι αυξημένη διαφοροποίηση άτυπων και επίσημων οργανισμών. Αλλά τα εδάφη της εργατικής τάξης σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη, από τις κεντρικές περιοχές της Βρετανίας στο Γερμανικό Ruhr και στα <em>quartieri degradati</em> των πόλεων της βόρειας Ιταλίας, έχουν γίνει μάρτυρες του τελείως αντίθετου: της παρακμής και του θανάτου των τοπικών οργανισμών, ειδικά εκείνων που προσφέρουν αρωγή στη βιομηχανική εργατική τάξη και στη σφαίρα της εργασίας και σ’ αυτή της γειτονίας. Περισσότερο συχνά, οι σύλλογοι παρόντες σ’ αυτές τις περιοχές είναι άμεσα ή έμμεσα παρακλάδια του κράτους, και συγκεκριμένα, δημόσιες  γραφειοκρατίες και κοινοτικές αντιπροσωπείες που στηρίζονται στο χρήμα του κράτους. </p>
<p><code><br />
</code>Τρίτον, νωρίτερα τόνισα ότι το γκέτο είναι μια <em>μηχανή πολιτισμικής συγχώνευσης</em> που τρέφει την ανάδυση ενός κοινού ιδιώματος ταυτοποίησης και διεκδίκησης δικαιωμάτων που περικλείει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του στιγματισμένου πληθυσμού. Έτσι η γκετοποίηση διέβρωσε τη διάκριση μεταξύ των Ασκενάζι και των Σεφαραδιτών στην περίπτωση των Εβραίων, και παρόμοια λείανε τις διαφορές μεταξύ Νέγρων και μιγάδων που είχαν τη φιλοδοξία να αναγνωριστούν σαν ξεχωριστή κατηγορία μέχρι τη δεκαετία του ’20 στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Και πάλι, τα παρηκμασμένα εδάφη της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης αποκλίνουν από αυτό το σχήμα μέσα στην αξιοθρήνητη αποτυχία τους να εξασφαλίσουν μια ενοποιημένη ταυτότητα για τους κατοίκους τους. Εδώ και τριάντα χρόνια, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν ανακοινώσει ότι το «γκέτο» έχει φτάσει στη Γαλλία κι έχουν καταγγείλει, με τρομαχτικούς όρους, την υποτιθέμενη «Αμερικανοποίηση» της πόλης, στην πραγματικότητα όμως οι κάτοικοι των <em>banlieues</em> παραμένουν βαθιά διχασμένοι ως προς την τάξη, την εθνικότητα, την εθνότητα (μέσα στην εθνικότητα), την ηλικία, και τη γενιά. Ένα παράδειγμα: στην La Courneuve, πριν από τρεις δεκαετίες στους ενοικιαστές του Les Quatre mille παραχωρήθηκε η ελεύθερη χρήση ενός οικοπέδου της πόλης για να χτίσουν ένα τζαμί.  Όμως οι διάφοροι πληθυσμοί που εξασκούν την Ισλαμική πίστη – Μαροκινοί, Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Τούρκοι, λιγοστοί Κινέζοι, κι αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών από την Ανατολική Αφρική – έχουν αποδειχτεί ανίκανοι να έλθουν στην ελάχιστη συμφωνία να ξεκινήσει το έργο, εφόσον ο καθένας επιθυμεί να λειτουργεί τον δικό του ξεχωριστό τόπο λατρείας. Ο φόβος πως το Ισλάμ θα μπορούσε να προβάλει μια κοινή κοσμοθεωρία κι ένα ιδίωμα ικανό να ενοποιήσει μετααποικιακούς μετανάστες στα Γαλλικά <em>banlieues</em>, στα Βρετανικά “sink estates,” (εργατικές κατοικίες), στο Γερμανικό <em>Problemquartier</em>, κλπ., έχει αποδειχτεί αβάσιμος. Ο μόνος συμβολικός δείκτης που μοιράζονται οι κάτοικοι των Γαλλικών <em>banlieues</em> είναι το στίγμα ότι κατοικούν σε μια περιοχή εγκατάλειψης. </p>
<p><code><br />
</code>Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό του γκέτο είναι ότι τα όριά του είναι <em>αδιαπέραστα</em>, καθώς στοχεύει στον περιορισμό όλων των μελών της στοχοθετημένης κατηγορίας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους και την κοινωνική θέση. Τα Εβραϊκά γκέτο της προεπαναστατικής Ευρώπης, σαν αυτά της Φρανκφούρτης και της Πράγας, είχαν πλούσιους και φτωχούς Εβραίους μαζί∙ το Bronzeville του Σικάγο είχε κλειδωμένες μέσα στην περίμετρό του όλες τις τάξεις των μαύρων, από τους άπορους μέχρι τους εύπορους, τους εγκληματίες και τους ευυπόληπτους, ακόμη κι ενώ αυτοί  συνέρεαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στη Μαύρη Ζώνη. Όχι και τόσο στην Ευρωπαϊκή αστική περιφέρεια, όπου οι οικογένειες των μετααποικιακών μεταναστών που ανεβαίνουν στην κοινωνική κλίμακα – μέσα από τα σχολεία, ήσσονος σημασίας επιχειρηματικότητα, έμμισθη απασχόληση (συχνά στο δημόσιο τομέα), ή γάμους – άμεσα μετακομίζουν έξω από τις φτωχογειτονιές τους. Και, όπως με τους Λατινόφωνους και τις αποκαλούμενες Ευρωπαϊκές εθνικές μειονότητες, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα οδηγεί σε χωρική διασπορά και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι Αλγερινοί κυριαρχούσαν κάποτε στο βόρειο Les Quatre mille, τη συστάδα του συγκροτήματος στη La Courneuve όπου έκανα παρατηρήσεις το 1991∙ είκοσι χρόνια αργότερα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από αυτό το συγκρότημα (για να αντικατασταθούν από οικογένειες Ανατολικοαφρικάνικης και Ασιατικής προέλευσης). Εκείνοι και τα παιδιά τους έχουν μεταναστεύσει σε παρόμοια συγκροτήματα στην Κόκκινη Ζώνη του Παρισιού ή ανέβηκαν στην κοινωνική δομή και διασκορπίστηκαν στον αστικό χώρο, αφού αναμείχθηκαν με «λευκές» Γαλλικές οικογένειες παρόμοιας κοινωνικής τάξης. Υπάρχει μια ευμεγέθης ψευδο-αστική και αστική τάξη Βοριεοαφρικανικής προέλευσης στη Γαλλία – που μερικές φορές  χαρακτηρίζεται ως <em>beurgeoisie</em> (αστική τάξη προερχόμενη από Αραβικές χώρες)– αλλά δεν υπάρχουν πουθενά αναγνωρίσιμες περιοχές της μεσαίας τάξης των <em>beur</em> Βορειοαφρικανών.<a title="_ftnref17" name="_ftnref17" href="#_ftn17">[17]</a></p>
<p><code><br />
</code>Εν ολίγοις, οι φθίνουσες περιοχές της κατώτερης τάξης της Ευρωπαϊκής μητρόπολης γίνονται  όλο και πιο εθνικά ετερογενείς και λιγότερο πυκνές οργανωτικά∙ τα όρια τους είναι πορώδη κι απέτυχαν να σφυρηλατήσουν μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Κι από τις τέσσερις απόψεις, υπακούν σε μια κοινωνικοχωρική δυναμική ακριβώς αντίθετη από αυτή που παράγει ένα γκέτο. Γι’ αυτό τα αποκαλώ αντιγκέτο, μέσω της πρόκλησης που θέλω να απευθύνω στους θιασώτες της μοδάτης θέσης της «Αμερικανοποίησης» της Ευρωπαϊκής πόλης. Ύστερα από προσεκτική εξέταση, η γλώσσα της γκετοποίησης αποδεικνύεται θεμελιωδώς ακατάλληλη για να περιγράψει την αστική απομόνωση στη Δυτική Ευρώπη στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα. </p>
<p><code><br />
</code><strong>Συμπέρασμα</strong></p>
<p><code><br />
</code>Επιτρέψτε μου τώρα, σαν συμπέρασμα, να έρθω στο τελευταίο στοιχείο στην εξίσωση της αστικής απομόνωσης. Για να κατανοήσουμε τη λογική  υποβαθμισμού στην Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή μητρόπολη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων πληθυσμοί διαχωρίζονται και σπρώχνονται στον πυθμένα του συστήματος διαστρωμάτωσης των χώρων που συνθέτουν την πόλη. Στις ΗΠΑ, ο εξορισμός σε γκέτο καθορίζεται από την εθνικότητα – δηλαδή, από αυτή την αλλόκοτη παραλλαγή της απαρνημένης εθνικότητας που κοινώς αποκαλούμε «φυλή» &#8211;  και μεταγενέστερα μεταβλήθηκε σε τάξη (με την ανάδειξη του ντουέτου που σχηματίστηκε από το υπεργκέτο και το δορυφόρο της διαχωρισμένης μαύρης μεσαίας τάξης), και ευδιάκριτα εντάθηκε από το κράτος μέσω των οικονομικών, προνοιακών, εκπαιδευτικών, στεγαστικών και υγειονομικών πολιτικών του, όλες εκ των οποίων  εργάζονται προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης των ανισοτήτων στην πόλη και της κατοχύρωσης της φτώχειας. Μπορούμε να αθροίσουμε αυτή τη δυναμική με τον αλγεβρικό τύπο: (E > Τ) x Κ που σημαίνει «η κοινωνικοχωρική απομόνωση καθορίζεται από έναν συνδυασμό όπου η εθνικότητα υπερτερεί της τάξης και πολλαπλασιάζεται από το κράτος». Αντίθετα, στη Δυτική Ευρώπη, η τάξη προηγείται της εθνικότητας στον καθορισμό του υποβιβασμού, και η περιθωριοποίηση είναι προστατεύεται σθεναρά κι εν μέρει μετριάζεται από το κράτος, μέσω ενός συνδυασμού καθολικής κοινωνικής προστασίας και στοχευμένων παρεμβάσεων που σκοπό έχουν να ελέγξουν την αστική μετάβαση, δίνοντας μας τον αλγεβρικό τύπο: (Τ > E) χ Κ.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό διευκρινίζει την πρώτη λέξη στον τίτλο της διάλεξής μου: «Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό πρώτο αιώνα». Και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αποδεικνύεται τελικά ότι ο μεγάλος αρχιτέκτονας της αστικής περιθωριοποίησης, λόγω παράλειψης ή ανάθεσης, είναι το κράτος. Το κράτος είναι ο παράγοντας που θέτει τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες η κατανομή των ανθρώπων, πηγών, και δραστηριοτήτων επιτελείται κατά μήκος του ανά δυο χώρου που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης. Μέσα από τα διάφορα προγράμματά του, από την πολεοδομία, τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, τη δημοσιονομική πολιτική, και τις επενδύσεις υποδομής, μέχρι την εδαφικά διαφοροποιημένη πρόβλεψη για ουσιαστικά δημόσια αγαθά όπως η στέγαση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, και η αστυνόμευση, το κράτος καθορίζει την έκταση της απόστασης μεταξύ της κορυφής και της βάσης της τάξης μέσα στην πόλη∙ τα οχήματα, τους δρόμους, και την ευκολία με την οποία αυτή η απόσταση μπορεί να διανυθεί∙ Και ποια είδη κοινωνικοχωρικής απομόνωσης βγάζουν ρίζες κι αναπτύσσονται (αν οι στερημένες και κακόφημες κατηγορίες θα μαντρωθούν σ’ ένα γκέτο, έναν εθνικό θύλακα, ή σε μια φτωχογειτονιά∙ πόσο μεγάλο είναι το σύστημα των φυλακών πόσο κλειστές κι απομονωμένες είναι οι περιοχές της ανώτερης τάξης, κλπ.). Μέσα από τη δομή και τις πολιτικές τους, μοτίβα δράσεων και μη, ο Λεβιάθαν καθορίζει την έκταση, εξάπλωση, και ένταση της περιθωριοποίησης στην πόλη. Αυτό υπονοεί ότι, στο βαθμό που συνεργάζονται για να διαμορφώσουν το δομημένο περιβάλλον, οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες μετέχουν στην παραγωγή του χώρου της κοινωνικοχωρικής υποβάθμισης. Και θα εμπλακούν ακόμη περισσότερο στο σχεδιασμό της αστικής απομόνωσης καθώς οι προηγμένες κοινωνίες όλο και πιο πολύ στηρίζονται σε χωρικές «λύσεις» για κακοφορμισμένα κοινωνικά προβλήματα στη διττή μητρόπολη.<a title="_ftnref18" name="_ftnref18" href="#_ftn18">[18]</a></p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn1" name="_ftn1" href="#_ftnref1"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[1]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Αυτή είναι μια συνοπτική κι αναθεωρημένη εκδοχή της έκτης διάλεξης Roth-Symonds και της εναρκτήριας ομιλίας στο Συμπόσιο για τους Χωρικούς Αναλφαβητισμούς, που ανακοινώθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Yale στις 27 Μαρτίου, 2009. Έχω αποκόψει πολλά διαφωτιστικά παραδείγματα και αναλυτικές παρεκβάσεις, αλλά διατήρησα την προφορική μορφή της ομιλίας.  Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Iben Falconer και Όλγα Παντελίδου που ευγενικά στάθηκαν σαν οδηγοί μου στο σύντομο ταξίδι μου στη γη της αρχιτεκτονικής του Yale, και τον Jack Brough για την υπομονετική του βοήθεια στην προετοιμασία αυτού του κειμένου, και τους Megan Comfort και Zach Levenson για καθυστερημένα αλλά οξύνοα σχόλια που βοήθησαν στη διευκρίνισή του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn2" name="_ftn2" href="#_ftnref2"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[2]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για μια συζήτηση για το πρακτικό υπόβαθρο και τους θεωρητικούς στόχους αυτών των δυο βιβλίων, δείτε την ανακεφαλαίωση των αναλυτικών διασυνδέσεων τους στο Loïc Wacquant , “The Body, the Ghetto and the Penal State,” <em>Qualitative Sociology</em> 32, νο. 1 (Μάρτιος 2009): 101–29.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn3" name="_ftn3" href="#_ftnref3"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[3]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Το <em>Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης</em> (δεύτερη έκδοση, 1989) αποδίδει έξι έννοιες στο ρήμα “to seclude”∙  οι δυο πρώτες εξυπηρετούν πολύ καλά το σκοπό μου: «Κλείνω εκτός, εγκλείω ή περιορίζω έτσι ώστε να αποτρέψω την πρόσβαση ή την επιρροή από έξω. Επίσης, εγκλείω ή περιορίζω (ένα υλικό αντικείμενο) σε ένα ξεχωριστό μέρος»∙ «Με μια ευρύτερη έννοια: Αποσύρω ή προφυλάσσω από τη δημόσια θέα∙ υπαναχωρώ από ευκαιρίες κοινωνικής συναναστροφής». Η σημασιολογική ευρύτητα του όρου εκτείνεται μέχρι την περίληψη των εννοιών του εξοστρακισμού και της απέλασης. Στα μεσαιωνικά μεσαία Αγγλικά, το ρήμα to seclude επίσης σήμαινε αποστερώ δικαιώματος, αποκλείω κάποιον από ένα προνόμιο ή την αξιοπρέπειά του. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn4" name="_ftn4" href="#_ftnref4"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[4]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Edward J. Blakely και Mary Gail Snyder, <em>Fortress America: Gated Communities in the United States</em> (Washington, DC: Brookings Institution, 1999); Rowland Atkinson and Sarah Blandy, επ., <em>Gated Communities: International Perspectives</em> (New York: Routledge, 2006).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn5" name="_ftn5" href="#_ftnref5"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[5]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Allan H. Spear, <em>Black Chicago: The Making of a Negro Ghetto</em>, 1890–1920 (Chicago: University of Chicago Press, 1968); Gilbert Osofsky, <em>Harlem: The Making of a Ghetto — Negro New York, 1890–1930</em>, 2η έκδοση. (New York: Harper and Row, 1971); Kimberley L. Phillips, <em>Alabama North: African-American Migrants, Community, and Working-Class Activism in Cleveland, 1915–1945</em> (Urbana: University of Illinois Press, 1999).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn6" name="_ftn6" href="#_ftnref6"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[6]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Η αναλογία υψώνεται στο επίπεδο της ομολογίας όταν κάποιος θυμάται ότι η φυλακή επινοήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα όχι σαν μηχανισμός που τιμωρεί το έγκλημα αλλά σαν εργαλείο χαλιναγώγησης του αστικού περιθωρίου και για να ενσταλάξουν την ηθική της εργασίας στους «γεροδεμένους ζητιάνους» που απειλούσαν τη δημόσια τάξη και τις εργασιακές σχέσεις στην αναδυόμενη καπιταλιστική πόλη. Βλ. Pieter Spierenburg, <em>The Prison Experience: Disciplinary Institutions and their Inmates in Early Modern Europe</em> (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1991).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn7" name="_ftn7" href="#_ftnref7"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[7]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Loïc Wacquant , “Deadly Symbiosis: When Ghetto and Prison Meet and Mesh,” <em>Punishment &#038; Society</em> 3, . 1 (Φθινόπωρο 2001): 95–133; Wacquant, <em>Punishing the Poor</em>, κεφάλαιο 6.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn8" name="_ftn8" href="#_ftnref8"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[8]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Stephen Cornell, <em>The Return of the Native: American Indian Political Resurgence</em> (Oxford: Oxford University Press, 1988). Αυτή είναι επίσης η περίπτωση των ιθαγενών Κανάκ στη Νέα Καληδονία, ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού που αποτέλεσε Γαλλική Αποικία κι όπου πραγματοποίησα τις πρώτες κοινωνιολογικές μου έρευνες στη δεκαετία του ’80, που αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην πρώην Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία ανέπτυξε ένα διπλό σύστημα δικαίου και ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκε με κτήματα/καταυλισμούς που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Βλ. Claude Liauzu, επ., <em>Dictionnaire de la colonisation française</em> (Paris: Larousse, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn9" name="_ftn9" href="#_ftnref9"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[9]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτό το μέτωπο από τις προκλητικές έρευνες του ανθρωπολόγου Michel Agier που έχει ακολουθήσει τις δυναμικές της περιθωριοποίησης μελετώντας την «καταστροφή» της πόλης σε περιπτώσεις που κυμαίνονται από περιοχές κατώτερης τάξης σε παρακμή μέχρι τα γκέτο και τα στρατόπεδα προσφύγων απ’ όλο τον κόσμο και ατόμων που έχουν εκτοπισθεί σε τρεις ηπείρους. Βλ. Michel Agier, <em>L’Invention de la ville: Banlieues, townships, invasions et favelas</em> (Paris: Archives Contemporaines, 1999); Agier, <em>Gérer les indésirables: Des camps de réfugiés au gouvernement humanitaire</em> (Paris: Flammarion, 2008).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn10" name="_ftn10" href="#_ftnref10"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[10]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Επιπλέον, οι περισσότερες μελέτες των κοινοτήτων των πυλών έχουν εκπονηθεί από πολεοδόμους κι ανθρωπολόγους, δυο επιστημονικοί κλάδοι των οποίων οι μεθοδολογικές τάσεις τους αναγκάζουν να απομονώνουν τα αντικείμενα τους από τις μεγαλοδομές τις εξουσίας. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn11" name="_ftn11" href="#_ftnref11"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[11]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Wacquant, “Deadly Symbiosis.”</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn12" name="_ftn12" href="#_ftnref12"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[12]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Martin J. Murray, <em>Taming the Disorderly City: The Spatial Landscape of Johannesburg After Apartheid</em> (Ithaca: Cornell University Press, 2008); A.J. Christopher, <em>The Atlas of Changing South Africa</em> (New York: Routledge, 2001).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn13" name="_ftn13" href="#_ftnref13"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[13]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Thomas Lee Philpott, <em>The Slum and the Ghetto: Immigrants, Blacks, and Reformers in Chicago, 1880–1930</em> (New York: Oxford University Press, 1978); Stanley Lieberson, <em>A Piece of the Pie: Blacks and White Immigrants Since 1880</em> (Berkeley: University of California Press, 1980).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn14" name="_ftn14" href="#_ftnref14"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[14]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ., για παράδειγμα, Joe William Trotter, Jr., επ., <em>The Great Migration in Historical Perspective: New Dimensions of Race, Class, and Gender</em> (Bloomington: Indiana University Press, 1991); Alferdteen Harrison, επ., <em>Black Exodus: The Great Migration from the American South</em> (Indianola, MI: University Press of Mississippi, 1992); James N. Gregory, <em>The Southern Diaspora: How the Great Migrations of Black and White Southerners Transformed America</em> (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn15" name="_ftn15" href="#_ftnref15"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[15]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βασικά συστατικά των συντηρητικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 και στα προάστια και στην πόλη, όπως η εξέγερση κατά της φορολογίας, η ώθηση προς την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, και η ζήτηση για σχολικά κουπόνια, καθιερώθηκαν μέσα στο χωνευτήρι της «λευκής φυγής» ως μια απόπειρα ενός ισχυρού κοινωνικοχωρικού κινήματος για να αντεπιτεθούν και να αντιστρέψουν ακόμη τις κατακτήσεις του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Βλ. Kevin M. Kruse, <em>White Flight: Atlanta and the Making of Modern Conservatism</em> (Princeton: Princeton University Press, 2007).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn16" name="_ftn16" href="#_ftnref16"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[16]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Βλ. Jean-Marc Stébé, <em>La Crise des banlieues: Sociologie des quartiers sensibles</em>, 3η έκδοση (Paris: Presses Universitaires de France, 2007) για τη Γαλλία, και Sako Musterd, Alan Murie, και Christian Kesteloot, επ., <em>Neighbourhoods of Poverty: Urban Social Exclusion and Integration in Comparison</em> (London: Palgrave Macmillan, 2006), για την Ευρώπη γενικότερα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn17" name="_ftn17" href="#_ftnref17"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[17]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Catherine Wihtol de Wenden and Rémy Leveau, <em>La Beurgeoisie</em> (Paris: CNRS Editions, 2007). Παραγόμενος από την αντιστροφή της λέξης <em>arabe</em> στην αργκό, ο όρος <em>beur</em> χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ζωή και στη δημόσια συζήτηση για να προσδιορίσει του Γάλλους Μαροκινής καταγωγής (αν και πολλοί από αυτούς τον βρίσκουν προσβλητικό και τον απορρίπτουν). </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a title="_ftn18" name="_ftn18" href="#_ftnref18"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB">[18]</span></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial" lang="EN-GB"> Για ένα διαφωτιστικό παράδειγμα, διαβάστε τον απολογισμό του Fairbanks του έργου της ανεπίσημης οικονομίας ανόρθωσης σπιτιών για ναρκομανείς κι αλκοολικούς μέσα στην καρδιά της πόλης της Φιλαδέλφεια σαν ένας «νέος τρόπος περιορισμού που αναμιγνύει κι αναταράσσει τους άπορους σε περιοχές εδαφικά συγκεντρωμένης φτώχειας» στην μεταπρονοιακή εποχή της νεοφιλελεύθερης μετάβασης. Robert P. Fairbanks, <em>How It Works: Recovering Citizens in Post-Welfare Philadelphia</em> (Chicago: University of Chicago Press, 2009), 268.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2517</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Helga Tawil-Souri  &#8211; Περπατώντας στη Λευκωσία, φαντάζομαι την Ιερουσαλήμ</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2430</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2430#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:01:04 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Helga Tawil-Souri]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Helga Tawil-Souri]]></category>
		<category><![CDATA[Ισραήλ]]></category>
		<category><![CDATA[Κύπρος]]></category>
		<category><![CDATA[Παλαιστίνη]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[σύνορα]]></category>
		<category><![CDATA[τέχνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2430</guid>
		<description><![CDATA[Η εμφανής διαφορά  μεταξύ τουρκικής και ελληνικής  Λευκωσίας με μεταφέρει στην Παλιά  Πόλη της Ιερουσαλήμ, κυρίως στην εκθαμβωτική διαφορά ανάμεσα στους καθαρούς, αποκατεστημένους, ασβεστωμένους τοίχους της Εβραϊκής Συνοικίας και τις ρυπαρές επιφάνειες των άλλων τριών.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Helga Tawil-Souri" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/helga-tawil-souri.jpg"><img title="Helga Tawil-Souri" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/helga-tawil-souri.jpg" alt="Helga Tawil-Souri" hspace="5" vspace="5" width="135" height="200" align="left" /></a> Πηγαίνοντας  προς το βορρά, στην οδό Λήδρας, στην ελληνική πλευρά της Λευκωσίας,  καταλαβαίνω ότι πλησιάζω στα σύνορα. Λίγα βήματα πριν, βρισκόμουν στη μέση ενός εμπορικού πεζόδρομου που έσφυζε από ζωή: μαγαζιά και καφέ, η μυρωδιά από τα κάστανα των μικροπωλητών γέμιζε τον αέρα. Ξαφνικά, το αστικό τοπίο αλλάζει. Κτίρια που φέρουν σημάδια πολέμου τυλιγμένα σε πράσινο, διαφανές υλικό σαν καναβάτσο με ονόματα διεθνών οργανώσεων βοήθειας. Κάθετοι δρόμοι και διάδρομοι είναι απαγορευμένες περιοχές, μερικές με οδοφράγματα από μπετόν ή με σάκους με άμμο που μου απαγορεύουν την πρόσβαση. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά σε έναν από αυτούς: στις  ρωγμές του εδάφους το γρασίδι φυτρώνει εδώ και περίπου τριάντα χρόνια. Τα βομβαρδισμένα κτίρια, με τους σάκους με την άμμο στα πόδια τους, τα κλεισμένα με χαρτόνια παράθυρα, οι ρημαγμένες προσόψεις, η βουβή αίσθηση του κενού και η ανοικοδόμηση που κάνει κατεστραμμένα μέρη της πόλης να μοιάζουν ʺαυθεντικά παλιάʺ μου θυμίζουν παράξενα έναν διαφορετικό τόπο. Το έχω ξαναδεί αυτό, παρόλο που είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στη Λευκωσία.<span id="more-2430"></span></p>
<p><code><br />
</code>Μου αρέσει να σκέφτομαι  ότι η παιδική ηλικία μου, όπως οι διαιρεμένες πόλεις στις οποίες την έζησα, δεν είναι ανώμαλη, αλλά η πραγματικότητα των εξελισσόμενων δυνάμεων και του μετασχηματισμού της σύγκρουσης. Όταν ήμουν μικρό παιδί, η Βηρυτός ήταν ένα ανάλογο τοπίο βομβαρδισμένων κτιρίων, ξενοδοχείων κατοικημένων από ελεύθερους σκοπευτές, με τρύπες από σφαίρες, καλυμμένων με την αίσθηση του ακίνητου χρόνου. Θυμάμαι την εμφάνιση των σημείων ελέγχου- οδοφράγματα με βαρέλια πετρελαίου, εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και χαλάσματα που χειρίζονταν νεαροί με τουφέκια μεγαλύτερα από τους ίδιους- και η νεκρή ζώνη είχε μια Πράσινη Γραμμή που κανείς δεν περνούσε εκτός και αν ήθελε να αυτοκτονήσει. Οι γονείς μου εγκατέλειψαν τον Λίβανο το 1977 και χρειάστηκε να κάνω το πέρασμα μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου. Στη Γερμανία, η νεκρή ζώνη ήταν πιο καθαρή αλλά τεχνολογικά ακόμα πιο εντυπωσιακή: νάρκες, ένας τοίχος από μπετόν,  φράκτες με συρματοπλέγματα σαν ξυράφια, πύργοι ελέγχου, βλοσυροί στρατιώτες με ατσαλάκωτες στολές, σταυροί  γι’ αυτούς που δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν στη Δύση και, φυσικά, σημεία ελέγχου. Σκέφτηκα την επιγραφή σε ένα κτίριο στην Πράσινη Γραμμή: ʺΛευκωσία: Η Τελευταία Διαιρεμένη Πρωτεύουσαʺ. <em>Θέλω να διαφωνήσω</em>, σκέφτηκα. Σίγουρα, το Βερολίνο δεν ήταν πια διαιρεμένο, και ενδεχομένως ούτε η Βηρυτός. Μπορούσα όμως να φανταστώ μια επιγραφή στον τοίχο ύψους οκτώ μέτρων στο Άμπου Ντις: ʺΙερουσαλήμ: Η Αιώνια Διαιρεμένη Πρωτεύουσαʺ. Μολονότι σίγουρα το τοπίο της Λευκωσίας έφερνε στο νου μνήμες από τη Βηρυτό και το Βερολίνο, μου θύμιζε περισσότερο τη γενέτειρα του πατέρα μου, την Ιερουσαλήμ.</p>
<p><code><br />
</code><a title="signs" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/signs.png"><img title="signs" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/signs.png" alt="signs" width="576" height="190" /></a></p>
<p><em>Εικόνα 1: επιγραφές καλωσορίσματος ( φωτογραφίες της συγγραφέως) </em></p>
<p><code><br />
</code>Προφητικά ίσως, ο πατέρας μου μεγάλωσε στη  γειτονιά Μαμίγια της δυτικής  Ιερουσαλήμ, εκεί όπου μεταξύ 1948 και 1967 θα περνούσε η Πράσινη Γραμμή, κάνοντας ξανά τη Δυτική εβραϊκή και την  Ανατολική αραβική. Δεκαετίες αργότερα, μετά την ʺ επανένωση ʺ της Ιερουσαλήμ, το 1967, με την προσάρτησή της στο Ισραήλ, οι φυσικές διαιρέσεις γκρεμίστηκαν και τριγύρισα στη Μαμίγια ψάχνοντας το σπίτι του πατέρα μου- χωρίς αποτέλεσμα.</p>
<p><code><br />
</code>Μολονότι η  Πράσινη Γραμμή δεν υπάρχει πια και η Ιερουσαλήμ ανακηρύχτηκε αιώνια αδιαίρετη πρωτεύουσα του Ισραήλ, νέες μορφές διαχωρισμών και ενοποιήσεων έχουν εμφανιστεί. Τον Ιούλιο 2001, ένα σχέδιο για ʺ φράκτη ασφαλείας ʺ, που εγκρίθηκε από την ισραηλινή Κνεσέτ, πήρε τη μορφή ενός τείχους οκτώ μέτρων ύψους που κόβει το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Όχθης, συχνά πολύ πέρα από την Πράσινη Γραμμή. Γύρω από την Ιερουσαλήμ το τείχος ενσωματώνει ισραηλινούς οικισμούς και αποκλείει παλαιστινιακές γειτονιές. Το υπάρχον οδόφραγμα γύρω από τη Λωρίδα της Γάζας χαρακτηρίστηκε από Ισραηλινούς πολιτικούς ως  παράδειγμα για την διατήρηση της ασφάλειας του Ισραήλ.</p>
<p><code><br />
</code>Η Λευκωσία, ωστόσο, αποτελεί παρόμοιο παράδειγμα, όπου οι προσωρινές απαντήσεις στις ʺαπειλές κατά της ασφάλειαςʺ θωρακίζουν διαμέσου των χρόνων. Ακριβώς όπως ʺστη Λευκωσία, η Πράσινη Γραμμή σφραγίζει μια εθνική διαμάχη χωρίς να μπαίνει στα βαθύτερα αίτια της διαμάχηςʺ, το ίδιο ισχύει για το ʺ διαχωριστικό Τείχος ʺ στο Ισραήλ/ Παλαιστίνη. Επειδή τα ʺ προσωρινά μέτρα γίνονται συχνά μόνιμα, καθώς η περίοδος αναμονής για περιεκτική πολιτική ρύθμιση καθυστερεί….στο μεταξύ, η διχοτόμηση επιτρέπει συχνά την προνομιακή απόκτηση αστικής επικράτειας…{ Όπως στην Ιερουσαλήμ, } είναι πιθανό ότι η δεύτερη επανάληψη εθνικού απαρτχάιντ θα γεννήσει όσα προβλήματα λύνει ʺ ( Calame και Charlesworth 2009, 241).</p>
<p><code><br />
</code><a title="drawings" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/drawigns.png"><img title="drawings" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/drawigns.png" alt="drawings" width="550" height="328" /></a></p>
<p><em>Εικόνα 2: Λευκωσία, Ιερουσαλήμ, Κύπρος και Ισραήλ/Παλαιστίνη (σχέδια της συγγραφέως)</em></p>
<p><code><br />
</code>Βαδίζοντας στο  έδαφος της Λευκωσίας, συναντούσα ένα  χωροταξικό καθεστώς που ήταν κοινό  και συνάμα διαφορετικό από εκείνο της Ιερουσαλήμ. Όπως οι δυο πόλεις είναι παλίμψηστες, η εμπειρία να είσαι ταυτόχρονα εδώ κι εκεί ήταν σε επιστρώσεις, χωρίς ευθεία χρονολογική ή κατευθυντήρια γραμμή. Η Λευκωσία έφερνε στο νου αναμνήσεις από τη σύγχρονη Ιερουσαλήμ, αλλά όσο προχωρούσα συνειδητοποιούσα ότι οι διαχωριστικές γεωγραφίες των πόλεων αντανακλούσαν διαφορετικές πολιτικές διαδικασίες και τελικά ευχόμουν η Ιερουσαλήμ να μπορούσε να είναι τόσο κλινικά διαιρεμένη όσο η Λευκωσία, όπου ο διαχωρισμός ήταν σαφής, αλλά η κάθε πλευρά μπορούσε να διεκδικεί τη δική της (αμφισβητούμενη) μορφή κυριαρχίας. Δεν μπορούσα επίσης να μην σκεφτώ ότι η διαίρεση της Λευκωσίας, μολονότι απτή, ήταν πιθανό να πάψει να υπάρχει στη διάρκεια της ζωής μου, ενώ ο τεμαχισμός και ο μετασχηματισμός  της Ιερουσαλήμ ʺεξαλείφειʺ τους Παλαιστίνιους στο άμεσο μέλλον. Το σβήσιμο του πατέρα μου από την Ιερουσαλήμ, περισσότερα από εξήντα χρόνια πριν, ήταν απλώς μια εισαγωγή.</p>
<p><code><br />
</code>Στην τουρκική πλευρά, μεταφέρομαι αμέσως σε ένα  διαφορετικό χρόνο- τόπο. Στην ουδέτερη ζώνη, πέφτω πάνω σε μια πινακίδα που λέει ʺΣτρατιωτική Ζώνη Ασφαλείας : Απαγορεύεται η Είσοδοςʺ. Μου θυμίζει αναρίθμητες πινακίδες γύρω από την Ιερουσαλήμ, που επισημαίνουν τα φράγματα, οριοθετούν τις ουρές στα σημεία ελέγχου. Εκτός από τις συνοριακές περιπόλους, δεν υπάρχουν στρατιώτες στη Λευκωσία όπως στην Ιερουσαλήμ, αλλά η στρατιωτική παρουσία είναι εμφανής. Περνάω από κτίρια χτυπημένα από σφαίρες: ο διακριτικός ήχος από τα μαχαιροπήρουνα και τις τηλεοράσεις καλύπτεται πίσω από τις ξύλινες πόρτες τους. Διασχίζοντας την Ιερουσαλήμ από τα Δυτικά στα Ανατολικά, η διαφορά είναι επίσης ολοφάνερη. Τα κτίρια και οι υποδομές της Ανατολικής Ιερουσαλήμ είναι τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες πίσω από εκείνα της Δυτικής. Οι πολιτισμικές δονήσεις, επίσης, βρίσκονται σε αντίθεση: η  ʺανατολίτικηʺ αίσθηση της Ανατολής, η διαφορετική αλφάβητος, τα τζαμιά, οι γυναίκες που φορούν <em>hijab</em>, η παρακμή αυτής που εμφανώς είναι η φτωχότερη πλευρά. Η μνήμη μου  αρχίζει να με εγκαταλείπει: Επιλέγω  να ξεχάσω ότι η Ανατολική Ιερουσαλήμ, την οποία θυμάμαι ως  ʺαραβικήʺ είναι η μισή εβραϊκή, όλο και περισσότερο, χάρη στη συνεχιζόμενη πολιτική του Ισραήλ για «δημογραφική ʺεξισορρόπησηʺ και επέκταση των δημοτικών ορίων έτσι ώστε να ενσωματωθούν χιλιάδες έποικοι. Προχωρώ.</p>
<p><code><br />
</code>Παρατηρώ μια πληθώρα τουρκικών και τουρκοκυπριακών σημαιών. Η κίνησή τους μου θυμίζει τις ισραηλινές σημαίες που προστέθηκαν στην Παλιά Πόλη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, γιορτάζοντας τη νικηφόρα αρπαγή της γης από το Ισραήλ και την παράνομη απομάκρυνση του πληθυσμού από τα παλαιστινιακά σπίτια. Αναρωτιέμαι αν η τουρκοποίηση και η εβραιοποίηση του τοπίου έχουν κοινές συμβολικές εκδηλώσεις, τουλάχιστον σε σχέση με το ήπιο χρώμα που καλύπτει βίαιες διαδικασίες. Ο ʺπράσινος χώροςʺ στην Ιερουσαλήμ είναι ένας ευφημισμός για την απαγόρευση στους Παλαιστίνιους να κατοικούν στη δική τους γη και διατηρεί μια ʺανοιχτή περιοχήʺ για μελλοντικό εβραϊκό εποικισμό. Στους Παλαιστίνιους κατοίκους της Ιερουσαλήμ επιτρέπεται να ζουν μόνο στο 7% του συνόλου της γης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και καθόλου στη Δυτική. Μέσα στην Παλιά Πόλη δεν επιτρέπονται κατασκευές έξω από την Εβραϊκή Συνοικία. Υπάρχει συνεχιζόμενη κατεδάφιση και βίαιη κατάληψη των παλαιστινιακών σπιτιών. Οι χώροι γύρω από τους οικισμούς αναφέρονται ως ʺγειτονιέςʺ. Η πολιτική εκτοπισμού των Παλαιστινίων συνεχίζεται καθώς οι άδειες παραμονής αναστέλλονται (βλέπε Klein 2005, Zink 2009). Η Ιερουσαλήμ δεν έχει πια Πράσινη Γραμμή, αλλά υπάρχουν νέα σύνορα, φυσικά και όχι μόνο, με σαφείς εθνο/θρησκευτικές πολιτικές συμπερίληψης/ αποκλεισμού. Εδώ, στη Λευκωσία, η τουρκοποίηση υπάρχει μόνο στη μια πλευρά της διχοτόμησης, χωρίς να γλιστρά παράνομα ʺεκεί ʺ. Κλείνω τα μάτια.</p>
<p><code><br />
</code>Η εμφανής διαφορά  μεταξύ τουρκικής και ελληνικής Λευκωσίας με μεταφέρει στην Παλιά  Πόλη της Ιερουσαλήμ, κυρίως στην εκθαμβωτική διαφορά ανάμεσα στους καθαρούς, αποκατεστημένους, ασβεστωμένους τοίχους της Εβραϊκής Συνοικίας και τις ρυπαρές επιφάνειες των άλλων τριών. Η ελληνική πλευρά της ουδέτερης ζώνης, όπου τα Ηνωμένα Έθνη ανακαινίζουν εργαστήρια τεχνιτών, μου θυμίζει την Εβραϊκή Συνοικία, που έχει φτιαχτεί έτσι ώστε να μοιάζει  ʺαυθεντικά παλιάʺ. Στο κέντρο της Βηρυτού, νεόκτιστα κτίρια σχεδιάζονται έτσι ώστε να μοιάζουν αυθεντικά και γραφικά, αλλά δεν μοιάζουν καθόλου με εκείνα που χρονολογούνται πριν από το 1975. Ακόμη και στην τουρκική πλευρά, οι αναπαλαιώσεις θυμίζουν την Εβραϊκή Συνοικία, παρόλο που η αναδόμησή τους δεν καθοδηγείται από κάποιο σιωνιστικό-εθνικιστικό ιδανικό. Δεν υπάρχει στο μυαλό μου σαφής χαρτογράφηση της μιας πλευράς της Λευκωσίας που να είναι αντίστοιχη της μιας πλευράς της Ιερουσαλήμ. Οι ομοιότητες και οι διαφορές ξεπερνούν τα σύνορα. Νιώθω κάποια σύγχυση.</p>
<p><code><br />
</code><a title="walls and barbed wires" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/walls-and-barbed-wires.png"><img title="walls and barbed wires" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/walls-and-barbed-wires.png" alt="walls and barbed wires" width="576" height="202" /></a></p>
<p><em>Εικόνα 3: Πίσω από τα συρματοπλέγματα  της Ουδέτερης Ζώνης στη Λευκωσία υπάρχουν σημαδεμένα κτίρια και υπερβολική βλάστηση (αριστερά). Ο προκάτοχος του τοίχου στο Άμπου Ντις εμφανίστηκε το 2002 με τη μορφή συγκροτημάτων από μπετόν (δεξιά) (φωτογραφίες της συγγραφέως) </em></p>
<p><code><br />
</code>Περνάω πάλι στην ελληνική πλευρά, τριγυρίζω γύρω από την ουδέτερη ζώνη. Φτάνω σε μια άκρη: ένας μικρός τοίχος, συρματοπλέγματα, σάκοι με άμμο, και πίσω τους κοσμοπολίτικα κατάλοιπα. Το έξω ξαναδεί αυτό, σε διαφορετική μορφή, στις ακόμη κυρίαρχες αραβικές γειτονιές της Ιερουσαλήμ, όπου οδοφράγματα από μπετόν εμφανίστηκαν το 2002, πριν από το τείχος. Σήμερα, σε καλωσορίζει μια επιβλητική γκρίζα οντότητα, που ξεπροβάλει σαν κρυφό ηφαίστειο, ξαφνικά, στη μέση του δρόμου, ακριβώς απέναντι από την εξώπορτα κάποιου. Στην τουρκική Λευκωσία, οι κάτοικοι απλώνουν τη μπουγάδα τους πάνω από τους σάκους με την άμμο και τα χαλάσματα που σηματοδοτούν τα σύνορα, και έχουν τα παράθυρα και τις πόρτες που βλέπουν στο νότο κλεισμένα με χαρτόνια. Στην Ιερουσαλήμ, και κατά μήκος του συνόρου του τείχους, οι Παλαιστίνιοι έχουν ως θέα μια πλάκα από μπετόν που πλακώνει την καρδιά.</p>
<p><code><br />
</code>Χάνω την αίσθηση του τόπου: επιγραφές σε διάφορες γλώσσες, σχέδια αποκατάστασης, πέτρινα σπίτια και τοξωτά παράθυρα, θρησκευτικές αναφορές, σημαίες, ʺνέα παλιάʺ κτίρια, κλεισμένοι δρόμοι, σημεία ελέγχου…Δεν είμαι πλέον σίγουρη για το πού βρίσκομαι. Και οι δυο πόλεις μοιράζονται ορθολογικά σχέδια που μοιάζουν αρκετά ανθρώπινα. Ο τρόπος που η Πράσινη Γραμμή εξαφανίστηκε φυσικά από την Ιερουσαλήμ αλλά παρέμεινε στη συλλογική μνήμη των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων, ένα νέο είδος γραμμής χαράζεται στο τοπίο της Ιερουσαλήμ, όπως αυτό που βλέπω τώρα στη Λευκωσία κι αυτό που θυμάμαι από την παιδική ηλικία στη Βηρυτό και το τείχος του Βερολίνου. Οι διαιρέσεις με στοιχειώνουν. Οι τέσσερις πόλεις έχουν σε κάποιο βαθμό μοιραστεί  νεκρές ζώνες, τείχη και ουδέτερες ζώνες που διαθέτουν σημαντική σταθερότητα στο έδαφος και στη φαντασία μας.</p>
<p><code><br />
</code><a title="buffer zone and the wall" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/buffer-zone-and-the-wall.png"><img title="buffer zone and the wall" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/buffer-zone-and-the-wall.png" alt="buffer zone and the wall" width="576" height="202" /></a><br />
<em>Εικόνα 4: Παλιά κτίρια της Λευκωσίας κατά μήκος της Ουδέτερης Ζώνης τυλιγμένα σε ʺ διαφημίσεις ʺ για το μεγάλο Πρόγραμμα των ηνωμένων Εθνών για τη Λευκωσία (αριστερά). Το τείχος στην Ανατολική Ιερουσαλήμ αποτελεί έναν καταπιεστικό καμβά για τους καλλιτέχνες του γκράφιτι (δεξιά). (Φωτογραφίες της συγγραφέως).</em></p>
<p><code><br />
</code>Μια ομίχλη εγκαθίσταται στο κεφάλι μου, αλλά είναι σαφές για μένα ότι η Λευκωσία και η Ιερουσαλήμ αποτελούν διαφορετικά είδη διαιρεμένης πόλης. Η μια ξεπερνά σιγά-σιγά τη διαίρεσή της με τη συνδρομή της ΕΕ και τους ξένους δωρητές που δίνουν χρήματα και τεχνογνωσία. Η άλλη, ακόμη πιο βίαια διαιρεμένη σε ένα αμφισβητούμενο ʺσύνοροʺ, για το οποίο η διεθνής κοινότητα κάνει τα στραβά μάτια ή, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρεί παράνομο και υψώνει μια ανήμπορη φωνή εναντίον του. Αντίθετα με την Κύπρο, ʺκυρίαρχη που άλλοι κυρίαρχοι αποφάσισαν να της φέρονται ως εξαίρεσηʺ ( Κωνσταντίνου 2008, 145), η Ιερουσαλήμ είναι μια εξαίρεση στην οποία οι άλλοι φέρονται ως κυρίαρχη. Κανείς δεν τολμά πλέον να παρέμβει στην Ιερουσαλήμ, αφήνοντας το Ισραήλ να παίζει με τη Δυτική και Ανατολική μοίρα της. Η Λευκωσία είναι διαιρεμένη, οι δυο πλευρές σαφώς –ναι, βίαια επίσης- χωρισμένες, αλλά οι Τούρκοι δεν παρεμβαίνουν στην ελληνική πλευρά, ούτε οι Έλληνες στην τουρκική πλευρά (ίσως τα σκουπίδια τους, οι αποχετευτικές εγκαταστάσεις και τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας να το κάνουν, αλλά αυτό είναι διαφορετικό). Στον ισραηλινό  πολιτικό λόγο, το τείχος δεν διαιρεί την Ιερουσαλήμ αλλά την περιβάλλει. <em>Tov</em>,<a name="_ftnref1"></a> δεν υπάρχει διαίρεση: το Ισραήλ έχει τον έλεγχο, στις δυο πλευρές.</p>
<p><code><br />
</code><br />
Η νύχτα πέφτει και αρχίζω να ονειρεύομαι: μια φαντασίωση όπου η Ιερουσαλήμ μεταμορφώνεται στη Λευκωσία στην οποία περπατάω όπου καμιά πλευρά δεν παρεμβαίνει στην άλλη. Στη σύγχρονη Βηρυτό όπου οι διαιρέσεις υπάρχουν αλλά κανείς δεν τραβά το έδαφος κάτω από τα πόδια του άλλου, στο απεγκλωβισμένο Βερολίνο όπου τα σημεία ελέγχου γίνονται τουριστικά σποτ και τα κομμάτια από το τείχος ένα σουβενίρ λίγο κιτς. Αποκοιμιέμαι, συνειδητοποιώντας ότι καθώς οι πολιτικές που οδήγησαν τις τέσσερις πόλεις στη διαίρεση- και την (επαν)ένωση- είναι διαφορετικές, το μέλλον τους στρέφεται σε ανόμοιες κατευθύνσεις. Το Σιδηρούν Παραπέτασμα έπεσε, ο εμφύλιος πόλεμος στον Λίβανο τέλειωσε, οι Κύπριοι ωθούνται από τους Ευρωπαίους να επιλύσουν τις διαιρέσεις τους, αλλά το ισραηλινό απαρτχάιντ μόλις αρχίζει…Είναι κανείς ξύπνιος;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Στα εβραϊκά <em>tov</em> σημαίνει ʺκαλάʺ ή ʺokʺ, μερικές φορές χρησιμοποιείται  ως σημείο παύσης ή μετάβασης  σε μια νέα σκέψη ή εγκατάλειψης ενός δυσάρεστου θέματος συζήτησης. </span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Αναφορές</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Calame J. &amp; E. Charlesworth (2009), Divided Cities: Belfast, Beirut, Jerusalem, Mostar and Nicosia (Διαιρεμένες Πόλεις: Μπέλφαστ, Βηρυτός, Μόσταρ και Λευκωσία). Philadelphia: University of Pennsylvania Press. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Constantinou C. (2008). On the Cypriot States of Exception ( Για τα κυπριακά κράτη εξαίρεσης). International Political Sociology 2: 145.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Klein M. (2005). Old and New Walls in Jerusalem (Παλιά και Νέα Τείχη στην Ιερουσαλήμ). Political Geography 24: 53-76. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Zink V (2009). A Quiet Transfer: The Judaization of Jerusalem (Η Εβραιοποίηση της Ιερουσαλήμ), <em>Contemporary Arab Affairs</em> 2(1): 122-133.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2430</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Jacque Micieli-Voutsinas &#8211; Αυτό που η πόλη θυμάται: Προς μια χαρτογράφηση της ενστικτώδους μνήμης μετά την 11η Σεπτεμβρίου</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2413</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2413#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:00:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Jacque Micieli-Voutsinas]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Jacque Micieli]]></category>
		<category><![CDATA[ΗΠΑ]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[πολέμος-τρομοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[τέχνη]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2413</guid>
		<description><![CDATA[Με την οικοδόμηση μιας "επίσημης" (διάβασε: εθνικής) αφήγησης δημόσιας μνήμης, που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη μέσω της επιμνημόσυνης εκδήλωσης για το γεγονός στην Πόλη της Νέας Υόρκης, το κείνενο αυτό τοποθετείται την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν το κοινό που πενθούσε άρχισε να θυμάται.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Jacque Micieli" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/micieli.jpg"><img title="Jacque Micieli" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/micieli.jpg" alt="Jacque Micieli" hspace="5" vspace="5" width="140" height="172" align="right" /></a></p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>ʺΗ δυστυχία που μεταλαμπαδεύεται στις γενιές με αυτόν τον τρόπο είναι ένα απορημένο, ενστικτώδες πένθοςʺ<a name="_ftnref1"></a></p></blockquote>
<p>Σημαδεμένη από το τραυματικό φορτίο  του αυτόπτη μάρτυρα, η Jennifer Edkins (2003) ισχυρίζεται ότι η πρώτη γενιά των επιζώντων μεταλαμπαδεύει τις εμπειρίες του τραύματος στις επόμενες γενιές μέσα από ενστικτώδεις καταγραφές. Για τις επόμενες γενιές, λοιπόν, η μνήμη του τραύματος σημαδεύεται από τις φυσικές και ψυχολογικές αντιδράσεις που έχουν τα σώματά μας όταν βιώνουμε την ιστορία του μάρτυρα. Όταν είμαστε με έναν μάρτυρα, αναβιώνουμε μνήμες του τραυματικού παρελθόντος στο παρόν.<span id="more-2413"></span></p>
<p><code><br />
</code>Μολονότι το πλαίσιο της αναφοράς της Edkins (2003) υπογραμμίζεται από τα γεγονότα του Ολοκαυτώματος και τις συνακόλουθες αναμνήσεις και θεωρητικοποιήσεις, τι σημαίνει γι’ αυτούς που πέρασαν το τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου να φέρουν το βάρος της μαρτυρίας;</p>
<p><code><br />
</code>Στη συνάντηση της Αμερικανικής Ένωσης Γεωγράφων (AAG) στο Λας Βέγκας, στη Νεβάδα, το 2009, συμμετείχα σε μια δημόσια συζήτηση που είχε τίτλο Visceral Geographies.<a name="_ftnref2"></a> Με επικεφαλής τις τότε πτυχιούχους Jessica Hayes-Conroy και Allison Hayes-Conroy, οι δυο συνεδρίες στόχευαν στην κατανόηση των συγκινησιακών καταγραφών των υλικών και βιολογικών διαδικασιών σε σχέση με το σώμα. Σύμφωνα με τους οργανωτές, το ένστικτο είναι η σφαίρα όπου τα σώματα καταγράφουν τις συγκινήσεις σε σχέση με το χώρο.<a name="_ftnref3"></a> Με βάση την έννοια του ενστικτώδους ως συγκινησιακού στοιχείου  και τους συσχετισμούς της Edkins με την ενστικτώδη μνήμη, αυτή η μελέτη θα χαρτογραφήσει την παραγωγή της ενστικτώδους μνήμης αναφορικά με την 11η Σεπτεμβρίου. Πώς, για παράδειγμα, οι χώροι  στο κέντρο του κάτω Μανχάταν παράγουν μνήμη συγκινησιακά; Με την οικοδόμηση μιας &#8220;επίσημης&#8221; (διάβασε: εθνικής) αφήγησης δημόσιας μνήμης, που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη μέσω της επιμνημόσυνης εκδήλωσης για το γεγονός στην Πόλη της Νέας Υόρκης, το κείμενο αυτό τοποθετείται την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν το κοινό που πενθούσε άρχισε να θυμάται.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Αυτό που η πόλη θυμάται </em></strong></p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Έφτιαξαν τόπους στην πόλη σαν ανοιχτές πληγές για να τους θυμίζουν τις βασανιστικές σκέψεις τους και να νιώθουν άβολα. Κι ενώ αυτοί οι τόποι της  μνήμης απέκτησαν εξουσία  ως σηματοδότες του τοπίου από το παρελθόν, ήταν παρόλα αυτά ισχυροί ως τόποι μνήμης επειδή ήταν επίσης ίχνη του μέλλοντος.<a name="_ftnref4"></a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ένα κοινό σε νευρικό κλονισμό άρχισε να πενθεί και να θρηνεί ζωές, κτίρια και το αίσθημα ασφάλειας που χάθηκε εξαιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων. Σχεδόν αμέσως μετά την  κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, άρχισαν να κυκλοφορούν εικόνες στο διαδίκτυο που επιχειρούσαν να απεικονίσουν το μαζικό κενό που υπήρχε τώρα στον ορίζοντα της πόλης που έχασε τους συμβολικούς ουρανοξύστες της. Ερευνώντας τα αρχεία της ιστοσελίδας της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, βρήκα μια εικόνα του γελοιογράφου Peter Kuper (βλέπε εικόνα 1), σε μια ηλεκτρονική συλλογή που έχει τίτλο ʺWitness and Response: September 11 Acquisitions at the Library of Congress, 2002ʺ (Μαρτυρία και Αντίδραση: Αποκτήματα της 11ης Σεπτεμβρίου, Βιβιλιοθήκη του Κογκρέσου, 2002).  Ο τίτλος του έργου του Kuper, ʺ Missing ʺ (Λείπει) τράβηξε αμέσως την προσοχή μου επειδή παρέπεμπε στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου μέσω μιας σωματικής μεταφοράς των μελών που έλειπαν. Για παράδειγμα, ο χάρτης του μετρό και η γραμμή του ορίζοντα στο κάτω Μανχάταν έχει ξανασχεδιαστεί ως χέρι χωρίς δάκτυλα που, σύμφωνα με τον τίτλο του Kuper ακόμη θυμάται (νιώθει;) τα μέρη όπου τα δάχτυλά του (κτίρια;) υπήρχαν κάποτε. Ένα ακόμη σημείο, όπως το δείχνει η ελαφρά χρωματισμένη χαρακτική των κτιρίων του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στοιχειώνει την οπτική (ενστικτώδη;) μνήμη της εικόνας.</p>
<p><code><br />
</code><a title="missing" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/missing.jpg"><img class="aligncenter" title="missing" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/missing.jpg" alt="missing" width="245" height="320" /></a></p>
<p>[Εικόνα 1 <em>Missing</em>.  © Peter Kuper, 2001. στο <em>Witness and Response: September 11 Acquisitions at the Library of Congress</em>, 2002.  <a href=" http://www.loc.gov/exhibits/911/911-comics.html" target="_blank"> http://www.loc.gov/exhibits/911/911-comics.html</a>.]</p>
<p><code><br />
</code>Η (γεω)πολιτική της στόχευσης των Πύργων του Παγκόσμιου Εμπορίου ως καίριας τοποθεσίας για τρομοκρατία δεν μπορεί να αγνοηθεί στην απεικόνιση του Kuper για το τι ʺλείπειʺ τώρα. Η συμβολική φύση των Πύργων σε σχέση με τον ορίζοντα της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, είναι μια εικονική σηματοδότηση της ταυτότητας των Ηνωμένων Πολιτειών στη δι/εθνική φαντασία. Επιπρόσθετα, η εικόνα του Kuper παραπέμπει στον οικονομικό συμβολισμό που υπογραμμίζει το νόημα  της συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής τοποθεσίας. Επομένως, καθώς η εικόνα επινοεί ξανά αυτό το συγκεκριμένο σώμα-τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών ως φυσικά παραμορφωμένο, δεν αντιπροσωπεύει μόνο μια ρήξη από το αρτιμελές φαντασιακό corpus του έθνους-κράτους, αλλά απεικονίζει επίσης την αποκοπή του καπιταλισμού στις ΗΠΑ στις φλέβες του (βλέπε  στην εικόνα 1 τις γραμμές του χάρτη του μετρό).<a name="_ftnref5"></a> Επιπλέον, η φαντασμιακή αναφορά των κτιρίων μέσα από την εικόνα επιτρέπει στα κτίρια/μέλη  που λείπουν να ξαναρίξουν τις σκιές τους σε θεατές που τα βλέμματά τους είναι καίρια για την αναπαραγωγή του νοήματος της εικόνας μετά θάνατον. Κατά συνέπεια, η εικόνα του Kuper δεν υπαινίσσεται μόνο την ενσαρκωμένη Πόλη της Νέας Υόρκης μέσα από  το σωματικό τοπίο της, αλλά ανασυνθέτει επίσης το εθνικό τοπίο ( και επομένως την αντίστοιχη κοινότητά του) ως μια πληγωμένη ύπαρξη, μια σακατεμένη προσθήκη (βλέπε: έθνος) που αντανακλά ατέλειωτα τον κατά τα άλλα άδειο καμβά της εικόνας. Θυμίζοντας την παγκόσμια συμπάθεια προς την Αμερική/ Αμερικανούς, αμέσως μετά τις επιθέσεις, η σημαδιακή  παρουσία της εικόνας προδιαγράφει αυτή την παγκόσμια συναισθηματική αντίδραση, μολονότι, στο τέλος, είναι ανίκανη να συνεκτιμήσει την τελική της αποτυχία, η οποία αντίστοιχα αντανακλά την αδυναμία της εικόνας να συμπεριλάβει γεωγραφίες πέραν του δικού της εθνικού (διάβασε: εξαιρετικού) ορίζοντα.</p>
<p><code><br />
</code><a title="Memorial flag" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/memorial-flag.jpg"><img title="Memorial flag" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/memorial-flag.jpg" alt="Memorial flag" width="558" height="333" /></a></p>
<p>[Εικόνα 2. <em>911 Memorial flag</em>. © Frank Black, 2007. <a href="http://www.memorialflag911.com/" target="_blank">http://www.memorialflag911.com/</a>.]</p>
<p><code><br />
</code>Η παραπάνω εικόνα εμφανίστηκε σε μια ιστοσελίδα που διατηρούν οι ʺFriends of the Unicornʺ (Οι Φίλοι του Μονόκερου), ένα θρησκευτικό μπλογκ και αυτοδημιούργητη εταιρία σχεδιασμού, που παραπέμπει, όπως το έργο του Kuper ( εικόνα 1), στον ορίζοντα της Νέας Υόρκης μέσα από ένα ακρωτηριασμένο χέρι, μολονότι αυτή τη φορά πρόκειται συμβολικά για ένα λευκό χέρι. Σύμφωνα με τον διευθυντή της ιστοσελίδας, &#8220;αυτή η επιμνημόσυνη σημαία δημιουργήθηκε και σχεδιάστηκε για να εκπροσωπήσει μια ημέρα της ιστορίας για όλους όσοι ένιωσαν τον πόνο που επιβλήθηκε στην καρδιά και τις ψυχές των πολιτισμένων ανθρώπων του κόσμου&#8221; [Η έμφαση δική μου]. Η εσκεμμένη έκφραση του όρου ʺπολιτισμένοιʺ σε σχέση με το πένθος της 11ης Σεπτεμβρίου λειτουργεί εδώ για να συσσωματώσει την τρέχουσα γεωοπολιτική στον φαινομενικά  ανιστορικό δυϊσμό Ανατολής/Δύσης όπως αυτός προκύπτει από την καταγραφή των αποδεκτών κοινοτήτων, δηλαδή των ανθρώπων που είναι ʺαντάξιοιʺ αυτής της σημαίας και του νοήματός της. Για παράδειγμα, καθώς οι  απειλές από την Ανατολή διαδίδονται μέσω του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, όπως και μέσω αυτής της εικόνας, η μεταφορική αξία της μοιάζει να μορφοποιεί μια εθνική κοινότητα που θυμάται (ενσαρκώνει) αυτό το ιδιόμορφο (ομοιογενές) πτώμα.  Κατά συνέπεια, το έργο βασίζεται σε μια ενιστικτώδη έννοια της μνήμης για να επικοινωνήσει και να συγκροτήσει το νοερό κοινό του, δηλαδή να κάνει τον ʺπολιτισμένοʺ κόσμο να θυμάται/αισθάνεται τον πόνο που ένιωσε ως αποτέλεσμα αυτής της απώλειας. Επομένως, καθώς η παραπάνω εικόνα παριστάνει ταυτόχρονα μια εθνική κοινότητα που επαγρυπνά και την επουλωτική διαδικασία της, μοτίβα που έχουν να κάνουν με το πού ανήκεις και τον εκτοπισμό επιβάλλονται σε μια υποαφήγηση της νεοαποικοκρατίας και της αφομοίωσης και αναπαρίστανται ξανά ως σώμα εθνικού κορμού.</p>
<p><code><br />
</code><a title="A big New-York-style Fuck You" href="hhttp://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/A-big-New-York-style-Fuck-You.jpg"><img title="A big New-York-style Fuck You" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/A-big-New-York-style-Fuck-You.jpg" alt="A big New-York-style Fuck You" width="550" height="369" /></a></p>
<p>[Εικόνα 3. <em>A big New-York-style Fuck You&#8230;</em> Άγνωστος. <a href="http://www.neitherland.com/hyperballad/gallery/miscl/towers.shtml" target="_blank">http://www.neitherland.com/hyperballad/gallery/miscl/towers.shtml</a>.]</p>
<p><code><br />
</code>Μετά την επανεγκατάστασή μου στην κεντρική Νέα Υόρκη, το 2005, για να αρχίσω ένα μάστερ μουσειολογίας, ανακάλυψα μια άλλη εικόνα, παρόμοια με τις δυο προηγούμενες, καθώς εξέταζα την οπτική τέχνη που διακοσμούσε την πόρτα του γραφείου του καθηγητή μου. Ωστόσο, αυτή τη φορά, η εικόνα δεν ήταν αφιερωμένη στη μνήμη μιας απώλειας, αλλά μάλλον εξέφραζε μια επούλωση των πληγών, μια συγκάλυψη της οπτικής ταυτότητας της Νέας Υόρκης-του αναγνωρίσιμου ορίζοντά της &#8211; με ένα ʺ ανανεωμένο ʺ σχέδιο που έδειχνε περίπου το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Ως αποτέλεσμα της κατακερματισμένης ταυτότητας της Πόλης της Νέας Υόρκης έναντι της παραμόρφωσης του τοπίου της, ένα χέρι ξανατοποθετεί τα διαγράμματα που λείπουν με τη μορφή ʺFuck You , όπως λένε στη Νέα Υόρκη,  όποιος τολμήσει να επιτεθεί σ’ αυτή τη μεγάλη χώραʺ.<a name="_ftnref6"></a> Η εικόνα στο σχέδιο 3, που αποφάσισα να ονομάσω  &#8220;NYC Fuck You&#8221; υλοποιεί ξανά αυτό που η Diane Nelson (2001) ορίζει ως  ʺκουτσουρεμένη εθνική ταυτότηταʺ, και όπως εξακολουθεί να προτείνει, ʺη προσθετική φτιάχνει κάτι που λείπει, καλύπτει και ανοίγει. Όπως ένα τραυματισμένο σώμα βασίζεται στην προσθετική, οι σχέσεις αυτές έχουν μια ιστορία και εξαρτώνται από τις τεχνολογίεςʺ.<a name="_ftnref7"></a> Επομένως, η παρουσία προσθετικών δαχτύλων μέσα σ’ αυτή την εικόνα που προορίζεται για κατανάλωση, επιτάσσει μια επίγνωση των πολιτσμικών, πολιτικών, οικονομικών και ενσαρκωτικών τεχνολογιών που ενσαρκώνονται στην επιθυμία της εικόνας για τη Νέα Υόρκη, μια προθήκη στο εθνικό (και διεθνές) πολιτικό σώμα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι ώστε να λειτουργήσει και πάλι ʺφυσιολογικάʺ. Και όπως προειδοποιεί η Edkins, ʺείναι δύσκολο να διακρίνεις τις εκκλήσεις για αναγνώριση του τραύματος από τις εκκλήσεις για εκδίκησηʺ.<a name="_ftnref8"></a></p>
<p><code><br />
</code>Ως αποτέλεσμα, αυτό το ανακατασκευασμένο, επινοημένο εκ νέου τοπίο θέτει τον Άραβα/Μουσουλμάνο/Νοτιοασιάτη ʺτρομοκράτηʺ όχι μόνο ως τον υποψήφιο δέκτη της συμβολικής χειρονομίας της εικόνας, αλλά το σώμα του, τα στόμια του, λειτουργούν επίσης ως υλικός δέκτης της συνακόλουθης φυσικής και σεξουαλικής βίας.<a name="_ftnref9"></a> Αντιστοίχως, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταπαντούν, όπως η φυσική δράση κι ο φραστικός συνειρμός της εικόνας αφήνουν να εννοηθεί, η αμοιβαία αντίδραση στην (προσωρινά) ακρωτηριασμένη γεωγραφία και οικονομία των ΗΠΑ (διάβασε: σακατεμένη ετερο- αρρενωπότητα) επιτρέπει την οικοδόμηση  σχέσεων της τρομοκρατικής ύπαρξης (και της υποκειμενικότητάς της) έναντι των αλληγοριών φυλετικής σεξουαλικότητας και της σεξουαλικοποιημένης φυλής- όπως είδαμε στις παρουσιάσεις οριενταλισμού στις φωτογραφίες του Abu Ghraib.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>(Χωρίς) συμπέρασμα</em></strong></p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Η εμπειρία του ʺφανταστικού μέλουςʺ που έχει ένας ακρωτηριασμένος προκαλείται από την εικόνα του σώματος. Από φυσική άποψη, το σώμα δεν παραιτείται από το μέλος του, μολονότι συχνά, με τον καιρό, αλλάζει σχήμα….Οι γιατροί που νοσηλεύουν ακρωτηριασμένους έχουν ανακαλύψει ότι κάποιος έλεγχος του φανταστικού μέλους είναι πιθανός και οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να το επεκτείνουν στην πρόθεση για να διευκολύνουν την κίνησή τους.<a name="_ftnref10"></a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code><a title="Remembering Absence" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/remembering-absence.jpg"><img title="Remembering Absence" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/remembering-absence.jpg" alt="Remembering Absence" width="550" height="240" /></a></p>
<p>[Εικόνα 4. <em>Remembering Absence</em>. Απόδοση του σχεδίου που πήρε το 1ο βραβείο στον διαγωνισμό για την ανέγερση εθνικού μνημείου για την 11η Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. © Michael Arad και Peter Walker. Απόδοση: Squared Design Lab.<a href="http ://www.national911memorial.org/site/PageServer?pagename=New_Memorial_About" target="_blank">http://www.national911memorial.org/site/PageServer?pagename=New_Memorial_About</a>.]</p>
<p><code><br />
</code>Την 1η Ιουλίου 2009 συμμετείχα στη δημόσια συζήτηση <em>A Space Within: The National September 11 Memorial and Museum</em>, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν σημαντικοί αρχιτέκτονες από τις τέσσερις σχεδιαστικές εταιρείες που ασχολήθηκαν με το μνημείο της 11ης Σεπτεμβρίου και την κατασκευή μουσείου στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Τριγυρνώντας στην έκθεση που συνόδευε τη συζήτηση, άκουσα έναν άντρα που κοίταζε το σχέδιο του μουσείου να λέει σε μια γυναίκα που βρισκόταν κοντά του ότι το σχέδιο για τις δυο επιμνημόσυνες λιμνούλες, που ήταν στα χνάρια των πρωτότυπων Εμπορικών Πύργων, του θύμιζε οχετό. Καθώς είχα αντιδράσει σχεδόν με τον ίδιο τρόπο την πρώτη φορά που είδα το σχέδιο, οι αντιδράσεις αυτού του άντρα μου έκαναν αίσθηση. Ο Michael Arad μίλησε κατά την διάρκεια της συζήτησης για το σχέδιο του για τις επιμνημόσυνες λίμνες, με τίτλο &#8220;Aντικατοπτρίζοντας την Απουσία&#8221;, που κέρδισε τον διαγωνισμό του Lower Manhattan Development Corporation για την ανέγερση μνημείου στον χώρο των δίδυμων πύργων. Περιέγραψε τον άδειο χώρο στην τοποθεσία του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου ως πνευματικό. ʺΕίναι δύσκολο να ορίσεις (αυτό το χώρο), είναι ασαφής…Τον νιώθεις στα σωθικά σου, στην καρδιά σουʺ, συνέχισε.<a name="_ftnref11"></a></p>
<p><code><br />
</code>Όταν ήρθε η ώρα των ερωτήσεων και απαντήσεων, ζήτησα από τον κ. Arad να περιγράψει τη σχεδιαστική διαδικασία και πώς κατέληξε στην απόφαση να φανταστεί το χώρο με τον τρόπο που το έκανε. Ήθελα, έτσι, να κάνω μία αναφορά στην αισθητική του επιλογή να χρησιμοποιήσει τον αρνητικό χώρο γύρω από την τοποθεσία  σαν μία αρχιτεκτονική πληγή. Για παράδειγμα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, έγιναν έντονες συζητήσεις για το αν έπρεπε ή όχι να ξαναχτιστούν οι Δίδυμοι Πύργοι ή και η ίδια η τοποθεσία του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Κατά συνέπεια, η σημασία της απόφασης του κ. Arad να κτίσει κάτι που στην ουσία είναι τίποτα, δηλαδή ένας αποστραγγισμένος, άδειος χώρος, δεν είναι χωρίς συνέπειες. Τι είδους συγκινησιακό και συναισθηματικό έργο θυμίζει το σχέδιο; Καθώς ο κ. Arad απαντούσε στο αίτημά μου, είπε ότι ήθελε να δημιουργήσει ένα χώρο μνήμης.  Συνέχισε λέγοντας ότι:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>&#8220;δεν υπάρχει η πρόθεση να μοιάζει αυτός ο χώρος με πληγή. Στην πραγματικότητα, ένα από τα πράγματα που ήταν σημαντικό για μένα ήταν να φέρω [το ύψος των επιμνημόσυνων λιμνών] στο επιθυμητό επίπεδο [στο ύψος του δρόμου] &#8211; να μην αποκοπούν από τον δρόμο, να είναι ένα ζωντανό μέρος της πόλης και όχι να αναπληρώσουν την ουλή ή να την καλύψουν και να την κάνουν μια αόρατη μνήμηʺ.<a name="_ftnref12"></a></p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, του κ. Arad δεν θα του άρεσε, βέβαια, ότι εγώ, όπως κι εκείνος ο ανώνυμος άντρας, συγκρίναμε το σχέδιο του με οχετό ή ακόμη και με μια τρύπα στο έδαφος- μια αναλογία που δεν την κάνω εδώ από έλλειψη σεβασμού στο σχέδιο του κ. Arad ή τις ζωές που εκπροσωπεί αυτό το μνημείο. Αντίθετα, κάνω αυτή τη διασύνδεση σε μια προσπάθεια να κατανοήσω τις συγκινησιακές και ενστικτώδεις επιδράσεις που ένας τέτοιος χώρος παράγει και θα παράγει για εκείνους που τον κοιτούν τώρα και στο μέλλον. Επιπλέον, με δεδομένη την απάντηση του κ. Arad στην ερώτησή μου που αναφερόταν στο σημάδεμα και την προσπάθειά του να δίνει η τοποθεσία την αίσθηση μίας πληγής που τρυπά το έδαφος, τι σημαίνει να έχεις μια ουλή που δεν επουλώνεται ή μια πληγή που συνεχίζει να τρέχει ως τόπο ιδιωτικής, δημόσιας και εθνικής μνήμης και πένθους; Όπως λέει η παραπάνω αναφορά του Nelson (2001), η προσθετική μορφή που ενσωματώνει αυτό το μνημείο θα αλλάξει αναπόφευκτα μορφή και σημασία καθώς η τοποθεσία αυτή θα είναι ανοιχτή στο κοινό. Κατά συνέπεια, ο προβληματισμός μου για τους πολιτικούς, οικονομικούς και άλλους ελιγμούς που η προσθετική αυτή  κάνει δυνατούς, παραμένει.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Edkins, J. (2003). <em>Trauma and the Memory of Politics</em>. Cambridge και New York: Cambridge University Press. σ.  178. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn2"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Βλ. Hayes-Conroy, A. (υπό έκδοση) ʺ Feeling Slow Food: Visceral fieldwork and emphatic research relations in the alternative food movementʺ. <em>Geoforum</em>; Hayes-Conroy, A. και Martin, D. (2010). ʺMobilizing Bodies: Visceral identification in the Slow Food Movementʺ. <em>Transactions of the Institute of British Geographers</em>, Hayes-Conroy A. and Hayes-Conroy J. (2009). ʺ Visceral Difference: Feelings and social boundaries in Slow Foodʺ, στο Hayes-Conroy A. <em>Bodily geographies of ʺ Slow Food: Food activism and visceral politics</em>. Διδακτορική διατριβή, Μάιος 2009, Clark University Department of Geography.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn3"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Hayes-Conroy J. και Hayes-Conroy, A. (υπό έκδοση). Εισαγωγική μελέτη και πρόταση, Ειδική έκδοση στο  <em>Environment and Planning A</em>.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn4"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Till, K. (2005). <em>The New Berlin: Memory, Politics, Place</em>. Minnesota University Press, Minneapolis. σ. 11, ή έμφαση στο πρωτότυπο.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn5"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Giorgio Curti για τη διορατικότητά του σε σχέση μ’ αυτό το σημείο στη συνάντηση AAG στο Λας Βέγκας, το 2009.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn6"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Όταν ρώτησα τον καθηγητή μου πώς απέκτησε αυτή την εικόνα, με παρέπεμψε σε μια φοιτήτρια που του την είχε στείλει ηλεκτρονικά. Εκείνη μου είπε ότι είχε, επίσης, λάβει την εικόνα ηλεκτρονικά. Την εντόπισα μετά από έρευνα στις Εικόνες του Google, σε ένα αντι-μουσουλμανικό μπλογκ. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε: <a href="http://www.neitherland.com/hyperballad/gallery/miscl/towers.shtml." target="_blank">http://www.neitherland.com/hyperballad/gallery/miscl/towers.shtml.</a></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn7"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Nelson, D. (2001). Stumped identities: Body image, bodies politic, and the mujer maya as prosthetic. <em>Cultural Anthropology</em>, 16 (3), 314-353,  σ. 314 και 327.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn8"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Οπ.π., σ. 19.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn9"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Η Jasbir Puar κάνει επίσης αναφορά σε μια παρόμοια εικόνα που κυκλοφόρησε λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου και απεικονίζει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν να είναι αντικείμενο σοδομισμού από έναν ουρανοξύστη της Πόλης της Νέας Υόρκης που λαμβάνει οπτικά το σχήμα ενός  φαλλού σε στύση (βλ. <em>Terrorist assemblages: Homonationalism in queer times</em>, 2007, σ. 38). Ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυο εικόνες βρίσκονται στην ίδια ιστοσελίδα.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn10"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Nelson, 2001, 319,η έμφαση δική μου.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn11"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Michael Arad speaking at <em>A Space Within: The National September 11 Memorial and Museum</em>. Στρογγυλό Τραπέζι, 1 Ιουλίου 2009, The Center for Architecture, New York, NY. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn12"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Οπ.π.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2413</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Λουκία Κοτρωνάκη και Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης &#8211; Αθήνα 2008: Οι χωρικές προϋποθέσεις μιας εξέγερσης</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2460</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2460#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 16:00:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Λουκία Κοτρωνάκη - Σεραφείμ Σεφεριάδης]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[βία]]></category>
		<category><![CDATA[Δεκέμβρης 2008]]></category>
		<category><![CDATA[Λουκία Κοτρωνάκη]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[Σεραφείμ Σεφεριάδης]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2460</guid>
		<description><![CDATA[Ο ελληνικός Δεκέμβρης δεν ήταν απλώς μία ακόμα εκδοχή συλλογικής βίαιους, αλλά μια ειδική –και ως τα σήμερα θεωρητικά αδιερεύνητη— διεκδικητική μορφή που οι Σεφεριάδης και Κοτρωνάκη  αποκαλούν "εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις".]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/athens-christmas-tree.jpg"><img title="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/athens-christmas-tree.jpg" alt="Το χριστουγεννιάτικο δέντρο καίγεται" hspace="5" vspace="5" width="130" height="200" align="left" /></a></p>
<p>Λίγο μετά τις 9.00 το βράδυ, την 6η Δεκεμβρίου 2008, ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε από ειδικό φρουρό των δυνάμεων καταστολής στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Μεσολογγίου, στα Εξάρχεια. Την ίδια νύχτα ξέσπασαν ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία που σταδιακά επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και έμελλε να διαρκέσουν για περισσότερο από τρεις εβδομάδες. Γεγονότα όπως αυτά του ελληνικού Δεκέμβρη εκλαμβάνονται κατά κανόνα ως απλές εκδοχές ενός αδιαφοροποίητα «βίαιου» ρεπερτορίου συλλογικής δράσης. Όμως ο ελληνικός Δεκέμβρης δεν ήταν απλώς αυτό αλλά μια ειδική –και ως τα σήμερα θεωρητικά αδιερεύνητη— διεκδικητική μορφή που αποκαλούμε <em>εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις</em>. Σε άλλο μας κείμενο<a name="_ftnref1"></a> έχουμε καταπιαστεί διεξοδικά τόσο με την εννοιολόγησή της —επισημαίνοντας πως κρίσιμος διαφοροποιητικός παράγοντας αποτελεί η διάχυση των συγκρουσιακών δράσεων σε ακτίνα πολύ μεγαλύτερη από την εστία της αρχικής τους ανάληψης— όσο και με τις συγκινησιακές και χρονικές της προϋποθέσεις. Στόχος μας εδώ αποτελεί η ανάδειξη της <em>χωρικής διάστασης</em>, παραμελημένης και αυτής όσο και οι προηγούμενες, όμως εξίσου σημαίνουσας.<span id="more-2460"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Χώρος και συλλογικές δράσεις: ένας άγνωστος</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Σπάνια συνειδητοποιούμε την κρισιμότητα της χωρικής διάστασης στη συγκρουσιακή πολιτική, ιδιαίτερα σε πυκνές συγκυρίες όπως αυτές των εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση για μια επαρκή ερμηνεία και επεξήγησή τους αποτελεί η ενδελεχής αποτίμηση της ειδικής επενέργειας του χώρου: για να κατανοήσουμε τις εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις απαιτείται και <em>χωρική ανάλυση</em>. Πανταχού παρούσα και αναπόδραστη συμπεριφορική διάσταση, ο χώρος αποτελεί κρίσιμο πόρο προς κινητοποίηση για την ανάληψη και ευόδωση μαχητικών συλλογικών δράσεων. Η ενεργός συγκρότηση χωρικών σημείων αναφοράς-πεδίων πυκνής συνύπαρξης επικουρεί τη <em>συλλογική ανάταση</em> που απαιτείται ώστε οι συγκρουσιακοί διεκδικητές να υπερνικήσουν το κόστος συμμετοχής σε εκ του σύνεγγυς συγκρούσεις με υλικά υπέρτερες δυνάμεις καταστολής, ενώ παράλληλα συμβάλλει στον ανεφοδιασμό της συγκρουσιακής ενέργειας μέσα από την συγκρότηση διακριτών διεκδικητικών milieu. Οι τόποι αυτοί διευκολύνουν την πολιτική επικοινωνία συρρικνώνοντας τον χωροχρόνο, διευκολύνουν την επαφή ανάμεσα σε εξεγερσιακά φυσικά πρόσωπα και ομάδες ενισχύοντας τη μεταξύ τους αλληλεγγύη και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να αναδυθούν χωρικά προσδιοριζόμενες <em>κουλτούρες διαμαρτυρίας</em>.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι όμως απαραίτητο να τονιστεί ότι ο χώρος δεν αποτελεί «ανεξάρτητη μεταβλητή» —παράγοντα προδιαγεγραμμένης επεξηγηματικής ισχύος εν τη απουσία ειδικών ανθρώπινων δράσεων. Αν και προφανώς εγγενής σε κάθε μορφή και όψη κινητοποίησης, ο χώρος συνιστά διάσταση που κατ’ εξοχήν «κατασκευάζεται» από εμπρόθετες πολιτικές δράσεις που αναλαμβάνονται τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της έκρηξης εξεγερσιακών δράσεων. Υπό την άποψη αυτή ο χώρος μπορεί να θεωρηθεί ότι <em>επικουρεί</em> —δεν αρκεί από μόνος του για να «εξηγήσει»— την εκδήλωση εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση ώστε ο χώρος να επενεργήσει ως εξεγερσιακός πόρος είναι η ενεργός σημασιοδότησή του από δίκτυα συγκρουσιακών δρώντων: η αξιακή <em>διεκδίκησή</em> του σε αντιπαράθεση με αντίπαλες αναπαραστάσεις και πλαισιώσεις (π.χ. εξεγερσιακοί τόποι ως προμαχώνες αντίστασης vs. πηγές κοινωνικής ανομίας). Προκειμένου να επέλθουν συγκρουσιακά ευμενείς χωρικές επιδράσεις, απαιτούνται <em>χωρικές δράσεις</em>.</p>
<p><code><br />
</code>Μεταξύ άλλων, οι δράσεις αυτές περιλαμβάνουν την παγίωση χωρικών συνηθειών, οσοδήποτε άτυπων ή χαλαρών: λειτουργία ειδικών χώρων κοινωνικής συνεύρεσης όπου τα μέλη πολιτικών ομάδων μεταφέρουν τις συζητήσεις τους μετά το πέρας κανονισμένων συναντήσεων, διαμόρφωση τόπων κοινωνικής ανταλλαγής, συμμετοχή σε πολιτισμικά γεγονότα κτλ. Οι χωρικά προσδιορισμένες αυτές ρουτίνες στεγάζουν και εκτρέφουν την πυκνή πολιτική επικοινωνία επί της οποίας εδράζεται η συγκρουσιακή, δυνάμει εξεγερσιακή, κουλτούρα.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η αλληλεπίδραση χωρικών δρώντων/δράσεων και τόπων πρέπει να ιδωθεί σε δυναμική προοπτική: τα ανύσματα της επενέργειας είναι αμφίδρομα. Ο χώρος συγκροτείται ως πόρος μέσω της ανάληψης χωρικών δράσεων, όμως προϋπόθεση για να τελεσφορήσουν οι δράσεις αυτές είναι ο ίδιος ο χώρος. Η χωρική εξεγερσιακή κουλτούρα που χαρακτηρίζει τα Εξάρχεια, λ.χ., είναι απόρροια αυτόνομων αντιεξουσιαστικών και ριζοσπαστικών δράσεων που όμως, με τη σειρά τους, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν αναληφθεί αλλού. Πρόκειται για χωροχρονική αλυσίδα που, για να προσεγγιστεί με επάρκεια, απαιτεί ενατένιση σε βαθύ ιστορικό ορίζοντα. Σε κάθε περίπτωση —και αυτό είναι που η ανάλυσή μας επιθυμεί να κομίσει— ο χώρος μπορεί να αποτελέσει <em>καταλύτη</em> εξεγερσιακού ξεσπάσματος: ο πόρος που, αν και κατ’ εξοχήν συγκροτείται από προηγούμενη πολιτική και πολιτισμική δραστηριότητα, καθοριστικά ενισχύει και επαυξάνει την επίδρασή τους συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην εξεγερσιακή διάχυση.</p>
<p><code><br />
</code>Σχεδόν καθεμιά από τις χωρικές όψεις που επισημαίνουμε βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση των Εξαρχείων, της περιοχής που στα γεγονότα του Δεκέμβρη λειτούργησε ως εξεγερσιακή κρήνη. Γειτονιά συνυφασμένη με κομβικά γεγονότα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, αποτελεί τόπο διαμονής φοιτητών, καλλιτεχνών, διανοουμένων και πολιτικών στελεχών, ενώ γειτνιάζει με ιστορικά πανεπιστημιακά συγκροτήματα καθώς και το διοικητικό κέντρο της πόλης. Στεγάζει μεγάλο αριθμό «πολιτικών στεκιών», κατά κανόνα του αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, αλλά και γραφεία βουλευτών, παραρτήματα οργανώσεων καθώς και πολλούς χώρους αναψυχής και πρωτοποριακής καλλιτεχνικής δημιουργίας συχνά ασύμβατης με το συμβατικό φαντασιακό.</p>
<p><code><br />
</code>Στο πλαίσιο αυτό εντύπωση καταρχάς προκαλούν οι πόλεμοι σημασιοδότησης περί την ταυτότητά τους που σοβούν τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’80. Τα Εξάρχεια, περιοχή χαρακτηριστικά ασφαλής όπου οι κάτοικοι «κυκλοφορούν στον δρόμο μάλλον αμέριμνοι, ακόμη και σε προχωρημένες ώρες», παρουσιάστηκαν από επίσημους φορείς και θεσμικά ΜΜΕ ως «ανεξάρτητο κράτος –άντρο αναρχοληστών», «ανοχύρωτη γειτονιά» και κέντρο διακίνησης ναρκωτικών. Όμως προκειμένου να ανακόψει τις ριζοσπαστικές ιδεολογικές ζυμώσεις και τον ελευθεριακό πολιτικό χώρο που εγκαθιδρύουν, το κράτος επιστράτευσε και τις ειδικές δυνάμεις της Αστυνομίας —με διαρκείς «προληπτικές» (και προκλητικές) περιπολίες ένοπλων αστυνομικών που, ιδιαίτερα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και το φοιτητικό ξέσπασμα του 2006, θυμίζουν συχνά τη συμπεριφορά ενός ιδιόμορφου στρατού κατοχής. Χωρίς να είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποιες θα ήταν ακριβώς οι συνθήκες χωρίς αυτήν τη «προληπτική» καταστολή, η φορτική παρουσία της Αστυνομίας μάλλον οδήγησε σε αποτελέσματα ευθέως αντίθετα προς τα επιδιωκόμενα. Καθιστώντας το Κράτος συνώνυμο με την αυθαιρεσία (αν όχι την ανομία) δημιούργησε ένα κρίσιμο —όχι το μοναδικό— αξιακό πλαίσιο για τις χωρικές δράσεις πολιτικά ενεργών φυσικών προσώπων και οργανώσεων. Το σύνθημα «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» που δονούσε τις Δεκεμβριανές κινητοποιήσεις προσέλαβε ανέκυψε σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, ενώ η δολοφονία γίνεται «η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι» υπό το φως αυτής της συσσωρευμένης εμπειρίας καταστολής.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα των Εξαρχείων δεν ανακύπτει μόνο αρνητικά, ως αντίδραση-αντίσταση στην αστυνομική αυθαιρεσία. Η συνύπαρξη ενός τόσο ευμεγέθους αριθμού αριστερών πολιτικών οργανώσεων και δικτύων δημιουργεί μια χωρική κοινωνική και πολιτική élan που διατηρεί ζωντανό το εγχείρημα της υλοποίησης ριζοσπαστικών πολιτικών οραμάτων και εναλλακτικών προτύπων οργάνωσης της καθημερινότητας. Η χωρική αλληλεγγύη που έτσι αναπτύσσεται προσομοιάζει στη διάσταση ταξικής συγκρότησης που η βιβλιογραφία αποκάλεσε «κοινές προδιαθέσεις»: γνωστικοί και ηθικοί κώδικες που χαρτογραφούν τη βιωμένη πολιτική και κοινωνική εμπειρία προσδιορίζοντας το πολιτικά και κοινωνικά εφικτό. Στην περίπτωση των Εξαρχείων η συνθήκη αυτή παίρνει ιστορικά (σε βάθος τουλάχιστον 20ετίας) τη μορφή κοινών δράσεων ενάντια στην αστυνομική παρουσία, τη λειτουργία άτυπων συνελεύσεων πολιτών και, βεβαίως, την καθημερινή πολιτικοϊδεολογική και κοινωνική ζύμωση. Η χωρική συλλογική ταυτότητα της περιοχής εκρήγνηται το βράδυ της δολοφονίας δημιουργώντας ένα αρραγές ηθικό-πολιτικό μέτωπο οργής που ακτινοβολεί και διαχέεται.</p>
<p><code><br />
</code>Όμως η ισχύς του εκπεμπόμενου μηνύματος αποκτά αναλυτική συνάφεια μόνο στο βαθμό που οι συνθήκες υποδοχής του είναι δεκτικές –γεγονός που οδηγεί τον προβληματισμό μας στο διευρυμένο πεδίο της αστικής συγκρότησης της Αθήνας.</p>
<p><code><br />
</code>Σε ένα γενικό επίπεδο είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι εμβληματική (και εμμέσως επεξηγηματική) της υφής των ελληνικών εξεγερσιακών δράσεων του Δεκέμβρη υπήρξε η ίδια η δομή της γεωγραφίας τους. Χωρίς να προσομοιάζει στο μοντέλο του αγγλοσαξωνικού inner city, το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας είναι ωστόσο αποψιλωμένο από τις ανώτερες τάξεις (με την εξαίρεση της περιοχής του Κολωνακίου), περιλαμβάνει τις προαναφερθείσες πανεπιστημιακές σχολές και διατηρεί στο ακέραιο όλες τις χωρικές μνήμες μιας μακράς και έντονης συγκρουσιακής παράδοσης. Ως χωροταξική διάταξη, το ευρύτερο Αθηναϊκό κέντρο αποτελεί, έτσι, ένα εκρηκτικό μείγμα υψηλής πολιτικοποίησης και φθίνοντος βιοτικού επιπέδου που υποστηρίζει την εξεγερσιακή διάχυση κυρίως στις υποκειμενικές της διαστάσεις, ως <em>αποδόσεις ομοιότητας</em>. Τμήμα του αποτελούν επίσης συνοικίες (δυτικά της Λεωφόρου Πατησίων) όπου συνωστίζονται σε κατά κανόνα άθλιες συνθήκες οι πληθυσμοί των νέων μεταναστών —τόποι και τρόποι ζωής που, σε άτυπη σύνδεση (αν όχι σύμπλευση) με τα πολιτικά κέντρα των Εξαρχείων και των πανεπιστημιακών εστιών αντιπαραβάλλονται συγκρουσιακά με το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της πόλης. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ισχύς του —εν μέρει χωρικά προσδιοριζόμενου— μηνύματος των Εξαρχείων βρήκε πρόσφορο έδαφος διάδοσης που σε ένα διαφορετικό χωροταξικό πλαίσιο θα απουσίαζε.</p>
<p><code><br />
</code>Βεβαίως, οι εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις του Δεκεμβρίου δεν αποτελούν απλώς συμβάν του Αθηναϊκού κέντρου. Η έννοια αυτή ενέχει ευρεία διάχυση πολύ πέραν του αρχικού της πυρήνα. Καλούμαστε επίσης να αναμετρηθούμε με το γεγονός ότι στον ίδιον ακριβώς πολεοδομικό ιστό και με χωρική επενέργεια των Εξαρχείων χονδρικά παρόμοια με αυτή του Δεκέμβρη, άλλα συγκρουσιακά συμβάντα που προκλήθηκαν από την αστυνομική βία (π.χ. η δολοφονία του επίσης 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά το Νοέμβριο του 1985) δεν οδήγησαν σε εξεγερσιακές δράσεις. Είναι συνεπώς απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας και τα <em>όρια</em> της χωρικής ανάλυσης: το γεγονός ότι αν οι χωρικές προϋποθέσεις στις οποίες αναφερθήκαμε αποτέλεσαν αναγκαίες συνθήκες για την εκδήλωση των εξεγερσιακών δράσεων, δεν υπήρξαν ωστόσο και ικανές. Είναι σαφές ότι για μια πλήρη ερμηνεία της ελληνικού Δεκέμβρη απαιτείται ο συνυπολογισμός μακράς σειράς συμπληρωματικών επεξηγηματικών παραγόντων αρχής γενομένης από τις βασικές υλικές συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων η χωρική επενέργεια λαμβάνει χώρα: τη νεοφιλελεύθερη οικονομική κρίση και τη γενικευμένη εργασιακή επισφάλεια, τη σοβούσα κρίση του πολιτικού συστήματος εναντίον του οποίου στρέφονται τα εξεγερσιακά υποκείμενα, την προκλητική κατασταλτικότητα του κράτους. Όμως η πραγματικότητα αυτή δεν πρέπει να μας ξενίζει. Θεωρητικός στόχος της ενασχόλησής μας με ειδικούς τροπισμούς της εξεγερσιακής διάχυσης δεν είναι η υποκατάσταση των υλικών της προϋποθέσεων αλλά η συμπλήρωσή τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να διαβλέψουμε και όσα άλλα  —πολλά και σημαίνοντα— επέρχονται στο μέλλον&#8230;.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης, «Στα μονοπάτια της οργής΅το χωροχρονικό μιας εξέγερσης (Αθήνα, Δεκέμβρης 2008)» στο Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης (επιμ.) Στα μονοπάτια της οργής. Εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις και πολιτική, Αθήνα, Κριτική (υπό έκδοση). </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2460</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Maya Shapiro και Matan Kaminer &#8211; Ξεχειλίζοντας: Η αμφισβήτηση του αστικού χώρου και οι δυνατότητες για κοινή δράση στο Τελ Αβίβ</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2422</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2422#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:59:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Maya Shapiro - Matan Kaminer]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Matan Kaminer]]></category>
		<category><![CDATA[Maya Shapiro]]></category>
		<category><![CDATA[Ισραήλ]]></category>
		<category><![CDATA[Κύπρος]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[Παλαιστίνη]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2422</guid>
		<description><![CDATA[Η διαφορά όμως ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και το υπόλοιπο Ισραήλ δεν είναι εντελώς φανταστική. Η μητρόπολη είναι σίγουρα το πιο παγκοσμιοποιημένο μέρος της χώρας, όπως μαρτυρά η υψηλή διεθνική κινητικότητα πολλών από τους κατοίκους της, η  κατάφωρη, αυξανόμενη ανισότητα εντός των συνόρων της και οι κοσμοπολίτικες προσδοκίες του πολιτισμού της.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Κάτοικοι της Jaffa διαμαρτύρονται ενάντια στην αστυνομική βία" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/jaffa-demo.jpg"><img title="JΚάτοικοι της Jaffa διαμαρτύρονται ενάντια στην αστυνομική βία" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/jaffa-demo.jpg" alt="Κάτοικοι της Jaffa διαμαρτύρονται ενάντια στην αστυνομική βία" hspace="5" vspace="5" width="180" height="180" align="right" /></a></p>
<p>Μια φθινοπωρινή βραδιά του 2008, καμιά εικοσαριά άνθρωποι κάθονται σε πτυσσόμενες καρέκλες σε ένα καθιστικό στο νότιο Τελ Αβίβ. Το τρίφατσο καγκελόφρακτο παράθυρο βλέπει σε ένα δρόμο όπου παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν σε μέρη τόσο μακρινά όπως το Ουζμπεκιστάν και η Κολομβία, παίζουν. Οι ενήλικοι που έχουν μαζευτεί μέσα είναι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική που ανακάλυψαν πρόσφατα ότι έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές στην περιοχή της Γιάφας-Τελ Αβίβ.<a name="_ftnref1"></a> Τη συγκέντρωση αυτή οργάνωσαν μέλη του πολιτικού δημοτικού κινήματος <em>Ir LeKulanu</em> (ʺΠόλη για Όλους μαςʺ), μεταξύ των οποίων ένας υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος.  Στόχος τους είναι να μαζέψουν ψήφους, αλλά επίσης να ανακαλύψουν ποια αιτήματα επιθυμούν να θέσουν οι προερχόμενοι από την Λατινική Αμερική πολίτες στο Δημαρχείο. Το προσχέδιο του προγράμματος για τους ʺνέους υπηκόους του Τελ-Αβίβʺ που έφτιαξαν  οι ακτιβιστές επικεντρώνεται στις ειδικές ανάγκες των μεταναστών και δίνει έμφαση στην επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών που συνδέονται άμεσα με αυτές τις ανάγκες.<span id="more-2422"></span></p>
<p><code><br />
</code>Στους ακτιβιστές δεν προκάλεσε μεγάλη έκπληξη το γεγονός ότι τους νέους ψηφοφόρους που συγκεντρώθηκαν σε αυτό το δωμάτιο απασχολούν τα ίδια περίπου ζητήματα που θέτουν και οι Ισραηλινοί υπήκοοι γείτονές τους σε ανάλογες συγκεντρώσεις. Ο φωτισμός των δρόμων, η ρύπανση και η δημόσια ασφάλεια αποτελούν προτεραιότητες στον κατάλογο των προβλημάτων. Όπως οι γείτονές τους, οι μετανάστες επιθυμούν τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στο άμεσο περιβάλλον τους, μια εργατική συνοικία στο περιθώριο της πλουσιότερης και πιο κοσμοπολίτικης πόλης του Ισραήλ.</p>
<p><code><br />
</code>Μια άλλη φθινοπωρινή βραδιά, ακριβώς έναν χρόνο αργότερα, καμιά τριανταριά άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί σε μια υπαίθρια αγορά στην κοντινή συνοικία της ΧαΤίκβα. Είναι εφτά η ώρα,  οι περισσότεροι πάγκοι έχουν κλείσει και όσοι βγήκαν έξω αυτό το βροχερό βράδυ στριμώχνονται, για να μη βραχούν, κάτω από τον σχισμένο μουσαμά που κρέμεται από πάνω. Είναι και αυτή μια εργατική συνοικία και οι διαδηλωτές είναι κυρίως παραδοσιακοί Εβραίοι με καλυμμένο κεφάλι. Είναι παλιοί ένοικοι των ρημαγμένων συγκροτημάτων κατοικιών που περιβάλλουν την αγορά και απόψε μοιάζουν να συμφωνούν με τις  ομιλίες που ακούν και που λένε ένα μόνο πράγμα: οι ʺξένοι εργάτεςʺ δεν είναι ευπρόσδεκτοι στο νότιο Τελ Αβίβ.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ξένοι εργάτες, υποστηρίζουν διάφοροι ομιλητές από το μεγάφωνο, καταλαμβάνουν τα σχολεία και απομυζούν τους λιγοστούς πόρους της κοινωνικής πρόνοιας. Το τίμημα το πληρώνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, Εβραίοι υπήκοοοι, που συνέβαλαν  σην άμυνα και την ανάπτυξη του κράτους. Οι ομιλητές καλούν την κυβέρνηση να σταματήσει την εισαγωγή εργατών και να δώσει την κατάλληλη οικονομική υποστήριξη στον πληθυσμό που ζει εκεί ανέκαθεν.</p>
<p><code><br />
</code>Για τους διαδηλωτές, υπάρχει μια σαφής, καίρια διάκριση: από τη μια πλευρά είναι οι <em>tzfonim</em> (ʺΒόρειοιʺ, κάτοικοι των συνοικιών της μεσαίας και ανώτερης τάξης), που ως εργοδότες αποκομίζουν κέρδη από την εργασία των μεταναστών στο Τελ Αβίβ και ως πολιτικοί παίκτες υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας. Από την άλλη πλευρά, είναι οι <em>dromim</em> ή Νότιοι, που ʺυποφέρουν καθημερινάʺ από την παρουσία των ξένων εργατών. Η λύση που προτείνουν οι διαδηλωτές είναι η απέλαση αυτών των μεταναστών- είτε στις χώρες προέλευσής τους είτε στο βορεινό τμήμα της πόλης όπου είναι υποτίθεται ευπρόσδεκτοι.</p>
<p><code><br />
</code>Καμιά από τις παραπάνω σκηνές δεν είναι από αυτές που έρχονται στο νου όταν κανείς σκέφτεται ʺΤελ Αβίβʺ, αλλά και οι δυο μπορούν να συμβούν μόνο σε αυτή την πόλη, εμπορικό και αστικό κέντρο της χώρας και ένα μέρος που χαρακτηρίζεται τόσο από την εσωτερική ποικιλία του όσο και από την περίπλοκη σχέση του με το εθνικό σύνολο. Οι Ισραηλινοί όλης της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων της ίδιας της πόλης, αρέσκονται να αναφέρονται στη ʺ φούσκα του Τελ Αβίβ ʺ. Η μεταφορά αυτή εμφανίζει την πόλη, από τη μια πλευρά ως έναν αυτόνομο κόσμο ελαφρότητας, χρήματος και σεξ, ηθελημένα ανυποψίαστο για τις συντριπτικές πραγματικότητες γύρω του- με πρώτη απ’ όλες, βεβαίως, την ισραηλο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η μεταφορά της φούσκας δείχνει επίσης τους τρόπους  με τους οποίους το Τελ Αβίβ είναι μια επισφαλής αυταπάτη, ικανή να ʺεκραγείʺ  ανά πάσα στιγμή υπό το βάρος της καθημερινής βίας από την οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει.</p>
<p><code><br />
</code>Η διαφορά όμως ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και το υπόλοιπο Ισραήλ δεν είναι εντελώς φανταστική. Ενώ απέχει ακόμη από τα να είναι η ʺπόλη του κόσμουʺ που θα ήθελαν κάποιοι από τους ηγέτες της, η μητρόπολη είναι σίγουρα το πιο παγκοσμιοποιημένο μέρος της χώρας, όπως μαρτυρά η υψηλή διεθνική κινητικότητα πολλών από τους κατοίκους της, η  κατάφωρη, αυξανόμενη ανισότητα εντός των συνόρων της και οι κοσμοπολίτικες προσδοκίες του πολιτισμού της. Ως τέτοια, η ʺφούσκαʺ συχνά ξεχειλίζει από διαφοροποιήσεις και εντάσεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ανησυχεί το έθνος. Ενώ η πόλη αποτελεί σίγουρα μια περίπτωση αστικής αναταραχής,  οι εντάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της γεννούν δημιουργικά ανοίγματα και επιτρέπουν την ανάδυση πολιτικών προγραμμάτων μητροπολιτικού επιπέδου, που θα ήταν αδιανόητα σε άλλα μέρη της χώρας.</p>
<p><code><br />
</code>Ένας ποιητής του Τελ Αβίβ οριοθέτησε κάποτε το πλαίσιο της αφοσίωσής του υποστηρίζοντας πως θα φορέσει τη στρατιωτική στολή του μόνο ʺόταν τα τανκς περάσουν το Γιαρκόνʺ (έναν μικρό ποταμό στα βόρεια περίχωρα της πόλης). Ωστόσο η πόλη αυτή ξεπέρασε τη Γιάφα, το μεγαλύτερο λιμάνι της Παλαιστίνης, και  απορρόφησε πολλά από τα γύρω χωριά  την επομένη του πολέμου του 1948. Το Τελ Αβίβ είναι μια πόλη που ο Νότος της (αποκαλούμενος ʺη μαύρη πόληʺ από την αρχιτέκτονα Sharon Rotbard) κατοικείται ανέκαθεν από <em>Mizrahim</em>, περιθωριοποιημένους και προλεταριοποιημένους Εβραίους που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή. Εάν υπάρχει  ʺφούσκαʺ,  τότε τα όριά της μπορούν να χαραχτούν- και εκείνες οι μεγάλες εκτάσεις γης της δημοτικής ζώνης που αποκλείονται από τα σύνορά της και που ενώ επισήμως αποτελούν μέρος της πολιτείας, θεωρείται συχνά πως  ʺδεν ανήκουν πραγματικάʺ  στο Τελ Αβίβ.</p>
<p><code><br />
</code>Οι κάτοικοι της  ʺμαύρης πόληςʺ έχουν κάτι κοινό: είναι οι αόρατοι κάτοικοι της Πρώτης Σιωνιστικής Πόλης. Η θέση τους στις σκιές του Τελ Αβίβ σημαίνει ότι ζουν περικυκλωμένοι από τις πιο βρώμικες και επικίνδυνες δραστηριότητες της πόλης. Στο γεωγραφικό κέντρο του Νότου βρίσκεται ο μεγαλύτερος σταθμός λεωφορείων της χώρας και σε μικρή απόσταση από αυτό το ρυπογόνο απεχθές θέαμα υπάρχουν εγκαταστάσεις όπως ένα νεκροτομείο, μια φυλακή, μια κλινική μεθαδόνης και μια συνοικία με κόκκινα φωτάκια.</p>
<p><code><br />
</code>Οι αόρατοι κάτοικοι αυτής της ζώνης είναι επίσης οι πρώτοι που λαμβάνουν ανακοινώσεις για εκκένωση όταν οι ξεχασμένες για καιρό συνοικίες τους εντάσσονται σε προγράμματα για ʺανάπτυξηʺ και αποκατάσταση. Τα λίγα τελευταία χρόνια, οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι της συνοικίας Αγιαμί στη Γιάφα όπως και οι Υεμενίτες Εβραίοι της συνοικίας Κφαρ Σαλέμ απειλήθηκαν με έξωση από τα σπίτια στα οποία ζούσαν ημι-νόμιμα για πολλές δεκαετίες, για να ανοίξει ο δρόμος σε πιο ευημερούντες οικονομικά κατοίκους. Η μάχη που έδωσαν στέφθηκε από προσωρινή επιτυχία.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά και μέσα στη φούσκα υπάρχουν προβλήματα. Οι νεαροί, μεσοαστοί κάτοικοι του κεντρικού Τελ Αβίβ δέχτηκαν μεγάλα πλήγματα τα τελευταία χρόνια με την αύξηση των ενοικίων, μια δημοτική πολιτική για τις μεταφορές εστιασμένη στο άνοιγμα της πόλης στη χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων και την έλλειψη βασικών δημόσιων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των μαιευτηρίων και των σχολείων. Το χάσμα ανάμεσα στις αμοιβές της μεσαίας τάξης και τις βασικές δαπάνες αυτής της τάξης- όπως το ενοίκιο και τα πανεπιστημιακά δίδακτρα- αυξάνεται σταθερά και η αγορά εργασίας γίνεται εξαιρετικά ανταγωνιστική.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα άλλο μέρος του δημοτικού μωσαϊκού είναι οι δεκάδες χιλιάδες μη Εβραίων μεταναστών από 72 χώρες του παγκόσμιου Νότου που ήρθαν στο Ισραήλ και εγκαταστάθηκαν στο Τελ Αβίβ για να καλύψουν κενά σε χαμηλά αμοιβόμενους, αστικούς τομείς εργασίας. Ενώ μοιράζονται τις εμπειρίες της επισφάλειας σε σχέση με το καθεστώς τους και την περιθωριοποίησή τους στην αγορά εργασίας, οι μετανάστες αυτοί δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα. ʺΞένοι εργάτεςʺ, κυρίως από την Κίνα, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και την Ινδία, προσλαμβάνονται με συμβάσεις μέσω ενός προγράμματος του υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο όμως διαχειρίζονται άτυπες υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού. Ένας σημαντικός αριθμός μεταναστών είναι επίσης οι αιτούντες άσυλο που έρχονται από την Ερυθραία και το Σουδάν, με ταυτότητες που τους χορηγούνται από τα Ηνωμένα Έθνη, οι οποίες τους εξασφαλίζουν προνόμια προσωρινής διαμονής, χωρίς να περιλαμβάνουν πάντα άδειες εργασίας. Ακόμη πιο ʺπαράνομοι ξένοιʺ από τη Νότια Αμερική (κυρίως από την Κολομβία και τον Ισημερινό) και τη Δυτική Αφρική (Νηγηρία, Ακτή του Ελεφαντοστούν και Γκάνα), μπαίνουν στη χώρα με τρίμηνη τουριστική βίζα και εγκαθίστανται στο Τελ Αβίβ ελπίζοντας να βρουν ανεπίσημη απασχόληση ως οικιακοί βοηθοί, στην εστίαση  ή στον κατασκευαστικό τομέα.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό είναι το Τελ Αβίβ. Πέρα από την εθνική πολιτική, μοιάζει ετοιμοθάνατο. Η σιωνιστική Αριστερά δεν έχει εξαφανιστεί και το κέντρο και η δεξιά (που εκπροσωπούν περισσότερο από 80% των μελών του Κοινοβουλίου) μοιάζουν να συμφωνούν ότι η διατήρηση του στάτους κβο της κατοχής είναι η καλύτερη πολιτική. Σ’ αυτή την πόλη όμως η ένταση για την εθνική διαμάχη ωθείται κατά καιρούς στο περιθώριο από αυτό που μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να περιγραφεί ως ταξικές διαιρέσεις. Η διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και την υπόλοιπη πόλη- εν ολίγοις, ανάμεσα στο Βορρά από τη μια πλευρά και το κέντρο και το Νότο από την άλλη- δίνει μια ισχυρή ώθηση στους όρους με τους οποίους πλαισιώνονται οι πολιτικές διεκδικήσεις στην πόλη- από τις διαδηλώσεις των Νοτίων κατά των μεταναστών μέχρι το αίτημα για τον έλεγχο των ενοικίων στο κέντρο της πόλης.</p>
<p><code><br />
</code>Οι ελπίδες για μια πολυεθνική αστική μάχη από αυτή την σχεδόν αόρατη κοινότητα μοιάζουν ίσως εκτός πραγματικότητας. Είναι, πράγματι, και το αίτημά μας δεν είναι καθόλου ντετερμινιστικό. Αλλά εάν, όπως παρατηρήσαμε, οι αστικές συνθήκες παρέχουν μια χωροταξική γλώσσα με την οποία οι κάτοικοι του Τελ Αβίβ και της Γιάφας μπορούν να αρθρώσουν κοινούς προβληματισμούς, βασισμένους σε ταξικά κριτήρια, τότε έχουμε βάσιμες ελπίδες να πιστέψουμε στην πιθανότητα μιας συμμαχίας του Νότου (ή του Νότου και του κέντρου) ενάντια στην κυριαρχία του Βορρά. Οι συνθήκες σε εθνικό επίπεδο θα περιπλέξουν σίγουρα τις απόπειρες για τη σύναψη μιας συμμαχίας ανάμεσα στους Άραβες, τους <em>Mizrahis</em> και τους &#8220;ξένους&#8221; &#8211; αλλά ενώ οπουδήποτε αλλού στο Ισραήλ μια τέτοια συμμαχία θα ήταν αδιανόητη, στο Τελ Αβίβ είναι τουλάχιστον πιθανή.</p>
<p><code><br />
</code>Πολλοί Αριστεροί στο Ισραήλ σπεύδουν να αποτιμήσουν όλα τα πολιτικά προγράμματα στη χώρα σε σχέση με την ικανότητά τους να απειλήσουν τη συνέχεια της κατοχής και του απαρτχάιντ. Εμείς δεν αμφισβητούμε ούτε στιγμή τη σημασία που έχει αυτός ο αγώνας για την αλλαγή της καταστροφικής πολιτικής του ισραηλινού κράτους, κυρίως σε ό, τι αφορά τη συνεχιζόμενη καταπίεση των Παλαιστινίων. Θα ήταν όμως αναλυτικό και πολιτικό λάθος να αξιολογήσουμε τις εξελίξεις στο Τελ Αβίβ σε σχέση μόνο με την εθνική διαμάχη. Η αλλαγή στο Ισραήλ/Παλαιστίνη, όταν επέλθει, θα προέλθει από ένα σύμπλεγμα δυνάμεων πάνω και κάτω από το επίπεδο του έθνους-κράτους. Η αλλαγή στο Τελ Αβίβ δεν αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση γι’ αυτό. Αλλά στο μέτρο που κάνει τη διαφορά για τον όλο και πιο ποικίλο πληθυσμό της πόλης και στο μέτρο που μπορεί να συνδυαστεί με αλλαγές σε άλλα μέρη και άλλες κλίμακες, οι δυνατότητές της αξίζουν σίγουρα να διερευνηθούν.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Η περιοχή της Γιάφας-Τελ Αβίβ, αποτελεί από το 1950 ένα αμάλγαμα που λειτουργεί ως ενιαία μονάδα της δημοτικής αρχής. Η πόλη (με πληθυσμό που υπολογίζεται στους 400.000) βρίσκεται στο κέντρο της μητροπολιτικής περιοχής &#8220;Gush Dan&#8221; που στεγάζει περίπου 3 εκατομμύρια ή τον μισό πληθυσμό του Ισραήλ. </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2422</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Chantal Mouffe &#8211; Από την ανταγωνιστική πολιτική προς έναν αγωνιστικό δημόσιο χώρο</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2474</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2474#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:59:19 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Chantal Mouffe]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Chantal Mouffe]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[αριστερά]]></category>
		<category><![CDATA[Γαλλία]]></category>
		<category><![CDATA[δημοκρατία]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2474</guid>
		<description><![CDATA[Τα βίαια ξεσπάσματα που έχουν σημειωθεί σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις τα τελευταία χρόνια εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα σε σχέση με την ικανότητα που διαθέτουν τα κράτη και οι πόλεις μας για την καλλιέργεια μιας σθεναρής δημοκρατικής ζωής, αναγνωρίζοντας το ρόλο της διαμάχης και αποτρέποντας τη βίαιη έκφρασή της.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Chantal Mouffe" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/mouffe.jpg"><img title="Chantal Mouffe" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/mouffe.jpg" alt="Chantal Mouffe" hspace="5" vspace="5" width="101" height="141" align="left" /></a></p>
<p>Τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία ενός έφηβου από έναν αστυνομικό, η Αθήνα γνώρισε  ένα ξέσπασμα βίαιων διαμαρτυριών. Αντιδρώντας αρχικά στην αστυνομική βία, οι διαδηλωτές δεν διατύπωσαν συγκεκριμένη ατζέντα. Οι διαδηλώσεις, που κινητοποίησαν σημαντικό μέρος του πληθυσμού- ιδίως της νεολαίας- σταμάτησαν μερικές βδομάδες αργότερα. Παρόμοια ξεσπάσματα έχουν σημειωθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις τα τελευταία χρόνια (π.χ. στα <em>banlieues</em> του Παρισιού) και εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα σε σχέση με την ικανότητα που διαθέτουν τα κράτη και οι πόλεις μας για την καλλιέργεια μιας σθεναρής δημοκρατικής ζωής,  αναγνωρίζοντας το ρόλο της διαμάχης και αποτρέποντας τη βίαιη έκφρασή της.<span id="more-2474"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Μία συνέντευξη στην Τζία Γαλάτη </strong></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ερώτηση:</strong> Απεικονίζουν τέτοιου είδους πράξεις, στην αναλογία τους και τον συσσωρευμένο θυμό που φέρουν, το γεγονός ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αποτυγχάνουν στη δημιουργία χώρου για διαφωνία; Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η έμφαση στη συναίνεση έχει υπονομεύσει την ικανότητα των πολιτικών παικτών να διατυπώνουν τη διαφωνία με τρόπους αναγκαίους για τη δημοκρατική ζωή;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Πράγματι, αυτό ακριβώς σκεφτόμουν τη στιγμή που τα γεγονότα αυτά συνέβαιναν. Ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα για ένα από τα επιχειρήματά μου: ότι αν δεν υιοθετήσεις μια αγωνιστική μορφή πολιτικής, αν δεν αναλάβεις την ευθύνη ώστε διάφορες διαμάχες και μάχες να αποκτήσουν πολιτική μορφή έκφρασης, τότε οι διαμάχες αυτές όταν ξεσπούν, ξεσπούν με βίαιη μορφή. Συσχέτισα αυτό που έγινε στην Αθήνα το 2008 με τα <em>banlieues</em> στη Γαλλία. Πρόκειται για ένα παρόμοιο φαινόμενο, καθώς δεν υπήρχαν σαφή πολιτικά αιτήματα. Για να καταλάβουμε τις ομοιότητες μεταξύ των δυο περιπτώσεων, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι, αντίθετα με πολλές ερμηνείες, αυτό που έγινε στα <em>banlieues</em> δεν ήταν εθνικό ή θρησκευτικό φαινόμενο, ήταν ένα διαφορετικό φαινόμενο, μια διαίρεση που αφορούσε τη νεολαία. Η διαμάχη στην περίπτωση αυτή ξέσπασε με πολύ βίαιο τρόπο αλλά δεν διατυπώθηκαν συγκεκριμένα αιτήματα. Κι ασφαλώς ήταν δύσκολο για τους ανθρώπους να συμβιβαστούν μ’ αυτό γιατί αναρωτιόντουσαν: ʺ Τι θέλουν; Τι ζητούν;ʺ Είναι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα: ασφαλώς, στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχε θέμα εθνότητας ή θρησκείας, αλλά νομίζω ότι τα δυο φαινόμενα έχουν πολλά κοινά σημεία. Πρόκειται σαφώς για την έκφραση μιας κρίσης εκπροσώπησης στην πολιτική που οφείλεται σε μια πολιτική μετακίνηση προς το κέντρο, ιδίως από την πλευρά των σοσιαλιστών  και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που μοιάζουν να ταυτίζονται με ένα είδος μεσαίας τάξης και αφήνουν πολλά τμήματα του πληθυσμού, όπως οι παραδοσιακοί εργάτες και η νεολαία, χωρίς λόγο μέσα από τον οποίο να μπορούν να απευθύνουν τα αιτήματά τους. Δεν υπάρχει πολιτική μορφή έκφρασης γι’ αυτά τα αιτήματα, έτσι που όταν η διαμάχη ξεσπά, ξεσπά με ανταγωνιστικό και όχι με αγωνιστικό τρόπο.</p>
<p><code><br />
</code>Το κύριο σημείο της ανάλυσής μου είναι ότι αυτό που αποκαλώ <em>το Πολιτικό</em> έχει να κάνει με τη διάσταση της διαμάχης: μια διαμάχη που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω του διαλόγου και δεν μπορεί να πάψει να υπάρχει. Είναι μια ανταγωνιστική διαμάχη, δηλαδή μια διαμάχη για την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ορθολογική λύση. Υπάρχουν ασφαλώς πηγές διαμάχης στις οποίες μπορούμε να βρούμε ορθολογική λύση ή λύση με την οποία να συμφωνούν όλοι. Από την άλλη πλευρά, οι ανταγωνιστικές διαμάχες συνδέονται με μια συγκεκριμένη αντίληψη πλουραλισμού, με την έννοια που του έδωσε ο Μαξ Βέμπερ ή ο Νίτσε, έναν πλουραλισμό αξιών που δεν μπορούν να συμφιλιωθούν μεταξύ τους. Αυτό διαφέρει πολύ από τη φιλελεύθερη αντίληψη του πλουραλισμού, καθώς για τους φιλελεύθερους ο πλουραλισμός συνεπάγεται ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις στον κόσμο, αλλά αν μπορούσαμε να δούμε τα πράγματα από την πλευρά άλλων, θα βλέπαμε ότι όλες αυτές οι αξίες μαζί σχηματίζουν ένα αρκετά αρμονικό σύνολο. Είναι η μορφή πλουραλισμού που συναντάμε στη φιλελεύθερη σκέψη. Έπειτα υπάρχει ένας άλλος πλουραλισμός, που είναι ο πλουραλισμός με ανταγωνισμό- η αναγνώριση δηλαδή ότι ο πλουραλισμός συνεπάγεται  διαμάχες που δεν έχουν ορθολογική λύση. Αυτό είναι που ονομάζω διάσταση του Πολιτικού.</p>
<p><code><br />
</code>Από την ώρα που θα το αναγνωρίσουμε, είναι επίσης σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η ανταγωνιστική διαμάχη μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές. Μπορεί να λάβει καθαρά ανταγωνιστική μορφή σε ό, τι αφορά τη διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού μέσω της οποίας τα μέρη στη διαμάχη μοιράζονται κάποιο κοινό έδαφος και  ο αντίπαλος αντιμετωπίζεται ως εχθρός που πρέπει να καταστραφεί. Αυτό το είδος διαμάχης δεν συμβιβάζεται με μια βιώσιμη δημοκρατία γιατί μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο. Υπάρχει όμως ένας άλλος τρόπος όπου αυτή η ανταγωνιστική διαμάχη μπορεί να εκφραστεί κι αυτό είναι που ονομάζω αγωνιστική μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε μέρη που αντί να αντιμετωπίζουν τους αντιπάλους τους ως εχθρούς, τους συμπεριφέρονται όπως σε αντιπάλους, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει αναγνώριση της νομιμότητας των αιτημάτων του Άλλου. Γνωρίζουμε ότι διαφωνούμε και ότι δεν μπορούμε να συμφιλιώσουμε τις απόψεις μας αλλά συμφωνούμε ότι οι αντίπαλοί μας δικαιούνται να έχουν διαφορετική θέση. Αυτή  η μορφή έκφρασης νομίζω ότι είναι συμβατή με τη δημοκρατική κοινωνία.</p>
<p><code><br />
</code>Η διάσταση της διαμάχης δεν μπορεί να εξαλειφθεί- αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι πώς να τη διαχειριζόμαστε. Η παραδοσιακή άποψη θα ήταν να βρούμε τρόπους να δημιουργήσουμε συναίνεση. Αυτή είναι η άποψη που κριτικάρω: η ιδέα ότι δημοκρατία είναι η προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης. Εγώ λέω ότι το κυριότερο καθήκον της δημοκρατίας δεν είναι η επίτευξη συναίνεσης αλλά η διαχείριση της διαφωνίας έτσι ώστε να μην οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο ή να μην κατασταλεί με αυταρχικό τρόπο, η εξεύρεση μορφών που κάνουν τη συνύπαρξη δυνατή και μπορούν να συντελέσουν σε κάποια μορφή ελευθερίας και αναγνώρισης των διαφορών- για μένα,  αυτό σημαίνει ανοχή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Το πρότυπο του αγωνιστικού πλουραλισμού που προτείνετε συνεπάγεται τη δημιουργία θεσμών που μπορούν να εξημερώσουν τις διαμάχες. Πώς μπορεί ο αγωνιστικός πλουραλισμός να θεσμοποιηθεί;  Ή μήπως είναι στην εγγενή λογική του να αποφεύγει τις επίσημες δομές;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Με εξημέρωση της διαμάχης δεν εννοώ να καταργηθεί η διαμάχη αλλά να μπορούμε να της δίνουμε συμβολική μορφή και, γι’ αυτό, οι θεσμοί είναι πρωταρχικής σημασίας. Ασφαλώς δεν πιστεύω ότι η εγγενής λογική του  αγωνιστικού πλουραλισμού είναι να αποφεύγει την επίσημη δομή. Στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά είναι μια από τις πιο καίριες προϋποθέσεις για την ύπαρξη της αγωνιστικής πολιτικής. Είναι ένας τρόπος αναγνώρισης ότι η κοινωνία είναι διαιρεμένη. Κι αυτό είναι που έχει εξαφανιστεί με την ασάφεια μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και την ιδέα του  Τρίτου Δρόμου για το κέντρο, καθώς η τελευταία δεν επιτρέπει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών λύσεων. Όταν η διαμάχη δεν μπορεί να πλαισιωθεί σε ένα πολιτικό λεξιλόγιο, όταν για παράδειγμα η κυρίαρχη ιδεολογία ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πια Αριστερά και Δεξιά, τότε φυσικά η διαμάχη δεν εξαφανίζεται αλλά εκφράζεται με διαφορετική μορφή.</p>
<p><code><br />
</code>Σήμερα βιώνουμε ένα είδος ηθικοποίησης της πολιτικής: η πολιτική σήμερα γίνεται με ηθική ορολογία, όχι μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς αλλά διατυπώνεται ως Σωστό και Λάθος, πράγμα που μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνο. Ένα από τα πιο σαφή παραδείγματα είναι εκείνο του Τζορτζ Μπους, που χρησιμοποίησε τον όρο ʺ άξονας του κακούʺ και τα λοιπά. Αντί να χρησιμοποιούμε πολιτικό λεξιλόγιο, χρησιμοποιούμε ηθικό λεξιλόγιο. Αυτό βέβαια δεν προάγει καθόλου την αγωνιστική πολιτική επειδή από την ώρα που κάποιος θεωρεί τον αντίπαλό του κακό, δεν μπορεί να εμπλακεί μαζί του σε καμιά αγωνιστική μορφή, κανείς δεν πρόκειται να δεχτεί τη νομιμότητα του κακού, θα θελήσουν να τους εξοντώσουν. Κι αυτό δεν είναι συμβατό με μια δημοκρατική πολιτεία. Εάν η διαμάχη δεν μπορεί να εκφραστεί με πολιτικό λεξιλόγιο, θα εκφραστεί με άλλες μορφές που δεν είναι διαχειρίσιμες από τους δημοκρατικούς θεσμούς. Είναι σημαντικό λοιπόν να διατηρήσουμε αυτούς τους θεσμούς μέσω των οποίων μπορεί να εκφραστεί η διαίρεση, οι άνθρωποι να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και να έχουν τη δυνατότητα παραγματικών επιλογών. Σήμερα η συμμετοχή έχει γίνει της μόδας αλλά συχνά δεν συνεπάγεται καμιά δυνατότητα απόφασης. Οι εκλογές είναι σημαντικές αλλά υπάρχουν άλλες μορφές εκπροσώπησης, που μπορούν να επιτρέψουν μια αγωνιστική συμμετοχή, όπου κανείς να  μπορεί να αποφασίσει μεταξύ πραγματικά αντικρουόμενων εναλλακτικών λύσεων. Χωρίς αυτό, δεν μπορούμε να έχουμε αγωνιστική πολιτική.</p>
<p><code><br />
</code>Για να επανέλθουμε στην περίπτωση των <em>banlieues</em> στη Γαλλία ή στην εξέγερση στην Ελλάδα, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή αυτοί οι νέοι δεν είχαν κανάλι ή θεσμό ή μορφή με την οποία να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί. Είναι εντελώς αποκλεισμένοι από την πολιτική. Είναι λοιπόν εντελώ κατανοητό όταν θέλουν να εκφραστούν να το κάνουν με τρόπους που είναι ανταγωνιστικοί. Πιστεύω ότι θα παρατηρούμε όλο και περισσότερα τέτοια φαινόμενα λόγω του αυξανόμενου πληθυσμού των νέων που δεν αισθάνονται ότι υπάρχει χώρος γι’αυτούς για να εκφράσουν τους προβληματισμούς τους.</p>
<p><code><br />
</code>Σε σχέση με τον εξτρεμισμό, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν μπορούν όλες οι διαμάχες να μετατραπούν σε αγωνιστικές διαμάχες. Μια αγωνιστική μορφή πολιτικής δεν εξαλείφει τη δυνατότητα ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δυο περιπτώσεις: υπάρχουν μερικά αιτήματα που σε μια δεδομένη στιγμή βρίσκουν έναν τρόπο έκφρασης για τον οποίο δεν υπάρχει θεση στην αγωνιστική πολιτική, αλλά πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να τα ενσωματώσουμε. Ωστόσο, δεν μπορούν όλα τα αιτήματα να αποτελέσουν μέρος μιας αγωνιστικής δημόσιας σφαίρας, επειδή ορισμένα από αυτά θα έθεταν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη της αγωνιστικής πολιτικής. Εκεί πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι μορφές εξτρεμισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Για να πάρουμε μια ακραία περίπτωση, θυμάμαι, για παράδειγμα, τη φατφά κατά του Σάλμαν Ρούσντι: υπήρχαν τότε εξτρεμιστές μουσουλμάνοι στη Βρετανία,  με δυνατή φωνή, που ισχυρίζονταν ότι έπρεπε να τους δοθεί το δικαίωμα να σκοτώσουν τον Ρούσντι ʺνόμιμαʺ, επειδή υπήρχε φατφά που έλεγε ότι ο Ρούσντι ήταν ένας άπιστος. Ισχυρίζονταν λοιπόν ότι η θρησκεία τους τούς πρόσταζε να σκοτώσουν τον Ρούσντι. ʺΕάν θέλετε να αναγνωρίσετε τον πλουραλισμό των απόψεων, τότε πρέπει να μας δώσετε το δικαίωμα να σκοτώσουμε τον Ρούσντιʺ, υποστήριζαν, ʺεπειδή αυτό μας υπαγορεύει η θρησκεία μαςʺ. Φυσικά οι Βρετανοί αρνήθηκαν αλλά οι εξτρεμιστές απάντησαν ʺαν δεν μας αναγνωρίζετε αυτό το δικαίωμα, τότε δεν είστε πλουραλιστές, είστε ολοκληρωτικοίʺ. Θυμάμαι ότι  ορισμένοι φιλελεύθεροι προβληματίστηκαν, σκέφτηκαν ότι το επιχείρημα αυτό μπορεί να είχε βάση. Για μένα, δεν υπάρχει απολύτως κανένας χώρος σε μια αγωνιστική πολιτική για να γίνουν αποδεκτά ως νόμιμα τέτοια αιτήματα. Ορισμένα αιτήματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, γιατί αν γίνουν θα υπονομεύσουμε τη βάση του πλουραλιστικού συστήμαος. Γι’ αυτό μιλάω για συγκρουσιακή συναίνεση.</p>
<p><code><br />
</code>Σε μια αγωνιστική μορφή πολιτικής χρειαζόμαστε μια μορφή συναίνεσης, που αποτελείται από βασικές εθνο-πολιτικές αρχές, γύρω από τις οποίες θα οργανώσουμε τη συνύπαρξή μας- δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα για όλους. Είναι όμως, ασφαλώς, μια συγκρουσιακή συναίνεση γιατί θα υπάρχουν πάντα αντικρουόμενες ερμηνείες αυτών των αρχών και δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος για να φτάσουμε σε συναίνεση για την πραγματική ερμηνεία. Παρόλα αυτά, μπορεί να υπάρξει ένας συμβολικός χώρος στον οποίον να λαμβάνει χώρα η μάχη μεταξύ ερμηνειών.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Έχετε ασκήσει κριτική στα κυρίαρχα παραδείγματα της πολιτικής σκηνής ότι υποτιμούν τη σημασία των πολιτικών παθών, τα οποία θεωρείτε ότι αποτελούν μέρος της οικοδόμησης των πολιτικών ταυτοτήτων. Ο αγωνιστικός πλουραλισμός προτείνεται επομένως ως εναλλακτική λύση που δεν αποβάλλει τα πολιτικά πάθη, αλλά εστιάζεται, αντίθετα, στην εξημέρωσή τους. Θεωρείτε ότι είναι εφικτή ή επιθυμητή η εξημέρωση των πολιτικών παθών; Ποιες είναι οι ενδεχόμενες συνέπειες της διατήρησης των βίαιων εκφράσεων σε σχέση με  το σχέδιο του αγωνιστικού πλουραλισμού;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Τα δυο σημεία είναι ασφαλώς αλληλοσυνδεόμενα, αλλά η έμφαση είναι διαφορετική. Υπάρχουν δυο σημεία στα οποία ασκώ κριτική στους φιλελεύθερους δημοκράτες θεωρητικούς: ένα από τα μειονεκτήματα αυτής της θεωρίας είναι, βέβαια, η πίστη ότι ο στόχος μιας δημοκρατικής πολιτείας είναι η δημιουργία συναίνεσης. Γι’ αυτούς, το θέμα είναι η επίτευξη συναίνεσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν ότι μια από τις κινητήριες δυνάμεις στην πολιτική είναι αυτό που αποκαλώ πολιτικά πάθη. Λέγοντας πάθος δεν εννοώ αυτό που θα θεωρούσατε ατομικό πάθος αλλά ό, τι έχει να κάνει με τη συγκινησιακή διάσταση που κινητοποιείται για τη δημιουργία συλλογικής ταυτότητας. Με αυτό θέλω να τονίσω ότι όταν οι άνθρωποι δρουν πολιτικά, κινούνται από τα συμφέροντά τους και τις ορθολογικές απόψεις τους, που δεν συνδέονται αναγκαστικά με τα συμφέροντά τους και θα μπορούσαν να έχουν έναν ηθικό χαρακτήρα, αλλά υπάρχει επίσης μια συγκινησιακή διάσταση. Αυτό που κριτικάρω στο κυρίαρχο πρότυπο της πολιτικής θεωρίας είναι ο ορθολογισμός. Η πίστη ότι οι άνθρωποι κινούνται κυρίως από τον ορθολογισμό, είτε από κάποιον ορθολογισμό συμφερόντων είτε από τον επικοινωνιακό ορθολογισμό (σύμφωνα με τον Habermas) και αποβάλλουν οτιδήποτε έχει να κάνει με τον συγκινησιακό παράγοντα: επιθυμία, μορφές ταύτισης, ό,τιδήποτε συγκινησιακό. Νομίζουν ότι πρέπει να απομακρυνθούν από την πολιτική επειδή πιστεύουν ότι είναι κάτι που μπορεί να παρέμβει στο στόχο της συναίνεσης.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Εισάγετε σε αυτή τη διαδικασία την ιδέα του επηρεασμού, της εκπαίδευσης των παθών με την έννοια που ανέπτυξε ο Rorty;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Ο Rorty συνήθιζε να μιλάει για συγκίνηση. Νομίζω ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ πάθους και συγκίνησης επειδή υπάρχει κάτι πιο δραματικό και πιο επικίνδυνο στη λέξη πάθος. Η συγκίνηση είναι λίγο άτολμη για μένα, υπερβολικά πολιτισμένη. Η ιδέα του πάθους είναι ακριβώς αυτό που διακυβεύεται στο θέμα της ταύτισης. Είναι αδύνατον να καταλάβεις τη φύση και τη δύναμη του εθνικισμού αν δεν λάβεις υπόψη το ρόλο του συγκινησιακού παράγοντα. Η διάσταση αυτή μπορεί να διοχετευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, αυτό που εννοώ με την εξημέρωση των παθών είναι ότι θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε αυτή τη διάσταση και να μην προσπαθούμε να την καταργήσουμε απ’ την πολιτική, αλλά να προσπαθούμε να επιδράσουμε σ’ αυτήν, να την κινητοποιήσουμε, γιατί σε τελική ανάλυση υπάρχουν και θετικά πάθη, όπως για παράδειγμα το πάθος για δικαιοσύνη.</p>
<p><code><br />
</code>Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που έχουμε αυτή τη δυσαρέσκεια με τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι επειδή το υπάρχον είδος πολιτικής προσπαθεί να εξαλείψει οτιδήποτε έχει να κάνει με την κινητοποίηση των παθών- εκτός από τα δεξιά λαϊκίστικα κινήματα. Κι αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει και είναι μια από τις κύριες θέσεις μου στο ʺΓια το Πολιτικόʺ:  η άνοδος των δεξιών λαϊκίστικων κινημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι τα πιο παραδοσιακά δημοκρατικά κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έχουν γίνει ορθολογικά και έχουν  κατά συνέπεια αγνοήσει αυτή τη διάσταση. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να αναπτυχθεί αυτό που θα αποκαλούσα μια μορφή αριστερής λαϊκίστικης κινητοποίησης.</p>
<p><code><br />
</code>Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στη δημοκρατία υπάρχει αναγκαστικά μια λαϊκίστικη διάσταση που συνδέεται με το γεγονός ότι αυτό που διακυβεύεται  είναι η ύπαρξη ενός ʺλαούʺ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδος λαού και πώς οικοδομείται; Ο Σπινόζα είχε μεγάλη επίγνωση του ρόλου των παθών. Είπε ότι υπάρχουν δυο  σημαντικά πάθη: ο φόβος και η ελπίδα. Και νομίζω ότι είναι σημαντικό να το γνωρίζουμε αυτό σήμερα: επειδή το κύριο πάθος που χρησιμοποιείται από τη δεξιά είναι ο φόβος, για παράδειγμα ο φόβος των μεταναστών. Εάν επιχειρήσεις να κινητοποιήσεις το πάθος του φόβου, τότε θα αρχίσεις βέβαια να βλέπεις τμήματα του πληθυσμού ως εχθρούς. Αυτό είναι καίριο στην αντίληψη της δεξιάς πολιτικής. Υπάρχουν καταστάσεις που ανάλογα με τον τρόπο που θα συζητηθούν και θα αποδομηθούν μπορούν επίσης να αναδομηθούν κινητοποιώντας το πάθος της ελπίδας. Μια κρίση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια ευκαιρία για αλλαγή, μια ελπίδα για κάτι καλύτερο και μπορεί ακόμη να γίνει αντιλητπή ως κάτι απειλητικό. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίον παρεμβαίνουμε για να κινητοποιήσουμε τον συγκινησιακό παράγοντα και το πάθος είναι σημαντικός. Αυτό εννοώ με την εξημέρωση. Στην πραγματικότητα δεν μου αρέσει πολύ αυτός ο όρος, στα γαλλικά υπάρχει μια πολύ καλύτερη λέξη: apprivoiser, amadouer. Είναι μια πολύ πιο ευγενική λέξη. Η λέξη εξημέρωση συνεπάγεται υπακοή.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Υπό το φως της οικονομικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, πώς βλέπετε το ρόλο της Αριστεράς;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Είναι πολύ κρίμα που η κρίση αυτή, η οποία θα μπορούσε να δώσει μια ευκαιρία για ένα κύμα αριστερής πολιτικής, χάθηκε. Η αριστερά δεν είχε εναλλακτικό λόγο, απορροφήθηκε εντελώς από τον τρίτο δρόμο, αποδέχτηκαν τελικά ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές και, ακόμη περισσότερο, σε πολλές χώρες συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την κατάσταση. Σκεφτείτε τους Εργατικούς στη Βρετανία ή τη Γαλλία όπου η αριστερά ηγήθηκε των ιδιωτικοποιήσεων κ.λ.π. Δεν μπορούσαν να τους δουν ως μέρος της λύσης επειδή ήταν μέρος του προβλήματος, καθώς είχαν εμπλακεί οι ίδιοι σε αυτές τις πολιτικές.</p>
<p><code><br />
</code>Παρόλα αυτά, νομίζω ότι αυτή η κρίση θα αφήσει κάτι θετικό, παρότι έχουμε ξαναγυρίσει στις ασχολίες μας, ως συνήθως. Ήταν πραγματικά ενδιαφέρον που είδαμε αυτή τη μεταστροφή: από το κράτος που είχε διαμονοποιηθεί στο κράτος που έγινε σωτήρας. Και θα υπήρχε η δυνατότητα για μια πολύ πιο προοδευτική παρέμβαση του κράτους, αλλά φυσικά το κράτος παρενέβη για να βοηθήσει τις τράπεζες και ύστερα επέστρεψε στην προηγούμενη κατάσταση. Η ευκαιρία αυτή χάθηκε. Συμβολικά, ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός δέχτηκε ισχυρό πλήγμα και εάν τα κόμματα της Αριστεράς είναι ικανά να κάνουν την αυτοκριτική τους,  έχει δημιουργηθεί ένας χώρος ώστε η Αριστερά να εξετάσει την ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Αυτός ο χώρος έχει καταληφθεί από κοινωνικά κινήματα που είναι πιο ευέλικτα και ικανά να διατυπώσουν έναν εναλλακτικό λόγο διαφορετικό από εκείνον της επίσημης Αριστεράς;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Αυτό που με απασχολεί, αν σκεφτούμε την κατάσταση της Αριστεράς σήμερα, είναι ότι με μερικές εξαιρέσεις υπάρχει πραγματικά χάσμα ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς και τα κινήματα της κοινωνίας των πολιτών. Και ασφαλώς η πιο δημιουργική, ενδιαφέρουσα σκέψη υπάρχει σε αυτού του είδους τα κινήματα. Εκεί οι άνθρωποι επιχειρούν να φανταστούν έναν διαφορετικό κόσμο, εκεί υπάρχει ένα ενδιαφέρον επίπεδο σκέψης. Δυστυχώς, η πλειοψηφία αυτών των κινημάτων είναι εναντίον των κομμάτων και εναντίον των υπαρχόντων πολιτικών θεσμών και δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση με τις επίσημες οργανώσεις, με τα συνδικάτα και τα λοιπά. Είναι πραγματικά ένα σοβαρό πρόβλημα γιατί δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να αλλάξει τα πράγματα χωρίς να εγκαθιδρύσει μια συνέργεια ανάμεσα σ’ αυτούς τους διαφορετικούς παίκτες. Καταλαβαίνω πολύ καλά την αντιπάθεια αυτών των κινημάτων σε σχέση με τα πολιτικά κόμματα, γιατί τα κόμματα προσπαθούν συχνά να τα αποβάλουν, να τα εξουδετερώσουν ή να ψηφίσουν για την εισδοχή νέων μελών γι’ αυτό και είναι δύσκολο γι΄αυτά να εγκαθιδρύσουν μια ισότιμη βάση. Είναι δύσκολο αλλά νομίζω ότι είναι αναγκαίο και δεν μπορώ να δώ καμιά μορφή πραγματικά προοδευτικής μεταμόρφωσης χωρίς αυτό.</p>
<p><code><br />
</code>Το σύγχρονο παράδειγμα που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στην Ευρώπη  είναι <a href="http://die-linke.de/" target="_blank">η Die Linke</a> (η Αριστερά) στη Γερμανία, επειδή είναι ένα κόμμα που  βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, θέλει να δώσει μια εναλλακτική στον νεοφιλελευθερισμό και, ακόμη περισσότερο, ένα κόμμα που δουλεύει πολύ με τα κοινωνικά κινήματα. Είναι επίσης ένα κόμμα που θέλει να έρθει στην εξουσία. Μια πολύ διαφορετική περίπτωση είναι αυτή του <em><a href="http://www.npa2009.org/" target="_blank">Nouveau Parti Anti-Capitaliste</a></em> (Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα) στη Γαλλία, επειδή δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση με την κυβέρνηση, κανένα είδος συμμαχίας, ούτε καν με κόμματα που βρίσκονται στα αριστερά των σοσιαλιστών. Είναι βασικά ένα κόμμα διαμαρτυρίας, όχι ένα κόμμα που προσδοκά να έρθει στην εξουσία. Δεν βλέπω να υπάρχουν πολλές ελπίδες εκεί. Αντίθετα, η die Linke έχει μια γερή βάση στις συνδικαλιστικές  ενώσεις και την πρώην Ανατολική Γερμανία, είναι το πιο υποσχόμενο παράδειγμα για το πώς κανείς μπορεί να επανεφεύρει τις αριστερές πολιτικές στην Ευρώπη. Η λύση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο κόμμα ή στο κίνημα, είναι η δυναμική της συνέργειας και της σχέσης ανάμεσά τους και αυτό συνεπάγεται νέες μορφές οργάνωσης και για τα δυο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Ε:</strong> Όπως διαπιστώνουμε  στις τελευταίες δεκαετίες, στον κόσμο, οι διαμάχες διεξάγονται  όλο και περισσότερο στις πόλεις. Μολονότι αυτό θέτει νέες προκλήσεις στην επίλυση των συγκρούσεων και των τραυμάτων που αφήνουν πίσω τους, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε  ότι οι πόλεις και η εγγύτητα που συνεπάγονται  φέρνουν στο προσκήνιο τον καθημερινό ρόλο του ανταγωνισμού και τη διαμόρφωση ενός αγωνιστικού δημόσιου χώρου. Νομίζετε ότι η πόλη ως τόπος όπου οι διαφορές συνυπάρχουν  μπορεί να εξημερώσει βίαιες διαμάχες  μέσα από μια καθημερινή αγωνιστικότητα.;</p>
<p><code><br />
</code><strong>Chantal Mouffe</strong>: Δεν βλέπω κάποιο προνόμιο για τις πόλεις απ’ αυτή την άποψη. Αυτό που αμφισβητώ εδώ είναι η ιδέα ότι αυτή η εγγύτητα μπορεί να προάγει αγωνιστικές διαμάχες. Τα παραδείγματα των <em>banlieues</em> κ.λ.π. αφορούν ανταγωνιστικές και όχι αγωνιστικές διαμάχες. Δεν πιστεύω ότι η ίδια η πόλη προάγει μια αγωνιστική μορφή διαμάχης. Στην πραγματικότητα, αποτελεί την αφετηρία για πολλές ανταγωνιστικές διαμάχες. Νομίζω ότι η πρόκληση είναι η δημιουργία ενός αγωνιστικού δημόσιου χώρου στις πόλεις έτσι ώστε οι διαμάχες, όταν προκύπτουν, να μην λαμβάνουν τη μορφή ανταγωνισμού.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό που είναι ενδιαφέρον για το αστικό είδος διαμάχης, αυτή τη στιγμή, είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα που έχουν αυτές οι διαμάχες. Αυτό συνδέεται με το θέμα της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού και με αυτό <a href="http://books.google.gr/books?id=N3VZWhA-OhoC&amp;pg=PA176&amp;lpg=PA176&amp;dq=david+harvey+new+imperialism+%22accumulation+through+dispossession%22&amp;source=bl&amp;ots=kRuZICormY&amp;sig=Trz_2wQyas2Da76yTaTY_u4ATCI&amp;hl=el&amp;ei=7gaZTJqEOejO4wavs_Bu&amp;sa=X&amp;oi=book_result&amp;ct=result&amp;resnum=2&amp;ved=0CCUQ6AEwAQ#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">που ο David Harvey αποκάλεσε</a> &#8220;συσσώρευση μέσω στέρησης&#8221;. Ο Harvey επινόησε αυτή την έννοια για να δείξει τη διαφορά ανάμεσα στο πρωτόγονο είδος συσσώρευσης και τις νέες μορφές συσσώρευσης που χαρακτηρίζουν τη νεοφιλελεύθερη μορφή καπιταλισμού –κυρίως μέσα από διάφορες μορφές ιδιωτικοποίησης, καθιέρωσης μονοπωλίων και τα λοιπά. Ασφαλώς, όπως τονίζει ο ίδιος ο Harvey, η κατηγορία της εργατικής τάξης πρέπει να διευρυνθεί για να περιλάβει μεγαλύτερα τμήματα πληθυσμού. Οι περισσότεροι από μας αποτελούμε εν δυνάμει μέρος αυτής της τάξης. Ορισμένοι ασκούν κριτική, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια παραδοσιακά μαρξιστική θέση, ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε την έννοια της τάξης, να τη διατυπώσουμε με άλλο τρόπο. Πιστεύω όμως ότι είναι σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη αυτού που ονομάζουμε  στην <em><a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Hegemony_and_Socialist_Strategy" target="_blank">Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική</a></em> &#8220;αλυσίδα ισοδυναμιών&#8221;.  Υπάρχουν πολλές μάχες που θα μπορούσαν να ενοποιηθούν για να αγωνιστούμε εναντίον του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Πολλές από αυτές τις μάχες λαμβάνουν χώρα στις πόλεις.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό είναι που κάνει <a href="http://www.righttothecity.org/" target="_blank">την πρωτοβουλία για το Δικαίωμα στην Πόλη</a> στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρουσα. Είναι ένας τρόπος για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια κοινή μάχη. Σ’ αυτή την περίπτωση η αλυσίδα ισοδυναμιών  παίζει καίριο ρόλο για να αναγνωρίσουμε ότι πολλοί άνθρωποι επηρεάζονται με διάφορους τρόπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια ήδη υπαρκτή συναίνεση ανάμεσά τους, καθώς υπάρχει συχνά διαμάχη ανάμεσά τους.  Η ενότητα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Αυτός είναι ο λόγος που διαφωνώ <a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Multitude">με την έννοια της &#8220;πολλαπλότητας&#8221; στους Hardt και Negri</a>, γιατί συνεπάγεται ότι η πολλαπλότητα απολαμβάνει ήδη αυτό το είδος ενότητας. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι πιθανό, μέσω της πολιτικής διατύπωσης, όλες αυτές οι διαμάχες να δημιουργήσουν αλυσίδες ισοδυναμιών, αλλά αυτό είναι κυρίως πολιτικό έργο. Και νομίζω ότι το κίνημα Δικαίωμα στην Πόλη αποτελεί έναν ενδιαφέροντα χώρο όπου όλοι οι διαφορετικοί άνθρωποι που επηρεάζονται να μπορούν να έρθουν σε επαφή και να συζητήσουν, να δουν τι κοινό έχουν και να δημιουργήσουν μια αγωνιστική δημόσια σφαίρα.</p>
<p><code><br />
</code>Με την ευκαιρία, επιμένω πάντα ότι αυτό ισχύει στον πληθυντικό, δεν αφορά μόνο μια αγωνιστική δημόσια σφαίρα. Είναι ένας καίριος χώρος για πολιτική παρέμβαση προκειμένου να καλλιεργηθεί μια αγωνιστική πολιτική. Οι διαμάχες αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια έκρηξη ανταγωνισμών.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση της χωροταξικής φύσης της πολιτικής. Ήταν πάντα σημαντικό αλλά είναι κάτι που η μαρξιστική θεωρία αργεί πολύ να αναγνωρίσει. Οι κριτικοί γεωγράφοι προώθησαν πολύ αυτή την άποψη. Γίνεται πάλι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σε αυτό το επίπεδο και νομίζω ότι η λανθασμένη κατανόηση της έννοιας του χώρου μπορεί να οδηγήσει σε μια λανθασμένη μορφή πολιτικής. Δυστυχώς ορισμένοι κριτικοί γεωγράφοι είναι επηρεασμένοι από τους Deleuze και Guattari. Νομίζω ότι υπάρχει πραγματικά πρόβλημα με τον τρόπο που  τους αντιμετωπίζουν ορισμένοι γεωγράφοι ή οι Hardt και Negri. Η θέση τους είναι ότι η παγκοσμιοποίηση και η  απεδαφοποίηση είναι αναγκαστικά θετική και οδηγεί στη δημιουργία ενός ομαλού χώρου,  ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το κράτος, το έθνος και την οικογένεια. Αντίθετα με αυτή την ιδέα της δημιουργίας ενός ομαλού χώρου, υποστηρίζω <a href="http://books.google.gr/books?id=xgrVr6Y_3ZcC&amp;pg=PA131&amp;lpg=PA131&amp;dq=Doreen+Massey+striated+space&amp;source=bl&amp;ots=9nqQUoc19a&amp;sig=JDF3XjfSI5irDQaJnVFE66K5tIM&amp;hl=el&amp;ei=oweZTN-aGs3h4Aa88Ng9&amp;sa=X&amp;oi=book_result&amp;ct=result&amp;resnum=4&amp;ved=0CCwQ6AEwAw#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">την αντίληψη της Doreen Massey</a>, που λέει ότι ο χώρος είναι πάντα γραμμωμένος, δεν μπορεί ποτέ να είναι ομαλός επειδή είναι οργανωμένος  γύρω από γεωμετρίες εξουσίας- με το δικό μου λεξιλόγιο θα έλεγα ότι ο χώρος είναι πάντα ηγεμονικά δομημένος. Το θέμα λοιπόν δεν είναι να πάμε σε έναν ομαλό χώρο, αλλά να μεταμορφώσουμε τις &#8220;<a href="http://www.upress.umn.edu/Books/M/massey_space.html" target="_blank">γεωμετρίες εξουσίας</a>&#8221; (Massey). Θα είμαστε πάντα μέσα στις γεωμετρίες εξουσίας αλλά κάποιες από αυτές θα είναι πιο δημοκρατικές, πιο προοδευτικές από άλλες. Γι’ αυτό κριτικάρω την ιδέα της εξόδου και της εγκατάλειψης που υποστηρίζουν οι Hardt  και Negri. Αντιπαραθέτω σ’ αυτό τον πόλεμο της θέσης του Gramsci. Πρέπει να έχουμε μια στρατηγική δέσμευσης με αυτές τις γεωμετρίες εξουσίας και μέσω του πολέμου της θέσης σε πολλαπλά επίπεδα, να προσπαθήσουμε να τις μεταμορφώσουμε. Μπορείτε να δείτε γιατί μια διαφορετική έννοια του χώρου μπορεί να καταλήξει σε ένα διαφορετικό είδος πολιτικής.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2474</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>James Holston &#8211; Απόσπασμα για τη δημοκρατία, τη βία και την ιδιότητα του πολίτη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2441</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2441#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:58:44 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[James Holston]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[James Holston]]></category>
		<category><![CDATA[ανθρωπολογία]]></category>
		<category><![CDATA[γκράφιτι]]></category>
		<category><![CDATA[καθημερινή ζωή]]></category>
		<category><![CDATA[Λατινική Αμερική]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2441</guid>
		<description><![CDATA[ O εκδημοκρατισμός έχει να κάνει με τα ιδιώματα βίαιων κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν συστατικά στοιχεία πολλών κοινωνιών με διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορίες. Επομένως, πολλές από αυτές τις κοινωνίες έχουν δημοκρατίες με εντυπωσιακή δυσλειτουργία: οι πολίτες τους υφίστανται συστηματική βία από δημόσιες και ιδιωτικές δυνάμεις, οργανωμένη και ανοργάνωτη πίεση που λειτουργεί με τη σιγουριά της ατιμωρησίας. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="James Holston " href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Holston.jpg"><img title="James Holston" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/Holston.jpg" alt="James Holston " hspace="5" vspace="5" width="120" height="190" align="left" /></a></p>
<p>Αν η γενίκευση της ιδιότητας του πολίτη στην δημοκρατία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εθνικότητας στην Δύση, η βία ανάμεσα στους πολίτες αντιμετωπίζεται ως επεισοδιακή προϋπόθεση για την ανάπτυξή της και όχι ως χαρακτηριστικό της. Μάλιστα, η δημοκρατική θεωρία στη Δύση εξελίσσεται σαν το πρόβλημα της εσωτερικής βίας να έχει ήδη λυθεί. Εικάζει ότι η  ειρήνευση της κοινωνικής βίας γίνεται μέσα από την ανάπτυξη μιας εκπολιτιστικής διαδικασίας,  κατά τον Norbert Elias, μέσα από τα σύγχρονα γνωστικά αντικείμενα, κατά τον Foucault  ή ακόμη, κατά τον Max Weber,  με το σύγχρονο έθνος-κράτος που συνδυάζει την κυριαρχία του νόμου με τη μονοπώληση των μέσων εξαναγκασμού και χρησιμοποιεί και τα δυο για να ελέγξει τη βία. Η δημοκρατική θεωρία συμπεραίνει λοιπόν ότι το πρόβλημα της εσωτερικής βίας εναντίον των πολιτών έχει λυθεί -ή μάλλον διαλυθεί- με τη μετάθεσή του στη δυτική ανάπτυξη του πολιτισμού και το έθνος-κράτος.<a name="_ftnref1"></a><span id="more-2441"></span></p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, η ανθρωπολογική έρευνα για τον εκδημοκρατισμό του κόσμου μετά τη δεκαετία του 1970 και ειδικά πέρα από το Βόρειο Ατλαντικό, αποκάλυψε μια μεθοδική σύμπτωση την οποία η πολιτική επιστήμη παρέβλεψε: Καθώς η δημοκρατία ρίζωσε στις πλέον διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς, νέα είδη βίας, αδικίας, διαφθοράς και ατιμωρησίας αυξήθηκαν δραματικά. Η σύμπτωση αποτελεί το παράδοξο του παγκόσμιου εκδημοκρατισμού. Εμφανές αλλά και φαινομενικά δύσκολο να γίνει αντιληπτό από άλλα γνωστικά αντικείμενα, η ανθρωπολογία- με τις μπερδεμένες μεθοδολογίες της  ερευνά τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι άνθρωποι λένε και σε αυτό που κάνουν, την εθνογραφική αποστασιοποίηση από βιωμένες πρακτικές, τη χρήση της ιστορίας ως επιχειρήματος για το παρόν-  έδειξε την εγγενή σχέση ανάμεσα στη δημοκρατική αλλαγή και τη βία: ότι σε μεγάλο μέρος του κόσμου όπου υπάρχει εκτεταμένη νομιμοποίηση της δημοκρατίας και της ιδιότητας του πολίτη, η δημοκρατία αποσταθεροποιείται σε βάθος και γεννά το δικό της είδος βίας.</p>
<p><code><br />
</code>Η ανθρωπολογική μελέτη των νέων δημοκρατιών αποκάλυψε την έκταση στην οποία η υποτιθέμενη επίλυση της βίας που πρέσβευαν άλλες κοινωνικές επιστήμες  είναι μάλλον η έκφραση- ακόμα και το πρόσχημα-  συγκεκριμένων ιστοριών ορισμένων εθνών-κρατών (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία) παρά ένα γενικό ή οικουμενικό χαρακτηριστικό του ίδιου του εκδημοκρατισμού. Αυτό το μπέρδεμα ξεχωρίζει επειδή ο εκδημοκρατισμός έχει να κάνει με τα ιδιώματα βίαιων κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν συστατικά στοιχεία πολλών κοινωνιών με διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορίες. Επομένως, πολλές από αυτές τις κοινωνίες έχουν δημοκρατίες με  εντυπωσιακή δυσλειτουργία: προβάλλουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και νομοθεσία βασισμένη σε δημοκρατικές αρχές και αξίες και την ίδια ώρα οι πολίτες τους υφίστανται συστηματική βία από δημόσιες και ιδιωτικές δυνάμεις, οργανωμένη και ανοργάνωτη πίεση που λειτουργεί με τη σιγουριά της ατιμωρησίας.  Τα σώματα των πολιτών τους,  δημοκρατικά από πολιτική άποψη,  σύμφωνα με οποιαδήποτε λογική θεωρία για τη δημοκρατία, δεν προστατεύονται από το σύστημα δικαιοσύνης του κράτους. Ακόμη περισσότερο, είναι ευάλωτα στη βία, παγιδευμένα στην αναπαραγωγή της βίας που η ιδιωτικοποιημένη δικαιοσύνη προωθεί και ταπεινωμένα από την ατιμωρησία. Πολιτισμοί φόβου, αδιαφορίας, παρανομίας και κατάχρησης εξουσίας πολλαπλασιάζονται χαρακτηριστικά μέσα στο δημόσιο σώμα  των πολιτικών δημοκρατιών, συνυπάρχοντας με δημοκρατικές αξίες για τη δημόσια ζωή. Κατά παράδοξο τρόπο, η κυριαρχία του νόμου γίνεται  βίαιη και αναποτελεσματική στην καταπολέμηση της βίας. Σε αυτό το κοινό είδος πολιτικού εκδημοκρατισμού, ο αστικός δημόσιος χώρος πολιτικοποιείται και γίνεται εκ νέου επικίνδυνος , άλλοτε εγκαταλειμμένος και άλλοτε οχυρωμένος.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα σημαντικό εύρημα της ανθρωπολογικής μελέτης για τις αναδυόμενες δημοκρατίες είναι ότι αυτά που αποκαλώ νέα εξεγερσιακά κινήματα  δημοκρατικών πολιτών, διαιωνίζουν θεμελιώδη χαρακτηριστικά της παγιωμένης αντίληψης περί της  ιδιότητας του πολίτη, ενάντια στην οποία τοποθετούνται. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι πολίτες-μέλη αυτών των κινημάτων με τους οποίους δουλεύω στο Σάο Πάολο αποδέχονται την αξία των δικαιωμάτων ειδικής μεταχείρισης, της ατομικής ιδιοκτησίας και της στρατηγικής νομιμοποίησης του παράνομου. Ωστόσο, βρίσκω πως, αντί να  τρέφουν νέες εκδοχές αυτών των ιδιοτήτων, τα εξεγερσιακά κινήματα αποδιοργανώνουν: παραμένουν συνδεδεμένα με τις παγιωμένες αντιλήψεις,  αλλά σε ένα ανισόρροπο, διαβρωτικό μίγμα που διαταράσσει και τις δύο πλευρές.</p>
<p><code><br />
</code>Επομένως, δεν μπορούμε να περιμένουμε από την ιδιότητα του εξεργερμένου πολίτη να επεκτείνεται σταθερά. Έχει κι αυτή λακκούβες στις οποίες πέφτει. Ακριβώς επειδή οι παλιές φόρμουλες παραμένουν, νέες αντικοινωνικές συμπεριφορές και αδικίες προκύπτουν με τον εκδημοκρατισμό. Η μίξη του παγιωμένου και του εξεγερμένου έχει λοιπόν αντιφατικό αποτέλεσμα. Διαβρώνει εκείνες τις κατηγορίες κυριαρχίας που θεωρούνται δεδομένες και που έδιναν στην καθημερινή ζωή μια αίσθηση τάξης και ασφάλειας. Διαφορετικά, δεν θα είχε σημασία. Η δημοκρατία δεν είναι η μόνη δύναμη αυτής της αποσταθεροποίησης, αλλά αναμιγνύεται με άλλες, όπως η αστικοποίηση, η ιδιωτικοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός. Αναμφίβολα, όμως, προκαλεί βίαιες αντιδράσεις, ορισμένες για να αποκαταστήσει παλιά παραδείγματα τάξης και άλλες ως έκφραση ξεσπάσματος,  τα στοιχεία των οποίων- τώρα πιο εμφανή ακριβώς επειδή είναι αποδιοργανωμένα- παραμένουν. Ως αποτέλεσμα, η δημοκρατία κουβαλάει τα δικά της είδη βίας που εισβάλλουν εκεί όπου αποσταθεροποιεί παλιότερες διατυπώσεις τάξης και καταστολής.</p>
<p><code><br />
</code>Εμβληματικά αυτής της ασταθούς μίξης παλιάς και νέας αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη είναι τα υψηλά επίπεδα καθημερινής βίας από την πλευρά τόσο των εγκληματικών στοιχείων όσο και της αστυνομίας. Αυτή η μίξη συναντά την πιο παράλογη έκφρασή της στη βραζιλιάνικη κοινωνία όπου και τα εγκληματικά καρτέλ των ναρκωτικών και οι ειδικές μονάδες της αστυνομίας χρησιμοποιούν τη γλώσσα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την κυριαρχία του νόμου για να δικαιολογήσουν την ωμή βία. ΄Εχουν όμως γραφτεί πάρα πολλά γι’ αυτή τη βία και θέλω, κλείνοντας, να επιστήσω την προσοχή σε άλλες δημόσιες εκφράσεις για την έννοια της παραβίασης και του ξεσπάσματος που παράγει το ασταθές μίγμα εξεγερσιακής και παγιωμένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη. Αναφέρομαι στις κατάφωρες αντικοινωνικές συμπεριφορές και τις επιθετικές αισθητικές του απλού κοινού στο Σάο Πάολο: τον διαπεραστικό ήχο των καυγάδων και του τρόμου, όχι της σάμπα. Τη χρήση ρατσιστικών όρων που πολώνουν αντί να υβριδοποιούν. Το σημάδεμα της επιφάνειας των τοίχων παντού με μπογιά σε σπρέϊ (<em>pinchacao</em>) .</p>
<p><code><br />
</code>Ας πάρουμε το θέμα  των επιγραφών. Τα τελευταία χρόνια, στο Σάο Πάολο, υπάρχουν παντού.  Αυτοί που το κάνουν είναι πάντοτε νεαροί από τις περιφέρειες. Υπερβαίνουν τις γειτονιές τους γράφοντας στις επιφάνειες των τοίχων σε όλη την πόλη τα ονόματά τους, με μια ταυτολογική γραφή που οι περισσότεροι κάτοικοι καταδικάζουν ως άσχημη, ακατανόητη και εγκληματική. Οι εισβολές τους δεν αφήνουν κανένα μέρος της πόλης ασημάδευτο, ειδικά τις επιφάνειες που μοιάζουν δυσπρόσιτες,  έτσι ώστε οι πολίτες να μην μπορούν παρά να τα δουν. Με αυτό τον τρόπο, αμφισβητούν την οχύρωση και ιδιωτικοποίηση του Σάο Πάολο και δημιουργούν μια νέα δημόσια οπτική των επιφανειών της πόλης που επιβάλλει την παρουσία της περιφέρειας παντού. Ο στόχος τους μπορεί να είναι μια επίδειξη ʺστα μούτρα σαςʺ, αλλά οι περισσότεροι κάτοικοι του Σάο Πάολο τη θεωρούν απόδειξη της κατάντιας του αστικού χώρου και του κοινού του.</p>
<p><code><br />
</code>Ωστόσο, καθώς μοιάζουν να έχουν την πρόθεση να διαταράξουν την υπόθεση περί εθνικής ολοκλήρωσης που αποτελεί τη βάση της παγιωμένης διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη στη Βραζιλία, μήπως θα έπρεπε να δούμε αυτές τις συμπεριφορές ως εκφράσεις εξέγερσης των πολιτών, ως μορφές διαμαρτυρίας και πολιτικές πράξεις; Φυσικά, οι ελίτ βλέπουν αυτές τις νέες εγγύτητες των περιφερειών ως εισβολές σε χώρους στους οποίους κάποτε κυριαρχούσαν πλήρως. Αντιδρούν δημιουργώντας νέα είδη απόστασης. Κινούμενες από το φόβο, την καχυποψία και το αίσθημα προσβολής, οι ελίτ αποσύρονται από την καθημερινή προσωρινή επαφή που αποτελούσε το στυλ άσκησης της εξουσίας που εφάρμοζαν- το καθεστώς της διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη, γνωστό για την επιφανειακή του οικειότητα. Αντί γι’ αυτό, αναπτύσσουν μια σειρά από νέους κοινωνικούς και φυσικούς φραγμούς. Από τη μια πλευρά, κλείνονται σε αστικούς και εμπορικούς περίκλειστους χώρους, φρουρούμενοι από ιδιωτική ασφάλεια και με την βοήθεια συστημάτων παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας, που δημιουργούν νέους διαχωρισμούς στον αστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, αυτός ο τρόπος σκέψης καταλήγει σε ρατσιστικές απεικονίσεις των  χαμηλότερων τάξεων ως εγκληματιών,  που είναι αντίθετες στα ανθρώπινα δικαιώματα και παρέχουν υποστήριξη στην αστυνομική βία.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτές οι επιθετικές στρατηγικές εισβολής, απόσυρσης και ιδιωτικοποίησης παράγουν ένα αποσταθεροποιημένο αστικό τοπίο. Τα επιτεύγματα της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη είναι ορατά σε όλη την πόλη, όπως και η απόρριψή τους προς όφελος της εσωστρέφειας και της ιδιωτικοποίησης. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, που κάποιες γειτονιές στις περιφέρειες επιδεικνύουν πολλές βελτιώσεις σε υποδομές και κονωνικούς πόρους, τα κτίρια εκεί και παντού  ξεχειλίζουν από συστήματα ασφάλειας. Ακόμη κι όταν οι τοπικές αρχές επενδύουν σε νέες πολιτιστικές εγκαταστάσεις ( π.χ. μουσεία, πάρκα και κέντρα παραστάσεων), οι μεσοαστικές οικογένειες εγκαταλείπουν τα πάρκα και τις πλατείες της γειτονιάς, τα οποία έτσι υποβαθμίζονται, για τους ψυχαγωγικούς χώρους των ιδιωτικών λεσχών, των εμπορικών κέντρων και των κατοικιών. Η πόλη μοιάζει ταυτόχρονα ανανεωμένη και παρακμασμένη. Επιπλέον, ενώ κατασκευάζεται ένα λειτουργικό μετρό, οι μεσαίες τάξεις εγκαταλείπουν τις δημόσιες συγκοινωνίες για ιδιωτικά μέσα, στα οποία κρύβονται πίσω από σκούρα τζάμια και αλεξίσφαιρους εξοπλισμούς. Αυτές οι αντιθέσεις μεταξύ  δημόσιας επένδυσης και αυξανόμενης ιδιωτικοποίησης, ανακαίνισης και παρακμής, δημοκρατικής πρόσβασης και ελιτίστικης εσωστρέφειας, είνα πλέον διάχυτα στο Σάο Πάολο, με τον πλέον σαφή τρόπο στην κοινή αστική εμπειρία.</p>
<p><code><br />
</code>Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να τραβάμε την αξιοπιστία στα όρια της όταν αποκαλούμε  τα γκράφιτι  έκφραση της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη. Παρόλα αυτά, διαταράσσουν τις ιδεολογίες της οικουμενικής ολοκλήρωσης που συμβάλλουν στη διατήρηση των διατυπώσεων περί διαφοροποιημένης αντίληψης περί της ιδιότητας του πολίτη της κυρίαρχης ελίτ. Οι ιδεολογίες αυτές θολώνουν- με την έννοια ότι κάνουν λιγότερο υπολογίσιμες-τις μαζικά και ωμά άνισες κατανομές. Η πολιτισμένη συμπεριφορά του εδραιωμένου καθεστώτος δίνει έμφαση στην ολοκλήρωση,  τον εναρμονισμό, την αμφισημία και την ετερογένεια  ως ιδιώματα των κοινωνικών σχέσεων, που εκφράζονται με μια ποικιλία εθνικιστικών ιδεολογιών, πολιτισμικών θεσμών και κοινωνικών συμβάσεων- για παράδειγμα, στη &#8220;φυλετική δημοκρατία&#8221; και το καρναβάλι. Αυτά τα ιδιώματα της ολοκλήρωσης διατυπώνονται περαιτέρω από πολιτισμικές συμβάσεις γοητείας που δίνουν στις προσωπικές σχέσεις που έχουν να κάνουν με το φύλο, τη φυλή και την τάξη μια λάμψη συνένοχης συμφιλίωσης, μια αίσθηση οικειότητας που σκιάζει αλλά διατηρεί θεμελιώδεις ανισότητες: Αναφέρομαι στις σαγηνευτικές αμφισημίες που προέκυψαν μέσα από τα (αμετάφραστα) τεχνάσματα των <em>jetinho</em>, <em>malicia</em>, <em>malandragem</em>, <em>jinga</em>, <em>jogo de cintura</em> και <em>mineirice </em>, που απέκτησαν οικουμενικό χαρακτήρα στους θεσμούς της <em>samba</em>, του <em>carnaval</em> και της <em>caporeira</em> και τιμήθηκαν ως συστατικό στοιχείο του βραζιλιάνικου πολιτισμού- ενός πολιτισμού που παρόλα αυτά διατηρεί φοβερές ανισότητες.</p>
<p><code><br />
</code>Πιστεύω ότι αυτές οι ιδεολογίες και συμβάσεις της ολοκλήρωσης έγιναν πρόσφατα λιγότερο πειστικές. Καθώς η εξεγερσιακή αντίληψη περί της ιδιότητας του πολίτη διαταράσσει το διαφοροποιημένο, οι κυρίαρχες διατυπώσεις της ολοκλήρωσης δεν ανθίστανται και οι ανισότητες τις οποίες καλύπτουν γίνονται απαράδεκτες. Το πρόβλημα της σύγχρονης βραζιλιάνικης κοινωνίας είναι ότι μολονότι οι άνισες κατανομές παραμένουν, οι θολές εικόνες τους έχουν χάσει την αποτελεσματικότητά τους. Αυτή η εξάντληση εκθέτει όλο και περισσότερο τα σκληρά γεγονότα της ανισότητας &#8220;στα μάτια των Βραζιλιάνων&#8221;. Οι αναμφισβήτητες υπερβολές της βίας, της αδικίας και της διαφθοράς στην τρέχουσα περίοδο της δημοκρατίας μπορούν λοιπόν να ιδωθούν ως εξής: οι μεγάλες ανισότητες συνεχίζονται αλλά τα πολιτικά και πολιτισμικά συμβόλαια που τις διατήρησαν έχουν φθαρεί. Η αφαίρεση του κοινωνικού ιστού μεταμορφώνει την πόλη και την κοινωνία. Παράγει ωμότητα, ξέσπασμα και υπερβολή. Μ’ αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι οι βαθιές αλλαγές που έγιναν στον εκδημοκρατισμό παράγουν, αναγκαστικά ίσως, μη πολιτισμένη συμπεριφορά ως δημόσια γλώσσα αλλαγής.</p>
<p><code><br />
</code>Καταλήγω λοιπόν λέγοντας ότι ούτε ο εκδημοκρατισμός στη Βραζιλία κατάφερε να ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα, ούτε οι αντίθετες δομές  βίας και  αδικίας κατάφεραν να αποτρέψουν την ανάπτυξη σημαντικών μέτρων δημοκρατικής καινοτομίας. Πάνω απ’ όλα, δεν απέτρεψαν τη διαδεδομένη νομιμοποίηση της εξεγερσιακής αντίληψης περί της ιδιότητας του δημοκρατικού πολίτη. Προς το παρόν, στη Βραζιλία, όπως σε  πολλές άλλες χώρες, δεν επικρατεί ούτε η δημοκρατία ούτε τα αντίθετά της. Ριζωμένα, αλλά σε αποσύνθεση, παραμένουν μπερδεμένα και επιβιώνουν απρόσμενα το ένα έναντι του άλλου.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο μου, <em><a href="http://press.princeton.edu/titles/8533.html" target="_blank">Insurgent Citizenship: Disjunctions of Democracy and Modernity in Brazil</a></em> (Princeton: Princeton University Press, 2008). Μπορείτε, επίσης, να βρείτε εκεί βιβλιογραφικές παραπομπές και υποστηρικτικό υλικό.</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2441</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Simon Procter &#8211; “Καραόκε Live”: Η αμφισβήτηση του αστικού μουσικού χώρου μέσα σ’ ένα περιβάλλον «ψυχικής υγείας»</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2393</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2393#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:58:11 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Simon Procter]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Simon Procter]]></category>
		<category><![CDATA[Μεγάλη Βρετανία]]></category>
		<category><![CDATA[μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[ψυχική θεραπεία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2393</guid>
		<description><![CDATA[Οι κρατικές υπηρεσίες που προωθούν την κοινωνική ένταξη αναγνωρίζουν την ψυχική θγεία σαν πρωταρχική αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Και πράγματι, άνθρωποι με εμπειρία στην ψυχική ασθένεια όντως νιώθουν αποκλεισμένοι μέσα στην πόλη – αποκλεισμένοι από τα συμπτώματά τους, αποκλεισμένοι από την αγωγή που το νομικό- ιατρικό σύστημα συχνά τους επιβάλλει, και αποκλεισμένοι από το στίγμα που συνοδεύει την ψυχική ασθένεια.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Simon Procter" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/SimonProcter.jpg"><img title="Simon Procter" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/SimonProcter.jpg" alt="Simon Procter" hspace="5" vspace="5" width="136" height="136" align="left" /></a></p>
<p>Είναι στη φύση των σύγχρονων πόλεων να είναι πολλοί από τους πολίτες τους απρόθυμοι. Ακόμη και ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν φτάσει πρόσφατα, ένα σημαντικό ποσοστό μπορεί να μην έχει επιλέξει αυτό το μέρος για να ζήσει, και ακόμη περισσότερο μπορεί να νιώθουν ότι δεν έχουν πολλά κοινά με τους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους έχουν βρεθεί να ζουν. Ενώ οι αρχές ίσως να προσπαθούν να στηρίξουν μια αίσθηση «κοινότητας» (και μ’ αυτήν την υπακοή του πολίτη), αυτές είναι με πολλές έννοιες πολύ περιστασιακές κοινότητες, αν τελικά βιώνονται σαν κοινότητες. <span id="more-2393"></span></p>
<p><code><br />
</code>Μια αίσθηση αποκλεισμού ακόμη και από μια τέτοια περιστασιακή κοινότητα μπορεί να έχει πολλές αιτίες.  Οι πόλεις είναι αμφισβητούμενοι χώροι: πολλοί πολίτες βιώνουν την ανάγκη για μια αίσθηση πολιτισμικής ταυτότητας που να έχει συνοχή (που μπορεί να εκφράζεται με την εθνική, γλωσσική, αισθητική, πολιτική ή θρησκευτική διάσταση) η οποία αποκλείει ορισμένες άλλες. Οι κρατικές υπηρεσίες που προωθούν την κοινωνική ένταξη αναγνωρίζουν την ψυχική υγεία σαν πρωταρχική αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Και πράγματι, άνθρωποι με εμπειρία στην ψυχική ασθένεια όντως νιώθουν αποκλεισμένοι μέσα στην πόλη – αποκλεισμένοι από τα συμπτώματά τους, αποκλεισμένοι από την αγωγή που το νομικό- ιατρικό σύστημα συχνά τους επιβάλλει, και αποκλεισμένοι από το στίγμα που συνοδεύει την ψυχική ασθένεια. Συχνά αποκλείονται, προσωρινά ή μόνιμα, από τη δουλειά, από τις πολιτιστικές ευκαιρίες και από την συμμετοχή στα κοινά – όλα τα υποτιθέμενα βασικά συστατικά αυτού που έχει να προσφέρει η πόλη.</p>
<p><code><br />
</code>Και στη θέση τους μπορεί να τους προσφερθεί κάποιο υποκατάστατο, όπως κέντρα όπου άνθρωποι με ψυχικές ασθένειες μπορούν να περνούν τουλάχιστον κάποιες από τις ημέρες τους, και (ίσως ιδανικά, στο μυαλό των χρηματοδοτών) να ασχοληθούν με κάτι χρήσιμο όπως η μόρφωση και η εκπαίδευση, προσφέροντας έτσι την προσδοκία της μεταμόρφωσης σε κάτι που να μοιάζει περισσότερο με τον ιδανικό πολίτη. Προσφέρονται υποστηρικτικές υπηρεσίες με σκοπό να ελαχιστοποιηθούν συναφή κοινωνικά προβλήματα: μπορεί να παρασχεθεί ένα καθημερινό γεύμα και μια τηλεόραση. Κανείς ποτέ δεν επέλεξε να χρειάζεται αυτό το κέντρο, όμως βρίσκονται στη θέση να εξαρτώνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τη φροντίδα του Κέντρου. Όλοι έρχονται με μια ταμπέλα (διάγνωση) που τους ξεχωρίζει ως διαφορετικούς και σκορπίζουν το φόβο στην πόλη σε μεγάλο βαθμό: αυτά τα Κέντρα μπορούν, όπως και τα παλιότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα γκέτο πριν από αυτά, να θεωρηθούν μεν καταφύγια γι’ αυτούς που είναι «διαφορετικοί», αλλά μπορεί και να βιωθούν σαν καταναγκαστικά μέσα διαχωρισμού. Ως πολύ περιστασιακές κοινότητες και αυτά, μπορούν να θεωρηθούν μικρο- πόλεις μέσα στις πόλεις. Και ακριβώς όπως ο γεωγραφικός χώρος μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι αμφισβητήσιμο στις πόλεις με βάση τη διαφορετικότητα, τόσο και ο χώρος διάφορων ειδών είναι πεδίο ανταγωνισμού και διαφωνίας.</p>
<p><code><br />
</code>Μια φορά την εβδομάδα, την Πέμπτη, περνώ την ημέρα μου σ’ ένα τέτοιο κέντρο. Στεγασμένο σ’ ένα πρώην εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό κτίριο, περιβάλλεται από ένα πολυώροφο οικοδόμημα σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές του Λονδίνου, η οποία χαρακτηρίζεται από  εξαιρετικά υψηλά επίπεδα μετανάστευσης, φτώχεια κι ασθένειες (σωματικές και ψυχικές). Όπως και το σημείο της πόλης όπου βρίσκεται, ο πληθυσμός του κέντρου παρουσιάζει ποικιλία– ως προς τις ηλικίες, τις εθνικότητες, την πίστη και τη γλώσσα. Ο ρόλος μου είναι αυτός του μουσικού- είμαι μουσικοθεραπευτής, εκπαιδευμένος στο να απασχολώ με τη μουσική ανθρώπους που κατά τα άλλα είναι δύσκολο να εναχοληθούν. Έχω πολυετή εμπειρία σε περιβάλλοντα ψυχικής υγείας και με προσέλκυσε η ιδέα να δουλέψω εδώ λόγω της σχετικής ελευθερίας και έλλειψης ιεραρχίας (σε σύγκριση με νομικώς περιοριστικά και ιατρικώς πιεστικά ψυχιατρεία). Προσφέρω ατομικές συνεδρίες μουσικοθεραπείας (βασισμένες στην παραγωγή ζωντανής μουσικής από κοινού) σε όσους επιθυμούν να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους, να επανασυνδεθούν με τη μουσική, να επανακτήσουν εκφραστικότητα, ή απλά να απολαύσουν την ελεύθερη αλληλεπίδραση με κάποιον με έναν τρόπο που η ασθένειά τους συνήθως το κάνει πολύ δύσκολο να το ζήσουν, ειδικά όπου εμπλέκεται η λεκτική έκφραση. Οι πιο παραδοσιακές αντιλήψεις για τη θεραπεία έχουν να κάνουν με το ατομικό στοιχείο μάλλον παρά τη σκέψη για το γενικότερο πλαίσιο. Ένα σημαντικό όμως κομμάτι αυτού που κάνω είναι επίσης να προσφέρω έναν μουσικό χώρο όπου μπορούν να ενασχοληθούν οι άνθρωποι και να διευκολυνθούν ευχάριστες αλληλεπιδράσεις που μπορεί να μην προκύψουν αλλιώς. Στην πράξη, αυτό παίρνει τη μορφή μιας ώρας ελεύθερης δημιουργίας μουσικής («όλα ταιριάζουν») στο επισκεπτήριο που μοιάζει με χωλ το οποίο είναι προσκείμενο στην κουζίνα και το καφέ όπου σερβίρεται το γεύμα στο τέλος της ώρας. Είναι μια δυνατά φωτισμένη αίθουσα με ένα τραπέζι μπιλιάρδου και υλικά για να φτιάχνουν καφέ. Κυριαρχείται όμως από μια τεράστια τηλεόραση με δορυφορικά κανάλια που τείνει να τραβάει τους πάντες γύρω της σ’ έναν κυρίως σιωπηλό λήθαργο.</p>
<p><code><br />
</code>Υπάρχει επίσης κι ένα πιάνο εκεί, κι ένα ηχητικό σύστημα το οποίο ρυθμίζω να είναι έτοιμο για λειτουργία γι’ αυτήν την ώρα. Αυτό μπορεί να κάνει τα πράγματα πολύ δυνατά: το μικρόφωνο συνδέεται σ’ ένα ισχυρό ζεύγος ηχείων και όποιος κρατάει το μικρόφωνο είναι σε θέση ισχύος.  Όταν έφτασα για πρώτη φορά με το μικρόφωνο, οι άνθρωποι ήταν αρκετά επιφυλακτικοί να κάνουν ο,τιδήποτε μπροστά σε άλλους ανθρώπους, αλλά τώρα έχει καθιερωθεί η συνήθεια να τραγουδάμε σ’ αυτή την ομάδα. Πολλοί αναφέρονται σ’ αυτή την ώρα με φράση «Καραόκε Live»: υπάρχει μια ζωντανή σκηνή καραόκε σε πολλές παμπ εδώ γύρω κι αυτό το βλέπουμε σαν μια εκδοχή αυτού. Στην πραγματικότητα όμως είναι διαφορετικό για πολλούς λόγους. Πρώτον, το γεγονός πως δεν έχουμε μηχάνημα Καραόκε αλλά αντίθετα ένα πιάνο και διάφορα άλλα μουσικά όργανα που μπορεί να παίξει ο καθένας το κάνει πιο πολύ «ζωντανό» γεγονός από πολλές βραδιές Καραόκε, με την προσοχή των ανθρώπων να είναι πιο ενεργά δοσμένη: συμβαίνει στο προσκήνιο και όχι στο παρασκήνιο. Δεύτερον, επειδή είμαι μουσικός, και όχι μηχάνημα, μπορώ να προσαρμόσω την συνοδεία μου στους (κάποιες φορές υπερβολικά ιδιοσυγκρασιακούς) τρόπους που τραγουδούν οι άνθρωποι αυτοί. Επίσης μπορώ να παίζω στον τόνο που νιώθουν πιο άνετα, και να αλλάζω τονικότητες όταν χρειάζεται. Έτσι δεν τους υποστηρίζω μόνο μουσικά αλλά κάνοντας αυτό δίνω ώθηση στις ευκαιρίες τους να εκφράσουν τον εαυτό τους «με επιτυχία». Και τρίτον, ενώ οι παμπ του Λονδίνου εξυπηρετούν αυτούς που πίνουν αλκοόλ, αυτό το κομμάτι του Λονδίνου έχει έναν μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό που όχι μόνο δεν συχνάζουν σε παμπ, αλλά έχουν κι ένα τελείως διαφορετικό μουσικό ρεπερτόριο από αυτό που βρίσκουμε στις βραδιές καραόκε.</p>
<p><code><br />
</code>Πολλά είδη μουσικής εκπροσωπούνται εδώ: ένα από τα μαθήματα που έμαθα γρήγορα είναι το πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η ιδιοκτησία της μουσικής. Ένα νεαρό λευκό κορίτσι δηλώνει πως της αρέσει «η ρέγκε, το τζανγκλ κι ίσως και η μουσική ενός λευκού». Ένας ηλικιωμένος κύριος από την Καραϊβική τραγουδάει Ιρλανδικά τραγούδια και ύμνους για τον Haile Selassie. Ένας νεαρός Ασιάτης  τραγουδάει συνεχόμενα επιτυχίες των Black Eyed Peas και bhangra χωρίς να πάρει ανάσα. Για μενα ως μουσικό, όλα αυτά αποτελούν προκλήσεις αλλά η «αστική ποικιλία» (την οποία το Κέντρο αρέσκεται να διατυμπανίζει στα φυλλάδιά του) δουλεύει καλά ως προς την εξώρυξη απρόσμενων συνδέσεων μεταξύ των ανθρώπων και έτσι χτίζει τα είδη των χαλαρών δεσμών που οι θεωρητικοί του κοινωνικοί κεφαλαίου εγκωμιάζουν. Όμως η ποικιλία δουλεύει με δυο τρόπους. Πέρα από τη συμπλοκή του bhangra, της ρέγκε  και των Beatles, παραμένουν θύλακες απομονωμένης μουσικής – μουσικής που είναι τόσο συγκεκριμένη πολιτιστικά που όχι μόνο δεν τη μοιράζονται οι άλλοι αλλά που μοιάζει να προξενεί ενεργή απόρριψη ακόμη και εχθρικότητα. Μια ομάδα ηλικιωμένων αντρών από την Βενγκάλη κάθονται σιωπηλοί περιμένοντας τη σειρά τους για να τραγουδήσουν, μοιάζοντας  αναστατωμένοι καθώς ένας λευκός ξεφωνίζει ένα τραγούδι των Metallica. Και όταν παίρνουν το μικρόφωνο και παραδίδονται σ’  ένα θρησκευτικό τραγούδι, ακούω ψιθύρους αποδοκιμασίας από κάποιες γωνίες: κάποιοι άλλοι επιλέγουν αυτή τη στιγμή για να πάνε στην τουαλέτα ή να φτιάξουν τσάι.</p>
<p><code><br />
</code>Για να πάρουμε αυτά τα θρησκευτικά τραγούδια ως παράδειγμα, στα αυτιά των ντόπιων Λονδρέζων ακούγονται ελαφρώς «ξένα». Ως προς τον τόνο και τον ρυθμό ξεφεύγουν από τους περιορισμούς της Δυτικής μουσικής, τραγουδιούνται σε μια παράξενη γλώσσα αλλά «ακούγονται» θρησκευτικά, δημιουργώντας συνδέσεις με όλες τις λαϊκές αντιλήψεις για το Ισλάμ. Η αρχή αυτών των τραγουδιών σημαίνει «κάτι άλλο» &#8211; μια διαφορετικότητα που είναι άβολη. Η μουσική που μας είναι οικεία πολιτισμικά έχει την τάση να μας βάζει μέσα της – χτυπάμε τα πόδια μας ρυθμικά, σιγοτραγουδάμε τον πιασάρικο σκοπό, ακόμη και την αναπνοή μας συντονίζουμε μ’ αυτήν. Γινόμαστε σωματικά κομμάτι της. Αλλά τέτοια ανοίκεια μουσική μας φέρνει ευθέως αντιμέτωπους με τις διαφορές μας. Επιπλέον, επειδή η εσωτερική δομή της άγνωστης μουσικής δεν είναι προφανής σε μας, οι συμμετέχοντες νιώθουν ξεκάθαρα ότι οι τραγουδιστές της άγνωστης μουσικής παρατείνουν χωρίς λόγο τα τραγούδια τους για να τα κάνουν να διαρκέσουν παραπάνω, το οποίο σημαίνει ότι κρατούν το μικρόφωνο (οπότε και την εξουσία) περισσότερο. Αυτό προκαλεί δυσαρέσκεια, που συχνά εκφράζεται λεκτικά, και είναι μέρος του ρόλου μου να την περιορίσω.</p>
<p><code><br />
</code>Το να κρατήσω αυτή την ομάδα σε συνοχή είναι πρόκληση. Θέλω να προσφέρω σε όλους μια ασφαλή και ικανοποιητική εμπειρία μιας μουσικής παρουσίασης του εαυτού τους. Επίσης θέλω να προσφέρω ένα χώρο που καθιστά δυνατή την γεμάτη σημασία επαφή μεταξύ ομάδων ανθρώπων που μπορεί κατά τα άλλα, στην καλύτερη περίπτωση, να απέφευγαν ο ένας τον άλλο. Η μουσική δεν είναι η «παγκόσμια γλώσσα» για την οποία όλοι μιλούν με τόση ευκολία: μ’ αυτήν παρουσιάζουμε την ταυτότητά μας και σημαδεύουμε τα εδάφη μας. Πιάνω τον εαυτό μου να επεμβαίνει με ανορθόδοξους τρόπους. Για μένα είναι μικρό το πρόβλημα όταν έχω να συνοδεύσω τους Metallica με χορδές σε μια κιθάρα: είναι πιο δύσκολο (αλλά και πάλι εφικτό) για μένα να χτυπάω το τύμπανο με ένα τραγούδι από την Βενγκάλη. Όταν το συνοδεύω όμως πιάνω τον εαυτό μου να έχω την έγνοια όχι μόνο να υποστηρίξω το άτομο που τραγουδάει αλλά να αιχμαλωτίσω και να διατηρήσω την προσοχή, ανάμειξη και ανοχή των υπόλοιπων. Αυτό περιστασιακά με οδηγεί σε παράξενες μουσικές επιλογές – να χτυπάω τάμπλα στους Metallica ή να παίζω ελαφρώς συναισθηματικά (αλλά πολύ προσαρμοσμένα) μπάσσο στο πιάνο για ένα τραγούδι από τη Βενγκάλη – περπατώντας σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ του να διατηρήσω το μουσικό χαρακτήρα του και να επικοινωνήσω το λυρισμό του στους άλλους. Ξέρω ότι αυτό κινδυνεύει να θεωρηθεί από κάποιους πολιτισμικός βανδαλισμός και προσπαθώ να φεύγω μόνος κάθε φορά!</p>
<p><code><br />
</code>Και εκτός μουσικής όμως, βρίσκομαι στη θέση να αναγκάζομαι να κρατήσω την ομάδα ενωμένη. Όλοι θέλουν να τραγουδήσουν και γίνεται αληθινή μάχη για το μικρόφωνο: φαίνεται πως είναι περισσότερο ο ρόλος μου να εξασφαλίσω ότι θα ακουστεί η φωνή του καθένα και θα υποστηριχτεί όσο περισσότερο γίνεται, μουσικά και κοινωνικά. Φτιάχνω μια ανεπίσημη λίστα αναμονής για το ποιος θα τραγουδήσει μετά από ποιον, καθησυχάζοντας τους ότι θα υπάρξει άλλη ευκαιρία για να τραγουδήσουν. Το πρότυπό μου είναι η μουσική συμμετοχή και ο σεβασμός για όλες τις μουσικές. Αντιδρώ  λεκτικά στη μουσική και προσπαθώ να ενθαρρύνω την ομάδα να καταπιαστεί ο ένας με τις μουσικές του άλλου. Μερικές φορές αυτό δημιουργεί εκνευρισμό – υπάρχουν στιγμές που νιώθει κανείς μόνο αντιπαράθεση αναμοχλεύεται, και ύστερα από λίγο ότι υπάρχει αληθινό μοίρασμα κι αναγνώριση του πολιτισμού των άλλων. Οι μαγικές, μεταμορφωτικές στιγμές έρχονται όταν  τα μέλη της ομάδας, ξεπερνούν τον εαυτό τους και ανακαλύπτουν ότι τους τραβούν μουσικές που δεν θα θεωρούσαν ποτέ δικές τους.</p>
<p><code><br />
</code>Είναι «απλά» μια ομάδα τραγουδιού σ’ ένα πρόγραμμα ψυχικής υγείας σ΄ ένα κτίριο σε μια μεγάλη πόλη: μια φωτογραφία της καθημερινής ζωής. Αλλά είναι αστικός χώρος που αμφισβητείται συνεχώς. Οι ανταμοιβές, ατομικές και κοινωνικές, για την ενασχόληση μ’ αυτή την αμφισβήτηση είναι απτές: για να γίνει αυτό χρειάζεται δεξιότητα, ευαισθησία και ασίγαστο κουράγιο.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2393</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Νέλλη Καμπούρη και Παύλος Χατζόπουλος &#8211; Ένας μεταναστευτικός οδηγός για το Γαλαξία: Καταλαμβάνοντας τον δημόσιο χώρο</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2501</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2501#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:57:49 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Νέλλη Καμπούρη - Παύλος Χατζόπουλος]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[δημόσιοι χώροι]]></category>
		<category><![CDATA[μετανάστες]]></category>
		<category><![CDATA[μη πολίτες]]></category>
		<category><![CDATA[νέλλη καμπούρη]]></category>
		<category><![CDATA[παύλος χατζόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[χώρος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2501</guid>
		<description><![CDATA[Το κείμενο θα προσπαθήσει να ακολουθήσει διαδρομές, στάσεις, πορείες, ετερογενείς συχνότητες κινήσεων, διάκενα, συναντήσεις που έγιναν και που δεν έγιναν με σκηνικό την πλατεία της Νέας Σμύρνης ξεκινώντας με την κατάληψη ενός δημόσιου κτιρίου, του Γαλαξία, τον Δεκέμβριο του 2008.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="logo Γαλαξία" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/galaxy-logo.jpg"><img title="logo Γαλαξία" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/galaxy-logo.jpg" alt="logo Γαλαξία" hspace="5" vspace="5" width="120" height="190" align="left" /></a></p>
<p>Το κείμενο θα προσπαθήσει να ακολουθήσει διαδρομές, στάσεις, πορείες, ετερογενείς συχνότητες κινήσεων, διάκενα, συναντήσεις που έγιναν και που δεν έγιναν με σκηνικό την πλατεία της Νέας Σμύρνης. Κύριοι φορείς αυτών των κινήσεων είναι οι μετανάστες-μικροπωλητές που δραστηριοποιούνται μόνιμα πλέον στην πλατεία και τα άτομα κι οι ομάδες που συμμετείχαν στην εφήμερη κατάληψης ενός δημόσιου κτιρίου, του Γαλαξία.<span id="more-2501"></span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ο Γαλαξίας </strong></p>
<p><code><br />
</code>Ο Γαλαξίας είναι το μοναδικό κλειστό κτίριο εντός του περιμετρικού χώρου της πλατείας Νέας Σμύρνης και αποτελεί κομμάτι του αρχικού σχεδιασμού της. Το κτίριο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να μπερδεύει αλλά και να αναδεικνύει τον διαχωρισμό του μέσα και του έξω. Οι τρεις πλευρές του αποτελούνται από γυάλινες τζαμαρίες που ανοίγουν και κλείνουν, ενώ το πίσω μέρος είναι φτιαγμένο από τσιμέντο στο πρώτο επίπεδο και τζαμαρία στο δεύτερο. Το εσωτερικό του αποτελείται από έναν μεγάλο ανοιχτό γεωμετρικό χώρο σε δύο επίπεδα, ενώ στο υπόγειο βρίσκεται μια μεγάλη αίθουσα με ελάχιστο εξαερισμό και φωτισμό. Το εξωτερικό διαμορφώνεται από ορθογώνιες τεχνητές λίμνες, και ανοιχτές τσιμεντένιες εκτάσεις που καλύπτονται κατά κύριο λόγο από κάθετες σειρές από τραπέζια και καρέκλες καφενείων.<a name="_ftnref1"></a> Οι κάθετες και οι οριζόντιες γραμμές του κτηρίου, καθώς και η ανοιχτή θέα συνθέτουν έναν «γραμμωμένο» χώρο.<a name="_ftnref2"></a> Μέσω των εκταταμένων διαφανειών ενσωματώνεται το έξω και το μέσα σε ένα ενιαίο-κλειστό χώρο. Η ιστορία του Γαλαξία καθορίζεται από την λογική της ενοποίησης του μέσα και του έξω που επιβάλει η γραμμωμένη αρχιτεκτονική του.<a name="_ftnref3"></a></p>
<p><code><br />
</code><a title="Ο Γαλαξίας" href="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/eleutheros-galaxias.jpg"><img title="Ο Γαλαξίας" src="http://www.republic.gr/wp-content/uploads/eleutheros-galaxias.jpg" alt="Ο Γαλαξίας" width="506" height="300" /></a></p>
<p><em>Εικόνα 1: Ο Γαλαξίας στη Νέα Σμύρνη</em></p>
<p><code><br />
</code>Από την ημερομηνία της οικοδόμησής του το 1969 ο Γαλαξίας έχει υπάρξει γιαπί, καφενείο, υπό ανακαίνιση πολιτιστικό κέντρο του δήμου, ξανά καφενείο, γιαπί, ξανά υπό ανακαίνιση πνευματικό κέντρο του δήμου, υπό ανακαίνιση καφενείο, ξανά γιαπί. Στις 14 Δεκεμβρίου 2008, ο Γαλαξίας μετατράπηκε προσωρινά σε χώρο κατάληψης. <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2008/12/blog-post_15.html" target="_blank">Η άμεση ανακοίνωση-κάλεσμα που κυκλοφόρησε</a> η κατάληψη δήλωνε ευθέως την επιθυμία να γίνει ο Γαλαξίας «κέντρο συντονισμού και δράσης» για την εξάπλωση της εξέγερσης του Δεκεμβρίου. Ακολούθησε η συμμετοχή σε πολλαπλές δράσεις που οργανώνονταν διάσπαρτα το Δεκέμβριο σε όλη την Αθήνα.<a name="_ftnref4"></a> Ο Γαλαξίας απέκτησε συνέλευση που διαχειριζόταν όλα τα θέματα της κατάληψης, έγινε πορεία στους δρόμους της Νέας Σμύρνης, εκδηλώσεις για όσους είχαν φυλακιστεί κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου, συζητήσεις για τους δημόσιους χώρους, για την αστυνομική βία, δημιουργήθηκε ένα δελτίο αντιπληροφόρησης που μοιραζόταν και στους δρόμους της Νέας Σμύρνης, και η συνέλευση αρχίσε να δημοσιεύει ψηφίσματα.</p>
<p><code><br />
</code>Την ίδια περίοδο που άρχισε η διασπορά των δράσεων της κατάληψης στον χώρο της πόλης, οι συμμετέχοντες αναπροσάρμοσαν τη σχέση του κτιρίου με τον εξωτερικό χώρο της πλατείας. Όλες οι γυάλινες επιφάνειες καλύφθηκαν με υφάσματα, χαρτόνια και αφίσες: η οπτική επαφή με το έξω διακόπηκε, με πρόχειρο και εφήμερο, όμως, τρόπο. Για όσους βρισκόντουσαν στο εσωτερικό δεν υπήρχε πλέον ανοιχτός ορίζοντας, το βλέμμα δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια της κατάληψης. Μέσα από το εφήμερο αυτό κλείσιμο, όμως, ο χώρος άνοιξε σε μια λογική του λείου – όπου περιορίστηκε η επιθυμία για την ωραία θέα και ενισχύθηκε η οπτική της εγγύτητας.<a name="_ftnref5"></a> Γκράφιτι τα οποία μπορούσε κανείς να δει μόνο από πολύ κοντά αντικατέστησαν τον ανοιχτό ορίζοντα και δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον χωρίς όρια. Στο εσωτερικό του κτιρίου άρχισε να λειτουργεί κατάληψη στέγης που απλώθηκε τόσο στον πάνω χώρο όσο και στο σκοτεινό υπόγειο.</p>
<p><code><br />
</code>Την περίοδο εκείνη το κτίριο έμοιαζε με καταφύγιο-σπηλιά καλυμμένο και προστατευμένο από τον εξωτερικό χώρο της πλατείας. Η αναδιαμόρφωση του κτρίου δεν είχε σκοπό την περιχαράκωση αλλά έγινε πρόχειρα, σαν ο εξωτερικός δημόσιος χώρος της πλατείας να μην είχε σημασία.<a name="_ftnref6"></a> Ο Γαλαξίας μετατράπηκε σε ένα ασύμμετρο σημείο, σε μια παραφωνία σε σχέση με την υπόλοιπη πλατεία: ένας κοινός τόπος εφήμερης κατοίκησης και διάσπαρτης πολιτικής δράσης. Κατοικούμενος προσωρινά σαν να ήταν σπηλιά, διαμόρφωσε χρήστες που πρωταρχική τους επιθυμία δεν ήταν ο προσδιορισμός της κατάληψης σαν χωρικού σημείου αναφοράς μέσα στην πόλη, αλλά η δημιουργία πολλαπλών τροχιών για την διασπορά της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Οι πολλαπλές επιθυμίες της καταληψιών άρχισαν να χαρτογραφούν μια πόλη που δεν βασιζόταν πλέον «σε κάθετες και οριζόντιες γραμμές», που δεν επιθυμούσε πλέον την «μετακίνηση από το ένα σημείο στο άλλο» αλλά να «αλλάζει κατευθύνσεις» διαρκώς.<a name="_ftnref7"></a> Ένας λείος χώρος, όπου, «καταλαμβάνει κανείς χωρίς να απαριθμεί».<a name="_ftnref8"></a></p>
<p><code><br />
</code>Δύο μήνες μετά, η συνέλευση αποφάσισε την λήξη της κατάληψης στέγης. Ένα άτομο μόνο, συνέχισε να κατοικεί το υπόγειο του κτιρίου για «πρακτικούς λόγους». Σκοπός αυτής της μεταστροφής ήταν να «ανοίξει το κτίριο στον κόσμο της Νέας Σμύρνης» και να ανακτήσει την αρχική του διαφάνεια, ενώ οι δράσεις άρχισαν να επικεντρώνουν όλο και περισσότερο στην ανακατασκευή του εσωτερικού και την διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων εντός του. Οι τζαμαρίες ανέκτησαν την διαφάνειά τους ενώ επαναπροσδιορίστηκε η ενότητα του εξωτερικού με τον εσωτερικό χώρο. Το «άνοιγμα» αυτό αποτυπώθηκε <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2008/12/blog-post_15.html" target="_blank">στο ψήφισμα της συνέλευσης</a> με τίτλο «O Γαλαξίας είναι υπόθεση όλων μας», όπου διατυπώθηκε η επιθυμία για την μετατροπή της κατάληψης σε «ένα αυτοδιαχειριζόμενο δημόσιο χώρο, μη εμπορευματικού χαρακτήρα». Το άνοιγμα σήμανε την δημιουργία ενός ορίου, ενός συνόρου μεταξύ του εμπορευματικού έξω και του αντι-εμπορευματικού μέσα.<a name="_ftnref9"></a> Αυτό το ψήφισμα τυπώθηκε, μοιράστηκε και συνέχισε να μοιράζεται και να βρίσκεται μόνιμα πάνω σε ένα τραπέζι στο χώρο της κατάληψης με σκοπό την συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων υπογραφών στήριξης.</p>
<p><code><br />
</code>Το άνοιγμα σήμανε και το ξεκίνημα της απαρίθμησης. Η κατάληψη του Γαλαξία άρχισε να απαριθμεί τις υπογραφές στήριξής της, αλλά και πολλά άλλα μεγέθη: Πόσοι υπέγραψαν για την διατήρηση της κατάληψης, πόσοι συμμετείχαν στις εβδομαδιαίες συνελεύσεις της κατάληψης, πόσοι ήρθαν στην εκδήλωση για τους ελεύθερους δημόσιους χώρους, πόσα χρήματα μαζεύτηκαν από την εκδήλωση αλληλεγγύης και ενίσχυσης της Κωνσταντίνα Κούνεβα, πόσες μπύρες είχε το μπαρ, πόσα σουβλάκια το ψυγείο, πόσες και ποιες συλλογικότητες μετείχαν στην κατάληψη. Η κατάληψη του Γαλαξία προσπαθούσε πλέον να αναστήσει την οπτική επαφή με το έξω της πλατείας, να ανακτήσει την έστω συγκρουσιακή σχέση της με το έξω της πλατείας, να «απαριθμήσει για να μπορέσει να καταλάβει το χώρο», να αποτελέσει χωρικό σημείο αναφοράς για τον αγώνα για την αποεμπορευματοποίηση και την ελευθερία των δημόσιων χώρων: ένας γραμμωμένος χώρος «όπου κάποιος απαριθμεί για να τον καταλάβει»;<a name="_ftnref10"></a></p>
<p><code><br />
</code><strong>Ελεύθερος Γαλαξίας και Αφρικανοί πειρατές: συναντήσεις</strong></p>
<p><code><br />
</code><em>Το κηνύγι του θησαυρού</em></p>
<p><code><br />
</code>Στο πλαίσιο του ανοίγματος της κατάληψης στον χωροχρόνο της Πλατείας, έγιναν και προσπάθειες επικοινωνίας με τους μετανάστες-μικροπωλητές της Πλατείας. Η προσέγγιση αυτή ξεκίνησε με ένα παιχνίδι για παιδιά – ένα κυνήγι θησαυρού. Η εκκίνηση του παιχνιδιού έγινε με μία ομάδα παιδιών που έβρισκε ένα γράμμα ξεχασμένο στον χώρο της κατάληψης πριν την έλευση των καταληψιών. ΄Ενας Αφρικανός το είχε αφήσει εκεί λίγο πριν φύγει:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>Είναι σκοτάδι και κάθομαι μόνος μου στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης. Πέρασα από τόπους πολλούς μέχρι να φτάσω εδώ. Οι θάλασσες που διέσχισα ήταν άγριες και τα καράβια μας δεν ήταν πάντοτε τα πιο γερά. Αλλά ήμασταν γενναίοι και δεν φοβηθήκαμε. Στην Ελλάδα μπήκα παράνομα, όπως όλοι οι πειρατές. Δεν φοβήθηκα. Η πλατεία της Νέας Σμύρνης μου άρεσε στην αρχή γιατί είχε νερό και μπορούσες να βλέπεις μακριά. Μου θύμιζε τη θάλασσα. Έμεινα ένα χρόνο εδώ πουλώντας το πειρατικό μου εμπόρευμα σε όποιον περνούσε. Είναι καιρός, όμως, να φύγω, να πάω σε άλλα νερά πιο φιλόξενα. Όπως και στην ανοιχτή θάλασσα έτσι και εδώ στην Πλατεία υπήρχαν πολλοί εχθροί που μας κυνηγούσαν διαρκώς. Δεν ήταν ζωή αυτή. Μας ζητούσαν άδειες, διαβατήρια, κι έπρεπε να μαζεύουμε την πραμάτεια μας και να τρέχουμε μακριά όποτε τους βλέπαμε να έρχονται. Φεύγω αλλά κρύβω τον θησαυρό μου σε μέρος όπου δεν μπορούν να τον βρουν οι εχθροί μας. Οι σύντροφοί μου έχουν το πρώτο το κλειδί για τη μακριά διαδρομή.</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Η ομάδα των παιδιών πήρε τον χάρτη και βγήκε από το κτίριο του Γαλαξία ψάχνοντας τους συντρόφους του πειρατή για να τους ρωτήσει για τον θησαυρό. Οι σύντροφοι του πειρατή ήταν μετανάστες, οι περισσότεροι Αφρικανοί, μικροπωλητές, οι οποίοι έχουν μια μόνιμη καθημερινή παρουσία στην πλατεία Νέας Σμύρνης τα τελευταία χρόνια. Κύρια δραστηριότητά τους είναι η πώληση πειρατικών cd και dvd, αλλά και άλλων προϊόντων-μαϊμού.  Κάποια στιγμή η ομάδα των παιδιών έφτασε μπροστά στον τοίχο του υπό ανέγερση γκαράζ στα όρια της πλατείας, εκεί όπου συνήθως μαζεύονται οι μετανάστες μικροπωλητές. Στον τοίχο όπου συνήθως είναι γεμάτος από διαφημιστικές αφίσες ήταν κρεμασμένος και ένας χάρτη του κόσμου. Τα παιδιά ζήτησαν από τους πειρατές να τους δείξουν τις διαδρομές που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα κι εκείνοι τους έδωσαν έναν φάκελο που είχε μέσα μια ιστορία, το ίχνος για να ξεκινήσει η επόμενη διαδρομή. Στον χάρτη που τοποθετήθηκε ανάμεσα στις διαφημιστικές αφίσες κάποιοι μας διηγήθηκαν τις διαδρομές που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα από την Αγγλία ή την Καραϊβική. Δεν ήταν εν τέλει όλοι Αφρικανοί πειρατές.</p>
<p><code><br />
</code>Πριν τη μέρα του παιχνιδιού οι διοργανωτές ζήτησαν στους πειρατές να γράψουν κάποιες λέξεις στη γλώσσα τους. Ένας από αυτούς πήρε τηλέφωνο τη μαμά του να την ρωτήσει πώς λέγεται το λουλούδι στην τοπική του διάλεκτο. Παρόλο, που η μητέρα του τού είπε τη λέξη από το τηλέφωνο, αυτός συνέχισε να μην θυμάται. Τελικά οι λέξεις-ίχνη παρέμειναν στα Αγγλικά και στα Γαλλικά.</p>
<p><code><br />
</code>Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού αυτού, συναντήθηκαν δύο διαφορετικές μορφές εναλλακτικής παραγωγής του χώρου της Πλατείας. Παρόλο που κι οι δυο αμφισβητούσαν τις υπάρχουσες οριοθετήσεις και τα δεδομένα του χώρου, δεν ήταν απαραίτητα συμβατές. Από τη μία, η διανεμημένη κίνηση των μεταναστών-χρηστών στον ανοικτό χώρο της πλατείας, που αναζητούν αγοραστές και ταυτόχρονα προσπαθούν να αποφύγουν τον έλεγχο της τοπικής αστυνομίας. Από την άλλη, ένας στατικός χώρος κατάληψης που προσπαθεί να αντισταθεί στην αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου και να επεκτείνει ζώνες αντι-εμπορευματοποίησης εντός του.</p>
<p><code><br />
</code>Το εγχείρημα της αντιεμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου που ανέλαβε η κατάληψη του Γαλαξία βρισκεται σε αντίθεση με αυτό της πώλησης πειρατικών προϊόντων. Η ίδια η οικονομία της πειρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι όμως γραμμωτή. Τα προϊόντα μαϊμού, τα προϊόντα χωρίς μάρκα, τα CD και DVD που έχουν αντιγραφεί ψηφιακά και πωλούνται στο δρόμο δεν έχουν καταγραφεί, δεν έχουν φορολογηθεί, δεν ελέγχονται. Η οικονομία της πειρατείας βασίζεται, αντίθετα, στην αναπαραγωγή του προϊόντος για δυνητικά άπειρες φορές κάνοντας το κάτι που εν τέλει δεν μπορεί επίσημα να απαριθμηθεί.</p>
<p><code><br />
</code>Παράλληλα, η στατικότητα της ανοιχτής κατάληψης ενός δημόσιου κτιρίου έρχεται σε αντίθεση με την εφήμερη τοποθέτηση εμπορευμάτων που επιτρέπει την γρήγορη μετακίνηση και μπορεί να επανατοποθετείται σε διαρκώς νέα σημεία. Αυτή η πρακτική δεν εξυπηρετεί μόνο την αυτονόητη προφύλαξη από τις αρχές που κάνουν ελέγχους και περιπολίες, αλλά και την πιο αποτελεσματική προώθηση ενός προϊόντος που δεν απαριθμείται. Οι μετανάστες-μικροπωλητές σε τακτά χρονικά διαστήματα διαπερνούν τις υπάρχουσες οριοθετήσεις και χρήσεις του χώρου προκειμένου να πουλήσουν. Απλά, γιατί προσπαθούν να πουλήσουν παντού: και στον ελεύθερο χώρο κυκλοφορίας, και στον εμπορικό χώρο συνεστίασης (καφενείο), ακόμα και στην παιδική χαρά. Η εμπορική τους δράση συνδέεται επομένως με μια διαφορετική στρατηγική παραγωγής του χώρου και του χρόνου της πόλης, μια στρατηγική που δεν αντιτίθεται ευθέως στην εμπορευματοποίηση αλλά αμφισβητεί τους υπάρχοντες κανόνες της. Οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών ωθούν την εμπορευματοποίηση στα άκρα της, μην αναγνωρίζοντας ότι η εμπορευματοποιημένη συναλλαγή θα πρέπει να καθορίζεται και σε σχέση με τον χώρο που πραγματοποιείται, μη αναγνωρίζοντας ότι θα πρέπει να οριοθετείται.<a name="_ftnref11"></a> Στο &#8216;πιο πολλές και πιο εκτεταμένες εμπορικές χρήσεις του δημόσιου χώρου&#8217; που αντιπροσωπεύει την τάση για την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών αντιπροσωπεύουν, κατά κάποιο τρόπο, το &#8216;εμπόριο παντού&#8217; και για όλους, αρκεί αυτή η εμπορική δραστηριότητα να είναι πειρατική.</p>
<p><code><br />
</code>Η κίνηση των μεταναστών-μικροπωλητών παράγει λείους χώρους που διαπερνούν τις επίσημες οριοθετήσεις στην Πλατεία. Το πέρασμά τους αυτό εγγράφεται και στην ασαφή σχέση τους με το Ελληνικό κράτος: νομιμοποιούν την παρουσία τους στην Ελλάδα μέσω της εξαγοράς ενσήμων τα έξοδα των οποίων καλύπτονται από την πώληση πειρατικών εμπορευμάτων. Μέσα από μια παράνομη δραστηριότητα επομένως καταφέρνουν οι ίδιοι να γίνουν νόμιμοι. Αν μπορούσαμε να χαρτογραφήσουμε την πλατεία μέσα από τις κινήσεις των μικροπωλητών θα προέκυπτε «μια γραμμή που δεν περιβάλει τίποτε, που δεν διαγράφει ένα πλαίσιο, που δεν πηγαίνει από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά διαπερνά ανάμεσα στα σημεία, εκπίπτει διαρκώς από το οριζόντιο και το κάθετο, αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση, μια μεταλλαγμένη γραμμή αυτού του τύπου που δεν έχει εσωτερικό και εξωτερικό, φόρμα η φόντο, αρχή ή τέλος, και είναι τόσο ζωντανή σαν μια συνεχής εναλλαγή-  μια γραμμή που είναι πραγματικά αφηρημένη και διαγράφει ένα λείο χώρο».<a name="_ftnref12"></a></p>
<p><code><br />
</code>Οι μετανάστες μικροπωλητές της πλατείας δεν είναι όμως νομάδες, ή τουλάχιστον δεν είναι διαρκώς νομάδες:</p>
<blockquote><p>«Ο νομάς δεν είναι σε καμιά περίπτωση ίδιος με τον μετανάστη: γιατί ο μετανάστης κινείται κυρίως από ένα σημείο στο άλλο, ακόμα κι αν το δεύτερο σημείο είναι αβέβαιο, απρόβλεπτο ή ακόμα και δύσκολο να προσδιοριστεί σαν τόπος».<a name="_ftnref13"></a></p></blockquote>
<p>Οι επιθυμίες των μεταναστών-μικροπωλητών είναι γραμμωμένες. Όπως έγραψαν <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2009/05/blog-post_31.html" target="_blank">σ’ ένα συλλογικό κείμενο</a>: «Φύγαμε από εκεί για να έρθουμε στην Ευρώπη με σκοπό να προστατεύσουμε τη ζωή μας γιατί οι τόποι μας δεν ήταν ασφαλείς για να ζήσουμε”. Αυτό που επιθυμούν και αναζητούν είναι καλύτερες συνθήκες ζωής, ευκαιρίες, ανοίγματα για να γίνουν πιο πλούσιοι, πιο μορφωμένοι, πιο ανεξάρτητοι, πιο αυτόνομοι από πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς περιορισμούς. Ένας από αυτούς διηγείται:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>«Είμαι από τη Νιγηρία. Ήρθα στην Ελλάδα λόγω των δυσκολιών της ζωής. Ζούσα μια άνετη ζωή στη χώρα μου, όπου είχα δικό μου μαγαζί. Πουλάω αυτοκίνητα στη Νιγηρία. Μετά έχασα την δουλειά μου στη Νιγηρία και ήρθα στην Ελλάδα. Είχα ένα όνειρο: να ζω άνετα όπως κάθε άνθρωπος.»</p></blockquote>
<p>Κατά κάποιο τρόπο, οι μετανάστες-μικροπωλητές υιοθετούν νομαδικές πρακτικές επειδή οι πρωταρχικές μεταναστευτικές επιθυμίες τους είναι αδύνατον να εκπληρωθούν. Στο συλλογικό τους κείμενο αναφέρουν: «Ψάξαμε για δουλειές αλλά ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε κάτι. Γίναμε μικροπωλητές όχι επειδή θέλουμε να είμαστε στους δρόμους αλλά επειδή αναζητούσαμε έναν τρόπο επιβίωσης.»</p>
<p><code><br />
</code>Η επιθυμία των μεταναστών-μικροπωλητών να πουλήσουν αλλά και η προσπάθεια ελέγχου από τις αρχές αυτής της επιθυμίας τους οδηγούν σε μία απόσμενη χρήση του δημόσιου χώρου. Εφευρίσκουν κι εφαρμόζουν διάσπαρτες πρακτικές προκειμένου να δουλέψουν και να διαφύγουν τον έλεγχο. Ο ελεγχος, όπως εφαρμόζεται από την δημοτική και την κρατική αστυνομία είναι εξίσου διάσπαρτος: άλλες φορές τους ζητούν χαρτιά κι άλλες φορές απλά συνομιλούν μαζί τους φιλικά, άλλες φορές τους διώχνουν, τους κάνουν ελέγχους των αδειών παραμονής και άλλες φορές τους προσπερνούν. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί λείους χώρους που ξεπερνούν την ίδια την μεταναστευτική επιθυμία και οδηγούν προς εφήμερες, αποσπασματικές νομαδικές πρακτικές.</p>
<p><code><br />
</code><em>Εκδηλώσεις αλληλεγγύης </em></p>
<p><code><br />
</code>Η πρώτη συνάντηση της κατάληψης με τους μετανάστες – μικροπωλητές, αυτή του Κυνηγιού του Θησαυρού, ήταν η αρχή μιας σειράς αποτυχημένων προσπαθειών για κοινή δράση. Στη δεύτερη συνάντηση, η πλατεία γέμισε με τονικούς ήχους. Στο πλαίσιο της αντιρατσιστικής αλληλεγγύης η κατάληψη του Γαλαξία οργάνωσε μικροφωνική δράση και διανομή φυλαδίων σε περαστικούς. Η συνέλευση του Γαλαξία είχε λίγο πριν καταλήξει σε ένα κείμενο για τη μετανάστευση στην Ελλάδα -γραμμένο στα Ελληνικά και στα Αγγλικά για να μπορεί να γίνει κατανοητό από όλους. Το κείμενο έπρεπε να διαβαστεί με ντουντούκα. Το μήνυμα επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά σε τακτά χρονικά διαστήματα. Παράλληλα <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2009/05/blog-post_1790.html" target="_blank">τυπώθηκε και σε φυλλάδιο</a> για να αναπαραχθεί σε πολλά αντίτυπα και να μοιραστεί στους περαστικούς και τους μικροπωλητές. Το κείμενο κατέληγε:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>«Οι μετανάστες καταδιωγμένοι από πόλεμο, οικονομικές και επισιτιστικές καταστροφές αναζητούν μια καλύτερη ζωή στο δυτικό κόσμο. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι με όλους τους μετανάστες, όχι στα πλαίσια φιλανθρωπίας ή λύπησης. Είμαστε αλληλέγγυοι γιατί νιώθουμε ότι με τους μετανάστες είμαστε από την ίδια πλευρά, ότι η καθημερινή καταπίεση και εκμετάλλευση που δεχόμαστε, είτε στη δουλειά είτε στο δρόμο, είναι κοινή για έλληνες και ξένους».</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Οι μετανάστες- μικροπωλητές δεν απάντησαν ποτέ άμεσα στο κάλεσμα της κατάληψης.</p>
<p><code><br />
</code>Ένα μήνα μετά προετοιμάστηκε μια ανοιχτή συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο του Γαλαξία με τίτλο «Αλληλεγγύη στους μετανάστες μικροπωλητές». Πριν την εκδήλωση έγιναν συναντήσεις προετοιμασίας τα μεσημέρια, στο διάλειμμα των μεταναστών, όταν ο Γαλαξίας ήταν κλειστός. Τα πατζούρια ήταν κατεβασμένα, οι τζαμαρίες καλυμμένες. Άρχισε να συζητιέται τι είναι ο Γαλαξίας και πως θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτόν. Δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, αλλά πολλοί από αυτούς αντέδρασαν διστακτικά λέγοντας ότι δεν ήθελαν να μπλέξουν, ούτε επιθυμούσαν μια ευθεία αντιπαράθεση με την τοπική αστυνομία ή το Δήμο, που δεν ήταν και πάντοτε εναντίον τους.</p>
<p><code><br />
</code>Η εκδήλωση έγινε με τα πατζούρια ανεβασμένα. Μεταφράστηκαν κείμενα των μεταναστών τα οποία προβάλλονταν στον τοίχο κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης σε συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα. Παράλληλα έγιναν παρουσιάσεις από αντιρατσιστικές ομάδες και την Ένωση Μικροπωλητών Μεταναστών. Ακούστηκαν πολλές τοποθετήσεις και στο τέλος <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2009/06/3105.html" target="_blank">εκδόθηκε ψήφισμα</a> ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία, τις κατασχέσεις εμπορευμάτων και υπέρ της νόμιμης εργασίας και παραμονής όλων των μεταναστών στην Ελλάδα. Διοργανώθηκε και πάρτυ με Αφρικανικές μπύρες και κάσιους που είχαν φέρει σαν δώρο το προηγούμενο βράδυ οι μικροπωλητές. Στην ιστοσελίδα του Γαλαξία <a href="http://eleftherosgalaxias.blogspot.com/2009/06/blog-post.html" target="_blank">αναρτήθηκε την επόμενη μέρα η περιγραφή</a>:</p>
<p><code><br />
</code></p>
<blockquote><p>«Συγκλονιστικές μπορούν να χαρακτηριστούν οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων πρωτοβουλιών μεταναστών, μικροπωλητών κ.λ.π. καθώς και των παιδιών που πουλούν CD και άλλα μικροαντικείμενα στην πλατεία. Μερικές από αυτές τις ακούσαμε με βουρκωμένα μάτια ενώ σε όλες ο κόσμος διέκοπτε με χειροκροτήματα. Πιο χαρακτηριστική ατάκα όμως ήταν αυτή του πεντάχρονου γιου ενός συντρόφου που ρώτησε μόλις είδε τα παιδιά από τη Νιγηρία μαζεμένα : &#8220;Μπαμπά, ποιοι είναι αυτοί οι ωραίοι σοκολατένιοι;&#8221;</p></blockquote>
<p><code><br />
</code>Οι γραμμωμένες πρακτικές αλληλεγγύης προς τους μετανάστες -όπως δείχνει και το παραπάνω απόσπασμα αναγνώρισης των μεταναστών ως θύματα- δεν μπορούν από μόνες τους να παράγουν πρακτικές φιλοξενίας. Όπως και η διανεμημένη κίνηση των μεταναστών-μικροπωλητών για να πουλήσουν τα πειρατικά CD και DVD, η διασπορά τους σαν η πλατεία να είναι ένας λείος χώρος &#8211; δεν αναπαράγει από μόνη της πρακτικές φιλοξενίας. Αντιθέτως, η συνύπαρξη λείων και γραμμωμένων χώρων οδηγεί σε μια περίπλοκη σχέση μεταξύ πρακτικών φιλοξενίας και πρακτικών ξενοφοβίας. Η παραγωγή λείων χώρων εντός του σκηνικού της πλατείας μπορεί να μην έχει δημιουργήσει έναν απελευθερωμένο από ρατσιστικές πρακτικές χώρο, αλλά έχει τουλάχιστον θέσει την παραγωγή της πλατείας υπό νέα διαπραγμάτευση.</p>
<p><code><br />
</code>Τόσο η κατάληψη του Γαλαξία όσο και οι πρακτικές των μεταναστών-μικροπωλητών οδηγούν στην παραγωγή του δημόσιου χώρου της Πλατείας, σαν ένα patchwork λείων και γραμμωμένων χώρων. Οι συναντήσεις, όμως, μεταξύ καταληψιών και μικροπωλητών πραγματοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε συνθήκες γραμμωμένου χώρου αναδεικνύοντας τις πολλαπλές εντάσεις και αντιφάσεις εντός των αντιρατσιστικών πρωτοβουλιών αλλά και των μεταναστευτικών (συλλογικών και ατομικών) επιθυμιών και πρακτικών. Στο πλαίσιο της αλληλεγγύης, το μόνο αίτημα που κατάφερε να αρθρωθεί ήταν αυτό της συμμετοχής των μεταναστών στην επίσημη εμπορευματοποίηση της πλατείας, με όρους πλέον νομιμότητας και κρατικής αναγνώρισης. (Να τους δοθούν άδειες για να πουλούν νόμιμα τα προϊόντα τους κι ένας συγκεκριμένος οριοθετημένος χώρος όπου θα μπορούν να πουλούν κάτω από στέγαστρο τα -αναπόφευκτα πλέον- μη πειρατικά προϊόντα τους). Το ερώτημα (αναπάντητο προς το παρόν) είναι τι θα μπορούσε να σημαίνει μια αντιρατσιστική &#8211; μεταναστευτική συνάντηση σε λείο χώρο.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Η πλατεία Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork </strong></p>
<p><code><br />
</code>Το σκηνικό αυτών των συναντήσεων ήταν η Πλατεία της Νέας Σμύρνης. Τόσο η κατάληψη του Γαλαξία όσο και οι πρακτικές των μεταναστών μικροπωλητών αποτέλεσαν πρακτικές ρήξης με τις προδιαγεγραμμένες κατατμήσεις και χρήσεις του χώρου και του χρόνου της πλατείας αυτής. Παρά την φαινομενικά κοινή τους, όμως, σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο, οι στρατηγικές τους είναι συχνά ασσύμετρες –ούτε και μπορούν να θεωρηθούν ως αυτονόητες οι συνδέσεις μεταξύ τους. Οι συνήθεις πρακτικές αλληλεγγύης δεν αποσιωπούν αλλά αντίθετα αναδεικνύουν πιο έντονα την αδυναμία διαφυγής από την εδραιωμένη λογική των κινημάτων πόλης. Το υποκείμενο που δρα είναι αυτό του πολίτη, ενώ οι μετανάστες ως μη-πολίτες, που είναι αναγνωρίσιμοι από τους μηχανισμούς του κράτους -επιλεκτικά και προσωρινά &#8211; εντάσσονται στο εγχείρημα με συγκεκριμένους όρους που αποτρέπουν την ενεργή συμμετοχή τους στην παραγωγή του χώρου και την ρήξη με τον δημόσιο χώρο.</p>
<p><code><br />
</code>Προσπαθήσαμε να συρράψουμε εικόνες της πλατείας Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork. Ένα patchwork αποτελούμενο από λείους και γραμμωμένους χώρους που παράγονται από μετανάστες-πειρατές και την κατάληψη του Ελεύθερου Γαλαξία.<a name="_ftnref14"></a> Η πλατεία της Νέας Σμύρνης σαν ένα patchwork, είναι χώρος ταυτόχρονα φιλόξενος και ξενοφοβικός. Λείοι και γραμμωμένοι χώροι δεν τέμνονται, δεν συγκλίνουν, δεν αποκλείνουν: είναι ασσύμετροι.<a name="_ftnref15"></a> Όπως και η σχέση μεταξύ μεταναστών μικροπωλητών και κατάληψης του Γαλαξία παρόλες τις πολλαπλές συναντήσεις τους, τις προσπάθεις για από κοινού δράση παρέμεινει ασσύμετρη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Επίλογος</strong></p>
<p><code><br />
</code>Μετά από συνεχείς διαμάχες στο εσωτερικό της συνέλευσης, πολλοί από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στο «άνοιγμα» του Γαλαξία αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους ότι «εμπορικά πολύτιμο» είχε αποκτήσει η κατάληψη.<a name="_ftnref16"></a> Τον χώρο κατέλαβε προσωρινά μια ομάδα εφήβων με καταγωγή από την Ρωσία, την Ελλάδα, την Γεωργία την Αλβανία, και την Κίνα. Δεν έβγαλαν κανένα διάγγελμα και δεν προσπάθησαν να οργανώσουν καμιά απολύτως δράση, αντίθετα άρχισαν να καταστρέφουν συστηματικά τα απομεινάρια της κατάληψης. Υποστήριξαν ότι εκείνοι ήταν στον Γαλαξία πολύ πριν τον Δεκέμβρη και θα συνεχίσουν να είναι εκεί και αφού τελειώσει η κατάληψη ακόμα κι αν γκρεμιστεί το κτίριο.<a name="_ftnref17"></a> Μετά από μια φωτιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, ο χώρος εκκενώθηκε από την πυροσβεστική, και το κτίριο παραμένει έως σήμερα κλειστό και κλειδωμένο. Φημολογείται ότι θα επαναμετατραπεί σε υπό ανέγερση πολιτιστικό κέντρο του δήμου.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Η πλατεία Νέας Σμύρνης είναι αφιερωμένη στον ελεύθερο χρόνο, όπου στερεοτυπικά η διασκέδαση κι η ξεκούραση συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση. Ένα μεγάλο κομμάτι της, όμως, καλύπτεται από τεχνητές λίμνες, που επιβάλουν όρια στην επέκταση των εμπορικών χρήσεων καθώς εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να καλυφτούν, ή να πατηθούν αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθούν επιτρέποντας τη δημιουργία λείων ανοιγμάτων. Το νερό μπορεί, όπως λέει ο Μπασελάρ, να προσδίδει μια πιο «φυσική», πιο «πολιτισμένη» αλλά και πιο «γεωμετρική» αίσθηση του χώρου, Βλ.Gaston Bachelard, <em>Poetics of Space</em> (Boston: Beacon press, 1969). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι σχεδόν στάσιμο, τεχνητό και αποστειρωμένο (μυρίζει χλώριο και άλλα απολυμαντικά). Με άλλα λόγια πρόκειται για μια κατηγορία που ο Μπασελάρ δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει: το τεχνητό νερό ως μουσειακό είδος που επιτρέπει όχι πλέον μια ναρκισσιστική σχέση (κανείς δεν μπορεί να καθρεπτίζεται σε αυτά τα νερά) αλλά μια ηδονοβλεπτική σχέση. Ένα νερό που είναι εκεί μόνο για να το κοιτάζουμε από απόσταση. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn2"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Οι Deleuze και Guatarri αναφέρονται στην έννοια του «γραμμωμένου χώρου» (striated space) σαν ένα χώρο που εγκαθιδρύεται από τους μηχανισμούς του κράτους σε αντίθεση με τον «λείο χώρο» (smooth space) που εγκαθιδρύεται από την Πολεμική Μηχανή. Παρόλο που η φύση αυτών των δύο χώρων είναι εντελώς διαφορετική και αντιθετική, βρίσκονται σε διαρκή μείξη κι αλληλεπίδραση καθώς οι δύο χώροι δεν είναι στην πράξη διακριτοί αλλά εισέρχονται, μεταμορφώνονται και μεταλλάσσονται διαρκώς ο καθένας στο αντίθετό του. Οι όροι αναπτύσσονται στο κεφάλαιο «The Smooth and the Striated» στο Gilles Deleuze – Felix Guattari, 1988 (1999) <em>A Thousand Plateaus: Capitalism and Schizophrenia</em>, μτφ Brian Massumi (Λονδίνο: The Athlon Press).</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn3"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική κάθετων και οριζόντιων γραμμών, που επιθυμεί να απευθυνθεί κυρίως στο βλέμμα και κύριο σκοπό έχει να ξυπνήσει την όραση, να αναδείξει την ωραία θέα, αν και το υδάτινο στοιχείο των τεχνητών λιμνών που περιβάλλουν τον χώρο διαρκώς αποπροσανατολίζει αυτή την γραμμωμένη λογική και επιτρέπει παρελκύσεις προς έναν πιο λείο χώρο. Οπ.π., σσ. 492-493. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn4"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Βλ., για παράδειγμα, «Διαδήλωση στην Άνω Νέα Σμύρνη με αφορμή τα γεγονότα των ημερών» <a href="http://www.youtube.com/watch?v=deL57so7FdA&amp;feature=related">http://www.youtube.com/watch?v=deL57so7FdA&amp;feature=related</a> </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn5"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Deleuze — Guattari, <em>A Thousand Plateaus</em>, σ. 496 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn6"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Η λογική του γραμμωμένου βέβαια δεν εγκατέλειψε εντελώς τον χώρο διότι πολύ συχνά ο προβληματισμός πίσω από την μετατροπή του διαφανούς κτιρίου σε σπηλιά απαντούσε και σε φόβους για την «ασφάλεια» της κατάληψης, για τη δημιουργία ενός ορίου με το έξω. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn7"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Deleuze — Guattari, <em>A Thousand Plateaus</em>, σ. 498 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn8"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Οπ.π., σ. 477. Το παράθεμα αναφέρεται στην αντίληψη του Pierre Boulez για την μουσική. Δική μας μετάφραση. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn9"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Δημιουργήθηκε έτσι μια ανταγωνιστική σχέση με τον περιβάλλοντα δημόσιο χώρο. Στις συνελεύσεις, κυριάρχησαν οι απόψεις για συντεταγμένη δράση ενάντια στο εμπορευματοποιημένο εκτός, ενώ πολλοί από τους αρχικούς καταλήψιες που συμμετείχαν στην κατάληψη στέγης κατηγορήθηκαν και εν τέλει αποχώρησαν διότι είχαν μετατρέψει τον χώρο σε κατάληψη στέγης και εμπόδιζαν την ανοιχτή αυτή αντιπαράθεση. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn10"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Deleuze – Guattari, <em>A Thousand Plateaus</em>, σ. 477 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn11"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Είναι χαρακτηριστικό ότι το πιο δημοφιλής χώρος στάσης των μεταναστών-μικροπωλητών είναι ένα χώρος αβεβαιότητας: βρίσκεται απέναντι από το εργοτάξιο κατασκευής ενός γκαράζ, ένα σημείο προσωρινά αβέβαιο ως προς την χρήση του, ένα πέρασμα μεταξύ της στάσης του τραμ και των εμπορικών μαγαζιών της πλατείας. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn12"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Deleuze – Guattari, <em>A Thousand Plateaus</em>, σ. 498 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn13"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Οπ.π., σ. 380 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn14"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> «Ακόμα και η πιο γραμωμένη πόλη δημιουργεί λείους χώρους: να ζει κανείς στην πόλη σαν νομάς ή να βρίσκει καταφύγιο σε μια σπηλιά. Κινήσεις, ταχύτητα και αργοπορία αρκούν κάποιες φορές για να αναδομήσουν ένα λείο χώρο. Φυσικά οι λείοι χώροι δεν είναι από μόνοι τους απελευθερωτικοί. Αλλά η μάχη αλλάζει ή μετατοπίζεται εντός τους και η ζωή αναδιαμορφώνει τους στόχους της, έρχεται αντιμέτωπη με νέα εμπόδια, ανακαλύπτει νέους ρυθμούς, ανταλάσσει εχθρούς. Ποτέ μήν πιστέψετε όμως ότι ένας λείος χώρος αρκεί για να μας σώσει&#8221;. Deleuze – Guattari, <em>A Thousand Plateaus</em>, σ. 500 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn15"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Οπ.π., σσ. 474-75 </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn16"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Την μικροφωνική, τον προτζέκτορα, τις σόμπες, τα συστήματα ήχου, τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης κ.α. με στόχο να τα προστατέψουν, όπως ισχυρίστηκαν. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn17"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Η άρνηση για οποιαδήποτε πολιτική δράση βύθισε σε απελπισία τους εναπομείναντες καταληψίες, ενώ πυροδότησε οργισμένες αντιδράσεις από την πλευρά όσων είχαν αποχωρήσει για «προβοκάτσια» και «τραμπουκισμούς». </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2501</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Paul Chatterton &#8211;  Το Σχέδιο Β του Leeds. Ένα μανιφέστο για την μελλοντική πόλη</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2386</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2386#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:57:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Paul Chatterton]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Leeds]]></category>
		<category><![CDATA[Paul Chatterton]]></category>
		<category><![CDATA[δημόσιοι χώροι]]></category>
		<category><![CDATA[Μεγάλη Βρετανία]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2386</guid>
		<description><![CDATA[Η λίστα των δεινών που οι βρετανικές πόλεις αντιμετωπίζουν ή θα αντιμετωπίσουν τις επόμενες δεκαετίες, μοιάζει πολύ ανησυχητική. Πώς θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πόλεις που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να ανθίσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, που θα είναι ανοιχτοί και δημιουργικοί χώροι για όλους μας; Ποιος έχει τις ιδέες, τις ικανότητες και το πάθος για να μας βγάλει από αυτό το χάος; Χρειαζόμαστε ένα Σχέδιο Β!]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Paul Chatterton" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/paul-chatterton.jpg"><img title="Paul Chatterton" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/08/paul-chatterton.jpg" alt="Paul Chatterton" hspace="5" vspace="5" width="110" height="155" align="left" /></a></p>
<p>Κλιματική αλλαγή, τέλος του φθηνού πετρελαίου, επισιτιστική κρίση, πολιτικοί που δεν νοιάζονται ή δεν ακούν, εκλογές που δεν αλλάζουν τίποτα, τραπεζίτες που παίρνουν μπόνους και τρέχουν, δουλειές στον τομέα των υπηρεσιών που εξαφανίζονται ως δια μαγείας, συμβούλια που πουλούν τα οικογενειακά ασημικά και φλερτάρουν με τον ιδιωτικό τομέα, μεταπράτες που τεμαχίζουν τους εμπορικούς δρόμους μας μετατρέποντάς τους  σε πόλεις φαντάσματα. Η λίστα των δεινών που οι βρετανικές πόλεις αντιμετωπίζουν ή θα αντιμετωπίσουν τις επόμενες δεκαετίες, μοιάζει πολύ ανησυχητική. Με όλες αυτές τις προκλήσεις, πώς θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πόλεις για τις οποίες θα είμαστε περήφανοι, που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να ανθίσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, που θα είναι ανοιχτοί και δημιουργικοί χώροι για όλους μας; Ποιος έχει τις ιδέες, τις ικανότητες και το πάθος για να μας βγάλει από αυτό το χάος; Χρειαζόμαστε ένα Σχέδιο Β!<span id="more-2386"></span></p>
<p><code><br />
</code>Το Σχέδιο Β βασίζεται σε μια παλιά απλή ιδέα: ότι το μέλλον ανήκει σε όλους μας και επομένως η δημιουργική ενέργεια όλων είναι απαραίτητη. Στην πραγματικότητα, είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργήσουμε ένα πολύ πιο δίκαιο, ισότιμο, βιώσιμο και αίσιο μέλλον για τις πόλεις μας.</p>
<p><code><br />
</code>Έτσι διαμορφώθηκε η ιδέα για το Σχέδιο Β του Leeds. Πηγάζει από μια πρόταση για επιχορήγηση που υπέβαλα στο Philip Leverhulme Trust για το πρόγραμμά τους Artist in Residency τον Μάιο του 2008. Επικοινώνησα με τον Jai Redman  από το HUT Collective και είμαστε σε επαφή τα τελευταία χρόνια  με αφορμή το αμοιβαίο ενδιαφέρον μας για τον τρόπο που οι πόλεις έχουν αλλάξει μέσα σε μια δεκαετία, για το ποιος ηγείται αυτών των αλλαγών,  ποιοι είναι οι νικητές και οι ηττημένοι. Επινοήσαμε ένα συνεργατικό πρόγραμμα που θα μας επέτρεπε να εξετάσουμε αυτά τα ζητήματα σε βάθος. Μας ενδιέφερε ιδιαίτερα να εξετάσουμε τις σχέσεις εξουσίας σε τοπικό επίπεδο και τις διαμάχες που διαμορφώνουν τη σύγχρονη αστική αναγέννηση, μεταβάλλοντας τη στάση απέναντι στο δημόσιο χώρο, καθώς και τα επίπεδα της δημόσιας δέσμευσης που κάνουν μια πόλη σαν το Leeds να αλλάζει.</p>
<p><code><br />
</code>Στη <a href="http://www.geog.leeds.ac.uk/" target="_blank">Σχολή Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Leeds</a>, είμαι επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας για τις Πόλεις και την Κοινωνική Δικαιοσύνη και γράφουμε και ερευνούμε γι’ αυτά τα θέματα εδώ και αρκετά χρόνια. Συμμετέχω επίσης σε ένα δίκτυο της πόλης που λέγεται <em><a href="http://www.loveitshareit.org/" target="_blank">Love It Share It</a></em> (Αγάπησέ την, Μοιράσου την), το οποίο εξερευνά νέα πρότυπα για το πώς η αστική αναγέννηση μπορεί να επιχειρηθεί στο μέλλον. Μας ευχαρίστησε που το ίδρυμα προσέλαβε τους φοιτητές και έτσι εντάξαμε τον Jai στο διδακτικό πρόγραμμα σπουδών μέσω MA για τον ʺ<a href="http://www.activismsocialchange.org.uk" target="_blank">Ακτιβισμό και την Κοινωνική Αλλαγή</a>ʺ. Κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ερευνήσαμε θέματα που έχουν να κάνουν με τον προγραμματισμό, τη βιωσιμότητα, τον δημόσιο χώρο, τον νεοφιλελευθερισμό, την αναγέννηση και το αστικό μέλλον. Εγκαινιάσαμε μια σειρά από επισκέψεις επαγγελματιών στην ιστοσελίδα έτσι ώστε να καταθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με την αλλαγή που υφίσταται το Leeds.</p>
<p><code><br />
</code>Οι επισκέψεις, οι δημόσιες συζητήσεις και τα σεμινάρια μας έκαναν να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της κυρίαρχης, δοκιμασμένης προσέγγισης για τη διοίκηση του Leeds και για την ανησυχητική έλλειψη προβληματισμού  για τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η πόλη. Αυτό είναι το Σχέδιο Α, βασισμένο στην ασταμάτητη οικονομική ανάπτυξη στο μικρεμπόριο, τη ζωή στο κέντρο της πόλης, τον τομέα της φιλοξενίας και των υπηρεσιών. Μολονότι οι δραστηριότητες αυτές έχουν αναμφίβολα  μεταμορφώσει τις βόρειες πόλεις τις τελευταίες δεκαετίες από τις ρυπαρές βιομηχανικές ρίζες τους, έχουν αντικατασταθεί από μια άλλη σειρά δραστηριοτήτων άκρως αμφισβητούμενων για το αστικό μέλλον μας.  Ο υπέρμετρος καταναλωτισμός έχει οδηγήσει σε κλιμάκωση του χρέους κι έχει ζημιώσει το οικοσύστημά μας και την ευημερία μας μέσα από τον  έντονο ανταγωνισμό στάτους που δημιουργεί. Ο τομέας υπηρεσιών τύπου <em>Mc Jobs</em> τείνει να δημιουργεί εργαζόμενους που δουλεύουν πολύ και αμείβονται λίγο και καθώς τα ενοίκια εξακολουθούν να ανεβαίνουν, λιγοστεύουν οι ευκαιρίες για τους ανεξάρτητους μικρεμπόρους και επιχειρηματίες. Η γη και τα κτίρια περνούν στα χέρια των ασφαλιστικών εταιριών, δημιουργώντας κερδοσκοπικές φούσκες, ανεβάζοντας την αξία της γης και μειώνοντας τον τοπικό έλεγχο. Λωρίδες γης μένουν άδειες καθώς οι αναπτυξιακές εταιρίες περιμένουν την ανάκαμψη της αγοράς, αντί να υπόκεινται σε κοινωνική χρήση για τους ανθρώπους της πόλης. Το Σχέδιο Α βρίσκεται ακόμη σταθερά στη θέση του οδηγού.</p>
<p><code><br />
</code>Σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών και ανακατατάξεων, η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι πρωταρχικής σημασίας. Θελήσαμε να ερευνήσουμε τι θα σήμαιναν αυτές οι εναλλακτικές λύσεις για το Leeds ρωτώντας όσο δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Τι θα μπορούσε να σημαίνει ένα Σχέδιο Β για το Leeds; Οι φοιτητές εγκαινίασαν μια μέρα κοινωνικής χαρτογράφησης κατά την οποία προσπαθούσαν να τεκμηριώσουν, χρησιμοποιώντας τα ειδικά βιβλία για το ʺΣχέδιο Β ʺ,  σε τι θα συνίστατο ένα διαφορετικό Leeds. Για πολλές μέρες, τον Μάιο του 2009, οι φοιτητές ρώτησαν εκατοντάδες ανθρώπους για τις ιδέες τους. Εγκαινιάσαμε επίσης έναν αριθμό εργαστηρίων για ομάδες που γνωρίζαμε, προκειμένου να τις ρωτήσουμε τις ιδέες τους. Η κορύφωση αυτών των ερευνών είναι το Μανιφέστο του Σχεδίου Β που υπάρχει σ’ αυτό το βιβλιαράκι και στην ιστοσελίδα.</p>
<p><code><br />
</code>Ο αρχικός στόχος μας ήταν να το προβάλουμε σε ένα φυσικό χώρο, αλλά καταλάβαμε ότι αυτό δεν θα μας επέτρεπε να έχουμε την απήχηση που θέλαμε. Οι άνθρωποι μπορεί να μην επισκέπτονταν έναν τέτοιο χώρο και τελικά θα ήταν δύσκολο να εξασφαλίσουμε μια τοποθεσία αρκετά κεντρική και προσιτή. Φτιάχνοντας το Μανιφέστο διαπιστώσαμε ότι ο τρόπος με τον οποίον θα το διαδίδαμε  έπρεπε να αντανακλά τις ιδέες που περιείχε. Ο Jai πρότεινε να τυπώσουμε το Σχέδιο Β σε τεράστιες αστραφτερές κίτρινες οργανικές τσάντες,  ένα ωραίο προϊόν που οι άνθρωποι θα έπαιρναν μαζί τους, που θα ήταν ταυτόχρονα προκλητικό, θα αποτελούσε τροφή για σκέψη και θα ήταν χρήσιμο! Τελικά, βγάλαμε πάνω από εκατό χειροποίητες  τσάντες στο κέντρο του Leeds την Παγκόσμια Ημέρα για το Κλίμα, τον Οκτώβριο του 2009 και  παραδώσαμε περίπου μια ντουζίνα σε σημαντικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης τον Νοέμβριο.</p>
<p><code><br />
</code>Ο στόχος πίσω από το Σχέδιο Β ήταν να δημιουργήσουμε ένα συνεργατικό καλλιτεχνικό σχέδιο που θα μπορούσε να γεννήσει νέους τρόπους για την κατανόηση, την προβολή  και τη δράση σε παλιά προβλήματα. Ποιος ξέρει όμως τι θα απογίνουν οι ιδέες μας; Θα το μάθουμε ποτέ; Εξακολουθούμε να λαμβάνουμε αντιδράσεις στα σχέδια μας και ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να γράφουν σχόλια στην ιστοσελίδα μας. Κυρίως, όμως, τους καλούμε όλους να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση του Σχεδίου Β εδώ και τώρα στις καθημερινές ζωές μας- με όποιον τρόπο νομίζουν ότι μπορούν να συμβάλουν. Βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και οι αποφάσεις που παίρνουμε τώρα θα καθορίσουν το μέλλον μας. Μόνο αν ελευθερώσουμε τη δημιουργική ιδιοφυΐα του καθένα θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε ένα βιώσιμο, ισότιμο και αίσιο μέλλον για όλους μας.</p>
<p><code><br />
</code></p>
<p><code><br />
</code><strong>Παράρτημα: Το Σχέδιο Β. για το Leeds. Ένα Μανιφέστο</strong></p>
<p><code><br />
</code>1) Θα βάλουμε λίπασμα οργανικής προέλευσης στο κέντρο της πόλης, επιστρέφοντας τους μαζικούς πόρους του στο υπέδαφος της κοινότητας. Οι εξωτερικές εκτάσεις θα κρατήσουν τον έλεγχο των πόρων τους.</p>
<p>2) Οι ιδιωτικές τράπεζες θα γίνουν δημόσιες τράπεζες σπόρων. Θα ενεργούν ως κέντρα διανομής σπόρων και φυτοκομικών πόρων.</p>
<p>3) Θα υπάρχουν πάρκα μόνο για ανθρώπους, όχι για αυτοκίνητα.</p>
<p>4) Ο καταναλωτικός πολιτισμός θα αντικασταθεί πλήρως από την κατανάλωση πολιτισμού.</p>
<p>5) Θα πάρουμε τη στέγαση από την αγορά. Οι κατοικίες θα παρέχονται συνεργατικά, στη βάση του ʺ πλήρωνε όσο ζειςʺ.</p>
<p>6) Ψηφιακές ενδείξεις θα τοποθετηθούν σε όλα τα νέα κτίρια με την πραγματική τιμή τους και το επίπεδο κατοίκησής τους.</p>
<p>7) Οι έφηβοι θα κληρονομήσουν το χρηματιστήριο σιτηρών.</p>
<p>8 ) Κατά τη γέννησή του, κάθε παιδί θα λαμβάνει ένα οπωροφόρο δέντρο και το δικαίωμα 3 τμ κοινής γης.</p>
<p>9) Θα υπάρχει ιωβηλαίο. Το Leeds θα γίνει η ʺ Πόλη της Γενναιοδωρίαςʺ. Τα χρέη όσων δεν ευθύνονται γι’ αυτά θα ακυρωθούν. Η ιστορία του δι-αστικού ανταγωνισμού θα αντιστραφεί, οι πόλεις θα ανταγωνίζονται για την ακύρωση χρεών.</p>
<p>10) Η ρύπανση από τις διαφημίσεις θα σταματήσει, όλοι οι     διαφημιστικοί πίνακες θα γίνουν πίνακες δημόσιων ανακοινώσεων, τεχνοχώροι ή εκπαιδευτικές εκθέσεις για μάθηση εκτός σπιτιού.</p>
<p>11) Θα υπάρχουν χαλαρωτικά καθίσματα στους δρόμους, που δεν θα ανήκουν σε καφετέριες ή μπαρ.</p>
<p>12) Η πραγματική τοπική διακυβέρνηση από όλους τους πολίτες θα αντικαταστήσει τους λογιστές και τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων του σημερινού δημοτικού συμβουλίου. Οι διαφορές θα συζητούνται, θα μεταβάλλονται και θα λύνονται σε χώρους δημόσιας διαβούλευσης, talking trees και μεσημεριανά γεύματα σε όλες τις γειτονιές.</p>
<p>13) Συμμετοχικά συμβούλια, και όχι οι εργοδότες, θα αποφασίζουν για την αξία των θέσεων εργασίας στο Leeds.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2386</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Rizalino Noble Malabed &#8211; Νιώθοντας άνετα μέσα στη δίνη (ή η συγκρουσιακή χρήση του χώρου στη Μανίλα)</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2448</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2448#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:57:09 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Rizalino Noble Malabed]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Rizalino Noble Malabed]]></category>
		<category><![CDATA[δημόσιοι χώροι]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[Φιλιππίνες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2448</guid>
		<description><![CDATA[Οι πλατείες της Μανίλα, τα σταυροδρόμια και οι γέφυρες μπροστά από εκκλησίες και κυβερνητικά κτίρια, ήταν πάντα τόποι για συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις: συλλαλητήρια για σκοτωμένους- βασανισμένους συντρόφους, για την αγροτική μεταρρύθμιση, για την εκδίωξη του Αμερικάνικου στρατού εκτός του Φιλιππινέζικου εδάφους. ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="from the 1986 esda revolution" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/edsa_86.jpg"><img title="from the 1986 esda revolution" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/edsa_86.jpg" alt="from the 1986 esda revolution" hspace="5" vspace="5" width="135" height="200" align="left" /></a></p>
<blockquote><p>Η καινοτομία της επερχόμενης πολιτικής είναι ότι δεν θα ενσωματώνει την πάλη για την κατάκτηση&#8230;του Κράτους, αλλά την πάλη μεταξύ του Κράτους και του μη-Κράτους (η ανθρωπότητα), μία ανυπέρβλητη διάζευξη ανάμεσα στην οποιαδήποτε μοναδικότητα και την οργάνωση του Κράτους.</p></blockquote>
<p>&#8211; Giorgio Agamben, <em><a href="http://www.upress.umn.edu/Books/A/agamben_coming.html" target="_blank">The Coming Community</a></em></p>
<p>Οι Φιλιππίνες κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού νόμου και τη δικτατορία του Μάρκος αποτελούσαν παράδειγμα χώρου κυριαρχούμενου από το κράτος. Οι δρόμοι και οι πλατείες της Μανίλα και άλλες συνδεδεμένες μητροπολιτικές πόλεις ήταν «κλεισμένες, αποστειρωμένες και εκκενωμένες» καθώς πριν τη κήρυξη του στρατιωτικού νόμου το 1972 ήταν οι τόποι όπου λάμβαναν χώρα οι πολιτικές συγκεντρώσεις της αντιπολίτευσης∙ αρένες για φοιτητές κι εργάτες που μάχονταν εναντίον των όπλων,  των γκλομπ και των αντλιών της Metropol (μητροπολιτική αστυνομία) με πέτρες, σφιγμένες γροθιές και την οργή τους∙ μέρη για ένα πλήθος χρήσεων που ένας λαός – που πάλευε να επιβιώσει οικονομικά, να διεκδικήσει τη νομιμότητα του κράτους, ή απλά συναναστρεφόταν ειρηνικά/ νόμιμα ή  – φανταζόταν και ζούσε την καθημερινότητα.<span id="more-2448"></span> Οι δρόμοι και οι πλατείες της Μανίλα στα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις αρχές του ’70 βρίσκονταν σε αναταραχή, όπως ήταν οι δρόμοι σε πολλά σημεία του κόσμου. Η Πλατεία Μιράντα μπροστά από την παλιά εκκλησία Quaipo φιλοξενούσε ριζοσπάστες, μεταρρυθμιστές, πολιτικούς, πεζούς, μαχαιροβγάλτες, μετανοημένους, αυτούς που λένε τη μοίρα, πωλητές φίλτρων και φυλαχτών. Η κοντινή ζώνη του πανεπιστημίου και οι δρόμοι γύρω του – η τοποθεσία όπου βρίσκονται πολλά από τα πανεπιστήμια και κολλέγια της Μανίλα και μονοπάτι που οδηγεί κατευθείαν στην έδρα της εξουσίας  (το Malacanang Palace) – ήταν σκηνικό διεξαγωγής συνεχών μαχών μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας<a name="_ftnref1"></a> αλλά και μέρος μάθησης και μέθης, με τις μπυραρίες να βρίσκονται ένα βήμα από τις σχολές.</p>
<p><code><br />
</code>Μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, οι στρατιωτικοί και η αστυνομία έγιναν πανταχού παρόντες σε δημόσιους χώρους. Οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης, οι ριζοσπάστες, οι μεταρρυθμιστές ηγέτες των φοιτητών, αρχηγοί εργατικών οργανώσεων συνελήφθησαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τους δολοφόνησαν ή «εξαφανίστηκαν». Και οι μεταρρυθμιστές και οι ριζοσπαστικές οργανώσεις υποχρεώθηκαν να δρουν υπόγεια ή να φύγουν στην εξορία. Οι πολιτικές συγκεντρώσεις, εκτός κι αν ήταν κρατικές,  κηρύχθηκαν παράνομες όπως και όλες οι συναθροίσεις ατόμων σε δημόσιους χώρους περιορίστηκαν και απειλήθηκαν με προγραφές. Οι στρατιωτικοί και η αστυνομία έκλεισαν τους δρόμους ακόμη και στην κυκλοφορία οχημάτων, με πολυάριθμα σημεία ελέγχου. Οι νόμοι και οι απαγορεύσεις του στρατιωτικού νόμου αποστείρωσαν τους δημόσιους χώρους από οποιαδήποτε πολιτική χρήση που προκαλεί το κράτος.  Η απαγόρευση της κυκλοφορίας άδειασε πάρκα, πλατείες, δρόμους. Οι χώροι της Μανίλα, που προήγουμενα έσφυζαν από ποικιλία και αμφισβήτηση, κυριαρχήθηκαν από την εικόνα της τάξης και την καταναγκαστική εξουσία του απολυταρχικού κράτους. Το όραμα του δημόσιου χώρου έγινε τότε αποστειρωμένο κι ομοιογενές. Ο δρόμος και το πεζοδρόμιο ήταν πια για τους ανθρώπους και οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας και οι αυτοκινητόδρομοι ήταν για τα αυτοκίνητα. Ακόμη και τα πάρκα και οι πλατείες μετατράπηκαν αυστηρά σε λεωφόρους που οι άνθρωποι διασχίζουν βιαστικά για να φτάσουν στον προορισμό τους. Αν ήταν να τα απολαύσει κανείς, έπρεπε να το κάνει μόνο στη διάρκεια της ημέρας. Η χρήση του χώρου ως συγκρουσιακού πεδίου εκδιώχθηκε από τους δρόμους της Μανίλα και ξεκίνησε πόλεμος που διεξαγόταν από τις άκρες των πόλεων, στους φυσικούς και μη κυριαρχούμενους χώρους της υπαίθρου.</p>
<p><code><br />
</code>Εγώ μεγάλωσα σ’ αυτό το σκηνικό, μ’ αυτή την επιβεβλημένη κυριαρχία στην πραγματικότητα. Ένα «μωρό του στρατιωτικού νόμου» &#8211; κάποιος που μεγάλωσε με το στρατιωτικό νόμο όχι μόνο σαν πολιτική επιβολή αλλά και σαν κοινωνικό πλαίσιο. Οπότε, ωρίμασα θεωρώντας ότι η καταπίεση μας αξίζει∙ η απαγόρευση της κυκλοφορίας είναι φυσιολογικό πράγμα∙ ο στρατός και η αστυνομία δικαίως είναι πανταχού παρόντες∙ μια και μοναδική εφημερίδα, φυσικό. Έχω, όπως όλη η γενιά μου, εσωτερικοποιήσει τη φυσιολογικότητα της ανωμαλίας. Επίσης ζούσα πέντε ώρες μακριά από την πρωτεύουσα του έθνους, στην περιοχή από όπου ήταν, υποτίθεται, και ο δικτάτορας – μια περιοχή που γενικά ευνοούσε το απολυταρχικό κράτος λόγω προνομιακής αντιμετώπισης από την κυβέρνηση – μακριά από τα γεγονότα.Είχα μια αμυδρή ιδέα για το ότι οι άνθρωποι επαναστατούσαν και διεξαγόταν ένας πόλεμος στα βουνά, σε πολύ μακρινά νησιά, στους ορυζώνες και στα πολύ μαύρα σκοτάδια. Ο πόλεμος όμως ήταν πολύ μακριά και στην πραγματικότητα δεν μας ανησυχούσε.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό άλλαξε το 1983, ύστερα από τη δολοφονία ενός επιφανούς ηγέτη της αντιπολίτευσης και πολιτικού που επέστρεφε από την εξορία στις ΗΠΑ. Η δικτατορία του Μάρκος κατηγόρησε τους κομμουνιστές επαναστάτες αλλά όλοι ήξεραν ότι οι ήταν ο στρατός με τις τις ευλογίες και την προσταγή του κράτους.  Ανατέθηκε σε μια ανεξάρτητη επιτροπή να το διερευνήσει αλλά ένα συμβιβασμένο δικαστήριο τελικά απάλλαξε τους στρατιωτικούς από τη συμμετοχή τους στο έγκλημα. Ξαφνικά η διστακτική και ανιχνευτική δοκιμή των πολιτικών υδάτων αμέσως μετά από την άρση του στρατιωτικού νόμου μετατράπηκε σε πλατάγημα, σε ορμή. Και ακολούθως σε κύματα οργής, καθώς φοιτητές κι εργάτες ξεχύθηκαν ξανά στους δρόμους της πόλης και τα ξαναδιεκδίκησαν – απελευθερώνοντας δυο δεκαετίες δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και παραπόνων κατά της δικτατορίας του Μάρκος.<a name="_ftnref2"></a> Σχηματίστηκαν ευρείες συμμαχίες μεταξύ της πολιτικής αντιπολίτευσης, των ριζοσπαστών, των μεταρρυθμιστών, της Εκκλησίας, των επιχειρήσεων και των επαναστατών. Εφημερίδες που είχαν κλείσει από το στρατιωτικό νόμο και εναλλακτικές πηγές ειδήσεων αυξήθηκαν.  Η εθνική εφημερίδα, φερέφωνο της δικτατορίας, αναγκάστηκε να καλύψει την αναταραχή ή τουλάχιστον να την τοποθετήσει σε ένα ευνοϊκό για το κράτος-πλαίσιο.  Όμως η όψη της ηρεμίας που διαιωνιζόταν μέσω της καταπίεσης είχε θρυμματιστεί.Επιτέλους ήξερα τισυνέβαινε και τι είχε συμβεί προηγουμένως.  Ο λαός ήξερε τι συνέβαινε – ότι τα πράγματα οδηγούνταν σε αντιπαράθεση.</p>
<p><code><br />
</code>Ο κυριαρχούμενος χώρος, όπως τον ζούσαμε στη Μανίλα στις τελευταίες ημέρες της δικτατορίας, μπορούσε να διεκδικηθεί πάλι. Η πράξη της επαναδιεκδίκησης μέσω των κινημάτων αμφισβήτησης απελευθερώνει τον κυριαρχούμενο χώρο και προκαλεί την ίδια την πηγή της κυριαρχίας.</p>
<p><code><br />
</code>Αλλά η πτώση του απολυταρχικού κράτους του Μάρκος δεν έφερε ειρήνη ή ανάπαυλα στους δρόμους της Μανίλα. Η νέα κυβέρνηση της Ακίνο συνθηκολόγησε με τις Αμερικανικές απαιτήσεις και ανακάλεσε προηγούμενη θέση της σχετικά με την απομάκρυνση βάσης των ΗΠΑ από το Φιλιππινέζικο έδαφος.  Ένας λαϊκός ηγέτης, ο Ρολάντο Ολάλια, και ο οδηγός του απήχθησαν και βρέθηκαν δολοφονημένοι ύστερα από βασανιστήρια στα τέλη του 1986.  Δεκατρείς αγρότες πυροβολήθηκαν στη Γέφυρα Mendiola, κοντά στο Προεδρικό Παλάτι, σε μια κινητοποίηση αγροτικών οργανώσεων τον Ιανουάριο του 1987, με την οποία ζητούσαν αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Μέσα στον ίδιο μήνα, δυο άτομα σκοτώθηκαν και 12 τραυματίστηκαν όταν η αστυνομία άνοιξε  πυρά σε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας για το θάνατο των δεκατριών αγροτών. Το Σεπτέμβριο του 1987, ένας πρώην ηγέτης των φοιτητών και γενικός γραμματέας της ριζοσπαστικής Νέας Εθνικής Συμμαχίας (Bagong Alyansang Makabayan), ο Lean Alejandro, δολοφονήθηκε με ένα κυνηγετικό όπλο που ανατίναξε το μισό του πρόσωπο.  Επαναστάτες στρατιώτες έκαναν αρκετές απόπειρες πραξικοπήματος που μετέτρεψαν τους δρόμους σε πεδία μάχης το 1987 και 1989. Ομάδες επαγρύπνησης χορηγούμενες από το στρατό αφηνίαζαν στην ύπαιθρο προκαλώντας εκτεταμένο φόβο, ακρωτηριασμούς, φόνους και αρκετές σφαγές.<a name="_ftnref3"></a></p>
<p><code><br />
</code>Πήγα στο Πανεπιστήμιο των Φιλιππίνων εν μέσω αυτής της συγκεχυμένης βίας και πολιτικής αναταραχής. Ο διακαής πόθος της γενιάς μου αλλά και των ανθρώπων που είχαν εκτεθεί άμεσα στη μεθοδική βία και αυθαιρεσία της δικτατορίας ήταν μια κατάσταση πλήρους ανατροπής από την εμπειρία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Αντιθέτως, η καταπίεση και η κυριαρχία συνεχίζονταν. Άνθρωποι ξεχύνονταν στους δρόμους της Μανίλα σε αριθμούς που συναγωνίζονταν την κινητοποίηση στο αποκορύφωμα της αντι – δικτατορικής εκστρατείας. Η πρώτη μου εμπειρία σε συλλαλητήριο ήταν μια γενική απεργία ως διαμαρτυρία ενάντια στην τιμή του πετρελαίου και μια κραυγή για την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Περπατήσαμε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από το Πανεπιστήμιο ως τη Γέφυρα Mendiola και φτάσαμε σε ένα τεράστιο σύνολο ανθρώπων – θορυβώδες, που μύριζε ιδρώτα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του κάτω  από τον καυτό ήλιο. Και για να είμαι ειλικρινής, είχε πλάκα. Το δεύτερο συλλαλητήριο που συμμετείχα ήταν η κηδεία του δολοφονημένου Lean Alejandro τον οποίο είχα γνωρίσει μόλις ένα μήνα πριν και ο οποίος ήταν ένας φημισμένος ηγέτης του φοιτητικού κινήματος – αφού είχε καθοδηγήσει την πρώτη κινητοποίηση κατά της δικτατορίας του Μάρκος μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου. Όλοι ήταν σοβαροί, όμως κάτω από τη σιωπή υπήρχε οργή. Μια οργή που απελευθερώθηκε σε μια βίαιη συμπλοκή έξω από την Αμερικανική Πρεσβεία εβδομάδες αργότερα όταν μια πορεία διαμαρτυρίας που έκαναν φοιτητές διαλύθηκε βίαια από γκλομπ, δακρυγόνα και αντλίες νερού από την αστυνομία. Η αντλία νερού ήταν στην ουσία μια ανακούφιση από τα δακρυγόνα, που τρυπάει το δέρμα όμως με εκατομμύριες βελόνες και  τρίβει άμμο στο πίσω μέρος των βολβών του ματιού. Απαντήσαμε με πέτρες και δικά μας ρόπαλα. Κάθε ρίψη ήταν μια βόμβα οργής∙ κάθε ξυλοδαρμός είχε υποκινηθεί από θυμό. Ήμουν αιμόφυρτος όπως κι όλοι οι άλλοι.</p>
<p><code><br />
</code>Η ρητορική της κυβέρνησης Ακίνο, παρόλα αυτά, ήταν παρόμοια με εκείνων που αντιτίθενται σ’ αυτήν – έχοντας προέλθει από τις αντι – δικτατορικές εκστρατείες.  Επίσης, υπήρχε ελευθερία στον τύπο, είχαν γίνει εκλογές και είχε επικυρωθεί ένα νέο, δημοκρατικό Σύνταγμα. Οι συγκρούσεις για τον χώρο φώτισαν τότε τη διάσταση του κυριαρχούμενου νοήματος στο αμφισβητούμενο. Ένα παράδειγμα: η κυβέρνηση πήρε τον εορτασμό της εξέγερσης που έδωσε τέλος στη δικτατορία και τον μετέτρεψε σε ένα θέαμα από ομιλίες, Καθολική λειτουργία και παραστάσεις ντόπιων ηθοποιών και τραγουδιστών.  Όσοι παραβρέθηκαν μετατράπηκαν σε θεατές.  Και η ενέργεια έγινε νοσταλγία.</p>
<p><code><br />
</code>Στο μεταξύ, οι δημόσιοι χώροι συνεχώς γίνονταν αντκείμενο διεκδίκησης από κινήματα αμφισβήτησης μέσω παραστάσεων αλλά με διαφορετικό αποτέλεσμα.</p>
<p><code><br />
</code>Στο Πανεπιστήμιο, σχεδόν πριν από δυο δεκαετίες, παρακολούθησα ένα θεατρικό έργο. Ένα μονόλογο. Η παράσταση είχε γίνει σε έναν σκοτεινό δρόμο με ένα φανοστάτη σε μια γωνία να παρέχει το μοναδικό φως. Ήμουν ένα σκιασμένο πρόσωπο μέσα σε ένα πλήθος γοητευμένο στη σκιά. Το έργο λεγόταν <em>Alimoum</em>, μια φιλιππινέζικη λέξη για τον αχνό που αναδύεται από την κατάξερη γη ύστερα από μια ξαφνική κρύα βροχή. Σ’ αυτό, μια γυναίκα αφηγείται την ιστορία της στο σκοτάδι ενώ τη μουσκεύει η παγωμένη βροχή. Ήταν η πρώτη βροχή ύστερα από πολύ καιρό. Η γη είχε ξεχάσει πώς είναι να τρέφει τα φυτά και τις σοδειές μόνη της, καθώς είχαν ξεραθεί και επιστρέψει στο ραγισμένο έδαφος τόσο καιρό πριν. Όμως η βροχή ήρθε τελικά και η γη άχνιζε όπως οι στάλες της βροχής μετατρέπονταν σε υδρατμούς, απελευθερώνοντας χρόνια ζέστης στον αέρα.</p>
<p><code><br />
</code>Κι εκεί ήταν αυτή η βρεγμένη γυναίκα, που έλεγε την ιστορία της. Ήταν η κόρη ενός αγρότη που την έστειλαν στο γαιοκτήμονα του οποίου τα χωράφια καλλιεργούσε ο πατέρας της. Η σκληρή ζωή του χωρικού είχε καταχρεώσει την οικογένειά της και την έστειλαν να ξεπληρώσει ένα μέρος του χρέους ως υπηρέτρια. Όμως υπήρχε αναβρασμός στην ύπαιθρο εκείνη την εποχή. Οι χωρικοί, οι κόρες και οι γιοι τους είχαν πάρει τα όπλα νομίζοντας πως θα μπορούσαν να φέρουν πίσουν την αξιοπρέπειά τους με το να κάνουν πόλεμο. Όμως το μόνο άμεσο κι απτό παράγωγο του πολέμου είναι ο θάνατος. Κι ο θάνατος ήρθε στο σπιτικό της για να αξιώσει όλη της οικογένεια της μέσω του ακρωτηριασμού από ματσέτες και σφαίρες.</p>
<p><code><br />
</code>Τη νύχτα ύστερα από την ταφή της οικογένειάς της, οι πράκτορες του θανάτου την επισκέφθηκαν πάλι για να της φέρουν μια μοίρα χειρότερη κι από το θάνατο. Όλοι στην οικογένειά της ήταν επαναστάτες έλεγαν καθώς έσβηναν τα στιγάρα τους πάνω στο δέρμα της.  Τους άξιζε να πεθάνουν έλεγαν γελώντας καθώς τη βίαζαν. Όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλο.</p>
<p><code><br />
</code>Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πέθανε η οικογένειά της γυναίκας. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πέθανε η καρδιά της και θάφτηκε μαζί τους. Εν τω μεταξύ η ζωή της ξεράθηκε ακριβώς σαν την γη. Τι άλλο της είχε απομείνει από το να καλλιεργεί τη γη η ίδια, συνεχίζοντας την κληρονομιά της οικογένειάς της. Πρόσφατα η κόρη της έφυγε από το σπίτι. Μεγάλωσε και παντρεύτηκε το γιο ενός άλλου αγρότη.</p>
<p><code><br />
</code>Ώστε τελικά ήταν μόνη της στο σκοτάδι της γης όταν ήρθε η παγωμένη βροχή. Χαμογέλασε στην αρχή όταν σκέφτηκε ότι το νερό στο ποτάμι επιτέλους θα ανέβαινε ξανά και θα μπορούσε να ποτίσει τα μαραμένα λαχανικά της.  Όμως ξαφνικά, όπως ξαφνική ήταν και η βροχή, ένιωσε ζέστη μέσα της καθώς την την πιτσίλισε η κρύα βροχή στο δέρμα της. Τόση ζέστη, αβάσταχτη ζέστη.  «Από πού να έρχεται αυτή ζέστη;» αναρωτήθηκε. Έπειτα θυμήθηκε. Και θυμήθηκε φωναχτά. Μεταξύ κραυγών και ψιθύρων, με το σώμα της να ραγίζει και να τρέμει. Είπε την ιστορία της στη νύχτα, στη βροχή, στο έδαφος. Σε μας. Καθώς έλεγε την ιστορία της, ένιωσε τη ζέστη να την εγκαταλείπει. Να διαχέεται έξω απ’ αυτήν. Κοίταξε το δέρμα της και σκέφτηκε ότι άχνιζε καπνό. Δεν έκλαψε τότε. Όλο της το σώμα έκλαιγε αντιθέτως.</p>
<p><code><br />
</code>Ζεστά δάκρυα με τη μορφή υδρατμών.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτός ο σκοτεινός δρόμος έφερε σε μας, στο σκοτεινό πλήθος, την ύπαιθρο. Γίναμε μέρος του έργου καθώς η αγρότισσα έλεγε την ιστορία της σε μας. Ακούγαμε: μπερδεμένοι, εξοργισμένοι, πονεμένοι. Και το έργο δεν ήταν θεατρικό. Υπερέβαινε το τείχος που χωρίζει την πραγματικότητά μας από αυτήν που παρακολουθούμε. Μας ξεχείλισε, μας καταπάτησε και μας καταβρόχθισε. Ήταν πραγματικό και εμείς ήμασταν μάρτυρες. Ήμαστε συνένοχοι και υπόλογοι. Νιώσαμε συμπόνοια και δέσμευση.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Η διαλεκτική του χώρου σαν υλικός χώρος και σαν σημείο </em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Ο χώρος όπως ορίζεται από φυσικά σώματα ή αντικείμενα είναι ουδέτερος. Όταν όμως γίνεται εισβολή ή σφετερισμός από την πολιτική, ο χώρος γίνεται μεροληπτικός. Γίνεται πάντα χώρος για κάτι. Κι αυτό το «κάτι» ποτέ δεν είναι με το έτσι θέλω. Είναι πάντα αμφισβητούμενος και αμφισβητείται μέσα από την κοινωνική πρακτική. Η δικεδίκηση του χώρου διευκρινίζεται στη δυναμική και την αναμέτρηση μεταξύ του χώρου που κυριαρχείται από το κράτος και αυτού που οικοποιείται ο λαός. Και τέτοιες δυναμικές περιλαμβάνουν το χώρο σαν ύλη αλλά και σαν σημείο. <a href="http://books.google.com/books?id=SIXcnIoa4MwC&amp;dq=lefebvre+the+production+of+space&amp;printsec=frontcover&amp;source=bn&amp;hl=en&amp;ei=njCGTLSzONyV4gbYtL3SBA&amp;sa=X&amp;oi=book_result&amp;ct=result&amp;resnum=5&amp;ved=0CC4Q6AEwBA#v=onepage&amp;q&amp;f=false" target="_blank">Όπως αναγνωρίζει ο Henri Lefebvre</a>, η σημειολογία είναι κομμάτι της δικεδίκησης του χώρου: «Η διχοτόμηση μεταξύ κυριαρχούμενου και οικειοποιημένου δεν περιορίζεται έτσι στο επίπεδο του διαλόγου ή της σημειολογίας, γιατί δημιουργεί μια αντίφαση ή συγκρουσιακή τάση που κυριαρχεί μέχρις ότου ένας από τους όρους του παιχνιδιού (η κυριαρχία) να κερδίσει συντριπτικά και ο άλλος (η οικειοποίηση) να υποταχθεί πλήρως. Όχι πως εξαφανίζεται η οικειοποίηση, μιας και δεν μπορεί: και η πράξη και η θεωρία συνεχίζουν να διακηρύσσουν τη σημασία της και να απαιτούν την αποκατάστασή της». (Lefebvre, 1991: 166)</p>
<p><code><br />
</code>Η διαλεκτική της κυριαρχίας κι επαναοικειοποίησης του χώρου είναι επίσης και διαλεκτική του χώρου ως σημείο. <a href="http://www.hup.harvard.edu/catalog.php?recid=25104" target="_blank">Ο V.N. Voloshinov υποστηρίζει</a> ότι «οποιοδήποτε φυσικό σώμα μπορεί να γίνει κατανοητό σαν εικόνα∙ για παράδειγμα, η εικόνα της φυσικής αδράνειας ή αναγκαιότητας που ενσωματώνεται σ’ αυτό το συγκεκριμένο πράγμα. Οποιαδήποτε τέτοια καλλιτεχνική – συμβολική εικόνα την οποία δημιουργεί ένα συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο είναι ήδη ένα ιδεολογικό παράγωγο. Το φυσικό αντικείμενο μετατρέπεται σε σημείο. Χωρίς να παύει να αποτελεί κομμάτι της υλικής πραγματικότητας, ένα τέτοιο αντικείμενο, σε κάποιο βαθμό, αντανακλά και διαθλά μια άλλη πραγματικότητα» (Voloshinov, 1973: 9). Μ’ αυτή την έννοια, όσα αμφισβητούνται δεν είναι μόνο η χρήση αλλά και ο τόνος – το νόημα του χώρου και η αποδιδόμενη κρίση. Έτσι, η κίνηση στο χώρο με το σκοπό της επαναοικειοποίησης παράγει ένα πλαίσιο για το χώρο ως σημείο και, συνεπώς, γεννά το νόημα και η αξία του. Όμως πως είναι η κίνηση στη διαλογική του χώρου; Ο συγκρουσιακός χώρος που προηγείται και είναι ταυτόχρονος με την κίνηση, και σαν φυσικό αντικείμενο και σαν σημείο,  περιέχει και υπονοεί την επικυρωμένη από το κράτος χρήση του και το προνομιακό νόημά του. Οπότε, ένας δρόμος ή μια λεωφόρος είναι ένα μέρος για αυτοκίνητα σε κίνηση, μια ανοιχτή δίοδος∙ η πλατεία είναι ένα γαλήνιο μέρος για να χαλαρώνουν οι άνθρωποι,  ένα πάρκο∙ και η γέφυρα είναι μια σύνδεση που επιτρέπει το πέρασμα μεταξύ δυο τοποθεσιών, μια διάβαση μεταξύ οδών πάνω από ένα εμπόδιο. Όταν οι άνθρωποι καταλαμβάνουν τους δρόμους, τις πλατείες και τις γέφυρες με συλλαλητήρια, πορείες και παραστάσεις, οι χρήσεις που έχουν επικυρωθεί από το κράτος και τα προνομιακά νοήματα αυτών των χώρων αμφισβητούνται.  Οι απόπειρες του κράτους να κυριαρχήσουν σε δημόσιους χώρους, στο μεταξύ, εξακολουθούν και ανταποκρίνονται σε τέτοιες προκλήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Οι χρήσεις και τα νοήματα του χώρου πάντα βρίσκονται στο κέντρο μιας διαμάχης: μεταξύ όσων έχουν καθοριστεί και επιβληθεί από το κράτος και όσων γεννιούνται από την κοινωνική πρακτική του λαού. Κατά αυτή την έννοια, ο χώρος αγκαλιάζει τις αντιφάσεις που συνιστούν τη διαλεκτική του.  Εμπλέκει σύγχρονες χρήσεις και νοήματα, επικυρωμένα ή μή, όπως επίσης εν δυνάμει χρήσεις και νοήματα. Αυτό που κάνει το κίνημα αμφισβήτησης του χώρου είναι ότι επαναλαμβάνει χρήσεις  και νοήματα που είναι ο χώρος της αντικυριαρχίας και του αντι- κράτους. Το πιο σημαντικό όμως, είναι ότι το κίνημα αμφισβήτησης του χώρου αναδεικνύει και εξυψώνει τη διαλεκτική του χώρου που ήδη έχει χαρακτηριστεί καθώς διαπλέεται κι ερμηνεύεται από το λαό μέσω της καθημερινής χρήσης.</p>
<p><code><br />
</code><strong><em>Νιώθοντας  άνετα μέσα στη δίνη</em></strong></p>
<p><code><br />
</code>Το πιο εμφανές, και ως τέτοιο σημαντικό, επίτευγμα των κυβερνήσεων που ακολούθησαν την κυβέρνηση Ακίνο, τουλάχιστον σύμφωνα με τους δυσφημιστές της, είναι δαπανηρά μνημεία και δημόσια έργα που έχουν στόχο να κάνουν την κυκλοφορία πιο γρήγορη. Κάποιες υπερυψωμένες γέφυρες, ανισόπεδες διαβάσεις, ανισόπεδοι κόμβοι έχουν κατασκευαστεί πάνω από υπάρχουσες οδούς και λεωφόρους. Η κατασκευή αρκετών έργων διαμετακόμισης μετρό και σιδηροδρόμου έχει επίσης ξεκινήσει πάνω από αυτές τις λεωφόρους.  Η θέση του κράτους είναι ξεκάθαρη – οδοί και λεωφόροι είναι για τα αυτοκίνητα και για πεζούς που επιθυμούν να φτάσουν στον προορισμό τους στον ελάχιστο δυνατό χρόνο.</p>
<p><code><br />
</code>Το κίνημα αμφισβήτησης, έχοντας διαλυθεί ύστερα από την αντιδικτατορική εκστρατεία και με κομμάτια του να διαμορφώνουν τις νέες κυβερνήσεις, επιπλέον σχίσματα που βιώθηκαν στα τέλη των δεκαετιών του ’80 και του ’90 που αποδυνάμωσαν τη θέση τους και προκάλεσαν σύγχυση ανάμεσα στις γραμμές τους. Τα σχίσματα δημιουργήθηκαν από ιδεολογικές διαφορές σε σχέση με την τακτική και την στρατηγική της εξουσίας που νίκησε καθώς και από την ανάλυση των κακών που μάστιζαν την Φιλιππινέζικη κοινωνία. Αυτό προκάλεσε σύγχυση και στο επαναστατικό κίνημα, για παράδειγμα, όταν φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη διάρκεια εξολοθρεύσεων στις γραμμές τους τη δεκαετία του ’80 αποκαλύφθηκε ότι είχαν γίνει σε βάρος αθώων θυμάτων.<a name="_ftnref4"></a> Αυτό έφτασε σε ένα σημείο όπου οι συμπλοκές μεταξύ πρώην «συντρόφων» κόστισαν σε ζωές, υπολήψεις και φιλίες.</p>
<p><code><br />
</code>Αυτό αποτέλεσε σπουδαία πηγή διάψευσης ελπίδων κι απογοήτευσης για μένα προσωπικά. Ήταν μια μεγάλη αποκάλυψη όταν φάνηκε πως ό,τι θεωρούσα φυσιολογικό στη διάρκεια της δικτατορίας του Μάρκος ήταν στην πραγματικότητα αλλόκοτο, ένας παραλογισμός. Το να βιώσω μια τέτοια αποτυχία στην καταλυτική στιγμή της διαφώτισης μου είναι συντριπτικά απογοητευτικό. Μένει κανείς με αυτή τη θέση: δώστε προνόμια στη διαλεκτική. Μέσα στη διαλεκτική του χώρου όπως προκαλείται από το κίνημα κι από το κράτος, η κυριαρχία αμφισβητείται – καταλήγοντας να βρίσκεται πάντα σε άμυνα. Η απορρέουσα αμυντικότητα του κυριάρχου χώρου δημιουργεί και άλλο «χώρο» για άλλα κινήματα, άλλες χρήσεις, άλλα νοήματα. Ένας αμυντικός κυρίαρχος χώρος, που συνεχώς ανησυχεί για την επαναοικειοποίηση, γίνεται μια δίνη ανομοιογένειας, πολλαπλότητας και πολυτονικότητας. Σ’ αυτή τη δίνη, η ελευθερία ευδοκιμεί.</p>
<p><code><br />
</code>Ο Marshall Berman στο βιβλίο  <em><a href="http://www.versobooks.com/books/ab/b-titles/berman_all_that_solid.shtml" target="_blank">All that is Solid Melts into Air</a></em> (Όλα τα στερεά λιώνουν στον αέρα) αναγνωρίζει τη διαλεκτική της επαναοικειοποίησης και κυριαρχίας των χώρων. Οι κοινωνικές αντιφάσεις εξελίσσονται και συνεχώς συμπλέκονται μεταξύ τους. Το παρελθόν δεν απορρίπτεται αλλά αντίθετα ανακαλείται, μεταμορφώνεται, αναπλάθεται, καθώς συνεχίζει να εμπλέκεται και να αναπτύσσεται στις εντάσεις που ορίζουν την κοινωνία. Η σύνθεση είναι διαρκώς άπιαστη, αλλά ο μοντερνισμός εκδηλώνεται και επιβεβαιώνεται στον αγώνα. Στους Voloshinov και Lefebvre, ο χώρος ως σημείο πάντα υποννοούν την διαλεκτική που εγγενώς εμπεριέχεται στην χρήση τους ή στην ανάπτυξή τους – καθώς ο χώρος και το σημείο είναι κοινωνικά παράγωγα, η χρήση και το νόημά τους γεννιούνται από την κοινωνική πρακτική. Ο έλεγχος και το περίγραμμα της κοινωνικής πρακτικής, στο μεταξύ, αναζητείται και εκτελείται μόνιμα από το κράτος. Ο κοινωνικός χώρος τότε, σαν τον μοντερνισμό του Berman (καθώς είναι επίσης ένα παράγωγο του μοντερνισμού∙Π.χ. της σύγχρονης κοινωνικής πρακτικής), είναι μια <em>δίνη</em>. Αλλά αν δεν υπάρχει μόνιμη σύνθεση, αν οι αντιφάσεις της χρήσης και του νοήματος του χώρου δεν επιλύονται ποτέ αλλά εξελίσσονται μόνο, μετατρέπονται ή συνεχώς αμφισβητούνται, τί μένει να ελπίζουμε για τις επίμαχες χρήσεις του χώρου; Αυτό που ο Lefebvre απέρριψε σαν «αναστολή», μια «προσωρινή παύση στην κυριαρχία»; Η πρόοδος και η νέα αντίληψη από νέες χρήσεις και νοήματα του χώρου;</p>
<p><code><br />
</code>Προσπαθώ να το δω τώρα σαν την εξύψωση της διαλεκτικής, να το προστατεύσω από την προδιάθεση του και τον προσανατολισμό του κράτους να ομογενοποιήσει το νόημα και τη χρήση του χώρου.  Η επίμαχη χρήση κι ερμηνεία του χώρου είναι με το μέρος της πολλαπλότητας της χρήσης, της πολυτονικότητας του νοήματος και της αξίας, της συντήρησης της δίνης ενάντια στην ηρεμία της ομοιογένειας του νοήματος της ζωής που έχει επιβάλει το κράτος, την κρατική αφαιρετικότητα της κοινωνίας σε σχέδια και στατιστικές. Αν δεν υπάρχει σύνθεση, η επίμαχη χρήση του χώρου έχει για λογαριασμό της τότε, την ίδια τη διαλεκτική: «Το να είναι κανείς <em>μοντερνιστής</em> είναι να καταφέρνει κάπως να νιώθει άνετα μέσα στη δίνη, να κάνει το ρυθμό της δικό του, να πηγαίνει με τα ρεύματά της αναζητώντας τις μορφές της πραγματικότητας, του κάλλους, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, που η διάπυρη επικίνδυνη ροή της επιτρέπει.»  (Berman, 1982: 345)</p>
<p><code><br />
</code>Η διατήρηση και εξύψωση της δαλεκτικής του χώρου, σαν υλικός χώρος και σαν σημείο, συνεπάγεται την έννοια της συνέχειας από τις εμπειρίες και τους αγώνες του παρελθόντος.  Στην περίπτωση της Μανίλα, αυτή η συνέχεια διασφαλίζει την ανάμνηση ενός  παρελθόντος καθορισμένου από την καταπίεση των κοινωνικών αντιφάσεων, με το κράτος να έχει ολοκληρωτικά το μονοπώλιο του κοινωνικού διαλόγου με σφαίρες και νοθευμένες ψηφοφορίες, και την κοινωνική τάξη και ομοιογένεια να να εφαρμόζεται καταναγκαστικά σε κόστος της αντιγνωμίας. Διασφαλίζει ότι αυτή η ανάμνηση αναπτύσσεται στη διαλεκτική του χώρου σε παραδοσιακές ή καινούριες μορφές, καθώς η κρατική τάση, είτε σαν δικτατορία ή σαν αυτό που έχουμε τώρα ως εκλεγμένη δημοκρατία, παραμένει η ίδια. Αν αφεθεί στην τύχη του και δεν δεσμευτεί ποτέ, το κράτος θα μας αναθέσει έναν αριθμό, θα μας ενσωματώσει στα σχέδιά του, και δεν θα μας δει ποτέ σαν κινούμενα άτομα και λαούς.</p>
<p><code><br />
</code>Η συνέχεια, επίσης, εξυπηρετεί τη διαλεκτική με το να διατηρεί τα νοήματα του κοινωνικού χώρου και να καθιστά διαθέσιμες τις χρήσεις του χώρου, διαφορετικές από αυτές που έχει επιβάλει το κράτος, σε καιρούς που το κίνημα του λαού για το χώρο είναι σε ύφεση ή όταν η κρατική δέσμευση συμβαίνει σε άλλη αρένα. Όπως υποστηρίχθηκε νωρίτερα, αυτό διασφαλίζει την συνακόλουθη και επαναλαμβανόμενη επαναοικειοποίηση τέτοιων αμφισβητούμενων χώρων.  Το θορυβώδες και θυμωμένο πλήθος που διέπλεε τους δρόμους της Μανίλα με σφιγμένες γροθιές, και γέμιζε τις πλατείες της πόλης, έχυσε αίμα στο τσιμέντο της γέφυρας, κινήθηκε μέσα από αυτούς τους χώρους, τους κατέλαβε και τους ερμήνευσε ταυτόχρονα με ένα τρόπο που επιτρέπει μελλοντικά κινήματα, επανακατάληψη, και επανερμηνεία.</p>
<p><code><br />
</code>Τέλος, η συνέχεια κάνει την εμπειρία του χώρου ιστορική και βάσιμη. Κάνει την κίνηση μέσω του χώρου ένα κίνημα με αυτεπίγνωση και στοχαστικότητα.  Επιτρέπει την επαναοικειοποίηση του χώρου και του νοήματος του με ταυτόχρονα σεμνό και εορταστικό τρόπο.  Η κίνηση, έχοντας επίγνωση της συνέχειας, διασυνδέεται και κάνει τα άτομα να ρέουν το ένα μέσα στο άλλο σαν λαός. Πάλι, ερμηνεύοντας την κίνηση στο χώρο σαν σύγχρονη κοινωνική πρακτική μπορούμε να δούμε πως ο Berman δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη σχετικότητα της συνέχειας: «Αν ο μοντερνισμός καταφέρει ποτέ να απαλλαχτεί από τα αποκόμματα και τα κουρέλια και τις πονεμένες αρθρώσεις που τον δένουν με το παρελθόν, θα χάσει όλο το βάρος και το βάθος του, και η δίνη της σύγχρονης ζωής θα τον παρασύρει αβοήθητο μακριά.  Μόνο κρατώντας ζωντανούς τους δεσμούς που τον δένουν με τις καινοτομίες του παρελθόντος – δεσμοί άμεσα οικείοι κι ανταγωνιστικοί –μπορούν να βοηθηθούν οι μοντερνιστές του παρόντος και του μέλλοντος ώστε να είναι ελεύθεροι». (Berman, 1982: 346)</p>
<p><code><br />
</code>Η διαλεκτική του χώρου και του χώρου ως σημείου αντιπαραθέτει αντιλήψεις για το πώς επιβάλλεται η χρήση και το νόημα του χώρου, από τη μια πλευρά και πως βιώνεται, από την άλλη. Μήπως ο λαός τελικά βρίσκει σ’ αυτή τη διαλεκτική τον τρόπο να διεκδικήσει ακόμη και την αποξένωση που του έχει επιβάλει η πόλη σαν δική του;</p>
<p><code><br />
</code>Η Μανίλα, σαν πόλη αρχέτυπο του μοντερνισμού και της σύγχρονης κοινωνικής πρακτικής στις Φιλιππίνες είναι πάντα σε μια δίνη. Την άφησα για πόλεις του εξωτερικού το 1998 και πριν από αυτό είχα βρεθεί στους δρόμους και τις πλατείες της με σκοπό τη διαμαρτυρία μόνο περιστασιακά έπειτα από 1991. Από τότε δεν έχω δει σοβαρά τις εμπειρίες μου στους χώρους της σαν στοχασμούς, αλλά μόνο σαν αναμνήσεις.</p>
<p><code><br />
</code>Τη Μανίλα, τη θυμάμαι σαν ένα λαβύρινθο δρόμων όπου, χαμένος σ’ ένα θορυβώδες και θυμωμένο πλήθος, περιπλανιόμουν με σφιγμένη τη γροθιά μου. Οι πλατείες της, τα σταυροδρόμια και οι γέφυρες μπροστά από εκκλησίες και κυβερνητικά κτίρια, ήταν πάντα τόποι για συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις: συλλαλητήρια για σκοτωμένους- βασανισμένους συντρόφους, για την αγροτική μεταρρύθμιση, για την εκδίωξη του Αμερικάνικου στρατού εκτός του Φιλιππινέζικου εδάφους. Η ανακάλυψη των νυχτών της Μανίλα ήταν μια άσκηση στην απόλαυση και στην ενοχή. Τα κόκκινα φώτα της προσκαλούν και στη λαγνεία και στην περιφρόνηση. Η ανακάλυψη των αόρατων και του περιθωρίου της Μανίλα ήταν ασκήσεις σοκ, λύπης, μίσους και αποφασιστικότητας. Φτωχογειτονιές, χωματερές με βουνά σκουπιδιών, ρυάκια από ανθρώπινα απόβλητα, παιδιά του δρόμου, σκοτεινά αποπνικτικά εργοστάσια: ήταν η καταβόθρα που αποτελούσε το καύσιμο για να φουντώνουν τα αισθήματα αυτών που επαναστατούσαν. Εγώ ανάμεσά τους, ένας ξένος στους δρόμους της πόλης όταν πήρα μέρος στο πρώτο μου συλλαλητήριο, και η πόλη, ένας ξένος κόσμος ακόμη κι όταν τελικά τη διεκδίκησα σαν δική μου.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημειώσεις</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Για έναν απολογισμό του νεανικού κινήματος και τις βίαιες συγκρούσεις αυτής της περιόδου, δείτε το <em>Days of Disquiet, Nights of Rage: The First Quarter Storm and Other Related Events</em> [(Μέρες ανησυχίας, Νύχτες Οργής: Η καταιγίδα του πρώτου Τετάρτου κι Άλλα Σχετικά Γεγονότα] του Jose Lacaba, Μανίλα: Εκδόσεις Salinlahi, 1982. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn2"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Για απολογισμούς της έναρξης των αντιδικτατορικών εκστρατειών από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ως την Επανάσταση του EDSA το 1986, βλ. <em>Duet for EDSA: looking Back, Looking Forward</em> [Ντουέτο για το EDSA: κοιτάζοντας πίσω, κοιτάζοντας μπροστά], επιμέλεια Lorna Kalaw-Tirol, Μανίλα: Foundation for Worldwide People Power, Inc., 1995; <em>Breaking Through: The Struggle within the Communist Party of the Philippines</em> [Ο Αγώνας μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα των Φιλιππίνων] του Joel Rocamora, Pasig City, Φιλιππίνες: Anvil Publishing, Inc., 1994; και <em>From Marcos to Aquino: Local Perspectives on Political Transition in the Philippines [Από τον Μάρκος στην Ακίνο: Τοπικές Προοπτικές πάνω στην Πολιτική Μετάβαση στις Φιλιππίνες], επιμέλεια των Benedict Kerkvliet και Resil Mojares, Hawaii: University of Hawaii Press, 1991.</em></span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn3"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">Για ένα χρoνικό των γεγονότων που ακολούθησαν την επανάσταση του EDSA και την εγκαθίδρυση μια νέας κυβέρνησης στις Φιλιππίνες, βλ. Παράρτημα 1 του <em>Revolutionary Struggle in the Philippines</em> [Επαναστατικός Αγώνας στις Φιλιππίνες] του Leonard Davis, Νέα Υόρκη: St. Martin’s Press, 1989. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn4"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Για το επαναστατικό κίνημα στις Φιλιππίνες, βλ. <em>Inside the Philippine Revolution: The New Peoples Army and it Struggle for Power</em> του William Chapman, New York: W. W. Norton, 1987; <em>Red Revolution: Inside the Philippine Guerrilla Movement</em> του Gregg Jones, Boulder, Colorado: Westview Press, 1989; and <em>Breaking Through.</em> του Joel Rocamora . </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2448</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Erin J. Black &#8211; Η σκηνούπολη του Έντμοντον και ο αγώνας για τον δημόσιο χώρο</title>
		<link>https://www.republic.gr/?p=2402</link>
		<comments>https://www.republic.gr/?p=2402#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Sep 2010 15:56:36 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[Erin J. Black]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[πόλεις σε αναταραχή]]></category>
		<category><![CDATA[Erin Black]]></category>
		<category><![CDATA[δημόσιοι χώροι]]></category>
		<category><![CDATA[Καναδάς]]></category>
		<category><![CDATA[κατοικία]]></category>
		<category><![CDATA[πόλεις]]></category>
		<category><![CDATA[υπηκοότητα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.republic.gr/?p=2402</guid>
		<description><![CDATA[Η ανάδυση μιας Σκηνούπολης στο κέντρο του Έντμοντον το καλοκαίρι του 2007 απεικόνισε τη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση για τη χρήση του αστικού δημόσιου χώρου. Η Σκηνούπολη ήταν μια διεκδίκηση του άστεγου πληθυσμού του Έντμοντον για να καταλάβει αστικό δημόσιο χώρο και να τον χρησιμοποιήσει ως τόπο διαμονής, σε μια παραβίαση των κοινωνικών κανόνων.]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a title="Edmonton’s Tent City" href="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/tentcity.jpg"><img title="Edmonton’s Tent City" src="http://www.republic.gr/en/wp-content/uploads/2010/09/tentcity.jpg" alt="Edmonton’s Tent City" hspace="5" vspace="5" width="140" height="160" align="left" /></a></p>
<p>Η εμφάνιση μιας Σκηνούπολης στο κέντρο του Έντμοντον το καλοκαίρι του 2007 ήταν χαρακτηριστική της συνεχιζόμενης διαπραγμάτευσης για τη χρήση του αστικού δημόσιου χώρου. Πολλοί χρήστες διεκδικούν την πόλη και ο αστικός δημόσιος χώρος είναι προϊόν συγκρούσεων για το ποιος έχει δικαιώματα σε αυτόν (Mitchell 1995). Ο δημόσιος χώρος παίζει σημαντικό ιδεολογικό ρόλο στις δημοκρατικές κοινωνίες. Καίρια για την αντίληψή μας για τα πολιτικά δικαιώματα και τη δημοκρατία είναι η διάκριση ανάμεσα στη ʺδημόσιαʺ και την ʺ ιδιωτικήʺ σφαίρα, με τη δημόσια σφαίρα να θεωρείται ο χώρος των ʺκοινώνʺ (commons) και την ιδιωτική να γίνεται αντιληπτή ως χώρος ελευθερίας από την κρατική ή κοινωνική εισβολή. Μολονότι η δημόσια σφαίρα δεν είναι άμεσα συνώνυμη με το δημόσιο χώρο, υπάρχει μεταξύ τους μια ισχυρή σχέση: η δημόσια σφαίρα είναι η φυσική τοποθεσία όπου οι πολίτες μπορούν να συγκεντρωθούν και να προκύψει πολιτική. Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στο δημόσιο χώρο είναι καίρια, προκειμένου να διασφαλιστεί η πολιτική ολοκλήρωση στη δημόσια σφαίρα.<span id="more-2402"></span> Επειδή οι άστεγοι δεν έχουν πρόσβαση σε ιδιωτικές κατοικίες, οι ζωές τους είναι άθελά τους δημόσιες ( Kawash 1998). Η επακόλουθη χρήση από αυτούς του δημόσιου χώρου για ιδιωτικές ανάγκες δείχνει μια ρωγμή στον πυρήνα των αρχών της φιλελεύθερης κοινωνίας. Οι διεκδικήσεις των άστεγων χρηστών στην πόλη αντιμετωπίζονται διαφορετικά από εκείνες των άλλων χρηστών. Οι κυβερνήσεις τείνουν να τους αποκλείουν από τους δημόσιους χώρους, για να επανεγκαθιδρύουν τις φιλελεύθερες αρχές ως νόμιμες. Η Σκηνούπολη ήταν μια διεκδίκηση του άστεγου πληθυσμού του Έντμοντον που κατέλαβε τον  αστικό δημόσιο χώρο και τον χρησιμοποίησε ως τόπο διαμονής, σε μια παραβίαση των κοινωνικών κανόνων (Cresswell 1996). Αυτή η ιδιαίτερη μάχη για κοινωνικο-φυσικό χώρο μας επιτρέπει να δούμε τις διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την έννοια του χώρου στη διαμόρφωση της ιδιότητας του πολίτη.</p>
<p><code><br />
</code>Η πρώτη εγκατάσταση σε κοινότητα του άστεγου πληθυσμού του Έντμοντον πήρε σάρκα και οστά όταν μια μικρή ομάδα άστεγων άρχισαν να κατασκηκώνουν σε ένα εσώτερο πάρκο της πόλης τον Μάιο του 2007. Επειδή απαγορεύεται η δημόσια χρήση των πάρκων τη νύχτα, η αστυνομία κάλεσε την ομάδα να μετακομίσει αλλού. Εγκαταστάθηκαν σε ένα χώρο πίσω από το αστυνομικό τμήμα και ύστερα στο χώρο στάθμευσης μιας  υπηρεσίας για αστέγους, αλλά απομακρύνθηκαν από τις αρχές και από τους δυο αυτούς χώρους. Ως αποτέλεσμα, οι κατασκηνωτές μετακόμισαν σε ένα ακατοίκητο κομμάτι γης στο κέντρο του Έντμοντον, και πάλι κοντά σε μια υπηρεσία της πόλης. Στη διάρκεια του καλοκαιριού, ο καταυλισμός είχε πάνω από 200 ενοίκους. Κι έγινε ευρέως γνωστό ως η Σκηνούπολη του Έντμοντον.</p>
<p><code><br />
</code>Η ίδρυση ενός καταυλισμού αστέγων στο κέντρο του Έντμοντον οδήγησε σε νέες αντιλήψεις περί του αστικού χώρου. Η έρευνά μου, που έγινε στο πλαίσιο ενός μεταπτυχιακού διπλώματος στις Πολιτικές Επιστήμες, εστίασε στα ακόλουθα ερωτήματα: 1) Γιατί η Σκηνούπολη εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 2007; 2) Πώς έγινε αντιληπτή και βιώθηκε από τους κατοίκους της, τους παρόχους  κοινωνικών υπηρεσιών και τους κρατικούς αξιωματούχους; 3) Με ποιο τρόπο τα γεγονότα της Σκηνούπολης μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε το πώς οι δημόσιοι χώροι του Έντμοντον στεγάζουν τους αστέγους; 4) Με ποιον τρόπο η ύπαρξη της Σκηνούπολης διαμορφώνει την κυβερνητική πολιτική για τη στέγη και τους αστέγους; Πήρα 22 συνεντεύξεις από τους κατοίκους του καταυλισμού, τους κρατικούς αξιωματούχους που βοήθησαν στη διοίκηση της Σκηνούπολης ή ενεπλάκησαν στην διαμόρφωση πολιτικής για τους άστεγους, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, και από τους παρόχους κοινωνικών υπηρεσιών που έχουν να κάνουν με τον άστεγο πληθυσμό. Μολονότι οι πάροχοι υπηρεσιών είχαν κριτική άποψη και σχόλια, η ιστορία της  Σκηνούπολης ξεδιπλώθηκε πρώτα από όλα ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στους άστεγους κατασκηνωτές και τους κρατικούς αξιωματούχους.<a name="_ftnref1"></a> Όπως προέκυψε από τις συνεντεύξεις, τρία ήταν τα μεγάλα θέματα για τους κατοίκους: ο καταυλισμός αντιπροσώπευε έναν τόπο διαμονής που είχε χαρακτήρα σπιτιού ( Wright 1997). Νέες συλλογικές ταυτότητες αναδύθηκαν από την κοινή εμπειρία του επαναπροσδιορισμού τους σε σχέση με το φυσικό χώρο. Και από τη στιγμή που η κυβέρνηση εγκαθίδρυσε ξανά θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου, η κοινότητά τους διαλύθηκε και το μέρος έκλεισε. Για τους κρατικούς αξιωματούχους, ο καταυλισμός αντιπροσώπευε έναν αναρχικό χώρο που δεν αποτελούσε την κατάλληλη λύση για το πρόβλημα των αστέγων. Δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν  Σκηνουπόλεις όταν υπήρχαν πιο ασφαλείς εναλλακτικές λύσεις για το θέμα της στέγης. Οι κρατικοί αξιωματούχοι εστίασαν τις συζητήσεις τους στις διδάγματα που προέκυψαν από τη διοίκηση του καταυλισμού, όπως κι από την ενδυνάμωση των εργασιακών σχέσεων μεταξύ αρχών και άστεγων κατασκηνωτών. Ένιωθαν ότι αυτές οι σχέσεις συνετέλεσαν στην εγκαθίδρυση πιο αποτελεσματικών και συνεργατικών προσεγγίσεων πολιτικής σε σχέση με την αντιμετώπιση του ζητήματος των αστέγων μετά τη Σκηνούπολη.</p>
<p><code><br />
</code>Τα κεντρικά φερώνυμα του σπιτιού χαρακτηρίζονται ως: καταφύγιο, αξιοπρεπή κριτήρια ζωής και υλικών συνθηκών, ιδιωτικότητα και έλεγχος, κοινωνικές σχέσεις που εμπεριέχουν αγάπη και φροντίδα και συναισθηματική/ φυσική ευημερία ( Watson &amp; Austerberry 1986: 97). Μολονότι οι ένοικοι της Σκηνούπολης συσχέτισαν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά με τον καταυλισμό, δημιούργησαν διακρίσεις ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο για να υπάρξει περισσότερη ιδιωτικότητα στην κατασκήνωση και συμφώνησαν σε κανόνες συμπεριφοράς για τη διατήρηση της ειρήνης και της τάξης. Τα ‘συλλογικά μάτια’ της κοινότητας συνέβαλαν στη διασφάλιση της προσωπικής ασφάλειας των άλλων και οι  ερωτώμενοι αναφέρονταν συχνά στους εαυτούς τους και τους άλλους κατασκηνωτές σαν σε μια μεγάλη οικογένεια. Ήταν σαφές ότι οι ένοικοι έζησαν δραματικές βελτιώσεις στη συνολική ποιότητα ζωής τους. Η  Σκηνούπολη άρχισε να καταρρίπτει τους αυστηρούς διαχωρισμούς μεταξύ δημόσιου και  ιδιωτικού και οι κάτοικοι απήλαυσαν ορισμένα οφέλη που πήγαζαν από το γεγονός ότι ζούσαν σε ένα ιδιωτικό μέρος,  όπως και τα οφέλη της κοινοτικής ζωής. Ενώ οι ένοικοι της Σκηνούπολης ήταν συνηθισμένοι να θεωρούνται ʺ εκτός τόπου ʺ (Wright 1997) στην ευρύτερη κοινότητα, η ενεργή κατάληψη κοινωνικο-φυσικού χώρου τούς επέτρεψε να αναπτύξουν μια συλλογική ταυτότητα. Έγιναν το ʺ δημόσιο ʺ σε εκείνη την συγκεκριμένη κοινωνικο-φυσική σφαίρα, που ιδρύθηκε στη βάση ενός εναλλακτικού οράματος της κοινωνικής τάξης.</p>
<p><code><br />
</code>Ως τα μέσα Ιουλίου 2007, ο καταυλισμός στέγαζε πάνω από 200 ένοικους, ενώ διάφορες συμμορίες και έμποροι ναρκωτικών είχαν αποκτήσει μια αυξανόμενη παρουσία. Επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι θεωρούσαν τον καταυλισμό αναρχικό χώρο, λήφθησαν πρόσθετα μέτρα ασφαλείας για να δημιουργηθεί ένας χώρος με κάποια δομή και κανόνες. Στις αρχές Αυγούστου 2007, οι διοικητικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η Σκηνούπολη θα έκλεινε και ένα βήμα προς το κλείσιμο υπήρξε η κατασκευή ενός αλυσόπλεκτου φράκτη γύρω από τον καταυλισμό. Οι αρχές προχώρησαν στην καταγραφή και την ταυτοποίηση των ενοίκων και προσέλαβαν ιδιωτικούς φρουρούς ασφαλείας για τη διατήρηση της τάξης. Άρχισαν επίσης να ψάχνουν για εναλλακτικές στεγαστικές διευθετήσεις για τους ένοικους της Σκηνούπολης. Ο καταυλισμός διαλύθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 2007, ενώ βρέθηκε εναλλακτική στέγη για τους 58 από τους περίπου 200 ένοικους.</p>
<p><code><br />
</code>Μολονότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι η διοίκηση του καταυλσμού  υπήρξε πολύ επιτυχής κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι ένοικοι της Σκηνούπολης είχαν διαφορετική άποψη. Η Σκηνούπολη υπήρξε μια ʺ ελεύθερηʺ ζώνη ανοιχτή σε όλους, αλλά από τη στιγμή της ταυτοποίησης και της έλευσης φρουρών ασφάλείας, η κινητικότητα των κατασκηνωτών περιορίστηκε και η παρουσία τους στο μέρος υπόκειτο στην κρίση των φρουρών ασφαλείας. Ιδιωτικοί φρουροί ασφαλείας επέβαλλαν κανονισμούς, που βρίσκονταν σε αντίθεση με τους κανόνες που είχαν θεσπίσει οι ένοικοι.  Σε μια προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου στον καταυλισμό, χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικές αποκλεισμού, που ασκούνται συχνά σε δημόσιους χώρους οι οποίοι θεωρούνται εκτός ορίων για τους αστέγους.  Στις σκηνές των ενοίκων γίνονταν απροειδοποίητα έλεγχοι, ο μικρός ιδιωτικός χώρος που είχαν διεκδικήσει οι ένοικοι παραχωρούσε τη θέση του σε έναν κοινωνικο-φυσικό χώρο υπό την κυριαρχία του κράτους. Τη νέα συλλογική ταυτότητα αντικαθιστούσαν οι προηγούμενες ταυτότητες που είχαν οι ένοικοι ως ʺ άστεγοι ʺ.</p>
<p><code><br />
</code>Ο αλυσόπλεκτος φράκτης που παρέμεινε και μετά το κλείσιμο του καταυλισμού δεν επισφράγισε μόνο το τέλος της πρόσβασης των ενοίκων της Σκηνούπολης σε ζωντανό χώρο, αλλά και την έλλειψη πρόσβασης της κοινότητας σε χώρο αναψυχής (προηγουμένως ήταν ένας χώρος ανοιχτός σε όλους). Η Σκηνούπολη έκλεισε, οι ένοικοι απομακρύνθηκαν και η χρήση του χώρου στο μέλλον – από οποιονδήποτε- απαγορεύτηκε. Οι τοπικές και περιφερειακές διοικήσεις προτίμησαν να μείνει ο χώρος άδειος και ασφαλής, παρά να διακινδυνεύσουν τη μελλοντική χρήση του ως τόπου κατοικίας από αστέγους ή κοινότητες. Οι απόπειρες διεκδίκησης του ελέγχου στον αστικό δημόσιο χώρο δεν σταμάτησαν εκεί. Η αστυνομία αύξησε τον αριθμό των επιχειρήσεων-σκούπα για τους αστέγους σε όλη την πόλη, προκειμένου να αποτρέψει την παράνομη κατάληψη αστικών χώρων. Οι συνεντεύξεις αποκάλυψαν ότι η κατάσχεση των σκηνών των αστέγων έγινε συνηθισμένη πρακτική, αντανακλώντας μια περαιτέρω διάβρωση των δικαιωμάτων των άστεγων στην ιδιωτικότητα και την κατοχή προσωπικών αντικειμένων. Το μήνυμα ήταν σαφές: η κατάληψη αστικού δημόσιου χώρου από αστέγους δεν θα ήταν πλέον ανεκτή και ειδικότερα η συλλογική κατάληψη αστικού δημόσιου χώρου από αστέγους απαγορευόταν. Προληπτικά έγιναν αυξημένοι έλεγχοι στους δημόσιους χώρους. Μολονότι η Σκηνούπολη έδωσε την ευκαιρία στους αστέγους να εκπροσωπούνται στο ʺ δημόσιο ʺ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αυτό οδήγησε τελικά σε μεγαλύτερο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους, συρρικνώνοντας έτσι τα πολιτικά δικαιώματα των αστέγων στο Έντμοντον.</p>
<p><code><br />
</code>Η Σκηνούπολη επέτρεψε στους κρατικούς αξιωματούχους να αναπτύξουν αυξημένη επίγνωση των φραγμάτων που αντιμετωπίζουν οι άστεγοι και πολλοί έμαθαν πώς να δουλεύουν πιο αποτελεσματικά μαζί τους. Η αυξημένη γνώση αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο για τους αξιωματούχους, προκειμένου να διαμορφώσουν καλύτερα προγράμματα που μπορούσαν να ανταποκριθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια στις ανάγκες του άστεγου πληθυσμού. Για παράδειγμα,  μετά τη διάλυση της Σκηνούπολης, η αστυνομία έδωσε στους κατασκηνωτές στην πόλη την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με εργαζόμενους απέξω για να έχουν πρόσβαση σε υποστήριξη και υπηρεσίες όταν τους ζήτησαν να εγκαταλείψουν το δημόσιο χώρο. Μολονότι οι κατασκηνωτές δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεχτούν αυτή την υποστήριξη, έπρεπε παρόλα αυτά να μετακομίσουν. Επιπλέον, μετά τη διάλυση της Σκηνούπολης, η κυβέρνηση, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, υιοθέτησε νέες προσεγγίσεις για  τους αστέγους. Η φιλοσοφία αυτή, γνωστή ως ʺ Η στέγη πρώταʺ, εστιάζεται στη μετακίνηση των ανθρώπων από τους δρόμους ή τα καταφύγια για αστέγους σε δικά τους διαμερίσματα, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρωταρχική ανάγκη των άστεγων είναι μια σταθερή κατοικία. Αυτή ήταν μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το προηγούμενο σύστημα των έκτακτων καταφυγίων ή της προσωρινής στέγης.</p>
<p><code><br />
</code>Η Σκηνούπολη υπήρξε μια κρίσιμη χρονική στιγμή,  καθώς οι άστεγοι διεκδίκησαν το δικαίωμα να καταλάβουν αστικό δημόσιο χώρο και, μπροστά στην έλλειψη εναλλακτικών λύσεων, μεταμόρφωσαν τον κοινωνικο-φυσικό χώρο σε τόπο κατοικίας. Αυτό οδήγησε στην αμφισβήτηση των κυρίαρχων αντιλήψεων για την κατάλληλη συμπεριφορά και τις φιλελεύθερες διακρίσεις μεταξύ ʺ δημοσίου ʺ και  ʺ ιδιωτικού ʺ. Η Σκηνούπολη αποτέλεσε μια πράξη παραβίασης της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και διεκδίκηση , της κοινωνικής νομιμοποίησης από πλευράς των αστέγων. Από τη μια πλευρά, το αποτέλεσμα ήταν ο αυξημένος έλεγχος των δημόσιων χώρων από τις αρχές, από την άλλη πλευρά οδήγησε σε επίσημες δεσμεύσεις ότι οι άστεγοι θα αποκτούσαν πρόσβαση σε ιδιωτικούς χώρους. Μολονότι η πρόσβαση σε ιδιωτικές κατοικίες θα είναι αναμφίβολα θετική ( εάν οι δεσμεύσεις υλοποιηθούν), αυτό δεν εξουδετερώνει τον αυξημένο αποκλεισμό των αστέγων από τους δημόσιους χώρους. Εδώ είναι που συναθροίζονται τα &#8220;κοινά&#8221;. Χωρίς πρόσβαση στον δημόσιο χώρο, οι άστεγοι στο Έντμοντον εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένοι από την ιδιότητα του πολίτη.</p>
<p><code><br />
</code><strong>Σημείωση</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><a name="_ftn1"></a><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB"> Λόγω έλλειψης χώρου, οι απόψεις των παρόχων υπηρεσιών δεν παρατίθενται εκτενώς σ’ αυτό το κείμενο. </span></p>
<p><code><br />
</code><strong>Βιβλιογραφία</strong></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Cresswell, Tim. <em>In Place/Out of Place: Geography, Ideology, and Transgression</em>. Minneapolis, Minnesota: University of Minnesota Press, 1996.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Kawash, Samira. “The Homeless Body.” <em>Public Culture</em> 10, νο. 2 (1998): 319-339.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Mitchell, Don. “The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public, and Democracy.” <em>Annals of the Association of American Geographers</em> 85, νο. 1 (1995): 108-133.</span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Watson, Sophie και Helen Austerberry. <em>Housing and Homelessness: A Feminist Perspective</em>. Λονδίνο: Routledge &amp; Kegan Paul, 1986. </span></p>
<p class="MsoFootnoteText"><span style="font-size: 10pt; font-family: Arial;" lang="EN-GB">- Wright, Talmadge. <em>Out of Place: Homeless Mobilizations, Subcities, and Contested Landscapes</em>. Albany: State University of New York Press, 1997. </span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://www.republic.gr/?feed=rss2&#038;p=2402</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
