Για μία προοδευτική μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πέρα από το άρθρο 16
Μια δεοντολογική προσέγγιση για τη μεταρρυθμιστική πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ
Η εμπειρική έρευνα -επιστημονική ή/και βιωματική- για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα καταλήγει σε ορισμένες αναμφίλεκτες διαπιστώσεις: τα ελληνικά πανεπιστήμια συγκροτούν ένα ιδιότυπο εκπαιδευτικό σύστημα που διακρίνεται από κρατικό συγκεντρωτισμό, γραφειοκρατία, αναποτελεσματικούς εσωτερικούς ελέγχους, εσωστρέφεια, αδιαφάνεια και έλλειψη κοινωνικής λογοδοσίας. Εναλλακτικά, ένα σύστημα χαμηλής (κακής) ποιότητας διακυβέρνησης με υπέρμετρες πολιτικο-κομματικές παρεμβάσεις, ανεπαρκούς και μη αποδοτικής χρηματοδότησης, απουσίας κινήτρων και ποιοτικού ανταγωνισμού.
Η προσεκτική αξιολόγηση των πορισμάτων της εμπειρικής έρευνας αναδεικνύει ένα κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα: η κακοδαιμονία των ελληνικών πανεπιστημίων δεν οφείλεται αποκλειστικά στην χαμηλή κρατική χρηματοδότησή τους, όπως αφελώς πολλοί διατείνονται, αλλά, κυρίως, στον ίδιο το θεσμικό ρόλο του κράτους έναντι τους. Υπό αυτή την οπτική, η μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση νοείται ως η πολιτική διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού των θεσμικών σχέσεων κράτους-πανεπιστημίου.
Η στρατηγική επιδίωξη μίας προοδευτικής μεταρρύθμισης αφορά στη σταδιακή αποδέσμευση του πανεπιστημίου από τον πολιτικό και διαχειριστικό έλεγχο του κράτους ή διαφορετικά, στην εκχώρηση πλήρους ακαδημαϊκής, χρηματοοικονομικής και διαχειριστικής αυτονομίας στα πανεπιστήμια. Η έννοια της αυτοδυναμίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων συνίσταται στη δυνατότητα των διοικήσεών τους να ασκούν απόλυτο έλεγχο σε θέματα εσωτερικής λειτουργίας και καθημερινής πρακτικής• όπως η εισαγωγή, η εξέλιξη και η ‘έξοδος’ των φοιτητών τους, η οργάνωση και η λειτουργία του Προγράμματος Σπουδών, η διανομή των συγγραμμάτων, η αμοιβή του επιστημονικού προσωπικού, ο έλεγχος και η διαχείριση των οικονομικών πόρων και ο τρόπος αυτοδιοίκησής τους. Σε αντίθεση με το σημερινό status quo, όπου όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα διοικούνται βάσει του κεντρικού σχεδιασμού του Υπουργείου Παιδείας ως υφιστάμενες διοικητικές αρχές (one size for all/ ισχύουν τα ίδια για όλους), η εκχώρηση αυτονομίας στα πανεπιστήμια διαμορφώνει ένα σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ανεξάρτητες μονάδες που δρουν ως θεσμικοί εταίροι με το κέντρο. Η θεσμική σχέση των αυτόνομων μονάδων με το κέντρο προσδιορίζεται από ειδικά ‘συμβόλαια’ που καθορίζουν τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τα κριτήρια ποιότητας και χρηματοδότησης.
Η δυνατότητα αυτοδιαχείρισης των ιδρυμάτων αποδεσμεύει το σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης από τον άκαμπτο και αναποτελεσματικό έλεγχο του κράτους προσδίδοντάς του ευελιξία και στοιχεία δημιουργικού ανταγωνισμού (ή άμιλλας, εφόσον ο ανταγωνισμός ενεργοποιεί συχνά αρνητικά αντανακλαστικά). Το πανεπιστήμιο, ως αυτόνομη θεσμική οντότητα, αίρει το χαρακτήρα (ιδιότητα) της δημόσιας υπηρεσίας παροχής ανώτατης εκπαίδευσης, αποκτά τη δική του ταυτότητα και διαμορφώνει την ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική του διαδρομή στον ευρύτερο ακαδημαϊκό χώρο. Η πρωτοβουλία, η διαφοροποίηση, η καινοτομία και η ευελιξία αντικαθιστούν την ακαμψία, τον συγκεντρωτισμό και τον γραφειοκρατικό έλεγχο, δημιουργούν συνθήκες ποιοτικού ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων και διαμορφώνουν ένα δυναμικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μεταρρύθμιση εισάγει κίνητρα και ανταγωνισμό στο σύστημα χωρίς κατ’ ανάγκη να απεμπολεί το δημόσιο χαρακτήρα του.
Η νέα θεσμική σχέση κράτους – πανεπιστημίου συγκροτείται με βάση το κριτήριο της χρηματοδότησης. Το κράτος παύει να ασκεί το ρόλο του αυστηρού κεντρικού διαχειριστή – επόπτη και μετατρέπεται σε αποτελεσματικό χρηματοδότη. Με ποιον τρόπο, όμως, και με ποια κριτήρια κατανέμονται οι πόροι; Εδώ, εισάγεται στη συζήτηση η έννοια της αξιολόγησης που από κοινού με την αυτονομία των ιδρυμάτων αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της μεταρρύθμισης. Τα καίρια ζητήματα που προκύπτουν όταν γίνεται αναφορά στην αξιολόγηση των πανεπιστημίων είναι τα ακόλουθα: πώς ορίζεται η αξιολόγηση, από ποιον γίνεται, πότε και με ποιον τρόπο; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δε μπορεί παρά να είναι αντικείμενο διαλόγου μεταξύ κράτους – πανεπιστήμιων και -κυρίως- μεταξύ των διοικήσεων των ιδρυμάτων. Η τελική διαβούλευση των μερών θα υποδεικνύει τα κοινώς αποδεκτά standards ποιότητας που θα υπαγορεύουν μία αντικειμενική σχέση αξιολόγησης – χρηματοδότησης και θα εγκαθιδρύει έναν ανεξάρτητο φορέα που θα ελέγχει και θα αξιολογεί την πρόοδο των πανεπιστημίων. Ουσιαστικά, η μεταρρύθμιση δίδει στα ίδια τα πανεπιστήμια τη δυνατότητα να προσδιορίσουν τα κριτήρια και τις μεθόδους που θα αξιολογούνται. Από εκεί και πέρα, ο εσωτερικός ανταγωνισμός και τα κίνητρα για δημιουργική πρωτοβουλία και καινοτομία θα εγγυούνται τις προοπτικές συνεχούς βελτίωσης του επιπέδου ποιότητας.
Ωστόσο, η έννοια της αξιολόγησης δεν προϋποθέτει την «τιμωρία» των ιδρυμάτων που επιτυγχάνουν χαμηλές αποδόσεις και υστερούν συγκριτικά με τα υπόλοιπα, αλλά, αντιθέτως, δύναται να προβλέπει την αύξηση της χρηματοδότησης τους προκειμένου να ενισχυθούν οι προοπτικές ανασυγκρότησης και τα περιθώρια βελτίωσης του επιπέδου ποιότητας των υπηρεσιών τους. Συνεπώς, η ουσία της αξιολόγησης αφορά στην επιβράβευση των πανεπιστημίων που καταφέρνουν υψηλά επίπεδα ποιότητας (επίπεδα αριστείας) με παράλληλη θετική υποστήριξη των ιδρυμάτων που προσαρμόζονται αργά στις νέες συνθήκες εσωτερικού ανταγωνισμού. Εδώ, το επιτακτικό πολιτικό και λαϊκό αίτημα για αύξηση του επιπέδου χρηματοδότησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο: περισσότερα χρήματα για τα πανεπιστήμια με κριτήριο τη σύνδεση χρηματοδότησης – αποτελεσματικότητας.