Οι εμπρηστές είμαστε εμείς

Η καταστροφή την οποία ζούμε έφερε στην επιφάνεια σφοδρές αλήθειες, που όλοι γνωρίζουμε αλλά ψελλίζουμε μονολογώντας, με απαξίωση ακόμη και του εαυτού μας. Οι αλήθειες αυτές πρέπει πλέον να ειπωθούν ανοιχτά και από όλους. Ενστάσεις τύπου «να σεβαστούμε τους νεκρούς» ή «να μην πολιτικολογούμε στα αποκαΐδια» γίνονται τώρα ενστάσεις εμπρηστικές: συνιστούν την αποτέφρωση του υπολοίπου, μη ακόμα καμένου, μέλλοντός μας.

Γιατί, η συμφορά μπορεί μεν να έχει γιγαντιαίες συνέπειες στο παρόν – την τραγική απώλεια συνανθρώπων μας, την απόγνωση χιλιάδων που τώρα είναι άστεγοι και παντελώς άποροι – αλλά η βαθύτερη ουσία της είναι η καταστροφή του μέλλοντος, η οποία, από οικονομικής, οικολογικής και πολιτιστικής απόψεως, αφορά όλους τους Έλληνες και όλων των Ελλήνων τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών τους. Γιατί, όπως στα χωριά κάηκαν τρόποι ζωής με μακρύ παρελθόν, από πάππου προς πάππον, έτσι κάηκαν και σε βαθύ μέλλον. Η δε οικολογική καταστροφή έχει πλανητικές διαστάσεις. Που σημαίνει – κανείς δεν τολμά να το πει; – ότι εμείς οι Έλληνες που κάψαμε την χώρα μας μέσα σε ένα καλοκαίρι, είμαστε εξίσου υπόλογοι στους γείτονες λαούς της ταλαιπωρημένης Μεσογείου.

Εν ονόματι, λοιπόν, του καμένου μέλλοντος, η οιαδήποτε πράξη «αποκατάστασης» πρέπει πρώτιστα να αντιμετωπίσει αλήθειες που βρίσκονται εις εαυτόν. Γιαυτό η σύνηθης κατακραυγή για τις ευθύνες του κράτους δεν μπορεί να γίνει αυτοσκοπός, απλώς αφετηρία βαθύτερου προβληματισμού.

Σίγουρα, αν υπήρχε  στοιχειώδης αίσθηση καθήκοντος, την επομένη της πυρκαγιάς στην Πάρνηθα έπρεπε σύσσωμη η κυβέρνηση να υποβάλλει την παραίτηση της και να τεθεί στην διάθεση, όχι της ψήφου του ελληνικού λαού – ούτως ή άλλως, κάθε μέλος της θά έπρεπε αυτομάτως να εξαιρεθεί των ψηφοδελτίων – αλλά της δικαιοσύνης. Δεν το έπραξε γιατί δεν την ενδιαφέρει ούτε ο λαός ούτε η δικαιοσύνη. Δεν το έπραξε για να συνεχίσει να προΐσταται της περαιτέρω καταστροφής της χώρας. Αυτή είναι η επαίσχυντη αλήθεια.

Το αίσχος φαίνεται στην ίδια την γλώσσα που χρησιμοποιεί, τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται στην αλήθεια: «μα έχει η Αθήνα κι άλλα βουνά» (Αντώναρος στη Πάρνηθα) – προφανώς έχει η Αθήνα κι η Ελλάδα όλη άλλα βουνά να κάψουμε εννοούσε, εκ των υστέρων λέγοντες –  ή «κάηκαν μόνο κάποια δέντρα» (Βουλγαράκης στην Ολυμπία). Ή στην σκανδαλώδη λοιδωρία της νοημοσύνης των πολιτών με τα περί «ασύμμετρων απειλών» – όρος δανεικός από το νεότευκτο λεξιλόγιο της κυβέρνησης Μπους. (Ως asymmetrical warfare, χρησιμοποιήθηκε εναντίον όσων κρατουμένων στο Γκουαντάναμο εδέησαν να αυτοκτονήσουν.) Ή στην περαιτέρω θρασυτάτη εμβάθυνση από την κ. Μπακογιάννη: στους εμπρηστές ανήκουν «οι γνωστοί που τον χειμώνα καίγαν καταστήματα και το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και οι οποίοι στοχεύουν στην αποδόμηση του κράτους».

Το λιγότερο που πρέπει να φοβάται αυτό το ανύπαρκτο κράτος είναι αποδόμηση (που στο κάτω κάτω της γραφής είναι δουλειά των θεωρητικών της λογοτεχνίας). Δόμηση χρειάζεται το άμοιρο, και δεν είναι δυνατόν να δομηθεί από εκείνους που εκμεταλλεύονται τον μηδενισμό του προς όφελός τους. Δεν είναι δυνατόν να δομηθεί το κράτος από έναν πρωθυπουργό, ο οποίος εμφανίζεται στη κατακαμένη Ζαχάρω, νυχτιάτικα, με επικοινωνιακό μπουφάν και συνοδεία λοιπών ανδρεικέλων, και υπόσχεται ελικόπτερα με το χάραγμα για να σωθεί ό,τι τότε είχε απομείνει από το δάσος του Καϊάφα και να καταφτάνουν τα ελικόπτερα μεσημέρι για να ατενίσουν τα πλήρη αποκαΐδια. Τι σόϊ πρωθυπουργός είναι αυτός που δεν μπορεί, ούτε στη μάχη πάνω να αποδειχτεί άξιος των επιταγών του; Τι σόϊ πρωθυπουργός είναι αυτός που στηρίζεται μόνο στην διαφημιστική ευστροφία του κ. Ρουσόπουλου, μέγιστου αρχιτέκτονος του δημοσίου ψεύδους;

Στη σκληρή πολιτική ιστορία αυτού του έθνους έχουν υπάρξει λογιών πρωθυπουργοί. Έχουν υπάρξει πρωθυπουργοί πρότυπα διαφθοράς ή εξώφθαλμου οπορτουνισμού, πρωθυπουργοί τυχοδιώκτες που έσυραν τη χώρα σε τραγικές περιπέτειες, πρωθυπουργοί που κατέστρεψαν την Αθήνα εφευρίσκοντας την αντιπαροχή. Έχουν υπάρξει πρωθυπουργοί εγκληματίες που έστειλαν συμπολίτες τους στο εκτελεστικό απόσπασμα, σε ξερονήσια, σε θαλάμους βασανιστηρίων. Ποτέ, όμως, δεν έχει υπάρξει πρωθυπουργός πιο αδιάφορος για τον λαό του οποίου πολιτικά προΐσταται. Ποτέ δεν έχει υπάρξει πρωθυπουργός πιο απών από τα δρώμενα και τις ευθύνες. Πρόκειται για πρωθυπουργό φάντασμα, για προσωπείο διαφημιστικού προϊόντος, γι αυτό κι όταν επιτέλους εμφανίζεται σε πραγματικό πεδίο μάχης πιστοποιείται η πραγματική ανυπαρξία του.

Αυτά δεν λέγονται υπέρ του ενός ή άλλου πολιτικού κόμματος που φέρεται να ασκεί αντιπολίτευση. Λέγονται υπέρ του ίδιου του νοήματος της δημοκρατίας και δεν αφορούν σε εκλογολογίες. Δεν είναι θέμα κράτους, αλλά κυβέρνησης εκλεγμένων πολιτών. Όταν μια δημοκρατική κυβέρνηση οδηγεί τον δήμον σε καταστροφή οφείλει να λογοδοτήσει ενώπιον της δικαιοσύνης των πολιτών. Δημοκρατία δεν σημαίνει εκλογές κάθε τέσσερα ή δεν ξέρω πόσα χρόνια. Σημαίνει, ο δήμος, δηλαδή, οι πολίτες, να νοούν εαυτούς κύριους των δυνάμεων της κοινωνίας που συντελούν, κύριους των νόμων που έχουν αποφασίσει να θεσμοθετήσουν, κύριους του δικαίου. Συνεπώς, να έχουν την έσχατη ευθύνη να τιμωρούν εκείνους που εγκληματικά περιφρόνησαν το καθήκον τους – πρώτιστα με τον νόμο και ύστερα με την κάλπη.

Εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο μέρος της πικρής αλήθειας. Το ερώτημα δεν είναι, όπως είπε κάποτε ο πρεσβύτερος Καραμανλής, «ποιός, επιτέλους, κυβερνά αυτόν τον τόπο;» αλλά, αντιθέτως, «ποιοί, επιτέλους, κυβερνώνται σ’ αυτόν τον τόπο;» και, εντέλει, «τι σόϊ τόπος είναι τούτος που οι άνθρωποί του δέχονται να κυβερνώνται έτσι;» Το πρόβλημα ενός κατά συρροήν εγκληματικού κρατικού μηχανισμού δεν ανήκει στο κράτος αλλά στη κοινωνία που το θεσμοθετεί, το υποστηρίζει, και του επιτρέπει να υφίσταται. Το κράτος υφίσταται για να υπηρετεί τους πολίτες, όχι για να τους εξυπηρετεί, όπως τόχουμε πάρει όλοι σχοινί κορδόνι. Δημοκρατία σημαίνει ότι το κράτος είναι ο ίδιος ο δήμος, και ως κυβέρνηση, ένα μέρος του δήμου προΐσταται για να υπηρετεί τον όλον του δήμου. Άρχων και αρχόμενος είναι ιδιότητες συνυφασμένες σε κάθε πολίτη, όπως μας κληροδότησε ο Αριστοτέλης, και όταν οι εκλεγμένοι άρχοντες ξεχνούν ότι είναι αρχόμενοι από τον δήμον εγκληματούν κατά του δήμου και υπόκεινται σε κυρώσεις.

Αλλά αυτό ισχύει αμφοτέρω. Οι αρχόμενοι δεν επιτρέπεται να ξεχνούν ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για εκείνους που εξέλεξαν να τους κυβερνούν. Γιατί κι αυτοί τότε υπόκεινται σε κυρώσεις, φονικές στην προκειμένη περίπτωση. Και ως αρχόμενοι δεν σημαίνει ότι παραιτούνται της γενικής κυβερνητικής ευθύνης του τόπου τους. Κυβέρνηση δεν σημαίνει μονάχα κατέχω υπουργείο, αλλά δεν επιδιώκω προνόμια εναντίον της λοιπής κοινωνίας, δεν κλέβω το δημόσιο (δηλαδή, τον εαυτό μου), δεν χτίζω αυθαίρετα αλλά φυτεύω και προστατεύω δέντρα, δεν κάνω την χώρα μου τασάκι, δεν πετάω σκουπίδια όπου γουστάρω αλλά ξεμπροστιάζω ή νομικώς καταγγέλω εκείνον που το κάνει, κλπ.

Οπότε, δεν φτάνει να αντισταθούμε στις κυβερνητικές μπαρούφες περί συνωμοσιών, αλλά να αποδεχτούμε ότι, με την συμπεριφορά απέναντι στο τόπο μας, με την πολιτική ιδιοτέλειά μας, που είναι εντέλει υποτέλειά μας, η εύθύνη για την καταστροφή βαραίνει εμάς πρωτίστως. Κι αν υπάρχει ελπίδα η συμφορά να γίνει μάθημα προς όφελος των παιδιών μας – αλλιώς πρέπει να μας διαολοστείλουν σωρρηδόν – οφείλουμε: 1) Να αποδεχτούμε ότι, ως κοινωνία, έχουμε σαφείς τάσεις αυτοκτονίας. 2) Αν συνεχίσουμε έτσι θα δολοφονήσουμε και τα παιδιά μας (έχουμε ήδη καταστρέψει το φυσικό περιβάλλον στο οποίο θα μεγαλώσουν). 3) Να τιμωρήσουμε παραδειγματικά εκείνους που τολμούν και τώρα ακόμη να μας κοροϊδεύουν και να ζητούν επανεκλογή. 4) Να φροντίσουμε η οργή μας να γίνει κέρβερος για όποιον άλλον αναλάβει τις κυβερνητικές ευθύνες της χώρας. 5) Να μη ξεχνάμε ότι κυβερνήτες είμαστε εμείς, οι πολίτες. Ειδάλλως, είμαστε – και θα είμαστε – εμείς οι εμπρηστές.

2 Responses to “Οι εμπρηστές είμαστε εμείς”

  1. Στεφανος Παπαγιαννης Says:

    Γενικως μιλωντας θα ηθελα να πω τα εξης

    -Μενω ορθιος γιατι παλευω
    -Μενω ορθιος γιατι επιμενω να μην λυγιζω
    -Μενω ορθιος γιατι πιστευω

    Γιωργο Παπανδρεου πιστευουμε σε σενα
    Σωστα ο πυχης ειναι ψηλα
    Ο πυχης ειναι για να ξεπερνιεται
    Ο πυχης ειναι ο Πατερας σου
    Κατι μου λεει πως θα τον ξεπερασεις
    ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ.

  2. Λιαρόπουλος Says:

    Οσο για την κυρία με το “καρφιτσωμένο χαμόγελο”, έχει παίξει καλά τρο χαρτί της τρομοκρατίας. Ξέρει τι λέει…

Leave a Reply